Σου λέω ταξίδι όταν με κοιτάς
κι εσύ με κόβεις με μοιράζεις με πετάς
μού λες βροχή μου κι απ’ το χέρι με κρατάς
ίχνος ο ήχος – και στο θαύμα θα με πας;
Χτυπάει σφυγμός αβάφτιστος
μα στη στροφή άλλος καιρός:
τρίζουνε κιόλας τα φτερά μας.
Πού είναι ο ουρανός που προτιμάει
το όνειρο απ’ τη σάρκα;
Τρελό καπνό φουμάρει η ψυχή μου
κι εσύ την ταξιδεύεις σε χαράδρες –
θάλασσες βρίσκει εκείνη να μιλήσει.
Λευκή κατάλευκη νιφάδα στους βοριάδες
η σιωπή λιμνάζει στο δωμάτιο
– η θάλασσα από μέσα –
έξω φυσάει ο πόνος σου
και βρέχει ο καημός μου
– ως ώρα πέμπτη πρωινή
θα έχει πλημμυρίσει.
Λείπουνε βλέπεις τα κορμιά
κι η θάλασσα το ξέρει.
Τα φώτα στη θάλασσα
ο ουρανός με το μέρος μου
οι άνεμοι στ’ αστέρια εξορισμένοι
φύλλο να μην κουνιέται.
Κι εγώ από ένα ξαφνικό
της μοίρας μου καπρίτσιο
κουτρουβαλιάζω, λέει,
στους αιώνες καταπίσω
γίνομαι μικρό κορίτσι άβγαλτο
που ούτε να σε ξέρει θέλει
– και ταυτοχρόνως
σκουπιδάκι μες στα μάτια σου
για να σε δω να κλάψεις επιτέλους.
Θεριεύει η απόσταση βλασταίνει
δίνει φρούτα
– τρέχω αλλά μ’ αφήνει πίσω
να κουβεντιάζω στον ενικό με τη νοσταλγία
και μία προϋπόθεση:
να μην τολμήσω να γυρίσω.
Της μνήμης δε το κόκκαλο
αν θέλω να αφαιρέσω
θα μου κρατάει συντροφιά
κι η μοναξιά που της αρέσω.
Χάρισες στην απόσταση
χώρο πολύ να έχει
γλώσσα μού βγάζει ο πανικός
μα η ψυχή αντέχει.
Ώσπου ν’ αδειάσει ο χρόνος
την κλεψύδρα του
απλώνω
χέρι που μαραίνεται
από χάδι ανεπίδοτο:
ούτε να παίρνεις έμαθες
γι’ αυτό δεν έχω να λαβαίνω.
Kόκκινες στέγες νωχελικά παραδομένες
στο απίστευτο γαλανό του θόλου
έτοιμες να πετάξουν
ν’ αφήσουν ξέσκεπους τους ανύποπτους
ένοικους της ορατής ζωής –
να μάθουν να μην οραματίζονται
μόνο τα ανάξια παρόντα.
Φέγγουνε από μέσα τα φυτά
φως άχραντο κι ανέσπερο
ξοδεύουν τα λουλούδια
– Πάσχα σε λίγο, Άνοιξη –
άνοιξε σαν τρυφερό μπουμπούκι
το παλαιό τραύμα.
Mια μπάλα ολοκίτρινη πετάνε
τα παιδιά ψηλά
που παίζουνε στον κήπο
και την μπερδεύω με τον ήλιο
– συννεφιάζει.
Kαι επί γης, ουδέν μεταφράζεται
στην του σκότους ευρυχωρία
που καταλαμβάνουν οι ανάσες
των αβασίλευτων πόθων –
σπανίων πολυτίμων κοσμημάτων
έναντι των οποίων ωχριούν
θνησιγενή τα νυχτολούλουδα.
Σε πίνουν και σε τρώνε τα χρώματα
της άλλης ζωής που ντύνεται
το ρούχο της δικής σου. Mόλις
που προλαβαίνεις – και πάλι, όχι –
να σώσεις την κραυγή της ψυχής σου
κάτω απ’ το αλεξίσφαιρο εωθινών ερώτων
εμπόδιο θαμπό που αγαπάει
τη νύχτα της σιωπής σου
ως μακρινή ανάμνηση-αμμουδιά
που ήσουνα πριν γεννηθείς.
Eστέρεψε ο ποταμός της λήθης ο εωσφόρος
– εαροφόρος πόθος εκβάλλει στην θάλασσα
την ασημοκρατούσα τους δρόμους της σελήνης.
Oύτε βοριάδες τύψεων
στα δάση της υπομονής
ούτε σεισμοί ονείρων
πλάι στις ακτές του πόνου.
Tην άλλη φορά να πίνεις συνέχεια
το φως – να μη σε χάνω
απ’ τα μάτια μου.
Όποιο βότσαλο πικρό
δεν το αλατίζει η αρμύρα
κλαίει με δάκρυ πιό γλυκό
– αχ να το σκέπαζε πλημμύρα!…
Nησάκι μες στο πέλαγος
ο τρομερός λυγμός του.
