Πελαγία Φυτοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ

ο λόγος τους λυσσώδης
ξαγρυπνά πάνω απ’ τα βρέφη
που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις
θα τα στείλουν πίσω
η παράδοση ορίστηκε τη μέρα που γεννάς
άνοιξε τα πόδια σου
σε λίγο θα μας αγαπήσουν

***

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

βλέπω προχωρήσαμε όλοι
τους στίχους μας
σ’ ένα πρώιμο απόγευμα
τώρα ας ανοίξουμε
τα παράθυρα
να πάρουμε λίγο
φρέσκο αέρα

Άνοιξε μια τρύπα στον καθένα
Εγώ είχα μεγάλο κούτελο
Άνοιξε δύο

***

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά

***

ΕΞΟΔΟΣ

Κάνει ψύχρα
Σκέπασέ με
Χώμα θα βρεις στο ψυγείο

*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδ. Θράκα 2016.

Λουκάς Λιάκος, Δύο ιστορίες

Δαλιδά

Βαρβιτουρική μου ανάγκη χειμώνα. Πρέπει να είσαι μόνη σε αυτό το σκοτεινό (θα πάψω σιγά-σιγά). Πρέπει να είσαι πρόθυμη και αφόρητα δίκαιη, ξέροντας το σώμα, ξέροντας την ψυχή μου. Σκέψου τον Ιταλό τραγουδιστή, σκέψου σύντομα ελευθερώνοντας δάκρυα, πως τα δάκρυα δεν υποψιάζονται κήπους μέσα στη βροχή. Θέλω να πιω τα λουλούδια που φτύνουν. Να είμαι το κακό παράδειγμα, να διαβάζω πάνω στο κρύσταλλο, πρακτικά και ηλικιωμένα να σε αγγίζω, μπροστά στη φωτιά, μέσα σε ενοικιαζόμενα με κόκκινο χρώμα, να σε αγγίζω. Η ανάμνηση, η ανάμνηση στο τρίξιμο που δεν έχουμε ζήσει, η ανάμνηση σε όλη τη γη. Όλα συμβαίνουν μέσα από διακλαδώσεις. Να τρώω ψίχουλα, να ξοδεύω το νοίκι με φίλους. Χειμώνας, το τρίξιμο του κρεβατιού. Περιστασιακά τα πάντα υπάρχουν. Να ένα όμορφο βιβλίο, ένα φιλί κι ένα γέλιο κάθε δεύτερο Σάββατο. Μου άρεσε που τα παιδιά ήταν κρεμασμένα από ένα πέτρινο ακρωτήριο κι άρχισαν να βαραίνουν. Εμείς, σαν σε τελευταία στιγμή περιμέναμε τα πουλιά αναίσθητα να φάνε το βούτυρο. Είμαι άνθρωπος, είσαι ολομόναχη, ψάχνω το ραντεβού μου. Ψάχνω σε έναν άμορφο μονόλογο τις ευχές του πατέρα. Πριν τη μελωδία υπήρχε η νίκη, υπήρχαν τα σχέδια που έρχονται. Επίμονε σιδηρόδρομε, σπίτι από χορτάρι, Ιωάννη μου άγιε, δερμάτινη. Χειμώνας σημαίνει ελατήριο, σημαίνει γάτες σε γροθιά, λάχανο που ξύνεται, ρυτίδες σε κάθε σχήμα και διαδικασίες. Διαδικασίες όπως ο άνεμος να φυσάει από τη μεριά της μπουλντόζας, να φυσάει πράσινα και να φυσάει κίτρινα, από τα αισθησιακά λάστιχα του κατερπίλαρ. Χειμώνας όπως λέμε άλογα ελευθερωτές, όπως λέμε οι ποιητές περιμένουν τις πόρνες. Σφραγισμένος χειμώνας. Έχω κάνει τα μαλλιά μου να βαριούνται και να με κατηγορούν που βαριούνται. Χειμώνας. Ο Οράσιο πεθαίνει γλυκιά μου Λουσία κι αυτοί, αυτοί οι λίγοι που περιφέρονται γεμάτοι κλαδιά, αυτοί θα φρουρήσουν τον τάφο του. Αμήν.

***

Υπάρχει το παράλογο

Είναι χρυσό κι αβοήθητο πλάσμα. Διαλέγουμε αυτά που έχουν καεί, διαλέγουμε το κύπελλο κι ένα άδειο δωμάτιο, τη γη με το μέτωπο της σελήνης. Εσύ κι εγώ ουσία μάταιη δεν είμαστε, το σώμα ή ο κήπος, το άρωμα μιας λιποθυμίας. Ζαλιζόμαστε στο πέρασμα μιας εικόνας μπροστά στο παράθυρο. Ζαλιζόμαστε όπως η γη κι επιπλέουμε στο νερό, γιατί οι ρυτίδες μας είναι ένα ποτήρι κρασί, είναι η ευγένεια της βροχής όταν η μετάνοια του πρωινού μας κάθεται, στα σκονισμένα μας χέρια. Ζαλιζόμαστε σαν και τούτο το φως στο πρόσωπό μας, που πεθαίνει για πάντα.

*Από τη συλλογή «Στροφορμή», εκδόσεις Strawdogs, 2016.

Τάσος Δενέγρης, Τρία ποιήματα

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Ο ουρανός ήταν ό,τι το καλύτερο
Υπάρχει στο κίτρινο
Θειάφι και αποθέωση
Ήταν το κίτρινο πριν τ’ ονομάσουν
Χρώμα του μίσους
Χρώμα της ζήλιας
Χρώμα της τρέλας
Ήταν η λάμψις και κροκός της αστραπής
Πριν έρθουν οι σημαίες των φατριών
Τα λάβαρα των βασιλέων
Τα κουρέλια των Αγίων
Ήταν οι καλύτερές μας προσδοκίες

Αυτό το χρώμα
Το κίτρινο
Χάθηκε από το πρόσωπο της γης
Ξέφυγε από την Ιστορία

22 Νοεμβρίου 1971

***

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΥ

Φευγαλέα
Συμπαγής και ζωώδης
Πάλι φευγαλέα
Σαν φτερούγα πουλιού και σαν όραμα
Κτηνοτρόφου που βλέπει
Την νεκρή από χρόνια μητέρα του
Γυμνασμένο το βλέμμα της
Ακαριαίο δηλητήριο.

Απ’ τα έγκατα βγαλμένη
Απ’ τον Άδη απεσταλμένη
Μάγισσα της Χρυσής Ορδής
Τατάρου γέννα.

24 Ιανουαρίου 1974

***

ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

Ο φάρος πάει, χάθηκε.
Του λιμανιού ρημάξανε τα στήθη
Μονάχα η Δύση απόμενε
Ανάλλαχτη
Στο χρόνο και στα ήθη
Σαν του σταυρού απαράλλαχτη
Φλεγόμενη τη Δόξα
Και στην σφενδόνη τ’ ουρανού
Οι σκιές του απέναντι βουνού
Τεντώσανε τα τοξα.

6 Ιανουαρίου 1975

*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση”, εκδόσεις Άκμων, χειμώνας 1981-1982.

Στέργιος Τσιορμπατζής, Δύο ποιήματα

Έργο Magnus Zeller

Μικρή καταδίκη στην ανύπαρκτη επανάσταση

Ανατρέποντας τις ισορροπίες της δύναμης
της αδυναμίας
Καταστρέφοντας τη βία των ειρηνιστών
μέσα από τη διάλυση της ανικανοποίητης
ευτυχίας της αυτάρεσκης και αυταρχικής
ατομικής ισορροπίας.
Τροφοδοτώντας συνθήκες χαοτικής ανισορροπίας,
προσδοκώντας ανεντροπικές καταστάσεις
χαώδους πολυπλοκότητας,
δυνατότητες δημιουργίας ελευθεριαζώντων πεδίων
αντι-ιεραχικής, αταξινόμητης, αταξικής Υπερθέασης.

Απορρίπτοντας την κρυφή καταφατικότητα της μη-θέσης
Επιρρίπτοντας ευθύνες για τη μη-άρνηση

****

Σ’ αυτούς που μας διαχειρίστηκαν

Ορμήσατε με την ορμή της αντεπανάστασης
φέρατε την ηθική σας στον αδιαμόρφωτο κόσμο μας
επιβάλλατε με τη βία την ειρηνικότητά μας
θελήσατε εξ’ αρχής τη δύναμή μας.
Κι όταν η πολυσήμαντη κινητικότητά μας
άρχισε να σας τρομάζει
η θλίψη και πάλι σας έδωσε την έξοδο.

Βρισκόμενοι και πάλι στους δρόμους της δύναμης
χάσαμε τη χαρά
βαδίζοντας ανήμποροι για τη νέα αναμέτρηση.

*Από την ενότητα “Καταστάσεις α-ισορροπίας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υλοποιητική ιδεολογικοποίηση των ενστίκτων – Εικασίες για την απελευθέρωση”, εκδ. Βραχόκηπος, Οκτώβρης 2003.

Ανδρέας Τσιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΟΙ ΠΡΟΚΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

Παρήλαυναν νυχτιάτικα
στην καρότσα ενός αγροτικού
οι πρόκες του Αναγνωστάκη.
Ματωμένες, μεθυσμένες
και άνεργες.
Καμία λέξη δεν είχε καρφωθεί επάνω τους.
Τι είχε πάρει ο άνεμος.

***

ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ

Φοράω τέσσερα δάκτυλα
και μετρώ ως το πέντε.
Κάθε φορά τα ζυγά μου δάκτυλα
προσθέτουν μια ζωή.
Κάθε στιγμή τα ζυγά μου δάκτυλα
αφαιρούν έναν θάνατο.

***

ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ

Το γέλιο σου αντηχεί
σαν πριόνι στο δάσος.
Με χτύπησες στην πλάτη
μα πόνεσε η καρδιά μου
και έστειλε σήμα στα δάκρυα
να ζυγίσουν τη θλίψη μου.
Καίει η άμμος, καίει η απόσταση
γυμνά πόδια περπατούν
στην αμμουδιά του κόσμου τούτου,
και μπαρκάρεις μ’ ένα καΐκι
σαν καναπές διθέσιος
για να μας πείσεις πως γεννήθηκες από νερό και λάσπη.

***

ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Σε λίγο καιρό,
αυτό το θαυμάσιο γέλιο
θα γίνει η ελπίδα να σου ξαναπώ
πως ό,τι μεταμορφώνεται σε ύπαρξη,
με ύψιλον κεφαλαίο,
δίνει στους επόμενους τη σιγουριά
πως κάτι υπήρχε πριν από τον θάνατο
εξίσου δυνατό με τη ζωή.

*Από τη συλλογή “Ο λαιμός του δημίου”, εκδόσεις Strawdogs 2016.

Μικρό ἀφιέρωμα στὸν ποιητή Ε.Μύρωνα

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΤΑΣΑΚΟ

(Ἡ σημερινὴ παρουσίαση ἐκτείνεται κάπως περισσότερο ἀπ’ ὅσο ταιριάζει σὲ μία κριτικὴ πρὸς νέο ποιητή, καθὼς δὲν ὑπάρχουν σὲ ἔντυπη μορφὴ συγκεντρωμένα τὰ ποιήματα τοῦ Ε. Μύρωνα κι ἔτσι ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ τὰ γνωρίσει μόνο μέσα ἀπὸ τὸ διαδίκτυο καὶ σκόρπιες κριτικές. Ὅλα τα ποιήματα πολυτονίστηκαν [μὲ τὴν ἔγκριση τοῦ ποιητῆ] ἀπὸ τοὺς συνεργάτες μου, θερμά τοὺς εὐχαριστῶ, δὲν ἦταν μιὰ εὔκολη διαδικασία. Ἀπὸ τὴν παρουσίαση ἀπουσιάζουν στενὰ φιλολογικὲς παρατηρήσεις, γραμματολογικὲς ἀναφορὲς καὶ ἄλλα παρόμοια. Νομίζω πὼς ὅλα τοῦτα ἕπονται καὶ παρακολουθοῦν τὴν πορεία ἑνὸς ποιητή, ἀφοροῦν τὸ μέλλον. Τώρα ποὺ ἀκόμη εἶναι ἀρχὴ, ἃς μείνουμε στὰ οὐσιώδη, στὰ γενικὰ γνωρίσματα μιᾶς ποιητικῆς. Γιὰ ὅσους τέλος συνεχίζουν νὰ γκρινιάζουν γιὰ τὴν ἔκταση τῶν κειμένων μας, θὰ πῶ μονάχα τοῦτο. Ἡ κριτικὴ ἔχει ἀπαιτήσεις καὶ γι’ αὐτὸ ἐκτείνεται. Ὅσοι ἐπιθυμοῦν ἁπλὲς ἀναφορὲς καὶ ἀνάγνωση ὀπισθοφύλλων, εὔκολα θὰ τὰ εὕρουν ἀλλοῦ. Ἐπιμέλεια καὶ σελιδοποίηση κειμένου ἀπὸ τὸν Χρῆστο Γρηγοριάδη. Ὀρθογραφικές καὶ πολυτονικές ἀστοχίες ὀφείλονται κυρίως στόν γνωστό δαίμονα)

Louise

Αὐτὴ τὴ βάρκα πέρα ‘κεῖ

ποὺ γδέρνεται στὴν ξέρα,

γι’ ἀτμόπλοιο τὴν εἴχανε-

γιὰ πράγματα μεγάλα

καὶ σπουδαῖα.

