Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Μας τύλιξαν με τον μανδύα της λιτότητας.
Αυθαίρετα.
Η συγκατάθεσή μας περιττή.
Κι ύστερα μας βάπτισαν «παιδιά της κρίσης».
Λέξη κλειδί η κρίση.
Αυτή αποκαθηλώνει τα όνειρα.
Θέλει να τα σκοτώσει.
Γίναμε τώρα οι σύγχρονοι «άθλιοι».
Αυτοί που θα γευτούν την φυλακή
για ένα καρβέλι ψωμί.
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Έριξα την περηφάνια μου στο τζάκι,
για να ζεστάνει το δωμάτιο της απουσίας.
Ξεπάγωσα και δυο φιλιά,
για να ‘ρθουν να σφραγίσουν το κορμί σου.
Ξεκλείδωσα την αγκαλιά μου,
για να γίνει το δικό σου καταφύγιο.
Δες, πέταξα και το κλειδί
στην άβυσσο μίας χαμένης Ατλαντίδας,
για να μην μπορώ να την ξανακλειδώσω.
ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ
Το ξημέρωμα με βρίσκει να βάφομαι με τα χρώματα του πολέμου.
Μετά θα καλύψω το πρόσωπο με μια βενετσιάνικη μάσκα,
ξεχασμένη σ’ένα αραχνιασμένο συρτάρι.
Το τέλειο καμουφλάζ!
Έτσι, θα κερδίσω στο παιχνίδι της υποκρισίας.
Κανείς δεν θα δει τους μορφασμούς της οργής μου.
Είναι άοσμος ο πόνος της απελπισίας.
Σαρδόνιο το χαμόγελο της μάσκας, παγωμένο.
Και κάτω απ΄ αυτήν, εγώ.
Ένας κλόουν με κέρινο πρόσωπο.
