Ειρηναίος Μαράκης, Οστάνδη 1936

γκρίζος ουρανός, ερημιά

πάνω απ’ την Οστάνδη

κι ας είναι καλοκαίρι 

ο φόβος του πολέμου

διαψεύδει τις ουτοπίες μας,

στο αλκοόλ ψάχνουμε τη σωτηρία

οι συγγραφείς κι οι ποιητές 

εξόριστοι μιας μοίρας 

που οι ίδιοι δεν επιλέξαμε 

μα φέρουμε μέσα μας

σαν προπατορικό αμάρτημα 

που δεν έχει συγχώρεση, 

όχι, αδερφέ μου, τα θαύματα

δεν είναι αιώνια 

κάποτε ο θάνατος έρχεται

να τα κάνει ανάμνηση 

με αισχρό χαμόγελο να κοροϊδέψει

τις αισθητικές αυταπάτες μας 

και τα κόκκινα όνειρα 

που φτιάχτηκαν ακριβώς 

για να γελάνε οι θεοί

με την αποτυχία τους, 

δεν πειράζει, ηρέμησε 

σκέψου, τι είχαμε – τι χάσαμε 

τουλάχιστον μάθαμε πώς γράφεται 

η ιστορία, με αίμα, ανελέητα

και πως ο ένας αγάπησε τον άλλο 

τόσο για να λέμε στο τέλος 

πως εμείς οι εξόριστοι

δεν θα γεράσουμε ποτέ

6/8/2017

_____________________________________________________________________

*ένα εναλλακτικό σχόλιο στο βιβλίο του Volker Weidermann “Οστάνδη 1936 – Στέφαν Τσβαϊχ και Γιόζεφ Ροτ, το καλοκαίρι πριν από το σκότος, εκδ. Άγρα (2016).

Κλείτος Κύρου (1921-2006), Προσωπείο

Δεν έδειχνε σε κανέναν το τραύμα του
Αναπηρία προχωρημένου βαθμού
Κι ωστόσο υπεράνω πάσης υποψίας
Τις νύχτες άνοιγε μυστικά συρτάρια
Άπλωνε μέλη τεχνητά στον καθρέφτη
Συναρμολογούσε ηλικίες χαμόγελα
Το πρωί αναστέναζε νικημένος
Αποσυρόταν 
Κάποτε θ’ ανακάλυπταν ήταν επόμενο την αδυναμία του
Ασυμβίβαστη άλλωστε προς το επάγγελμά του
Ήταν εκτιμητής του χρόνου

*Από εδώ: http://kleitoskyrou.blogspot.com.au/2013/08/blog-post_8672.html

Rene Char, Δύο ποιήματα


ΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΠΙΣΤΗ

Στους δρόμους της πόλης είναι η αγάπη μου. Μικρή σημασία έχει πού τραβά και πού πηγαίνει περπατώντας στον κερματισμένο χρόνο. Δεν είναι πια η αγάπη η δικιά μου, ο καθείς μπορεί να της μιλήσει. Καθόλου δεν θυμάται πιά· ποιός ακριβώς την αγάπησε;

Γυρεύει νά ’βρει ταίρι στο τάμα μέσα των βλεμμάτων. Ο χώρος που διατρέχει είναι η πιστότητά μου. Σχεδιάζει την ελπίδα κι ανάλαφρη την ξαποστέλνει ’κεί απ’ όπου ήρθε. Ηγεμονεύει δίχως να μεροληπτεί.
Ζω στον βυθό της σάμπως ναυάγιο πανόλβιο. Εν αγνοία της, του αμπαριού του ο θησαυρός είναι η μοναξιά μου. Στον μεγάλο μεσημβρινό, όπου εγγράφεται το δικό της φτερούγισμα, η δική μου ελευθερία τη σκάβει βαθαίνοντάς τηνε συνέχεια και συνέχεια.