Ἤτανε κι ὁ πατέρας της

γνωστὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς-

μὲ τοὺς ἐπιβάτες του

νύχτα-μέρα συνεπής.

Ἐκείνη τὸ πέλαγος δὲν ἄντεχε.

Ξένη σὲ θάλασσ’ ἀνοιχτή,

ἔφτιαξε ποτάμι πέτρινο

δικό της, χωμάτινο κελλί.

Θὰ ‘χε πορεία καλή…

αὐτὴ ἡ βάρκα πέρα ‘κεῖ

ποὺ ξέθωρη καὶ μόνη

χάνεται στὴν ξέρα.

Ἀλλὰ ἡ Louise ἔμεινε

ἀπ’ τὶς γραμμὲς καὶ τὶς γιορτές,

ἀπὸ καπεταναίων ἐντολές

κι ἀπ’ ὅλους, πέρα…

(δεῖτε μὲ πόση δύναμη καὶ συμμετρία – ἐπάνω της στηρίζεται ὅλο το ποίημα – ἔρχεται κι ἐπανέρχεται ἡ λέξη «πέρα». Καὶ πῶς στὸν τελευταῖο στίχο μεγεθύνεται καὶ ἀφήνει αὐτὸν τὸν μελαγχολικὸ τόνο. Ποτὲ μὴν θεωρήσετε ὅτι ὑπάρχει κάτι τὸ τυχαῖο στὴν καλὴ ποίηση. Ρυθμὸς καὶ περιεχόμενο ἔχουν πολλὲς ἀναλογίες μὲ τὸ “Ἡ “Κλεοπάτρα”, ἡ “Σεμίραμις” κ’ ἡ “Θεοδώρα”” τοῦ Ἀλέξανδρου Μπάρα)

Εἶναι κάποιες φορὲς ποὺ ἡ κριτικὴ τῆς λογοτεχνίας, ὁμοιάζει μὲ ἐκείνη τὴν δουλειὰ τοῦ ρυμουλκοῦ. Ὅπως τὸ μικρὸ σὲ μέγεθος καὶ ταπεινὸ ἐκεῖνο πλεούμενο τραβᾶ πίσω του σκαριὰ ποὺ ἀτύχησαν, ποὺ βυθίστηκαν, ποὺ ξέμειναν στὰ ρηχά, σκαριὰ ποὺ μεῖναν μοναχὰ νὰ γέρνουνε στὰ κύματα δίχως τιμόνι καὶ πυξίδα – ἔτσι καὶ ὁ κριτικὸς λογοτεχνίας ἔχει κάποτε παρόμοιο ἔργο νὰ τελειώσει. Μέσα σὲ ἕνα ἀπέραντο πλῆθος χειρογράφων ποὺ κιτρινίζουν στὸ συρτάρι του, ἡ ματιὰ του πρέπει νὰ εὕρει τὸ ἄξιο σκαρί, τὴν ἄξια ἀράδα ποὺ μισοπνίγεται στὴν ἀφάνεια, στὸν σωρό, στὴν συνάθροιση καὶ μὲ ὅση τρυφεράδα μπορεῖ, νὰ τραβήξει σὲ στέρεο πάτημα τὸν στῖχο καὶ νὰ τοῦ δώσει τὴν θέση ποὺ τοῦ πρέπει.

Σὲ ἐποχὲς ἀκρισίας καὶ ἐπικράτησης ἀπόλυτου ὑποκειμενισμοῦ, αὐτὸ τὸ ἔργο δὲν εἶναι μοναχὰ ἄχαρο καὶ κοπιῶδες, εἶναι κυρίως δύσκολο καὶ ἐπικίνδυνο. Συνηθισμένη ἡ ματιὰ στὴν μετριότητα καὶ στὴν σύμβαση, εἶναι εὔκολο νὰ παραγνωρίσει, νὰ λαθέψει, νὰ δώσει τὰ εὔσημα στὸ κίβδηλο καὶ νὰ σταθεῖ ἐχθρικὴ ἀπέναντι στὴν ποιότητα καὶ τὴν ἀξιοσύνη. Ἀκόμη καὶ τότε ποὺ ἡ κριτικὴ στὴν Ἑλλάδα ἦταν σχετικὰ συγκροτημένη καὶ πατοῦσε ἐπάνω σε θηριώδη μόρφωση – ἀκόμη καὶ τότε ξέφυγαν ποιότητες, ποιητὲς καταδικάστηκαν νὰ σηκώνουν ἐτικέττες στερεότυπες, (ἐμβληματικὸ παράδειγμα ὁ Καρυωτάκης), στίχοι πρωτοποριακοί, (σὲ μορφὴ καὶ περιεχόμενο), ἀποβλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας ὡς ἀκατανόητοι, αἱρετικοί, κάποτε ἁπλῶς διαφορετικοί.

Ποιήματα τοῦ Μύρωνα, τοῦ Ντέμη Κωνσταντινίδη καὶ λίγων ἀκόμη συμπεριλαμβάνονται στὴν ὑπὸ ἔκδοση ἀνθολογία. Εἶναι ἄγνωστη ἀκόμη ἡ ἡμερομηνία ἔκδοσης, καθώς οἱ ποιότητες σπανίζουν καὶ ἡ ἀναζήτηση στὸ διαδίκτυο χρονοβόρος καὶ ἐξαιρετικά κοπιώδης..
Δυστυχῶς ἡ κριτικὴ εἶναι ἕνα παρακολούθημα τῆς δημιουργίας, ἀκολουθεῖ τὶς διακυμάνσεις της, τρέφεται καὶ ὡριμάζει ἀπὸ τὶς ποιότητές της. Σὲ ἐποχὲς ποὺ ἡ λογοτεχνία, (καὶ ἰδιαιτέρως ἡ ποίηση) σταματᾷ νὰ κοχλάζει, σὲ μέρες ποὺ ἡ μετριότητα κυριαρχεῖ, ἡ κριτικὴ στέκει ἀμήχανη κι ἔχει δύο ἐπιλογές: εἴτε συνεχίζει νὰ ἀκολουθεῖ τὸ κείμενο, ὡς αὐλικὸς ποὺ ἀποδέχεται μισθὸ καὶ κατ’ ἐπάγγελμα κολακεύει ἀκόμη καὶ τὰ ἀνόητα, εἴτε ἀποσύρεται στὴν ἀπέναντι ὄχθη καὶ μὲ μάτι ψύχραιμο, ἀνεπηρέαστο, περιμένει τὸ γεννοβόλημα – γιατί ἀργὰ ἢ γρήγορα ὁ ἄξιος στίχος θὰ ἐμφανιστεῖ, τὸ βαθύτερο θὰ βγάλει τὸν μοναδικό του ἦχο, τὰ ἥσυχα νερὰ θ’ ἀνταριάσουν. Ὅσο τὰ νερὰ εἶναι ἥσυχα ἢ καὶ θολὰ, ὁ κριτικὸς μισοκοιμᾶται, ἀπὸ τὸν ἦχο καὶ μόνο τῆς ροῆς τὴν νοιώθει τὴν ἀποχαύνωση, τὴν ρᾳθυμία τοῦ θέρους, τὴν ἀνία τῆς ρουτίνας. Μὰ κάποια στιγμή, (καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ στιγμὴ ποὺ περιμένει, γιὰ χάρη της ζεῖ καὶ ἀναμένει..), τὸ διάφορο θὰ περάσει ἀπὸ μπροστά του, τὸ μάτι του θὰ ξεθολώσει καὶ ὅλο το φορτίο τῆς κρίσης του ξυπνᾶ, σὰν τὸν μίσχο ποὺ ἀπότομα σκάει ἀπὸ τὸ χῶμα καὶ διεκδικεῖ ζωή, ὀξυγόνο. Εἶναι τὸ νέο καράβι ποὺ φάνηκε στὸν ὁρίζοντα, ἦρθε ἡ ὥρα τὸ ρυμουλκὸ νὰ κάμει τὴ δουλειά του. Εἶναι ἁπλῶς μία ἐλπίδα – κανεὶς δὲν ξεύρει ἂν θὰ συνεχίσει νὰ ὑπάρχει αὔριο, ἂν θὰ διαψεύσει προσδοκίες, ἂν θὰ βυθιστεῖ στὸ τέλμα, ἂν θὰ παρασυρθεῖ ἀπὸ τὶς σειρῆνες τῆς εὐκολίας. Μὰ ἀκόμη κι ἂν ἐτοῦτο τὸ σκοτεινὸ σενάριο ἐπαληθευθεῖ, μικρὴ σημασία ἔχει. Ὁ κριτικὸς ἔκαμε τὴν δουλειὰ ποὺ πρέπει, θὰ γυρίσει στὸ πόστο του, ἡ θάλασσα εἶναι ἀπέραντη, κάποια στιγμὴ ἄλλο πλοῖο θὰ φανῆ νὰ προσπαθήσει..

Τὸν Ε. Μύρωνα, (προφανῶς ψευδώνυμο, εὔστοχο, Καβαφικό..), δὲν τὸν γνωρίζω προσωπικά, γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς ἡ ἀπόσταση ἀπὸ ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους γράφω εἶναι ἠθελημένη – τὸ βλέμμα πρέπει νὰ εἶναι ἀνεπηρέαστο, ἀδέκαστο, ὁ κριτικὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναγελάζεται οὔτε στὸ ἐλάχιστο μὲ τοὺς δημιουργούς. Θυμᾶμαι κάποτε, ἕναν ἀπὸ τοὺς τελευταίους σημαντικούς, (καὶ ἀθυρόστομους) κριτικούς, (ἔχει ἀπὸ καιρὸ πεθάνει..), νὰ λέει..

«..ἡ κριτική μου ματιὰ γιὰ τὸν Παλαμᾶ τὰ σκάτωσε ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μέθυσα σπίτι του μὲ κρασὶ καὶ συμπάθεια φιλική..».

Τὸν Μύρωνα λοιπόν,δὲν θὰ τὸν συναντήσετε στὶς λαμπερές προθῆκες τῶν μεγάλων βιβλιοπωλείων, δὲν θὰ τὸν ἀπαντήσετε στὶς παρουσιάσεις βιβλίων· κάποιοι ἴσως τὸν ἀνταμώσατε στὸ διαδίκτυο, μὰ ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ ἄλλους ποιητές, (Κοντόπουλος, Κωνσταντινίδης, Ραδηνός καὶ καμμιά δεκαριὰ ἀκόμη..), οἱ στῖχοι του χάνονται στὴν μᾶζα, ἡ ἐποχή ξεπερνᾶ μὲ εὐκολία τὶς ποιότητες, τὶς περισσότερες φορές δὲν τὶς ἀναγνωρίζει κἄν. Ἡ σημερινή παρουσίαση εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀδιάκοπης σάρωσης τοῦ διαδικτύου ἀπὸ τοὺς συνεργάτες μου προκειμένου νὰ ἐντοπιστοῦν φωνές ποὺ ἔχουν κάτι νὰ ποῦν, ποὺ ἔχουν κάτι ἄξιο νὰ προσφέρουν..

Γιὰ νὰ δοῦμε. Κάποιοι πρῶτοι στίχοι στὸ διαδίκτυο εἶναι ποὺ κίνησαν τὸ ἐνδιαφέρον. Ἂν θυμᾶμαι καλὰ πρέπει νὰ ἦταν τὸ ποίημα «Κρεμμύδι»..

Στὸν κ. Γιῶργο

καὶ στὶς μεγάλες, ἁπλὲς κουβέντες

Φυτεύω τὸ κρεμμύδι μου

νὰ μὴν ἔχω ἀνάγκη κανέναν –

Τὴν ἀξιοπρέπειά μου

κι ἀς δακρύζω.

Μπᾶ! Ἰδοὺ ἕξι ἀξιοπρόσεκτοι στίχοι – δύο εἰσαγωγικοὶ καὶ τέσσερις πυρηνικοί, ἐκ μεταφορᾶς ἀφομοιωμένοι ἀπὸ τὸν ποιητή..

