Δημήτρης Τρωαδίτης, Στιγμιαίες ανάσες (Μικρά ποιήματα σε εξέλιξη)

Ι
αυτός που μας ελέγχει
τρεκλίζει
από προκλητική μέθη

II
τα φώτα μιας μεγάλης πόλης
υποδέχονται το φεγγάρι
που μόλις ξεμύτισε

III
κάποιοι
κοινωνικά ατημέλητοι
καμώνονται τους ευγενείς

IV
η σκόνη μας ακολουθά
από το ένα μέρος
στο άλλο

V
κι εκείνος εκεί πέρα
κοιτάει επίμονα
προς τη μεριά μου

VI
τα υπουργεία της κανονικότητας
βρίθουν
σκουπιδιών

VII
το ψέμμα βασιλεύει
οι συνταξιδιώτες μου
ανασαίνουν βαριά

VIII
ένας σκάβει τον τάφο του
κι επτά άλλοι
παρακολουθούν αδιάφοροι

IX
μας ήρθε μια ανάπηρη
λιακάδα μετά από
μια όξινη βροχή

X
στον επαρχιακό σταθμό
ένας μόνος του
μοιρολογούσε

XI
ψηλαφώντας σε πυκνή
ομίχλη
να βρεις το τίποτα

XII
ένας τυφλός περιηγητής
θαμπώνεται
από τα απαστράπτοντα τοπία

XIII
σε πιάνει ίκτερος
στις χιονισμένες
βουνοκορφές

XIV
σε πλημμυρισμένα χωράφια
οδηγάς ποδήλατο
φορώντας βατραχοπέδιλα

XV
η βροχή συνεχίζεται
και τα μάτια μου
ξεραίνονται

XVI
τα γέρικα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
φεγγοβολούν

XVII
η λιακάδα επέστρεψε
κι η ψυχή μου κυλά
στη φωτοχυσία

XVIII
τα νοτισμένα μαξιλάρια
της πάχνης
περιμένουν τη δύση

XIX
ένα ποταμίσιο μονοπάτι
η μόνη διέξοδος
προς την ανατολή

XX
η φύση ολόγυρα
σηκώνει
έναν υπνάκο

XXI
κάποιοι ήχοι
μπερδεύουν
την προέλευσή μου

XXII
σε μια γκρίζα αυγή
τα όνειρα
δεν έχουν καμία θέση

XXIII
στην πρωινή ομήγυρη
τα μυρμήγκια έχουν ήδη
πιάσει δουλειά

XXIV
είναι κάτι σπίτια
με τα παραθυρόφυλλα
πάντα ανοιχτά

Δημήτρης Τρωαδίτης, … με την έλευση του μέλλοντος

Ανεμίζεις τις πίκρες
Μαντήλια στο κούτελο
Με ιδρώτα μετά το μεροκάματο
Σημαίες στα διάσελα
Σαν παντιέρες σε οδόφραγμα
Τις συντροφεύεις με τις ελπίδες
Όπως το ψωμί με τις ελιές
Και την προσδοκία
με την έλευση του μέλλοντος

Δημήτρης Τρωαδίτης, Όταν θα μας σκεπάσουν οι πέτρες

Όταν θα μας σκεπάσουν οι πέτρες
Θα είναι αργά για έρωτες
Και γλυκούλικα λόγια
Θα διαδεχθούμε τις πέτρες
Όλων των προηγούμενων πολιτισμών
Και δεν θα έχουμε τον καιρό
Ούτε να αναφωνήσουμε
«ο αναμάρτητος πρώτος το λίθον βαλέτω»
Όταν θα μας σκεπάσουν τα κυκλάμινα
Της λησμοσύνης
Άλλοι θα υποκλέπτουν τη υστεροφημία μας
Φτιάχνοντας χείμαρρους από λέξεις
Και ουρές από νοήματα
Που θα τρέχουν αλαφιασμένα να προλάβουν
Τον εσμό κάθε επίπλαστης ανάγκης
Όταν το μεγάλο χιόνι σκεπάσει τα μαλλιά μας
Θα επέλθει ψύχος στις συνειδήσεις
Παγετός θα είναι η σκέψη μας
Και θα κοιτάξει πώς και πώς να ζεσταθεί
Από το κυνήγι μιας τόσο δα λεξούλας
Να απαλύνει το είναι μας