Στους δρόμους της πόλης είναι η αγάπη μου. Μικρή σημασία έχει πού τραβά και πού πηγαίνει περπατώντας στον κερματισμένο χρόνο. Δεν είναι πια η αγάπη η δικιά μου, ο καθείς μπορεί να της μιλήσει. Καθόλου δεν θυμάται πιά· ποιός ακριβώς την αγάπησε και ποιός από μακριά τηνε φωτίζει να μην πέσει;

***

ΔΙΑΓΩΓΗ

Περνάει.
Η σκαπάνη η αστρική
παλιά εκεί πέρα εστομώθηκε.
Απόψε ένα ολόκληρο χωριό πουλιά
στα ύψη επάνω αγάλλεται, περνοδιαβαίνει.
Τα βραχώδη γι’ άκου τώρα μηνίγγια
των σκεδασμένων παντού παρουσιών
τη λέξη εκείνη που τον ύπνο σου θα κάνει
ζεστός να ’ναι σα δέντρο τον Σεπτέμβριο.
Για κοίτα που τρεμίζει το περίπλεγμα
όλων των αφιχθεισών βεβαιοτήτων
δίπλα μας και μες στην πεμπτουσία τους,
ω Διχάλα μου, ω Δίψα μου εσύ ταραγμένη!
Του δε ζην το άτρεπτο ιδού περιφέρεται
ακαταπαύστως εποφθαλμιώντας την εξορία.
Από μιά λεπτοφυή αμυγδαλόμπορα,
ανάκατη με νήφουσα και πράα ελευθερία,
γεννιέται η αλχημεία που αγγελικώς σε προστατεύει,
ω εσέ, ναι, την Πολυαγαπημένη μου!

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

Κάναμε αναπνοές
Βουτιά στο νερό
Κατακόρυφα
Έχει διάρκεια η άπνοια
Είναι ύπουλη
Νομίζεις πως μπορείς ν’ αντέξεις
Τα πάντα
Αναερόβια αγάπη
Σε δίσεκτο κυματισμό
Όλα βυθός από κάτω
Κι όταν βγεις στο χείλος
Του νερού
Θα ξεχάσεις
Και θα θες να κολυμπήσεις
Ανάσκελα
Να βλέπεις ήλιο
Να καίγεσαι
Και μ’ άλλο τρόπο
Και πάλι ν’ ακούς τον απόηχο
Μιας βραχύβιας αγάπης
Ένα αμφίβιο κάλεσμα
Μια στη στεριά ν’ ανοιγοκλείνεις
Το στόμα, να λες-
Μια στο βυθό
Ν’ ανοιγοκλείνεις τη μύτη
Να ξεβράζονται εικόνες
Όπως σαπίζουν οι μπουρμπουλήθρες
Και να χεις τεράστια μάτια
Σαν ψάρι
Τα κοάσματα να μακραίνουν
Σαν φύκια
Χωρίς αντίλαλο
Κανείς δεν ακούει
Την παύση
Βόστρυχοι λες οι δεσμοί
Λέξεων
Καθόλου δεν κατάλαβες πως
Είσαι
Ενυδρείο
Κι όχι σε θάλασσα;

***

ΣΩΘΗΚΑΜΕ;

Δεν τελείωσε ακόμη η χαρά για το τώρα που φτιάχνω
Ούτε η ζάχαρη από τον καφέ σώθηκε ακόμη
Ούτε μου τελείωσε η ποίηση που τόσο φοβόμουνα
Ούτε καν το βιβλίο που διαβάζει το κομοδίνο τα βράδια
Δεν τελείωσε και η δική σου εποχή που ναι πάντα
τόσο φθινόπωρο
Ούτε εσύ σώθηκες ακόμα,
Ούτε εγώ σώθηκα από σένα, αν και προσπάθησα
Άκουγα ένα παλιό τραγούδι που κόμπιασε
σε ένα σημείο κι έλεγε
«Δύσκολα τελειώνω με ότι αγαπώ»
Και δεν πειράζει που δεν με φωνάζουνε Λίνα