Ἕνα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ πολλὲς φορὲς χαρακτηρίζουν τὴν καλὴ ποίηση, (κάτι ἔκδηλο ὁπωσδήποτε καὶ κυρίαρχο στὸν Μόντη, πολλὲς φορὲς ἀκόμη καὶ στὸν Καρυωτάκη..), εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ὀνομάζω «δημιουργικὴ ματιὰ στὸ ἀσήμαντο», στῖχος δηλαδὴ ποὺ πιάνει γερά το καθημερινὸ καὶ τὸ ἀναγάγει σὲ σύμβολο μοναδικό, διαχρονικὸ, καὶ ἄρα πανανθρώπινο. Θὰ πεῖ κάποιος: «ἔ, καλά, καὶ τί καινούριο μᾶς λέει δηλαδὴ ἐτοῦτο τὸ ποίημα; Καὶ γιατί εἶναι τόσο σημαντικό;..».

Στοχασμοὺς γιὰ τὴν ποίηση καὶ τὴν ἀξιολόγησή της θὰ εὕρετε σὲ ἄλλα κείμενα, ὅμως ἐδῶ θὰ ἀρκεστῶ νὰ εἰπῶ τοῦτο. Εἶναι πολλὲς φορὲς ποὺ οἱ νέοι ποιητὲς νομίζουν πὼς ἡ ποίηση πρέπει νὰ εἶναι ἁπλὴ ἀποτύπωση μιᾶς σκέψης, ἑνὸς δόγματος, κάποτε μιᾶς ἰδεολογίας. Ὅμως ὁ στίχος δὲν ἔχει ἀνάγκη μοναχὰ μίαν ἀλήθεια, (βεβαίως ἀπαραίτητη γιὰ τὴν γνησιότητά του..), δὲν φτάνει ἕνας κοινότοπος στοχασμὸς γιὰ νὰ ἀποκτήσει ποιότητα – ἀπαιτεῖ ρυθμό, οἰκονομία, συμπύκνωση, ἐπιτυχημένες μεταφορὲς καὶ τὸ κυριότερο: ἀντίστιξη, ὅσο πιὸ ἔντονη εἶναι ἡ ἀντίστιξη τόσο πιὸ δυνατό το μήνυμα, τὸ εὗρος ἢ ἂν θέλετε τὸ βάθος τῆς ματιᾶς. Τὸ θαρρεῖτε εὔκολο νὰ σκύψετε πάνω ἀπὸ ἕνα ταπεινὸ κρεμμύδι καὶ νὰ διακρίνετε μέσα στὴν ταπεινότητά του (καὶ στὴν δακρυγόνο ἱκανότητά του..), ἕνα οἰκουμενικὸ μήνυμα γιὰ τὴν συνείδηση, τὴν ποιότητα, τὴν ἀντίσταση τοῦ προσώπου ἀπέναντι στὴν μᾶζα καὶ στὴν μετριότητά της; Ἡ οἰκονομία τοῦ μόλις τετράστιχου ποιήματος,εἶναι ἐπίσης ἐξαιρετική. Στὸ πρῶτο δίστιχο ἁπλῶς χαμογελᾶτε, πιστεύοντας πὼς ἡ ἀναφορὰ εἶναι καθαρὰ ὑλιστικὴ καὶ ἴσως ἀσήμαντη – φυτεύω ἕνα κρεμμύδι γιὰ νἄχω τὴν ἐπισιτιστική μου ἐπάρκεια – ὅμως στὸ δεύτερο δίστιχο νἄτο τὸ ξάφνιασμα, δεῖτε πόσο ἔξυπνα μία ἰδιότητα ποὺ ὅλοι σιχαινόμαστε, ξεφεύγει ἀπὸ τὸ συνηθισμένο, παίρνει τὸ κρεμμύδι ἀπὸ τὸ χωράφι καὶ τὸ πετᾶ σὰν σημαία, σὰν λάβαρο σὲ ὅσους νιώθουν ἕτοιμοι νὰ πληρώσουν τὸ τίμημα ἑνὸς ὀνείρου. Θυμηθεῖτε τὴν διαφορετικὴ χρήση καὶ ματιὰ στὸν Καρυωτάκη…

[ ] θάνατος οἱ γυναῖκες, ποὺ ἀγαπιοῦνται

καθὼς νὰ καθαρίζουνε κρεμμύδια…

Αὐτὴ εἶναι ἡ ποιητικὴ γλῶσσα, αὐτὸς εἶναι ὁ θαυμαστὸς κόσμος τῆς λογοτεχνίας, ποὺ πάντα ἀνακαλύπτει μιὰ διαφορετικὴ ματιὰ ἕνα γύρω, ἀκόμη καὶ ἐκείνη τὴν ὥρα ποὺ ὅλα μοιάζουν νὰ ἔχουν εἰπωθεῖ. Σύμβολο θανάτου, ρουτίνας, ἀφόρητης πλήξης στὸν Καρυωτάκη, σημαία καὶ λάβαρο στὸν Μύρωνα – πόση ἀντίστιξη, πόσο διαφορετικές, μὰ καὶ πόσο εὔστοχες ματιὲς καὶ οἱ δύο!.. Καὶ στὰ δύο ποιήματα ἡ ἔκπληξη, ἡ ἀνατροπή, αὐτὴ ἡ τόσο ξεχασμένη ἀνατροπὴ σήμερα στὴν λογοτεχνία μας..

Ἀλλὰ ἃς προχωρήσωμε.

Χρηστικότητα

Ξεκινήσαμε ρομαντικοὶ

μετρούσαμε τὰ πράγματα μὲ ἰδέες·

ἐρωτευμένοι μὲ τὸ ἀνώφελο

ζυγίζαμε μὲ ὄνειρα τὶς στιγμές.

Καταλήξαμε λογιστές,

μετρᾶμε πλέον μὲ ἀριθμοὺς-

ἡ ἔγνοια μας καρφωμένη

στὸ συμφέρον καὶ στὸ ἀπόβαρο.

Μᾶς τὰ σκοτώσανε τὰ ὄνειρα,

ἔτσι νὰ ποῦμε

ὅταν μᾶς ρωτήσουν.

Μᾶς τὰ σκοτώσανε

νὰ ποῦμε,

ὄχι πὼς δὲν τολμήσαμε.

(ὁ ποιητὴς γράφει ἑνωμένο τὸ τελευταῖο ἑξάστιχο, αὐθαιρετῶ χωρίζοντάς το σὲ δύο τρίστιχα, πιστεύοντας ὅτι ἔτσι μεγαλώνει ἡ ἀπαραίτητη παύση – στιγμιαία παρόλα αὐτὰ – πρὶν τὴν ἀνατροπὴ καὶ τὴν ἐξαιρετικὴ ἀδιόρατη εἰρωνεία καὶ μομφή..)

Πρόκειται βεβαίως γιὰ ἕνα κριτικὸ ποίημα, γιὰ τὴν ἀμφισβήτηση τῶν ἄλλοθι, τὴν μετάθεση εὐθύνης, τὴν δειλία ἐν τέλει νὰ ἐπωμιστοῦμε τὴν προσχώρηση στὴν εὐκολία, τὴν ρουτίνα, τὸ νιτερέσο. Γιὰ δεῖτε τώρα τὸ ποίημα, ἔχει καλὴ οἰκονομία, σωστὴ στίξη καὶ ὁπωσδήποτε ἕνα περιεχόμενο ἀναμφισβήτητα ἐπικριτικό τοῦ ἀκραίου ὑλισμοῦ καὶ τῆς κενότητας. Θἄλεγε κανεὶς ὅτι οἱ δύο πρῶτες στροφὲς θὰ μποροῦσαν νὰ ἀπουσιάζουν, ξεκινῆστε το ἀπὸ τὴν τρίτη στροφὴ καὶ θὰ τὸ δεῖτε ἀκέραιο μπροστά σας, ἀπόλυτα συμπυκνωμένο, δίχως τίποτα τὸ περιττό. Εἶναι βεβαίως μία ἄποψη καὶ θἄλεγα διαθέτει ἕνα δίκαιο, μία ἀναγνωστικὴ τεκμηρίωση. Παρὰ ταῦτα, προσωπικά τὸ προτιμῶ στὴν ὁλότητά του, περισσότερο δηλαδὴ σὰν ἀφηγηματικὸ ποίημα, παρὰ ὡς ἐπίγραμμα. Στὴν μία ἢ τὴν ἄλλη μορφὴ, εἶναι ἕνα καλὸ ποίημα ποὺ σῴζεται ἀπὸ τὴν σύμβαση μόλις στὴν τελευταία στροφὴ – ἴσως σὲ κάποια μελλοντικὴ ἀναθεώρηση ὁ ποιητὴς «παίξει» μὲ μία λιγότερο συμβατικὴ ἀφήγηση στὶς δύο πρῶτες στροφές.

Ἡ «χρηστικότητα» εἶναι ἐπιπλέον ἕνα ποίημα-τοποθέτηση, ἕνα πικρὸ σχόλιο σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ ἔχει πρὸ πολλοῦ ἀπωλέσει, (ἐὰν τὴν εἶχε καὶ ποτέ..) τὴν πνευματικότητά της ἢ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε καλύτερα, τὸ πρόταγμα τοῦ πνεύματος ἔναντι τῆς ὕλης, τὴν ἐπιβράβευση τῆς ἀδέκαστης συνείδησης ἀπέναντι σὲ κείνη ποὺ δωροδοκεῖται καὶ δωροδοκεῖ, ποὺ λυγίζει τὴν μέση προκειμένου νὰ παραμείνει κάτοχος ἰδιοκτησιῶν. Αὐτὴ ἡ ἐπίκριση διαπερνᾷ πολλὰ ἀπὸ τὰ ποιήματα τοῦ Μύρωνα – ἄλλοτε περισσότερο ἐπιτυχημένα, ἄλλοτε λιγότερο, ἀλλὰ πάντως δίδει ἕνα στίγμα τῆς ποιητικῆς ἀφετηρίας του, ἕνα ἀρχικὸ σταθερὸ σημεῖο.

(Σκέφτομαι καμμιὰ φορά ὅτι ὅλοι οἱ γραφιάδες [καὶ βάζω καὶ τὸν ἑαυτό μου μέσα], στήνουμε πάντοτε ἀπέναντι τὸν συμβιβασμένο, τὸν ὑπόδουλο, τὸν εὐλύγιστο. Θὰ εἶχε ἐνδιαφέρον νὰ πάρωμε κάποτε μετάθεση καὶ πρὸς ἐκείνη τὴν ὄχθη, νὰ δοῦμε τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ τὴν ὀπτική του. Δὲν εἶναι εὔκολο καὶ δυὸ τρεῖς ποιητάδες ποὺ τὸ ἐπιχείρησαν δὲν τὸ μπόρεσαν, κατάφεραν μόνο νὰ ξεπέσουν σὲ φθηνὴ διδασκαλία ἢ σὲ ἕνα ἀφόρητο μελό. Εἶναι μία πρόκληση νοηματική, μιὰ ἀνατροπὴ ποὺ ἴσως κάποτε τὴν δοῦμε νὰ πετυχαίνει..)

Ἃς δοῦμε τώρα ἕνα πολὺ καλὸ ποίημα, τὸ ἔχω συμπεριλάβει καὶ σὲ προηγούμενο ἄρθρο, τὸ δημοσιεύω καὶ πάλι γιὰ νὰ μὴν ἀνατρέχετε. Εἶναι τὸ «Ἀρχιτέκτονες οὐρανοῦ»…

Καθὼς μ’ ἕνα ξυλάκι

(ξεριζωμένο ὅπως – ὅπως),

σχεδιάζουν τὸν οὐρανὸ

σ’ ἕνα βοῦρκο μὲ λασπόνερα,

ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ μιὰ μπόρα

ἐξαφανίζει τὰ σκίτσα τους.

Κι ὅμως ἐκεῖ, στὴν ἄκρια,

ἀνάμεσα στὶς λάσπες,

ξεσκεπάζουν λίγο – λίγο

κομμάτια μεγαλείου.

Ξεθολώνουν τὸ θαῦμα.

Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι

μὲ τὸ ξυλάκι,

μὲ τὸ ξεριζωμένο κλαράκι.

