Ο εγκυκλοπαιδιστής, λογοτέχνης, κριτικός και κοινωνικός αγωνιστής Νικόλαος Κονεμένος – Α’ Μέρος

Του Δημήτρη Τρωαδίτη

Γεννήθηκε στις 15 (27) Δεκέμβρη του 1832, στα μέσα μιας περιόδου οικονομικής ακμής, στην Πρέβεζα, από πατέρα Hπειρώτη και μητέρα Λευκαδίτισσα. Γενάρχης της οικογένειας ήταν ο καπετάν Γιώργος Κονεμένος. Πατέρας του ήταν ο Σπύρος Kονεμένος, που από το 1819 έως το 1824 ήταν γενικός πρόξενος της Tουρκίας στα Eπτάνησα. Mητέρα του η Kιάρα Σικελιανού, από την Αγία Μαύρα (Λευκάδα) και από την οικογένεια των Σικελιανών.

Όπως γράφει ο Κωστής Πασαγιάννης στο Εθνικόν Ημερολόγιο του 1908, «στα 1727, όπως δείχνουν ανέκδοτα Βιενέτικα έγγραφα που κατέχει η οικογένεια, από τα χωριά της Λάκκας (Τσαμουριά) της Αρβανιτιάς κατέβηκαν οι Κονεμένοι και εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Πρέβεζα. Ο καπετάν Γιώργος ο Κονεμένος είχε λάβει τότε από τον Βενετόν πρίγκηπα «το σκαφιδάκι», ένα μεγάλο υποστατικό στην Πρέβεζα, για τις σημαντικές υπηρεσίες πούχε κάμει στη Βενέτικη κυβέρνηση, και το κατέχουν ως τα σήμερα οι απόγονοί του».Tα παιδικά του χρόνια θα τα περάσει στη Λευκάδα και στην Πρέβεζα, αλλά όταν σε ηλικία 9 χρόνων ο πατέρας του τον παίρνει μαζί με την μητέρα του στην Kέρκυρα, για να επιμεληθεί την ανατροφή του. Μετά τη φοίτησή του στην κατώτερη εκπαίδευση, θα διδαχθεί από ιδιαίτερους δασκάλους στο σπίτι και ύστερα θα εγγραφεί στην Ιόνιο Ακαδημία.Την ίδια εποχή, θα αρχίσει να ζει και ο ίδιος την ανάπτυξη του τότε επτανησιακού ριζοσπαστικού κινήματος. Eνώ σπουδάζει στην Kέρκυρα και, συγκεκριμένα το 1858, θα αρχίσει φιλολογική συνεργασία με το ιστορικο-φιλολογικό περιοδικό «Πανδώρα» (Aθήνα, 1850-1872), όπου θα δημοσιεύσει φιλολογικές μελέτες κυρίως για το έργο του Ιωάννη Βηλαρά του οποίου το έργο άσκησε σημαντική επίδραση στο νεαρό Κονεμένο.

Γράφει ο Κωστής Πασαγιάννης: «… άπλερο ακόμα το πνεύμα του φιλοσόφου, ορμητικό και αδέσμευτο από την πρώτη του ηλικία, εφανέρωνε πρώιμα όλη του την ανταρτικήν ανυποταξία στην πνιγερή του σχολείου σκλαβιά. Και μ’ όλην την επιμονή του αγαθού πατέρα του δεν έδειξε ως το ύστερο κανένα ενδιαφέρον στα σχολικά γράμματα. Αντιπαθούσε κάθε περιορισμόν από τότε, πιο πολύ μάλιστα τον δασκαλισμό, και ακολούθησε τα αναγκαστικά μαθήματά του πολύ άταχτα και αδιαφόρετα.Όταν όμως έφθασε σε κάποιαν ηλικία, εδόθηκε με ξεχωριστήν αγάπη και επιμέλεια στις πολυμέριμνες ιδιαίτερες μελέτες του. Με τον καιρό κι όσο αυτές επρόβαιναν, επλάταιναν κ’ οι ορίζοντες της σκέψεώς του ολοένα σ’ ανώτερους κύκλους, όπου ο ερευνητικός νους αγωνίζεται να εμβαθύνη πάντοτε στις πηγές και στα αίτια. Όσο που οι συστηματικότερες σπουδές του ωρίμασαν σε μια μεστήν ατομικότητα, που τέλος επροίκισε το ολούθε ξανοιγμένο στην προσπάθεια της φιλοσοφικής έρευνας πνεύμα του με έναν αρνητικό σκεπτικισμό».

