Γιώργος Μπλάνας: «Ο έρωτας γεννά συνεχώς ερωτήματα»

Φώτο: Βασίλης Μαθιουδάκης

Κυριακή Μπεϊόγλου*

«Οι ποιητές κοιμούνται σαν πουλιά/ μέσα στην αίσια γαλήνη των δασών…», γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στο «Η ποίηση είναι μπουγάδα απλωμένη στην αυλή του παραδείσου».

Εγώ τον συνάντησα μέσα στο κέντρο μιας πολύβουης πόλης, ζητώντας του να μου πει ποιος είναι αυτός ο πάντα χαμηλών τόνων ποιητής που εκδίδει ακατάπαυτα ποίηση, μεταφράσεις σύγχρονων, κλασικών και αρχαίων έργων.

Ποιος είναι ο Γιώργος Μπλάνας που με τον δικό του πολύ προσωπικό τρόπο επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία έτσι όπως αυτός την αντιλαμβάνεται, με διάθεση παρηγορητική απέναντι στα δεινά του σύγχρονου ανθρώπου;

Κι ίσως έχει και τη διάθεση να μου αποκαλύψει κάτι για τους ποιητές που «το χιόνι απλώνει τα μαλλιά του/στα ξύλινα μάτια τους/κι ο ήλιος στεγνώνει τις σκέψεις τους/στα ξέφωτα».

● Κύριε Μπλάνα, από τα τόσα κείμενα που έχετε διαβάσει, δουλέψει, μεταφράσει, έχετε βρει κάποιο ενδεδειγμένο τρόπο να φιλοσοφείτε τη ζωή;
Κατά κάποιο τρόπο η φιλοσοφία είναι πανούκλα…

Τι εννοείτε;
Η φιλοσοφία είναι ένας τρόπος σκέψης που φτιάχνει μοντέλα. Επιμένει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αυτά τα μοντέλα.
Ευτυχώς τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα έγινε μια τομή που λέγεται Χάιντεγκερ. Οταν ο Χάιντεγκερ άρχισε να φιλοσοφεί, επιστρέψαμε στην προσωκρατική φιλοσοφική σκέψη.
Φιλοσοφία είναι για μένα αυτό που έκανε ο Ηράκλειτος, όχι ο Πλάτωνας. Ο Πλάτωνας δημιούργησε παράδοση. Η νεότερη φιλοσοφία αυτής της παράδοσης θεωρεί το «Συμπόσιο» ένα πάρεργο.
Σπουδαίο έργο θεωρεί την «Πολιτεία». Είναι ένα έργο ανατριχιαστικό, το οποίο όμως ξεκαθαρίζει, εξηγεί, τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται ο Πλάτωνας, τη λογική του.

Γιατί επιλέξατε τη βιβλιοθηκονομία;
Ηταν η μόνη σχολή που δήλωσα. Το 1976 μπήκα. Το βιβλίο για μένα είναι φετίχ.
Αυτό έγινε γιατί ήταν μέσα στο σπίτι η γιαγιά μου, που με μεγάλωσε. Μια γιαγιά μόλις 39 ετών. Χήρα ενός «τεταρτοδιεθνιστή» τροτσκιστή. Τον σκότωσαν στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» οι Γερμανοί όταν απέδρασαν τα μέλη του ΚΚΕ από εκεί.
Καθώς με μεγάλωσε λοιπόν -αυτή η γιαγιά της ίδιας ιδεολογίας με τον παππού- είχα την αίσθηση ότι το βιβλίο ήταν ένα είδος σπλάχνου του ανθρώπου.
Με τους σημερινούς όρους θα έλεγα ότι ο άνθρωπος είναι ένα cyborg του οποίου το μη βιολογικό μέρος είναι το βιβλίο. Η γιαγιά μου και η μητέρα μου με προμήθευαν βιβλία.

Και τι βιβλία διαβάζατε;
Δεν διάβασα παιδικά βιβλία. Αν εξαιρέσεις τον Ιούλιο Βερν. Στη Δευτέρα Δημοτικού διάβασα το «Ο γέρος και η θάλασσα» του Χέμινγουεϊ.
Αυτό βρήκαν στο χαρτοπωλείο της γειτονιάς, έγραφε επάνω και Βραβείο Νόμπελ, και μου το πήραν! Και να σκεφτείς ότι ήταν αγράμματοι άνθρωποι, η γιαγιά μου δεν πήγε ποτέ σχολείο.

Εδιναν περισσότερο έμφαση και σημασία στα γράμματα οι άνθρωποι εκείνων των γενιών;
Μεγάλη έμφαση! Το θεωρούσε τιμή του ο κάθε άνθρωπος να στείλει τα παιδιά του στο Πανεπιστήμιο.
Τώρα είναι σχεδόν ατιμωτικό να μην περάσει το παιδί σου στο Πανεπιστήμιο, άλλο αν πολλά παιδιά δεν πάνε καν να γραφτούν ή τα παρατάνε στη μέση των σπουδών!
Μεγάλο θέμα αυτό! Πάντως αν σκεφτεί κανείς πως ακόμα και στα πανηγύρια πάντα υπήρχε ένας πάγκος που πουλούσε βιβλία και μάλιστα κλασικά: Ντοστογιέφσκι, Ουγκό, ο «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ και άλλα πολλά.
Είναι αδύνατο ως παιδί να μην πέσει το μάτι σου πάνω τους. Το κάθε παιδί, όχι μόνο εγώ, γιατί φαντάζομαι πως δεν τους μεγάλωσε όλους μια γιαγιά που τους μάθαινε τη Διεθνή πριν τους μάθει να κάνουν τον σταυρό τους!