Σὲ κάθε καλὸ ποίημα ὑπάρχει συνήθως μία φράση ποὺ τὴν ὀνομάζω «στῖχο – κλειδί», ἐκείνη δηλαδὴ ποὺ διαθέτει τὸ μεγαλύτερο βάθος μέσα στὸ ποίημα καὶ σηματοδοτεῖ τὴν βασική νοηματική του – σὲ ἁπλὰ ἑλληνικά, ἐκεῖνος ὁ στίχος ποὺ κουβαλᾷ τόση ἔνταση καὶ πύκνωση ποὺ κάποτε γίνεται καὶ παροιμιώδης, κάποτε καὶ γνωμικό. Ὁ στίχος «Ξεθολώνουν τὸ θαῦμα» μὲ τὶς πολλαπλὲς ἀναγνώσεις του, (δὲν εἶναι πράγματι θολό το θαῦμα μέσα στὴν ἀστραπιαῖα ταχύτητά του; δὲν εἶναι ἕνα εἶδος κρυπτογράφησης ποὺ ἐπιζητᾷ τοὺς ἀναλυτές του;..) εἶναι αὐτὴ ἡ φράση κλειδὶ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιεῖται στὴν καθημερινὸ πλέον λόγο ὡς δηλωτική τοῦ ἀκούραστου πνευματικοῦ ἐργάτη, τοῦ διανοούμενου ποὺ χωρὶς ἀνταμοιβὲς καὶ κότινους, βάλθηκε νὰ ἀποκαλύψει ἐμπρὸς μας τὸ θαῦμα τῆς δημιουργίας – τῆς ὅποιας δημιουργίας. Ἐξαιρετικὴ ἐπίσης ἡ ἐμφατικὴ ἐπανάληψη τοῦ τελευταίου στίχου ποὺ ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ ἀγῶνας, (δὲν ἔχει τόση σημασία γιὰ ποιὸ σκοπό..), εἶναι σχεδὸν πάντα μία μορφὴ δονκιχωτισμού. Δὲν εἶναι ἀσπίδες καὶ δόρατα ὅλα κεῖνα ποὺ κρατοῦν οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι, κλαράκια ἀδύναμα εἶναι ποὺ τσακίζονται καὶ τσακίζονται, ξανὰ καὶ ξανὰ καὶ κάποτε ἡ ἀξία βρίσκεται μοναχὰ στὴν ἐπιμονὴ καὶ στὸ πεῖσμα τῶν χειριστῶν τους. Ἃς εἶναι. Ἕνα πολὺ καλὸ ποίημα, ποὺ θὰ μποροῦσε ἄνετα νὰ μπεῖ καὶ στὴν ἐκπαίδευση καὶ νὰ ἀποτελέσει ἀφορμὴ γιὰ πολλὲς συζητήσεις..

Δὲν ὑπάρχει ποιητὴς ποὺ νὰ μὴν ἔχει ἀναμετρηθεῖ, (ἀναμετρᾶται εἶναι ὁ σωστὸς χρόνος, ἡ μάχη ἔχει διάρκεια ἰσόβια..), μὲ τὴν λεγόμενη ἔμπνευση, (ἀνόητη ἔκφραση), τὴν ἐπιτυχημένη δηλαδὴ ἀπόδοση στὸ χαρτὶ τοῦ στοχασμοῦ, τῆς ἰδέας. Ὁ πόλεμος μὲ τὰ νοήματα καὶ τὶς λέξεις καταλήγει τὶς περισσότερες φορὲς σὲ ἧττα. Ἐννιὰ στὶς δέκα ἀπόπειρες θὰ πᾶνε στὸν κάλαθο τῶν ἀχρήστων, κάποτε καὶ οἱ δέκα θὰ ξεχαστοῦν σὲ κάποιο συρτάρια ὡς ἐνθύμια ἀποτυχίας, ἀδεξιότητας. Δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ βασανιστικὸ γιὰ ἕναν γραφιὰ ἀπὸ τὴν σκέψη ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ εὕρει τὴν λέξη της, ἀπὸ τὴν ἰδέα ποὺ τρικλίζει καὶ κάμει γύρους πάνω στὸ χαρτὶ ἢ στὴν ὀθόνη καὶ τέλος χάνεται θανατωμένη στὸ τίποτα. Δεῖτε ἕνα ὡραῖο ποίημα γιὰ τούτη τὴν βάσανο καὶ συνεχίζουμε μετά..

Ἡ σύλληψη

Τὴν παρατηρεῖς καιρὸ

ἀπὸ ἀπόσταση.

Σπανίως τὴν βλέπεις.

Μὰ κάποια στιγμὴ

τὴν πιάνεις τὴ στιγμὴ

τοῦ πρώτου σπινθηρισμοῦ.

Καὶ τὸ δύσκολο ξεκινᾷ –

ἀποκαμωμένος, νὰ τὴ βγάλεις ἔξω

στὸν καθαρὸ ἀέρα,

χωρὶς νὰ γίνει κάρβουνο

κι ἔπειτα σκόνη, τέφρα.

Ἃς προσέξωμε λίγο ἐδῶ τὴν χρήση τῆς γλῶσσας. Εἶναι πολλοὶ πιὰ ἐκεῖνοι οἱ δῆθεν ὑπέρμαχοι τοῦ «δημοτικισμοῦ» καὶ τῆς ἁπλοποίησης, (στὴν πραγματικότητα τίποτε περισσότερο ἀπὸ τεμπέληδες της εὔφορης κοιλάδας), ποὺ ἐπιζητοῦν τὴν συγχώνευση τῶν συνωνύμων, τὴν ἀφαίρεση λέξεων ποὺ παραπέμπουν σὲ παλιότερες γλωσσικὲς μορφές. Πῶς νὰ ἐξηγήσεις σὲ ὅλους αὐτοὺς ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχουν συνώνυμα, (ἔχω ἐξηγήσει παλιότερα πὼς μόνο γραμματολογικὴ εἶναι ἡ χρήση τοῦ ὄρου) καὶ πὼς κάθε λέξη, ἀκόμη καὶ ἐκείνη ποὺ δείχνει νὰ ταυτίζεται, στὴν πραγματικότητα κουβαλᾷ ἕνα ἔστω καὶ ἀδιόρατα διαφορετικὸ νοηματικὸ φορτίο; Ἡ τέφρα εἶναι μιὰ μορφὴ σκόνης, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο αὐτό. Θὰ πεῖ κάποιος: “Στάχτη, θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιήσει τὴν λέξη στάχτη καὶ νὰ εἶναι συνώνυμη” – λάθος καὶ πάλι, νοηματικὰ ἡ τέφρα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ φυσικὸ ἀπότοκο μιᾶς καύσης διαθέτει κάτι ἐπιπλέον ποὺ παραπέμπει σὲ σκότος, σὲ ἀνυπαρξία, σὲ ἀπώλεια, ἡ φόρτισή της διαφοροποιεῖται καὶ γι’ αὐτὸ σκόνη, στάχτη, τέφρα, ἔχουν τὴν κοινή τους ἀφετηρία, μὰ ἔχουν καὶ τοὺς δικούς τους ξέχωρους δρόμους.

Ὁ τελευταῖος στίχος μὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν κλιμάκωση μὲ δύο φαινομενικὰ συνώνυμες λέξεις εἶναι ἐξαιρετικός, ἡ χρήση τοῦ κόμματος ἐπίσης σωστὴ καὶ εὔστοχη, καθὼς ὑπονοεῖ τὸ μάταιο τῆς προσπάθειας καὶ ὁδηγεῖ τὴν ἀπαγγελία νὰ γενεῖ χαμηλότονη – σύμφωνη μὲ τὴν ἀπελπισία μιᾶς ἥττας, θυμηθεῖτε ὅτι ἡ ἀποτέφρωση, (ἐκτός των ἄλλων), ἐννοεῖ καὶ τὴν ὁριστικὴ ἀπώλεια τῆς ὑπόστασης, ἀκόμη καὶ στὴν ἁπλὴ φυσική της διάσταση.

Ὅλα τοῦτα δὲν εἶναι σχολαστικισμός, καθὼς δὲν ὑπάρχει ἄξιος ποιητὴς χωρὶς βαθιὰ γλωσσικὴ παιδεία, δίχως γνώση τῆς γλώσσας στὸ σύνολό της, ποτὲ δὲν περισσεύουν οἱ λέξεις στὴν λογοτεχνία καὶ ἡ ἀναζήτησή τους γίνεται παντοῦ καὶ ἀδιακρίτως – δημοτική, καθαρεύουσα, ἰδιώματα, διάλεκτοι, αὐτὲς καὶ ἄλλες τόσες χρειαζόμαστε γιὰ νὰ ἀποδώσουμε μὲ τὴν πιὸ μεγάλη ἀκρίβεια καὶ τὴν ἐλαχίστη ἀπόχρωση στὸν στῖχο.

Τὴν ἑπομένη

Θὰ φύγουν τὰ στολίδια·

μετὰ τὶς τυπικὲς χειραψίες

τὰ πολλὰ φῶτα θὰ σβήσουν.

Τὰ πλατιὰ χαμόγελα

θὰ φορέσουν τὰ βαριά τους παλτὰ

κατὰ τὴν ἔξοδο.

Μὰ ‘κείνη ποῦ πρώτη θὰ λείψει

(ἔχοντας ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα

δραπετεύσει),

θὰ ‘ναι τῆς γιορτῆς ἡ προσμονή.

Ἡ πιὸ ἀκριβή προσκεκλημένη.

Στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνα ποίημα γιὰ τὴν διάψευση καὶ παρὰ ποὺ φαίνεται αὐτονόητη ἡ διαπίστωση, (κάθε προσδοκία εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν πραγμάτωσή της..), ἀνοίγει μία μεγάλη συζήτηση γύρω ἀπὸ τὴν ἀξία τῆς οὐτοπίας. Γιατί χτίζουμε τὸ ὄνειρο ξανὰ καὶ ξανά, ἀφοῦ ἐκ τῶν προτέρων το ξέρουμε πὼς θὰ γκρεμίσει ἀκόμη κι ἂν κάποτε τὸ ἀγγίξουμε; Ἰδοὺ μία πρόχειρη ἀπάντηση. Εἶναι γιατί τὸ ὄνειρο διαθέτει μιὰ αὐταξία καὶ μοναχά ἡ ὕπαρξή του βελτιώνει τὴν συνείδηση, προσφέρει σκοπό, σημασία, ἀκυρώνει φόβο θανάτου, ἐξυψώνει μιὰ πορεία σὲ ἀγῶνα οἰκουμενικό.

Κάποιοι ἴσως βιαστοῦν νὰ ποῦν πὼς τόση ἀπαισιοδοξία δὲν ταιριάζει σὲ νέο ποιητή, πὼς κάποτε πρέπει νὰ φανοῦν στὴν ποίηση προτάσεις στὰ ἀδιέξοδα, καταφάσεις, θετικὴ κρίση. Λησμονοῦν ὅλοι αὐτοὶ, ὅτι ὁ ποιητὴς δὲν εἶναι πολιτικός, μήτε καθοδηγητὴς στὶς κοινωνικὲς διαμορφώσεις. Ἡ ματιὰ του περνᾷ τὴν ἐπιφάνεια καὶ παλεύει μὲ ὅ,τι ὑλικὸ συναντᾷ στὸν δρόμο του. Εἶναι ἀπαισιόδοξος ὁ Καρυωτάκης, εἶναι μιὰ φύση ποὺ τὰ βλέπει ὅλα μαῦρα ἢ ὅλα γύρω του εἶναι ὄντως πηγὴ μελαγχολίας; Ἃς σταματήσωμε ἐπιτέλους τὶς ὡραιοποιήσεις καὶ ἃς ἀφήσουμε στὸ πλάι τὰ στερεοτυπικά. Ὁ ποιητής, ὁ καλὸς ποιητὴς, ἀπογυμνώνει πάντοτε τὸ καλυμμένο, τοὺς εὐφημισμούς, τὰ ἄλλοθι. Σκοπὸς του εἶναι πάντοτε ἡ πορεία, (ματωμένη ἐνίοτε..) στὸ κέντρο τῆς συνείδησης, στὰ πιὸ βαθιὰ συναισθήματα, στοὺς πιὸ ἀνείπωτους φόβους τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ καλὸς ποιητὴς εἶναι πάντοτε ἀντιπαθὴς γιατί χαλᾶ τὸ πάρτυ καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ψεύτικα καὶ ἐπιφανειακὰ ποὺ ὑπάρχουν γιὰ νὰ ξορκίζουν τὸν κόπο, τὴν δημιουργία, τὴν θαρραλέα ἀντιμετώπιση τῆς δυσκολίας καὶ τῆς φθορᾶς. Ὅταν λοιπὸν ὁ Μύρων γράφει..

