Homero Aridjis, Τρία ποιήματα

Το αγόρι ποιητής

Ἐρωτήσεις

Πρέπει νὰ καταλήξω ν’ ἀποκοιμηθῶ μὲ Bach
ὅπως ὁ κύριος ποὺ ροχαλίζει στὴ συναυλία
ἐξουθενωμένος ἀπὸ μιὰ μέρα μὲ χρονοδιαγράμματα
ὡράρια καὶ λογαριασμοὺς
ἐξαντλημένος ἀπὸ μιὰ νύχτα σὲ μιὰ παράσταση;

Πρέπει νὰ εἶμαι σὰν τὸν ἔμπορο
μὲ τὸ μαγαζάκι ποὺ χρεωκόπησε
καὶ ποὺ τώρα ἄνεργος
νομίζει ὅτι εἶναι ἕτοιμος πιὰ νὰ πεθάνει;

ἢ πρέπει νὰ εἶμαι σὰν τὸν ἄρρωστο
ποὺ ἀπορρόφησε τὰ συμπτώματά του
μὴν ἀκούγοντας σινιάλα
σταλμένα ἀπὸ τὸ ὑπερπέραν;

ἢ σὰν τὸν θυρωρὸ
ποὺ ἀνοιγοκλείνει τὶς πόρτες γιὰ τοὺς ἄλλους
χωρὶς νὰ παρατηρεῖ ὅτι στὸ σπίτι του
ἀφήνει παραμελημένη τὴν ψυχή του;

ἢ νὰ εἶμαι πάντα αὐτὸ ποὺ εἶμαι
ἕνας ἄνθρωπος τῶν λέξεων;

***

Το Ποίημα

Στον Octavio Paz

Τὸ ποίημα στριφογυρίζει στὸ κεφάλι τοῦ ἀνθρώπου
σὲ κύκλους κοντινοὺς καὶ μακρινοὺς
Ὁ ἄνθρωπος τὸ ἀνακαλύπτει προσπαθεῖ νὰ τὸ κατακτήσει
ὅμως τὸ ποίημα ἐξαφανίζεται
Ὁ ἄνθρωπος φτιάχνει τὸ ποίημά του
ἀπ’ ὁ,τιδήποτε μπορεῖ ν’ ἁρπάξει
Ὅ,τι ξεφύγει
θ’ ἀνήκει στοὺς ἀνθρώπους τοῦ μέλλοντος

***

Οι έξι αισθήσεις του θανάτου

Ὁ θάνατος ἔχει τὴ γεύση αἵματος στὸ στόμα

μυρίζει σὰν τὸ κενὸ ποὺ σκάει στὴν κοιλιά σου
ἀκούγεται σὰν ἕνα φύσημα ποὺ σκίζει στὰ δύο τὸν ἀέρα
μοιάζει μ’ ἕνα λευκὸ μάτι ποὺ διαλύεται στὸ νερό.

Οἱ αἰσθήσεις τοῦ θανάτου δὲν εἶναι πέντε,

εἶναι ἕξι, ἡ ἕκτη αἴσθηση εἶναι ἕνα ὄργανο παράλογο
ἄμορφο, ἄοσμο, ἀνήκουστο,

εἶναι ἕνα μεθυσμένο τίποτα.

* Ο Homero Aridjis είαι Μεξικανὸς ποιητής, ἑλληνικῆς καταγωγῆς. Ἔχει ἐκδώσει περισσότερα ἀπὸ 40 βιβλία ποίησης καὶ μυθοπλασίας καὶ ἔχει λάβει πλῆθος βραβείων γιὰ τὸ συγγραφικό του ἔργο καὶ τὴν ἀκτιβιστική του δράση γιὰ τὴν περιβαλλοντικὴ προστασία. Θεωρεῖται ὁ σημαντικότερος ἐν ζωῇ Μεξικανὸς ποιητής.
**Μετάφραση: Ἔλσα Κορνέτη
***Από το περιοδικό “Νέο Επίπεδο”, Νο 41/1, Απρίλιος 2014.

Αθανάσιος Πάσχος, Φλέγεται η γη

Άκου πώς η θάλασσα σβήνει τη φλόγα
Καθώς το κύμα το χαριστικό κυλάει στο κορμί της
Κι αυτός ο συριγμός
Καθώς η νύχτα κλέβει τη ζωή από την ίδια τη ζωή
Είναι πιο περίλυπος
Θυμίσου πώς η κοπελιά μαζεύει το κορμί
Όταν αλαφρύνει και δώσει τον πόθο της να πετάξει
Τότε χάνεται μόνο αυτός που έχει χαθεί
Βαθιά του
Και δεν έχει φωνή να χαρίσει..