Φαντάζομαι πως ο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ σάς έκανε μεγάλη εντύπωση ως παιδί για να βάλετε αργότερα στην πρώτη ποιητική σας συλλογή τον τίτλο «Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν τη σφαγή»…
Αυτό που λέει: Η ζωή είναι ένα είδος τετάρτου τροχού σε μια άμαξα. Σαν ρεζέρβα δηλαδή. Μεγάλη κουβέντα! Μου έμεινε ο μύθος.
Αν το καλοσκεφτούμε, ποιος άλλος δημιούργησε έναν τόσο μεγάλο, δυνατό και θεμελιώδη μύθο;

Τι καταλάβατε λοιπόν τελειώνοντας αυτό το βιβλίο;
Το προδρομικό οικολογικό θέμα κατ’ αρχήν. Εγώ είχα ένα μεγάλο θέμα με τη φύση, ήθελα να βλέπω ουρανό, να βλέπω δέντρα, στην πλατεία που παίζαμε βλέπαμε την Ακρόπολη!
Αν δεν έχει πατήσει ο άνθρωπος ξυπόλυτος μέσα στη λάσπη, αν δεν έχει πιάσει με τα χέρια του ένα σκουλήκι μέσα από το χώμα, δεν μπορεί να νιώσει αυτή την εμπειρία που στήνει ξαφνικά μέσα του μια δομή ολιστική κάνοντάς τον να νιώθει ο ίδιος μέρος της φύσης.
Ακόμα κι αν η φύση αντικατασταθεί από μια εικονική φύση, πάντα διατηρεί μέσα του αυτή τη δομή. Δηλαδή, τη σέβεται.
Αυτός ο σεβασμός είναι η μόνη δυνατή άμυνα απέναντι στην εικονική πραγματικότητα.

Το πρώτο ποίημα πότε το γράψατε;
Δευτέρα Δημοτικού. Εγραψα τον Εθνικό Υμνο του Διονυσίου Σολωμού! Τι εννοώ;
Παρά το ότι γινόταν πόλεμος, μάχες, για να με βάλουν να γράψω και να διαβάσω, εγώ έγραψα όλες τις στροφές του Υμνου τρεις ή τέσσερις φορές…

Γιατί το κάνατε αυτό;
Διότι ζήλευα! Ζήλευα που εκείνος είχε γράψει αυτό το πράγμα κι όχι εγώ! Στην αρχή αρχή της ποίησης υπάρχει ο μάγος και αυτό που δεν μπορεί να ερμηνευτεί. Εκανα αναπαράσταση, μίμηση. Αυτή η τελετή με ηρεμούσε κάπως.

Γιατί διαλέξατε τον Λόρενς Φερλινγκέτι για να μεταφράσετε πρώτο;
Ηταν η εποχή! Μια επαναστατική εποχή παρ’ όλο που εγώ στον τρόπο ζωής μου ήμουν πάντα συντηρητικός.
Επαιξε ρόλο και η γνωριμία μου με τον Λεωνίδα Χρηστάκη που έβγαζε ένα αντιεξουσιαστικό περιοδικό, το «Ιδεοδρόμιο».
Διάβασα Φερλινγκέτι και μου άρεσε για τη μαχητική ποίησή του και τον λυρισμό του. Το δεύτερο βιβλίο σ’ αυτή τη σειρά ήταν Κάμινγκς.
Υπήρχε όμως κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον, ο Κάμινγκς, ο Κάρλος Ουίλιαμς και άλλοι ήταν σαν μεγάλα πουλιά που άνοιξαν τις φτερούγες τους και έκλεισαν μέσα την μπίτνικ γενιά.
Αυτό, η συνέχεια, είναι μια αρετή της αμερικανικής λογοτεχνίας και κουλτούρας.
Να φανταστείς ότι ο ομπζεκτιβιστής, μινιμαλιστής Ουίλιαμς κάνει πρόλογο σ’ ένα ποτάμι ρομαντισμού όπως είναι το «Ουρλιαχτό».

Και πώς βγήκε η πρώτη σας ποιητική συλλογή;
Με προτροπή του Λεωνίδα Καφάογλου που είχε τις εκδόσεις «Υακίνθη». Θυμάμαι την πλακέτα όταν βγήκε, καταπληκτική. Αλλά να σας πω κάτι, εγώ πάντα πήγαινα γωνία γωνία.

Γιατί πηγαίνατε γωνία γωνία; Εκ χαρακτήρος;
Αυτά τα πράγματα είναι τα απομεινάρια του μπολσεβικισμού. Δηλαδή ό,τι και να γινόταν, μένει μια φωνή μέσα σου που σου λέει: Τρώγε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου και διάβαζε πολύ. Και στο σπίτι η αλαζονεία ή ο κομπασμός ήταν νοσηρό πράγμα.
Ακόμα κι ο πατέρας μου που ήταν διάσημος στην περιοχή ήταν χαμηλών τόνων.
Οταν κομπάζεις, ό,τι βγει από το στόμα σου γίνεται ένα όχημα και υπάρχει ο κίνδυνος να το πάρεις από πίσω.
Να πεις δηλαδή, είμαι ο επόμενος νομπελίστας, να το πιστέψεις, να καταστρέψεις κι αυτά τα πράγματα που κάνεις, και στο τέλος να γίνεις γελοίος.

Γιατί ήταν διάσημος ο πατέρας σας;
Ηταν ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Αιγάλεω. Από το 1949 έπαιζε μπάλα. Με τον Εμφύλιο δηλαδή.
Θυμάμαι που μου έλεγε μάλιστα ότι σε έναν αγώνα με τον Αστέρα Τρίπολης όταν έβαζαν γκολ σηκώνονταν οι κομμουνιστές και ζητωκραύγαζαν, αγκαλιάζονταν με τους ταγματασφαλίτες -που μάλιστα πυροβολούσαν και στον αέρα για να το γιορτάσουν- και όταν έβγαιναν έξω από το γήπεδο άρχιζαν να τους κυνηγάνε! Αλλος τόπος το γήπεδο.

Πάντως η πρώτη σας ποιητική συλλογή έτυχε πολύ καλής υποδοχής…

Είχα την τύχη να έχω πολύ καλούς κριτικούς σε όλη την πορεία μου. Κριτικούς που δεν ήξερα, δεν γνώριζα.
Αυτοί οι άνθρωποι με τις κριτικές παρατηρήσεις τους με βοήθησαν να γίνω καλύτερος. Τους οφείλω πολλά.

Σήμερα υπάρχουν τέτοιοι βιβλιοκριτικοί;
Υπάρχουν αυτοί που υπήρχαν. Εχει ανέλθει και ένα είδος που κυρίως κάνει βιβλιοπαρουσίαση με κάποιες λίγες κριτικές παρατηρήσεις. Βεβαίως σε όλα αυτά τα πράγματα γίνεται και κατάχρηση.
Από την αρχαία Αθήνα ακόμα, πάντα υπήρχαν οι διάσημοι, που προσπαθούσαν να επιβάλουν τη δουλειά τους, που προσπαθούσαν να επιβληθούν.
Ο Αριστοφάνης στους Βατράχους λέει κάτι πολύ ωραίο: Ερχεται ο καθένας, αφήνει μια κουτσουλιά και το ονομάζει θεατρικό έργο!

