Του Χρήστου Ν. Φίφη*
Η ποίηση του Νίκου Νομικού χαρακτηρίζεται από κάποια προσωπική ιδιομορφία που απαιτεί εξοικείωση με την τεχνική και τα σύμβολά του, ακόμη και τον τρόπο έκφρασής του. Θα επιχειρήσω μια προσέγγιση με αναφορά σε ορισμένα αποσπάσματα από ποιητικές συλλογές του.
Ο Ν.Ν. γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και μεγάλωσε εκεί στα χρόνια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα χρόνια εκείνα έχασε επίσης τον μικρό του αδελφό, Μάνο. Σπούδασε στο Γαλλικό Γυμνάσιο και επίσης ασχολήθηκε με την ζωγραφική. Οι παραπάνω παράγοντες αποτέλεσαν μέρος της προσωπικής μυθολογίας του ποιητή, επηρέασαν και απηχούνται στην ποιητική του έκφραση που, θα λέγαμε, τη χαρακτηρίζει η οδύνη μιας λυρικής τρυφερότητας. Στα ποιήματα «Δυο οδοιπορικά της μεγάλης διαδρομής » που δημοσιεύτηκε στους Αντίποδες το 2003 διαβάζουμε ένα σημείωμα του Νομικού:
Μπορεί να ήταν διαφορετικό των ημερών μου το ταξίδι, κι επομένως να ήταν και η ζωή μου, σε όλη την πορεία πλεύσης, όμως λόγω του πολέμου του 1940, και τα τραγικά του γεγονότα, είχα ταλαιπωρήσει τον προσωπικό μου ναυαγοσώστη, καλή του ώρα, που άναβε κερί στο όνομά του η μάνα μου, κι όλο τον παρακαλούσε να μας φυλάγει, αφού ήταν και Ταξιάρχης οπλισμένος». (Αντίποδες, αρ. 49, 2003, σ. 22)
Ο Πόλεμος του 1940, λοιπόν, το πεθαμένο αδελφάκι, οι βόμβες του Ρόμελ που περνούσαν πάνω από το βυσσινί σπίτι, ο προσωπικός του ναυαγοσώστης, φύλακας ΄άγγελος Ταξιάρχης, – ο ‘σπαθόκρατος αρχάγγελος- όπως αναφέρει αλλού, η παραμονή στην Αθήνα η μετανάστευση το 1964 και η εγκατάσταση στη Μελβούρνη, όλα μπήκαν στο μνημονιακό του εικονοστάσιο. Το τραγούδι του Μάνου, σαν μια συγκρατημένη ελεγειακή αναφορά εμφανίζεται μερικές φορές στην ποίησή του. Σε μια συνέντευξή του στη Μαρία Ηροδότου ο Νομικός αναφέρεται στο δύσκολο συμβολισμό που έχει γι’ αυτόν ο αριθμός 8, τον μήνα του θανάτου του αδελφού και άλλων οικογενειακών καταστροφών, και εξηγεί και τον τίτλο ΄Ογδοη Σκιά.
Στην ΄Ογδοη Σκιά διαβάζουμε τους στίχους ενός ονείρου ή μιας πονεμένης μνήμης:
και γω κρατούσα σφιχτά στο ‘να μου χέρι
Τον μικρό μου Εμμανουήλ,
στ’ άλλο τη φτωχή μου μάνα και μέσα μου
τ’ απέραντα ευχολόγια της μεγάλης
θαλασσοταραχής… (σ. 48)
ή
Ο ναός της αγίας ευτυχίας
(…) νύχτα και μέρα όμοιες τις ανοικτές
πληγές του ηλιακού μου αδελφού
με το βυσσινί μανδύα της οσίας
(…) μέχρι την ώρα του αναπότρεπτου ψαλμού
στην αιώνια εντολή του επιστρέψαντος
στη γη εξ ης ελήφθη. (σ. 51).
Η μνήμη του αδερφού επεκτείνεται και στους αναγνώστες του, τ’ αδέρφι ή αδέρφια στους οποίους απευθύνει τα μηνύματά του. Η Αλεξάνδρεια επίσης συχνά μπαίνει στις αναμνησιακές αναφορές του, η ελληνιστική Αλεξάνδρεια, η παροικιακή Αλεξάνδρεια, για την οποία εγείρει και τρέφει τη λαχτάρα να τη μεταφυτέψει, στη Μελβούρνη και την Αυστραλία, αναπόφευκτα ανεπιτυχώς.
