Αντώνης Στασινόπουλος, Πέντε ποιήματα

Αντίσταση

Μη μας πάρουν την ψυχή
οι οθόνες
οι υποσχέσεις για ευδαιμονία
οι άδειες ειδήσεις
τα περιτυλίγματα
οι γνωστές διαδρομές.
Μην αλώσουν την ψυχή μας
οι στρατιές
οι κατασκευασμένοι εχθροί
οι μονόλογοι των αρπακτικών
ο φόβος του άλλου
η ασφάλεια της παραίτησης.

***

Μονόλογος

Σιωπηλός παρέα μ’ ένα ποτήρι κρασί.
Μεσημέρι,
στα διπλανά τραπέζια
απορροφημένοι οι θαμώνες
στις κουβέντες τους.
Μονολόγησες:
“Μ’ έκλεισαν στην αντίπερα όχθη χωρίς να με ρωτήσουν.
Μου αρνήθηκαν την αγάπη.
Ξέρεις τι είναι να μην έχεις ένα χέρι να σ’ αγγίξει
να νιώσεις τη ζεστασιά;”
Σ’ έπιασε το παράπονο
ήπιες λίγο και ξαναείπες:
“μ’ έκλεισαν στην αντίπερα όχθη χωρίς να με ρωτήσουν”.

***

Το βρέφος

Κρατώ
ένα βρέφος στο δεξί μου χέρι.
Ξαφνικά
σαν αέρας
σαν χέλι μου γλιστρά
κατά κάτω
προς το βάραθρο.
Πετρωμένη η μητερα
με κοιτάζει
από το χάσμα.
Προτού με πλημμυρίσουν
οι κραυγές
απλώνω το άλλο μου χέρι
δένω το βρέφος στο κορμί μου.
Η ψυχή μου γαληνεύει.

***

Μονοπάτι

Φορτίο βαρύ.
Πόσο θ’ αντέξω;
Ανοίγω μονοπάτι
για την πόλη των ιδεών.
Θα τα καταφέρω;
Ωστόσο η προσπάθεια
δίνει νόημα στο παρόν.

***

Δραπέτης

Και θα σβήσω
σαν τα ίχνη κιμωλίας στον πίνακα.
Με περιτριγυρίζουν σκιές.
Θ’ αφεθώ στης φαντασίας το κάλεσμα
δραπέτης
πολιτείας αιχμάλωτης.

*Από τη συλλογή “μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.

Γιώργος Δάγλας, Τρία ποιήματα

Πολλές φορές, τι βάσανο να τις μετράω,
τελειώνουν τα τσιγάρα
κι έρχοντ’ οι φίλαθλοι
ορδές π’ ανεβαίνουν τη λεωφόρο
με γκόμενες, φίλους κολλητούς απ’ το γυμνάσιο
(Πεδίο Άρεως – Σόνια – Αβέρωφ)
εκεί κάπου θα ενωθεί με το πλήθος ο Αντώνης Ταβάνης
σαραντάρης τώρα, με την επιχείρηση και τα ποιήματα
αγκαλιά
και που μέλλεται λίγο παραπάνου να συναντηθεί με το μπλοκ
των καρκινοπαθών του Αγίου Σάββα να ορμήσουν χωρίς
εισιτήρια στη θύρα 7
(Περιστέρι – Οργάνωση Βάσης Αμπελοκήπων – Εξάρχεια).
Έρχονται οι φίλαθλοι με κάτι κέρματα κομματιασμένα
να μας υποστηρίξουν.

***

Νεαροί μου αλκοολικοί
κάντε χώρο
στις κινητές διαφημίσεις.
Χάσατε.

***

Υπάρχουν κι άλλοι
που βλέπουν τον ήλιο με ραβδώσεις.
Λένε πως ο Απόλλων αυνανίζεται
ή ο Δίας ρίχνει βόμβες μολότωφ στις γυναίκες της Ανάφης.
Κι άλλοι
που διαμαρτύρονται για τα επιτόκια
και το πικάπ του γείτονα.
και λίγοι κρυμμένοι στυς μητροπολιτικούς ναούς
και τα πάρκα
που κάθε τόσο
περνάνε μια θηλιά στο λαιμό της κοινωνίας
και κλωτσάνε την καρέκλα.