Στο ποίημά σας «Αναπόφευκτη ανθηρότητα» λέτε: «Αφέθηκα, δεν σκέφτηκα, μα ακόμη ελπίζω στην αναπόφευκτη ανθηρότητα»…
Την ανθηρότητα αυτή αρκετοί την αντιλήφθηκαν ως Θεό. Δεν θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω έτσι.
Είναι ο δημιουργός που έχει καρφωθεί στο μυαλό μας από τα χρόνια του Ομήρου και τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και φαίνεται πως ακολουθεί τους ανθρώπους σε όλες τις περιπέτειές τους.
Υπάρχει μια δημιουργική δύναμη που κάποιοι θεωρούν πως είναι έξω από το άτομο ή την κοινότητα, εγώ αυτό το θεωρώ αλλοτρίωση.
Ξέρω ότι υπάρχει μια δημιουργική δύναμη μέσα μας, γιατί είμαι ένα ον που δεν έχει διαφορές με τα άλλα όντα, κι αυτή τη δημιουργική δύναμη την έχουμε θεσμοθετήσει και τη χρησιμοποιούμε σαν κάθαρση στα πανηγύρια και στις τελετές.
Ακόμα και για μένα που δεν πιστεύω σε οντολογικό επίπεδο στην ύπαρξη του Θεού, πιστεύω ότι αν δεν υπήρχαν οι τελετές θα μαραζώναμε. Οι τελετές είναι κάθαρση!

Στη «Νύχτα» λέτε: «Σε θέλω, μου ανήκεις, σ’ αγαπώ», έχετε κατανοήσει τα πάθη του έρωτα; Αυτό το «μου ανήκεις» μοιάζει σαν μια ιδιοκτησία…
Νομίζω ότι ορισμένες λέξεις υπάρχουν ως γλωσσικά παιχνίδια. Είναι περιοχές, στοχαστικές πρακτικές.

Δεν υπάρχει και μια αλήθεια εκεί μέσα; Στο «μου ανήκεις». Γιατί διαλέξατε αυτή τη λέξη;
Βεβαίως! Κατά καιρούς ένα γλωσσικό παίγνιο προΐσταται και η λέξη αρχίζει και περιορίζεται. Π.χ. μεγαλώσαμε σε μια εποχή που η ηγεμονία ανήκει στο γλωσσικό παιχνίδι της πολιτικής και δη του μαρξισμού.
Η λέξη «ανήκω», η λέξη «ιδιοκτησία», ήταν ήδη στο τραπέζι σαν κάτι που δεν ήταν σωστό. Οταν λοιπόν χρησιμοποιώ μια «φορτωμένη» λέξη μπαίνει το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Οχι κτητικότητα στον έρωτα.
Αλλά να σας πω κάτι, έχει ρωτήσει κανείς τους ανθρώπους ειλικρινά πόσο κολακεύονται με αυτή την κτητικότητα που τους απευθύνει ο άλλος;
Αυτό που συμβαίνει με τον έρωτα είναι τρομερό. Θέλεις να ανήκεις, θέλεις να εξαφανιστεί οτιδήποτε πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο και να δημιουργήσεις μια καινούργια οντολογική κατάσταση, να υπάρχεις μόνο γι’ αυτό.
Αυτός ο οποίος θέλει τον άλλο κτήμα του στην πραγματικότητα θέλει να γίνει εκείνος κτήμα του άλλου, υπάρχει μια διαλεκτική στον έρωτα.
Αντιδρά με κτητικότητα εκείνος που έχει εκμηδενιστεί, που έχει παραδοθεί πλήρως στον άλλον. Είναι λεπτές ισορροπίες που δεν μπορούν να ρυθμιστούν.

Είναι το μεγαλύτερο «ψέμα»; Η μεγαλύτερη παραίσθηση;
Οχι, είναι μια καινούργια αλήθεια. Ο έρωτας γεννάει συνεχώς ερωτήματα. Υπάρχουμε επειδή υπάρχει. Είναι τόσο περίπλοκο θέμα που το μόνο που βοηθάει είναι να μην κάνεις αυτό που κάνει η κοινωνία.

Δηλαδή;
Η κοινωνία, για να αποφύγει τη σύγκρουση των μελών της με τη βία, θεσμοθετεί τη βία. Και τη δίνει κατά αποκλειστικότητα στο κράτος, προσπαθεί να θεραπεύσει τη βία με τη βία. Δεν γίνεται αυτό. Αυτό είναι παράλογο.
Αν προσπαθήσεις να συλλάβεις στο βάθος βάθος τον έρωτα στην ουσία του θα είναι σαν να προσπαθείς να θεραπεύσεις την αίσθηση του αντικειμένου που έχεις -διότι είσαι αντικείμενο- δίνοντας στον άλλο την αποκλειστικότητα του υποκειμένου.
Τα πράγματα είναι απλά στον έρωτα, υπάρχουν περιπτώσεις που δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.
Ξαφνικά βρίσκεσαι σ’ ένα σπίτι μ’ έναν άνθρωπο εδώ και είκοσι χρόνια επειδή τον ερωτεύτηκες. Χωρίς να έχεις σκεφτεί πάνω σ’ αυτό το πράγμα!

Στο «Αυτοκράτωρ Ιουλιανός προς φιλόσοφον» λέτε: «Αυτοί που σιωπούν μένουν ανεύθυνοι μες τους αιώνες». Γι’ αυτό δεν μιλούν οι άνθρωποι για όσα συμβαίνουν; Μια τεράστια σιωπή έχει πέσει τελευταία…
Δεν μιλούν οι πολίτες. Καλώς σιωπούν. Μίλησαν πολύ προηγουμένως, σε διαδηλώσεις, σε συμπλοκές με την αστυνομία. Φτάσαμε στο σημείο άνθρωποι να χάνουν το φως τους από κλομπ.
Θα έχουμε αργότερα ίσως την ευκαιρία σε δημόσιο επίπεδο να δούμε τι έγινε και πώς. Χρειάζεται μια απόσταση.
Τώρα σιγήν ασυρμάτου. Αντιμετωπίζουμε το ενδεχόμενο να πέσουν θραύσματα πυραύλων στο κεφάλι μας.
Ο Ερντογάν απειλεί και δεν μας έχει πείσει η Τουρκία ότι δεν κυβερνάται από έναν τρελό. Πρέπει να ωριμάσουμε πολιτικά. Να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στο πολιτικό και στο ιδιωτικό, στο συναισθηματικό και στο δημόσιο.
Οι Ελληνες δεν αντιδρούν πια σαν να είναι στο καφενείο που όταν μπει κάποιος και τους προσβάλει υπάρχει περίπτωση να συμπλακούν.
Αυτά που έζησαν είναι ένα τεράστιο σοκ. Αν αντιδράσουν η αντίδραση αυτή ίσως σωριάσει την ελληνική δημοκρατία. Δεν εννοώ βέβαια τους θεσμούς, που έχουν πια αποδείξει τη δημοκρατικότητά τους.
Εχουν συμβεί πράγματα που καλό είναι να τα συζητήσουμε όταν πάρουμε μια ανάσα.

