Lucifugo, a diavolo in corpo, γύρω από σένα μόνο

Σου είπα πως οι μέρες οι ηλιόφωτες
ξημεροβραδιάζονται όλες
-για μια στιγμή έστω-
να περάσουν μπροστά από τα μάτια σου;

Σου είπα πως όταν οι ψιχάλες της βροχής
πέφτουνε στο πρόσωπό σου
ο ουρανός μαζεύεται
πίσω απ’ τα σκούρα σύννεφα
για να σε πλύνει;

Για τους ποταμούς σού είπα
που διακλαδίζονται σε όλες τις ηπείρους
για να βρέξουν στο ζεστό καλοκαίρι
τους αστραγάλους σου;

Σου είπα για τα υπόγεια
των ωκεανών τα ρεύματα
που βγαίνουν ως την επιφάνεια της θαλάσσης
για να τα κλείσεις στην παλάμη σου
όταν χαρούμενη παίζεις
με την άμμο και τα κύματα
στο ακρογιάλι;

Σου είπα για τα παγόβουνα
στις άκρες της γης
πώς λιώνουν από τη στεναχώρια τους
όταν δάκρυα λύπης
κυλάνε από τα μάτια σου;

Για το αεράκι το δροσερό σού είπα
που φυσάει
μόνο και μόνο
για να μπλεχτεί μες τα μαλλιά σου;

Όλα αυτά στα είπα;

Έλεγα υπάρχει ακόμα χρόνος
οι μέρες μπροστά μας πολλές
και νά πώς πέφτει τώρα
-μαύρη σαν την πίσσα-
η μακρόσυρτη νύχτα

Από κακία καθαρή και φθόνο
ήρθε και σε πήρε
μακριά μου το σκοτάδι
να μην γυρίζει ο ήλιος
κι ολόκληρος ο κόσμος
γύρω από σένα μόνο

Ειρηναίος Μαράκης, Τέσσερα ποιήματα

ο έρωτας της Κυριακής

ο έρωτας της Κυριακής
την αγάπη μου ξεπούλησε
κι ύστερα μνημόνιο υπέγραψε
με δόσεις και χρεώσεις
με όρους επαχθείς
την καρδιά μου σκλαβώνοντας
στις αγορές του κόσμου

***

το τρανζιστοράκι


άκουγε λαϊκά τραγούδια
στο παλιό τρανζιστοράκι
Λεωνίδα Βελή, Κώστα Καφάση
τραγούδια για γράμματα
που γίναν συμφορές
για τσιγάρα που έσβησαν
τα πικρά της δάκρυα,
άκουγε λαϊκά τραγούδια
για άσωτες κι ασώματες αγάπες
σε διαδρομές του πόνου
προσμένοντας, γυμνός
από συναισθήματα
στον θάλαμο του νοσοκομείου
το καλό νέο

***

ελπίδα 


σχολεία χωρίς μαθητές
τετράδια με σημειώσεις
ανοιχτά βιβλία, κίτρινες σελίδες
με το μάθημα της ιστορίας
σελ. 36, Κεφάλαιο Β’, ο Μιλτιάδης
κι η μάχη του Μαραθώνα,
πέφτουν οι σοβάδες
από τους υγρούς τοίχους
μ’ ένα βουβό χτύπημα
σαν αυτοκρατορίες που λένε
το ύστατο χαίρε,
μόνο ο γέρο-δάσκαλος επιμένει
να κρατά ζωντανή την ελπίδα
ποτίζοντας το μικρό γεράνι
στο παράθυρο
που κάποτε του χάρισαν
οι μαθητές του

***

συλλαλητήριο

συλλαλητήριο
κάτω απ ‘ τη βροχή
με του εαυτού μου τη συλλογικότητα
θα κάνω, κι ας γελάνε οι πολλοί
ναι, με τις ιδέες μου κρεμασμένες
σε ανυπόγραφα πλακάτ
που το χρώμα τους ξεπλένει το νερό
με την αστυνομία στο πόδι
ανήσυχη να προστατεύει
τα πορτοφόλια και τις τσέπες σας
μπροστά σε καιρικά φαινόμενα
που αδυνατεί να ερμηνεύσει
και που η κρίση σας φοβάται
αλλά και πάλι θα δικάσει

