ΟΙ ΑΣΟΙ
Πράσινη τσόχα σαν πελούζα μαγική
εξαίσιο βελούδο στην αφή της.
Κάστρα χτισμένα από μάρκες φωσφορίζουσες
υψώνονται διάφωτα στο στρογγυλό τραπέζι.
Κάτω απ’ τις μεταξωτές μανσέτες
με τα χρυσά ξενόκουμπα, οι Άσοι.
Της πειραγμένης τράπουλας. Standby.
Στις χαραμάδες της παλάμης ελλοχεύουν
σε μια παρτίδα έντεχνα στημένη.
Ανάμεσα στα φύλλα διεισδύουν
μοιράζουν και μοιράζονται χορεύοντας
στου πόκερ τους αμείλικτους ρυθμούς
μέχρι να εγκαταλείψουν το παιχνίδι
μετά από κάποια μπόμπα ή χαρακίρι
κι οι τελευταίοι αμύητοι χαμένοι.
ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΦΟΡΑ
Σούσι και τρατορίες
στις παρυφές του λόφου
κάτω απ’ του Παρθενώνα την ιερή σκιά.
Στο Δίον, στους Δελφούς, στην Ολυμπία
πρόστυχα ομοιώματα των δώδεκα θεών
από φτηνές ρητίνες
ενθύμια για πράγματα που «πρέπει» να ξεχάσω.
Να κόψουν θέλουν σύρριζα το νήμα
που τον ομφάλιο λώρο μου συνδέει
αιώνες τώρα με τον ομφαλό του κόσμου.
Σειρήνες των καιρών με προκαλούν.
Computers, μάρκες, είδωλα.
Ματοβαμμένοι Ιανοί.
Μνησίκακες Πυθίες.
Συρμός χωρίς παράθυρα σε ραγισμένες ράγες.
Μ’ ένα κλαδί ελιάς, λιανό, βαδίζω στο γαλάζιο
και μια σκηνή Ομηρική στον κόρφο φυλαγμένη.
Σπαρμένοι κίονες – σημάδια για το νόστο.
Με πληγωμένα δάχτυλα αγγίζω την οθόνη.
Στο site του Αχέροντα τις ρίζες μου γυρεύω
γιατί το νιώθω κάπου εδώ
γονείς κι αδέλφια έχω.
* Οι φωτογραφίες της ανάρτησης πάρθηκαν από το μπλογκ http://parathyrostaoneira.blogspot.com