Στη δεύτερη συλλογή του Ηχορροές και Σύμβολα του Νότου, διαβάζουμε στο εισαγωγικό του σημείωμα:
Τούτη η συλλογή καθελκύστηκε πρόσφατα από το ναυπηγείο της ποιητικής ασκητικότητας, με όλη την αγάπη για τον συνάνθρωπο και με σκοπό, να προσφέρει όσο το δυνατό, την εσωτερική κατανόηση για την ψυχοπνευματική αλλοτρίωση που υπέστη ο σημερινός άνθρωπος, που ούτε η τεχνολογική πρόοδος, ούτε καμιά πνευματική πειθαρχία, (όπως φιλοσοφία, θρησκεία, ψυχολογία), μπόρεσαν να τον ανυψώσουν» (σ.9).
Το απόσπασμα αυτό φαίνεται να προσφέρει κάποιους υπαινιγμούς για την τεχνική και τα σύμβολα – για την ποιητική του Νίκου Νομικού. Ο ποιητής –ο συγκεκριμένος ποιητής, γιατί υπάρχουν πολλών ειδών ποίησης και οι ποιητές διαφέρουν στις προσεγγίσεις τους– ο συγκεκριμένος ποιητής ως άνθρωπος του πνεύματος έχει επιλέξει την άσκηση της μοναξιάς, τη μορφή ενός προσωπικού πνευματικού ασκητισμού γιατί αισθάνεται αποξενωμένος από την καθημερινή τριβή με τον κόσμο της αδικίας, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης – «το ψυχοφθόρο σκοτάδι που αποπνέει το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας», όπως το αντιλαμβάνεται και το γράφει. Αισθάνεται πως μόνο μέσα στο διανοητικό ασκητικό του κελί, με τους ποιητές και την ποίηση, μπορεί να διαφυλάξει τον κόσμο του ακηλίδωτο από την απειλή της φθοράς και της διαφθοράς, μπορεί να διαφυλάξει τη σκέψη του ελεύθερη και το όραμα του κόσμου του αναλλοίωτο για να το μεταδώσει στον ευήκουο αναγνώστη του. Η ποιητική συλλογή, λοιπόν, σαν ένα νεότευκτο καράβι «καθελκύστηκε» από το «ναυπηγείο της ποιητικής ασκητικότητας», με αγάπη για τον συνάνθρωπο και του υποδεικνύει τις χαίνουσες πληγές της εποχής, την ψυχοπνευματική αλλοτρίωση που τον εμποδίζει να ολοκληρώσει τον εαυτό του, να γίνει άνθρωπος που να χαίρεται την ιδιότητα της ανθρωπιάς του, να γνωρίσει την ανάταση του προορισμού του, να τραγουδήσει, να υμνήσει, να δημιουργήσει, να χαρεί την τέχνη της δημιουργίας. Ας παρακολουθήσουμε, λοιπόν, τον ποιητή μέσα από μια σειρά ποιημάτων και ποιητικών του εκφράσεων.
Λέει στη «Μυσταγωγία του ΄Εαρος»:
Απόψε φόρεσα κατάσαρκα
ένα ζεστό ταξίδι…
(…) πύρινη γλώσσα έχει το θηρίο που μάχομαι
μ’ ένα στόμα που διψάει σαν άδειο πηγάδι της ερήμου
Απόψε κοιτάζω με κατάνυξη τον ορίζοντα της θείας μεταμόρφωσης
πατώντας πάνω στη ράχη της σφαγμένης γης
φεύγω με καμπάνες γεμάτες τους ήχους τριωδίου
τα λόγια σου σημαίνουν τα ιερά μεσάνυχτα
κι αρχίζει το ταξίδι της άλλης χαράς.
(Μυσταγωγία του έαρος).