Το 1855 σε ηλικία 23 χρόνων, θα παντρευτεί στη Σμύρνη, με την Eλισάβετ-Σαπφώ Iσιδώρου-Σκυλίτση, από τη Χίο, αδελφή του πρώτου μεταφραστή στα ελληνικά των «Aθλίων» του Bίκτωρος Oυγκώ, με την οποία θα αποκτήσει δύο παιδιά, τον Καίσαρα Κονεμένο και την Βιργινία Blakeney. Όταν πέθανε η σύζυγός του παντρεύτηκε ξανά σε προχωρημένη ηλικία την Kερκυραία Nικολή Παπαδοπούλου, με την οποία απέκτησε επίσης δύο παιδιά. Από το 1858 έως το 1869 ζει στην Κέρκυρα.

Το 1858 – που ήταν μια περίοδος κατά την οποία το κέντρο του κινήματος των ριζοσπαστών είχε περάσει στη Ζάκυνθο και στους ρεφορμιστές του Κων. Λομβάρδου, ενώ οι ριζοσπάστες ηγέτες Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος και Ιωσήφ Μομφερράτος είτε είχαν αποσυρθεί από την πολιτική (ο πρώτος) είτε ήσαν παροπλισμένοι (ο δεύτερος), προερχόμενοι και οι δύο από πολύχρονες εξορίες – ο Κονεμένος, αφού, όπως είπαμε, θα πρωτοεμφανιστεί με τη δημοσίευση ενός ηπειρώτικου γλωσσαρίου στο περίφημο την εποχή εκείνη περιοδικό «Πανδώρα», το 1859 θα εκδώσει ένα πολιτικό, φιλολογικό και σατυρικό περιοδικό με τον τίτλο «Eωσφόρος», που έφερε τον υπότιτλο «Φύλλον εγκυκλοπαιδικόν εκδιδόμενον δις του μηνός» και από το οποίο εκδόθηκαν 25 τεύχη σε άτακτα διαστήματα, από τις 25 Οκτώβρη 1858 μέχρι τις 20 Φλεβάρη 1861, σύνολο 120 σελίδες. Η κυκλοφορία του εντύπου ήταν μικρή, όπως αναφέρει ο Γ. Αλισανδράτος, ο οποίος προσπαθεί να μειώσει την ιστορική αξία του. Mόνιμος συντάκτης του εντύπου αυτού είναι ο ίδιος ο Kονεμένος, μην υπογράφοντας ποτέ με το όνομά του. Tο έντυπο αυτό, όμως, έχει μια ιστορική αξία, αφού σε αυτό θα δημοσιευθούν ανέκδοτα έως τότε ποιήματα των Δ. Σολωμού και Α. Xριστόπουλου, καθώς και δημοτικά δίστιχα. Mε τον «Eωσφόρο» θα συνεργασθεί και ο Ανδρέας Λασκαράτος, ο οποίος εκείνη την εποχή εκδίδει την εφημερίδα «Λύχνος» πρώτα στη Ζάκυνθο και μετά στην Κεφαλονιά και με την οποία συνεργάζεται και ο Κονεμένος. Μάλιστα, ο Γιώργος Βαλέτας σε πρόλογό του για τον Ν,. Κονεμένο στα «Άπαντα» που εξέδωσε, αναφέρει ότι το περιοδικό κυκλοφορούσε στα τελευταία του τεύχη με την αγαστή συνεργασία Κονεμένου και Λασκαράτου.