Θανάσης Κριτσινιώτης, Η Δάφνη βλέπει

Αστέρια και βολβούς ματιών, το στόμα
του σκύλου ανοιχτό όπως καμπάνα
της θλίψης, φυλλώματα δέντρων, λίμνες
που κυματίζουν στον αέρα, κόκκινα
ψάρια να σπαρταρούν στη δύση,
μια μονόφθαλμη γάτα ανάμεσα στα σύννεφα,
ένα γρήγορο, αόρατο τραίνο,
που χάνεται σφυρίζοντας
Παράξενα πουλιά με κεντούν. Πουλιά
με ράμφη κόκκινα, αλλά χωρίς σώμα.
Πράσινα δάκτυλα σαν φιδόχορτο
μʼ αγγίζουν. Κόκκινα στόματα
στο στήθος μου και στους μηρούς.
Στις άκρες των δακτύλων μου,
το σάρκινο κεράσι που δαγκώνεις
Γλιστρώ ανάμεσα στο πλήθος:
Νερό ανάμεσα σε πέτρες, πουλί
ανάμεσα σε κλαδιά.
Το πέπλο των μαλλιών μου
χωρίζει στα δυο το πρόσωπό μου.
Το κρυμμένο μέρος είναι από υδράργυρο.

*Από τη συλλογή “Η Δάφνη και το ποτάμι”, εκδ. Γαβριηλίδης.

Στρατής Παρέλης, Του σφρίγους και του θέρους…

Εξομολόγηση στο πλατύ φύλλο της συκιάς,
Δυο κοτσύφια λαλούν δικαίωση μες τον αέρα,
Οκνηρές σφήγκες κεντούνε το πετσί του σύκου,
Ο ήλιος γέρνει λαχανιασμένος μες το μεσημέρι,
Η Αττική προδίδει και προδίδεται από τους εφιάλτες της,
Ιούνιο δρεπάνι κόβει τις μολόχες ώσπερ του θανάτου,
Ένα άσθμα βαραίνει τον αγρότη του σύμπαντος,
Ευχάριστα γεγονότα σε δυσάρεστο χρόνο,
Θεός που βαριεστημένα κοιτάζει,
Όλα έχουν μια φευγαλέα δύναμη, μονάχα το νερό
Έχει το σφρίγος του ουρανού και κυλά πολυσήμαντο
Μες τους αιθέρες. Τα ποιήματα
Βουίζουν σαν χρυσόμυγες μες την μασχάλη του καλοκαιριού,
Ακροατές άνεμοι σφαδάζουν μες την πεδιάδα,
Διασκεδαστικό φως λύνει τους αρμούς του ηλίανθου,
Σπρώχνονται στα ρηχά οι αυταπάτες,
Ένα κατσίκι τρέμει και χοροπηδά στα βράχια της εντύπωσης,
Γερνάμε και χαμόγελα εννοούνται εκεί που η νεότητά μας τώρα πέρασε και πάει…