Στην «Αντιγόνη» (Γαβριηλίδης) που μεταφράσατε μέσα σε μια σειρά άλλων αρχαίων τραγωδιών, ο Σοφοκλής λέει για τη Θήβα: «Σ’ αυτή την πόλη όλοι είναι μόνοι, προσπαθούν να ευτυχήσουν αλλά δεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν γι’ αυτό…», εξαιρετικά επίκαιρο και για την εποχή μας. Πώς οδηγούμαστε στη μοναξιά;
Με την απόφαση ή την απερίσκεπτη ιδέα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος ότι είναι δυνατόν να είναι μόνος του. Από φόβο, από υπέρμετρη φιλοδοξία ή από κούραση.

Στον «Προμηθέα Δεσμώτη», που επίσης μεταφράσατε σ’ αυτή τη σειρά, μπαίνει στα προλεγόμενά σας ένα ερώτημα που προκύπτει από τη φιλοσοφική σκέψη: Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του ουρανού;
Θα αναφέρω μια κουβέντα ενός ποιητή – αν συνέβη τώρα αυτός ο ποιητής να ασχοληθεί με την πολιτική και να μην τα κάνει όλα όπως πρέπει, αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι μεγάλος ποιητής.
Ο Μάο Τσε Τουνγκ είπε λοιπόν πως «ο ουρανός ανήκει στους άντρες και στις γυναίκες». Ο μισός ουρανός ανήκει στους άντρες και ο άλλος μισός στις γυναίκες. Τόσο απλά. Στον καθένα μας ανήκει ένα κομμάτι ουρανού.

Κύριε Μπλάνα, τελειώνοντας αυτή τη συνομιλία μπορείτε να μας πείτε τι βρίσκεται αυτή τη στιγμή πάνω στο γραφείο σας; Τι αφήσατε μισοτελειωμένο για να συναντηθούμε αυτή την Κυριακή το μεσημέρι;
Α, πολλά, μεταφράσεις κυρίως. Αλλά και κάτι δικό μου…

Θα μας πείτε κάτι απ’ το δικό σας;
Είναι ένα καινούργιο έργο. «Σχεδόν Επος» είναι ο τίτλος.
Ο Ομηρος έχει βάλει σε μια βάρκα τον Αχιλλέα με πολύ κρασί βεβαίως και οδεύουν προς τον ωκεανό. Θα συναντήσουν στην κόλαση νεκρούς που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί.
Αρχίζει έτσι: Τον είδα να ’ρχεται σαν φλόγα/του κεριού μέσα στην νύχτα/κι ας έβραζε ο ήλιος στην άμμο το νερό-/μέρα μέδουσα στης Τροίας την ακτή:/διάφανη μήτρα των μικρών,/θεών, που αστράφτουν μεσημέρι /απ’ τα χαράματα, στον ιδρωμένο/ύπνο των κράμων. Προσπέρασε θαμπά /τις νεκρικές πυρές. Ενα σκυλί,/τρέκλισε την αγρύπνια του· άνοιξε/το στόμα να γαβγίσει: αιμόφυρτη σιωπή,/ανέβηκε απ’ τα σπλάχνα του-/σωριάστηκε, σπαρτάρισε.

*Από εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/o-erotas-genna-synehos-erotimata

Α. Ξηρογιάννη: “Η δεύτερη φύση μου είναι η παραφορά του καλλιτέχνη”

Συνέντευξη στην Ελένη Τζατζιμάκη

Συνομιλούμε με τη συγγραφέα Ασημίνα Ξηρογιάννη με αφορμή το τελευταίο της ποιητικό βιβλίο «Δεύτερη φύση» (ΑΩ εκδόσεις 2018).

Ποια ειδική αποστολή υπηρετούν τα «65 χαϊκού» για σένα, σε αντιδιαστολή με τις προηγούμενες συλλογές σου; Ποια πρόθεση;
Hθελα να πειραματιστώ και σε αυτό το είδος. Εχω πειραματιστεί σε διάφορα είδη (θέατρο, νουβέλα, ποίηση, δοκίμιο, κριτική). Εχω επίσης, υπάρξει δύο φορές ανθολόγος («Μονόλογοι συγγραφέων», Βακχικόν 2015 και «Το θέατρο στην ποίηση», Μοmentum 2017). Το κάθε είδος το αντιμετωπίζω πάντα με σοβαρότητα και αφιερώνομαι. Είχα γράψει δύο μόνο ερωτικά χαϊκού για τις ανάγκες του υβριδικού βιβλίου μου «23 μέρες» (Γαβριηλίδης 2015). Είχα γράψει και χαϊκού για τις Εποχές με τους μαθητές μου. Και τρίτον έχω πρόσφατα κάνει αφιέρωμα στο είδος στην ελληνική εκδοχή του, με σχετική Ανθολόγηση στο Varelaki/Notationes. Όμως πάντα ήθελα να γράψω και ένα βιβλίο, οπότε εργάστηκα για αυτόν το σκοπό.

Σε πρώτη ανάγνωση,τα κέντρα της ζωής σου εδώ είναι η ζωή ως πράξη και ως θεωρία ,ο έρωτας,το θέατρο,η ποίηση ως εσωτερική λειτουργία πριν να έρθει ο λόγος. Με άλλα λόγια, θα έλεγα καταχρηστικά ότι τα κέντρα της ποίησής σου είναι όντως ούσα «πρώτη φύση» σου. Ποια είναι η «Δεύτερη φύση»;
Η δεύτερη φύση μου είναι η παραφορά που πάει μαζί με τον άλλο μου εαυτό, τον καλλιτεχνικό! Η παραφορά επίσης της Μούσας που αποτελεί αντικείμενο έμπνευσης. Υπάρχει και το σχετικό χαϊκού:

H παραφορά
δεύτερη φύση είναι
για σένα, Μούσα.