*Από τη συλλογή “Η μέρα των φωταγωγών”, 2η έκδοση, εκδόσεις Φίλντισι.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Απελεύθερη
 
Γυρεύω κι εγώ μια ψυχή κεκτημένη
να φύγω από τη δουλοσύνη του έρωτα
έχω μαζέψει πληρωμές άλατος, σε μήκη αλυκών
όπου πουλιά φλαμίνγκο με ξεπέρασαν στα κάλλη
κι αυτός ακόμα να ξυπνήσει από το λήθαργο
λες και η ζωή βαστάει στα χέρια της παρασάγγες
λες κι αύριο θα εφαρμόσει ένα σχέδιο
που εδώ και χρόνια έχει κατά νου
και που θα ξεσκεπάσω πριν το δέσει ο νους του…

*Από τη συλλογή “Αγίου Ηλίου του Νοτίου” (2016).

***

Όλη νύχτα η λέξη σου λέει
με λεπτομέρειες την καταγωγή της
στην οικουμένη που ξεχνά,
πετρώνεται στη στοιχειοθεσία
μια λέξη που είπες κάποτε
και σ’ έσωσε,
μια λέξη που ζητάς που σου μιλά ωστόσο
αν και την ξέχασες
σ’ ένα γυμνό από αφίξεις σταθμό
όπου δεν σταμάτησαν για σένα
ποτέ τα τραίνα

*Από τη συλλογή “Ποιήματα μιας αντίθεσης” (2015).

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Περίπου έτσι διασχίζουμε τις χάρτινες βδομάδες:
μ’ ένα γέλιο που μας το προσφέρουν
οι νεράιδες των περιοδικών
με την καρδιά εγκλωβισμένη.
Τα δίχτυα δεν πιάνουν μόνο ψάρια
συλλαμβάνουν και τη σκέψη
τη στιγμή της προσπάθειας
για μια στάλα φρέσκο παρόν.
Το πεύκο στο δρόμο
μου μίλησε με ύφος παρκλητικό,
λίγη σκιά ζητούσε να προσφέρει στους περαστικούς.

Βουνά στάχτης από νεκρές υποσχέσεις
μια άνοιξη ουδέτερη
αισθήματα σκορπισμένα μ’ αδιαφορία.
Αυτ’ή όμως η πόλη
τι γύρευε έτσι απρόσκλητη;
Μήπως έψαχνε το τελευταίο σημάδι
για ν’ αποδείξει την ομορφιά της;
Οι λίγες καθαρές αυλές και το σπίτι
που χάσκει εδώ κι αιώνες
τα ντεμοντέ ρούχα που εφαρμόζουν τέλεια
σε σώματα ταλαιπωρημένα
είναι τα τελευταία σημάδια της ομορφιάς.
Οι καθρέφτες ήδη άρχισαν να σπάνε…

*Από τη συλλογή “Ανάπηροι δρομείς”, εκδ. Στοχαστής 2012.

***

ΚΟΡΙΤΣΙ

Μαζί ψηλαφίζαμε τα όμορφα απογεύματα
ρίχνοντας τα πέπλα της άνοιξης στ΄ απόκρυφα δειλινά τους
ζωγραφίζοντας τους ουρανούς με την ανάσα
της Αναγέννησης,
όλα μια χούφτα δροσιά χωρίς περιττές λεπτομέρειες
και τα λιβάδια πελώρια πανέρια άγουρων λουλουδιών.
Θυμάμαι τα βιαστικά πουλιά να σέρνουν τον επικήδειο
στη φθορά και στη φοβία, εκείνη τη νύχτα
που με αυθόρμητες χειρονομίες σκάβαμε το μέλλον
απρόθυμοι να υπακούμε στους χρησμούς της Πυθίας
και το πρωί η ιδια μαρτυρία του ήλιου:
ό,τι και να φανεί τα χαράματα δεν έχει αξία.

Ακόμη σε θέλω κορίτσι της νύχτας.
Ξέρω πως τα ρυάκια σκόνταψαν στην πηγή σου
οι πειρατές βούλιαξαν απ’ την τρικυμία των ματιών σου
και παραπέρα, σύμβολα και μυστικά κρεμασμένα
στο κατάρτι του κορμιού σου κι ένα αστέρι
ν’ ακρωτηριάζεται καθώς σε άγγιξα
κορίτσι της χαλασμένης πλάστιγγας και τς διασποράς.

*Από τη συλλογή “Ο σκοπευτής της μνήμης”, εκδ. Στοχαστής 2013.

Θάνος Πάσχος, «Φως οδυνηρό»

Ελένη Χωρεάνθη

Φως οδυνηρό επιγράφεται η καινούρια ποιητική συλλογή του Θάνου Πάσχου, το χαρακτηριστικό εξώφυλλο της οποίας κοσμεί «λεπτομέρεια από το γλυπτό του Αντόνιο Κανόβα: Μετανοούσα Μαγδαληνή».