Κατερίνα Κανάκη Αξούγκα, Το Λεξικό των Συρραφών

Ύπαρξη συρραμμένη είμαι φίλε
στην συνομοταξία των ανθρωποειδών.
Ένα συνονθύλευμα αταίριαστων θεωριών
που μου διδάξανε παιδί, μια σύνοψη ζωής,
μια συντομία με επεισόδια στα περιθώρια άνευ αξίας
γι΄αυτό μη με συνερίζεσαι.
Συνουσιάζομαι εξάκις του μηνός
σε μια συνάρθρωση σάρκας και οστών
Μην συνοφρυώνεσαι. Τα φρύδια σου χαλάς.
Είσαι συνοχεύς και εσύ αφού
με συγκρατείς με κόπο στα δεσμά.
Θα συγκεφαλαιωθώ σ΄ένα βιβλίο από τα ράφια
που χει δεήσεις λαικές για άφεση αμαρτιών.
Είμαι πιστό παιδί σε κάθε σύνταγμα
κι ας μου παρέχεις φαρμάκι κατά δόσεις και με συνταγές.
Σε συνταυτίζω με τη συντήρηση κι ας συνταράζεσαι ενίοτε
από εκρήξεις μεσ’ τα πλήθη και από ενοχές.
Συντεταγμένη στο κενό του απείρου
σ αποχαιρετώ με μουσκεμένες τις αστροφεγγιές
στη μέσα μου συντέλεια.

16/10/2016

Τρανσμαγικό σουαρέ με τον ποιητή Ari Banias

Τη Δευτέρα 26 Ιουνίου θα έχουμε τη χαρά να βρίσκεται κοντά μας ο Αμερικανός ποιητής Άρι Μπάνιας, τον οποίον παρουσιάσαμε στο προηγούμενο τεύχος του Τεφλόν.

Στο τρανσμαγικό σουαρέ που θα λάβει χώρα στο Beaver (Βασιλείου του Μεγάλου 46Α, Αθήνα) ο Άρι θα διαβάσει ποιήματα από την πρώτη του ποιητική συλλογή Anybody, καθώς και νέα αδημοσίευτα ποιήματα, ενώ φιληνάδες του Τεφλόν θα διαβάσουν μεταφράσεις των ποιημάτων στα ελληνικά. Θα ακολουθήσει συζήτηση του ποιητή και της μεταφράστριας με το κοινό.

Στη συλλογή Anybody (καθένας/καθεμιά/καθένα/κάθε σώμα) ο Άρι θέτει ερωτήματα σχετικά με το πώς χαράσσουμε και διαχειριζόμαστε τα όρια, τους τρόπους που το αυτός και το αυτή, το εμείς και το αυτοί, το εδώ και το αλλούδιαχωρίζονται, και με τι κόστος πλάθονται οι ταυτότητες και τα εγώ.

Κινούμενος μέσα σε εμβληματικά και φανταστικά τοπία ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με την παραδοξότητα του να είσαι ζωντανός και να έχεις ένα κουίρ, προκλητικό σώμα στο οποίο αδιάκοπα προσδίδεται κάποιο φύλο. Όπου και να κοιτάξει ο Άρι –είτε στα μέρη για ψωνιστήρι στο Σαν Φρανσίσκο, είτε σε μια λίμνη στην πόλη ή σε ένα ελληνικό νησί– συναντά τη φόρτιση που δημιουργείται από την οριοθέτηση και τη σημασιοδότηση, τις υποδηλώσεις του να είσαι αυτό αντί για εκείνο.

Πνευματώδη, τρυφερά και πρωτότυπα, τα ποιήματα του Άρι διαπερνούν τις κατασκευές εκείνες που ορίζουν τις ζωές μας˙ έχουν θάρρος, ένταση και θυμό, μας καλούν να φανταστούμε την τρανς μαγεία μας, να κατοικήσουμε στο περιθώριο, να αναδιατάξουμε την τρέλα. Ο ποιητής αναρωτιέται τι σημαίνει να ζεις, να αγαπάς, να κάνεις τέχνη, ή απλά να φουσκώνεις ένα μπαλόνι σε καιρούς που είναι απεχθείς αλλά και αποκαλυπτικοί, και αν στις ζωές μας μπορεί να υπάρξει ακόμα –αμαυρωμένο, προβληματικό και σίγουρα άνισο– ένα εμείς.

fb event
Ώρα έναρξης: 8.30μμ

***

ΘΕΣΠΕΣΙΟ ΠΤΩΜΑ

Είχα μια νυχτικιά κάποτε, που
έγινε τσούχτρα

έτσι για να τη φορέσω έπρεπε να γκρεμιστώ:
να γρονθοκοπήσω τον εαυτό μου ώσπου να πάρει τη μορφή

που απαιτούσε το περιεχόμενο,
να μαζευτώ σαν βράχος κάτω

από απροσμέτρητη πίεση, όπως όταν
τα ορυκτά μετασχηματίζονται

στο αντίθετό τους.
Όπως όταν φοράς μια νυχτικιά
πάνω από φράκο για χρόνια.

