Δημήτρης Τρωαδίτης, Νέα όνειρα φτερουγίζουν

Αλλαλάζοντες με υπόσταση
Η θλίψη μας ξέρει πολύ καλά
Και την ξέρουμε
Τα βήματά μας διαθλώνται
Στις καθημερινές μας πράξεις
Σαν τους υπνοβάτες
Η ισορροπία μας γίνεται απέριττη
Χορεύουμε σε αναμμένα κάρβουνα
Τρεκλίζουμε σε τεντωμένο σκοινί
Ωστόσο, δεν μας καταβάλλει καμία πτώση
Τα όνειρα αναπροσαρμόζονται
Αποδιώχνουν νυχτερινές αμαρτίες
Οπτασίες σε καιόμενες βάτους
Τα πολύχρωμα φωτάκια του μυαλού
Όλα σε συγχρονισμό
Ταυτίζουν τους ιλίγγους με τις ηδονές
Το ένα συμπληρώνει το άλλο
Νέα όνειρα φτερουγίζουν

Δημήτρης Τρωαδίτης, Κόβω σε κομματάκια τις απαξίες


Δεν εκπλήσσομαι με καμία υστερία
κανένα πλήρωμα του χρόνου
δεν προσκυνώ την απόγνωση
ούτε παραδίνομαι στις συντέλειες
ούτε στις συντεχνίες των οδών
ούτε στα συνδικάτα των τρόμων
δεν υπάρχει φαντασία
που καραδοκεί να με σαγηνεύσει
κόβω σε κομματάκια τις απαξίες
και τις πετάω κατάμουτρα στους φταίχτες
ξεγυμνώνω τις Ερινύες
και τις βάζω να μαλλιοτραβιούνται
κι εγώ κρυμμένος σε μια γωνιά
σκάω στα γέλια
λιγώνομαι
σπαρταρώ
κι όταν οι κόκκοι της άμμου αναδύονται
κι όταν οι αφροί γίνονται θύελλες
λέω “ώρα να φεύγω”…

Δημήτρης Τρωαδίτης, Με μια εμμονή στην κωλότσεπη

ηχούν οι μέρες μας
όμοιες με σκυρόδεμα που τρίζει
σ΄ ανθρώπων στάσεις
σε μηνύματα
σε φορτία θλίψεων
που τρέχουν πάνω-κάτω στο μυαλό
που χάνονται σε δωμάτια χοάνες

εκεί που βλαστημάς στον αγύριστο
καίγεσαι και τρώγεσαι
εκεί που καταξεσκίζεις τις σάρκες σου
κουρελιάζοντας σημαίες κάθε είδους
εκεί που ως άλλος Τειρεσίας
δίνεις αυτοκαταστροφικούς χρησμούς

είναι σαν κάποιες κωμικοτραγωδίες
που διαλύονται σε άσματα
ασματίδια άλγους
ιζήματα σχιζοφρένειας προελαύνοντα

οι τραγωδοί στήνουν χορό
κι ύστερα διαλύονται
εξαερώνονται
από σκιρτήματα καρδιών
και βροντερά συνθήματα ενάντια
στην αφόρητη δυσοσμία των θεσμών

είναι αδιαπέραστη η σημασία
της ζωής που χάνεται
είναι ταφόπλακα η ιδέα του θανάτου

το ζήτημα είναι
να χαράξεις δρόμους στα ξάγναντα
να ανασάνεις στις αχνοφεγγιές
να τσουλιστείς χειρονομώντας
βρίζοντας στις εμπόλεμες ζώνες
με μια εμμονή στην κωλότσεπη
και μια σιγουριά στην ψυχή
να ξεριζώσεις τις μολυσμένες καρδιές
των νεκροτομείων

η ζωή προσδοκά
την μεγάλη μέρα
να σκορπιστεί μια χούφτα λευτεριά

Δημήτρης Τρωαδίτης, είναι ώρες που σκέφτομαι

Είναι ώρες που σκέφτομαι
ότι γεννήθηκα σε κάποιο άπειρο
ένα σύμπαν απροσδιόριστο
κι ότι κάποια στιγμή χάθηκα μαζί του

