Την μελαγχολική μου τέχνη ασκώντας,
στην σιωπή της νύχτας,
όταν μονάχο του φρενιάζει το φεγγάρι,
κι οι εραστές ξαπλώνουν
αγκαλιά με τη θλίψη τους,
παιδεύομαι το φώς να τραγουδήσω,
όχι από φιλοδοξία ή για τον επιούσιο,
ούτε για επίδειξη στο παζάρι των ταλέντων
σε φιλντισένια παλκοσένικα,
μα για την αμοιβή την ελάχιστη
απ’ τα μύχια της καρδιάς τους.
Κι έξω απ’ το φεγγάρι που φρενιάζει
δεν γράφω τούτες τις σελίδες που αφρίζουν
μήτε για τον άνδρα τον περήφανο
μήτε για τους νεκρούς που από ψηλά επιβλέπουν
με τ’ αηδόνια και τις ψαλμωδίες τους
μα για τους εραστές,
που αγκαλιάζουνε αιώνων θλίψεις,
που μ’ έχουνε γραμμένο,
κι ούτε τους νοιάζει η μαστοριά κι η τέχνη μου”.

Θέλησα, όπως ο Ντύλαν Τόμας,
να γράψω για τους εραστές
που αγκαλιάζουνε αιώνων θλίψεις
για να εξακολουθούν να με αγνοούν
να παίρνουν λόγια να πετάνε τ’ όνομά μου
και να δυναμώνουν την παρουσία τους
της εύθραυστη απέναντι στο χρόνο.
Μα έπεσα σε μια κατώτερη εποχή
που ο χρόνος είναι πανικός του έρωτα
και γίνεται γαμήσι, στεγνό γαμήσι
που ήταν του όχλου η κουλτούρα ανέκαθεν
Ποια θλίψη και ποιοι εραστές…
γυναίκες σιτεμμένες με μουνάκι πρόχειρο
και άγρια διαθέσιμο να συνδέσει
τη βιογραφία του με οποιονδήποτε επώνυμο.
Θέλησα, όπως ο Ντύλαν Τόμας,
να γράψω για τους εραστές
και η εποχή μου επέστρεψε καθρέφτες
που εναγωνίως ψάχνουν νταβατζή.