Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης


1

Ξεσκισμένες ταινίες
κνόδαλα της ζωής
σαν να μαζεύεις τα ξέφτια
του απομεσήμερου
στα γυμνά σου πόδια
σπουργίτια που κροταλίζουν
τα ψίχουλα της αδράνειας

2

ήχοι διαθλώνται σε παράταξη
με τύμπανα από τότε
σαν φύλλα που πέφτουν
από τον αγέρα χτυπημένα
σαν παιδιά που ξεκλέβουν τις ώρες

3

η πάχνη της νύχτας
το μουντό χρώμα
του πρωινού σημάδι
στην επερχόμενη μέρα
με ρυθμούς από ράμφη πουλιών
και χαλασμένες μηχανές

4

ο ήλιος δεν ανέτειλε
ο τελευταίος υπάλληλος αναχώρησε
κι ήμουν αυτός που
έκλεισε την πόρτα πίσω του
για τελευταία φορά.

5

πότε ακίνητοι
πότε τρεμάμενοι
σε μέρη που λέγονται
χώροι εργασίας
κραυγές αργόσυρτες
φωνές τσαλαπατημένες
έρμαια άνωθεν αποφάσεων
σε προκρούστεια κρεβάτια

6

πότε θα συναθροίσουμε
τα δάκρυά μας
πότε θα συσπειρώσουμε
τις οιμωγές μας
πότε θα ανασηκωθούμε
από τον ανοιχτό μας τάφο
που έχει τη μορφή
σελιλόϊντ ακρόασης

7

γωνιά τη γωνιά
κόγχη την κόγχη
μας παίρνουν το κατόπι
με προφυλάξεις
βρίσκονται στο διάβα μας
και όλα τα λιοντάρια
βρυχώνται
στις ορθάνοιχτες πόρτες
καθώς ακολουθούμε
τα χνάρια μας
απ’ τις ατέλειωτες μνήμες

8

πετάμε λίγη θάλασσα
στον ουρανό
να γίνει ένα ο κόσμος
μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
κάτι σαν ένα μικρό λάθος
που περικλείει
όλα τα πεντάχρονα πλάνα
της μελλοντικής μας
δημιουργίας

9

τη νύχτα της θύελλας
στα χιλιόμετρα της αγρύπνιας
στη σάρκα και το αίμα
αγαπάμε όλο και πιο
καθοριστικά
αλλά το μεγάλο στοίχημα
είναι να διατηρήσουμε
αναμμένη τη μικρή
σταγόνα της βροχής

10

φεύγουμε σαν το όνειρο
ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός
απ’ τη χαραμάδα του χρόνου
αποχωρώντας απ’ τη σκηνή
με φωνή αλαργινή
και δειλές φλόγες

11

το κορμί
πεταμένο φύλλο
κλώτσος του καθένα
ανάπηροι ήλιοι
σε αμμουδιές εγκατάλειψης
ανεστραμμένες υποστάσεις
παραπλανητικά
ζεστών προσώπων
και τα εφήμερα απάγκια
κι οι σπασμένες κούκλες
των βιτρινών
μετά τη λεηλασία
και την άμπτωτη
των νοθευμένων χνώτων

12

να πιαστούμε από αλήτες
συννεφιασμένους πασχίζουμε
που τα παίζουν όλα για όλα
με άδεια μπουκάλια
βλέμματα στον ουρανό
να κατεβάσει το όποιο μάννα
να διαβούμε σε ρυάκια
με βάρκα βομβαρδισμένη
αίμα ξερό και χαλασμένο

13

η σιγανή φωνή μας
τιτίβισμα σπουργιτιού
που δεν ήρθε με χέρια
ολόλευκα κλαίει τη νύχτα
πίσω από καθρέφτες
ή συνωστίζεται
σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας
για μια στιγμή υπόληψης

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Αντίποδες Νο55, 2009.

Leave a comment