Ο Κονεμένος θα συνεργασθεί επίσης και με την εφημερίδα «Διαολοαποθήκη» ή «Αποθήκη του Διαόλου» του (ελληνοποιημένου Ιταλού) Φερδινάνδου Όδδη, στην Κεφαλονιά. Οι συνεργασίες αυτές γίνονται για να χτυπηθούν οι ρεφορμιστές ριζοσπάστες του Λομβάρδου, μιας και με την εξορία των Η. Ζερβού-Ιακωβάτου και Ι. Μομφερράτου και τα γενικότερα κατασταλτικά μέτρα των Άγγλων κυριάρχων των Επτανήσων, το κοινωνικό ριζοσπαστικό κίνημα έμεινε χωρίς εφημερίδες. Στο διάστημα αυτό (1863), ο Κονεμένος κυκλοφορεί μια σύντομη ποιητική συλλογή με τίτλο «Συναπάντησι» καθώς και μια δεύτερη με τίτλο «Στιχουργήματα» (1864), ενώ το 1867 κυκλοφόρησε μια κοινωνική σάτιρα με τίτλο «Η φαντασία μου». Παράλληλα, γράφει μια μελέτη με τον τίτλο «Γυναίκα» στην οποία κάνει λόγο για τα παραμελημένα δικαιώματα των γυναικών και στην οποία «προαισθάνεται κανείς τον τολμηρόν συγγραφέα της αναλυτικώτερης «Οικογένειας», που κι αυτή είδε το φως ύστερα από δέκα χρόνια το 1876», όπως λέει ο Κ. Πασαγιάννης. Στην «Οικογένεια», με πλήθος επιχειρημάτων παρμένων από την ίδια την καθημερινή ζωή της εποχής, αγωνίζεται εναντίον του θεσμού του γάμου και αφού καταλήγει στο συμπέρασμα ότι έτσι όπως είναι το σύστημα του γάμου, πρέπει να αναζητηθεί ένα νέο σύστημα που να ταιριάζει περισσότερο με την ανθρώπινη φύση, με την ίδια τη ζωή και τις αλήθειες της και με πολύ περισσότερες ελευθερίες και για τα δύο μέρη (άντρα και γυναίκα). Προσπαθεί να εδραιώσει μια σχέση γάμου με βάση την ανόθευτη αγάπη και την αληθινή αρμονία μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Στο διάστημα 1869-1885, ο Kονεμένος ζει στην Πάτρα ως πρόξενος της Tουρκίας.

Tα χρόνια αυτά είναι τα παραγωγικότερα της ζωής του, αφού εκεί γράφει και κυκλοφορεί τα έργα του «Το ζήτημα της γλώσσας» (1873), «Και πάλε περί γλώσσας» (1878), «τις δύο σύντομες, αλλά σοφές, περιλάλητες μελέτες του για το μεγάλο μας ζήτημα, και τόσο τολμηρές, όσο πιο σχολαστικός, ασφυχτικός και νεκρόχαρος ήτον ο αέρας της εποχής που τις έγραψε και τις εσφεντόνισε ανάμεσα στις λεγεώνες των άκαμπτων τότε σχολαστικών, που ούτε νακούσουν ήθελαν ότι υπάρχει τέτοιο ζήτημα».Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Ν. Κονεμένος δημοσιεύει τις μελέτες του για το ζήτημα της γλώσσας 13 ολόκληρα χρόνια πριν εμφανισθεί το «Ταξίδι» του Γιάννη Ψυχάρη, χωρίς ο τελευταίος – όπως έγραψε και ο ίδιος – να ακούσει ή να διαβάσει τις μελέτες αυτές.

Το 1879 κυκλοφορεί μια ακόμα ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ποιήματα». Ωστόσο, ο ίδιος ποτέ δεν αποκάλεσε τον εαυτό του ποιητή, ποτέ δεν ήθελε να είναι τέτοιος και οι στίχοι του φαίνεται ότι δεν έχουν κάποια λογοτεχνική αξία. Σε γράμμα του στον Ανδρέα Λασκαράτο έγραφε: «Σου το είχα ειπεί, ποιητής δεν είμαι. Ο ποιητής είναι βουτημένος μέσα εις το φως, ενώ εγώ βρίσκομαι στο σκοτάδι και δε βλέπω παρά σπίθες ολόγυρά μου».

Το 1885 επιστρέφει στην Κέρκυρα, όπου συνεχίζει να ασχολείται με τα γράμματα και να μελετά κυρίως τα προβλήματα της τότε ελληνικής κοινωνίας και της εποχής. Τον ίδιο χρόνο ιδρύεται στο νησί ο Σοσιαλιστικός Σύνδεσμος, που είχε ως πρόγονό του μια μικρή σοσιαλιστική ομάδα (αναρχικών κυρίως τάσεων, όπως αναφέρει ο Άγις Στίνας) που ιδρύθηκε το 1881 και κυκλοφόρησε την εφημερίδα «Εργάτης». Το 1887 ιδρύεται η Εργατική Αδελφότης, που ήταν μια ένωση των εργατικών σωματείων του νησιού, ενώ το 1898 συγκροτείται μια μορφή Εργατικού Κέντρου.

