Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ

Τό πλήθος έχει τή στάση τών ευκαλύπτων
Καί την άκινησία τών άγαλμάτων.

‘Ανθρωποι μέ στολή
Καί προβολείς οκτώ αυτοκινήτων
Άνιχνεύουν τό βάθος τής λεωφόρου
’Εκεί πού διαγράφουν τροχιές πελώριοι ίσκιοι
Καί τά κυπαρίσσια έγγίζουν τό δέρμα τού φεγγαριού
Προκαλώντας ρίγος στούς έξώστες τού στερεώματος.

Κανείς δέν κατάλαβε πώς έγινε τό κακό
Διέφυγαν όλοι
Καί τό κρεουργημένο θύμα διέφυγε, άγνωστον πώς,
’Αφήνοντας μόνον τρία ή τέσσερα δάκτυλα
Καί τό καμένο κτίριο έφυγε πρός άγνωστον κατεύθυνσιν

Εμεινε μόνον ή μπανιέρα
Κι έκείνα τά χρυσόχαρτα
Πού μάζευεν ή κυρία του τετάρτου γιά τούς τυφλούς
Ή καλύτερα γιά τό σκύλο πού οδηγεί τούς τυφλούς.

Κανείς δέν ξέρει πώς έγινε τό κακό
ΙΙολλοί διερωτώνται άν έγινε τό κακό
Κι έξακολουθοΰν νά έχουν τή στάση τών άγαλμάτων..

1959

***

ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

1
’Απ’ όλες τίς γυναίκες πού ήταν στό νησί
Εκείνη πού άπουσίαζε ήταν κι ή πιό ωραία.

2
Κι αν σού κρατούσα τό κεφάλι μέσα στό νερό
Κι αν προσπαθούσα νά σέ σβήσω
Σέ ξένο κρεβάτι καί νέες συνήθειες
Ήταν γιατί σ’ άγάπησα πολύ
Κι έτρόμαξα πολύ
Νά μή μού φύγεις.

3
Κι ό πίθηκος σκυφτός πίσω άπό τό πόμολο τής πόρτας
Σέ μιά βδομάδα κάτου απ’ τή λάμπα
Στό δρόμο τού νοσοκομείου
Σιωπή, σανίδες καί άσετιλίνες έργατών
Στά πληγωμένα πεζοδρόμια
Σ’ αυτόν τό δρόμο μέ τή λάμπα
Ένα ξένο δαιμονικό βλέμμα
Στά μάτια σου
Κράτησα σφιχτά τή σάρκα τής Ελένης
Μέ τό ξένο βλέμμα
Νά μέ πανικοβάλλει.

4
‘Αδειος όσο κι ή στέπα
’Απαλλαγμένη άπό καμπάνες καί βλάστηση.

Μάρτης 1961

*Από τη συλλογή “Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Μιλάει ο αγριόχοιρος Ποιήματα 1952-2008”, εκδ, ύψιλον/βιβλία, Νοέμβρης 2008.

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Άτιτλο

Στην πρώτη αχτίδα τραβάς την κουρτίνα
αποτρέποντας το φως
να σ’ αλλάξει

***

Σκόρπιες στιγμές

Σκόρπιες στιγμές
στ’ ουρανού το άπλωμα
Βαριά, πορεύεσαι ανάμεσα στο πλήθος
οι άνθρωποι που προσπερνούν
φουντώσανε το ψύχος

Καπνίζεις το τσιγάρο σου
κι ανάβουνε μολύβια
βαδίζεις με τους λογισμούς
τα πόδια σου μιλάνε
πέφτει μπροστά σου ο γνωστός
κι αυτά τον προσπερνάνε

Μαγιάπριλο του κόσμου
στα χείλη σου σ’ αγγίζει
ποτάμια σε γεμίζουνε, ξανά η νύχτα απλώνει
Γκρίζο φεγγάρι να κερνά
μαύρο κρασί να πιούμε

Οκτώβριος 1998

***

ένα ανεμοσκόρπισμα

Ν’ απορείς, να ζητάς
ν’ αποφασίζεις
ν’ ανεμοσκορπίζονται όλα αυτά
στο έμπα καταιγίδας

