ΠΡΟΓΕΥΜΑ ΣΤΗ ΧΛΟΗ

ΜΟΡΦΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΧΛΟΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Tου Γιώργου Χ. Θεοχάρη

στο αφιέρωμα της Παρόδου τεύχος 47

H γραφή της Χλόης Κουτσουμπέλη χαρακτηρίζεται από δημιουργικό αυθορμητισμό. H ποιήτρια λειτουργεί μεταφέροντας μέσα στις γραμμές του ποιήματος την εντύπωση της οπτικής εμπειρίας πού αποκόμισε από στιγμές της ζωής της κατά τη διάρκεια των οποίων οι ατμοσφαιρικές συνθήκες πού επικρατούσαν, ως αποτέλεσμα των ανθρωπίνων συμπεριφορών, έξυσαν την ψυχή της με το σμυρίδι των συναισθημάτων πού προξένησαν. H ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι εμπρεσιονιστική. H Χλόη Κουτσουμπέλη αγαπάει τη γυναίκα, όπως και οι εμπρεσιονιστές, όχι όμως ως ερωτικό σώμα αλλά ως εξέχον δημιούργημα πού υφίσταται την τυραννική παρουσία του άντρα και των θεσπισμένων κανόνων ζωής. H Χλόη Κουτσουμπέλη αγαπάει ακόμη περισσότερο τη γυναίκα-παιδί. Κέντρο της ποίησης της Χλόης Κουτσουμπέλη αποτελεί το εύθραυστο εφήμερο των ανθρωπίνων σχέσεων και η ανατρεπτική δύναμη του θηλυκού. Όπως το γυμνό μοντέλο Βικτωρία στον πίνακα «Πρόγευμα στη χλόη» (Le Dejeuner sur l’ herbe), του Εντουάρ Μανέ, έτσι και λόγος της Χλόης Κου­τσουμπέλη μας απευθύνεται, κοιτάζοντάς μας κατάματα, και μας παγιδεύει, καθιστώντας μας μάρτυρες σεμία συνεχή διαδικασία εισόδου – εξόδου ανάμεσα στη ψευδαίσθηση και στην πραγματικότητα.

Ένα από τα θέματα πού τροφοδοτούν την λύπη στην ποιητική της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι αυτό της απώλειας -είτε ως φυσικής απώλειας προ­σφιλών, είτε συναισθηματικής απώλειας εξ αίτιας συμπεριφορών, είτε, ακόμη χειρότερα, ως ψυχικός αφανισμός από την εγκατάλειψη, την προδοσία και την ανεντιμότητα στις ανθρώπινες σχέσεις.
Οι άνθρωποι πού αισθάνονται τις επιπτώσεις της απώλειας υποφέρουν, βα­σανίζονται, επιχειρούν να εξηγήσουν τα γιατί της απώλειας, μα ποτέ δεν κατορθώνουν να βρουν λογικές απαντήσεις στα ερωτηματικά. Αν οι άνθρωποι αυτοί τυχαίνει να είναι ποιητές τότε, είναι δυνατόν να φέρουν το βάρος της απώλειας πάνω τους ως αιχμή δημιουργίας, ως πονεμένη πέννα πάθους, ικανή να ποτίσει, με το μελάνι της γραφής, την πανέρημη, πετρωμένη πε­ριοχή, στην οποία παραδέρνουν συναισθηματικά, και να προσφέρουν, μέσω της ποίησης, παρηγορία:
Όλοι οί ποιητές κουβαλούν / πάνω τους κάτι αιχμηρό. / Είτε […]/ είτε […] // η […]/ η μία μόνο λέξη / όπως «λείπεις» η «μάνα» η «ποτέ».
