Χλόη Κουτσουμπέλη, Η Εξορία

Διάβασες πάνω στο όστρακο
το όνομά σου ευδιάκριτα
μαύρες κουκούλες έγνεφαν
το δίκαιο
δεν θα γινόσουν καταπατητής του Νόμου
όμως από ένα πέτρινο σπίτι
σε ένα νησί με πέπλα
ερχόταν η μελωδία μίας άρπας
και ήξερες πως ήταν εκεί
σε ανάκλιντρο και σε περίμενε
είχε βαμμένα τα μάτια με ώχρα
ανέπνεε μαλακά
με το πρόσωπο στο μαξιλάρι
χαμογελούσε και έκλαιγε
και μικρές πεταλούδες άγγιζαν
την φλόγα ενός κεριού
μία λεκάνη, μία λίμνη με νούφαρα
κρινάκια σκόρπια σε αρχαία βάζα
γυναίκες με εσθήτες στόλιζαν τους τοίχους
και ήταν εκεί δική σου
μία απαλή πατρίδα που άνοιγε κι έκλεινε
στους ήχους μουσικής
και ήξερες πως δεν άντεχες
πως δεν γινόταν
πως ποτε πια δεν θα έφευγες ξανά
εξόριστος απ’
την γυναίκα που αγαπούσες.

Leave a comment