ΠΟ HEIDE

Please join us for the launch of ΠΟ’s Anarchist masterpiece

HEIDE

to be launched by Guy Rundle editor, producer, scriptwriter and author of Practice

6 for 6.30pm Thursday 14 November Readings Carlton

309 Lygon St Carlton 3053

Copies of Heide will beavailable for sale at the event 550 pages $39-95
with signings by the author.

It being the third volume in ΠΟ’s epic trilogy after 24 Hours, and Fitzroy: The Biography.

HEIDE is an epic poem about history, painting, painters, patrons – the people who made modern art happen in Australia, and those who opposed it. There is a particular focus on the artists gathered around Sunday and John Reed at Heide in Melbourne, including Sidney Nolan, Albert Tucker and Joy Hester. But the many portraits which compose the work give it an ever-expanding range, evoking the larger artistic milieu, while stressing the culture’s social and economic underpinnings, from the governing role played by the wealthy and the powerful, to the struggles of the working class, the difficulties faced by women artists, the immigrant impact on the development of modernism, and the denigration of Indigenous art. But even more than the subject matter, it is the poet’s own extraordinary technique, his use of historical and scientific facts, quotations, proverbs, numbers, definitions and the visual form of the poem, which generates both the book’s encyclopaedic reach, and its Anarchist perspective. The effect is one of exuberance and lightness, so that for all its awareness of the costs involved, Heide is also emphatic in asserting the centrality of art to human experience. ‘Long live Art! Long live Poetry! Long live the Revolution!’

ΠΟ is a legendary figure in the Australian poetry scene, born in Greece and brought
up in Fitzroy, the chronicler of Melbourne and its culture and migrations, a highly disciplined Anarchist who has worked as a draughtsman for forty years to support his family and his art. He is the publisher of Unusual Work by Collective Effort Press, a long- time magazine editor, a pioneer of performance poetry in Australia, and the author of many collections, including Panash, Fitzroy Poems, Big Numbers: New and Selected Poems, and the two epic works 24 Hours and Fitzroy: The Biography. Heide completes this monumental trilogy.

Ηλίας Ν. Μέλιος, Πνοές ερώτων – (δεκατρία χάικου)

1
κόκκινο βλέμμα
πέφτουν στη γη τα φύλλα
αέρας δροσιά

2
υγρό το χώμα
το κορμί τ’ αποζητά
βαριανασαίνω

3
φίδι ο λόγος
η αγάπη πνίγεται
σφίγγει η σιωπή

4
άκρη της νύχτας
βράχια του Λυκαβηττού
πνοές ερώτων

5
χάραξε μόλις
σκισμένη η ψυχή μου
σελήνη μισή

6
πίκρα στη γλώσσα
διαλυμένα τα χρόνια
διασκορισμένα

7
κενή ομορφιά
η μνήμη να θυμάται
δεν τη γνωρίζω

8
ο ήλιος καίει
γυμνώνω το σώμα μου
παραπατάω

9
φωτιά το στόμα
ενός δέντρου η ματιά
το κορμί βουνό

10
θάλασσες βράχια
γαλάζια τα νερά
φαιός ορίζων

11
δώρο το νερό
στο φράχτη τ’ αηδόνι
κλείνω το κλουβί

12
τα δύο σου στήθη
μουσκεύοντας στη βροχή
σκύβω για να πιω

13
φλόγα το μέλλον
έρωτας κυριαρχεί
πόθος το πάθος.

*Έκδοση Δυτικές Ινδίες, Αθήνα, Νοέμβρης 2003.

Ασημίνα Λεοντή, Δύο ποιήματα

Νόμιζα γελούσες

Με κέρδισες από πολύ μικρή
με τη φινέτσα σου
τα διακριτικά σιρίτια
στους ανεβασμένους γιακάδες μυστηρίων.

Αστόλιστη με βρήκες με πλάνεψες
με την ευγενική σου χάρη
τον τρόπο που έπινες καφέ
τα μεσημέρια
που αχνίζαμε τις σκέψεις
για το γεύμα των κρυμμένων αποφάσεων.

Τ’ απογεύματα έβαφες τους τοίχους
κόκκινα, κίτρινα, μαβιά χρώματα
του ονείρου ακριβά
αγρίευες τις νύχτες στα πυκνά δάση της υπομονής
σα λύκος αλυχτούσες
νόμιζα γελούσες.

Ξέρεις πώς είναι να γελάς με τη σιωπή;
Σ’ έκρυψα στο δάκρυ μου.
Εσύ μου το ’μαθες!