Ας δούμε λοιπόν, μορφές και πρόσωπα της απώλειας στο έργο της Χλόης Κουτσουμπέλη: Η Αντιγόνη πάντα φεύγει, επειδή πάντα κάτι ξεχνάει. Ή Αντιγόνη πάντα προσπαθεί να ξεχνάει το άγος της γέννησης της. Αύτη πού γεννήθηκε ισάξια με τον γεννήτορά της, τον αδελφό και πατέρα της, ή Αντιγόνη κάτω από το βάρος της απώλειας μίας φυσιολογικής γενετήσιας αλληλουχίας
Η Μικρή Γοργόνα πίνει το φίλτρο, για χάρη του πρίγκιπα, και, μέσα από επώδυνο δρόμο, απαρνιέται τήν αμφίβια φύση της κι αποκτά κατατομή γυ­ναίκας. Όμως ο πρίγκιπας παντρεύτηκε μία άλλη / Πριγκίπισσα αληθινή […], και ή μικρή γοργόνα ξαναγύρισε στη θάλασσα με την πικράδα της προ­δοσίας στην καρδιά της.
Η Λαίδη Κ., με το όνομα της οποίας τιτλοφορείται ή συλλογή «Ή απο­χώρηση της Λαίδης Κάπα» και συμπίπτει με το αρχικό γράμμα του επιθέτου της ποιήτριας, δεν παραδίδεται, / δεν παραδίδει, / μόνο αποχωρεί, / […] // ή Λαίδη Κ. είναι μόνη, / κανείς δεν τήν ακούει νά ουρλιάζει / τό βράδυ στο σκοτάδι. /[…]. Ή Λαίδη Κάπα δεν θά παραδοθεί. / Μόνο τήν κατάλ­ληλη στιγμή, // θά γίνει μία μικρή κόκκινη άλεποϋ / πού σάν σπίθα θά χαθεί / γιά πάντα μες στο δάσος.
Ή Λαίδη Κάπα θ’ αποχωρήσει τελικά, θα γίνει κόκκινη αλεπού και θα την ξαναβρούμε ως Λαίδη Ήταν (εκείνη πού ήταν και αποχώρησε και είναι τώρα στοιχείο απώλειας για κάποιον/ους ή και ή ίδια απώλεσε τα πάντα, ως και την ύπαρξή της και τώρα δεν είναι) στην επόμενη συλλογή «Η Λίμνη, ό Κήπος και η Απώλεια» να Περπατάει στο σκοτάδι, / το φόρεμα θροΐζει μες στη νύχτα / άσπρη σαν θάνατος / κόκκινη σαν αλεπού // […] και αργότερα, θα τιτλοφορήσει την τελευταία συλλογή ποιημάτων της Χλόης Κουτσουμπέλη «Η αλεπού και ο κόκκινος χορός».
Η Σαλώμη χορεύει κι απευθύνεται στον Ιωάννη λέγοντας του: […] χο­ρεύω Ιωάννη, // γι’ αυτό το ‘Άλλο πού ποτέ δεν θα γνωρίσω. / Για τον Ερωτά μας χορεύω, αυτόν πού δεν βιώσαμε ποτέ. / Γιατί με καταδίκασες / πριν καν να με γνωρίσεις. / Το αμαρτωλό μου σώμα απόρριψες, / πριν καν να το γευτείς. /[…].
Ή απώλεια σηματοδοτεί το χωρίς. Η παρουσία εξασφαλίζει την σιγουριά του μέ.
Σε πρώτο πρόσωπο ή ποιήτρια μας λέει: Στην αρχή σταδιακά. / Ύπουλα, κάθε μέρα / και κάτι έχανα. / από μία τρυπούλα στο πουλόβερ / χυνόταν λίγο λίγο ή καρδιά, / σαν βρύση πού στάζει. / Κι ύστερα μία μέρα ξαφνικά. / Απροειδοποίητα, / όπως πάντα συμβαίνει, / αυτό πάτησε στα ακροδάχτυλα, // πίεσε το πρόσωπο μου αθόρυβα / σ’ ένα άσπρο μαξιλάρι, / ύστερα, / κρώξιμο γλάρων στη θάλασσα, / μαύρα κοράκια στους πύργους, /ταξίδι στην Ιρλανδία, / στη χώρα των χαμένων ποιητών / οι ποιητές χάνονται και βρίσκουν, // και τότε αυτό υπεισέρχεται / τα κάστρα πέφτουν πάντα από μέσα, / ή οικοδέσποινα με χάρη παραδίνει / την αρμαθιά με τα βαριά κλειδιά //. Και έτσι το χωρίς εγκαταστάθηκε / στο σπίτι της οδού Καραολή, / φόρεσε την λευκή του νυχτικιά / και ξάπλωσε κοντά μου στο κρεβάτι. / Χωρίς συναίνεση, / χωρίς συμπόνια, χωρίς δράματα. / Απλά. / Σαν από την αρχή / αυτό να ήμουν εγώ / και εγώ αυτό. / Χωρίς.