Κι ο κεραυνός σε χτύπησε
μάτωσε η ζωή σου
ψηλαφιστά πας στον καιρό
που κόπηκε ο χρόνος
μιαν άλλη μέρα έρχεται κι εσύ απουσιάζεις
Αναρωτιέσαι, μάταια γυρεύεις απαντήσεις
κι όλο αυτές δεν έρχονται
για να τις αντικρύσεις

Спускается солнце за степи (Колодники) / Ο ήλιος δύει πάνω από τη στέπα (κατάδικοι)

Του Αλεξέι Τολστόι

Κατεβαίνει ο ήλιος πίσω από τις στέπες,
στο βάθος χρυσίζει το γρασίδι,
των κατάδικων οι ηχηρές αλυσίδες
σηκώνουν τη σκόνη του δρόμου.

Ding – bong, Ding – Bong –
Άκουσα τον ήχο των αλυσίδων,
Ding – bong, Ding – bong,
Ένα μακρινός δρόμος στην Σιβηρία.
Ding – bong, Ding – bong,
Μπορείτε να ακούσετε εδώ και εκεί:
Οι σύντροφοί μας
Βρίσκονται στη φυλακή.

Περπατούν με ξυρισμένα τα κεφάλια,
προχωράνε μπροστά με βαριά βήματα
συνοφρυωμένοι,στην καρδιά τους
ο διαλογισμός έγειρε.

Πηγαίνουν μαζί τους οι μακριές σκιές,
δυο άλογα την άμαξα τραβάνε νωχελικά
λυγίζουν τα γόνατα,η συνοδεία αλόγων
μαζί τους προχωράει.

«Ελάτε, αδέλφια μου, ας μακρύνουμε το τραγούδι,
ας ξεχάσουμε αυτό το τρομερό κακοπάθημα!
Είναι φανερό τέτοια αντιξοότητα
είναι γραμμένη για μας!”

Και τους οδήγησαν, τους κρέμασαν και αυτοί τραγουδούσανε,
πέφτοντας στου Βόλγα τη μεγάλη έκταση,
για το δώρο των ημερών του παρελθόντος.

Τραγουδάνε για τις ελεύθερες στέπες,
για την ανήμερη ελευθερία.
Η μέρα θα απαλύνει τον πόνο,
και οι αλυσίδες όλο σκουπίζουνε τους δρόμους.

Hannah Arendt, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΣΧΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

Η γη γράφει το ποίημά της μέσα σε όλους τους αγρούς,
Παρεμβάλλει τα δέντρα στις γωνιές,
Μας αφήνει να ανοίξουμε οδούς υφαντές
Μέσα στον κόσμο γύρω από τους οργωμένους αγρούς.

Τα άνθη βγάζουν στον άνεμο χαρούμενες κραυγές,
Το χόρτο μεγαλώνει, για να τα κοιμίσει σε κρεβάτια μαλακά,
Ο ουρανός είναι γαλανός και χαιρετά κρατώντας κλάδο φλαμουριάς,
Ο ήλιος κλώθει αλυσίδες απαλές.

Οι άνθρωποι περπατούν, δεν λοξοδρομούν –
Γη, ουρανός, δάσος και φως –
Την άνοιξη θα αναγεννηθούν
Παίζοντας το παιχνίδι του βασιλέα του Παντός.

***

ΑΦΟΡΗΤΗ ΓΛΥΚΥΤΗΤΑ

Γλυκύτητα υπάρχει
Μέσα στο κοίλωμα των χεριών μας,
Όταν η παλάμη συναινεί
Προς την ξένη μορφή.

Γλυκύτητα υπάρχει
Όταν στον ουρανό με τον νυχτερινό του θόλο,
Το μακρινό
Συναρμόζεται με τη γη.

Γλυκύτητα υπάρχει
Όταν στο χέρι σου και στο δικό μου,
Η εγγύτητα ξαφνικά
Φυλακισμένους μας κρατά.

