“Η μοναξιά του χρόνου” του Δημήτρη Τρωαδίτη

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b1

Τον ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Εκείνο που γνώριζα μέχρι σήμερα για τον δημοσιογράφο και ποιητή, μόνιμο κάτοικο Μελβούρνης από το 1992 είναι η αγάπη του για την ποίηση η οποία εκφράζεται μέσα από το blog http://tokoskino.me το οποίο έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται και που αποτελεί ελεύθερο βήμα για κάθε δημιουργό που θέλει να δημοσιοποιήσει το έργο του.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γράφει ποίηση εδώ και μερικές δεκαετίες, η οποία κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, κυρίως στις σελίδες του blog του.

Δεν γνωρίζω τους λόγους που καθυστέρησε να προχωρήσει στην έντυπη έκδοση των ποιημάτων του, ωστόσο αυτό έγινε τον Οκτώβριο του 2016 μέσα από τις εκδόσεις Οδός Πανός του ποιητή Γιώργου Χρονά.

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής: Η μοναξιά του χρόνου. Η συλλογή αποτελείται από τρία διακριτά κεφάλαια με τίτλους: «Η μοναξιά του χρόνου», «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» και «Απόπειρες ονείρων».

Το κάθε επιμέρους κεφάλαιο είναι αυτόνομο και θα μπορούσε να αποτελεί από μόνο του μια αυτοτελή ποιητική συλλογή. Τα τρία κεφάλαια συγκλίνουν και περιστρέφονται γύρω από τρεις βασικούς άξονες.

Βέβαια το να σχολιάζει ένας ποιητής το έργο κάποιου άλλου ποιητή είναι δύσκολο έργο, παρόμοιο με τη συγγραφή του ίδιου του ποιήματος και θα δανειστώ τους στίχους από τη σελίδα 17 του βιβλίου για να το περιγράψω:

Να ψάχνεις τις λέξεις
να τις ταιριάξεις στον αφρό
του σκοταδιού τεράστιο φορτίο

Οι τρεις λοιπόν βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή του είναι οι εξής: ι) η κοινωνική επανάσταση η οποία ξεκινάει από το ίδιο το μεμονωμένο άτομο, ιι) η υπαρξιακή αγωνία και ιιι) η ίδια η ποίηση.

Ο πρώτος άξονας είναι πολιτικός, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, είναι η αγωνία για την πορεία της κοινωνίας, των αξιών που συνεχώς φθίνουν, των συνεχώς και περισσότερων ανθρώπων που αποκλείονται και οδηγούνται στο περιθώριο, της μαυροκόκκινης επανάστασης που όλο πλησιάζει αλλά τελικά δεν έρχεται.

Οι άνεμοι μας οδηγούν
τα κουπιά σπασμένα
γδαρμένα τα παλαμάρια
κωπηλατούμε στ’ άβαθα ποτάμια
(σελίδα 2)

η κάθε ευχή μοιάζει
επαναστατικό μανιφέστο
(σελίδα 58)

Όμως ο ποιητής παρά τις ματαιώσεις, τις ιστορικές απογοητεύσεις από την κατάληξη των επαναστάσεων που έχουν ήδη συντελεστεί παραμένει αισιόδοξος και συνεχίζει να προτρέπει μέσα από τους στίχους του στην συνέχιση του αγώνα.

το πολύ βαθύ κόκκινο
με τρελαίνει
γιατί είναι το χρώμα
της ανάτασης
φέρνει στο σχεδόν μαύρο
το χρώμα της ανάδυσης
(σελίδα 60)

μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
(σελίδα 38)

Ο ποιητής δεν θα το βάλει κάτω δεν θα παραιτηθεί αλλά θα συνεχίσει μέσα από τους στίχους του να εμπνέει και να παρακινεί όλους εμάς για την αλλαγή του κόσμου.

Ο δεύτερος άξονας κινείται γύρω από τα αρχέγονα ερωτήματα της ύπαρξης και του σκοπού της ζωής. Ερωτήματα που άλλοτε αναδιατυπώνει και άλλοτε «ερμηνεύει». Πρόκειται για μια πραγματεία της ανθρώπινης φύσης.