Δημιουργείται μια αίσθηση ότι ολόκληρη η συλλογή είναι ένα ποίημα σε συνέχεια. Μικρές ακροβασίες στα σημεία εκείνα που ορίζουν τον κόσμο σου. Υπάρχει πράγματι ένα συνεχές αδιάσπαστο;
Nαι… ένα συνεχές αδιάσπαστο, με την έννοια ότι είναι ένας συνεχής διάλογος του δημιουργού με την τέχνη του και τις εμπνεύσεις του. Άλλωστε, τα δικά μου τα βιβλία είναι σαν συγκοινωνούντα δοχεία, το ένα μέσα στο άλλο σχεδόν. Το έχει επισημάνει η κριτική, που μιλάει μάλιστα και για το επαναλαμβανόμενο στοιχείο του εγκλεισμού, της διακειμενικότητας και άλλων θεμάτων-μοτίβων στα οποία μοιραία επανέρχομαι, όμως μπαίνω σε αυτά με άλλο βλέμμα και με άλλη οπτική. Είναι σαφές ότι αυτά απασχολούν την σκέψη μου.

Πιστεύεις ότι η ελληνική γλώσσα αντέχει την τέχνη του χαϊκού;
Ναι,το έχει αποδείξει ότι αντέχει, νομίζω. Το διαπίστωσα και επειδή έχω μελετήσει σχετικά για το αφιέρωμα που έκανα στο varelaki για το ελληνικό χαϊκού (http://varelaki.blogspot.com/2018/03/notationes-anoi-2018-e.html, Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018). Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανά στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη, και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Σεφέρης («16 χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων). Όμως το 1969 έχουμε το «Αλφαβητάρι» του Ζήσιμου Λορεντζάτου, την πρώτη αυτοτελή συλλογή χαϊκού στην Ελλάδα. Οι Έλληνες βεβαίως μπορεί να μην μείνουν αυστηρά στο 5-7-5 που απαιτείται, αλλά να ανοίξουν τη φόρμα, κάνοντας μικρές παραβάσεις, ή καταφεύγοντας στο μονόστιχο με 17 συλλαβές. Το θέμα είναι κάτι που έρχεται «έξωθεν» και είναι προϊόν μιας άλλης κουλτούρας και μιας άλλης λογοτεχνικής ιστορίας να μεταφέρεται δημιουργικά.

Ο Ρολάν Μπαρτ διακρίνει τις διάφορες δυνατές εναλλακτικές αναγνώσεις των χαϊκού. Την δυτική ανάγνωση, η οποία το ερμηνεύει συμβολικά και ρέπει προς ένα μεταφυσικό νόημα την απορρίπτει ως ευρωκεντρική και σημειώνει ότι τέτοιου είδους προσεγγίσεις μπορούν «να αστοχήσουν στο χαϊκού, καθώς η ανάγνωσή του συνίσταται στην αιώρηση της γλώσσας και όχι στην πρόκλησή της. Ποια είναι η δική σου άποψη έχοντας δουλέψει ποιητικά πάνω σε αυτήν τη φόρμα;
Το χαϊκού από την καταγωγή του είχε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Συνήθιζε να αναφέρεται στη Φύση και να συνδιαλέγεται με αυτήν και τα στοιχεία της. Ενας σύγχρονος ποιητής που γράφει χαϊκού πιστεύω ότι έχει χρέος να κάνει την αναπροσαρμογή του. Το 2018 επέλεξα να μην γράψω χαϊκού με θέμα τη Φύση, παρόλο που αυτό είναι μέρος της παράδοσης του είδους. Επίσης επέλεξα να μην δώσω μεταφυσική χροιά στα χαϊκού μου. Παίζω όμως με τα νοήματα και τις Ιδέες και εκφράζω συναισθήματα. Επίσης, δίνω ένα Νόημα κάθε φορά που μπορεί να αποτελέσει τροφή για σκέψη. Εχω την επιθυμία να υπενθυμίσω στους αναγνώστες πως η ζωή είναι ένα ατέρμονο παίγνιο και ένα απέραντο πεδίο «στοχαστικών προσαρμογών».

Τι σε δυσκόλεψε περισσότερο κατά τη δημιουργική διαδικασία; H οικονομία, το μέτρημα, η επιλογή των λέξεων ή η συνοπτική απόδοση του εκάστοτε νοήματος;
Όλα. Επειδή, όπως προανέφερα, το είχα κάνει μόνο σποραδικά και όχι συστηματικά. Οπότε ήταν αρκετά κοπιώδες, αλλά νομίζω το αποτέλεσμα με δικαίωσε.

Θα ξαναέγραφες χαϊκού;

Eχω ήδη αρκετά στο γραφείο μου που τα παλεύω!

*Από εδώ: https://www.vakxikon.gr/%CE%B1-%CE%BE%CE%B7%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7-%CE%B7-%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B7-%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9/

