Άρης Τσιούμας, Δύο ποιήματα

Ο Βασιλιάς

Βασιλιά έχουν οι χώρες
που διαθέτουν αποικίες,
σαν αυτοεκπληρούμενη
προφητεία

δικαιούνται βασιλιά,
αφού έχουν υποτακτικούς

κι έπειτα αφού υπάρχει βασιλιάς,
κάποιος δεν οφείλει να υπακούει;

***

Άναρχος

λέγανε
να κυβερνήσουν οι πολιτικοί,
να κυβερνήσουν οι τεχνοκράτες,
να κυβερνήσουν οι έμποροι,
οι καλλιτέχνες,
οι φιλόσοφοι,
οι παπάδες κι οι ιερείς

είπαν
να κυβερνήσει ο στρατός,
να κυβερνήσει ο τρελός,
να κυβερνήσει ο φτωχός,

έτσι λέγανε…

μια φωνή είπε:
όποιος κυβερνήσει
δεν θα ‘ναι καλλιτέχνης
δεν θα ‘ναι φιλόσοφος,
δεν θα ‘ναι φτωχός

θα είναι κυβερνήτης
πια
ΚΑΤΩ ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

οι άλλοι
σήκωσαν τους ώμους
κοιτάχτηκαν αμήχανα
μόνο για μια στιγμή

κατόπιν
τον έβρισαν
αναρχικό

κι εξακολούθησαν

λέγανε

να κυβερνήσουν οι πολιτικοί,
να κυβερνήσουν οι τεχνοκράτες,
να κυβερνήσει ο λαός…

*Από το βιβλίο «σπαράγματα φόνων», Εκδόσεις Ναυτίλος, Φεβρουάριος 2017.

Advertisements

Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Μολύβι αντί βελόνας

Λέξη λέξη πλέκω το ποίημα.
Γράμμα γράμμα ανασύρω τις λέξεις, τη μία μετά την άλλη.
Μολύβι αντί βελόνας.
Παίζω με τα χρώματα, την υφή και το σχέδιο.
Αποφασίζω, ποίημα ή ιστορία.
Λέω, ωδή ή χρονογράφημα.
Σας ντύνω, σας στολίζω, σας ζεσταίνω με λέξεις
σφιχταγκαλιασμένες.
Τι χρώμα να έχει το ποίημα;
Ποια η περίσταση;
Μαύρο για το πένθος.
Κόκκινο για τον έρωτα.
Πράσινο για την ελπίδα Πορτοκαλί για τη χαρά.
Κι αυτή η άνοιξη δεν λέει να μας λυπηθεί.
Κι αυτή η αγάπη
μάς έχει πάρει από φόβο.

***

Το αληθινό νόημα

Ως την άκρη της κάθε μέρας περπάτησα
για να σας φέρω το αληθινό νόημα.
Αυτό που είχα οριστεί να σας διαδώσω.
Αυτό που θα σας έσωζε από την απελπισία.
Αυτό που θα σας έκανε να χαμογελάσετε
και να ομολογήσετε ανακουφισμένοι:
Ναι, μάλιστα, γι’ αυτό αξίζει να ζούμε.
Αλλά δεν το βρήκα. Με συγχωρείτε.
Δεν το ήθελα. Πρέπει να με πιστέψετε.
Ξέρω τώρα θα με κατακρίνετε
και θα λέτε πως δεν κρατάω τις υποσχέσεις μου.
Πως άδικα με εμπιστευτήκατε
και περιμένατε ανυπόμονοι,
γιατί η ζωή σας είχε σταματήσει
και θέλατε να τη συνεχίσετε.
Μόνο εσείς ξέρετε πόσο θέλατε.
Δηλαδή τι σας λέω τώρα;
Ότι πρέπει να ζήσετε πλέον χωρίς νόημα;
Ή ότι το νόημα δεν είναι ένα;
Ή ότι κακώς με διορίσατε;
Τι κάνω λοιπόν; Παίζω μαζί σας;
Σας στερώ από τις ελπίδες σας,
Ναι, ναι. Καλά με καταλάβατε. Αυτό κάνω.
Σας στερώ από τις ψεύτικες ελπίδες σας.
Πώς μπορώ και σας το κάνω αυτό;
Μπορώ γιατί εσείς δεν μπορέσατε.
Και μην ξεγελιέστε,
δεν δίνω δεκάρα για την υπόσχεση που σας έδωσα.

*Από το βιβλίο «Ένα γυμνό κρεμμύδι», Εκδόσεις των Άλλων, 2016.