Σ’ αυτό το ποίημα βλέπουμε τα πράγματα μέσα από την όραση του ποιητή. Η ποίηση του Νομικού παρουσιάζεται να δίνει τη διττή αίσθηση της ιερότητας των εικόνων και της ιερότητας και ομορφιάς των λέξεων και των ήχων της. Ο Νομικός ασχολήθηκε εκτός από τις εικόνες της ζωγραφικής και με την ψαλτική, ήταν συχνά ψάλτης. ΄Ετσι παρατηρούμε ότι συχνά το λεξιλόγιό του διανθίζεται με εκκλησιαστικές εικόνες και ιερούς συνειρμούς –λέξεις και φράσεις– όπως: μυσταγωγία, κατάνυξη, θεία μεταμόρφωση, σφαγμένη γη, ήχοι του τριωδίου, ιερά μεσάνυχτα, μηνολόγια, ιδιόμελα, από φυλακής πρωΐας κ.ά. Συναντούμε συχνά αυτόν το συνδυασμό της μουσικότητας των ήχων και τους συνειρμούς των εικονογραφικών παραστάσεων που παραπέμπουν σε σκηνές από τη Βίβλο ή σε σκηνές και την ατμόσφαιρα από εμπειρίες της εκκλησιαστικής παράδοσης.
Στο «Επενδύσεις στο Ηλιοβασίλεμα», αφιερωμένο στη μνήμη του Αλέκου Δούκα παρουσιάζεται η κακοφορμισμένη πληγή της ανθρωπότητας από τους πολέμους του ανθρωποφάγου συστήματος των «κακούργων» και της μοίρας που έκοψε το νήμα του αγωνιστή της ειρήνης Αλέκου Δούκα:
Πού είσαι να δεις τι βουβάλα έγινε τούτη η ζωή
που κουβαλάει πεθαμένους τους φτωχούς προς βρώση των κακούργων
πες μοίρα θανατόθρεφτη που πήρες τ’ αδέρφι μας μέσα απ’ την αγκαλιά
της όμορφης ειρήνης…
Ο ομιλητής που ταυτίζεται με τον ποιητή απευθύνεται στο συγγραφέα και φιλειρηνιστή Αλέκο Δούκα (που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα το 1963), να υπενθυμίσει ότι οι καλές μέρες της δικαιοσύνης και της ειρήνης έρχονται με τα φώτα των ποιητών και αγωνιστών. Αλλά οι ποιητές και οι αγωνιστές είναι πάντα λίγοι και είναι πάντα μόνοι ενάντια στους «παντοκράτορες» του κόσμου και «τα λυκόσκυλα των δαιμόνων», που ταυτίζονται με τους προηγούμενους «κακούργους». Λέξεις και φράσεις όπως «παντοκράτορες», «λυκόσκυλα», «δαίμονες», «διάβολοι» στο Νομικό παραπέμπουν σε αρνητικές για τον άνθρωπο ή την ανθρωπότητα εμπειρίες που μπορεί να συμπληρώνονται με άλλες εκφράσεις όπως «εκμεταλλευτές», «τύραννοι» κ.λπ.:
Η κάθε ώρα αιμορραγεί τα δάκρυα της ειρήνης
Ακόμα κι οι καλές μέρες με δικά μας φώτα έρχονται
Έχουν αναστατώσει οι παντοκράτορες τόσο τους καιρούς
που δύσκολα κανείς λαβαίνει μηνύματα και οι δωρεές μένουν αζήτητες.
Και στο απόσπασμα που ακολουθεί ο Νομικός υπαινίσσεται τον αγώνα των μοναχικών αγωνιστών που θα δικαιωθεί μόνο με την επικράτηση του φωτός, ενός φωτός όμως που αργεί να ανατείλει:
Ψάχνοντας τον αληθινό μας ήλιο
ένα τριώδιο προσπαθούμε να βρούμε
ν’ ανοίξουν τα παράθυρα στα φώτα
κι εσύ που ήσουν γεννημένος να κυνηγάς το θαύμα
τις μέρες σου άθροισα με σύνεση
μα δεν ήλθε ακόμη το φως..
