Μαρία Σερβάκη, U.T.S.I. ή πάνω σε μια σταγόνα νερό της βροχής

Μέσα σε τόσο θάνατο
Βαδίζοντας το δρόμο του νερού ο
Θάνατος
Τούτο το χώμα,
Τούτο το νερό,
Κι όπως βυθίζεται το βλέμμα…
Εδώ που άγιοι ίσως ή
μια
φορά
Εκείνοι οι μακρυνοί εραστές
Ως το πικρότερο πού κινδυνέψαν φίλημά τους
Ανυποψίαστοι έτσι, έτσι από
Αιωνιότητα –
Για μια στιγμή στη σκοτεινή εικόνα
Από το όνειρο το ίδιο τους πιασμένοι
Να κρατηθούν ο ένας γύρισε στον άλλο
Κι ήβραν τα χέρια τους το χάος.
Εδώ, εδώ, μ’ αυτά τα μάτια μας κοιτάζοντας…
Μ’ αυτά τα χέρια μας που εκλιπαρούν εκλιπαρώντας…

Μπορείς λοιπόν να ξαναβρείς
Να ξαναζήσεις τη συνέχεια
Αόρατες καθώς προετοίμαζαν αλχημείες
Τούτο τον ταραγμένο ξύπνο από καιρό;
Ή κάποτε σαστίζοντας σε
Εκείνο το ασταμάτητο λαχάνιασμα
που ανέβαινε απ’ το θρίαμβο των δέντρων…
Κι άξαφνα πάνω στο δευτερόλεπτο του πανικού
Σάμπως πολιορκώντας μια
Φωνή
Μεγάλη
Έπεφτε γύρω όνειρο και φως – θυμήσου!»…
Μ’ αυτή τη μοίρα τους
τη μοίρα σου
Μοίρα πουλιών και χόρτων που τα υψώνει ο άνεμος…

Κι ώ, μ’ όσα υποσχόταν ηλιοβασιλέμματα
Τη δόξα της καρδιάς…
Χλιδή του αίματος παντού που πάει
Το δισταχτικό τους αίμα…
Γοητεύοντας, δυναστεύοντας, γοητεύοντας
Πελώρια καθώς τους άλωνε εκείνη η αίσθηση…
Κι όχι πια φως!
Κι όχι πια όνειρο!..
Καθώς αναζητώντας να ελευθερωθεί
τους
ελευθέρωνε
Γυμνούς ξανά
Στην εκκωφαντική βυθισμένους μήτρα με τους
Αρχαίους βλαστούς ν’ ανθίζουν άνοιξη άνοιξη άνοιξη
Χωρίς πια πίσω άλλη εποχή καμμιά
Η ελπίδα.
Μακριά πολύ
Το έσπερο ακόμα ακουγόταν λάλημα με τις νεφέλες…

Σκοτεινός, σκοτεινός υποχωρεί ο χρόνος…
Σκοτεινές στο αδυσώπητο οι ώρες υφασμένες ψήγμα.
Το κοσμικό τέρας πίσω από άνηβους, εσταυρωμένους γαλαξίες
Σ’ έρεβο ύπνο πάντα
Πάντα άγρυπνο.

Το χώμα τούτο πού περπάτησαν.
Εδώ που στάθηκαν
Μεγάλοι από τον ύμνο των πουλιών
Τα μέλη τους διάχυτα σε ρέμβη πραϋμένη
Καθώς μαρμαρυγές τέμναν τον άνεμο
Κι αναστρεφόταν μες στα βάθη των νερών η
κοσμική ερημιά.

Και μήπως άραγε κι εσύ
Δεν έτυχες κοντά τους;
Συχνά κι εσύ
Μέσα στον κάματο αυτό του αιθέρα
Με την καρδιά κλονισμένη από άγνωστο
Τον άγριο ετούτο πλούτο δε
γεύτηκες και
γεύτηκες
ξανά;

Ώσπου ήσουν, δεν ήσουν – τη
Βίαια άχτινοβολία αντέχοντας….
Μα τί; Ω, ποια
χαμένα αχνάρια
Το αδειανό στερέωμα οδεύοντας με χέρια τρομερά
Τί γύρευες, λοιπόν, τί γύρευες
Σε κείνη την τραχιά περίπτυξη
Βαθιά μες στις ακίνητες ιτιές του θέρους…
Εσύ ο γνώριμος στη γη ώς στο σκοτάδι
Μαργαριτάρια, πεθαμένα κόβοντας μες στα νερά…

Έτσι στήθος με στήθος σα στεκόσουν
με το θαύμα;

Φωνές εκείνες
ακατάληπτες
ανήμερες
φωνές…
Από που ‘ρχόταν οι φωνές;
Την ασκημένη εξαπατώντας ακοή σου ολοένα ψίθυροι
ψίθυροι
Στους βράχους πέρα με τα δειλινά…
Ένα κλαδί πού σπάζει ολομόναχο στο χρόνο.

