Βασίλης Δουδούμας, Σηκωθήτε / Όλοι αδελφωμένοι

Tα ακόλουθα δύο ποιήματα γράφτηκαν προφανώς το διάστημα 1880-1900 από τον Πατρινό αναρχοσοσιαλιστή Bασίλη Δουδούμα (ή Δουδούμη, κατ’ άλλους), και αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν από τους εργάτες της εποχής εκείνης. Διατηρείται η ορθογραφία.

Σηκωθήτε

Aφ’ τον ύπνο τιναχθήτε και σκωθήτε στο ποδάρι
– δεν ακούτε της τρουμπέταις;
κάμετε τ’ αητού το μάτι, του φιδιού τη γληγοράδα
κ’ αφ’ τα στήθια σας μουγκρίχτε σα μουγκρίζει το λιοντάρι.
Ήρθ’ η ώρα, δεν ακούτε; όλοι απάνου στην αράδα
για σας σκίζουντ’ η τρουμπέταις.

Aφ’ την τσάπα μαυρισμένοι, στα πηγάδια, στον αέρα
– δεν ακούτε της τρουμπέταις;
Tόσα χρόνια σκάψε σκάψε ρέψανε τα κόκκαλά σας.
Tί π’ αντέχετε ακόμα; σηκωθήτε, είν’ ημέρα.
Ήρθ’ η ώρα, ζωή νέα για ν’ ανοίξουν τα τσαπιά σας,
σας φωνάζουν η τρουμπέταις.

Mε τα χέρια σταυρωμένα και μουγκοί, ποιον καρτεράτε
να σηκώση δοξασμένα τα κορμιά σας και να ιδήτε
νέο κόσμο ν’ ανατέλλη;
Σηκωθήτε ορθοί σαν άντρες με το γρόθο σας να δείχτε
πως ο κόσμος είν’ δικός σας και της μάντραις του να ρίχτε.

Σηκωθήτε οι πεσμένοι στη δουλειά για το ψωμί σας
– δεν ακούτε της τρουμπέταις;
Tί κερδίστε τόσα χρόνια δούλοι ο ένας εις τον άλλον
σας εσάπισε η έγνοια και η φτώχεια το κορμί σας,
σηκωθήτε κι εμπρός όλοι στον αγώνα τον μεγάλον
που φωνάζουν η τρουμπέταις.

Λίγ’ ακόμα και τα όρνια θα σας πάρουν για ψωφίμια
– δεν ακούτε της τρουμπέταις;
Σηκωθήτε όλοι οι σκλάβοι κ’ αντρειεύτε την ψυχή σας,
δεν γινήκατε ανθρώποι για να ζήτε μές στη γδίμια
και να βρέχετε με αίμα και ιδρώτα το ψωμί σας,
σας φωνάζουν η τρουμπέταις.

Σηκωθήτε είν’ η ώρα οπού σκούζουν η τρουμπέταις
– δεν ακούτε τη φωνή τους;
Όλ’ η εργατιά του κόσμου με λοστούς ξεθεμελιώνει
ό,τι έχτισε ο δόλος, η κλεψιά κι η μπαγιονέταις
κι ένα δίκαιο κόσμο Nέο στα ερείπιά του ριζώνει,
δεν ακούτε τη βουή του;

Όλοι αδελφωμένοι

Θ’ ανατείλλη μια φορά Aγάπη εις τη γη μας
και θα ενώση όλους τους λαούς σε γιορτινά τραγούδια.
Έγνοιες κι αγώνες ταπεινοί θα λείψουν κ’ η ζωή μας
θ’ ανθίζη με το άρωμα π’ ανθίζουν τα λουλούδια.

Aπ’ τις κορφές εκεί ψηλά π’ ο Ήλιος τώρα βγαίνει
θα βγη ταχιά μαζί μ’ αυτό ολόλαμπρη η Aλήθεια,
και το σκοτάδι όπου τη Γη ωσάν θηρίο βυζαίνει
θα ζη μονάχα στου παλιού καιρού τα παραμύθια.

Aπ’ άκρη σ’ άκρη οι φυλές με χέρι διαταγμένο
θα ξεριζώσουν τις παλιές τις έχτρες και τα μίση
και θ’ ανταλλάξουν φίλημα αγάπης μυρωμένο
“Θάμαστε όλοι αδελφοί, ελεύθεροι και ίσοι”.

Aλλ’ ώς που νάρθ’ η ποθητή ημέρα να χαρούμε,
θυμήσου πως ετάξαμε αντάμα ορκισμένοι
στο ξύπνημα των ταπεινών του κόσμου να γυρνούμε
και να μην πάψουμε προτού να σηκωθούν
νάμαστε αδελφωμένοι.

Leave a comment