(Επενδύσεις στο Ηλιοβασίλεμα)
Λυρική και ενδοσκοπική βλέπουμε την ποίηση του Νίκου Νομικού, πλαισιωμένη με τα προσωπικά του σύμβολα. Ο Νομικός στο ποιητικό του ασκητήριο μελετά την τάξη των πραγμάτων που συχνά τη βρίσκει στρεβλή και απάνθρωπη. Μελετά επίσης τους ποιητές αλλά διαμορφώνει το δικό του προσωπικό λόγο. Κάποτε στα ποιήματα των δυο πρώτων συλλογών συναντάμε απόηχους των ποιητών που θαυμάζει, όπως του Ελύτη, του Γκάτσου, του Τσαλουμά, που αναπλάθονται, όμως με τα δικά του σύμβολα και τον τρόπο έκφρασής του. Αργότερα ο τρόπος έκφρασης του Νομικού γίνεται ιδιαίτερα προσωπικός, μερικές φορές θα λέγαμε ερμητικός.
Στο ποίημα «Σχηματική νυχτωδία» η εικονοποιΐα του ποιητή συνδυάζει τη γαλλική του παιδεία με τις γνώσεις και τις παραπομπές του στην εκκλησιαστική παράδοση:
Απόψε βρεθήκανε χυμένα τα γιασεμιά
πάνω στο ζωντανό τραπέζι με την ιερή βίβλο
των άσπρων σου μαλλιών…
Οι συνειρμοί της «ιερής βίβλου των άσπρων μαλλιών» αναφέρονται στο Γάλλο ποιητή Απολιναίρ και την ποίησή του. Προφανώς ο ομιλητής του Νομικού μελετά και σχολιάζει την ποίηση αυτή με τα δικά του σύμβολα. Στοχάζεται ότι η ποίηση τον βοηθά ν’ αντιμετωπίσει μέσα στη μυστική νύχτα «της νυχτωδίας των ανέμων» το «αισχρό ιερατείο» της φθαρτής εγκοσμιότητας και να ξανοίξει τη γραφή «της μέσα φλόγας».
Στον κόσμο αυτό της «ψυχοπνευματικής αλλοτρίωσης» ο Νίκος Νομικός αισθάνεται ότι εξερευνά με την ποίησή του την ουσία της ζωής, τον κόσμο που είναι πέρα από τη βία της καθημερινότητας, πέρα από τις ασχήμιες της επιβολής των κάθε λογής κατεστημένων, είτε αυτά είναι πολιτικά, είτε οικονομικά, είτε καταναλωτικά, είτε πνευματικά «αισχρά ιερατεία». Εξερευνά έναν κόσμο που να είναι όπως θα μπορούσε να είναι – ιδανικός με τη δική του έννοια, όπου θα μπορούσαν να ζουν οι ελεύθεροι άνθρωποι, χωρίς να καταπιέζουν τους πιο αδύνατους, χωρίς να καταστρέφουν την ελευθερία της ζωής, την ελευθερία των άλλων ανθρώπων και όντων. Ο ποιητής βλέπει παντού τους ανθρώπους αλυσοδεμένους με τα δεσμά της κατανάλωσης, με τα δεσμά της καθημερινότητας και της εκμετάλλευσης των «κακούργων», οι οποίοι μεταχειρίζονται τα θαύματα της επιστήμης και προόδου για ν’ αλυσοδένουν περισσότερο τους συνανθρώπους τους:
Μείναμε στο βυθό είπες
απ’ τον καιρό που ζωντάνεψαν οι άνθρωποι
τα θαύματα του Ιουλίου Βερν.
(Πυρήνες Μυστικής Θάλασσας)
Ο κόσμος βρίσκεται σε κίνδυνο από τους πολέμους, αλλά και από την κατανάλωση, την εκμετάλλευση και τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Οι «νεκροθάφτες της ζωής» απειλούν στο τέλος του εικοστού αιώνα το οξυγόνο της ζωής, «το μερτικό όλων μας». Ο ασθενής κόσμος βαδίζει στο σύνορο του 2000 μ.Χ. σαν ένας ανίατος καρκινοπαθής:
Και άκου η αλήθεια όταν φαλακρώσει από καρκίνο
πώς να στο πω
χάνει την ομορφιά του ήλιου πάνω απ’ το 2000 μ.Χ.