Μια συνέντευξη της Alejandra Pizarnik

Εισαγωγή – επιλογή – μετάφραση: Στάθης Κομνηνός*

Καιρό τώρα υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μεταφράσω ολόκληρο το έργο της Alejandra Pizarnik και να το διαδώσω όσο μπορώ. Έχω περίπου 280 σελίδες στο «συρτάρι» μου που πρέπει οπωσδήποτε να βρω χρόνο να τις διαβάσω και να οριστικοποιήσω το κείμενο της απόδοσής μου. Σήμερα αντλώ απ’ αυτό μια συνέντευξη της ποιήτριας, την οποία θεωρώ ασυγκρίτως ανώτερη από τις αβασάνιστα μοδάτες και πασίγνωστες (και προς θεού δεν το εννοώ διόλου υποτιμητικά…) Plath, Sexton ή άλλες ομότιμες μ’ αυτές στην κλάση τους ποιήτριες. Με καταθλίβει και μ’ ενοχλεί εξοργιστικά η υπερτίμηση ή η υποτίμηση στη λογοτεχνία (και όχι μόνον). Αλλά αυτή είναι μια αρρώστια που δεν θα εγκαταλείψει ποτέ την ανθρωπότητα, καθώς δεν παρέχεται ακριβής διάγνωση, συμπτωματολογία και φαρμακευτική αγωγή και, φυσικά, πάσχουμε απ’ αυτήν, ανίατα, όλοι ανεξαιρέτως. Η πιο εύκολη, ίσως, προσληπτικότητα, η αμεσότητα και οικειότητα ενός βιώματος, μιας σκέψης ή ενός «μηνύματος», όπου ένας κοινός παρονομαστής αναγνωρίζει ευκολότερα τον εαυτό του, η πιο προσιτή γλωσσική έκφραση και πολύ συχνά το καλύτερο εμπορικό πλασάρισμα, μαζί με μια πιο διαδεδομένη γλώσσα, είναι βασικές αιτίες αυξήσεως της αξίας των διάφορων ποιητικών μετοχών, όχι όμως και της ουσιώδους αξίας ενός ποιητικού έργου. Ευτυχώς που η Τέχνη είναι φύσει μακρά και ανεπηρέαστη από τέτοια και τα αποστάγματά της γίνονται αγλαά πετρώματα μετά από αιώνες. Στην αρρώστια, μολαταύτα, δεν πρέπει να παραδίδεται κανείς αμαχητί. Αυτό σημαίνει έγκοπη προσπάθεια ίασης από την τύφλωση των συρμών, των φωταγωγιών, των διαλαλητών και της οχλαγωγίας. Υπό την έννοιαν αυτή, ανακάλυψα, χρόνια τώρα, την Pizarnik. Η Pizarnik είναι ασυγκρίτως ασημότερη και πιο άγνωστη από τις προαναφερθείσες ποιήτριες (και άλλες φυσικά…, μεταξύ των οποίων δεν εξαιρώ και εγχώρια ονόματα), λόγω του εξαιρετικά μεγαλύτερου βάθους της, κατά την κρίση μου ασφαλώς, και των υψηλότερων (=οντολογικότερων) στοχεύσεών της. Το ενοχλητικό αυτό γεγονός με ώθησε σήμερα να δημοσιεύσω ένα ελάχιστο απόσπασμα από τις 280 σελίδες μου, μια που, επιπροσθέτως, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μου δοθεί χρόνος να τηρήσω την υπόσχεσή μου στην ποιήτρια… Διάλεξα ένα κείμενο στο οποίο εμπεριέχονται αρκετοί στίχοι της, ώστε να ακουστεί η φωνή της και να γίνει περισσότερο γνωστή στο αναγνωστικό κοινό (ευτυχώς υπάρχουν κάποιες μεταφράσεις του έργου της στα ελληνικά τις οποίες μπορεί κάποιος να μετέλθει άμεσα, βλ. εκδ. Θράκα, και Bibliotheque). Προδρομική, λοιπόν, η σημερινή δημοσίευση, με την ελπίδα να γίνει κάποτε γεγονός και η σωματική παρουσία της στο συγκεντρωτικό τόμο των απάντων της.

Μια συνέντευξη της Alejandra Pizarnik

Η συνέντευξη δόθηκε στη Martha Isabel Moia και δημοσιεύθηκε στο El deseo de la palabra, Ocnos, Barcelona 1972.

M.I.M. – Υπάρχουν στα ποιήματά σου όροι που κρίνω πως είναι εμβληματικοί και συντείνουν σε μια σχηματοποίηση των ποιημάτων σου ως τόπων όπου κυριαρχεί η μοναξιά και η παρανομία, όπως τα πάθη της παιδικής ηλικίας, το ποίημα, ο έρωτας, ο θάνατος. Συμφωνείς μαζί μου στο ότι όροι όπως κήπος, δάσος, λέξη, σιωπή, περιπλάνηση, άνεμος, ραγισματιά και νύχτα, είναι, ταυτόχρονα, σημεία και λέξεις εμβληματικές;

A.P. – Πιστεύω ότι στα ποιήματά μου υπάρχουν λέξεις που επαναλαμβάνω πάλι και πάλι ασταμάτητα, δίχως ανάπαυλα, ανελέητα: εκείνες που αφορούν στην παιδική ηλικία, τους φόβους, το θάνατο, τη νύχτα των σωμάτων. Ή, για να είμαστε πιο ακριβολόγοι, οι όροι που κατονόμασες στην ερώτησή σου θα μπορούσε να ήταν σημεία και εμβληματικές λέξεις.

M.I.M. – Ας αρχίσουμε μπαίνοντας, λοιπόν, στους πιο ευχάριστους χώρους: ο κήπος και το δάσος.

A.P. – Μια από εκείνες τις φράσεις που με στοιχειώνει βαθιά την είπε η μικρή Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων: – «Ήρθα μόνο για να δω τον κήπο». Για την Αλίκη και για μένα, ο κήπος συμβολίζει τον τόπο της συνάντησης ή, με τα λόγια του Mircea Eliade, το κέντρο τού κόσμου. Πράγμα που μου υποβάλλει αυτή τη φράση: Ο κήπος είναι πράσινος στον εγκέφαλο. Φράση δική μου που με οδηγεί στην ακόλουθη του Georges Bachelard, που ελπίζω να τη θυμάμαι επακριβώς: Ο κήπος της ανάμνησης-ονείρου, χαμένος στο απώτατο βάθος του αληθινού παρελθόντος.

M.I.M. – Όσον αφορά στον κήπο σου, φαίνεται πως είναι συνώνυμος τής σιωπής. Ωστόσο, εγώ αισθάνομαι να υπάρχουν κι άλλες σημασίες. Για παράδειγμα, ο κήπος σου θα μπορούσε να είναι ένας υπαινιγμός, μια αλληγορία, για το απαγορευμένο, το απόκρυφο.

A.P. – Και γιατί όχι; Ωστόσο, παράλληλα θα μπορούσε να υπαινίσσεται την παιδική ηλικία, το σώμα, τη νύχτα.

M.I.M. – Μπήκες κάποια φορά στον κήπο;

A.P. – Ο Προυστ, αναλύοντας τις επιθυμίες, λέει πως δεν θέλουν να αναλύονται αλλά να ικανοποιούνται, δηλαδή: δεν θέλω να μιλώ για τον κήπο, θέλω να τον δω. Είναι σαφές ότι αυτό που λέω δεν αφήνει περιθώρια να είναι κανείς παιδικός ή, καλύτερα, παιδαριώδης, αφού σ’ αυτή τη ζωή δεν κάνουμε ποτέ αυτό που θέλουμε. Πράγμα που αποτελεί ένα ακόμη κίνητρο για να θέλει κανείς να δει τον κήπο, ακόμη κι αν είναι αδύνατον, – ακριβώς, μάλιστα, αν είναι αδύνατον.