***

Φόβος

Κατέβηκες δυο δυο τα σκαλιά
δεν κοίταξες καν στο βάθος
κανένα βάθος ματιών
έκλεισες την πόρτα πίσω μου βαριά
και μια γεύση πικρή του έρωτα
έστρωσε χαλί στη μοναξιά
στο έλεος κι οι χτύποι της καρδιάς
βρίσκουν καταφύγιο στο
κάθυγρο μονοπάτι του πόνου.
Δε λογάριασες.
Οπλίστηκες με του ασημιού τη λόγχη
σημάδεψες διάπυρη απειλή
μια φρίκη σκόρπισες.

Ελεεινέ!
Πάνω στα τρομακτικά είδωλα
στην ωμή βία σου
έμαθα να σε νικώ
έγινα Εσύ.
Η άτρωτη ποινή σου.

*Από τη συλλογή “Φύσηξε παράπονο”, Εκδόσεις Κύμα, Αθήνα 2018.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Mare meum

Η ζωή μου είναι
μια θάλασσα κλειστή

[τον χειμώνα φοράω ένα μαύρο
παλτό από κασμίρ
Μου το χάρισε ένας συνταξιούχος πρύτανης
που είναι νεκρός εδώ και χρόνια
Έζησε όπως πέθανε· εν ειρήνη
με τον κόσμο και την κυρία Ασπασία]

Εγώ αυτή τη θάλασσα
την ανακατεύω με ένα κουτάλι
Πετάω μέσα της πτώματα
Τις χρυσές λίρες
που δεν έδωσε στον Σαχτούρη
ο νονός του

[παρακολουθώ την κίνηση
των αυτοκινήτων στη λεωφόρο Μεσογείων
Τις ορδές των ακολούθων του οπίου
καθώς κατηφορίζουν εξερχόμενοι
από το νοσοκομείο «Η Σωτηρία»
χορτασμένοι μεθαδόνη- χαρούμενοι
— κάποια μέρα θα δοκιμάσω κι εγώ]

Η θάλασσα αυτή είναι κάπως ιδιόρρυθμη
φοράει αρώματα, πίνει κρασί,
κερνάει ούζα τον Καρούζο
Πάνω της περιπολούν Ρωμαϊκές γαλέρες
Φρουρούν ένα ναυάγιο
9
κρουαζιερόπλοιο,
με όλη την ορχήστρα να παίζει

Ο Βαρβέρης διευθύνει υπέροχα –

Γύρω του κολυμπούν γυμνόστηθες γοργόνες

Λέω σε μια

«Η σχισμή
ανάμεσα στα στήθη σου
ουρλιαχτό θηρίου που επιτίθεται»

Και σε μια άλλη

«Θέλω να γλείφω
τις λέξεις
που στάζουν
απ’ το στόμα σου
στα χείλη
στο σαγόνι
στα στήθη
στην κοιλιά σου»

Αυτές κρυφογελάνε
και αναδύονται για αναπνοή

[το παλτό μου είναι μαγικό]

Το κουμπώνω
ανεβάζω τον γιακά μέχρι πάνω
και κυνηγώ τις γοργόνες, που
τρέχουν πάνω στη θάλασσα

*Το ποίημα είναι η εισαγωγή της συλλογής του Bαγγέλη Αλεξόπουλου «Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα», Εκδόσεις Οδός Πανός, 2019.

Λίνα Βαταντζή, Ποιητική Συμφωνία

Επιλέγω κάθε φράση
όπως οι κροκοσυλλέκτριες
τα άνθη
φορώ άλικο πέπλο
και οργανώνω γιορτή –
όλοι οι καλεσμένοι
σε διαλεκτική συμφωνία
ίσως μια μέλισσα ενοχληθεί
με την παρουσία μου
ίσως μια πεταλούδα διασκεδάσει
με τα χέρια μου
φράσεις και λέξεις
υπάκουα υποτάσσονται
στη ροή της σκέψης
σχηματίζουν ποίημα –

το καλάθι του πόθου
ξέχειλο
περιγράφει ιδέες
καθώς ιδέα είσαι
μια ουτοπική ιστορία
που μοχθώ με χάρη
να περιγράψω 
και να στολίσω 
αφαιρώντας το περιττό
προβάλλοντας το ουσιώδες –

συλλέγω φράσεις
με αγάπη και
δημιουργώ.