Ο Θάνος Πάσχος είναι φιλόλογος και παράλληλα ένας συνειδητοποιημένος ποιητής. Επιβάλλεται με την αλήθεια και την ποιότητα του συγκροτημένου και τέλεια συναρθρωμένου, καθαρού, τίμιου, γνήσιου ποιητικού λόγου. Αν και έχει δώσει στη δημοσιότητα δύο μόνο ποιητικές συλλογές, δεν μπορείς να μη δεις την ωριμότητα που χαρακτηρίζει τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τη λέξη, τον ρυθμό, το ερέθισμα στη δομή του στίχου – και μάλιστα γράφοντας ερωτική ποίηση που δονείται, διακριτικά ωστόσο, εσωτερικά, από τον παλμό του πάθους που τον διακατέχει και ορίζει τα όρια και τις απαρχές της ποίησής του.

Όσον αφορά την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Έρως ονειρευμένος, περιλαμβάνει πενήντα δύο συναισθηματικά φορτισμένα, εύρυθμα ποιήματα, γραμμένα για την «Ελένη» του, είναι ένας σιγαληνός, αδιάπτωτος και αδιάλειπτος ύμνος στο σώμα της αγαπημένης του:

Σώμα που έγινες πουλί εξαπτέρυγο σαν άνεμος
μια αστραπή αμείλικτη
στη χώρα της ανατέλλουσας σιωπής…

Ένας διάχυτος λυρισμός κάνει το ποιητικό τοπίο εύγλωττα χαριτωμένο:

Το πιο ωραίο σημείο στον κόσμο
είναι το χαμόγελό σου
που ζει
και αιωρείται μέσα μου.

Είναι ο τρυφερός παλμός, η διακριτική αισθησιακή δόνηση που δημιουργεί το ερωτικό γεγονός και δίνει νόημα στον στίχο:

Στο βάθος του χρόνου
τα σώματα
δύο αγνύθες κρεμασμένες
απ’ τον ουρανό.
Οι ώρες το ριζικό του κόσμου υφαίνουν.

Φως οδυνηρό Θάνος Πάσχος Γαβριηλίδης

Υπάρχει παντού μια ερωτική χαρά, μια ευδαιμονία όταν «η σιωπή […] αστράψει από φιλιά και γεμίσει αρώματα από τους κάλυκες της αυγής» ακόμα κι εκεί που παραμονεύει «το αθεράπευτο πεπρωμένο»,

…η ζωή ξεφεύγει από το χωμάτινο κέλυφος…

Κι ο ποιητής καταθέτει ευλαβικά τον γλυκασμό και τον συγκλονισμό, το πιο ωραίο, το πιο τρυφερά δυναμικό του τρίστιχο στο αντικείμενο του πόθου του, στο σώμα της αγαπημένης του Ελένης, συζύγου, ερωμένης, συντρόφου, Γυναίκας του:

«Όμορφα μυρίζει ο βασιλικός σου…»,
«Γλυκέ μου ίμερε,
σάμπως να θρυμματίστηκε το αιώνιο
στης σάρκας σου το άπειρο».

Και καταλήγει ιαματικά ο παντελεήμων έρως:

«Είναι η ευτυχία μου
κλεισμένη στο βλέμμα σου».

Στη δεύτερη ποιητική συλλογή, Φως οδυνηρό, το ερωτικό μένος, το πάθος μεταλλάσσεται σε γλυκασμό, σε τρυφερότητα, χαμηλώνει ως τις ρίζες της ζωής, ο έρωτας εξαργυρώνεται με τα λύτρα της αγάπης, ο χρόνος λειαίνει τις αιχμές του πρωτογενούς πάθους, ο στίχος αποκτά πιο στέρεο έδαφος, περιεχόμενο, παίρνει άλλη μορφή, γίνεται βίωμα, ενσωματώνεται στο πρόσωπο, γίνεται τρόπος ζωής, αγάπη, η Γυναίκα δεν είναι πια αποκλειστικά αντικείμενο του πόθου, είναι η «αγία αγάπη, ο Νεομάρτυρας Πόνος», η απόλυτη αγάπη, είναι η ίδια η ποίηση:

Γυναίκα είσαι
ίδια η ποίηση.
Το ανεξήγητο όνειρο
η κοιλάδα των στεναγμών…

Η τρικυμία του πάθους γαλήνεψε, οι δυο μοναξιές ενώθηκαν, το τοπίο άλλαξε, η φράση αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο, οι λέξεις που χρησιμοποιεί έχουν ειδικό βάρος, είναι καίριες, έχουν αντίκρισμα στην πραγματικότητα, εκφράζουν πράγματα και γεγονότα, οι παραλληλισμοί παραπέμπουν σε σημαντικά γεγονότα, ο έρωτας εξαγνίστηκε, δεν είναι πια άγριο πάθος, είναι γλυκό συναίσθημα:

Έβρεξε.
Κάποια Μαγδαληνή αγαπάει πολύ,
ξέπλυνε στην άκρη του κόσμου
το μεγάλο πάθος από τις λάσπες.
…Ακούσαμε τον δυνατό θόρυβο της κραυγής να χάνεται
στον υπόνομο του δήμου.
Πονάει πολύ ο έρωτας ο αγαθός.