Σ’ αυτό τον ασθενή κόσμο ο ποιητής προτάσσει ως αντίδοτο τον κόσμο της ποίησης: «πιες τ’ αθάνατο νερό του Ομήρου». Με αυτόν τον τρόπο ο ποιητής αισθάνεται ότι ανήκει στους ποιητές που μάχονται το σκότος της βαθιάς νύχτας. Με την «ενδότερη βλέψη» του ευαγγελίζεται το ξημέρωμα μιας νέας μέρας, μιας μυστικής θάλασσας και μιας ανέγγιχτης πράσινης γης με καθαρό πόσιμο νερό. Λέει στον αναγνώστη του και λέγει σε όλους, στο ποίημα «Πυρήνες Μυστικής Θάλασσας»:
(…) μόνο σε σένα το λέγω κρυφά και φανερά
Είμαστε εμείς το κλαδί μετά τον κατακλυσμό
είμαστε εμείς τα παιδιά του λυτρωμού.
(Πυρήνες Μυστικής Θάλασσας).
Οι «Ηχορροές και Σύμβολα του Νότου» είναι ένας υπαινιγμός ότι ο ποιητής χρησιμοποιεί ηχητικά αποτελέσματα λέξεων και φράσεων σε συνδυασμό με τα σύμβολα του Νότου, όπου ζει από το 1965. ΄Εχουμε παρατηρήσει στα ποιήματα που εξετάσαμε τόσο εικονοποιητικούς όσο και ηχητικούς συνειρμούς στην ανάπτυξη των στίχων του. Η Μαρία Ηροδότου παρατηρεί στο άρθρο της ότι τα σύμβολα του Νομικού σε αυτή τη συλλογή είναι γενικότερα, είναι προσωπικά, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα παρμένα απ’ τη ζωή των Αντιπόδων. Πιθανόν, λέει η Ηροδότου, τα σύμβολα αναφέρονται ως σύμβολα του Νότου γιατί ο ποιητής ζει και δημιουργεί στους Αντίποδες. (Αντίποδες, αρ. 41-42, 1997, σ.12) Πράγματι, αυτό ευσταθεί, εκτός ίσως από τις αναφορές στην απεραντοσύνη των ευκαλύπτων και τα δυο αφιερωμένα ποιήματα, ένα στην Αντιγόνη Κεφαλά και το άλλο στην ιθαγενή ποιήτρια Kath Walker.
Το ποίημα στην Κεφαλά υπαινίσσεται την απεραντοσύνη της γης των ευκαλύπτων με τους πράσινους αιθέρες και τους πλατιούς ωκεανούς της Terra Australis. Στο ποίημα «Στην Kath Walker» ο ποιητής μπαίνει στην καρδιά ενός εκ των θεματικών αξόνων του. Η Kath Walker είναι η δυνατή φωνή των παραδόσεων των ιθαγενών, φέρνει τους αντιποδικούς ψιθύρους απ’ τις ερημιές της Γιαριγκίλας για τις αδικίες που έγιναν στη φυλή της, τα σκονισμένα μοιρολόγια με τους καυτούς ανέμους της άνυδρης ερήμου μιας μεταφορικής νύχτας:
… ασματα απόμακρα
που όπως και να τ’ ακούς
λεν την αλήθεια του καημού τους
μέσα σ’ αυτή τη νύχτα..
Ο ποιητής ταυτίζεται με τα όνειρα της Kath Walker για δικαιοσύνη και μια γη που ν’ ανήκει σε όλους. Τα όνειρα της Kath Walker γίνονται επίσης σύμβολα του Νομικού:
…ακούγεται καθαρά η φωναχτή
οπτασία της μορφής σου
έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλο
να μην υπάρχει εχθρός
αφού είν’ ένα χώμα τούτη η γη
και η ζωή κυλάει αδελφή μου
στους ευκάλυπτους με τα παράξενα μουρμουρητά
και τις χιλιάδες μίλια τα πουλιά της
που φτάνουν ασταμάτητα μέσα στα όνειρά σου.