Αλφονσίνα Στόρνι, Τρία ποιήματα



ΦΟΒΟΣΟΥΝ ΤΗ ΘΝΗΤΗ ΜΟΥ ΣΑΡΚΑ

Φοβόσουν τη θνητή μου σάρκα και μέσα της έψαχνες
την αθάνατη ψυχή. Για να τη βρεις, μου άνοιγες
πληγές μεγάλες με λέξεις σκληρές.
Τότε έγερνες πάνω τους εισπνέοντας,
φριχτέ, την οσμή του αίματος μου.

***

ΤΑΞΙΔΙ

Σήμερα το φεγγάρι με κοιτά
αχανές και λευκό
Είναι το ίδιο με χθες,
το ίδιο με αύριο.
Όμως είναι ένα άλλο που ποτέ
δεν ήτανε τόσο μεγάλο και χλωμό
Τρέμω όπως τα φώτα
τρέμουνε πάνω στα νερά.
Τρέμω όπως στα μάτια
συνήθως τρέμουν τα δάκρυα
Τρέμω όπως στις σάρκες
ξέρει η ψυχή να τρέμει.
Α, το φεγγάρι κουνά
τα ασημένια χείλη του.
Α, το φεγγάρι που είπε
τις τρεις παμπάλαιες λέξεις
«Θάνατος, μυστήριο αγάπη»,
Α, λιώνουν οι σάρκες μου.
Πάνω σε σάρκες νεκρές
κυρτώνει η ψυχή μου.

***

ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ

Τη νύχτα ετούτη δυο λέξεις συνηθισμένες
μου ψιθύρισες στ΄ αυτί… Δυο λέξεις, κουρασμένες
επειδή ειπώθηκαν. Λέξεις που γίνηκαν
στην παλαιότητά τους ολοκαίνουργιες.

Δυο τόσο γλυκές λέξεις που καθώς η σελήνη
γλιστρούσε μέσα απ’ τα κλαδιά
στο στόμα μου σταμάτησε. Τόσο γλυκές λέξεις
που πασχίζω να μείνω ακίνητη, μη γκρεμιστεί
ένα μυρμήγκι που κάνει βόλτες στον λαιμό μου.

Δυο τόσες γλυκές λέξεις -που χωρίς να θέλω λέω:
ω, τι όμορφη η ζωή!
Τόσο γλυκές και τόσο καθησυχαστικές
που αρωματικά έλαια στο κορμί μου απλώνονται.

Τόσο γλυκές και τόσο όμορφες
που νευρικά, τα δάχτυλα μου
πάνε προς τα ουράνια όμοια με ψαλίδια.
Αχ, τα δάχτυλα μου θα ήθελαν
να κόψουνε αστέρια!

*Από το βιβλίο “Αλφονσίνα Στόρνι, Ποιήματα”, Εκδόσεις Θράκα. Μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας.

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Δέκα χαϊκού

A
Εδώ σου γράφω
τα δε θέλει σου φέρει
ο ταχυδρόμος

Β
Amour
Βροντή μπροστά σου
του μενεξέ το μύρο
Κάϊντ ΄Αλη dixit.

Γ
Άλφα της Άρκτου
πέντε φορές απάνω
η Τραμουντάνα.

Δ
Ακρόπολη
Πέτρινη κόρη
σου χτύπησε καλέμι
το χαμογέλιο.

Ε
Πήρε τ’ αγκίστρι
συναγρίδα που φεύγει
κι ακόμα φεύγει.

Ζ
Ψηλά στη στέκα
Παρασκευή Μεγάλη
κρεμιέται ο φάντης.

Η
Μέρα στ’ αυλάκι
της δωρικιάς κολόνας
πού ταξιδεύεις;

Θ
Απριλομάης
κάτω στον πλαταμώνα
το χέλι φεύγει.

Ι
Ασημωμένο
στα πελαγίσια βάθη
θα ζευγαρώση.

Κ
Όλβιος όστις
μπαίνει στην κοίλαν χθόνα
ιδών εκείνα.

*Από τη συλλογή “Αλφαβητάρι 1969”, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2014.

Πέτρος Θεοδωρίδης, Τρία ποιήματα

Έργο Πάμπλο Πικάσσο

διάγνωση

«Κυρία μου, -είπε ο ψυχίατρος-
το αγοράκι σας δεν έχει τίποτα.
Και δεν διέγνωσα καμία ψυχικά ασθένεια.
Μόνο μια κάποια τρωτότητα,
Να! είναι που δεν αντέχει,
αυτά τα ψιθυρίσματα στο σκοτάδι, τις σκιές, το
θρόισμα των φύλλων, τους μυριάδες πεθαμένους να
μιλούν και τα αστέρια, τα πετούμενα, τους πελαργούς
των άλλων κόσμων, τις νεράιδες, τις μυρωδιές της
άνοιξης, τα δίδυμα φεγγάρια, την χαρά,
είναι
που μες τις φλέβες του κυλά γάργαρο αίμα, είναι η
αγάπη που δεν αντέχεται, κυρία μου,
είναι που ολοζώντανο το είναι του ξεσπά, κυρία μου,
είναι η αγάπη που κυλά σαν το ποτάμι, η αγάπη…
Γι’ αυτό ξυπνά τα βράδια με εφιάλτες: Είναι που δεν
αντέχει την Αγάπη…»