*Από τη συλλογή “Ζω ονειρευόμενος”, εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Ε. Μύρων, Αερόστατο

Έχω ένα αερόστατο
μέσα μου κρυμμένο
Ίσως κάποιες φορές
το αέριο του είναι ελλιπές
ή ο αέρας μέσα μου βαρύς
και δεν πετά
– ζαρώνει στάσιμο στα χαμηλά.
Βαρίδι γίνεται στα πόδια
και το σέρνω.
Είναι όμως εν δυνάμει πτητικό
Αυτό το αιθεροβάμον υλικό
που κρύβω μέσα μου
με στιλώνει και με κρατά ορθό
όταν απογειώνεται.
Γι’ αυτές τις πτήσεις του
και μόνο
αξίζει το κουβάλημα.

Γιάννης Βούλτος, Πέντε ποιήματα

Τυφλός

Με κοιτάζουν
Μάτια δίχως βλέμμα
Κι εγώ τυφλός
Τις διαβάσεις
Περνώ
Της ζωής
Μονάχος

Στη λήθη

Διάλεξες
του ονείρου τοκογλύφο
να δανειστείς
του φόβου βάλσαμο
Όταν τ’ αστέρια ξεθωριάζανε
στο φως το πρωινό
που μας αντίκριζες

Κουβέντα με το Θάνατο

Μίλησα τη νύχτα
Με το Θάνατο
– Ήρθες για μένα
– Έχεις ακόμα
Αίμα
Στα γραφτά σου
Θα ξανάρθω

Κυριακή στο γήπεδο

Μπήκα στο κατάμεστο γήπεδο
Στην εξέδρα των επισήμων
Παντού σιωπή
Κοιτάζω τριγύρω
Οι φίλαθλοι νεκροί
Οι παίχτες σκοτωμένοι
Τριάντα χιλιάδες κουφάρια
Μόνος εγώ ζωντανός
Άρχισα να φωνάζω
Συνθήματα

Λεωφόρος Εφιάλτη

Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς του εφιάλτη σου
Όταν οδηγώντας δε θα ανταμώνεις πια ούτε ψυχή απ’ τ’ άλλο ρεύμα
Τότε θα προβάλλουν δίπλα στα εικονοστάσια τους
Όλοι οι σκοτωμένοι κείνων των δρόμων της ασφάλτου
Καθένας με την αποκρουστική μορφή
Τη χαρισμένη από τη μοίρα του την ώρα του θανάτου
Θα σε χαιρετούν όσοι έχουν χέρια
Θα σου μιλούν όσοι έχουν πρόσωπα
Οι άλλοι που δεν τους έχει μείνει τίποτα
Θα χουν γραμμένο στο οδόστρωμα με αίμα ένα μήνυμα
Για σένα που μπορείς να το διαβάσεις
Για σένα που μπορείς να τους ακούσεις
«οι δρόμοι αυτοί θα είναι πάντα στοιχειωμένοι»
Και πάντα θ’ αντικρίζεις τους νεκρούς
Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς του εφιάλτη σου

*Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/2753

Θεοδοσία Μαρινούδη, Τρία ποιήματα

Κομμάτια

Έχουν υπάρξει ορισμένα επιπλέον έξοδα
στους υπολογισμούς αυτού του μήνα.
Δεν είμαι σίγουρη από πού προέρχονται
και αν τα έχω καταβάλει.
Ίσως από κάποιες παράταιρες νότες
μιας παρτιτούρας
που επιτέλους δεξιώθηκα
με ανυπολόγιστο κόστος.
Βάρη ετών.
Χιλίων οδύνων.
όλες για μια σπουδή.
Πιάνο για έξι χέρια.
Και τα εξι ακρωτηριασμένα.
Τέσσερα νεκρά και δύο ανάπηρα.
Γαβ και γαβ και γαβ
Γαβ και γαβ και γαβ.
Ελάσσονες σπασμοί πνιγμένοι.
Όλα μου τα όνειρα μαζί σου.

***

Η αφή και η όραση

Τι θέλουν κι αυτές οι καταιγίδες.
Διπλασιάζουν τα τοπία μέσα μου.
Κλεισμένη εδώ μέσα και δεν αλλάζουν οι ώρες.
Εσύ δε γύρισες να με κοιτάξεις.
Όμως εγώ σε ειδα ολοζώντανη μπροστά μου
“Μάζεψε τις κάλτσες σου παιδί μου”.

