Η ανησυχία είχε σκαρφαλώσει
στην άκρη του μυαλού του
όπως τ’ αγριοκάτσικο
στην κοφτή ανηφόρα
των ξεχασμένων γεγονότων
Μηρύκαζε τη μέρα του
και τις εσοχές της μοναξιάς του
χτυπούσε το ‘να πόδι
στις τεθλασμένες σκεπές
των ξεχασμένων αναστολών
και στήριζε τ’ άλλο
στις λείες επιφάνειες
των απόκρημνων συγχύσεων
Ένιωθε κόμπο στο λαιμό
τις θειαφένιες απολαύσεις
τις εύφλεκτες νοσταλγίες
και τις αιμόφυρτες επικρίσεις
Τσαλαβουτούσε στην άσφαλτο
και τα γεγονότα που ήταν να έρθουν
Έμοιαζε προφήτης, λασπωμένος ως τα γόνατα
του εφικτού
Βύζαινε τις λιμναίες ενστάσεις
κι άπλωνε τα χέρια να συνορεύσει
με τις πρόστυχες μέρες,
τις συρμάτινες φτερούγες του ανυπόστατου
και την οχλοβοή των νεκρών φαντασιώσεων
Αργά πέρασε η σκιά της
τρώγοντας ξεροκόμματα
από το τεμαχισμένο παρελθόν του
και μασουλώντας τα τροχισμένα νύχια των αναγκών του
Ύστερα η σκιά χάθηκε στη γλίτσα της ασφάλτου
παρασύροντας μαζί της
τον υποταγμένο, λασπωμένο προφήτη
25.2.12
