Δημήτρης Τρωαδίτης, Όπου γης και πατρίς

Αναστασία Ζωή Σουλιώτου, In via in patria

Ξαπόσταμα στην ερημιά
στο απέραντο οι αντίλαλοι
στους αφώτιστους ουρανούς οι ύμνοι
στης χαράς το κόκκινο η κραυγή
στους ατέρμονες καύσωνες το δρόσισμα
στα χνάρια του αέναου τα βήματα
στα διάσελα οι μυρωδιές του χρόνου
οι πηγές που στέγνωσαν
κι οι κάψες που απόκαμαν
κι εγώ που μέσα τους θέριεψα
που κήρυξα τον πόλεμο στην αηδία
μ’ ένα φωτεινό πρόσωπο
και μια αφοπλιστική έγερση ψυχής
σε τόπους ξένους μα και γνωστούς
μακρινούς μα και κοντινούς
όπου γης και πατρίς αγαπητέ μου
εμείς είμαστε που αναπληρώνουμε το κενό
εμείς είμαστε που αναπτερώνουμε την ελπίδα
η απεραντοσύνη είναι πια κτήμα μας
αγγίζοντας ο ένας το σώμα του άλλου
οι ξερολιθιές είναι οι ολάνθιστοι κήποι μας

Δημήτρης Τρωαδίτης, αν δεν έχεις μέλλον είσαι καταδικασμένος

λιτοδίατες ανεμοθύελλες μοναξιάς
μπαταρισμένες δήθεν εναρμονίσεις
με τις νωπές απώλειες του νου
και των χεριών
και της πράξης
έρχονται και φεύγουν
το απομεσήμερο

αν δεν έχεις μέλλον
είσαι καταδικασμένος
σε ύπνο δίχως όνειρο
αστροφεγγιά χωρίς ανταύγειες
κόκκους άμμου χωρίς έπαρση

το ζήτημα είναι να καταλάβεις
ότι τα βλέφαρά σου πρέπει να προσκυνήσουν
κάθε εξαίσιο πέρασμα του χρόνου,
κάθε απόκρυφο σημείο να αποκαλυφθεί
στα ταξίδια σου στα πέρατα του κόσμου,
να φέρεις στην επιφάνεια
κάθε χαμένη πτυχή του παιχνιδιού,
οι θίνες του παρελθόντος να μετουσιωθούν
σε νάματα του μέλλοντος

Δημήτρης Τρωαδίτης, Νέα όνειρα φτερουγίζουν

Αλλαλάζοντες με υπόσταση
Η θλίψη μας ξέρει πολύ καλά
Και την ξέρουμε
Τα βήματά μας διαθλώνται
Στις καθημερινές μας πράξεις
Σαν τους υπνοβάτες
Η ισορροπία μας γίνεται απέριττη
Χορεύουμε σε αναμμένα κάρβουνα
Τρεκλίζουμε σε τεντωμένο σκοινί
Ωστόσο, δεν μας καταβάλλει καμία πτώση
Τα όνειρα αναπροσαρμόζονται
Αποδιώχνουν νυχτερινές αμαρτίες
Οπτασίες σε καιόμενες βάτους
Τα πολύχρωμα φωτάκια του μυαλού
Όλα σε συγχρονισμό
Ταυτίζουν τους ιλίγγους με τις ηδονές
Το ένα συμπληρώνει το άλλο
Νέα όνειρα φτερουγίζουν

Δημήτρης Τρωαδίτης, Κόβω σε κομματάκια τις απαξίες


Δεν εκπλήσσομαι με καμία υστερία
κανένα πλήρωμα του χρόνου
δεν προσκυνώ την απόγνωση
ούτε παραδίνομαι στις συντέλειες
ούτε στις συντεχνίες των οδών
ούτε στα συνδικάτα των τρόμων
δεν υπάρχει φαντασία
που καραδοκεί να με σαγηνεύσει
κόβω σε κομματάκια τις απαξίες
και τις πετάω κατάμουτρα στους φταίχτες
ξεγυμνώνω τις Ερινύες
και τις βάζω να μαλλιοτραβιούνται
κι εγώ κρυμμένος σε μια γωνιά
σκάω στα γέλια
λιγώνομαι
σπαρταρώ
κι όταν οι κόκκοι της άμμου αναδύονται
κι όταν οι αφροί γίνονται θύελλες
λέω “ώρα να φεύγω”…

Δημήτρης Τρωαδίτης, Με μια εμμονή στην κωλότσεπη

ηχούν οι μέρες μας
όμοιες με σκυρόδεμα που τρίζει
σ΄ ανθρώπων στάσεις
σε μηνύματα
σε φορτία θλίψεων
που τρέχουν πάνω-κάτω στο μυαλό
που χάνονται σε δωμάτια χοάνες

εκεί που βλαστημάς στον αγύριστο
καίγεσαι και τρώγεσαι
εκεί που καταξεσκίζεις τις σάρκες σου
κουρελιάζοντας σημαίες κάθε είδους
εκεί που ως άλλος Τειρεσίας
δίνεις αυτοκαταστροφικούς χρησμούς

είναι σαν κάποιες κωμικοτραγωδίες
που διαλύονται σε άσματα
ασματίδια άλγους
ιζήματα σχιζοφρένειας προελαύνοντα

οι τραγωδοί στήνουν χορό
κι ύστερα διαλύονται
εξαερώνονται
από σκιρτήματα καρδιών
και βροντερά συνθήματα ενάντια
στην αφόρητη δυσοσμία των θεσμών

είναι αδιαπέραστη η σημασία
της ζωής που χάνεται
είναι ταφόπλακα η ιδέα του θανάτου

το ζήτημα είναι
να χαράξεις δρόμους στα ξάγναντα
να ανασάνεις στις αχνοφεγγιές
να τσουλιστείς χειρονομώντας
βρίζοντας στις εμπόλεμες ζώνες
με μια εμμονή στην κωλότσεπη
και μια σιγουριά στην ψυχή
να ξεριζώσεις τις μολυσμένες καρδιές
των νεκροτομείων

η ζωή προσδοκά
την μεγάλη μέρα
να σκορπιστεί μια χούφτα λευτεριά

Δημήτρης Τρωαδίτης, είναι ώρες που σκέφτομαι

Είναι ώρες που σκέφτομαι
ότι γεννήθηκα σε κάποιο άπειρο
ένα σύμπαν απροσδιόριστο
κι ότι κάποια στιγμή χάθηκα μαζί του

κλείσε την αυλόπορτα
έχω κρυφτεί στο στενό απέναντι
να παραφυλάξω τη θετή μου οπτασία
να κρυφακούσω τους εμπόρους
του μαύρου θανάτου

κλείσε την αυλόπορτα
όπως κλείνεις τα μάτια
στις γραφίδες που εξουσιάζουν
κι αιματοκυλούν το μυαλό μας

είμαστε μούσκεμα στον ιδρώτα
μες στα σκισμένα ρούχα μας
και τις λάγνες παρωπίδες

Δημήτρης Τρωαδίτης, όλα κυλούν

όλα κυλούν
ο χρόνος
τα δάκρυα
οι στάλες στο πλακόστρωτο
κάποιες ρανίδες ιδρώτα
στα πολυφορεμένα ρούχα

οι αναμνήσεις κυλούν κι αυτές
στο κουρασμένο κορμί μας
όμοιες με στιγμιότυπα
από μια ταινία
που την βλέπουμε συνεχώς

κι η τρέλα μας κυλάει
κυκλοφορεί αίτημα πάγιο
έι, προύχοντες
άντε στο διάολο