1
Τον τρελό του οι άνεμοι άρχισαν χορό
με ουρλιαχτά φρικτά κάπου σε άξενη πλάση,
σε τοπία γυμνά – σε παγωμένη ώρα
σιωπηλά μια σκιά προσπερνά
θρηνεί μες στων βάλτων τη χώρα
2
Σαν απλώνεται γύρω σκοτάδι
αχανείς ανοίγουν οι πυλώνες του Άδη
Θολή η λόχμη προβάλλει,
σαν νεκρή – σιωπηλή,
σαν καρδιά αφημένη στη λήθη
3
Καλάμια στις όχθες φυτρώνουν
περιζώνοντας πυκνά τα νερά που λιμνάζουν,
μες στο τέλμα αιώνια τα πάντα σαπίζουν,
σαπρόφυτα μύρια,
μες στη λάσπη μόνο σκουλήκια ζουν
4
Εδώ αυγή ποτέ δεν χαράζει,
η ψυχή στις ανέλπιδες όχθες ζει
ατενίζοντας βουβή στη μεγάλη κοιλάδα
νερά θολωμένα – το έλος που μαυρίζει,
αν πεθαίνει ή ζει ούτε αυτή γνωρίζει
5
Βασιλεύει στυγνή στον ορίζοντα
και λιμνάζει αιώνια τη νύχτα, τη μέρα
Βαθιά, σε παγωμένη ώρα,
ακαθόριστο ξέφωτο
η άγνωστη χώρα
©Μανώλης Μεσσήνης
*Το πήρα από το http://manolismessinis.blogspot.com
