Δημήτρης Τρωαδίτης, είναι ώρες που σκέφτομαι

Είναι ώρες που σκέφτομαι
ότι γεννήθηκα σε κάποιο άπειρο
ένα σύμπαν απροσδιόριστο
κι ότι κάποια στιγμή χάθηκα μαζί του

κλείσε την αυλόπορτα
έχω κρυφτεί στο στενό απέναντι
να παραφυλάξω τη θετή μου οπτασία
να κρυφακούσω τους εμπόρους
του μαύρου θανάτου

κλείσε την αυλόπορτα
όπως κλείνεις τα μάτια
στις γραφίδες που εξουσιάζουν
κι αιματοκυλούν το μυαλό μας

είμαστε μούσκεμα στον ιδρώτα
μες στα σκισμένα ρούχα μας
και τις λάγνες παρωπίδες

Δημήτρης Τρωαδίτης, όλα κυλούν

όλα κυλούν
ο χρόνος
τα δάκρυα
οι στάλες στο πλακόστρωτο
κάποιες ρανίδες ιδρώτα
στα πολυφορεμένα ρούχα

οι αναμνήσεις κυλούν κι αυτές
στο κουρασμένο κορμί μας
όμοιες με στιγμιότυπα
από μια ταινία
που την βλέπουμε συνεχώς

κι η τρέλα μας κυλάει
κυκλοφορεί αίτημα πάγιο
έι, προύχοντες
άντε στο διάολο

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η σκηνογραφία του πάθους

Δυό κονσέρβες
μια μπύρα
και τρεις φέτες ψωμί
όλη η περιουσία
αλλά η καρδιά θέλει
άλλη τροφή

Ο οίστρος ανάχωμα
στην αναλγησία
μια γροθιά στο
σάπιο στομάχι
μια μούντζα στην
υστεροφημία

Τίποτε δεν είναι αληθινό
λένε ότι τα πάντα ρει
η σκηνογραφία του πάθους
παίζει ξυλίκι με τις αδημονίες

Δημήτρης Τρωαδίτης, Στιγμιαίες ανάσες

(Μικρά ποιήματα σε εξέλιξη)

Ι
αυτός που μας ελέγχει
τρεκλίζει
από προκλητική μέθη

II
τα φώτα μιας μεγάλης πόλης
υποδέχονται το φεγγάρι
που μόλις ξεμύτισε

III
κάποιοι
κοινωνικά ατημέλητοι
καμώνονται τους ευγενείς

IV
η σκόνη μας ακολουθά
από το ένα μέρος
στο άλλο

V
κι εκείνος εκεί πέρα
κοιτάει επίμονα
προς τη μεριά μου

VI
τα υπουργεία της κανονικότητας
βρίθουν
σκουπιδιών

VII
το ψέμμα βασιλεύει
οι συνταξιδιώτες μου
ανασαίνουν βαριά

VIII
ένας σκάβει τον τάφο του
κι επτά άλλοι
παρακολουθούν αδιάφοροι

IX
μας ήρθε μια ανάπηρη
λιακάδα μετά από
μια όξινη βροχή

X
στον επαρχιακό σταθμό
ένας μόνος του
μοιρολογούσε

XI
ψηλαφώντας σε πυκνή
ομίχλη
να βρεις το τίποτα

XII
ένας τυφλός περιηγητής
θαμπώνεται
από τα απαστράπτοντα τοπία

XIII
σε πιάνει ίκτερος
στις χιονισμένες
βουνοκορφές

XIV
σε πλημμυρισμένα χωράφια
οδηγάς ποδήλατο
φορώντας βατραχοπέδιλα

XV
η βροχή συνεχίζεται
και τα μάτια μου
ξεραίνονται

XVI
τα γέρικα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
φεγγοβολούν

XVII
η λιακάδα επέστρεψε
κι η ψυχή μου κυλά
στη φωτοχυσία

XVIII
τα νοτισμένα μαξιλάρια
της πάχνης
περιμένουν τη δύση

XIX
ένα ποταμίσιο μονοπάτι
η μόνη διέξοδος
προς την ανατολή

XX
η φύση ολόγυρα
σηκώνει
έναν υπνάκο

XXI
κάποιοι ήχοι
μπερδεύουν
την προέλευσή μου

XXII
σε μια γκρίζα αυγή
τα όνειρα
δεν έχουν καμία θέση

XXIII
στην πρωινή ομήγυρη
τα μυρμήγκια έχουν ήδη
πιάσει δουλειά

XXIV
είναι κάτι σπίτια
με τα παραθυρόφυλλα
πάντα ανοιχτά

Ιουλία Τολιά, Τρία ποιήματα

Έκανε έναν απολογισμό της ζωής του.
Στον ένα δίσκο του ζυγού,
ακούμπησε του παρελθόντος τα απτά συμβάντα.
Στον άλλο,
αφηρημένα απογεύματα
ενός αφηρημένου βίου.
Και παραδόξως,
υπήρξε εμφανής η κλίση προς αυτόν.