Οι λυγμοί είναι αρχέγονοι
το ίδιο κι οι απελπισίες
(σελίδα 4)

Φεύγουμε σαν το όνειρο
ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός
απ’ τη χαραμάδα του χρόνου
αποχωρώντας απ’ τη σκηνή
(σελίδα 40)

Τέλος, ένας καλός ποιητής δεν θα μπορούσε να παραλείψει την ίδια την ποίηση. Αυτός είναι άλλωστε και ο τρίτος άξονας της συλλογής.

οι στίχοι ψαρεύονται
κι ας μας βρίζουν τα ρυάκια
(σελίδα 17)

Δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο
ενώ πονάς αφόρητα
(σελίδα 25)

Η ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη είναι διαυγής, στοχευόμενη άλλοτε στην επούλωση των πληγών και άλλοτε στο ξύσιμο των πληγών. Η λήθη και ο συμβιβασμός δεν περιλαμβάνονται στο «ρεπερτόριό» του. Η κοσμοθεωρία του είναι σαφής. Τα ποιήματά του διαθέτουν ρυθμό και στερεή δομή.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα σχετικά με την ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη και την πρώτη αυτή ποιητική συλλογή του, είναι ότι σε αντίθεση με την πλειοψηφία των πρώτων ποιητικών συλλογών που διαβάζουμε από πολλούς ποιητές, δεν αναγνωρίζουμε εύκολα το παλιό αίμα, τις επιρροές δηλαδή του ποιητή από τους προγενέστερους. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ακόμα περισσότερο την βαθιά ωριμότητα της ποίησής του.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2017/01/blog-post_20.html

Δημήτρης Τρωαδίτης, Το άνυδρο

friss3

οι κερασιές των ονείρων μας
δεν άνθισαν φέτος
υπέκυψαν στην ξεραΐλα
των άγονων γραμμών
στο κέντρο των μεγαλουπόλεων

οι ανθοφορίες αναβλήθηκαν
στο άνυδρο πεδίο
οι σχέσεις μίσχοι κομμένοι
στη διαλεκτική των στενών δωματίων
των αιθουσών βασανιστηρίων

κάποια πουλιά είπαν θα έρθουν
την άλλη φορά
μα δεν φαίνεται σημάδι τους

όλες οι αμαρτίες ξεπέζεψαν
κατέβαλαν αμαχητί
τους τροχιοδρόμους του μυαλού μας

παρ’ όλα αυτά
η ελπίδα πεθαίνει τελευταία

Δημήτρης Τρωαδίτης, Κι εσύ ν’ αρνείσαι

Artwork: Frans Masereel

Artwork: Frans Masereel

Ανδριάντες του παρελθόντος
τεράστιοι, επιβλητικοί
σ’ ατέλειωτες ιστορικές σελίδες
στημένοι σ’ επιτηρούμενες διασταυρώσεις
καθώς προσπερνάμε τις διαβάσεις
που οδηγούν από τη μέρα στη νύχτα
οι φωτισμοί τους όμοιοι με μύθους
για δράκους και βασιλοπούλες
κουβάρια που δεν πρόλαβαν να ξετυλιχτούν
σε αργαλειούς πολυκαιρισμένους
σε ακριβοθώρητα βλέμματα σιγουριάς
επηρμένων επιστημόνων.

Κι εσύ να επισκέπτεσαι
μισοφωτισμένα υπόγεια
όπου οι πρόγονοι επανέρχονται
ζωντανεύοντας τις αποκοτιές τους
με τις ενθυμήσεις τους
ερμητικά κλειστές
σε κοίλα κάτοπτρα
μυστικοί δέκτες
πομποί με τόσο θράσσος
που καταγράφουν ανθρώπινα πάθη
στιγμές σε κιτρινισμένες εφημερίδες
που μετατρέπονται σ’ αποστειρωμένα
ηλεκτρονικά δελτία ειδήσεων

Κι εσύ ν’ αρνείσαι να πετάξεις
σε ανοιχτούς ορίζοντες
εκεί που όλα ανήκουν σε όλους
κι ο καθένας δεν ορίζει τίποτα
εκεί που τα σπίτια έχουν
τα παράθυρα μόνιμα ανοιχτά
κι οι πόρτες μένουν ξεκλείδωτες
γιατί όλοι μπορούν να πάνε παντού.