Ἔμαθε

(ἀπὸ τόσος δὰ μικρὸς)

νὰ παπαγαλίζει:

«Τὶ κάνεις, καλά;»

(Ε. Μύρων, «Διπλανὸς»)

…δὲν χαριτολογεῖ ἁπλῶς, μὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἐπισήμανση μιᾶς κοινότοπης (καὶ ἐν τέλει κούφιας, ἀνούσιας) φράσης, στιγματίζει μιὰ ὁλάκερη κοινωνία ποὺ ἔχει μάθει νὰ κινεῖται μὲ συμβάσεις καὶ νὰ ἐνδιαφέρεται μοναχὰ γιὰ τὸν τύπο, νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ οὐσιῶδες. Στὴν οὐσία ἡ ἐπιγραμματικὴ ποίηση, (θὰ μιλήσωμε γι’ αὐτὴν παρακάτω..), λειτουργεῖ σὰν καμπάνα ἠχηρή, ὡς ἀφύπνιση. Καὶ ἐν τέλει, ὅταν μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ πολὺ καλὸ σὲ σύλληψη ποίημα, ξεκινήσωμε ἕναν προβληματισμό, εὔκολα θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ὁ παπαγαλισμός, ἡ ἀναπαραγωγὴ δηλαδὴ στερεότυπων ἐντελῶς ἄκριτα καὶ παθητικά, διαπερνᾷ τὸ σύνολο σχεδὸν τῆς ζωῆς μας, ἐξοντώνει κάθε ἀπόπειρα γνησιότητας, δηλητηριάζει τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη, τὴν ξεφτίζει καὶ τὴν φθηναίνει, μετατρέπει ἕναν γίγαντα (τὴν συνείδηση) σὲ ἕναν νάνο ποὺ κινεῖται καθημερινὰ ὡς κουρδισμένο ἀνθρωπάκι.

Στὸ ἴδιο κλίμα μὲ τὸ προηγούμενο καὶ τὸ ποίημα «Κοινωνικὲς ἐκδιώξεις», ὁ τελευταῖος στίχος, πέρα ἀπὸ τὴν ἀνατροπή, δηλώνει ἐκεῖνο ποὺ γράφω παραπάνω, τὴν ζωὴ ποὺ δὲν βιώνεται, μὰ πνίγεται μέσα στὸ τυπικὸ μιᾶς χειραψίας..

Κοινωνικὲς ἐκδιώξεις

Ἀπόψε ἔχω σὲ μιὰ ὑποχρέωση νὰ πάω,

ὁπότε θὰ προετοιμαστῶ.

Θὰ φορέσω τὰ κατάλληλα ροῦχα,

ξέρεις, παντελόνι μὲ τσάκιση,

πουκάμισο μεταξωτό.

Θὰ φορέσω τὸ κατάλληλο γέλιο

ξέρεις, ποὺ ἁρμόζει μὲ τὸ κλῖμα

σὰν τὴ γραβάτα σφιχτό.

Θὰ φορέσω τὶς κατάλληλες σκέψεις

καὶ μόλις βραδιάσει θὰ πάω

(εὐτυχῶς ποὺ δὲν θὰ ΄μαι ΄γώ).

Λοιπὸν τὸ ἑπόμενο ποίημα ἔχει περίεργες ἀναγνωστικὲς παρενέργειες. Ἃς τὸ δοῦμε πρῶτα.. λέγεται τὸ «Παλιομάνταλο»..

Δὲν θέλω οὐρανό,

ὕψη, κορυφὲς καὶ δόξα,

μόνο ἕνα χαμόσπιτο

μ’ ἕνα μικρὸ πορτόνι.

Νὰ κλείνει μ’ ἕνα

παλιομάνταλο,

ποὺ ὅποτε ἀνοίγει

κι ἀκούγεται ἡ σκουριά του,

νὰ ξέρω ὅτι ἔρχονται

αὐτοὶ ποὺ ἀγαπῶ.

Σὲ ἀντίθεση μὲ ποιήματα ποὺ εἴδαμε ἕως τώρα καὶ θὰ δοῦμε παρακάτω, ἐδῶ ἔχουμε ἕνα ποίημα ὑπαρξιακό, αὐτοαναφορικό, μιὰ κατάθεση προθέσεων καὶ «φιλοδοξίας». Εἶναι μιὰ προσπάθεια τοῦ Μύρωνα νὰ κτίσει ἕνα σύμπαν ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ὑλισμὸ καὶ τὴν ἐπιφάνεια καὶ νὰ περιγράψει μὲ τρόπο ἐμφατικὸ (καὶ προφανῶς τραβηγμένο στὴν ὑπερβολὴ του) τὸν τόπο τοῦ οὐσιώδους, τοῦ γνήσιου, ἐκείνου ποὺ τελικὰ καθορίζει τὴν ποιότητα μιᾶς ζωῆς.

Βεβαίως εἶναι ἕνα καλὸ ποίημα – ποιὲς εἶναι ὅμως οἱ «παρενέργειες» ποὺ γράφω παραπάνω;

Ἔχουμε τὴν χρήση λέξεων ἀπὸ τὴν δημοτικὴ ποίηση, (μάνταλο, πορτόνι), τὸ περίεργο ὅμως εἶναι πὼς τὸ ποιητικὸ μέτρο παραπέμπει τὸν ἀναγνώστη στὸν δεκαπεντασύλλαβο τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ καὶ παρόλο ποὺ ὁ ποιητὴς προτίμησε νὰ σπάσει τὰ ἡμιστίχια σὲ στίχους, στὴν ἀνάγνωση ὁ ρυθμὸς πιέζει ἐπίμονα γιὰ ν’ ἁπλωθεῖ, νὰ γενεῖ τραγοῦδι… ἃς ποῦμε, ἔτσι σὰν παιχνίδι, πρόχειρα..

Δὲν θέλω ὕψη καὶ φλουριά, βουνοκορφὲς καὶ δόξα,

μονάχα ἕνα χαμόσπιτο, μ’ ἕνα μικρὸ πορτόνι.

Νὰ κλείνει μ’ ἕνα μάνταλο, ν’ ἀκούγεται ἡ σκουριά του,

νὰ νιώθω ὅταν ἔρχονται ἐκεῖνοι π’ ἀγαπάω…

(Ἐνδιαφέρουσες οἱ παραλλαγές ἔτσι δὲν εἶναι; κάπως ἔτσι ἐξελίσσεται τὸ δημοτικό τραγούδι μέσα στὰ χρόνια, μὲ ζαβολιές καὶ αὐθαίρετες προσαρμογές..)

Ἃς ἐπιστρέψουμε σὲ λίγα ἀκόμη ποιήματα πρὶν κλείσουμε μὲ λίγες παρατηρήσεις..

Γιὰ κείνους γράφω

…ποὺ τσακώθηκαν μὲ τὴν ἄνοιξη

κι ἔζησαν μόνο χειμῶνες.

Ποὺ ἀγνοοῦν τὶς χειρολαβὲς

αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

Γιὰ τοὺς ἀπόκληρους τοῦ συρμοῦ

ποὺ κραδαίνοντας τὸ εἰσιτήριό τους,

ἤλπιζαν σ’ ἕνα βαγόνι ἑπόμενο.

Μὰ τακτοποιήθηκαν στριμωχτὰ

σὲ λίγα ἑκατοστὰ τσιμέντου.

Ξεχασμένοι ἀπ’ τὸ κομβόι

σὲ κάποιο ἀδιέξοδο,

χωρὶς κἄν μιὰ εἰδοποίηση,

ἔστω μιὰ πινακίδα ἐπικίνδυνης στροφῆς,

μιὰ ἔξοδο κινδύνου.

Κλειδὶ ὁ στίχος «Ποὺ ἀγνοοῦν τὶς χειρολαβὲς αὐτοῦ του κόσμου..». Ἂν εἶναι κάτι διακριτὸ στὴν ποίηση τοῦ Μύρωνα (καὶ ὁπωσδήποτε εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ χαρακτηριστικά τῆς ποίησής του ποὺ γεννᾷ προσδοκίες), αὐτὸ εἶναι οἱ εὔστοχες μεταφορὲς καὶ μία γλωσσικὴ ἐπάρκεια πάνω ἀπὸ τὸν μέσο ὅρο. Ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ σας φαίνεται αὐτονόητο, λυποῦμαι νὰ πῶ ὅτι στὴν πλειονότητα τῶν χειρογράφων ποὺ παραλαμβάνουμε, ἡ ἀστοχία τῶν λέξεων εἶναι τραγική, ἐνῷ ἡ γλῶσσα συνολικὰ σπάνια ἀπογειώνεται πέρα ἀπὸ τὴν ἁπλὴ καθομιλουμένη. Δυστυχῶς λοιπόν, ἐνῷ ὁ σημερινὸς κριτικὸς θὰ ἔπρεπε ὅλα τοῦτα νὰ τὰ ἔχει δεδομένα καὶ νὰ κρίνει πολὺ πιὸ συνθέτες καὶ βαθύτερες ποιητικὲς ἀναζητήσεις καὶ πειραματισμούς, ἀναγκάζεται καὶ ἐπανέρχεται στὰ αὐτονόητα. Ἃς εἶναι..

Ἕνα ἐρώτημα ποῦ ὅλοι οἱ κριτικοί τὸ νιώθουν ὑποχρεωτικὸ νὰ ἀπαντήσουν εἶναι τὸ κλασικὸ – ποιὲς ἐπιρροὲς ἔχει ὁ ποιητής; Σὲ ποιοὺς παρελθόντες στηρίζεται ἡ ποίησή του; Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἀνόητο καὶ ὑποκρύπτει μομφή, ἀλλὰ ἃς παίξωμε αὐτὸ τὸ παιχνίδι. Ὑπάρχουν λοιπὸν διακριτὲς ἐπιρροὲς στὴν ποίηση τοῦ Μύρωνα;

Φυσικὰ ὑπάρχουν, αὐτὸ δὰ ἔλειπε, μὰ τί σημασία ἔχει; Ὅταν ἡ ἐπιρροὴ ὁδηγεῖ ἁπλῶς σὲ μίμηση, σὲ ἐπιφανειακὴ δηλαδὴ ἀντιγραφὴ τῶν τεχνικῶν χαρακτηριστικῶν ἑνὸς ποιητικοῦ σώματος – τότε ναί, ἔχωμε μία ἀπομίμηση φθηνὴ χωρὶς καμία γνησιότητα. Ὅταν ὅμως μορφὴ καὶ περιεχόμενο διαθέτουν ποιότητες μοναδικὲς καὶ ὄχι δανεικές, τότε πόση σημασία ἔχει τὸ πόθεν σε ἕνα ὕφος, σὲ μιὰ ἀπόχρωση; Ὁπωσδήποτε τὸ νὰ ἀποκτήσει ἕνας ποιητὴς ὕφος ξεχωριστό, διακριτὸ καὶ ἴσως κάποτε ὕφος ποὺ ἐπιστρέφει κυρίαρχο καὶ βοηθᾷ καθοριστικά το περιεχόμενο, (ἃς δοῦμε γιὰ παράδειγμα τὸν Καβάφη..), ἐντάξει, εἶναι ἕνα ζητούμενο ὄνειρο, μιὰ τελικὴ ἐπιδίωξη. Μέχρι τότε (καὶ ἄν..) τί θέλετε νὰ κάμει ὁ καλὸς ποιητής; Νὰ κάθεται καὶ νὰ μετρᾷ τὰ τρένα ποὺ περνοῦν;

Ἃς σοβαρευθοῦμε, ἃς δοῦμε τὸ ποίημα «Ὁ ἐνοικιαστής»..

Στὴν πολυκατοικία ὅπου νοίκιασε τὸ διαμέρισμα

ἐπικρατοῦσε τάξη κι ἀσφάλεια.

Ἐπαγγέλματα καὶ ὡράρια ἐντὸς νόμου,

χρώματα καὶ διακόσμηση

φρονίμως σταθερά.

Στὴν ἀρχὴ τοὺς συνεπῆρε·

νέος ἄνθρωπος, ζωγράφος

μὲ φρέσκες ἰδέες κι ἐνδιαφέρουσες ἱστορίες.

Μεθύσια τοῦ Μοντιλιάνι στὸ Παρίσι,

ὁ βίος τοῦ Βὰν Γκὸγκ στὴν Ἄρλ,

Ματίς, Μπράκ, Λεγέρ, Πόλοκ…

Γρήγορα τοὺς κούρασαν ὅλα αὐτά.

Τὰ φοβήθηκαν καὶ

τὰ ‘θελαν μακριά τους.

Μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες

(σὲ λιγότερο ἀπὸ μῆνα),

τοῦ ΄στειλαν δῶρο

μιὰ ὡραία ἀσπρόμαυρη ἔξωση

μὲ πολλὲς ὑπογραφές.

Ἢ τὸ παρακάτω..

Ταχυδακτυλουργὸς

Περνᾶμε τὶς μέρες μας

θαμπωμένοι ἀπ΄ τὴ μαγεία-

ἀποσβολωμένοι κοιτᾶμε

τ’ ἀνεξήγητο.

Δὲν τολμᾶμε, γιὰ μιὰ στιγμή,

νὰ κοιτάξουμε πίσω ἀπ’ τὰ χέρια του·

μὴ χαθεῖ ἡ μαγεία,

μὴ τυχὸν καὶ φανερωθοῦν τὰ τρίκ…

Βεβαίως Καβαφικὴ δομή. Καὶ λοιπόν; Ἀκυρώνει αὐτὴ ἡ ἀναλογία τὴν ποιότητα τοῦ στίχου; Ἢ ἃς ποῦμε στὸ ποίημα «Ἐπιμονή»…

Τὰ ὄνειρα θὰ ἐπιστρέφουν

καὶ θὰ ἐπιστρέφουν.