M.I.M. – Ενώ απαντούσες στην ερώτησή μου, η φωνή σου έφερε μια φράση στη μνήμη μου από ένα σου ποίημα: το λειτούργημά μου είναι ν’ αποτρέπω και να εξορκίζω.

A.P. – Μεταξύ άλλων, γράφω για να μη συμβεί αυτό που τρέμω· για να μην υπάρχει αυτό που με πληγώνει· για να απομακρύνω το Κακό (ας θυμηθούμε τον Κάφκα). Μια που έχει ειπωθεί πως ο ποιητής είναι ο μεγάλος θεραπευτής. Υπ’ αυτή την έννοια, η ποιητική πράξη θα υποδήλωνε τον εξορκισμό, την αποτροπή και, επιπλέον, την αποκατάσταση. Το να γράφεις ένα ποίημα σημαίνει να θεραπεύεις τη θεμελιώδη πληγή, τη ραγισματιά. Αφού όλοι μας είμαστε πληγωμένοι.

M.I.M. – Μεταξύ των ποικίλων μεταφορών με τις οποίες δίνεις σχήμα σ’ αυτή τη θεμελιώδη πληγή, θυμάμαι, εξαιτίας βεβαίως της εντύπωσης που μου προκάλεσε, εκείνη που σε ένα πρώιμο ποίημά σου σε κάνει να αναρωτιέσαι για την κτηνώδη πτώση τού σπασμού που κυλά στο αίμα μου. Και νομίζω, σχεδόν με βεβαιότητα, ότι ο άνεμος είναι ένας από τους κυρίαρχους συγγραφείς της πληγής, μια που εμφανίζεται ενίοτε στα γραπτά σου ως ο μέγας τραυματίζων.

A.P. – Τρέφω αγάπη για τον άνεμο ακόμη κι όταν η φαντασία μου συνηθίζει να του δίνει άγρια σχήματα και χρώματα –ειδικά μάλιστα τότε. Έχοντας δεχτεί τη βιαιοπραγία του ανέμου, πορεύομαι στο δάσος, κι απομακρύνομαι σε αναζήτηση τού κήπου.

M.I.M. – Τη νύχτα;

A.P. – Λίγα γνωρίζω για τη νύχτα, ωστόσο ενώνομαι μαζί της. Το είπα σε κάποιο ποίημα: όλη τη νύχτα φτιάχνω τη νύχτα. Γράφω όλη τη νύχτα. Τη γράφω λέξη-λέξη.

M.I.M. – Όπως, επίσης, σε κάποιο εφηβικό σου ποίημα ενώνεσαι με τη σιωπή.

A.P. – Η σιωπή: μοναδικός πειρασμός, μα και η πιο μεγάλη υπόσχεση. Όμως νιώθω πως το άπαυστο κελάρυσμα δεν σταματά ποτέ να αναβρύζει (Πόσο καλά γνωρίζω το ανάβρυσμα της πηγής της (περι)πλανεμένης γλώσσας). Γι’ αυτό τολμώ να λέω ότι δεν γνωρίζω αν υπάρχει η σιωπή.

M.I.M. – Σε μιαν ευτυχή αντίστιξη μαζί σου, τη βλέπω να ενώνεται με τη νύχτα κι έπειτα με τη σιωπή, βλέπω την «ξένη», τη «σιωπηλή στην έρημο», τη «μικρούλα ταξιδιώτισσα», τη «μετανάστρια απ’ τα σπλάχνα μου»· αυτήν που θα «ήθελε να εισέλθει στο κλαβιέ για να εισχωρήσει στην ενδοχώρα τής μουσικής ώστε να αποκτήσει μια πατρίδα». Είναι αυτές ακριβώς, οι άλλες σου φωνές, που εκφράζουν την κλήση σου για περιπλάνηση, που κατά τη γνώμη μου είναι η αληθινή σου κλήση, ειπωμένη φυσικά με το δικό σου τρόπο.

A.P. – Σκέφτομαι μια φράση του Trakl : Ο άνθρωπος είναι κάτι παράξενο στη γη. Πιστεύω ότι, μέσα σ’ όλους, ο ποιητής είναι ο πλέον παράξενος. Πιστεύω ότι η μοναδική δυνατή κατοικία για τον ποιητή είναι η λέξη.

M.I.M. – Υπάρχει ένας φόβος σου που θέτει σε κίνδυνο αυτή την κατοικία: το να μη μπορεί κανείς να κατονομάσει αυτό που δεν υπάρχει. Είναι τότε λοιπόν που κρύβεσαι από τη γλώσσα.

A.P. – Με μιαν ασάφεια, όμως, που θέλω να ν’ αποσαφηνίσω: κρύβομαι από τη γλώσσα μέσα στη γλώσσα. Όταν κάτι –ακόμη και το τίποτε έχει ένα όνομα–, μοιάζει λιγότερο εχθρικό. Ασφαλώς, υπάρχει μέσα μου μια υποψία που λέει πως το ουσιώδες είναι άρρητο.

M.I.M. – Εκεί οφείλεται το ότι αναζητείς μορφές που εμφανίζονται ζώσες μέσω του έργου μιας γλώσσας ενεργητικής που τις υπαινίσσεται;

A.P. – Αισθάνομαι ότι τα σημεία, οι λέξεις, υποδηλώνουν, δημιουργούν υπαινιγμούς. Αυτός ο περίπλοκος τρόπος να αισθάνομαι τη γλώσσα με παροτρύνει να πιστεύω πως η γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει την πραγματικότητα· πως μπορούμε να ομιλούμε μοναχά για το προφανές. Εξ αυτού και η επιθυμία μου να κάνω ποιήματα αμείλικτα επακριβή σε πείσμα του έμφυτου σουρεαλισμού μου και να δουλεύω με στοιχεία από τις εσωτερικές σκιές. Αυτό είναι που χαρακτηρίζει τα ποιήματά μου.

M.I.M. – Ασφαλώς, τώρα πια δεν αναζητάς αυτήν την ακρίβεια.