Ας προσέξουμε επίσης εδώ πώς συνδυάζει ο Νομικός, στην ανάπτυξη των συμβόλων του τον ακουστικό με τον οπτικό συνειρμό: «…ακούγεται καθαρά η φωναχτή / οπτασία της μορφής σου…»
Η συλλογή Οραματικές Ψηφιδώσεις κυκλοφόρησε το 1989, έναν σημαδιακό χρόνο για την πορεία της ανθρωπότητας με το γκρέμισμα του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση εκ των έσω του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ευρώπη και τη Σοβιετική ΄Ενωση. Ο ποιητής φαίνεται να μένει έκπληκτος με την αδιαφορία των ενδιαφερόμενων λαών να υπερασπιστούν τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Τι ήταν αυτό που οδηγούσε τους Ανατολικογερμανούς να γκρεμίσουν το τείχος του Βερολίνου ή να περνούν άρον-άρον στην αντίπερα όχθη; Τα παλιά συνθήματα φαίνεται ν’ αλλάζουν πια, να αναδιαμορφώνονται, κατά τον Νομικό, στην έκφραση:
Προλετάριοι όλου του παραδείσου λυτρωθείτε (…)
Οι καιροί / φθέγγονται τον τρόμο/ των διαιρέσεων /
έπρεπε να ‘βλεπε ς/ πώς γκρεμίστηκε / ο χωρισμένος τοίχος /
για να αιστανόσουν / με τι αγκαλιές έτρεξε / η συντροφική/ λύτρωση/
στα μάτια της εξέλιξης.
(σ. 10).
Ο ποιητής αρχίζει να βλέπει αρκετή υποκρισία στην εξέλιξη των καταρρεόντων καθεστώτων:
Ψάχνω συνέχεια / τη σκέψη που απορεί / μέσα στις ψηφιδώσεις / των οραμάτων /
πού πήγαν / τόσες ψηχές / με κείνες τις σημαίες / της ανθρωπιάς /
με ιαχές αδελφοσύνης / στη μνημοσύνη / των ανέμων.
(σ. 27).
Ο ποιητής φαίνεται να συμπεραίνει ότι τα χαμένα όνειρα της αδελφοσύνης, της ισότητας, της ειρήνης, της απελευθέρωσης του ανθρώπινου γένους τα κατασπάραξε ο αιώνιος Μινώταυρος της εξουσίας. Τα καθεστώτα είχαν χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, με τον λαό. Λειτουργούσαν για την εδραίωση της εξουσίας τους, όχι για την εξυπηρέτηση των λαών. Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ κατά τον ποιητή ήταν «ατιμασμένη», η υπόθεση της ειρήνης προβαλλόταν με:
(…) παρελάσεις / των όπλων εξόντωσης / και με τους
κατεψυγμένους / Δεκεμβριανούς / χαιρετισμούς / με ‘κείνα/ τα χαμόγελα /
πάνω στο μεγάλο εξώστη / που δεν ξεχωρίζεις / αν είναι ανθρώπινα /
ή βασαλμωμένα είδωλα.
(…) Ο κοσμάκης συλλείτουργε / υποφέρει μονίμως.
Συλλείτουργοι φαίνεται να υπονοούνται οι ανήσυχοι μάχιμοι ποιητές του κόσμου.
Θ’ αναφερθώ με συντομία στην ΄Ογδοη Σκιά και την Τρίτη Μετάδοση. Ο Κυριάκος Αμανατίδης στο άρθρο του στους Αντίποδες το 1997 διακρίνει στα βιβλία αυτά, σωστά κατά τη γνώμη μου, μια κίνηση του Νομικού από το συμβολισμό προς τη Μεταφυσική – τα μετά τα φυσικά, κατά τον Αριστοτέλη. Ο Νομικός, λέει ο Αμανατίδης, «δέχεται ως δεδομένο ότι πέρα από την εμπειρική πραγματικότητα υπάρχει μια άλλη που διαφεύγει τον αποδεικτικό έλεγχο των αισθήσεων, κατανοητή μόνο με τη διαίσθηση» (Αντίποδες 41 -42, σ. 36) Στη διαδικασία αυτή η σκέψη και η ενόραση βρίσκονται σε «συνεχή διαλεκτική πάλη» και ο ποιητής μέσα από την τυραννία και τη λύτρωση της μοναξιάς επιχειρεί μια υπέρβαση του αισθητού και του νοητού, επιδιώκοντας το άνοιγμα της πύλης του αγνώστου, την αναζήτηση μιας ενότητας του αισθητού με την άγνωστη ουσία της ζωής, μια συγχώνευση του εγώ με το σύμπαν. (ό. π.)