Δὲ φαντάζεσαι τί πεῖσμα ἔχουν!

…δὲν ὑπάρχει ὁ Κώστας Μόντης; Ά!, ὁπωσδήποτε Μόντης ἀκέραιος στὰ ἐπιγραμματικά του – καὶ λοιπόν; Ἃς ἀφήσωμε λοιπὸν τοὺς κριτικοὺς τυφλοσοῦρτες καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στερεότυπα ποὺ μάθαμε νὰ γράφουμε καὶ μάλιστα μὲ καθορισμένη σειρὰ καὶ τάξη κι ἃς μείνουμε στὴν οὐσία. Καὶ τώρα ποὺ μιλήσαμε γιὰ Μόντη, δεῖτε ἕνα ποιηματάκι τοῦ Μύρωνα ποὺ τὸ θεωρῶ ἐξαιρετικό, καὶ πιστέψτε με, δὲν κάμω συχνὰ εὔκολες κρίσεις καὶ μάλιστα θαυμαστικές..

Εἶναι αὐστηροὶ οἱ μέλλοντες.

Θὰ δεῖτε,

θὰ μᾶς τιμωρήσουν

ποὺ σπαταλᾶμε ἔτσι ἐνεστῶτες.

Ἐξαιρετικὴ χρήση τῆς γλώσσας, ἔχει καταντήσει σπάνια ἡ ἀπόλαυση λεξοπαιγνίων μὲ χρόνους, ἐγκλίσεις, μετοχὲς καὶ ἀπαρέμφατα. Ἀπὸ τὰ καλύτερα τοῦ Μύρωνα..

(Θὰ τὸ ξαναπῶ ὅτι ἡ ἐπιγραμματικὴ ποίηση εἶναι εἶδος δύσκολο, ἰδιαίτερο, ἀπαιτητικό. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ἡ ἴδια ἡ ποίηση σκοπεύει σὲ θηριώδη συμπύκνωση, κάτι ποὺ γίνεται ἀκόμη δυσκολοτερο στὸ ὀλιγόστιχο ποίημα. Δὲν ἔχει χῶρο ἐδῶ γιὰ φλυαρίες, πλατειασμούς, ἐπαναλήψεις. Μοναχά το μεδοῦλι, ὁ πυρῆνας, ἡ οὐσία στὸν βαθύτερο προορισμό της).

Θὰ πεῖ κάποιος: “ἡ ποίηση τοῦ Μύρωνα ὑποφέρει, μοιάζει νὰ φλέγεται ἀπὸ φλόγα βασανιστηρίου, ὑπάρχει ἕνας ὑπερτονισμὸς τῆς ἀπόστασης ἀνάμεσα στὸ πνεῦμα καὶ τὴν σύγχρονη κοινωνία, μιὰ ἀπόσταση ποὺ ὁλοένα μεγαλώνει”. Ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς δὲν τὸ ἀρνεῖται καὶ οἱ περιγραφές του σὲ κάθε εὐκαιρία δηλώνουν ἐτούτη τὴν ἀγωνία..

Μὴν ἐνοχλεῖς τοὺς στίχους

Ἂν δὲν εἶναι ἀπὸ ἐσωτερικὴ κάψα καὶ πυρετό,

ἄν δὲν ξυπνᾶς μὲ σκέψεις στὸ σάλιο,

ἄν τὸ ἀπόκοσμο σὲ ἔχει προσπεράσει,

ἄν δὲν ἔχεις συγγενέψει μὲ αὐτοκτόνους…

Μὴν ἐνοχλεῖς τοὺς στίχους, εἶναι τόπος μαρτυρίου…

Ἀγωνία; Ὁπωσδήποτε ναί, μὰ θἄλεγα κυρίως θυμός. Σὲ νέους καλοὺς ποιητὲς αὐτὸ ὁ θυμὸς εἶναι μεγαλύτερος, καθὼς εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ συναθροίζονται μὲ μετριότητες, στιχουργικὲς ἀνοησίες γιὰ νὰ περνᾷ ἡ ὥρα καὶ ἕνα καθημερινὸ περιβάλλον ποὺ σφίγγει ὁλοένα γύρω τους, τοὺς πνίγει, τοὺς ἀφυδατώνει. Αὐτὸ εἶναι ἕνα μεταίχμιο – ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ὁ ποιητὴς θὰ γενεῖ ἢ ἐρημίτης ἢ ἐπαναστάτης. Οἱ στίχοι του γένονται ρομφαία κατὰ ἀδίκων, μὰ πρέπει νὰ προσέξει, εἶναι εὔκολο ὁ θυμὸς νὰ γίνει μανιέρα, ἐπανάληψη, σύμβαση. Νέοι τρόποι πρέπει νὰ βρεθοῦν, νέα ἐκφραστικὰ μέσα, νέες ἰδέες καὶ στοχασμοί. Ὁ «τόπος μαρτυρίου» τοῦ Μύρωνα νομίζω πὼς αὐτὸ ὑποδηλώνει – τὴν βάσανο δηλαδὴ τοῦ ἀδιάκοπου συλλογισμοῦ, τὴν αὐτὸ – ἀμφισβήτηση, τὸ μαρτύριο μιᾶς λέξης ποὺ ποτὲ δὲν εἶναι εὔστοχη, ποτὲ δὲν τελειοῦται τὸ νόημα μέσα της. Μόνο ὅποιος ἀσχολεῖται στὰ σοβαρὰ μὲ τὴν ποίηση μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ αὐτὸν τὸν Γολγοθᾶ, τὄχει περιγράψει καὶ ὁ Πάουντ μὲ κεῖνο τὸ μαγαζάκι ποὺ ἀποζητᾷ στὴν μέση τῆς ἐρήμου, ἁπλῶς καὶ μόνο γιὰ νὰ πάψει νὰ σκέφτεται, νὰ σταματήσει νὰ φλογίζεται τὸ μυαλὸ του ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου. Ὁ Μύρων τὸ ἐπαναλαμβάνει τακτικά, ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ ποιήματά του ἀποτυπώνουν αὐτὸν τὸν δύσκολο δρόμο..

Πῶς ἀλλιῶς

Μὲ τρεμάμενα χέρια

γράφονται τὰ ποιήματα

Πῶς ἀλλιῶς;

Μὲ κόκκινο στυλὸ

σὲ σκληρὸ χαρτὶ

Μὲ ἱδρῶτα

γεμάτο οὐτοπία

Ἀπνευστί γράφονται

τὰ ποιήματα,

μὲ μιὰ βαθιὰ ἐκπνοὴ

στὸ τέλος

Ἄλλο τρόπο δὲν ξέρω.

Ὁ ἀντικομφορμισμός, ἡ μάχη κατὰ τῆς ἐπανάπαυσης καὶ κυρίως ἡ ἄρνηση ὑποταγῆς σὲ κανόνες ξένους πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ συνείδηση, εἶναι χαρακτηριστικά τῆς καλῆς ποίησης αἰῶνες τώρα. Σύμβαση καὶ ποίηση δὲν συναντῶνται ποτέ, ἔχουν δρόμους ἀντίθετους, μὰ θἄλεγα καὶ κάτι παραπάνω – εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς μὲ τὴν ζωή του, τὴν στάση του, ποὺ παραδειγματίζει, ποὺ πείθει πὼς ὁ στίχος του εἶναι γνήσιος καὶ ὄχι ἀπότοκος ἑνὸς διανοήματος, μιᾶς ἀκαδημαϊκῆς προσέγγισης τῶν πραγμάτων. Γὶ αὐτὸ καὶ καταντᾷ ἀστεῖο, (ἐκτὸς ἀπὸ ὅλα τα ὑπόλοιπα), ὅταν βλέπεις ποιητάδες νὰ καταγγέλουν μὲ τὸν πιὸ ἄγριο τρόπο τὴν ρουτίνα, τὴν ἐπιφάνεια καὶ τὰ κούφια χαμόγελα καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ στήνονται μπροστὰ στοὺς προβολεῖς χαριεντιζόμενοι, χωρὶς νὰ ἔχουν κἄν τὸ ἀνάστημα νὰ ἀντιταχθοῦν σὲ ὅσα τοὺς κάμουν μέρος τοῦ συστήματος καὶ τοὺς ψευτίζουν, τοὺς ἀκυρώνουν, τοὺς κονταίνουν. Εὐτυχῶς, (ὅσο μπορῶ νὰ γνωρίζω..), ὁ Μύρων δὲν δείχνει ὡς τὰ σήμερα παρόμοιες ἀντιφάσεις..

Χειρόγραφο Καρυωτάκη. Ὅποιος πιστεύει τὴν ποίηση εὔκολη, ρίμες τοῦ γονάτου στὸ διαδίκτυο, εἶναι πλανεμένος σὲ πλάνη ἀσύγγνωστη..

«Ὁ Ἀζὸρ» εἶναι ἕνα ποίημα ἀκριβῶς ἐπάνω σὲ τούτη τὴν ἀλύγιστη στάση πρὸς ὅ,τι προσπαθεῖ νὰ ἐντάξει τὴν συνείδηση στὴν μᾶζα, στὴν μετριότητα, στοὺς κανόνες τῆς τάξης καὶ τῆς ἀσφάλειας. Θὰ ἔλεγα καὶ κάτι παραπάνω ποὺ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικὸ – στὸ ποίημα καὶ στὸν καταληκτικό του στίχο ἀποτυπώνεται τὸ κόστος τῆς διαφορᾶς, τῆς ἀντίστασης. Σήμερα ὁπωσδήποτε οἱ διαφωνοῦντες, οἱ μοναχικὲς δυνατὲς προσωπικότητες, δὲν τιμωροῦνται μὲ μαστίγωση στὴν πλατεῖα καὶ δὲν ἐξορίζονται σὲ νησιὰ τῆς ἄγονης γραμμῆς. Τὸ κόστος ὅμως ποὺ πληρώνουν εἶναι ἴσως πολὺ πιὸ ἐπώδυνο, καθὼς κανεὶς δὲν θέλει τὴν συναναστροφὴ μαζί τους, οὐδεὶς ἀκούει ἐκεῖνα ποὺ λέγουν, ἡ ἀδιαφορία τοῦ πλήθους τοὺς ἔχει ἤδη μετατρέψει ἐξόριστους μέσα στὸ ἴδιο τους τὸ σπίτι. Εἶναι (καὶ θὰ παραμείνουν) μόνοι. Εἶναι κόστος βαρὺ – μὰ ὅλα τοῦτα τὰ ἔχουμε δεῖ πολὺ ἀναλυτικὰ καὶ σὲ ἄλλα ἄρθρα. Δεῖτε τὸ ποίημα..

Ὁ Ἀζὸρ

Δὲν εἶναι ἀπὸ pet-shop

(δὲν εἶναι κὰν ἡμίαιμος).

Δὲν τρώει σκυλοτροφὲς

οὔτε κονσέρβες.

Δὲ δέχεται λουρὶ στὸ λαιμὸ

(κι ἃς λατρεύει τὶς βόλτες).

Δὲν κουνάει τὴν οὐρά του

ὅταν χαίρεται.

Εἶναι ἀλλεργικὸς στὰ χάδια

καὶ στοὺς ἐκπαιδευτές.

Συνήθως τρέχει μονάχος

τὰ βράδια στοὺς δρόμους-

πάντα μισοῦσε τὶς ἀγέλες

ὁ μπαγάσας

-ὅσο καὶ τὸ λουρί-.

γι’ αὐτὸ δὲν ἐπωλήθη.

Κλείνοντας ἐτούτη τὴν παρουσίαση, εἶναι καιρὸς νὰ προχωρήσωμε καὶ σὲ κάποιες παρατηρήσεις.

Ἃς τὸ πῶ καθαρά. Στὸν Μύρωνα ἀχνοφέγγει μία γερή, ποιοτικὴ παρουσία στὰ ἑλληνικὰ γράμματα. Μὴν γελιέστε, ἡ ποιότητα δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ ἐκδηλώσεις, ἐκτυπώσεις, κοινωνικὲς συναναστροφές, χασκόγελᾳ στὸ διαδίκτυο. Εἶναι ἕνας νέος ποιητής, (δὲν τὸ ἐννοῶ ἡλικιακά, αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορο γιὰ τὸν στίχο..), ποὺ ἡ ποίησή του μᾶς δροσίζει εὐχάριστα, μᾶς δίνει τὴν ἐλπίδα μιᾶς δυνατῆς παρουσίας στὰ μέλλοντα. Ὑπάρχουν τρία μὲ τέσσερα ποιήματα ποὺ τὰ θεωρῶ ἐξαιρετικά, πολλὰ ἀκόμη ἄξια, ὅμως καὶ ἀρκετὰ πρωτόλεια, ποὺ εἴτε θέλουν δουλειὰ πολλὴ γιὰ νὰ ὡριμάσουν, εἴτε θὰ πρέπει νὰ φυλαχθοῦν σὲ κάποιο συρτάρι γιὰ μελλοντικὴ ἐπεξεργασία. (Μὴν σᾶς φαίνεται περίεργο – αὐτὸς εἶναι ὁ τόπος μαρτυρίου, αὐτὴ εἶναι περίπου πάντα ἡ ἀναλογία τοῦ γραφιᾶ, στὰ δέκα ποιήματα ποὺ θὰ γράψει ἕνα θὰ εὐτυχήσει, ἴσως καὶ κανένα…).

