
Εκεί που οι αγάπες μοιάζουν με βάσανα
και οι χαρές μετατρέπονται σε λύπες
εκεί χάνεται κι η ανθρωπιά μας
σαν το φύλλο που το πήρε ο αγέρας
ή όπως εξαφανίζουμε ένα έντομο
κάτω απ’ το βαρύ μας πέλμα.
Όλα χάνονται σαν ομίχλες
που τρέχουν φευγάτες
να προλάβουν το φως,
σαν καταιγίδες παράταιρες
που αλυχτούν όπως τα σκυλιά
τα πεινασμένα στις γωνιές.
Τα χνώτα αιχμάλωτα
απηχούν μόνο φευγαλέα οράματα
καθώς τα γέλια γίνονται κλάματα
κι η νιότη αλλάζει σε γηρατειά.
Παραφροσύνες απομυζούν τη ζήση μας
όπως η υπεραξία των ελπίδων μας.