Octavio Paz, Τρία ποιήματα

ΕΔΩ

Τα βήματά μου σ’ αυτό το δρόμο
Αντηχούν
Σ’ άλλο δρόμο
Όπου
Ακούω τά βήματά μου
Να διαβαίνουν σ’ αύτό τό δρόμο
Όπου

Μόνη αληθινή είν’ η ομίχλη.

***

ΧΡΗΣΜΟΣ

Τα κρύα χείλη τής νύχτας
Αρθρώνουν μιά λεξη
Κολώνα οδύνης
Λιθάρι κι όχι λέξη
Ίσκιος κι όχι λιθάρι
Στοχασμός από αί’&αλη
Νερό αληθινό για τα χείλη μου από αιθάλη
Λέξη από άλήθεια
Λόγος των λαθών μου
Αν είναι θάνατος μόνο για τούτον ζω
Αν είναι μοναξιά μιλώ για κείνην
Είναι η μνήμη και δε θυμάμαι τίποτα
Δεν ξέρω τι λέει και την εμπιστεύομαι
Πώς νά έχουμε τη γνώση ότι ζωντανοί
Πώς νά ξεχώσουμε πως το γνωρίζουμε
Χρόνος που μισανοίγει τά ματόφυλλα
Κι αφήνεται νά φαίνεται και μας θωρεί.

***

ΦΙΛΙΑ

Είναι η αναμενόμενη ώρα
Πάνω στο τραπέζι πέφτει
Ατελείωτα
Η κώμη της λάμπας
Η νύχτα κάνει πελώριο τοό παράθυρο
Δεν υπάρχει κανείς
Η δίχως όνομα παρουσία με τυλίγει.

*Από το βιβλίο “Οκτάβιο Πας, Ποιήματα”, μετάφραση Μάγια Μαρία Ρούσσου, Εκδόσεις Ηριδανός, Οκτώβρης 1986.

Advertisements

Τάκης Άκος, 1968

Tη μέρα που μου έκοψαν το μουρουνόλαδο
Αρχισα να τρώω γύρη από χρυσάνθεμα
Μυρίζοντας το μωβ των αγκαθιών
Χορεύοντας γύρω από φωτιές χορό ινδιάνικο
Στο αφιονισμένο ’68.

Αεροπλανοφόρα στο λιμάνι σκιές στο φεγγάρι
Σφαγμένα περιστέρια στο Ανόι
Κόκκινη αρκούδα μαδάει ευκάλυπτο
Κάμπιες στα πεύκα δέσμες φωτός στο βράδυ
Υφαίνουν το πολύχρωμο ’68.

Ονειρα από σελυλόιντ χαράζουν σχήματα
Εύθραυστα διαγαλαξιακά
Με ανεξίτηλη μεσοαστρική σκόνη
Αμυδρό φως στη βεράντα ξεθωριάζει
Η γαλάζια νεράιδα εξαφανίζεται…

‘’Σήκω μικρέ να πας σχολείο!’’

*Από το βιβλίο “Γλυκά από Εντελβάις”, Αθήνα 2015, σελ.42.

Το τελευταίο ποίημα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι

Τέρμα θα δώσω στη ζωή μου
με μια σφαίρα απάνω στο κρανίο μου
και θα είναι εκείνη η σφαίρα
εκείνη, η πρώτη
που μπολσεβίκο εργάτη
τραυμάτισε στη μάχη,
τέρμα θα δώσω στη ζωή μου
με μια σφαίρα στου καθωσπρεπισμού το μάτι
και θα είναι εκείνη η σφαίρα
εκείνη, η πρώτη
που την άγνοιά σας, ανθρωπάκηδες
έκανε σκόνη, έκανε στάχτη.
Ναι! όπως σας τα λέω
έτσι είναι κι έτσι θα γίνει
θέλετε – δεν θέλετε
σεισμούς θα προκαλέσει
η αποδημία μου,
χίλιες εννιακόσιες δεκαεφτά
θα φέρει αναταράξεις
στο σκεβρωμένο το σαρκίο σας
στα σύννεφα θα υψωθεί
αγνοώντας την αδιαφορία
τις περίτεχνες, όλο χάρη
οσφυοκαμψίες σας
ναι! όπως σας το λέω
έτσι είναι κι έτσι θα γίνει
θέλετε – δεν θέλετε
για πάντα στη μνήμη
των φτωχών, των εξαθλιωμένων
εγώ, ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι
αιώνιος θα μείνω
χέρι με χέρι
στο αίμα βαφτισμένος
της Προδομένης Επανάστασης
μακάριος θα υψωθώ
πάνω από την ποίηση
και τις κυβερνήσεις!

Ειρηναίος Μαράκης

Francois Villon, Μπαλλάντα (Μπαλλάντα των ψιλών αθιβολών)

Villon escamotant un broc de vin dessin Gustave Janet illustration extraite du livre “Musee de Familles” 1853 1954

Γνωρίζω εγώ καλά μύγες σε γάλα,
Γνωρίζω από την ντυμασιά τον άνθρωπο,
Γνωρίζω τον καλό καιρό απ’ τον κακό,
Γνωρίζω απ’ τη μηλιά το μήλο,
Γνωρίζω το δέντρο να ιδώ το κόμμι,
Γνωρίζω πότε όλα είν’ απ’ το ίδιο,
Γνωρίζω ποιος μοχθεί ή ποιος σκολάζει,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.

Γνωρίζω το ζιπούνι απ’ την τραχηλιά,
Γνωρίζω τον καλόγερο απ’ το ράσο,
Γνωρίζω τον κύριο από το δούλο.
Γνωρίζω απ’ την κουκούλα την καλογριά,
Γνωρίζω πότε κορακίζει ο κομπωτής,
Γνωρίζω τρελούς με αθόγαλο θρεμμένους,
Γνωρίζω απ’ το βαρέλι το κρασί,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.

