Πάνος Ιωαννίδης, Δύο ποιήματα

Υπόγεια Νερά

στο πνεύμα μου κυλάνε
υπόγεια νερά
σε δίκτυα μυστικά μουλιάζουν τις σκέψεις
συναντούν πρόσωπα
αγαπημένα που θέλησαν να χαθούν
στους καταρράκτες τους οι λέξεις μου
παίρνουν μορφή και νόημα
ακολουθώντας σημάδια διαλεγμένα
από παραμύθια που ζήτησαν να μην ακουστούν

μεγάλη ψεύτρα η μνήμη
ξεχνάει ότι της κόβει την ανάσα
θυμάται ότι θυμίζει το ίδιο της το αίμα

φοβάται όμως
της αλάξευτης πέτρας την ορμή
που χρόνο δεν μετράει ούτε σκουριά μαζεύει

***

Το Καπέλο

μνήμη Θεόφιλου Πασχαλίδη

στον δρόμο του απογεύματος
καπέλο πέταξαν
πνοές του ανέμου
στου μνήματος την ταραχή

ήσυχα το καπέλο έγινε
βάζο για λουλούδια
και όσοι νωρίς μας άφησαν
έζησαν την στιγμή

η Άνοιξη ξεχάστηκε
και είπε του Ουρανού
πίσω να τους στείλει
και κείνος χαμογέλασε
λες και ήτανε παιδί

μα το καπέλο χάθηκε
απ’ των ματιών την πλάση
λεξούλα πήγε και έγινε
στο χέρι του Ποιητή

Advertisements

Κώστας Δεσποινιάδης, από τη συλλογή “Ζέλμπα”


———————-

Δεν αξίζουν τον χαμό μας τα εγκόσμια

θρήνος και κοπετός
στους τέσσερις ανέμους
διασκορπισμένα δάκρυα
πληγές του σώματος

για ποιον, για τι
για λίγο φως

στα έγκατα της ύπαρξης

απεγνωσμένοι ήρθαμε
απεγνωσμένοι πάμε

τα μάτια σου, τα μάτια σου
μην μου τα ξανακλείσεις

Γρηγόρης Σακαλής, Απολογισμός

Μια νύχτα θυμωμένος
με όλους
με όλα
με τον εαυτό μου
άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί
κι έπινα ξεροσφύρι
σε μια γωνιά
σ΄αυτό το δωμάτιο
που μου έλαχε να ζω
είδα όλη την ταινία
της ζωής μου απ΄την αρχή
ποιοί μου φταίξανε
σε ποιούς έφταιξα
βρήκα πως οι δικοί μου άνθρωποι
ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα
κι απ΄αυτούς
οι μισοί είχαν πεθάνει
φίλοι μόλις και μετά βίας
ένας- δυό
κι άπειροι γνωστοί
τα κατά συνθήκην χαμόγελα
οι γυναίκες με αγάπησαν
με σύμβαση ορισμένου χρόνου
κι ας τις αγάπησα για πάντα
φτωχός ο απολογισμός μου, σκέφτηκα
μα η φλόγα μέσα μου
ακόμα καίει.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δύο ποιήματα

ΟΡΓΗ

Σηκώθηκες ορμητικά.
Σπίθες πετούν τα μάτια σου,
τα χείλη σου φωνάζουν,
το πρόσωπο σκοτείνιασε
και σμίξανε τα φρύδια.
Ηφαίστειο βράζει μέσα σου ο θυμός
και δεν θα σταματήσει,
όσο θα υπάρχει πόλεμος,
όσο θα υπάρχει φτώχεια.

***

ΘΥΣΙΑ

Δουλεύουν μπρος στη μηχανή,
μοιάζουν δεμένοι με σχοινί,
δεν γνώρισαν αργία.
Ήτανε λίγα τα λεφτά,
πολλά προβλήματα, καυτά
και βγήκαν σ’ απεργία.

Μέρες περάσανε πολλές,
κραυγές ακούστηκαν τρελές,
πείνα και προδοσία.
Οι δουλευτές δεν σταματούν,
πίσω δεν κάνουν, προχωρούν
και γίνονται θυσία.

Ζακ Πρεβέρ, Δύο ποιήματα

ΚΑΠΟΙΟΣ

Ένας άνθρωπος βγαίνει από το σπίτι του
Πολύ νωρίς το πρωί
Είναι ένας άνθρωπος λυπημένος
Αυτό δα φαίνεται στο πρόσωπό του
Ξαφνικά βλέπει ένα παλιό καταλογάκι τηλεφώνων
Σ’ ένα σκουπιδοντενεκέ
Το τινάζει λίγο και το φυλλομετράει μηχανικά
Μένουν τα πράγματα όπως είναι δεν αλλάζει τίποτε
Αυτός ο τόσο λυπημένος άνθρωπος
Λέγεται Μαλακίδης
Γι’ αυτό είναι τόσο λυπημένος
Φυλλομετράει
Φυλλομετράει συνέχεια
Κάποτε σταματάει
Στο γράμμα Μ
Φτάνει στη στήλη ΜΑ-
Τότε το λυπημένο βλέμμα του φωτίζεται
Γεμίζει από χαρά Κανείς
Πραγματικά κανείς δεν έχει το ίδιο όνομα
Είμαι ο μόνος Μαλακίδης
Ψιθυρίζει μέσ’ από τα δόντια του
Πετάει το βιβλιαράκι
Τινάζει και τη σκόνη από τα χέρια του
Και συνεχίζει πια
Περήφανος το δρόμο του.