Να προσέξουμε δύο σημεία εδώ: την επίταση πού προσδίδει στην ανάπτυξη του ποιήματος ή διατύπωση Σαν από την αρχή / αυτό να ήμουν εγώ, σε αντίθεση με την αποδυνάμωση πού θα επέφερε ή διατύπωση Σαν από την αρχή / αυτό να ήταν εγώ, και να μην μας διαφύγει το στοιχείο της αυτοαναφορικότητας, δεδομένου του ότι ή ποιήτρια κατοικεί στην οδό Καραολή, στην Καλαμαριά. Άλλου ή ποιήτρια επισημαίνει ότι τα δάχτυλα κάθε παλάμης είναι δέντρα μοναχικά, αλλά όταν πλεχτούν με τα εξίσου μοναχικά, δέντρα/δάχτυλα της παλάμης του Αλλού δύο ήπειροι ενώνονται ξανά.
Βαθιά της επιθυμία είναι να αφεθεί στην προστατευμένη περιοχή τής Ποί­ησης, Εκεί // όπου ή απουσία δεν είναι απώλεια, // Εκεί. / Στον πυρήνα της σιωπής // (όπου) /[…] γυμνή / θα εκτίθε(ται) και θα εκθέτ(ει), / κρα­τώντας πάντα / την ουσία (της) κρυφή.
Άλλοτε αναρωτιέται μήπως ό πρίγκιπας τής Κνωσού έχασε τα κρίνα του επειδή δεν τα κράτησε όπως σε τέτοια κρίνα / άρμοζε να κρατηθούν και με συντριβή, διαπιστώνει ότι κι αυτή πρέπει να μάθει να ζει μόνο με στίχους, ίσως γιατί μονάχα για την ποίηση είναι σίγουρη ότι θα την κρατήσει όπως της αρμόζει να κρατηθεί.
Και στο συνθετικό ποίημα Τό τραγούδι τών επτά ημερών ή Χλόη Κου­τσουμπέλη μεταπλάθει τό λιμπρέτο των Giuseppe Adami καί Renato Simoni για την Τουραντότ, την πριγκίπισσα με την παγωμένη καρδιά (εκείνη πού έθετε στους υποψήφιους μνηστήρες το αίνιγμα: Gelo che ti da foco e dal tuo I foco piu gelo prende! / Candida ed oscura! / Se libero ti vuol ti fa piu servo. I Se per servo t’ accetta, ti fa Re! = Πάγος πού σού δίνει φωτιά / κι απ’ τη φωτιά σου κι άλλο πάγο παίρνει! / Φωτεινή και σκοτεινή! / Αν σε θελήσει ελεύθερο, σε σκλαβώνει πιο πολύ. / !Αν σε δεχτεί για σκλάβο, σε κάνει Βασιλιά! και ή λύση του ήταν ότι πάγος είναι η ίδια η Τουραντότ), και την παρουσιάζει ως μία πριγκίπισσα χαμένη / πού σ’ όλη τή ζωή της / λαχτα­ρούσε νά βρεθεί. Στο λιμπρέτο το αίνιγμα έλυσε ό Καλάφ, ό μόνος που δεν αποκεφαλίστηκε, και έμεινε με την ερωτευμένη πρώτη φορά, Τουραντότ, αφού πριν θυσιάστηκε, αυτοκτονώντας, ή χωριατοπούλα Αιού, προσφέροντας τη ζωή της υπέρτατη προσφορά στον έρωτα, τον ανομολόγητο έρωτά της για τον Καλάφ. Στο ποίημα ο πρίγκιπας λέγεται Όναρ και δεν μένει, τελικά, κοντά στην Τουραντότ, παρ’ ότι την αγαπά, μα την αποχωρίζεται. Κι όταν εκείνη σπαράζει λέγοντας: Πώς νά σ’ άποχωριστώ / χωρίς καν νά σέ φιλήσω;/ Χωρίς μία αγκαλιά, / ένα χάδι νά θυμάμαι; Ο πρίγκιπας της απαντά: Κράτα με μέσα σου. / Τό πιο δύσκολο αυτό είναι. Κι αναλογίζομαι πώς έχουμε εδώ, δεκαετίες αργότερα, τη δικαίωση της Αιού, η οποία όντως κράτησε μέσα στην ψυχή της τον Καλάφ και προσέφερε την φυσική της απώλεια ως δώρο και ως διευκόλυνση στον έρωτα του αγαπημένου της για μιαν άλλη γυναίκα.