Το να κατουράς το τσίμπημα μιας τσούχτρας
λέγεται πως σε κάνει
να νιώσεις κανονικός ή βασιλιάς.

Όταν ήμασταν μαζί
στο σπίτι δίπλα στη θάλασσα,

υπήρχε ακόμα θάλασσα. Πριν
μείνουν ακυβέρνητα,

φράκο και νυχτικιά
κείτονται νεκρά, στη στεριά εκεί όπου
το κύμα ανέβαινε όλο και πιο ψηλά και αν

τα πέτα λένε κάτι τότε κάψτην
ώσπου να μείνει ένα ζευγάρι λιωμένα μανικετόκουμπα
που εκείνοι κατουράνε μέχρι να γίνουν κανονικοί.

Αναμένεται
αυτός να τη φιλήσει και να γίνει νυχτικιά.

Τον φοράει
για να τον γρονθοκοπήσει

ώσπου να βουλιάξει, μέχρι να πουν πως είναι
ανώδυνος όπως ένα σπίτι

ή κάποιο παρεμφερές
μαλάκιο που το παρασέρνει το νερό.

***

ΟΙ ΕΥΤΥΧΕΙΣ

Σ’ ένα δωμάτιο περισσότερο κοτέτσι παρά δωμάτιο,
νοικιάζω έναν ανεμιστήρα που νιώθω στο πρόσωπό μου σαν ήχο. Λίγη η κίνηση
απ’ το Σαν Φερνάντο, όνομα βασιλιά που
έγινε πόλη, κοιλάδα, άγιος.
Είμαστε αναγκασμένοι να επαναλαμβάνουμε τ’ όνομά του. Αντ’ αυτού
λέω φραγκόσυκο, ένας κάκτος
που απλώνει τα πολλά όμοια με κουπιά χέρια του
στο χώρο γύρω του. Αχλάδι ούτε για δείγμα.
Παίρνω τη Μαμά να μάθω τι σημαίνουν τα νέα μέτρα λιτότητας.
Μερικά μυρμήγκια στον τοίχο πάνε από το ένα
αθέατο σημείο στο άλλο˙ οι τράπεζες έκλεισαν.
Της λέω να στραφεί στο ανταλλακτικό εμπόριο˙ να ανταλλάξω τι, απαντά.
Ένας γνωστός ποστάρει «Τουρισμός:
ο καλύτερος τρόπος να βοηθήσετε την Ελλάδα»
σαν να λέμε στην καλοπέραση κάθε τουρίστα ευδοκιμεί
μια φιλανθρωπία. Τα μουλάρια συνωστίζονται στα καλντερίμια
φορτωμένα με σταφύλια για το κρασί της επόμενης
χρονιάς, αν επιστρέψουν οι τουρίστες
του χρόνου, κι ελπίζουμε πως θα επιστρέψουν. Λέω εμείς,
αλλά είμαι πιο κοντά στο αυτοί. Μένω προσωρινά
σε μια γειτονιά που έχει πάρει τ’ όνομά της από τους ευτυχείς, ποιοι
ακριβώς ήταν αυτοί;
Γίνομαι κάπως σκληρός με τα φαινόμενα, κάπως σφιχτός, κάπως αδρός, κάπως
φθαρμένος.
Μάλλον πρέπει να κατατροπώσω το μυαλό μου.
Τα τριαντάφυλλα νεκρά λόγω ξηρασίας
επειδή όσοι ζουν εδώ δεν νοιάζονται
και αφήνουν τα τριαντάφυλλά τους να πεθάνουν. Μάλλον
πρέπει να κατατροπώσω την ιδέα
πως κάτι χρειάζεται να κατατροπωθεί.
Κάτι μέσα μου δεν μπορεί να ξεχωρίσει
τι ανήκει. Τα μυρμήγκια
για τα οποία καθετί είναι δρόμος.
Αυτό που ακούστηκε σαν αυλόπορτα που ανοίγει
ήταν το σούρσιμο του ευκάλυπτου πάνω στην τσίγκινη στέγη.
Μια κίτρινη πεταλούδα που δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για μένα.
Δεν με ενδιαφέρουν οι βασιλιάδες.