***

ΕΝΑ ΟΜΟΡΦΟ ΠΡΩΙΝΟ

Κανέναν δε φοβόταν
Τίποτε δε φοβόταν
Αλλά ένα πρωινό ένα όμορφο πρωινό
Του φάνηκε πως είδε κάτι
Όμως είπε «Δεν είναι τίποτε»
Και είχε δίκιο
Με τη δική του λογική χωρίς αμφιβολία
Δεν ήταν τίποτε
Όμως το ίδιο εκείνο πρωινό
Του φάνηκε πως κάποιον άκουσε
Και του άνοιξε την πόρτα
Μα την ξανάκλεισε «Κανένας είπε»
Και είχε δίκιο
Με τη δική του λογική χωρίς αμφιβολία
Δεν ήτανε κανείς
Και ξαφνικά φοβήθηκε
Κατάλαβε πως ήταν μόνος
Ή μάλλον όχι μόνος εντελώς
Και τότε είδε
Το Τίποτε μπροστά του
Αυτοπροσώπως.

*Από το βιβλίο “Ζακ Πρεβέρ, Θέαμα και ιστορίες”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2002. Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης.

Κατερίνα Γώγου, 25 Μαΐου

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα  
 
και θα βγω στους δρόμους  
 
όπως και χτες.  
 
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά  
 
ένα κομμάτι από τον πατέρα  
 
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα  
 
-αυτά που μ’ άφησαν-  
 
και την πόλη.
Την πόλη που τη σάπισαν.  
 
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.  
 
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα  
 
ίσα ολόισα στη φωτιά  
 
και θα μπω όπως και χτες  
 
φωνάζοντας “φασίστες!!”  
 
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες  
 
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο  
 
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.  
 
Θ’ ανοίξω την πόρτα  
 
και είναι -όχι πως φοβάμαι-  
 
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα  
 
και πως εσύ πρέπει να μάθεις  
 
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο  
 
χωρίς όπλα όπως εγώ  
 
-γιατί εγώ δεν πρόλαβα-  
 
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ  
 
“έτσι”  “αόριστα”  
 
σπασμένη σε κομματάκια  
 
από θάλασσα, χρόνια παιδικά  
 
και κόκκινα λάβαρα.  
 
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα  
 
και θα χαθώ  
 
με τ΄όνειρο της επανάστασης  
 
μες την απέραντη μοναξιά  
 
των δρόμων που θα καίγονται,  
 
μες την απέραντη μοναξιά  
 
των χάρτινων οδοφραγμάτων  
 
με το χαρακτηρισμό
-μην τους πιστέψεις!-  
 
Προβοκάτορας. 

Ζήσης Αϊναλής, Από τη “Μυθολογία”

Παίζοντας με τα χρώματα μηνός φθινόπωρο ουρανό
το μαύρο φίδι σάγμα
να σέρνεται στις λάσπες τη βροχή
να φτύνοντας τα δόντια σου φυτρώνοντας
πυρίπνοα λιοντάρια η χίμαιρα φίδι ουρά
που πίσω σου κοντά
μη φτάνοντας τα χέρια
μέσα στα σωθικά σου μάτια
γυρίζοντας που κλώθοντας
τ’ αδιάλυτα σκοτάδια
τροφή στα δόντια το κορμί
νύχια ξερνάς τα σπλάχνα

***

Τώρα τα κλάματα των χαμένων παιδιών
μέσα το δάσος που πέφτουν τα φύλλα
αδύναμες κραυγές μικρές παγιδευμένες
χορεύοντας οι σκιές τριγύρω που μεγαλώνουν τ’ άστρα
σκοτεινά πλάσματα το σκοτάδι κυκλώνοντας
αόρατα μάτια που να κυνηγώντας
ασθμαίνοντας οι φωνές πεθαμένοι κορμοί
τρεκλίζουν τα πόδια που ματώνοντας τη στιγμή
λαχανιασμένες αναπνοές κόβοντας την ομίχλη πυκνή
και μες το βάθος της λίμνης σκοτεινής
τ’ αντικαθρέφτισμα πνιχτή απειλή
και μες τα φύλλα τα πουλιά σιωπή
χειμώνας

***

Κρατώ τα μάτια μου ένδικα μες τον μεσόγειο χρόνο
μιαν όραση πολυπριαματική που μεγεθύνοντας τον πόνο
μιαν αίσθηση ιδιώνυμη οδύνης μες τον τόπο
κι έπειτα σύδεντρο σαλός καρνάβαλος ξωκλήσι σ’ ένα λόφο
τόσα χαμένα γυναικεία κορμιά ονείρωξη φαντάσματα
τα προσωπεία χρυσά
κι οι πέτρες μαύρες στίλβοντας έναν γιγάντιο ήλιο
κι οι αστρολάβοι θάλασσα να ξεδιπλώνοντας γοργόνες μες
τη νύχτα
το άδειο δέρας τζίτζικας καμένοι ελαιώνες
όπου κι αν πήγα όπου κι αν γύρεψα
κατατεμαχισμένος μόνος
ποια θαλασσα ποιο φως παραίσθηση κρατώ
τα μάτια μου ένδικα στον ενδοφλέβιο πόνο

*“Μυθολογία”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2013.