***

Το παρελθόν μου,
αντικατοπτρισμός.
Ίσως και να το έζησα.
Ίσως μόνο να το φαντάστηκα.
Πιθανόν να το οικειοποιήθηκα,
παρασυρμένη από τη μαγεία
ενός δεινού αφηγητή.

***

Είχε συνδέσει την ισορροπία του
με τον ανεμοδείχτη του απέναντι σπιτιού.
Μια μέρα δεν τον είδε
και ταράχτηκε.
Πώς θα προσανατολιζόταν τώρα,
δίχως να βλέπει την κατεύθυνση των ανέμων;


*Από τη συλλογή “Στου παρελθόντος την αντήχηση”, εκδ. Στοχαστής, 2018.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Στιγμιαίες ανάσες (Μικρά ποιήματα σε εξέλιξη)

Ι
αυτός που μας ελέγχει
τρεκλίζει
από προκλητική μέθη

II
τα φώτα μιας μεγάλης πόλης
υποδέχονται το φεγγάρι
που μόλις ξεμύτισε

III
κάποιοι
κοινωνικά ατημέλητοι
καμώνονται τους ευγενείς

IV
η σκόνη μας ακολουθά
από το ένα μέρος
στο άλλο

V
κι εκείνος εκεί πέρα
κοιτάει επίμονα
προς τη μεριά μου

VI
τα υπουργεία της κανονικότητας
βρίθουν
σκουπιδιών

VII
το ψέμμα βασιλεύει
οι συνταξιδιώτες μου
ανασαίνουν βαριά

VIII
ένας σκάβει τον τάφο του
κι επτά άλλοι
παρακολουθούν αδιάφοροι

IX
μας ήρθε μια ανάπηρη
λιακάδα μετά από
μια όξινη βροχή

X
στον επαρχιακό σταθμό
ένας μόνος του
μοιρολογούσε

XI
ψηλαφώντας σε πυκνή
ομίχλη
να βρεις το τίποτα

XII
ένας τυφλός περιηγητής
θαμπώνεται
από τα απαστράπτοντα τοπία

XIII
σε πιάνει ίκτερος
στις χιονισμένες
βουνοκορφές

XIV
σε πλημμυρισμένα χωράφια
οδηγάς ποδήλατο
φορώντας βατραχοπέδιλα

XV
η βροχή συνεχίζεται
και τα μάτια μου
ξεραίνονται

XVI
τα γέρικα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
φεγγοβολούν

XVII
η λιακάδα επέστρεψε
κι η ψυχή μου κυλά
στη φωτοχυσία

XVIII
τα νοτισμένα μαξιλάρια
της πάχνης
περιμένουν τη δύση

XIX
ένα ποταμίσιο μονοπάτι
η μόνη διέξοδος
προς την ανατολή

XX
η φύση ολόγυρα
σηκώνει
έναν υπνάκο

XXI
κάποιοι ήχοι
μπερδεύουν
την προέλευσή μου

XXII
σε μια γκρίζα αυγή
τα όνειρα
δεν έχουν καμία θέση

XXIII
στην πρωινή ομήγυρη
τα μυρμήγκια έχουν ήδη
πιάσει δουλειά

XXIV
είναι κάτι σπίτια
με τα παραθυρόφυλλα
πάντα ανοιχτά

Δημήτρης Τρωαδίτης, … με την έλευση του μέλλοντος

Ανεμίζεις τις πίκρες
Μαντήλια στο κούτελο
Με ιδρώτα μετά το μεροκάματο
Σημαίες στα διάσελα
Σαν παντιέρες σε οδόφραγμα
Τις συντροφεύεις με τις ελπίδες
Όπως το ψωμί με τις ελιές
Και την προσδοκία
με την έλευση του μέλλοντος