***

Ο θνητός της Ιστορίας

Σου τό ’λεγα –κι εσύ επέμενες πως ήμουν άγγελος
Είχες δει στη πλάτη μου φτερά,
Μα όχι -σού ’πα- είναι μια εξόστωση,

Ίσως μετατρέπομαι σε δεινόσαυρο,
Σα μία μεταμόρφωση του Κάφκα

Στο είπα: δεν είμαι άγγελος,
Οι άγγελοι δεν πονάνε -εγώ πονώ-

Σου είπα, δεν είμαι άγγελος.
Μη κοιτάς που κάποιες φορές δακρύζω,

Έξαλλου δες: έχω σώμα,
Δεν είμαι καθαρό πνεύμα,
Γερνώ και πεθαίνω λίγο-λίγο,
Κι αρρωσταίνω: δεν είμαι άγγελος.

Πονώ όταν πεθαίνει η χώρα μου,
Όταν σαπίζει σαν πληγή,
Στό ’πα δεν είμαι άγγελος: Οι άγγελοι δεν πονάνε.

Είμαι ένας κοινός θνητός: Ο Θνητός της Ιστορίας
Δεν ξέρω γιατί μ’ έστειλαν εδώ
Δεν ξέρω γιατί με έβαλαν φύλακα στην πύλη
«-Προοριζόταν για σένα
-Σε λίγο θα την κλείσω…»

Δεν έχω μνήμη ούτε έχω λησμονήσει
Όμως, δεν είμαι άγγελος σου είπα
Είμαι –όπως άλλοι χιλιάδες-
ο Θνητός της Ιστορίας,

Κι αν καμιά φορά πετώ σαν άγγελος
Είναι μονάχα στα όνειρά μου….

***

Κατάσταση πραγμάτων

Να, που βρεθήκαμε ξανά, εντός του μέλλοντός μας
Ασθμαίνοντας, σαν ρινόκεροι σε μάχη,
Στον αγριότοπο του παρόντος,
Με τα μάτια ερμητικά ορθάνοικτα,
Ανήμποροι –όπως πάντα–
Σ’ αυτήν την ολοφώτεινή μας νύχτα,
Σ’ αυτό το σκοτεινό ξημέρωμα,
Στο θρόισμα του ανέμου,
Στο κύμα,
Παγιδευμένοι στην επιφάνεια ενός καθρέφτη,
Στο αιχμηρό μεταίχμιο των αιώνων.

*Από τη συλλογή “Όταν συναντηθούμε ξανά”, Θεσσαλονίκη 2014.

Νίκος Σφαμένος, Ο φοβερός Αττίλας

ήταν ανελέητος
εξόντωσε τον
αδελφό του και
όλα είχαν αρχίσει
η αγριότητα του
δεν θα έφευγε
ποτέ
τον έλεγαν
«η μάστιγα του Θεού»
οι ικεσίες τους
πάντα μάταιες
καθώς εκείνος
ισοπέδωνε πόλεις
διέλυε στρατούς
δημιουργούσε αυτοκρατορίες
για να πεθάνει
από μια αιμορραγία
στη μύτη

Πάνος Ιωαννίδης, Το Όπλο του Ποιητή

καθώς βάδιζα αμέριμνος
μέσα στη βροχή
έπεσα πάνω του

το βλέμμα μου αντίκρισε ξαφνικά
το μοναδικό του μάτι
ήταν σκοτεινό χωρίς κόρη
ενώ η ίριδα στραφτάλιζε στο βάθος
σαν ζωή έτοιμη να χαθεί ανά πάσα στιγμή
για κάτι που δεν πιστεύει αλλά το ζει

το όπλο με κοίταξε με τη σειρά του
έχω τόσα να σε ρωτήσω είπε
αλλά δεν προλαβαίνουμε
οφείλω να σε πάρω μέσα μου
είναι στη φύση μου μη με παρεξηγείς
εκτός και αν με κάνεις δικό σου

μελάνι έχω μπόλικο αποκρίθηκα
χύνεται στου ποταμού την όχθη
όμως για σφαίρες έχω λέξεις
θα σε γεμίσω και θα χτυπάς
στο ψαχνό των στιγμών

το όπλο εκπυρσοκρότησε
από την ταραχή του
και η σφαίρα έγραψε στο χέρι μου
τη μοίρα του ποιητή

*Από τα “Ποιήματα της στιγμής και άλλες ουτοπικές ιστορίες”.