κλείσε την αυλόπορτα
έχω κρυφτεί στο στενό απέναντι
να παραφυλάξω τη θετή μου οπτασία
να κρυφακούσω τους εμπόρους
του μαύρου θανάτου

κλείσε την αυλόπορτα
όπως κλείνεις τα μάτια
στις γραφίδες που εξουσιάζουν
κι αιματοκυλούν το μυαλό μας

είμαστε μούσκεμα στον ιδρώτα
μες στα σκισμένα ρούχα μας
και τις λάγνες παρωπίδες

Δημήτρης Τρωαδίτης, όλα κυλούν

όλα κυλούν
ο χρόνος
τα δάκρυα
οι στάλες στο πλακόστρωτο
κάποιες ρανίδες ιδρώτα
στα πολυφορεμένα ρούχα

οι αναμνήσεις κυλούν κι αυτές
στο κουρασμένο κορμί μας
όμοιες με στιγμιότυπα
από μια ταινία
που την βλέπουμε συνεχώς

κι η τρέλα μας κυλάει
κυκλοφορεί αίτημα πάγιο
έι, προύχοντες
άντε στο διάολο

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η σκηνογραφία του πάθους

Δυό κονσέρβες
μια μπύρα
και τρεις φέτες ψωμί
όλη η περιουσία
αλλά η καρδιά θέλει
άλλη τροφή

Ο οίστρος ανάχωμα
στην αναλγησία
μια γροθιά στο
σάπιο στομάχι
μια μούντζα στην
υστεροφημία

Τίποτε δεν είναι αληθινό
λένε ότι τα πάντα ρει
η σκηνογραφία του πάθους
παίζει ξυλίκι με τις αδημονίες

Δημήτρης Τρωαδίτης, Στιγμιαίες ανάσες

(Μικρά ποιήματα σε εξέλιξη)

Ι
αυτός που μας ελέγχει
τρεκλίζει
από προκλητική μέθη

II
τα φώτα μιας μεγάλης πόλης
υποδέχονται το φεγγάρι
που μόλις ξεμύτισε

III
κάποιοι
κοινωνικά ατημέλητοι
καμώνονται τους ευγενείς

IV
η σκόνη μας ακολουθά
από το ένα μέρος
στο άλλο

V
κι εκείνος εκεί πέρα
κοιτάει επίμονα
προς τη μεριά μου

VI
τα υπουργεία της κανονικότητας
βρίθουν
σκουπιδιών

VII
το ψέμμα βασιλεύει
οι συνταξιδιώτες μου
ανασαίνουν βαριά

VIII
ένας σκάβει τον τάφο του
κι επτά άλλοι
παρακολουθούν αδιάφοροι

IX
μας ήρθε μια ανάπηρη
λιακάδα μετά από
μια όξινη βροχή

X
στον επαρχιακό σταθμό
ένας μόνος του
μοιρολογούσε

XI
ψηλαφώντας σε πυκνή
ομίχλη
να βρεις το τίποτα

XII
ένας τυφλός περιηγητής
θαμπώνεται
από τα απαστράπτοντα τοπία

XIII
σε πιάνει ίκτερος
στις χιονισμένες
βουνοκορφές

XIV
σε πλημμυρισμένα χωράφια
οδηγάς ποδήλατο
φορώντας βατραχοπέδιλα

XV
η βροχή συνεχίζεται
και τα μάτια μου
ξεραίνονται

XVI
τα γέρικα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
φεγγοβολούν

XVII
η λιακάδα επέστρεψε
κι η ψυχή μου κυλά
στη φωτοχυσία

XVIII
τα νοτισμένα μαξιλάρια
της πάχνης
περιμένουν τη δύση

XIX
ένα ποταμίσιο μονοπάτι
η μόνη διέξοδος
προς την ανατολή

XX
η φύση ολόγυρα
σηκώνει
έναν υπνάκο

XXI
κάποιοι ήχοι
μπερδεύουν
την προέλευσή μου

XXII
σε μια γκρίζα αυγή
τα όνειρα
δεν έχουν καμία θέση

XXIII
στην πρωινή ομήγυρη
τα μυρμήγκια έχουν ήδη
πιάσει δουλειά

XXIV
είναι κάτι σπίτια
με τα παραθυρόφυλλα
πάντα ανοιχτά