Στη συλλογή «Ή Λίμνη, ό Κήπος καί ή Απώλεια» προβάλλεται η απουσία, ή εγκατάλειψη, η φυγή, η απώλεια, και μέσα στα πλαίσια της οικογένειας. Η αφηγήτρια, σε πρώτο πρόσωπο, λέει: Ό μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο / και κρατούσε μία γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο, / αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε, /[…]/ Ή μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα / με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν. / […] / Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη, / στα άσπρα πάντοτε ντυμένη, / έτρωγα κέικ από μοναξιά, / σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι. / cΎστερα ή μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη, / ό μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε, / ο αδελφός μου παντρεύτηκε τη Νύχτα / και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στη θά­λασσα. / Κι από όλη την οικογένειά μου, / απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές / να κυνηγούν ατέρμονα η μία την άλλη μες στη νύχτα.
Ή παιδική ηλικία Είναι ποίημα / πού χάνει πια τις λέξεις του.
Ή μητέρα της αφηγήτριας ήταν μαλακή σαν ζυμάρι. Μύριζε γάλα καί μαλακή βροχή. Όταν ή αφηγήτρια αναθυμάται το πρόσωπο που την εγκατέλειψε γεμίζει ή ψυχή της από ευτυχία. Την ίδια όμως στιγμή φέρνει στο νου της την εικόνα της φυγής και βλέπει τον εαυτό της παιδάκι πού στέκει στο ρείθρο της λύπης, στην οδό Αγίου Δημητρίου. Και ό, τι άυλο σημαίνον της παρείχε, μέσω της φαντασίας, στήριξη, κάποτε κι αυτό την προδίδει: Ό άγγελος μου είναι παλιός. / Τις νύχτες μου με χάιδευε κρυφά. / Τα δάχτυλά του από μετάξι. /Ύστερα έγινε απουσία. / Κι αυτός. Κάπως έτσι κι ό άντρας πού συνέβαινε να την επισκέπτεται μόνο στα όνειρα κι ύστερα την συναντούσε, / κάτω από τα δέντρα το σούρουπο, ώσπου έπαψε να συμβαίνει. Κι ενώ αυτή τον περίμενε εκείνος δεν ξαναήρθε. / Τότε αυτή άρχισε να γράφει. / Ξανά και ξανά/Το ίδιο πάντοτε βιβλίο. / Γι’ αυτό τον άντρα πού ποτέ δεν γνώρισε.17 Να πάλι εκείνο πού λέγαμε στην αρχή: το βάρος της απώλειας γίνεται για τον ποιητή αιχμή δημιουργίας.
Η αρχετυπική μορφή της μητέρας επανέρχεται και στο ποίημα που έχει ως πρόθεμα και αφορμή το τετράστιχο του ποιητή Κώστα Ριζάκη: Η συννεφένια χάθηκε γυναίκα / στέγνωσαν από δάκρυα τα μάτια σου / αλλότριος τρόμος νά σέ παραστέκει / και να προσμένεις πλέον τί (Κ. Ριζάκης, «Ή έκρηξη του ποιήματος»). Ή γυναίκα, στο ποίημα τής Χλόης Κουτσου­μπέλη, ήταν από σύννεφο κι άλλοτε από βροχή. “Όταν χόρευε, / φορούσε εκκωφαντικά κόκκινα παπούτσια, / σκαρφάλωνε στις παπαρούνες, / εγκυμονούσε μέλι. / ‘Ύστερα δεν έζησε καλά. / Ούτε καλύτερα. / Δεν έζησε. / Γυναίκα ήταν τάχα ή σύννεφο, / ή άδεια βάρκα σε τυφλό ποτάμι; / Γυναίκα ήταν. / Παλιά. / ‘Ώσπου ένα βράδυ: / -Μαμά, γιατί χτυπάει ή βροχή στο τζάμι; Εκεί τελειώνει το ποίημα. Ή μαμά δεν αποκρίνεται.
