Τι να ‘γινε κείνη η γειτονοπούλα
-Ζωή τη έλεγαν θυμάμαι-
που απ’ τα παπούτσια της τρέχαν φαντάροι
από τα δάχτυλά της χώματα
κι απ’ το βυζί της αστραπές;
Έπιασα κουμπαρά
μια-μια να φυλάω τις νύχτες
με τ’ αυτί στον τοίχο
μια μέρα είπε θα με πάρει στον οντά της
κι εγώ περίμενα το χτύπο
μια ολόκληρη ζωή
Είδα τη Λαμπρή μια χοντρή
χήρα συνταγματάρχη
έσκυψε ν’ ασπαστεί το χέρι του παπά
κι απ΄ τον κόρφο της έπεφταν δίκοχαΑδικαιολογήτως παρών
Σ’ ακούω και γράφω
με το ΄να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή
θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;
και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και στων βουβώνων τους ιριδισμούς
σ’ ακούω κι αντιγράφω απ΄ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη
σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα
λευκές σημαίες
με γλωσσικούς ερματισμούς και ξέφτια ηλιογραφίας
προσανάμματα κατάλληλα
για θαλπωρή οικογενειακής εστίας
ομολογώ το ανειδίκευτο θάρρος
σε έργα υψηλής οδύνης
και πέφτω σαλπιγκτής στο πεδίο της μάχης
ανέραστος του αίματος
σ’ ακούω και ζωγραφίζω την κλίμακα του λευκού
με πορφυρές επισημάνσεις
από μια μύτη μολυβιού
που δε χωρατεύει όταν πληγώνει
αναγνώστης εμπύρετων στίχων
απρόσκλητος επισκέπτης σε δείπνο ασκητικής
και μαύρο ασυμβίβαστο μελάνι
σ’ ακούω και ξοδεύω
τους κόκκινους σηματοδότες
αδέσποτη σφαίρα με λυμένο χειρόφρενο
και την κατάρα της χοντρής περιπτερούς
κουβαλώ μαζί μου τον τροχονόμο
μια υστερική σπίντο σοπράνο
ένα βουλευτή με το σωφέρ του
και ίσως μια ροδακινιά
σ’ ακούω και υπογράφω βεβαιότητες
έχασα όλες τις μικρές εμπειρίες θανάτου
αν μπορείς να αναποδογυρίσεις μια χελώνα
ή να δώσεις σ’ ένα ζητιάνο
είναι και τα δυο μικρές στιγμιαίες
αναστολές της αναπνοής
γέμισε ο κόσμος κυνηγότοπους
κάποιος θα σημαδέψει και σένα
μαζί με τον τροχονόμο
την υστερική σπίντο σοπράνο
το βουλευτή και το σωφέρ του
και ίσως τη ροδακινιά
* Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 2009
** Ο Κώστας Μπραβάκης είναι συνθέτης, μουσικός παραγωγός, εκτελεστής κλασικών και παραδοσιακών νυκτών οργάνων. Γεννήθηκε το 1962 στις όχθες του Κοκκινοπόταμου στο νομό Έβρου. Σήμερα ζει μεταξύ Θεσσαλονίκης και Βέροιας Ημαθίας γράφοντας και διδάσκοντας μουσική.
Περισσότερες πληροφορίες:
http://www.myspace.com/costasbravakis
http://www.outopos.gr