Κι εσύ να μένεις
στους τοίχους της αδιαφορίας
στα κρεβάτια που τρίζουν ξεψυχώντας
τις κουτσές καρέκλες
στα χαλασμένα φώτα που παραπαίουν
στις φθαρτές αλήθειες
στους καθρέπτες στα καμαρίνια των ηθοποιών
που έχουν καλυφθεί με πρόστυχο κραγιόν
σκωροφαγωμένες τουαλέτες
και τον εμπαιγμό ξεκάθαρο
σαν ανηλεή βομβαρδισμό
εκεί που τ΄ απόκρυφα γίνονται φανερά
ως άλλες σαπουνόπερες
στις χίλιες δυό διαφημίσεις
για κοπανιστό αέρα
και ταξίδια στο διάστημα.

Περιφέρεσαι μ’ ενδυμασίες αρχαϊκές
υποτίθεται κόκκινες, άλλοτε πλουμιστές,
στριφογυρνώντας σε δίνες εναλλασσόμενες
με τις τσέπες βγαλμένες έξω
άδειες και τρομακτικά τρύπιες
από τη ματαιότητα των ιδεών σου
στέκεσαι εκεί μπροστά
στο βρώμικο παράθυρο
χωρίς ανάσα
σκελετωμένος από τα τρίμματα του χρόνου
ωχρός μιλώντας γι’ αποχαιρετισμούς
πλάσματα που υπήρξαν καρποί σου
και σας χώρισε
μια αγάπη λανθασμένη και άκαιρη.

Κι είναι η σκιά σου
η παρωχημένη θωριά σου
που μένει παντού
αποτύπωμα στις ίδιες θέσεις
αφόρητη νοσταλγία του τότε
που δεν θέλησες να τρέξεις
σε πορτοκαλεώνες μίλια μακριά
σε κάμπους που κάποτε ονειρευόσουν
και καταριόσουν τις νύχτες
στις Ιθάκες και τους μνηστήρες
της όποιας ευτυχίας
τότε ο χειμώνας σταματούσε το χρόνο
και δεν υπήρχε άνοιξη και καλοκαίρι
και μόνο μια μικρή υποψία φθινοπώρου
σ’ έκανε να θυμάσαι
τα πεσμένα φύλλα στους γυμνούς κήπους.

Ήταν τότε που οι άνθρωποι
καμώνονταν τους σίγουρους
για τα λόγια τους
κι είχαν τα χέρια υψωμένα
και περίμεναν
χωρίς να σκέφτονται
τους σταθμούς των τρένων
και τ’ ακάθαρτα αεροδρόμια
τότε που θέλαμε να κάνουμε
ολόισιους τους δρόμους
με κήπους δεξιά κι αριστερά
με χαμόγελα και δάκρυα χαράς
μετά από ολονύχτιες αποφάσεις
βγαλμένες συλλογικά
σε ταξίδια μ’ επιστροφή.

Τώρα όλα αυτά φαντάζουν
βαλίτσες πολυταξιδεμένες
που ποτέ δεν ανοίχτηκαν
αστέρια της μιας στιγμής
στις πεπαλαειωμένες στέγες των σπιτιών
στα νυχτοφάναρα
στις πύλες των εργοστασίων
κι ήταν που τα θέλαμε όλα
γιατί ο κόσμος στις μέρες μας
χτυπιόταν από κύμματα θεώρατα
όταν όλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι
να πλάσουν μια τόσο κοινότοπη ζωή

Τα προσδοκούσαμε όλα αυτά
γιατί οι μέρες μας έγερναν
σ’ άγνωστα λιμάνια σερνάμενες
όπως οι πλάτες οι φορτωμένες
με αποσκευές ανάγκης
και μπόγους ονείρων
μέχρι να μας ρουφήξουν οι χοάνες
οι απέραντες πεδιάδες σκόνης
και το αμμοχάλικο των λατομείων
κι έτσι ήταν που τα πονεμένα χρόνια
απαίτησαν δικαιοσύνη κι αναπαμό
γιατί το πρωινό κουράγιο τους
μετατράπηκε σε πρώτη ύλη για το μέλλον
όταν οι κήποι και οι γιορτές
πάσχιζαν να ξεπεράσουν
τα θλιβερά Σαββατοκύριακα
όταν οι φλόγες της τότε ζώσας καρδιάς
ξερνούσαν ακόμα μανιφέστα
για ‘κείνο και για τ’ άλλο.