Με τί ο γράφεται η απώλεια; βάζει, ή Χλόη Κουτσουμπέλη, τη σοφή κάμπια να ρωτά την Αλίκη, εκεί στη Χώρα των Θαυμάτων. Βρίσκω εξαιρετικά εύστοχη την ερώτηση, αφού, παρ’ ότι η απώλεια γράφεται με ω­μέγα, παράγεται από το όλλυμι, είναι ομόριζη με τον όλεθρο και επιπλέον ηχητικά περιέχει το όλον. Γιατί, πράγματι στην απώλεια δεν χάνεται ποτέ το μέρος. Χάνεται πάντα το όλον. Χάνονται τα πάντα. Φεύγει ό τόπος κάτω από τα πόδια μας.
Ή Χλόη Κουτσουμπέλη, το είπαμε κι αλλού, μεταπλάθει μύθους και ιστο­ρίες τής παγκόσμιας λογοτεχνίας προκειμένου να τις νοηματοδοτήσει εκ νέου, φωτίζοντάς τες με την προσωπική της οπτική. ‘Έτσι, λοιπόν, σε πολλές περιπτώσεις, το έδαφος των ποιημάτων της έχει ήδη αροτριωθεΐ από το πνεύμα των ελλήνων τραγικών ή από την τρυφερότητα και την ευφυία των κλασσικών συγγραφέων τής λογοτεχνίας του 19ου, κυρίως, αιώνα (Λιούις Κάρολ, Αδελφών Γκριμ, Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν, Κάρλο Κολάτι, Τζέιμς Μάθιου Μπάρι, Καρόλου Ντίκενς, Γουσταύου Φλωμπέρ, Αλέξανδρου Δουμά κ. ά.). Σ’ ένα ποίημα, ή Χλόη Κουτσουμπέλη, σκηνοθετεί τον Πήτερ Πάν, το παιδί αυτό πού δεν ήθελε να μεγαλώσει, να λέει στην Γουέντυ προκειμένου να τον ακολουθήσει στη χώρα τού Ποτέ: Έλα μαζί μου Γουέντυ τών δα­κρύων, / (γι αυτό άλλωστε σε επέλεξα, / είσαι επίτιμος δοκιμαστής δα­κρύων, / ξέρεις τη γεύση και το χρώμα τους / και την παράξενη οσμή της νοσταλγίας), / σου υπόσχομαι λευκό ατόφιο πόνο, / υπόσχομαι να σε εγκαταλείψω / να πετάς μόνη με την λευκή σου νυχτικιά / πάνω από το παλιό ρολόι τού Λονδίνου, / (οι δείκτες του έχουν για πάντα σταματήσει / την ώρα πού ή μαμά εγκατέλειψε το σπίτι), / μα για αντάλλαγμα / θα σου χαρίσω ένα ποίημα / από χρυσόσκονη και αίμα / και βραδινό αεράκι τού Λονδίνου. Κι εδώ ή τυραννική απουσία τής μητέρας… Αντί άλλου σχολίου παραθέτω τους ακόλουθους δικούς μου στίχους: Κι όπως κανένας δεν μπόρεσε νά κρυφτεί μέσα στα ποιήματα του, όσο κι αν το προσπά­θησε, κανένας δεν μπόρεσε να κρύψει τίποτα μέσα στα ποιήματα. Ναι! τίποτα δεν κρύβει στα ποιήματα ό ποιητής, ακριβώς γιατί σκοπός της γραφής είναι η αποκάλυψη κι όχι ή απόκρυψη, η εξομολόγηση κι όχι ή απο­σιώπηση, η ειλικρίνεια και όχι ή πόζα. Κι αν ή στοργική αγκαλιά της μητέρας αποτελεί έναν Παράδεισο στον όποιο εγκολπώνεται και ελαχιστοποιείται ό τρόμος μας για τη ζωή πού ξα­νοίγεται μπρος στα έκπληκτα παιδικά μάτια μας, και η απώλεια αυτού του Παραδείσου μας αφήνει μετέωρους στο κενό, ή Χλόη Κουτσουμπέλη ισχυ­ρίζεται πώς ή απώλεια του θεολογικού Παραδείσου στοίχησε μονάχα στον ‘Άντρα. Ή Γυναίκα έχει σημαδευτεί από τότε, από τις απαρχές της ανθρώ­πινης και της θεϊκής υποκρισίας, με