Βασίλης Καραβίτης (1934-2016), Πέντε ποιήματα

Η ΕΛΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΑΙΩΝΙΟ ΠΟΥ ΣΥΓΚΡΑΤΕΙ

Άσημο καταφύγιο της φθοράς
Ξέχασε όλα τα δόγματα της συμμετρίας
Κι αισθητικά αδιάφορη αποδέχτηκε
Να κρύβει συνέχεια το αληθινό της πρόσωπο
Μες σε κατάξερους κορμούς κι επίφοβες κουφάλες.
Έτσι θυσιάζοντας για πάντα την ομορφιά
Ξεγελάει ακόμα τον παντεπόπτη χρόνο
Κερδίζοντας μια λαθραία αιωνιότητα
Που η επαίσχυντη ζωή αρνείται να προσφέρει.
Τώρα μεσ’ από τόση διάρκεια σίγουρη
Μπορεί και γίνεται χωρίς να το ξέρει
Ταπεινά χρήσιμη,
Σαν τη σκεβρωμένη μάνα
Που οι ρίζες της απλώνουν και κρατάνε
Όσο περισσότερο παλιώνει.

***

ΠΑΙΔΙ-ΜΗΤΕΡΑ Ή ΚΑΠΟΙΕΣ ΜΕΤΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΑΠΩΘΟΥΜΕ

Θεέ μου το βλέπω καθαρά,
Πάλι ξεπέφτει στην φρικτή ανάγκη μου,
Κι ας μη ξεχύνει όπως παλιά επάνω μου
Τ’ ατέλειωτο νερό της μητρικής στοργής
(Βαθύ μυστήριο κι αρχή ζωής
Που από κανάλι σάμπως μέσα της
Ξεκίναγε ν’ αναλωθεί για να διαρκέσει.)
Όμως το βλέπω κι είναι αβάσταχτο
Πάλι να πέφτει στην φτηνή ανάγκη μου
Την ώρα που σκληρά επιτέλους απελεύθερη
Απ’ την σκλαβιά την στείρα της μητρότητας
Μοιάζει ξανά αρχέτυπο παιδιού
Ενώ εγώ, γελοίο φάντασμα πατέρα,
Με αγριάδα την μαλώνω που ατακτεί
Σχεδόν παγώνω τις χαρές της με σιωπή
Κι όταν τραβήξει το παιχνίδι πιο πολύ
Φωνάζω πανικόβλητος:

Με ξέχασες, Μητέρα.

***

ΦΡΕΣΚΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΥΚΑ

Γενικά δεν συμφέρει να ζεις.
Elia Pennamen

Κάτω απ’ το μαλακό, πράσινο δέρμα τους
Ξαφνικά ανήσυχο και παθητικό
Το παλιό τραύμα της ζωής
Που δεν κλείνει ποτέ.
Ή ανεστραμμένη στον κρύο ουρανό
Η ανοιχτή, ευαίσθητη ψίχα της
Σα να αιμορραγεί χωρίς ελπίδα
Λίγο πριν την καταβροχθίσουν βιαστικά
Οι πρωινοί, δυσκοίλιοι επίγονοι.

***

ΤΟ ΚΕΝΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΟΙΚΕΙΟ

Το σπίτι, ο κήπος, η πόλη:
Πόσο στριμώχτηκα σ’ αυτούς
Τους διάσημους τόπους του κόσμου
Μέχρι να μάθω να χωράω ολόκληρος
Στο μετρημένο σύμπαν της καρέκλας μου.
Κάθομαι τώρα ακίνητος κι ακούω προσεχτικά
Μια σιωπή που έρχεται από μακριά
Ενώ η σκιά μου αόρατη
Νυστάζει και αδιαφορεί.
Κι όλο θυμάμαι σταθερά πως έζησα πολύ
Διακριτικά νεκρός και αεικίνητος
Στο φως μιας σύντομης ημέρας προ πολλού χαμένης
Σαν την ανταύγεια της ιδέας μιας ανάστασης
Που δεν με ζέστανε αρκετά για να τη νοσταλγήσω.

*Από το “Ζω με τιυς φίλους και τις λέξεις (1977-1981).

***

ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Βιαστικά κι αστόχαστα
στριμώξαμε τη ζωή
στο μικρό μας
παραμορφωτικό καθρέφτη.

Ισόβια κι ατάραχη
μας καθρεφτίζει τώρα,
σχεδόν μας δικαιώνει
η χαλασμένη της εικόνα.

