Γιάννης Λειβαδάς, Από μια εξαίσια μέρα που δεν άκουσες τι είπα

Μια είδηση ξεκολλά από των καιρών την ταπετσαρία, πέφτει και κυλάει κάτω από ζοφερά γραφεία.
Η Toyo Shibada εξέδωσε η ίδια την προσωπική της ανθολογία ποιημάτων στα ενενήντα εννιά της χρόνια και κυριολεκτικά (ξε)πούλησε ενάμισι εκατομμύριο αντίτυπα στη χώρα της, την Ιαπωνία. Σε μια αγορά που το πλαφόν των δέκα χιλιάδων αντιτύπων θεωρείται τρομερή επιτυχία.

Κάποιοι από τους τίτλους των ποιημάτων: «Ολων τα όνειρα είναι ισάξια», «Πάρ’ το χαλαρά», «Μη ζορίζεσαι και τόσο».

«Εφτασα ώς εδώ χάρη στην υποστήριξη της οικογένειάς μου, των φίλων μου, των νοσοκόμων και των γιατρών, μετατρέπω λοιπόν την ευγνωμοσύνη μου σε ποίηση για να τους πω ότι τους ευχαριστώ πολύ, είμαι στ’ αλήθεια ευτυχισμένη». Αυτά είναι τα λόγια που βγήκαν από το στόμα της.

Στο ποίημά της με τον τίτλο «Μυστικό» γράφει: «Αν και είμαι/ενενήντα οκτώ χρόνων/ερωτεύθηκα. Από την άλλη έχω/και όνειρα. Θέλω/να καβαλήσω ένα σύννεφο».

Τα μέσα και οι τηλεοράσεις την υποστήριξαν αμέριστα. Η ίδια ώς τα ενενήντα της χρόνια παρέμενε σε μια φάση σκεπτικισμού για το αν θα έπρεπε να γράψει αυτά που τελικά έγραψε. Ο εξηντάχρονος γιος της την ενθάρρυνε και της χάρισε την ώθηση που χρειαζόταν. Η ίδια υπέφερε από δυνατούς πόνους στην πλάτη ένεκα που ασχολούνταν δυναμικά με τον κλασικό ιαπωνικό χορό και η όλη η (φάση) ζωή της είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα.

Εγραψε το πρώτο της ποίημα και παρότι δεν είχε καμία σιγουριά για τον εαυτό της το έστειλε κατευθείαν σε μια αστική εφημερίδα. Το ποίημα δημοσιεύθηκε ταχύτατα και ακολούθησε άλλο ένα. Αυτό την κράτησε σε εγρήγορση και συνέχισε να γράφει. Ολες οι ιδέες και οι εικόνες της προέρχονται από το δωμάτιό της, στο οποίο βρίσκεται κατά κόρον ξαπλωμένη, στο Τόκιο, όπου ζει μονάχη τα τελευταία δεκαεννέα χρόνια, από τότε που ο σύζυγός της απεβίωσε.

Η γιαγιά Shibada ετοιμάζει την καινούργια της ποιητική συλλογή, που θα κυκλοφορήσει φέτος τον Ιούνιο, αμέσως μετά τα εκατοστά της γενέθλια.

Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία για το πώς ξεπέφτει μια κοινωνία. Τώρα απομένει να μεταφραστεί στην Ευρώπη και να πάρει την ανιούσα για κάποια από τις γνώριμες διακρίσεις. Ας παίξουμε λιγάκι σαν παιδιά. «Να το πάρει το ποτάμι;» «Να το πάρει».

Είναι όμως ένα υπέροχο Σάββατο, με βοριάδες, κρυστάλλινη βροχή και παγωνιά, που μπορεί κανείς να κοιτάξει (να κοιταχτεί) με την εγγύτητα που φέρνει ακόμη και στο νεφρίτη το αίσθημα της εγκατάλειψης μέσα στην ωραιότητα. Το ποιείν της ζωής.

Οσο και αν το αίμα τρέχει στον καρπό σου, πρέπει να λειτουργείς το χέρι. Ο χρόνος δεν πρόκειται ποτέ να σε εγκαταλείψει.

Πιάνω τις «Εννέα Ιστορίες» του Σάλιντζερ. Και διαβάζω. Διότι ο Σάλιντζερ διαβάζεται. Τα δύο του βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα δεν άφησαν το τελευταίο δεκαπεντάμηνο λειψό από βιβλία.

Γυρνάς ωραιότατα το κεφάλι και φτάνεις μια σπιθαμή από το κενό που μανιωδώς σε αναζητεί. Εχουμε χάσει το γέλιο μας, το τράνταγμα της τέρψης από τα ωραία και τα εντέχνως ολοκληρωμένα της πένας.

Θα πει κανείς ότι κατακλυζόμεθα από νεωτερισμούς και φρέσκα ονόματα. Τα φρέσκα, προσωπικά, τα βρίσκω μόνο στα μανάβικα και μόνο αν είναι πράγματι φρέσκα. Είναι να ρίχνεις τον ίσκιο σου πάνω στις σελίδες που διαβάζουν οι αναγνώστες σου και να σηκώνουν το κεφάλι για να συλλάβουν με το μάτι την περαστική συννεφιά.

Διάβασα τις Εννέα Ιστορίες και στην πραγματικότητα διάβασα δεκαεννιά. Είκοσι εννιά. «Παρομοίασε τον εαυτό του μ’ ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που τα λαμπιόνια του, συνδεδεμένα στη σειρά, πρέπει να σβήσουν όλα όταν καεί ένα».

Επιβεβαιώσεις των αδιαφιλονίκητων με το σκέρτσο μιας έντασης που δεν σπάζει τίποτα, μα ανατρέπει όσα την ανατροπή δεν ανέμεναν.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στη “Βιβλιοθήκη” της εφημερίδας “Ελευθεροτυπία”, το Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011.

Leave a comment