Δεν υποψιάζονταν τότε
ότι όλα θα γίνονταν παρανάλωμα
ότι με βαριές κουρτίνες θα έκλινε
κάθε αυλαία τελεσίδικα
ότι το αύριο θα ερχόταν απειλητικό
μ’ ένα τεράστιο αδηφάγο στόμα
μόνο μερικοί αυτοσχέδιοι προφήτες
που τους έλεγαν τρελούς
μιλούσαν για όλα αυτά
γιατί η ματιά τους διαπερνούσε
τους μακρινούς ορίζοντες
εκεί που ο ανθρώπινος νους
δεν φανταζόταν ν’ απαγκιάσει
αυτοί ήξεραν να ξεχωρίζουν
τη φθορά από την αφθαρσία
ζωγράφιζαν το μέλλον τις νύχτες
τα γυμνά τους πόδια σεργιάνιζαν
πατούσαν στη νωπή άσφαλτο
αλλά δεν καίγονταν

Σήμερα το φως του ήλιου
μοιάζει με αποδημητικό πτηνό
κι αφήνει πίσω του
σκοτεινές λωρίδες αμφιβολίας
που στις χαραμάδες τους
στεκόμαστε φοβισμένοι
καπνίζουμε τρεμουλιαστά
τα χέρια ξαμολιούνται δω κι εκεί
ψάχνοντας με πόνο
διευθύνσεις και τηλέφωνα
σε μια άλλη πατρίδα
κι οι γυναίκες έπαψαν
να είναι μυστικές νύφες
δούλες σε εργοστάσια λησμονιάς
καθαρίστριες σε γραφεία
και μοδίστρες σε μεγάλα πατρόν
έχουν παιδιά λαίμαργα με υποσχέσεις
δεν σιγοκουβεντιάζουν
πάνω από αχνιστές σούπες
η καρδιά τους δεν φωτίζει
όπως άλλοτε τα δωμάτια
κι η φλόγα τους ζεσταίνει
στιγμιαία και απ’ ανάγκη

Και σήμερα αρνείσαι
τους δρόμους του αγώνα
εκεί στις στράτες που ξεμένουν
οι ορδές με φωνές και συνθήματα
να πλάσουν το όποιο μέλλον
κι εδώ αρνείσαι τις όψεις
ξεδίνοντας σε σύγχρονα καφενεία
όπου χάνεσαι γελώντας ειρωνικά
δεν φαίνεσαι πουθενά
σήμερα εξακολουθείς να γίνεσαι χθες
με φωτογραφίες επεξεργασμένες
χωρίς στιγμές αποχαιρετισμού
χωρίς ουρλιαχτά τη νύχτα
και συνθήματα που ακόμα
περιμένουν δικαίωση
και κουβαλούν ένα γιατί,
δεν διατίθεσαι να μάθεις
ότι στα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα
πάντα θ’ ανθούν φρέσκιες ανεμώνες
από ιδρώτες και αγωνίες
που θ’ αντέχουν
και θα προσμένουν να οδηγήσουν
σε πιο απάνεμα λιμάνια.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ποιήματα στη μνήμη των νεκρών της εξέγερσης του Πολυτεχνείου

Νύχτα που στριφογυρίζουν οι εικόνες

Νύχτα που στριφογυρίζουν οι εικόνες.
Καρτερικές γενιές θέλουν ν’ αποτελειώσουν

το ποτήρι που άφησαν στη μέση.

Θαλασσινό κύμα τ’ ανάστημά τους.

Σφιγμένες γροθιές έτοιμες

των ξεπουλητάδων να πατήσουν το ψέμα.

Ενάντια στο σκοτάδι που μυρίζει.

Μορφές μαύρες, αγριεμένες.

Δεν γνωρίζονται μεταξύ τους.

Η ενότητα στο τραγούδι.

Και τα ματωμένα πουκάμισα

παντιέρες στα οδοφράγματα.

Τραπεζάκια σε φοιτητικά δωμάτια

βάρεσαν εγκατάλειψη.

Πεθαίνουν το ξημέρωμα με το τρίξιμο των σφυριών.
Τυλιγμένα κουφάρια σε τρύπια πανωφόρια.

Κι οι γραφές κόκκινες σε μαύρο φόντο.