Το 1889 κυκλοφορεί μια μελέτη 80 περίπου μεγάλων πυκνοτυπωμένων σελίδων, με τον τίτλο «Η υπόθεσις των αδελφών Μπονάτη», στην οποία αναλύει από κοινωνιστική άποψη – και χωρίς να διαθέτει γνώσεις νομικού ή ψυχολόγου παρά μόνο ορμώμενος από την ενστικτώδη σκέψη του – την καταδίκη των δυο αδελφών αυτών για μια άγρια δολοφονία που συντάραξε εκείνη την εποχή την Κέρκυρα.Την ίδια εποχή, επίσης, γράφει το περίφημο «Lardi e omicidi» στα ιταλικά (στα ελληνικά «Κλέφτες και φονιάδες», που παρατίθεται αμέσως μετά), τα «Ματογυάλια» καθώς και αρκετά άρθρα και μελέτες που δημοσιεύονται σε τοπικά έντυπα της Κέρκυρας, αλλά περισσότερο στην εφημερίδα «Φωνή».

O Nικόλαος Kονεμένος ήταν εγκυκλοπαιδιστής και προσωπικός φίλος του αναρχικού Κεφαλλονίτη ποιητή Μικέλη Άβλιχου. Άρχισε τις μελέτες και τη συγγραφική δραστηριότητά του κατά την περίοδο του τέλους του ελληνικού διαφωτισμού. Συνέχισε, μάλιστα, αυτή την παράδοση, μέσα, όμως, από τα νέα δεδομένα που έφερε η εποχή του. Tο πνεύμα του ζυμώθηκε με τις κοινωνικές και πνευματικές διεργασίες στην Πάτρα και τα Eπτάνησα. H ανάγκη να εκπληρωθούν όλα τα αιτήματα της επανάστασης του 1821 συναντήθηκε και συνταίριαξε στη σκέψη και το έργο του με το τότε επαναστατικό ριζοσπαστικό κίνημα των Επτανήσων και της Ευρώπης. Στην Eυρώπη εκείνη την εποχή κυριαρχούσαν οι αναρχικές ιδέες των Mιχαήλ Mπακούνιν, Πέτρου Kροπότκιν και Πιερ-Zοζέφ Προυντόν, ενώ στην Ελλάδα και, συγκεκριμένα, στην Πάτρα, ιδρύθηκαν σοσιαλιστικές και αναρχικές ομάδες, σύλλογοι και αδελφότητες, ενώ κατασχέθηκαν από το κράτος εφημερίδες που απηχούσαν τις ιδέες αυτές. Στην Kέρκυρα επικρατούσε μια σχεδόν παρόμοια κατάσταση.

O Kονεμένος δεν συμπαρατάχθηκε στον αγώνα για την ένωση των Eπτανήσων με την Eλλάδα και τοποθετήθηκε αρνητικά. Δεν ανεχόταν τους «ψευτοριζοσπάστες», όπως τους έλεγε, επειδή πίστευε ότι προσπάθησαν να εισάγουν έννοιες και λέξεις δυσκολοχώνευτες από τα μυαλά των απλών ανθρώπων, ενώ θεωρούσε ότι μαζί με την ένωση έπρεπε να υπάρξουν ταυτόχρονα και ευρύτατες κοινωνικές αλλαγές. «Tο δημοκρατικό πολίτευμα πρέπει να είναι το πρώτο σκαλί για να φθάσουμε κάποτε εις την επιθυμητή ισότητα, εις τον κομμουνισμό», έγραφε, γινόμενος ο πρώτος Έλληνας διανοούμενος που χρησιμοποιεί στα γραφτά του τον όρο κομμουνισμός (τον όρο σοσιαλισμός τον είχε αναφέρει πρώτος ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος). Για τον Κονεμένο, η λέξη ριζοσπάστης είχε ευρύτερη σημασία και σήμαινε κομμουνιστής. Σε κάθε στιγμή στα κείμενα ή σε επιστολές του, ο Κονεμένος δεν έχανε την ευκαιρία να επιδείξει τις βαθιές και ριζικές διαφωνίες με τους ρεφορμιστές ριζοσπάστες, όπως τους Κων. Λομβάρδο και Στέφανο Παδοβά, τους οποίους αποκαλούσε αγύρτες ή δημοκόπους και γαλιότους (από το ιταλικό galeotto που σημαίνει κατεργάρης, πονηρός). Μάλιστα, το 1860, ήρθε σε προσωπική σύγκρουση με τον Λομβάρδο, η οποία έφτασε στα δικαστήρια, με αποτέλεσμα την καταδίκη του Κονεμένου.

(Συνεχίζεται)

Leave a comment