Australia’s a big country
An’ Freedom’s humping bluey,
An’ Freedom’s on the wallaby,
Oh don’t you hear ‘er cooey.
She’s just begun to boomerang,
She’ll knock the tyrants silly.
She’s going to light another fire
And boil another billy.
Our fathers toiled for bitter bread
While loafers thrived beside ’em.
But food to eat and clothes to wear,
Their native land denied ’em.
An’ so they left their native land
In spite of their devotion,
An’ so they came, or if they stole
Were sent, across the ocean.
Then Freedom couldn’t stand the glare
Of Royalty’s regalia,
She left the loafers where they were
An’ came out to Australia.
But now across the mighty main
The chains have come to bind her,
She little thought to see again
The wrongs she left behind her.
Our parents toiled to make a home,
Hard grubbin’ ’twas and clearrn’,
They wasn’t troubled much with lords
When they was pioneering
But now that we have made the land
A garden full of promise,
Old Greed must crook ‘is dirty hand
An’ come to take it from us.
So we must fly a rebel flag
As others did before us,
And we must sing a rebel song,
And join in rebel chorus.
We’ll make the tyrants feel the sting
O’ those that they would throttle;
They needn’t say the fault is ours
If blood should stain the wattle.
Η Λευτεριά στη γη του Αυστραλού
Η Αυστραλία είναι μεγάλη χώρα
κι απάνω της η Λευτεριά κουβαλάει τον μπόγο της,
κι απάνω της η Λευτεριά γυρίζει άνεργη,
δεν την ακούτε που καλεί;
Αρχίζει ν’ αγαναχτεί και θα γυρίσει απάνω τους
να τρελλάνει τους τυράννους.
θ’ ανάψει άλλη μια φωτιά
κι άλλο θα βράσει κατσαρόλι.
Οι πατέρες μας δούλευαν για το πικρό ψωμί
ενώ οι τεμπέληδες δίπλα τους πλούτιζαν
και τους αρνούνταν στην πατρική τους γη
ρούχα και τροφή να ζήσουν.
Πίσω άφησαν, γι’ αυτό, την πατρική τους γη
παρά τη μεγάλη τους αφοσίωση σ’ αυτή
κι ήρθαν εδώ, ή αν έκλεβαν
τους εξόριζαν για εδώ, πέρα απ’ τον ωκεανό.
Η Λευτεριά δεν άντεχε τα φανταχτερά
βασιλικά εμβλήματα,
Άφησε τους τεμπέληδες στον τόπο τους
κι ήρθε στην Αυστραλία.
Μα τώρα διασταυρώνοντας τον απέραντο ωκεανό
ήρθαν οι αλυσίδες να την ξαναδέσουν,
δεν σκέφτηκε πως ήταν δυνατό να ξαναδεί
τις αδικίες που άφησε πίσω της στην άλλη γη.
Οι πατέρες μας μόχτησαν να φτιάξουνε το σπίτι
να ξεχερσώσουν και να σκάψουνε τη γη
δεν είχαν λόρδους στο κεφάλι τους
τότε που πρωτοπόροι πάλευαν ν’ ανοίξουνε τον τόπο.
Μα τώρα που κάναμε τον τόπο αυτό
Γη της Επαγγελίας
ο παλιός πλεονέχτης άπλωσε το βρώμικό του χέρι
κι ήρθε να μας τ’ αρπάξει.
Γι’ αυτό θα πρέπει να σηκώσουμε μια επαναστατική σημαία
όπως και άλλοι έκαναν πριν από μας,
θα πρέπει να βροντοφωνάξουμε ένα επαναστατικό τραγούδι
και να μπούμε στον επαναστατικό χορό.
θα κάνουμε τους τυράννους να νιώσουν το κεντρί
αυτών που παν να πνίξουν.
Δεν μπορούν να πουν πως τ’ άδικο είναι δικό μας
αν το αίμα βάψει της ντόπιας γης την ακακία.
Henry Lawson
Μετάφραση Φώτης Αντύπας
Το παραπάνω ποίημα του περίφημου Αυστραλού ποιητή Henry Lawson (1867-1923), δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «The Worker», κατά τη διάρκεια των μεγάλων εργατικών απεργιών στην Αυστραλία στις αρχές της δεκαετίας του 1890. Ο μεταφραστής έκανε ελεύθερη μετάφραση και απόδοση. Κατοικούσε στην Αυστραλία από τη δεκαετία του ’50 και συμμετείχε ενεργά στο αριστερό και εργατικό κίνημα. Πέθανε πριν μερικά χρόνια. Το αγγλικό ποίημα-τραγούδι και η μετάφρασή του αυτή δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 25-26 του ελληνικού λογοτεχνικού περιοδικού της Αυστραλίας «Αντίποδες».
