Ανατινάζω τα μέγαρα των αιώνων,
τα διασπώ σε πέτρες και σίδερα,
ανοίγω τη στρόφιγγα
των μεθυσμένων στίχων μου
για μια πυρκαγιά στα παράνομα στέκια,
στις βαριές κουρτίνες
των τυχαίων συμβάντων,
στους δηλητηριώδεις ουρανοξύστες
του πνεύματος.
Καβαλάρης,
πηδώ τα υπέροχα εμπόδια,
εισβάλω στις γυάλινες πόλεις,
σε πόλεις νεκροζώντανες
κι έτσι βλέπω το φωτισμό
του μέλλοντος σαν νά ‘ρχεται
μέσα απ’ το σύμπαν που αναδύεται
από ένα κράμα
σκοταδιού και άνοιξης.