A.P. – Ασφαλώς· επιδιώκω να γράφεται το ποίημα όπως εκείνο επιθυμεί να γραφτεί. Ωστόσο, προτιμώ να μη μιλώ για το τώρα διότι ακόμη είναι ελάχιστα γραμμένο.

M.I.M. – Σε πείσμα των τόσων πολλών που γράφετε!

A.P. – …

M.I.M. – Η άγνοια να κατονομάζεις σχετίζεται με την αγωνία να συναντήσεις κάποια φράση πλήρως δική σου. Το βιβλίο σου «Οι εργασίες και οι νύχτες» είναι μια σημαντική απάντηση, μια και σ’ αυτό αυτές που ομιλούν είναι οι δικές σου φωνές.

A.P. – Εργάστηκα σκληρά πάνω σ’ αυτά τα ποιήματα και πρέπει να πω ότι σχηματίζοντάς τα σχηματιζόμουν κι εγώ, και άλλαζα. Είχα μέσα μου μιαν ιδέα για το ποίημα και αγωνιζόμουν να την πραγματοποιήσω. Γνωρίζω ότι δεν μοιάζω με κανέναν (αυτό είναι πεπρωμένο). Το βιβλίο αυτό μου χάρισε την ευτυχία να συναντήσω την ελευθερία στη γραφή. Ήμουν ελεύθερη, ήμουν η οικοδέσποινα που έπλαθε τον εαυτό της με τη μορφή που εκείνη ήθελε.

M.I.M. – Μαζί με τους φόβους αυτούς συνυπάρχει εκείνος των λέξεων που επιστρέφουν. Ποιες είναι αυτές ακριβώς;

A.P. – Η μνήμη. Μου συμβαίνει να βοηθώ στη λιτανεία των λέξεων που εξορμούν και αισθάνομαι θεατής παθητικός κι ανυπεράσπιστος.

M.I.M. – Αναλαμπή που ο καθρέφτης, η άλλη όχθη, η απαγορευμένη ζώνη και η λήθη της, παρέχουν στο έργο σου το φόβο να γίνουν δύο, που αποδρά από τα όρια του döppelganger (Σ.τ.Μ γερμανικά στο πρωτότυπο: σωσίας) για να συμπεριληφθεί σε όλες εκείνες που ήσουν.

A.P. – Ορθά μιλάτε, είναι ο φόβος για όλες εκείνες που μέσα μου αντιμάχονται. Υπάρχει ένα ποίημα τού Michaux που λέει: Je suis; je parle á qui je fus et qui- je- fus me parlent. ( … ) On n’ est pas seul dans sa peau. (Σ.τ.Μ γαλλικά στο πρωτότυπο : Μιλώ· μιλώ σ’ αυτόν που ήμουν κι αυτόν που γινόμουν μιλώντας. Δεν είναι κανείς μονάχος μες στο δέρμα του.)

M.I.M. – Εκδηλώνεται σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή;

A.P. – Όταν «η κόρη της φωνής μου» με προδίδει.

M.I.M. – Σύμφωνα με ένα ποίημά σου, ο πιο όμορφος έρωτάς σου ήταν ο έρωτας για τους καθρέφτες. Ποιόν βλέπεις μέσα τους;

A.P. – Την άλλη που είμαι. (Στην πραγματικότητα, έχω έναν κάποιο φόβο για τους καθρέφτες). Κάποτε ενωνόμαστε. Σχεδόν πάντα αυτό συμβαίνει όταν γράφω.

M.I.M. – Στο τσίρκο μια νύχτα επανάκτησες μια γλώσσα χαμένη τη στιγμή που οι ιππείς με πυρσούς στα χέρια κάλπαζαν σ’ άγρια περίπολο πάνω σε μαύρα άτια. Τι είναι αυτό το κάτι παρόμοιο με τους θερμούς ήχους των κρανών για την καρδιά μου ενάντια στις αρένες;

A.P. – Είναι η γλώσσα που δεν συνάντησα ακόμη και θα μου άρεσε να συναντήσω.

M.I.M. – Μήπως τη βρήκες στη ζωγραφική;

A.P. – Μου αρέσει να ζωγραφίζω διότι στη ζωγραφική βρίσκω την ευκαιρία να αναφέρω εν σιωπή τις εικόνες των εσωτερικών σκιών. Επιπλέον, με ελκύει η έλλειψη μυθομανίας της ζωγραφικής γλώσσας. Το να δουλεύω με τις λέξεις ή, ακριβέστερα, ν’ αναζητώ τις λέξεις μου, υποδηλώνει μια πίεση που δεν υπάρχει όταν ζωγραφίζω.

M.I.M. – Ποιος ο λόγος της προτίμησής σου για την «κοιμισμένη τσιγγάνα» του Ρουσσώ; (Σ.τ.Μ. Εννοεί το ζωγράφο Henri Julien Félix Rousseau, γνωστό ως «Le Douanier», Aduanero στα ισπανικά).

A.P. – Είναι το ισοδύναμο τής γλώσσας των αλόγων στο τσίρκο. Θα ήθελα να φτάσω κάποτε να γράψω κάτι παρόμοιο με την «κοιμισμένη τσιγγάνα» του Aduanero, διότι υπάρχει σιωπή και, ταυτόχρονα, υπαινιγμός για πράγματα σοβαρά και φωτεινά. Επίσης, με συγκινεί μοναδικά το έργο των Bosch, Klee, Ernst.

M.I.M. – Φτάσαμε στο τέλος. Ας σε ρωτήσω λοιπόν αν κάποτε διατύπωσες κι εσύ την ερώτηση που έθεσε ο Octavio Paz στον πρόλογο τού «Το δοξάρι και η λύρα»: δεν θα ήταν καλύτερα να μεταμορφώσουμε τη ζωή σε ποίηση από το να κάνουμε ποίηση παράλληλα με τη ζωή;

A.P. – Απαντώ με τα λόγια ενός από τα τελευταία μου ποιήματα: Μακάρι να μπορούσα να ζήσω αποκλειστικά στην έκσταση κάνοντας το σώμα του ποιήματος ένα με το σώμα μου, εξαγοράζοντας κάθε φράση με τις μέρες και με τις εβδομάδες μου, ενσταλάζοντας στο ποίημα το φύσημά μου με τέτοια συνέπεια που κάθε γράμμα κάθε λέξης να θυσιαζόταν στις ιεροτελεστίες της ζωής.

*Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Τα σχέδια είναι της Πισαρνίκ.]

**http://frear.gr/?p=12768