Το ενδιαφέρον του ποιητή στρέφεται αλλού, προσέχει τα μάτια της αγαπημένης. Του μοιάζουν «ουράνιες φωλιές των εποχών […] προθήκη του παραδείσου». Τον απασχολεί, ωστόσο, και ο περίγυρος, η διαχρονική περιπέτεια του ανθρώπου, η Ελένη της Τροίας, που για τον αρχαίο τραγικό ποιητή Ευριπίδη ήταν:

…Άγαλμα πλούτου,
Μαλθακόν ομμάτων βέλος,
Δηξίθυμον έρωτος άνθος,
Ελέναυς, έλανδρος, ελέ-
Τολις…

Ο Θάνος Πάσχος την Ελένη του μύθου τη βλέπει που παρακολουθούσε, ίσως και να χαμογελούσε χαιρέκακα που τόσος πόλεμος γινόταν για χάρη της, κρυμμένη:

…κάτω
από τις λευκές κουρτίνες
και τις φίλιες καταστροφές
της τύχης και της άγνοιας.
Πάνω από τα τείχη
των σωμάτων.

Η δική του Ελένη, η πιο αγαπημένη του ύπαρξη, είναι ντυμένη με φως, είναι όλη αγάπη, είναι η προσωποποίηση του γαλήνιου πάθους.

Ο χρόνος δεν έχει αρχή και τέλος. Ο αρχαίος κόσμος μάς ακολουθεί. Είμαστε περιζωσμένοι από τα ερείπιά του, κουβαλούμε το βάρος του αρχαίου κόσμου:

Περπατάμε σκυφτοί από το βάρος
του χρέους, της μνήμης, της τέφρας…
…Τα αρχαία ερείπια
εντός ημών…

Η ποίηση του Θάνου Πάσχου, τόσο στα ερωτικά φανερώματά της με τις υπέροχες αναφορές, εναρμονίσεις των αισθημάτων στο σώμα της αγαπημένης, όσο και στις φιλοσοφικές του ενατενίσεις και εστιάσεις, είναι ενδιαφέρουσα, ουσιαστική. Τεχνικά είναι άψογη. Ο ελεύθερος στίχος του είναι αριστοτεχνικά σμιλεμένος, έχει την ομορφιά και τη χάρη γλυπτού καλλιτεχνήματος, είναι διαυγής, τρυφερός, απλός, λιτός, ρέει αβίαστα, ρυθμικά, πλήρης νοήματος, πλήρης χάριτος, ευαισθησίας και τρυφερότητας. Λειτουργεί ευεργετικά στον μυημένο στα μυστήρια της Ποιήσεως, λυτρωτικά, ακόμα και όταν ο ποιητής κάνει τον απολογισμό της μέρας και η έγνοια του αναφέρεται στα απλά, καθημερινά δρώμενα για να φτάσει στο σταθερό σημείο του κόσμου του απαλλαγμένος από «συνένοχα λάθη και πάθη»,περιττά βάρη και σκοτούρες:

Κάθε βράδυ κάνω ταμείο.
Αφήνω το σώμα
στο ράφι του
και πηγαίνω στον κήπο
για να ποτίσω τα ξεχασμένα άστρα.
….Μαζεύω τα σκουπίδια της μέρας και τις αθλιότητες,
καθαρός να ξαπλώσω δίπλα σου.

Αυτό είναι το καθημερινό του μέλημα και το ζητούμενο:

Μοιραία δεμένος
μια ολόκληρη ζωή θα μεταναστεύω
βαθιά σου.

Ομολογεί με απόλυτη σιγουριά, απλότητα και φυσικότητα, δημιουργώντας και στον αναγνώστη μια ευφορία πνευματική, μια λυτρωτική έξοδο από τη βάσανο των καθημερινών παθών και των παθημάτων, αποτελεί τρόπον τινά μια κάθαρση με την έννοια της αρχαίας τραγωδίας.