*Από “Το αγαθό σκοτάδι” (1997).

**Από τον Αναγνώστη στο http://www.oanagnostis.gr

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος, Τρία ποιήματα

ΑΣΜΑ ΠΡΕΠΟΝ

Μιλάτε τώρα
για το αθώο αίμα, που ωστόσο,
όταν έπρεπε,
δεν του δώσατε μεγάλη σημασία
και το ξοδέψατε σαν γνήσιοι χουβαρντάδες.

Θέλατε ήρωες να έχετε στην καβάντζα
τροφή για τη συνέχεια του μίσους,
δεν καταλάβατε πως
για όλους μας ανοίγεται
ο ίδιος τάφος.

Τα λέω αυτά
και με πλακώνει μια λύπη
γιατί σεις δεν αφήνετε το μαχαίρι
σε ησυχία.

“Δεν με νογάτε όπου σας ομιλώ”
και το γνωρίζω. Κανέναν δεν νογάτε εξόν
από εκείνον που χαϊδεύει
τ’ αυτιά σας με λόγια, που θέλετε ν’ ακούσετε.

Εγώ δεν ήμουνα γι’ αυτά
“πήγα μακρύτερα από την παντοχή μου”,
είπα άλλους λόγους,
όπου έφεραν τρομάρα
και με κόψατε
από τότε,
μαρτύρησα της μάνας μου το γάλα
κράτησα όμως με επιμονή
αυτό το μετερίζι.

***

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΑΣ ΑΚΟΥΩ ΠΙΑ

Και τι να την κάνω τώρα την “αγάπη” σας
που μ’ έπνιξε και δεν με άφησε
μιαν ανάσα να πάρω στη ζωή;
τα μεγάλα λόγια, οπού ομολογείτε
καθώς με της ζωής σας τα καθέκαστα
θέλετε να μπολιάσετε τις γενιές
που έρχονται.

Όχι! Δεν θέλω να σας ακούω πια.
Δεν σας πιστεύω!
Γιατί εγώ
ποτές δεν ήθελα,
να ενοχλώ την ησυχία σας.
Πάσχιζα να ΄βρω μιαν αγκαλιά συντροφική,
ένα λιμάνι. Μαζί σας, για τον ίδιο τον Σκοπό
τις νύχτες να βγαίνω στο καρτέρι.

Σεις είπατε στα σιγανά πως
“αγγελιαφόρος της Αρχής” θα γίνω.
Ύστερα όμως,
δεν με δώσατε τις λέξεις
και σαν τυφλός επήγαινα
όταν εσείς ζητούσατε δηλώσεις
για την Υπόθεση.

Έτσι,
αφού δεν με εμπιστευθήκατε τις λέξεις
τι αγγελιαφόρος θάλατε να γίνω;

***

ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΝΙ

Δεν δέχεται το γέλιο αυτός ο ουρανός
και απαντά με μαύρο χιόνι.

Οι φλαμουριές, στην αλέα παγωμένες
και οι λέξεις τρέμοντας μέσα στη νοτισμένη ανάσα σου
προσπαθούν να κρατηθούν ζωντανές,
να κρατηθούν μέσα στης αγάπης την ζεστή αγκαλιά.

Μιλώ πολύ.
Μιλώ πολύ και γρήγορα
και μόνο κάτω απ’ τον ίσκιο των λέξεων
βρίσκει το γέλιο μου απάγκιο
ένα μεσημέρι
στην οδό Ασημένιου Μαχαιριού καθώς
γυρίζω χωρίς εσένα,
με την πίκρα αγκαλιά στο σπίτι και
οι μικροί αλήτες
με τραβούν από το μανίκι
γυρεύοντας επιτακτικά μια δεκάρα,
μια τσίχλα ή ένα τσιγάρο
κι έτσι, δεν βλέπω τη χαρά
που περνά μονάχη,
από τον άλλο δρόμο.

*Από τη συλλογή “Το Φράγμα της Μνήμης”, εκδόσεις ΄”Οροπέδιο”, Ιούνιος 2017.

Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

Ανάμεσα στη λογική και στον πανικό

Τη μια στιγμή αυτή αναπνέει τον αέρα του δωματίου
και την επόμενη εσύ γαυγίζεις εντολές
προς την ομάδα που σπρώχνει το καρότσι
για την αντιμετώπιση των επειγόντων περιστατικών 1.
Επαναξιολογείς τα κλινικά σημεία
και τα συμπτώματα που σου διέφυγαν,
τον άτακτο ρυθμό της καρδιάς της
πριν κινητοποιήσεις τον μπλε κωδικό 2.
Θες να πιστεύεις ότι η ορθή κρίση σου
ήταν τόσο φίνα όσο ένα ποτήρι κρασί γεμάτο καμπερνέ,
και θες να ξεχάσεις ότι το μπουκάλι του κρασιού που φαντάζεσαι
στέκεται πάνω σ’ ένα τραπεζάκι αεροπλάνου
στα σαράντα χιλιάδες πόδια,
έτοιμο να αναποδογυρίσει όταν ο κυβερνήτης αναγγείλει
ότι το αεροπλάνο βουτά για μια αναγκαστική προσγείωση.
Αλλά δεν μου χρειάζονται εικόνες αεροπορικών καταστροφών
για να σας πείσω ότι ο γιατρός ζει
κάπου ανάμεσα στη λογική και στον πανικό:
μόλις με μια κίνηση βγάλεις το λαρυγγοσκόπιο3,
φέρνεις στο μυαλό σου τις φωνητικές χορδές,
και ξεχνάς ότι έχεις όλα κι όλα δεκαπέντε δευτερόλεπτα
για να περάσεις τον τραχειοσωλήνα πριν
το ξέπνοο σώμα πάνω στο κρεβάτι γίνει μπλε.

1. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τον αμερικανικό νοσοκομειακό όρο “crash cart” για το καρότσι με τα ιατρικά όργανα για την άμεση αντιμετώπιση των επειγόντων περιστατικών που συμβαίνουν σε νοσηλευόμενους ασθενείς. Η έκφραση προέρχεται από την αντίστοιχη ορολογία για τους καταρρέοντες ασθενείς “crash patients”.
2. Νοσοκομειακός Κωδικός στα αμερικανικά νοσοκομεία για την Επείγουσα Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση.
3. Το ιατρικό όργανο με το οποίο διενεργείται η λαρυγγοσκόπηση. Η εισαγωγή του λαρυγγοσκοπίου δια της κοιλότητας του στόματος είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την εισαγωγή του τραχειοσωλήνα δια του λαρυγγοσκοπίου για την επίτευξη, δια της ενδοτραχειακής διασωλήνωσης, της υποβοηθούμενης τεχνητής αναπνοής με μηχανικό ανανευστήρα.

***

Η κοπέλα που γυρίζει τις σελίδες

στέκεται σαν ερωδιός, λυγισμένη,
σε απόλυτη επιφυλακή, συγκεντρωμένη στη μουσική
το χέρι της ράπισμα του ανέμου
καθώς γυρίζει τη λευκή σελίδα.
Την ώρα που ο προβολέας θαυμάζει
το πάθος του σολίστα,
εγώ αγαπώ ακόμα περισσότερο
την κοπέλα που γυρίζει τις σελίδες,
καθώς αναπολώ τον ενθουσιασμό
να ξεκινάς από τον πάτο-
παρακολουθώντας βήμα προς βήμα τα εργαστηριακά ευρήματα.
κρατώντας τα άγκιστρα της χειρουργικής τομής 1,
η χαμηλότερη βαθμίδα μια κονκάρδα τιμής,
όλη η αυτοπεποίθηση που κερδίζεται όταν
μαθαίνουμε να αποδεχόμαστε τη θέση μας.

1. Το άγκιστρο είναι το χειρουργικό εργαλείο με το οποίο ένας χειρουργός μπορεί να διαχωρίσει τα άκρα μιας χειρουργικής τομής ή ενός τραύματος.

*Από τη ενότητα “Κλινική άσκηση” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Εγχειρίδιο ποίησης”, εκδόσεις Ένεκεν, Ιούνιος 2017. Μετάφραση-Σημειώσεις: Μίλτος Αρβανιτάκης.