https://teflon.wordpress.com/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82-16-%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AE%CF%82/

http://www.aribanias.com/anybody/

Χρήστος Μπράβος, Ποιήματα

Άρρωστη μάνα

Σάπια δοκάνια

δόκανα σιωπής

και το ψωμί κάρβουνο

το γάλα σου φαρμάκι.

Κακή αρρώστια σάπισε

πατρίδα τους μαστούς σου

***

Από την Ενότητα «Ξύλινα τείχη»

Προγραφή

Ζυγιάζεται γκρίζο, γεράκι. Σάπιο

αγεράκι πώς τα καίει τα μαλλιά
σου!

Δε θα γλιτώσεις Ιφιγένεια· αυτά

που ήξερες για σύννεφα πονετικά να

λησμονήσεις. Κορμί φιδιού θα

δέρνεσαι στο χώμα, δίχως κεφάλι

πετεινός και θα χιμάς. Και τα

καράβια θα ξεχάσουν τα νερά.

Μέσα σε μπαρ οι ναύτες θα

σαπίζουν

13-15/4/82
 
***

Ουράνιο ψάρι
               

Στον Γιώργο Κακουλίδη

Η σκοτεινή της μήτρα αναδεύει

και σάμπως μπάσταρδο κι απόψε σε ξερνά·

στον κύκνο σου λαιμό θηλιά περνά

το χέρι της Σειρήνας· και σε ζεύει.

Τα πόδια σου πριόνισε η προπέλα

κι όλη τη νυχτα αλυχτάς σκυλί λυτό·

πάλι θα λεν τη μάνα σου Λητώ

και τη σπασμένη κάμα σου Μαρκέλλα.

Σε ποιο λιμάνι τ’ ουρανού να σκάψω τάφο,

να σε ρουφήξει ποια θεόρατη κοιλιά;

Θα πνίγεις στο σκοτάδι τα σκυλιά

κι εγώ απ’ τον πάτο της ζωής μου θα σου γράφω.

18/6/83
 
 
***

Από την ενότητα «Μετά τα μυθικά»

Συντέλεια

Είπε το νυχτοπούλι: «Πετούν δυο

μαύροι άγιοι». Τ’ άστρα γυρίσανε

να ιδούν«είναι δυο άγιοι

λαμπεροί» είπε η σελήνη

κι ακούστηκε ο κρότος ο μεγάλος

της γης

που τσακιζότανε τυφλή

πάνω στο βράχο.
 

***

Απόκρυφο

Μ’ άλογο μαύρο και τυφλό

να μπω στον ύπνο σου. Ριγμένος

σταυρωτά. Με τα καρφιά μου.

Εσύ από χιόνι. Με το κάρβουνο

στα μάτια. Τα πέταλα ν’ ακούς

και τα φτερά. Το τζάμι του θανάτου

που θα σπάζει.

Να τιναχτείς-νύφη που ξύπνησαν

τα δάκρυα του γαμπρού ανοίγει

το ταβάνι ανεβαίνουν.

Να μη θυμάσαι τίποτα μετά-

μόνο του δαίμονα το χέρι

που ευλογούσε.
 
***

Το νερό

Να μην την πει κανείς αυτή τη νύχτα

που έπνιξε το θάνατο στην κούνια.