Κι ὅμως ὑπάρχουν κίνδυνοι. Καὶ ὁπωσδήποτε σημεῖα ποὺ μποροῦν νὰ βελτιωθοῦν.

Στὰ τόσα χρόνια ἔχω παρακολουθήσει ἑκατοντάδες ποιητὲς, (ἀλλὰ καὶ «ποιητὲς»), στὴν ἐξέλιξή τους, ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τους, τὸ μεγαλύτερο ἀκυρωτικὸ γιὰ τὴν ἐξέλιξή τους στάθηκε πάντοτε ἡ εὐκολία τῆς μανιέρας, ἡ ἐπανάληψη, ἡ ὑποταγὴ τοῦ περιεχομένου στὴν φόρμα τὴν γνωστὴ καὶ τὴν πεπατημένη. Νομίζω (καὶ μπορεῖ νὰ κάμω βεβαίως λάθος..), ὅτι ὁ Μύρων δὲν κινδυνεύει ἄμεσα ἀπὸ αὐτό, καθὼς πειραματίζεται, τὰ ποιήματά του περπατοῦν πολλὲς φορὲς σὲ διαφορετικὰ μονοπάτια καὶ τὸ κυριότερο: δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν κατάκτηση προσωπικοῦ ὕφους – ἀκόμη καὶ σὲ ἐκεῖνα τὰ ποιήματα ποὺ οἱ ἐπιρροὲς εἶναι ἐμφανεῖς, δὲν παύουν νὰ εἶναι ἀφομοιωμένες δημιουργικὰ καὶ νὰ ὑποτάσσονται σὲ μιὰ προσωπικὴ τεχνοτροπία – ναὶ, ἡ ἀπόσταση θαρρῶ εἶναι μικρὴ γιὰ μία προσωπικὴ ἐντελῶς ποιητικὴ ματιά, ὅμως ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ καλλιεργηθοῦν κάποια ἐργαλεῖα ποὺ ἀκόμη δείχνουν κάπως ἄγουρα, κάπως ἡμιτελῆ.

ΧΙΕΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΚΩΣΤΑ ΜΟΝΤΗ
Κώστας Μόντης, δημιουργική άφομοίωση τῆς Καβαφικῆς ποίησης. Οἱ ἀντίστοιχες ἐπιρροές στὸν Μύρωνα δὲν ἐνοχλοῦν, ὅλα δείχνουν ὅτι μελλοντικά μποροῦν νὰ ἐνσωματωθοῦν τὸ ἴδιο δημιουργικά στὴν ποιητική του..

Τὸ πρῶτο, ἡ γλῶσσα, αὐτὴ ἡ βασανιστικὴ καὶ ἀπέραντη γλῶσσα. Ἡ ποίηση τοῦ Μύρωνα ἔχει ἐλάχιστα λάθη, χειρίζεται τὴν γλῶσσα μὲ ἐπάρκεια καὶ κάποιες φορὲς δίδει λαμπρὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι ἐπαρκὴς εἶναι καὶ σχετικὰ εὔκολο (ὅσο καὶ ἀπαραίτητο) νὰ διευρυνθεῖ, νὰ καταδυθεῖ σὲ βάθος ἀκόμη μεγαλύτερο. Δὲν εἶναι θέμα δημοτικῆς, καθαρεύουσας ἢ ἀρχαίας, ἀλλὰ μελέτης κειμένων (καὶ ἰδιαίτερα ποιημάτων), γνώσης τῆς ἐτυμολογίας καὶ ἀφομοίωσης τῶν πιὸ ἄξιων κειμένων, ἑλληνικῶν καὶ ξένων. Αὐτὴ βεβαίως εἶναι μιὰ διαδικασία ποὺ δὲν τελειώνει ποτὲ γιὰ ἕναν ποιητή, ἀλλὰ ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι ἐὰν ὁ Μύρων ἐργασθεῖ πολὺ ἐπάνω στὸν ἐμπλουτισμὸ τῆς ποιητικῆς του γλώσσας ἠμπορεῖ νὰ δώσει ἐξαιρετικὸ στίχο. Θὰ ἔλεγα ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἀκόμη λείπει ἀπὸ τὴν καλή του ποίηση, εἶναι ἡ ἐμμονὴ στὴν λεπτομέρεια τοῦ ρυθμοῦ, στὰ σημεῖα στίξης, σὲ μικρὲς ἀλλαγὲς ποὺ μποροῦν νὰ βελτιώσουν τὸν ρυθμὸ καὶ τὴν οἰκονομία στὰ κείμενά του.

Τὸ δεύτερο, καὶ αὐτὸ τὸ λέγω γενικότερα, εἶναι σημεῖο ἀδύναμο πολλῶν ποιητῶν – οἱ τίτλοι. Εἶναι καλὸ νὰ θυμόμαστε ὅτι ὁ τίτλος σὲ ἕνα ποίημα εἶναι κι αὐτὸς στίχος ποὺ πρέπει νὰ δουλευτεῖ μὲ τὴν ἴδια μανία, μὲ τὴν ἴδια βάσανο τοῦ ὑπόλοιπου περιεχομένου. Ἀκόμη καὶ ἡ ἀπουσία τίτλου μπορεῖ νὰ εἶναι δηλωτικὴ ἑνὸς νοήματος ἢ νὰ λειτουργεῖ ὡς ὑπογράμμιση μιᾶς ἀφήγησης in media res. Τέλος πάντων, σὲ κάθε περίπτωση ἕνας τίτλος μπορεῖ νὰ εἶναι καταδεικτικός, ἀποπροσανατολιστικὸς ἢ ἀκόμη καὶ ἀκυρωτικὸς (ἕνα κλείσιμο ματιοῦ) στὸ περιεχόμενο ποὺ ἀκολουθεῖ. Ὅπως καὶ νάχει, νομίζω ὅτι σὲ πολλὰ ἀπὸ τὰ ποιήματα τοῦ Μύρωνα, σὲ τοῦτο τὸ θέμα θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε δοθεῖ μεγαλύτερη προσοχὴ καὶ κυρίως νὰ εἶχαν ἀποφευχθεῖ κάποιες συμβάσεις.

Νὰ τώρα, ποὺ μιλᾶμε γιὰ συμβάσεις – ἰδοὺ ἡ μεγάλη παγίδα γιὰ κάθε νέο ποιητή, ἀπὸ τὴν μαγεία της δὲν κατόρθωσαν νὰ ξεφύγουν σημαντικὰ ὀνόματα τῆς νεοελληνικῆς ποίησης, ἰδιαίτερα οἱ πολυγράφοι, Παλαμᾶς, Ρίτσος, Βάρναλης, Βρεττάκος – ὅλοι τους ἔχουν γράψει καὶ ποιήματα τόσο συμβατικὰ ποὺ σὲ κάμουν νὰ βαριέσαι ἀφόρητα. Εἶναι ἕνα σημεῖο ποὺ πρέπει νὰ προσεχθεῖ, δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι σὲ ὀλιγογράφους ποιητές, (Καρυωτάκης, Καβάφης, Παπατζώνης ἐν μέρει, Σεφέρης καὶ ἄλλοι..) οἱ ποιότητες εἶναι πιὸ σφιχτές, ἡ ἐπεξεργασία πιὸ δυνατή, τὸ ἀποτέλεσμα ἐμφανῶς ἐλεγχόμενο καλύτερα. Τὸ λέω σὲ κάθε νέο ποιητή, τὸ γραφεῖο μου εἶναι γεμάτο ἀπὸ ποιήματα γιὰ τὴν εἰρήνη, τὴν δικαιοσύνη, τὴν ἐντιμότητα, τὴν ἐπανάσταση. Μὴν γράφετε γιὰ ἐκεῖνα ποὺ ὅλοι συμφωνοῦμε, σὲ τέτοιο μάλιστα βαθμὸ ποὺ ἡ συζήτησή τους εἶναι ἄσκοπη καὶ ἀνούσια, ἢ κι ἂν θέλετε νὰ γράψετε γι’ αὐτὰ κάνετέ το μὲ ἕναν τρόπο ἀνατρεπτικό, μέσα ἀπὸ μία νέα διάσταση, φωτογραφίστε μιὰ πλευρὰ ποὺ ἀκόμη εἶναι στὴν σκιά. Ἃς ποῦμε τὸ ποίημα παρακάτω…

Ξόρκι

Θὰ σκύψω μόνο γιὰ νὰ

φιλήσω τὸν οὐρανό,

γιὰ κανένα ἄλλο λόγο

γιὰ κανένα ἱερὸ χῶμα.

Κι ἂν δὲ μοῦ κάνει,

θὰ σκάψω μέσα του

νὰ βρῶ ἄλλον,

μὲ καινούργιο χρῶμα.

…εἶναι ἕνα ποίημα ποὺ πραγματεύεται θέμα χιλιοειπωμένο, ἡ ἀξία τοῦ ὅμως εἶναι στὶς ἀντιθέσεις, (σκύψω – οὐρανός..), στὶς συνθέσεις (χῶμα – χρῶμα) καὶ βέβαια στὴν δύναμη τῆς δήλωσης, στὸ πεῖσμα τοῦ στίχου.

Προχωρῶ, ἕνα ἄλλο θέμα εἶναι ἡ χρονολόγηση. Τὸ νομίζω συνετὸ ὁ Μύρων νὰ σημαδεύει τὰ ποιήματά του μὲ χρονολογία, τὸ θέμα δὲν εἶναι τυπικό. Εἶμαι ὁ πρῶτος ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ποίηση εἶναι καὶ ἄχρονη καὶ ἄτοπη – ἀλλὰ αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ σημάνσεις. Ὅμως στὴν κριτικὴ μελέτη, στὴν παρακολούθηση μιᾶς ποιητικῆς, ὁ χρόνος ἔχει σημασία, ἀπὸ ἐκεῖ θὰ κατανοήσωμε τὴν ἐξέλιξη, τὴν ὡρίμανση, τὶς συνθῆκες τῆς ἐποχῆς. Εἶναι βεβαίως μιὰ γνώμη ποὺ ὁπωσδήποτε δὲν ὑποχρεώνει..

Ἃς δοῦμε καὶ κάτι ἀκόμα. Ὅλα (σχεδὸν) τὰ ποιήματα ποὺ ἔχω στὰ χέρια μου τὰ διαπερνᾷ μιὰ κόκκινη κλωστή, ἕνα μοτίβο – εἶναι καταγγελτικὰ μιᾶς κοινωνίας, ἀνατρεπτικὰ μιᾶς συμπεριφορᾶς, καταδεικτικὰ μιᾶς ὑποκρισίας. Ὅλα καλὰ ἕως ἐδῶ. Νομίζω πὼς εἶναι καιρὸς ὁ Μύρων, (καὶ σὲ συνδυασμὸ μὲ ὅλα τα παραπάνω), νὰ σκύψει λίγο βαθύτερα καὶ νὰ δώσει περισσότερο χῶρο σὲ κεῖνο ποὺ ὀνομάζουμε ὑπαρξιακὴ ποίηση. Ἐδῶ τα πράγματα δὲν εἶναι εὔκολα, ἀλλὰ σὲ πολλὰ ποιήματά του ἀνιχνεύονται ἤδη ἐπιτυχημένες ἀπόπειρες νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν συνείδηση, τὰ διλήμματά της, τοὺς φόβους, τὰ συναισθήματα. Λείπουν ἀκόμη στίχοι γιὰ τὸν θάνατο, τὴν προσωπικὴ μάχη, τὶς συνέπειες μιᾶς ἀπόφασης – πρέπει θὰ ἔλεγα νὰ διευρυνθεῖ ἡ πνευματικὴ διάσταση τῶν πραγμάτων, ἡγούμενος σὲ τούτη τὴν πνευματικότητα ὁ Παπατζώνης καὶ τὸν ἀναφέρω μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ καταλάβετε τί ἐννοῶ καὶ νὰ ἀποφύγω περισσότερη ἀνάπτυξη στὸ θέμα. Ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι κάτι ποὺ τὸ κατακτᾷς σὲ μιὰ μέρα, εἶναι δρόμος πολὺ δύσκολος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ Μύρων ἔχει δυνητικὰ τὶς προϋποθέσεις ἔστω τῆς ἀνίχνευσής του.