***

Το φως πνίγεται

Το φως πνίγεται στη σαπίλα και το κρατητήριο.
Άσπροι τοίχοι με χωρίζουν απ’ την όμορφη νύχτα.
Οι σκέψεις καυτός αγέρας
στο θειάφι της απομόνωσης.
Οδοφράγματα στις ψυχές μας.
Μα θα χτυπήσω το πνεύμα της φθαρμένης προστασίας.
Θα ξεσκίσω την προδοσία στον μακρύ μου δρόμο.
Την καταραμένη διαλεκτική του κατεστημένου
θα μετατρέψω σε συντρίμμια.
Ας πλημμυρίσει η πορεία της ζωής μας
μ’ ανέσπερο φως.
Ας πέσουν οι μάσκες απ’ τα παλιά μας προσωπεία.
Ας εκλείψει ο φόβος του ξεσηκωμού.
Ας ωριμάσει μέσα μας μεγάλο το δέντρο
κι έχουμε πολλούς καρπούς να δρέψουμε…

***

Απόπειρα

Η απόπειρα να ορθωθεί η σκέψη
πάνω απ’ την ανία

κι η μνήμη να υπερβεί

την καρυκευμένη λήθη
μένει πάντα επίκαιρη

ως η μόνη δυνατή επιλογή
στο δρόμο για την Άνοιξη.

***

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα.

Ν’ αναιρέσουμε τ’ απόλυτα σκοτάδια.

Να ηχήσουν τεράστιοι αυλοί.

Ν’ αναδειχτεί ο οργασμός μας

σ’ ένα πανδαιμόνιο φωτός.

Να κολυμπήσουμε σε νερά απύθμενα,

έξω από δίνες κι αφρισμένα κύματα.

Η πανσέληνος να μας στέλνει μουσική από ψηλά.

***

Ήρθε η ώρα της ανατροπής

Ήρθε η ώρα της ανατροπής

με μια εκρηκτική αναθέρμανση ανθρωπιάς.
Ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε

με τονισμούς εξέγερσης.

Δυνατούς σαν καταιγίδα.

Σίγουρους σαν ανατολή.

Μακρινούς σαν άστρα.

Ήρθε η ώρα ν’ αναδείξουμε την ορμή μας
στις πύλες του χρόνου.

*Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν στη δεκαετία του 1980.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Αδιόρατες σκιές

14993540_1002044343256503_769750588463199820_n

Αδιόρατες σκιές
στο παραπέτασμα του χρόνου
καθώς η μετάβαση
ολοκληρώνεται
πανάρχαια
σίγουρη
παντοτινή
η ώρα της σίγουρης απόφασης
η μέρα που μετουσιώνεται σε νύχτα
με τις τελευταίες της αναλαμπές
να αντιστέκονται
αλλά το σκότος να επέρχεται πιο ισχυρό
κάνοντας τις αισθήσεις
να λουφάξουν
ή να διεγερθούν
υπόγεια
αλλά αποφασιστικά
προς το όποιο αύριο…

*Το ποίημα γράφτηκε τη Δευτέρα, 14 Νοέμβρη 2016, ως έμπνευση μετά από παρατήρηση φωτογραφιών από την φίλη Ευαγγελία Τύρλα στη σελίδα της στο Facebook. Οι φωτογραφίες είναι από τη χθεσινή πανσέληνο που όμως στη Μελβούρνη επισκιάστηκε εν μέρει από σύννεφα, παρουσιάζοντας ατό το ανεπανάληπτο θέαμα… Εδώ μια από τις φωτογραφίες.

Δημήτρης Τρωαδίτης, μέρες

hqdefault

μέρες με μηνύματα
που τα περιμένουμε
όπως ο φτωχός μια βοήθεια

μέρες που γέρνουν ανάποδα
με τραύματα στο σώμα τους
με πληγωμένες ηδονές

μέρες που περνούν ολόγιομες
σαν πανσέληνοι στις στέγες
νοσταλγίες που στολίζονται

μέρες που ξαστερώνουν
σαν αρχοντικά με φωταψίες
ανταύγειες λησμονιάς

μέρες που λειώνουν
αναμνήσεις που χαροπαλεύουν
ψιχάλες που εξαερίζονται

μέρες που όλα επιστρέφουν
σκόρπια εδώ κι εκεί
με θριάμβους απροσδιόριστους