το στίγμα της προδοσίας, της έλλειψης εγκράτειας, της εξαπάτησης. Κατηγορίες πού της αποδόθηκαν προκειμένου να καλυφθεί η ανδρική ευθυνοφοβία, η ατολμία, ό φόβος μπρός στην πραγ­ματικότητα και στην αλήθεια. Έτσι ή Γυναίκα σκληρύνθηκε, ένιωσε στο πετσί της τι θα πει εκμετάλλευση, γι’ αυτό είναι σε θέση να λέει στον ‘Άντρα πού της θυμίζει πώς κάποτε στον Κήπο υπήρξαν εραστές: Δεν θυμάμαι τί­ποτε. / ‘Όταν μιλάς, δεν καταλαβαίνω. / Μία ρωγμή χωρίζει το φύλο μου / στη μέση. / Όσον αφορά εμένα, / ουδέποτε υπήρξε Κήπος ή Θεός. / Μονάχη πορευόμουνα τότε / και τώρα μόνη.
Κι όταν εκείνος της λέει: Κι όμως υπήρξαμε εραστές. / Στην άγνωστη γλώσσα των χαμένων πουλιών, / «σ’ αγαπώ» σημαίνει «επιστρέφω», ή Γυναίκα του αποκρίνεται: Άκου- / Μία κουκουβάγια μαχαιρώνει τη σιωπή. / Για μένα «σ’ αγαπώ» σημαίνει / άγριο δάσος, / ουρλιαχτό, / φεγγάρι από αίμα.
Συμβαίνει κάποτε η απώλεια να εκπορεύεται από τον ίδιο και να αφορά στον ίδιο άνθρωπο, η απώλεια να συντελείται ως κίνδυνος και φόβος εσω­τερικός, ως διανοητικός τρόμος. Μία τέτοια περίπτωση αποτελεί ή βασανι­στική σκέψη της πιθανότητας να ενηλικιωθούμε χάνοντας την ευεργετική παρουσία της παιδικής αθωότητας, την αφέλεια και τις βεβαιότητες πού στερέωσαν την πορεία μας στη ζωή. Να πώς πραγματεύεται τό θέμα ή Χλόη Κουτσουμπέλη, σ’ ένα της ποίημα: Πότε θα μεγαλώσεις μικρή Γκρέις / πέ­ρασαν κιόλας τριάντα χρόνια από τότε / οι μάσκες δεν ουρλιάζουν πια τα βράδια / το βαλσαμωμένο ελάφι δεν κουνάει τα κέρατά του / ό άνθρω­πος σκιά δεν θα ξανάρθει / κανείς δεν θα βάψει κόκκινο / το λευκό σου νυχτικό. / Όταν έτσι της μιλώ / κλαίει με κοφτά αναφιλητά / νομίζει ότι θα φύγω. / Ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψω, ψιθυρίζω / και της χαϊδεύω τα μαλλιά / ενώ αυτή θηλάζει το αίμα των καρπών μου
Ή ενήλικη, ή τρια­ντάχρονη, Γκρέις σε μιαν εσωτερική συνομιλία με το παιδί που υπήρξε, βεβαιώνεται ότι η ενηλικίωση χωρίς την παρουσία της παιδικότητας λέγεται γήρας. Αυτή είναι ή δική μου ανάγνωση. Μία άλλη μορφή της απώλειας είναι η ψυχική απουσία του συντρόφου στην ερωτική συνεύρεση. Η έλλειψη πάθους πού καταντά την ερωτική πράξη μία τυπική διαδικασία υποχρέωσης με τον εραστή ωσεί παρόντα και τη γυναίκα χαμένη στο στιλπνό σκοτάδι της υποκρισίας: Γυναίκα σε καθρέφτη. / Φοράει μαύρες κάλτσες, / νυχτερίδες στο χιόνι του κορμιού της. / ‘Ένας άντρας στέκεται κοντά της. / Δεν φαίνεται η αντανάκλαση του στο γυαλί. / Τα μάτια του έχουν ήδη φύγει. / Δεν μπορεί να δει / το τρίγωνο του φόβου της / τα ελάφια των ματιών της / τα σπαρταριστά περιστέρια των δαχτύλων της. // “Όπως κάθε βράδυ / τελευταία αποχωρούν τα χέρια του.