Φως οδυνηρό
Θάνος Πάσχος
Γαβριηλίδης
85 σελ.
ISBN 978-960-576-308-4
Τιμή € 8,52
001 patakis eshop

*Η Ελένη Χωρεάνθη είναι συγγραφέας, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια.
**Αναδημοσίευση από το Διάστιχο στο http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/4774-fos-odiniro

Lucifugo, a diavolo in corpo, γύρω από σένα μόνο

Σου είπα πως οι μέρες οι ηλιόφωτες
ξημεροβραδιάζονται όλες
-για μια στιγμή έστω-
να περάσουν μπροστά από τα μάτια σου;

Σου είπα πως όταν οι ψιχάλες της βροχής
πέφτουνε στο πρόσωπό σου
ο ουρανός μαζεύεται
πίσω απ’ τα σκούρα σύννεφα
για να σε πλύνει;

Για τους ποταμούς σού είπα
που διακλαδίζονται σε όλες τις ηπείρους
για να βρέξουν στο ζεστό καλοκαίρι
τους αστραγάλους σου;

Σου είπα για τα υπόγεια
των ωκεανών τα ρεύματα
που βγαίνουν ως την επιφάνεια της θαλάσσης
για να τα κλείσεις στην παλάμη σου
όταν χαρούμενη παίζεις
με την άμμο και τα κύματα
στο ακρογιάλι;

Σου είπα για τα παγόβουνα
στις άκρες της γης
πώς λιώνουν από τη στεναχώρια τους
όταν δάκρυα λύπης
κυλάνε από τα μάτια σου;

Για το αεράκι το δροσερό σού είπα
που φυσάει
μόνο και μόνο
για να μπλεχτεί μες τα μαλλιά σου;

Όλα αυτά στα είπα;

Έλεγα υπάρχει ακόμα χρόνος
οι μέρες μπροστά μας πολλές
και νά πώς πέφτει τώρα
-μαύρη σαν την πίσσα-
η μακρόσυρτη νύχτα

Από κακία καθαρή και φθόνο
ήρθε και σε πήρε
μακριά μου το σκοτάδι
να μην γυρίζει ο ήλιος
κι ολόκληρος ο κόσμος
γύρω από σένα μόνο

Ειρηναίος Μαράκης, Τέσσερα ποιήματα

ο έρωτας της Κυριακής

ο έρωτας της Κυριακής
την αγάπη μου ξεπούλησε
κι ύστερα μνημόνιο υπέγραψε
με δόσεις και χρεώσεις
με όρους επαχθείς
την καρδιά μου σκλαβώνοντας
στις αγορές του κόσμου

***

το τρανζιστοράκι


άκουγε λαϊκά τραγούδια
στο παλιό τρανζιστοράκι
Λεωνίδα Βελή, Κώστα Καφάση
τραγούδια για γράμματα
που γίναν συμφορές
για τσιγάρα που έσβησαν
τα πικρά της δάκρυα,
άκουγε λαϊκά τραγούδια
για άσωτες κι ασώματες αγάπες
σε διαδρομές του πόνου
προσμένοντας, γυμνός
από συναισθήματα
στον θάλαμο του νοσοκομείου
το καλό νέο

***

ελπίδα 


σχολεία χωρίς μαθητές
τετράδια με σημειώσεις
ανοιχτά βιβλία, κίτρινες σελίδες
με το μάθημα της ιστορίας
σελ. 36, Κεφάλαιο Β’, ο Μιλτιάδης
κι η μάχη του Μαραθώνα,
πέφτουν οι σοβάδες
από τους υγρούς τοίχους
μ’ ένα βουβό χτύπημα
σαν αυτοκρατορίες που λένε
το ύστατο χαίρε,
μόνο ο γέρο-δάσκαλος επιμένει
να κρατά ζωντανή την ελπίδα
ποτίζοντας το μικρό γεράνι
στο παράθυρο
που κάποτε του χάρισαν
οι μαθητές του

***

συλλαλητήριο

συλλαλητήριο
κάτω απ ‘ τη βροχή
με του εαυτού μου τη συλλογικότητα
θα κάνω, κι ας γελάνε οι πολλοί
ναι, με τις ιδέες μου κρεμασμένες
σε ανυπόγραφα πλακάτ
που το χρώμα τους ξεπλένει το νερό
με την αστυνομία στο πόδι
ανήσυχη να προστατεύει
τα πορτοφόλια και τις τσέπες σας
μπροστά σε καιρικά φαινόμενα
που αδυνατεί να ερμηνεύσει
και που η κρίση σας φοβάται
αλλά και πάλι θα δικάσει