Ο ξεριζωμός


Οι ματιές είναι διάφανες λίμνες

κοντά στο άρρωστο των πηγών.

Η παρουσία μας μυρωδιά

από φρεσκοβρεμένο χώμα

κι απλωμένα σεντόνια

αχνιστών ασπρόρουχων

που βγήκαν στις βεράντες

μετά την πρωινή ομίχλη.

Τ’ απλώσαμε όλα στον ήλιο

κι είναι σαν να γιορτάζουμε

τις μνήμες των προγόνων μας

που ξεχάστηκαν σε παρόδους

πολυκαιρισμένων θανάτων

και σε βρώμικα στενά

δύστροπων κλιμακτηρίων…

Βάσανα, πόνοι,

γενναιόδωρες υποδοχές,

αποτελούν συμβάντα στη ζωή μας

καθώς λικνίζουμε τις αισθήσεις μας

πάνω στις άβολες τάβλες

των αραμπάδων,

με τα βλέμματα στυλωμένα

σ’ αιώνιες επικλήσεις

δρόμων άδειων από ζωή.

Τι είναι αυτό που κρύβουμε

πάντα στο βίο μας;

Μήπως το κομμένο κεφάλι

ενός αντάρτη,

ενός εξεγερμένου πόνου

που επιζητούσε μετά μανίας

ν’ ανυψωθεί απ’ τ’ αναχώματα

των ακατάλυτων εμμονών μας;

Μήπως τα φρούτα της εποχής

ξεχασμένα στο τραπεζάκι της κουζίνας

σαν φλόγα παραμυθιού

που σβήνει μετά από κάθε αφύπνιση,

όπου οι άντρες της οικογένειας

ακούν αποχαυνωμένοι

σαν μικρά παιδιά;

Leave a comment