Ό εραστής εξατμίζεται πριν ουσιωθεΐ η ένωση. Ή γυναίκα δίνει ένα σάλτο στο κατάμαυρο κενό της μοναξιάς.
Απώλεια, τελεσίδικη ετούτη, είναι ή φθορά του σώματος και της μορφής όταν τα κυνηγόσκυλα του Χρόνου τρέχουν πιο γρήγορα από τη ροή τού ηλι­κιακού μας βηματισμού και τα πρόσωπα των συνομηλίκων μας γίνονται κα­θρέφτες των ρυτίδων μας.
Απώλεια είναι και ό, τι θεμελιακό, για την συναισθηματική αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου, μένει ανεκπλήρωτο. Απώλεια της ίδιας της ύπαρξης είναι να στέκεις σαν την Μις Χάβισαμ, την απομονωμένη γεροντοκόρη, στις «Μεγάλες προσδοκίες» τού Ντίκενς, πού ζει, ντυμένη ακόμα με το νυφικό της, σ’ ένα τυλιγμένο με ιστούς αράχνης μισοσκότεινο βωμό για τη μέρα τού γάμου της που δεν έμελλε να γίνει ποτέ.
Αλλά αφήνει κάτι πίσω της η απώλεια; Κι αν αφήνει τι είναι; Η Χλόη Κουτσουμπέλη θα γράψει: Γιατί κάποτε ή απουσία βαθουλώνει τις σκιές / καί ό,τι λείπει είναι αυτό πού μένει. Πάμε ξανά από τήν αρχή. Σ’ εκείνο πού είπαμε, ότι οι ποιητές μπορεί να μετουσιώσουν την απώλεια σε αιχμή δημιουργίας. Να πώς αποτυπώνεται ή τυραννική και ταυτόχρονα λυτρωτική λειτουργία της ποίησης, σ’ ένα ακόμη ποίημα αυτοαναφορικό, όχι μονάχα γι εκείνη πού το έγραψε, αλλά για κάθε έναν πού γράφει, για κάθε έναν δημιουργό, σε όποια μορφή Τέχνης κι αν αγωνίζεται:
ΧΩΡΙΣ
«Θα ζήσεις χωρίς»
είπε ή μάγισσα
και μου έδωσε το φίλτρο
«τα κοχύλια σου θα γίνουν χέρια για να γράφεις».
Μα χρειάζομαι τα χέρια για να αγγίζω
μικρές μοβ ανεμώνες να χαϊδεύω
τα μάτια του να ψηλαφώ
τις σκιές στα βλέφαρα κουπιά
το σώμα του να κολυμπώ».
«Δεν κατάλαβες λοιπόν»
είπε ή μάγισσα
και το πρόσωπο της ράγισε
χίλιες μικρές ρυτίδες.
«Τα χέρια σου θα γράφουν
αυτά πού ποτέ σου δεν θ’ αγγίξεις».
Η Χλόη Κουτσουμπέλη νοηματοδοτεί την απώλεια, φωτίζοντας την πολυπρισματικότητά της με τους προβολείς της υψηλής Τέχνης της. Το πικρότατο, διαβρωτικό, υγρό της απώλειας διηθημένο μέσα στο σώμα και στην ψυχή της ποιήτριας μας προσφέρεται ως πολύτιμο απόσταγμα Ποίησης. Ή σχέση της Χλόης Κουτσουμπέλη με την Ποίηση είναι, πρωτίστως, σωματική. Είναι ό πόνος πού στιλβώνει τις λέξεις στο ποίημα. Είναι ό πόνος της για την Ποίηση που την σμάλτωσε με τόση τρυφερότητα και αγάπη ως γυναίκα. Ως άνθρωπο.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Leave a comment