Αυτό το σπίτι όλο μαζεύει κι όλο απλώνεται.
Άλλες φορές ξετυλίγεται σαν αρχοντικό
μπροστά στα πόδια μου.
Τώρα μπορώ να το κρατήσω στη χούφτα μου.
Τόση πλαστικότητα…
Θα είναι επειδή νόμιζα ότι η αφή είναι πάντα
και άγγιγμα.
Η αφή και το άγγιγμα.
Πώς δεν πρόσεξα
την κυριολεξία των χαδιών.

***

Madame Butterfly

Νόμιζα πως δεν είναι καλή στις μεταμορφώσεις.
Δεν ήξερα να αφήνω τις εικόνες να οδηγούν
στο σώμα..
Δεν μπορούσα να δημιουργώ εικόνες
με το σώμα.

Ήξερα βέβαια να είμαι εδώ.
Διαρκώς, ατελείωτα, ανελέητα.
Που θα πει πως ήξερα να μην είμαι ο εαυτός μου.
Άρα είχα πειστεί πως υπάρχει μία τουλάχιστον
μεταμόρφωση.
Υπάρχει μια μορφή της οποίας έχω υπάρξει
το ακριβές αντίγραφο.
Υπάρχει σίγουρα μια μορφή που έζησα
στον κύκλο του περιγράμματός της.
Ακόμα κι αν ήμουνα Εγώ
Που όλο έλεγα
Εσύ,

Τώρα που τη διέσχισα
αυτή τη λεπτή κόκκινη γραμμή
μπορώ να γίνω πεταλούδα;
Χωρίς να κοιτάξω πίσω πόσα “εγώ” άφησα
για να πετάξω;

*Από τη συλλογή “τα καρφιά από μέσα”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015.

Γρηγόρης Σακαλής, Διέξοδος

Σ΄ένα γραφείο καθισμένος
δεμένος χειροπόδαρα
μ΄αόρατες κλωστές
καθημερινά περνώ το οχτάωρο
της πλήξης και της προσμονής
τίποτα καλό δεν με περιβάλλει
άνθρωποι ή αντικείμενα
εικόνα εγκατάλειψης γύρω
οι συσκευές μισοχαλασμένες
η άνωθεν φροντίδα ανύπαρκτη
τα αναλώσιμα ιδίοις αναλώμασι
πως να μη πλήξεις
πως να μη προσμένεις
την ώρα της αναχώρησης
αφού οι συνθήκες δουλειάς
είναι ακατάλληλες
κι έτσι αυτή χάνει το νόημα της
πότε χωρίς θέρμανση
πάντα χωρίς κλιματισμό
με σώζουν μόνο
τα ταξίδια του μυαλού
όταν βρίσκω την ευκαιρία.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πέντε ποιήματα

Τ’ άγαλμα με το δίκωχο
(Απόπατος περιστεριών)
Ηλίθια ρεμβάζει σε πλατεία
Κι ένας κοπρίτης
Γλύφεται σχολαστικά…
Ενώ διαπεραστικά στριγκλίζουν
Φρένα λεωφορείου
Που μόλις έχω χάσει

***

Τσαλακωμένα μοιράζεται χαρτί
Η κατάνυξη των ημερών
Σε μετάδοση απευθείας.
Υπάρχει ανάγκη για ιερότητα:
Τόσα κρίματα μας βαραίνουν
Τόσα τσαλακωμένα χαρτιά
Τόσα αιτήματα-
Σε λίγα μόλις επεισόδια συμβαίνουν
Όσο δεν άντεξαν να ελπίσουν
Τα ποιήματα.

***

Χιλιάδες μετανάστες
τα ναυάγια
Της λησμονιάς νερό
Σκεπάζει
Χωρίς ονόματα-
Ντόπιοι δουλέμποροι
Διαβεβαιώνουν
Ουδετερότητα

***

Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Μην κάνεις πια τον κόπο να διαλέξεις.
– Βράζει το πέρασμα, ανάσα ακίνητη
Ομίχλη πηχτή, κραυγή γοερή!-
Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Όσο σου γράφει, κοίτα να επιπλεύσεις.

***

Άφησες πια την προκατάληψη
Σκύλα ξοπίσω με μωρά κουτάβια
Κι άνοιξες δρόμο για τη θάλασσα
Πώς σ’ έθελξε έτσι γαλάζια!

*Από τη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2015.