Για σου εργατιά με τα γερά και τ’ ατσαλένια χέρια.
Mε τα κορμιά τ’ αδάμαστα, την άδολη καρδιά.
Θάθελα το τραγούδι μου για σέναν’ ώς τ’ αστέρια
να υψώνονταν κι ακόμα πιο ψηλά.
Για σου εργατιά! Δε ζήτησες ποτές σου εσύ να ζήσης.
Mε την ψευτιά και την κλεψιά και μήτε να γλεντήσης.
Mε ξένους κόπους και ιδρώτες ζυμώνεις το ψωμί σου
με τον ιδρό που χύνεται ποτάμι απ’ το κορμί σου.
Kηφήνες άνεργοι τρυγούν των κόπων σου το μέλι
και σαν αβδέλες λαίμαργες το αίμα σου ρουφούν.
μα ήρθε ο καιρός να εκδικηθής των φαύλων την αγέλη
καιρός την δύναμή σου να αισθανθούν!
Για σου εργατιά! Περήφανη μπρος στους κηφήνες στάσου
και τη βαριά σου σήκωσε και σφίξε τη γροθιά
και χτύπα, χτύπ’ αλύπητα και σπάσε τα δεσμά σου
την ευτυχία στα χέρια σου κρατείς, ως εργατιά.
ΠEYKOΣ OPEINOΣ
