
Το πρόσωπό της έλαμψε για μια στιγμή
κι ύστερα πάλι έγινε ωχρό
μόλις αντίκρισε τις άρρωστες ακακίες
του επαρχιακού δρόμου
που οδηγεί απ’ το παρόν στη λήθη
και από εκεί στο αέναο αιώρημα,
στην αόριστη ανυπαρξία.
Άπλωσε τα χέρια όπως τα δέντρα
απλώνουν τα κλαδιά τους
στο απέραντο κενό
του μολυσμένου αέρα των πόλεων.
Ένα της δάκρυ ξέφυγε
ακολουθώντας μια τρελή διαδρομή
απ’ το ρείθρο του πεζοδρομίου
μέχρι την αναλαμπή των φώτων.