Μελαγχολία υπάρχει
Όταν στο βλέμμα σου και στο δικό μου,
Η βαρύτητα
Μας κρατά αρμονικά μαζί.

*Από το βιβλίο “Ευτυχισμένος όποιος δεν έχει πατρίδα”, μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάης 2019.

Παναγιώτης Χαχής, Βαστίλη

Αυγή βρυχηθμός
Νύχτα η ώρα
Ανάβουν τα φώτα
Στους δρόμους
Τίποτα δεν απαγγέλλεται
Ναυάγιο σώμα
Στην αναπνέουσα γραφή.

νΰξ μοι υπάρχει, οίστρος άκολασίας,
ζοφώδης τε καί ασέληνος, έρως της αμαρτίας

Νυχτερινά καφενεία
Πιο φωτεινά απ’ τα
Ζεστά μεσημέρια
Αισθήσεις
Επικίνδυνη
Ύλη.

συρματοπλέγματα
βαριά ζώνουν τη δόλια μου καρδιά

(ενώ ο κυρ Αλέξανδρος,
άναβε το κεράκι,
πήγαινε χύμα τσιγάρα στη Βαστίλη,
για τον Αλφόνς ντε Σαντ,
κατηφορίζοντας
να πιεί το κρασάκι του
στου Καχριμάνη…)

*Από τη συλλογή “Hotel Nada”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2018.

Νίκος Α. Κατσικάνης, Με ένα σπίρτο καίγεται ένα ποίημα

Τις νύχτες δε μιλώ πολύ.
Γδέρνομαι στη σιωπή
Με τιτάνια γόνατα.
Ήταν κι αυτή η προσευχή
Που δεν εισακούστηκε –
άλλη ελπίδα δεν είχα,
βυθίστηκα στη δακρύπλουτη
αγάπη φιλώντας τη
στα χείλη πριν τη θέωση.
Χθες κάπου με συνέστησαν
ως ποιητή –
ήθελα να γδυθώ το δέρμα μου
να τους δέιξω:
Εγώ, παιδιά, ερωτευμένος είμαι.

*Από τη συλλογή “Εγχειρίδιο μικρών θανάτων”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2017.

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδία – για ένα Opel τού ’90

Αδέσποτα σα σκέψεις
Που λευτερώθηκαν από κάποια αυθεντία
Γαβγίζουν τόνα πίσω από τ’ άλλο
Σκυλιά -κοπάδι ολόκληρο-
Και δεν είναι
Η όσφρηση που τα ενορχηστρώνει όλα μαζί
Δεν είναι
Το χαριτωμένο πέρασμα μιας γάτας
Με βούλες στη μαύρη γούνα και στο πρόσωπο
Αλλά η γαμημένη προσπάθεια να πάρει μπροστά
Αυτό το αμάξι που ξεπέρασε
Το τέταρτο ενός σκυφτού αιώνα
Και ορκίζομαι πως θα έφταναν
Όταν πια τίποτα δε φαίνεται να φτάνει
Δυο μπίρες για να το πνίξω στο θολό ποτάμι
Αν δε μου θύμιζε
Τους δικούς μου ν’ αγκαλιάζονται και να γελούν
Και τόσα αστέρια να λάμπουν ψηλά εκεί πάνω
Μέσα στην ανθισμένη γύρη τ’ ουρανού
Το αεράκι ν’ ανεμίζει τις φυλλωσιές
Σα να χτενίζει ακόμη τα λυτά μαλλιά σου
Κι εσένα κλείνοντας τα μάτια να χαϊδεύεις
Στο πίσω κάθισμα το στήθος σου•αλλά
Δε σβήνουν έτσι οι αναμνήσεις
Τα άσχημα θα παραμείνουν μέσα μου άσχημος σωρός
Καθώς ό,τι καλό κι ελάχιστο απόμεινε στην άκρη
Σε μια ζαριά το κέρδισα
Στην τόλμη
Στα βουερά γυρνώντας μέρα νύχτα
Πορνεία τής τύχης.