Ανατέλλεις απ΄τα μεσούρανα ή αναδύεσαι απ’ την άβυσσο ω ομορφιά;
Το βλέμμα σου καταχθόνιο και θείο,
ρίχνει συγκεχυμένα την ευεργεσία και το έγκλημα,
και μπορείς γι’ αυτό με το κρασί να συγκριθείς.
Περιέχεις μες στο βλέμμα σου τη δύση και την ανατολή.
Σκορπίζεις αρώματα σα δειλινό θύελλας.
Τα φιλιά σου είναι φίλτρο και το στόμα σου αμφορέας
που κάνουν τον ήρωα δειλό και το παιδί θαρρετό
Αναδύεσαι από τη μαύρη άβυσσο ή κατεβαίνεις απ’ τ’ άστρα;
Η μοίρα γοητευμένη ακολουθεί τα μεσοφόρια σου σα σκύλος
Σπέρνεις στην τύχη τη χαρά και τις συμφορές
Κι όλα τα διαφεντεύεις και τίποτα δε λογαριάζεις.
Βαδίζεις πάνω σε πεθαμένους, ω ομορφιά, που λοιδορείς.
Από τα κοσμήματά σου η φρίκη δεν είναι το λιγότερο θελκτικό.
Κι ο φόνος, ανάμεσα στα φτηνά αγαπημένα σου στολίδια,
πάνω στην καμαρωτή κοιλιά σου χορεύει ερωτικά…