Κατερίνα Ζησάκη, φόρεσα ένα λουλουδάτο φουστάνι

φόρεσα ένα λουλουδάτο φουστάνι
και πήγα στον περιπτερά
ν’ αγοράσω καπότες
να κλέψω γλυκά
όσο αυτός θα
κοιτούσε τα μπούτια μου από την κάμερα
που είχε για τους κλέφτες

πάλι καλά που πρόλαβα και τα άρπαξα
με κατάλαβε τελικά
από ‘κείνο που φούσκωνε στον καβάλο
λύσσαξε και φώναζε φρικιό
δεν περιγράφω τι έγινε μετά
τα ποιήματα για εγκλήματα θυμίζουν περιττώματα

στην κηδεία οι φίλες μου έτρωγαν γλυκά

Δημήτρης Τρωαδίτης, Τωρινές υπομνήσεις

τα μηνύματα που εξακοντίζει
ο αγέρας της άνοιξης
είναι κάλπικα
δεν φτάνουν στις ακρογιαλιές σου
το σώμα σου βολοδέρνει
αιωρείται σε πελάγη
αισθήσεων με αιθαλομίχλη
βάφεται κόκκινη η καρδιά σου
ελάχιστοι ανακυκλωμένοι ορίζοντες
πελαγοδρομούν σαν αντίκες
σε μπλάβες ανταύγειες
και υπολείμματα μνήμης

οι ανάσες σου μορφές ακαθόριστες
νησιά ανεξερεύνητα
με ονόματα που δεν ξέρεις
δεν μπορείς καν να τα προφέρεις
δεν υπάρχει ούτε ένα ανανήψαν νεκροταφείο
οι παλιοί μεγαλοπρεπείς σταυροί εξαφανίστηκαν
μεταμορφώθηκαν σε ψαράκια του γλυκού νερού
που εμφανίζονται κάθε τόσα χρόνια
γεμίζοντας φωσφόρο τα βλέφαρά σου
και σκόνη τα πνευμόνια σου

Δημήτρης Τρωαδίτης, … καλά κάναμε

καλά κάναμε και φύγαμε
καλά κάναμε και μισέψαμε
καλά κάναμε και μοιράσαμε τα υπάρχοντά μας
καλά κάναμε και δεν επιστρέψαμε
στις καιόμενες πόλεις
τα γεφύρια είχαν κοπεί πίσω μας
τα δάση είχαν γίνει στάχτη
κι οι εαυτοί μας χάθηκαν
με την έλευση του απόβραδου
τα ταξίδια μας ήταν νηστικά
και διψασμένα
δεν είχαμε νερό πια
δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε
δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε
καλά κάναμε και αποστατήσαμε

Δημήτρης Τρωαδίτης. Το ρίγος των κτερισμάτων

Οι σύγχρονοι τάφοι είναι γεμάτοι
σε ταπεινώνουν ασύστολα
σου μαθαίνουν απόμακρους ύμνους
δοξαστικούς για μια πραγματικότητα
που δεν υπήρξε

όλα γίνονται στα όρθια
ακόμα και οι χλευασμοί
και τα φιλιά κι οι αγκαλιές
μόνο οι άκανθοι στήνουν χορό
κάθε τρεις και λίγο

όλα διαβρώνονται
με μια ηχώ που αναγγέλει
την πτώση των τειχών της Ιεριχούς
μυαλά πέφτουν σε λάκκους με ασβέστη
οδηγώντας σε αυταπάρνηση
το ρίγος των κτερισμάτων
των φθαρμένων από την ακινησία
και τον επιθανάτιο ρόγχο…