Στραβοπάτησε το απόγευμα
κι εμφανίστηκαν απ’ όλες τις γωνιές της γειτονιάς
μυρμήγκια από ενοχές
σφήκες από πληγές
και κομμάτια αντίδωρου
νοτισμένης πίκρας
Φταρνίστηκε το σύννεφο
και οι νεραντζιές τυλίχτηκαν
στων ανθρώπων την αβεβαιότητα
και ποτίστηκαν τη ματωμένη τους αγωνία
Από τη γωνία ξέφυγε το κορμί της πόλης
όπως γλιστράει η δεντρογαλιά
στην κόχη της σκοροφαγωμένης θύρας
Πίσω άφησε
την άχνα της να μυρίζει
νυχτολούλουδα, διαβεβαιώσεις
και στραγγισμένη υπομονή
9.4.12