Λευτέρης Πούλιος, Μαγνητικό βουνό

Τούτες οι γραμμές στο τρελάδικο χαραγμένες
ηχούν τόσο πιο εμφατικά όσο οι μάσκες
από σφυρήλατο χρυσάφι κάνουν σινιάλα ζωής.
Κι η στάση μου ανθρώπου που γνώρισε επιτέλους.
Διεργασία στο υποσυνείδητο
ένα κάρο σανού που οδηγεί ο Ιερώνυμος Μπος
διασχίζει τη νύχτα με ραγδαία βροχή
χαμένος στον πάντα πανηγυρίζοντα καιρό.
Το δωμάτιο σ’ ένα πηγάδι οι ώρες σ’ εμπόλεμη κατάσταση
η μνήμη αναποδογυρίζει τρακαρισμένα αυτοκίνητα.
Ένα πρόσωπο είναι μια ζώσα ιδέα
βάζω φωτιά στα ρούχα μου και καίω τη σάρκα
και τη σημαία σου κύριε.
Εγώ ένα είδος Ερμή που κουβαλάει κακά μαντάτα
ενώ μέσα μου κάποιος δίνει απόκριση στο ερώτημα
του ηλεκτρικού κύκλωπα «τ’ όνομά μου είναι Κανείς»
Θυελλώδεις λάμψεις ματιών βομβαρδίζουν
την ανθρώπινη κωμωδία
γνώρισα τον κόσμο μέσα από ένα τάφο
ανατάραξαν το αίμα μου παλιές ζωγραφικές
διαλύθηκα σε μίζερες προσευχές και γονυκλισίες.
Θα σας δείξω δρόμους χαραγμένους
σε παράξενη παιδικότητα
Θα σας μοιράσω τους θησαυρούς μου
της σχιζοφρένειας
Ω κόσμε
κόσμε
κόσμε
Ω ευεργέτες διωγμένοι γρήγορα!
Ω ατέλειωτα φτεροκοπήματα καρδιών!
Η σκέψη μου δεν είναι το μηδέν
Αλλά
Το ίδιο ανυπόφορη
Α! η απέραντη φιλαυτία
Κι η δύναμη που ανεβάζει τις μάζες Με μια απουσία χεριών
Είναι ώρα
Να κατεβώ μαζί με τις μορφές που πεθαίνουν.
Ας δούμε επιτέλους τον κόσμο
Με τα μάτια των τρελών
Είναι αφόρητη η μυστηριώδης ορμή προς τη ζωή
η ίδια θαυμαστή αντίθετη ορμή προς το θάνατο
η ιδέα της ζωής είναι ολόιδια η ιδέα του θανάτου.
Γράφω τ’ όνομά μου στο χώμα των οδυνηρών εκπλήξεων των
ονείρων
γλιστράω στην κόψη του ξυραφιού
σβήνω σύνορα
χαράζω δρόμους σε στάχτες
χειρονομώντας αδέξια με σαστισμένο βήμα
στο πεδίο της καθημερινής αταξίας.
Όλη η εποχή μου σ’ εμπόλεμη κατάσταση.
Ανεμίζοντας ένα τσαλακωμένο τετράδιο
ζω το συναίσθημα
ρίχνοντας φραγμούς και όρια
όλο το πράσινο σ’ ανατριχίλα
ξεριζώνω την καρδιά μου απ’ τα νεκροτομεία.
Στεφανωμένο κλάμα με παπαρούνες
αλλά το αίμα μου ονειρεύεται εκρήξεις
Ανεβαίνω
από το θάνατο το λάθος και τον καιρό
αναρριχώμαι σε μια ηλιαχτίδα
Ανεβαίνω
ακούω το χτυποκάρδι της γης
κάθε ζωή προσμένει
την αφαίρεση του πόνου μέσα στον άνθρωπο
δέντρα ανάβουν τα όμορφα φώτα τους
στην πρώτη ματιά του τρελάνθρωπου ήλιου.
Μια φούχτα χαρά σε τούτον τον μήνα
το τιτίβισμα των πουλιών σ’ ένα κυλιόμενο σύννεφο
πετούν τα νιάτα μου πάνω απ’ τα σπίτια
ένας ήλιος θερμαίνει σάρκα και πνεύμα
κι ωριμάζει τους καρπούς του χρόνου
εκεί που ο καρπός αιωρείται
Ο ανθρώπινος σπόρος αδιατάρακτος στο διάστημα
λαμποκοπάει σα μήλο
Ετοιμάστε εντός σας το δρόμο του μεγάλου
γυρισμού.

*Από τη συλλογή “Ο γυμνός ομιλητής”, Εκδόσεις Κέδρος, 1977.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Οι κλειδαριές

Σαν τι ν’ αναπολεί
κάποιος που ερωτεύτηκε,
είναι σα να ονειρεύτηκε
μες σε θολό γυαλί.

Βρεγμένο σκηνικό
και σκουριασμένο κάγκελο,
περίμενε έναν άγγελο
σε γη και ουρανό.

Βλέπει τις κλειδαριές
μνημεία δίχως κίνηση,
μια κάποτε συγκίνηση
για άγουρες καρδιές.

4.11.2019