Ἄφησα τελευταῖο ἕνα δύσκολο ζήτημα, ἐκεῖνο τοῦ ὁμοιοκατάληκτου στίχου, εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἔχω ἀναφερθεῖ πολλὲς φορὲς στὴν γυμναστική του ἱκανότητα. Σὲ κάποια λιγοστὰ ποιήματα τοῦ Μύρωνα, διακρίνονται ἀπόπειρες μιᾶς ρίμας, ὅμως εἶναι γεγονὸς ὅτι πολλοὶ νέοι ποιητὲς φοβοῦνται τὴν ἀναμέτρηση μαζί της. Ἔχουν ἕνα δίκαιο σὲ τοῦτο – ἡ ὁμοιοκαταληξία περιορίζει, καταπιέζει, πολλὲς φορὲς καταλήγει σὲ ἀφόρητο φορμαλισμὸ ἢ ἀναζήτηση μιᾶς λέξης ποὺ ὁμοιοκαταληκτεῖ μὲ τρόπο σχολικό, ἄνευρο καὶ ἀποτυχημένο. Ὅμως παρόλα αὐτά, νομίζω ὅτι ἀπόπειρες γύρω ἀπὸ τὸ σονέτο καὶ ἄλλες ποιητικὲς μορφὲς εἶναι καλὸ νὰ ἀρχίσουν νὰ ἐπανέρχονται στοὺς νέους καὶ καλοὺς ποιητές μας. Δὲν εἶναι μοναχὰ ὅτι ἔτσι θὰ ἐκπαιδευτοῦν σὲ μία ἀπαιτητικὴ φόρμα ποὺ ἀπαιτεῖ καὶ πλοῦτο λεξιλογίου καὶ αἴσθηση ρυθμοῦ καὶ ὑψηλὴ αἰσθητική, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι ἡ ρίμα στὸ καθεαυτὸ ποιητικὸ ἀποτέλεσμα μπορεῖ νὰ δώσει ἐξαιρετικὲς ποιότητες (ὅταν βέβαια εὐτυχήσει..).

Δύσκολος, πολύ δύσκολος, ὡς ὁ πνευματικότερος τῶν ποιητῶν μας, ὁ ὁρισμός τῆς ὑπαρξιακῆς ποίησης..

Τί ἀπομένει; Μὰ ὅ,τι ἀπομένει δὲν σχετίζεται μέ μᾶς, ἐμένα ποὺ γράφω κι ἐσᾶς ποὺ διαβάζετε, ὅλα τοῦτα εἶναι μοναχὰ ἡ εἰσαγωγή. Ἐμεῖς ἁπλῶς διακρίνουμε στὸν Μύρωνα μιὰ σπίθα, μιὰ φωτιὰ ποὺ κατακαίει καὶ τὸ κάμει μὲ τρόπο ἀρκετὰ ἐπιτυχημένο, μὲ μία σεμνότητα ξένη πρὸς τὴν ἐποχὴ καὶ ποιότητες ποὺ δημιουργοῦν ἐλπίδες. Τὸ ἐὰν ὅλα αὐτὰ θὰ ἐξελιχθοῦν, τὸ ἐὰν ἐτούτη ἡ ποίηση ποὺ ἀκόμη σὲ πολλὰ εἶναι σπερματικὴ θὰ ἐξελιχθεῖ – ἐ, αὐτὸ πιὰ εἶναι θέμα τοῦ ποιητῆ. Ἔρχεται πάντα ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄξιος ποιητὴς πρέπει νὰ ἀποφασίσει. Μπορεῖ νὰ ἐπαναπαυθεῖ σὲ πρόσκαιρες δάφνες καὶ χειροκροτήματα, μπορεῖ γρήγορα νὰ ἐξαργυρώσει μιὰ ἐπιτυχία ποὺ μεταφράζεται σὲ κάποια ἀναγνώριση, σὲ ἕνα χτύπημα στὴν πλάτη. Εἶναι δρόμος εὔκολος, ἀπὸ πεῖρα θὰ πῶ ὅτι ἡ συντριπτικὴ πλειονότητα αὐτὸν ἐπιλέγει νὰ περπατήσει…

Εἶναι βεβαίως καὶ ἡ ἄλλη ἀπόφαση, ὁ στέφανος ἐξ ἀγκαθῶν.. εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ποιητὴς ποὺ γράφει μὲ τὸ αἷμα του, ἐπιλέγει ἂν θὰ ταυτιστεῖ μὲ τὴν ποίησή του, ἂν ἡ ζωή του ἡ ἴδια θὰ ἀποτελέσει προέκταση τοῦ στίχου του, τοῦ στοχασμοῦ, τῆς ἀγωνίᾳς του. Ἐλάχιστοι γραφιάδες περπάτησαν ἐτοῦτο τὸν δρόμο. Οἱ περισσότεροι λείπουν, δὲν μποροῦμε κἄν νὰ τοὺς ρωτήσαμε ἂν ἄξιζε ἡ ἀνηφόρα.

Μποροῦμε ὅμως νὰ κρίνουμε ἀπὸ τὸ ἔργο. Καὶ πράγματι. Ἂν κάτι ἔμεινε πίσω κι ἐπανέρχεται πεισματικὰ κάθε φορά ποὺ μιὰ κοινωνία βυθίζεται σὲ κρίση πνευματική, εἶναι οἱ στίχοι καὶ τὰ κείμενα ἀνθρώπων καταραμένων, ποιητῶν τῆς ἀπέναντι ὄχθης, ἐκείνων ποὺ ἀπαρνήθηκαν τὴν σύμβαση γιὰ νὰ ζήσουν μιὰ οὐτοπία. Ἂν στοὺς καιροὺς τοῦ Καρυωτάκη ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν δρῶσα κοινωνία συνιστοῦσε μιὰ θυσία, σήμερα συνιστᾶ ἐπανάσταση. Στὸ κάτω – κάτω ἡ θλίψη τῆς Πρέβεζας ἀγκάλιαζε τότε πολλούς, ἡ μιζέρια ἦταν διάχυτη ἕνα γύρω, ἡ ὑποκρισία ὁρατὴ μακρόθεν – σήμερα οἱ βιτρίνες λάμπουν σαγηνευτικά, ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἠμπορεῖ νὰ ἀπαρνηθεῖ εὔκολα τὴν λάμψη τους, τὴν ὑπόσχεσή τους;..

Δὲν ξεύρω ἐὰν ποτὲ θὰ ἐκδοθοῦν τὰ ποιήματα τοῦ Μύρωνα ἀπὸ κάποιον ἐκδοτικὸ οἶκο καὶ εἰλικρινὰ λίγο μ’ ἐνδιαφέρει, ἡ ἔκδοση ἔχει πρὸ πολλοῦ πάψει νὰ ἀποτελεῖ τεκμήριο ποιότητας καὶ ἀξίας. Δὲν μ’ ἐνδιαφέρει ἐὰν τὸν Μύρωνα τὸν διαβάσουν δέκα, εἴκοσι, ἑκατὸ ἄνθρωποι, ἂν ἡ ποίησή του ἔχει τὴν μοῖρα κάθε καλῆς ποίησης καὶ ζεῖ μέσα στὴν ἐρημία τοῦ πλήθους, ἄγνωστη, παραμελημένη, ὑποτιμημένη. Ἐκεῖνο ποὺ προσωπικὰ μὲ καίει καὶ πρὸς τοῦτο βέβαια ἡ σημερινὴ παρουσίαση, εἶναι ἐτούτη ἡ καλὴ ἀρχὴ νὰ ἐξελιχθεῖ, νὰ γιγαντώσει, ἡ σπίθα νὰ γενεῖ φωτιά, ὁ στίχος του νὰ φτάσει νὰ γενεῖ ἀλέτρι ποὺ θὰ σκάψει βαθιά, πρωτότυπα καὶ δημιουργικά τὸ ἄγονο χῶμα τῶν γραμμάτων μας. Ἡ ἀγωνία μου εἶναι νὰ δῶ ἕναν ποιητὴ νὰ ξεφεύγει ἐπιτέλους ἀπὸ τὴν σύμβαση καὶ τὴν μετριότητα καὶ ν’ ἀνοίγει δρόμους μοναδικοὺς στὴν λογοτεχνία. Πόσα χρόνια ἔχουμε νὰ τὸ δοῦμε αὐτό, πόσα χρόνια ἔχουμε νὰ πάρουμε ἀνάσα βαθιὰ ἀπὸ μία γερὴ ποιητικὴ παρουσία; Γιατί στὸ τέλος – τέλος εἶναι ἀσήμαντο καὶ καμιὰ σημασία δὲν κουβαλᾷ τὸ ἐὰν ὁ Μύρων, ὁ Κοντόπουλος, ὁ Κωνσταντινίδης πετύχουν, ἀναγνωριστοῦν, δοξαστοῦν, βραβευθοῦν ἢ πλουτίσουν. Τὸ μόνο ποὺ μετρᾶ εἶναι νὰ ἀφήσουν πίσω ἀράδες ποὺ χαράσσουν βαθιὰ τὴν ἀνθρώπινη συνείδηση, στίχο γραμμένο σὲ πέτρα, στοχασμὸ ἱκανὸ νὰ ἀφυπνίσει, νὰ κάψει, νὰ προχωρήσει ἕνα μέτρο παραπέρα τὴν περπατησιὰ τῆς σκέψης καὶ τῆς δημιουργίας.

Θὰ γενῶ κι ἐγὼ συμβατικός, θὰ κλείσω μὲ ἕνα ποίημα τοῦ Μύρωνα ποὺ μ’ ἀρέσει πολύ, πάντα μὲ γοήτευαν τὰ ποιήματα μὲ κήπους. Ἴσως γιατί οἱ κῆποι ἔχουν συνήθως μυστικὲς γωνιές, ἀρώματα, ἀπομόνωση καὶ μιὰ ἐλπίδα ἀναγέννησης μέσα ἀπὸ τὸ βρεγμένο χῶμα.. “Φαντασία”..

Σὰν συμμαζευτοῦν τὰ σύννεφα,

νὰ τοὺς ἀνοίξουμε μιὰ τρῦπα

νὰ πέσουν οἱ κεραυνοὶ

πρὶν ζωντανέψουν.

Νὰ τοὺς γραπώσουμε μὲ τὰ μάτια –

νὰ δοῦμε λίγο παραπέρα.

Ἅ! Τί βάλσαμο!..

Πόσο μαλάκωσαν τὰ μάτια,

πόσα καλοκαίρια βλέπουμε

ἐνῶ κοπανιοῦνται ἔξω χειμῶνες;

Νὰ κρατήσει κι ἄλλο ἡ μαγεία αὐτή!..

Νὰ τὴν κρατήσουμε κι ἄλλο τὴ μαγεία αὐτὴ,

σ’ ἕναν κῆπο νὰ τὴ φροντίζουμε,

ν΄ἀνθίσει…

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.tasakos.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CF%8C-%E1%BC%80%CF%86%CE%B9%CE%AD%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1-%CF%83%CF%84%E1%BD%B8%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE-%CE%B5-%CE%BC%CF%8D%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B1/

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Ο ποιητής

Ἐν ἀρχῆ ἦν ὁ λόγος ο πρώτος
Το κλάμα
Και εν τέλει ο λόγος
ο καταληκτικός
κραυγή και αυτός

Εγώ, ο από το πουθενά ερχόμενος
και ο που στο πουθενά θα τερματίσω
Χωρίς εξαίρεση

Θα ιστορήσω με λόγια γλυκά και σχήματα
Τα ανιστόρητα
Τα παιχνίδια της φθοράς
της κοινής λογικής
που ποτέ κοινή δεν ήταν
Αδελφοποιητός των αρχαίων αιώνιων νεκρών
των δικών μου και όλων
των αχράντων μυστηρίων
εξερευνητής
Των πηγών ποντοπόρος
ο πανταχού διεισδύων
και δέκτης
των υπερήχων φωνών
αοράτων πλασμάτων
αδελφός προφητών
και κακούργων

Αναβλύζω από της θάλασσας
τον άηχο βυθό
απολογητής των δεινών
ο ξεπλένων τις αμαρτίες του κόσμου

Εγώ, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης
ανεβοκατεβαίνω στο σταυρό
υποβαστάζοντας τον αδελφό μου
τους αδελφούς μου
Ο κατέχων τα όπλα
αγχέμαχα και εκιβόλα
Ο κατέχων και μοιράζων τους χιτώνες
όλους
μηδέ του κενταύρου Νέσσου εξαιρουμένου

Το πρόβατο που
φυλάγει τους λύκους

Εγώ ο ποιητής
Ο υπέροχος αιώνια αθάνατος νεκρός

*Από τη συλλογή “Η Πλατεια των Ταύρων”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2017.