Γνωρίζω το άλογο και το μουλάρι,
Γνωρίζω το φορτίο τους και το γομάρι τους,
Γνωρίζω την Bietris και την Belet,
Γνωρίζω τη φίσα που αριθμεί κι αθροίζει,
Γνωρίζω όραμα και ύπνο,
Γνωρίζω το παράπτωμα των Βοημών,
Γνωρίζω τήν έξουσία τής Ρώμης,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.

Πρίγκηψ, γνωρίζω εγώ κοντολογίς τα πάντα,
Γνωρίζω τους ροδόχροους και τους χλωμούς,
Γνωρίζω το Θάνατο που όλα τ’ άναλώνει,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.

*Από το βιβλίο «Francois Villon, Ποιήματα», σε επιλογή και μετάφραση Τρύφωνα Β. Νικολάου, Εκδόσεις ‘Ελεύθερος Τύπος”.

Οράσιο Καστίγιο, Δύο ποιήματα


Ο Αντριαν Μάρβελ στην ντροπαλή τον αγαπημένη

Αν είχαμε αρκετό χρόνο, θα καθόμασταν, εσύ
Όπου κατοικείς δίπλα στον ποταμό του Παραδείσου,
Κι εγώ στις όχθες του Γάγγη όπου πλένω
Τις πληγές μου, να περιμένω τη μέρα της Κρίσεως.
Διότι εκείνος που αγαπάει πριν ακόμα κι απ’ τον Κατακλυσμό
Μπορεί να απορριφθεί ως τον Προσηλυτισμό των Εβραίων,
Καθώς μιλάμε τριάντα χρόνια για τη Φύση των Αγγέλων,
Πενήντα αιώνες για την Αρετή και την Τιμή,
Εκατό χιλιετίες για την Ευκαιρία και άλλες μάσκες
της Επιθυμίας και του Πάθους.
Αλλα πάντοτε ακούω να τσιρίζει πίσω από τις πλάτες μου
Το Κάρο του Χρόνου και βλέπω πιο πέρα από μας
Ερήμους Απέραντης Αιωνιότητας, την Πατρίδα του Σκουληκιού που,
Πιο ευτυχές από μένα, όχι τόσο πιστό ίσως, θα ξεσκεπάσει
Τη Φίνα Μεμβράνη που χωρίζει τον Ουρανό από τη Γη.
Τι θα πει τότε, εκεί ψηλά, η Ψυχή σου,
Βλέποντας παρόμοιο θέαμα; Θα σκεφτεί
Ό,τι απομενει ακόμα η Ανάσταση; Θα κατανοήσει
Την Εχθρό της Σαρκός που δεν υπάρχει αν δεν μπορεί να δώσει ευχαρίστηση;
Φυλάξου, αν θέλεις, για τη Σκόνη, για τους Γάμους του Τίποτα.
Ο Τάφος είναι ένα μέρος στενό και ιδιωτικό
Αλλά, πιστεύω, κανείς εκεί δεν αγκαλιάζεται.

***

Επίγραμμα

Εγώ, ο Ευστάθιος, ποιητής μιας επαρχιακής πόλης,
γεννήθηκα, έζησα και πέθανα όπως όλοι οι άνθρωποι,
καθώς έχει γραφτεί σε αυτό το μνημείο
δίπλα στο οποίο έχεις σταματήσει για να ουρήσεις.
Αν ξέρεις να διαβάζεις, διάβασε, αλλά μην περιμένεις τίποτα ασυνήθιστο,
διότι απέρριψα τη μοίρα των σπουδαίων, όχι τόσο
από έλλειψη θάρρους ή περιπετειώδους πνεύματος
αλλά από μια έμφυτη ροπή προς τη μαλθακότητα
κι εκείνο τον αρρωστημένο σκεπτικισμό, χαρακτηριστικό του γνωστικού.
Διότι υπήρξα γνωστικός, κι αν κάτι έμαθα -περισσότερο από τη ζωή
παρά απ’ τα βιβλία- ήταν να φοβάμαι
τα απρόοπτα και να αποφεύγω, όσο είναι δυνατόν,
το κακό που παραμονεύει τον φιλόδοξο.
Υπέμεινα όλα όσα είναι δυνατό να υπομείνει κανείς,
κομπορρημοσύνες από το στόμα και τη δύναμη των γεγονότων,
την αιώνια ανακύκλωση αιτίων και αποτελεσμάτων,
οδυνηρή για ένα χαρακτήρα ως ένα σημείο μικρόψυχο.
Απλός ανάμεσα στους απλούς, κυνικός ανάμεσα στους κυνικούς
σεβάστηκα την επισφαλή ανθρώπινη φύση,
γνωρίζοντας ότι μόνο μπορεί να θεωρηθεί όλβιος
εκείνος που μπορεί να αποδιώχνει μέρα με τη μέρα τη δυστυχία.
Μοναχά με επαινώ επειδή έγραψα μερικούς στίχους,
για τους οποίους μου αφιέρωσαν οι συμπολίτες μου
αυτό το παράμερο μνημείο, κοντά σε μια σπηλιά,
όπου νέα παιδιά έρχονται για να αγαπηθούν στα κρυφά
και πού και πού ξεκολλάνε και κανένα γράμμα απ’ το όνομά μου.
Είμαι ο Ευστάθιος, ποιητής μιας επαρχιακής πόλης:
γεννήθηκα, έζησα και πέθανα όπως όλοι οι άνθρωποι.

*Από το βιβλίο “Οι γάτοι της Ακρόπολης και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα, Β’ έκδοση 2012.