Ωστόσο ούτε κι εκείνοι όεν το ξέρανε
Κι όμως απάνω τους ανοίγανε και κλείνανε φτερά.
Μαζί καθώς εκείνοι πού ονειρεύονται
Σ’ έν’ άλλο άξαφνα ξυπνώντας όνειρο
Έδειχναν τα σημάδια — ποια
σημάδια;
Τί σε χωρίζει; Τί τους χώριζε; Που
απορώντας
Σε ποιο θάμβος βιαστικοί
Χάραζαν τον απέραντο ξενητεμό;

Θυμήσου αυτά τα σύννεφα τα μάτια τους
Μες στους συνωστισμένους δρόμους τους θολούς
Ξάφνου το βλέμμα σου
το βλέμμα τους
η συνεννόηση
Το λογισμό σου πως σε δρόμους άλλους ξίπαζε το μυστήριο…
Αποτρόπαιο φέγγος ή τόλμη
Κι αβεβαιότητα πια τότε δε χωρούσε στη μεταίχμια αντηλιά.

Είχε λοιπόν για πάντα φύγει η τρυφερότητα;
Εκείνη ή μικρή από τα βράδια ποτισμένη αιθάλη
Που ξαναζεί στη μνήμη των νεκρών
Σαν ανεβάζει το αηδόνι τα μεσάνυχτα
Κι απ’ την ερειπωμένη ξεπροβάλλουν στάχτη
Πρόσωπα αινίγματα από τα
Έγκατα, της γης κήποι επίγειοι
Ένα θρήνο που ευωδιάζουν παλιοκαιρινό…

Και πώς από μια σύμπτωση ουρανού συνεπαρμένοι
Ν’ αποξεχάσουν μπόρεσαν
Τον κεραυνό απ’ τα φιλιά τους;
Έτσι, έτσι απροσδόκητοι έτσι
ανά
με
σα
Απ’ άκρη σ’ άκρη που διασχίσαν τη φθορά τους…
Χάνοντας άραγε; Κερδίζοντας;
Ανεπανάληπτοι, στο σύντομο ουρανό.

Ακούω στο φύλλωμα ακόμα βαθύτατη την οιμωγή…
Έντρομα πάλι ο χρόνος μου επιστρέφει
τ’ αγκαλιάσματα
τη μοναξιά τους
Περνάει ακόμα κάτι γύρω από κείνη τη ζωή
πέρ’ απ’ το θάνατο
που διαρκεί
Χτυπώντας μες στην πέτρα δίχως νόημα…
Ένα τραγούδι που δεν είναι πια δικό σου…
(Κι αχ, τ’ άστρα! Τ’ άστρα!…
Άστρα ακόμα άπο την πρώτη σύγχιση…
Άστρα; Ή γύρη;)

Τα χαραγμένα οράματα στη φλούδα.
Τα χαραγμένα ονόματα στους υετούς.
Τώρα
Τώρα
Εδώ
Που ή ζωή κι ο θάνατος
Κοντεύουν.

Όμως, ώ, μείνε, μείνε ακόμα!…
Κοίταξε!…
Ανάσανε στο νέο φως
Όλη καινούργια ετούτη τη ζωή που σε γυρεύει…
Τώρα που το μικρό το κοιμισμένο πλάσμα λύνεται
Σέ χίλιες άκρες και μιλιές
Κι αδημονώντας προς το φως
Στα μυστικά της μάτια τρέμοντας βυθίζει το χωράφι
η γύρη
και
Ξαναπιάνεται στο δίχτυ των πουλιών ή ομορφιά …
Αστράφτει τώρα στο βρεγμένο φύλλωμα
Πίσω απ’ το θάνατο ή το φόβο
Ή από πάντα αναμονή.

Μέσα σε τόσο θάνατο
βαδίζοντας
το δρόμο του
νερού
Ο θάνατος.
Λουσμένη όλη απ’ την αυγή
όλη στον έρωτα η δάφνη
Ο φρέσκος νάρκισσος
Τραγούδι μέσα μου αγγίζοντας…
Κι ευθύς σκοντάφτει ο αγέρας πάλι εμπρός μου σ’ ένα θάνατο!.
Και πιάνω θάνατο στης ρίζας την ακοίμητη φωτιά.

1960, Μαρούσι

* Από το περιοδικό «Πάροδος» Νο 6. Δημοσιεύεται και στις σελίδες του Χ. Δημάκη στο http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Parodos/6/3.html

Leave a comment