Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Στους Αβοριγίνες μικρούς μου φίλους

Στους Αβοριγίνες μικρούς μου φίλους
(Του χωριού Warrabri Alice Springs)

Τα κοίταγα που κάθονταν έξω απ’ τις τσίγκινες καλύβες
με τα μεγάλα τους μάτια να βουλιάζουν γεμάτα απορία.
Με τη θλίψη κρεμασμένη στα λερωμένα χείλη τους.
Το βλέμμα τους δεν οδηγούσε πουθενά
Ο νους τους χανότανε στο άπειρο…
Εκείνη τη στιγμή γροίκησα την καρδιά τους
να χωρίζεται από το σώμα τους.
Αφουγκράστηκα τον αναστεναγμό τους
Να ξεσκίζει την καρδιά της ημέρας…
Μέσα σ’ αυτό το μελαγχολικό τοπίο
Αφήνοντας για λίγο τις σκέψεις τους τα είδα να χαμογελούν
Και τα χέρια τους να τρανεύουν σαν τους πανύψηλους
Γειτονικούς ευκαλύπτους…
Μόνο για μια στιγμή ξεχαστήκανε…
Μετά, στ΄ ακροδάχτυλά τους σμίλευαν βελόνες
Και βάλανε νήμα πάλι τη θλίψη τους…

Η πορεία τους μέσα απ’ τα βάθια των αιώνων
ατελείωτες σειρές
από αλυσίδες, σχοινιά και δηλητήρια
δένουνε σφιχτά τους ευκαλύπτους
τα τσίγκινα καλύβια
σφιχταγκαλιάζουν τ’ αδύναμα κορμάκια τους
τα δένουν το ένα με τ’ άλλο με εκατοντάχρονους
πολεμιστές, θύμησες παλιές, πίκρες, πόθους και καημούς!…

Πάνω απ’ τις τσίγκινες καλύβες αργά-αργά ανάβουν τ’ άστρα.
Ίσκιοι θαμποί τρεκλίζοντας στο θλιμμένο κλάμα του βοριά
αναδεύουνε στους χωματόδρομους.
Ψηλά, κοπαδιαστά τ’ αγριοπούλια με θολωμένα μάτια
κίνησαν να κουρνιάσουν…
Λίγο πιο κει, ο Εντομήν ο καπετάνιος
χωρίς γαλόνια και χωρίς ναυτικό καπέλο
τρεκλίζοντας επιμένει πως ταξιδεύουμε
σε ανύπαρκτη θάλασσα και ανύπαρκτο πλοίο.

Το φεγγάρι ολόγιομο πρόβαλε αδίστακτο και αυτό
Και λεηλατεί τη μοναξιά τους…

Δύο αιώνες τώρα ζούνε τη σκλαβιά
στο όνομα της ελευθερίας.
Ζούνε την αδικία
στο όνομα της δικαιοσύνης.
Δύο αιώνες τώρα οι ελπίδες τους
Κουλουριασμένες οχιές σφίγγουν τα όνειρά τους…

Σίμωσα πιο κοντά στ’ άπλυτα παιδιά
Ρώτησα:
Ποιο όνειρο είχαν δει
Το περασμένο βράδυ.
Κι αυτά σώπαιναν
όπως ο χοντρός Βούδας σωπαίνει
μπροστά
σ’ ανθισμένη αγριοκερασιά.
Κείνη τη στιγμή
η θλίψη των ματιών τους
σκότωσε το θάνατο….

Μικροί μου Φίλοι
με την αοριστία
των πληγωμένων χεριών μου
σε ποιες παλάμες να κλείσω τα προδομένα όνειρά σας;
Σε ποιες παλάμες;

Σε τούτο δω το τοπίο
με τους τραχείς κοκκινόχρωμους δρόμους
Όλοι εμείς οι «δήθεν» πολιτισμένοι
έχουμε να μοιραστούμε
το ένοχο μετρικό μας.

*Ο Θύμιος Χαραλαμπόπουλος είναι ποιητής και ζει στη Μελβούρνη. Είναι πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Αυστραλίας. Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Νέος Κόσμος”, Δευτέρα, 26 Μάρτη 2012.

Leave a comment