Στο Προοίμιο της ΄Ογδοης Σκιάς ο Νομικός παρατηρεί ότι ο λόγος και οι τέχνες μάς χαρίζουν την αληθινή γνώση της ζωής, της φθοράς και της “Anima Mundi” (της ψυχής του κόσμου). Ο ποιητής επιχειρεί με τη χρήση μιας χρησμικής γλώσσας να προβάλει την ανάγκη για διάσωση
Της μεγάλης Μάνας το καθαρό νερό / που πάνε από καιρό να το θολώσουν /
Οι μέθυσοι του παραλόγου / κι οι σκεπαστοί διαβόλοι…
του κόσμου τούτου. Θυμάται τη χρησμική γλώσσα των δύσκολων οικογενειακών καταστάσεων για
Ένα παιδί Δελφικό / με τ’ όνομα Μανώλης / θα χάσει τη ζωή του /
το μεγάλο βυσσινί μου σπίτι / θα καεί καθότι βλέπει ουρανό /
με το γλωσσάριο του πεπρωμένου…
Αλλά στον κόσμο της εντεύθεν όχτης σβήνονται
Ληξιαρχικές πράξεις / ζωντανών και κοιμισμένων /
κι εμείς δεν ξεύρουμε / αν υπάρχουμε ή όχι /
στο φως της κάθε μέρας.
Ο ποιητής βλέπει τον εαυτό του με τους ποιητές / σκαφτιάδες της αβύσσου:
Σκαλίζουμε / να βρούμε το πέραν / του φαινομένου. /
(…) Γι’ αυτό / μάχομαι / να προφτάσω να πω / στ’ αδέλφια /
προτού σωπάσουν/ οι μέρες μου / τον Ακέραιο λόγο. (σ. 23)
Ο «τυφλός φαροφύλακας» τον διδάσκει να βλέπει πέρα από τη συμβατική πραγματικότητα και αισθάνεται ότι αντιμετωπίζει την ημερομηνία “ANCORA IMPARO” – ότι ακόμη μαθαίνει, ακόμη μαθαίνει για τα εντεύθεν και τα εκείθεν της μεγάλης όχθης.
Στην ποίηση του Νομικού η παιδική και η νεανική του Αλεξάνδρεια, η ζωγραφική του τέχνη μαζί με την ιερότητα των παραστάσεων και των εκκλησιαστικών του συνειρμών αποτελούν μέρος του μνημονιακού του εικονοστασίου. Η ποίησή του είναι λυρική και ενδοσκοπική και συνεχώς και περισσότερο γίνεται ερμητική καθώς εκφράζει την «ψυχοπνευματική αλλοτρίωση» μέσα στο «ψυχοφθόρο σκοτάδι που αποπνέει το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας». Με την «ενδότερη βλέψη» του και τη χρήση μιας προσωπικής χρησμικής γλώσσας, επιχειρεί μια υπέρβαση «του αισθησιακού και του νοητού» για να κατορθώσει για τον εαυτό του και για τον αναγνώστη του μια κανανόηση της “anima mundi” (της ψυχής του κόσμου) και της ουσίας της ζωής.
* Ο Χρήστος Ν. Φίφης είναι Honorary Research Associate στη Σχολή Ιστορίας και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου La Trobe της Μελβούρνης.
Βιβλιογραφία
Νίκου Νομικού, Αναλαμπές, 1983,
____________, Ηχορροές και Σύμβολα του Νότου, 1987,
____________, Οραματικές Ψηφιδώσεις, 1989,
____________, Η Τρίτη Μετάδοση, 1993,
____________, Η ΄Ογδοη Σκιά, 1993.
____________, Το Αθέατο Ημερολόγιο, 1997
____________, ΄Ωρες Απόλυτες, 1998
____________, Ροδάνθημα του Δειλινού 2009
Κυριάκου Αμανατίδη, «Νίκος Νομικός: ΄Ενας κατ’ εξοχήν συμβολικός και μεταφυσικός ποιητής», Αντίποδες, αρ. 41-42, σσ. 31- 38, 1997.
Δήμητρα Egan, «Νίκος Νομικός. Μια συνοπτική εικόνα του ποιητή και ζωγράφου», Αντίποδες,αρ. 41-42, σσ. 39 – 41, 1997.
Μαρία Ηροδότου, «Η ‘ποιητική μετάδοση’ του Νίκου Νομικού», Αντίποδες, αρ. 41-42, σσ. 7- 30, 1997.



