Ήλθε η ώρα ξανά
Ν’ ανταμωθώ μαζί με σένα
στη γνώριμη τιμητική σου ουσία.
Απέναντι το μεγάλο παράθυρο
στέκεται ήρεμο κι ένδοξο
σαν τη μεγάλη ανάσταση,
οι διάφανες βαθυγάλανες κουρτίνες
σαν να κρατούν παρηγοριά
μες στον πικρό χειμώνα,
κι απέξω τα πουλιά του αμέριμνου κήπου,
η βρυσούλα της δικής σου ζωής
και τ’ αόρατα φτερουγίσματα
με τα πλασματικά φτερά της καρδιάς
να λαχταρά την άνοιξη
και κει, στην άκρη του θαλάμου
που δεν επιτρέπονται οι αναπνοές
παρά μόνο οι βουβές φωνές του πόνου
και η γωνία της απελευθέρωσης,
σφαγμένο σώμα στο κρεβάτι
η αφυδάτωση κάτωχρη
με το ρολόι χαμηλά στους επτά χτύπους
κι η τρικυμία βαθιά μέσα στα άδυτα
των παγωμένων ανέμων, και οι επαφές
των γνωστών ασωμάτων- στις ασίγαστες ώρες
που ούτε η ελπίδα έχει καιρό ν’ ακούσει
ένα κατατρεγμένο «γεια σου»
και τρέχει απεγνωσμένα- με όλες τις κόκκινες ροές
μια αδελφή του ελέους, μ’ ένα ασημένιο
στηθοσκόπιο στα μάτια, σου κάνει ερωτήσεις
αναπάντητες, μ’ ένα σπασμένο ποτήρι στο χέρι
και κάποια, ευχή, που δεν την έχεις πια ανάγκη.
