Αντιγόνη Ηλιάδη, Ο πρωτόγονος τρόμος της αρκούδας

Το όνειρο του παπά σε ένα σιτροέν πολυθέσιο, την ώρα που άκουγε Σαββόπουλο και το κομποσκοίνι κουνιόταν στον κεντρικό καθρέφτη, ήταν να γίνει τραγουδιστής της όπερας. Η Νόρα περνούσε τον δρόμο και σκεφτόταν τη νοσοκόμα που της ξεγέννησε το παιδί που κουβαλούσε στο καρότσι κι έκλαιγε στριγγά, μάλλον ήθελε άλλαγμα πάνας. Τα νύχια της άρεσαν, τα περιποιημένα νύχια. Μπορούσε να τα κοιτάει με τις ώρες, ειδικά αν είχαν σχεδιάκια πάνω. Ο παλιατζής τίναζε τη φωνή του για κάτι καρπούζια και πεπόνια γλυκά σαν ζάχαρη. Όλες έχουμε μία παιδικότητα παλλόμενη μέσα μας που την καταστρατηγούν οι γέροι που περνάνε όλη τη μέρα στα καφενεία. Ποιος πήρε τη γάτα; Ήταν η ερώτηση στη μπλούζα της, όταν περνούσε τον δρόμο και είδε τον μεθυσμένο με το μηχανάκι σκόντα να στρίβει απότομα. Δεν ήξερε ότι θα πέσει σε διαδήλωση εξαγριωμένων κι απλήρωτων επί σειρά μηνών χειριστών δίσκου και κοφτών και τυλιχτών γύρου.

Στην Ηγουμενίτσα τα καράβια παίρνουν φωτιά και βυθίζονται το καλοκαίρι. Θυμόταν το περβάζι του τοίχου στα δυτικά, ήταν τόσο εκλεκτό. Μία τέλεια εικόνα αρχιτεκτονικής. Δίπλα στο κομμωτήριο που κάνει ανταύγειες καλοκαιρινή προσφορά μόνο με είκοσι ευρώ, απέναντι από την εκκλησία του αγίου Κωνσταντίνου που πουλάει με το κιλό τα ρούχα της δωρεάς στις ματωμένες τσιγγάνες του δρόμου για τη λαϊκή της Τετάρτης στη Μονή Λαζαριστών. Η καλύτερη λαϊκή είναι αυτή που γίνεται στην Ξηροκρήνη κάθε Σάββατο ξημερώματα από τις τέσσερις με τους μπάτσους να στήνουν καραούλι. Όλα ένα ευρώ παράνομα. Ο Πακιστανός έκλεισε την πόρτα δυνατά και πέθανε μόνος στο κλεμμένο σπίτι πάνω σε μία συλλογή κόμιξ Μίκυ Μάους, δίπλα σε χαρούμενες οικογενειακές φωτογραφίες. Τον ξυλοκόπησαν άγρια φαλακροί γεροδεμένοι με τη Σπάρτη στην πλάτη και τις περικεφαλαίες στα μπράτσα και βραχιόλια μαιάνδρους κάτω από τρέντι μπλουζάκια με γιακά. Ένα κινητό μένει ανοιχτό να κάνει ανανέωση στις εφαρμογές χωρίς καλό σήμα wifi, δίπλα από έναν φρέντο εσπρέσσο μέτριο.

Η Νόρα πρόσεξε τα βυζιά από μικρή αλλά στο πρώτο της παιδί κατάλαβε ότι της αρέσει ο τρόπος που πάλλονται σαν προμήνυμα ενός ληγμένου παραδείσου και καθώς αγοράζει τον χυμό τον εννιά φρούτων από το περίπτερο για ευεξία με έκπτωση θα κοιτάζει την πωλήτρια με δέος από το παραθυράκι. Το βλέμμα της καρφωμένο και καυλωμένο στο μπούστο. Ο ταξιτζής της διασταύρωσης αγαπάει τις παρθένες και την πατρίδα και κάποιος του είπε να κάνει την κόρη του δικηγόρο και θα καλοπαντρευτεί πριν τα εικοσιπέντε για να μη μείνει γεροντοκόρη και την έχει στον σβέρκο του. Οι καμπάνες χτυπούν πάντοτε εύθυμα δίπλα στο σουβλατζίδικο του Τάκη που ήταν Γεωργιανός αλλά το ξέχασε και έχει πάντα φρέσκα γουρούνια Λάρισας. Οι σημαίες του ΠΑΟΚ κυματίζουν περήφανα στο δεκατεσσάρι μια χαμένη παιδικότητα που φτάνει ως τη μακρινή ζουλού Τούμπα και το λεωφορείο δεν βάζει αιρκοντίσιον γιατί είναι πήχτρα και θα φασκελωθεί όποιος τολμήσει να μπει από την πόρτα που στριμώχτηκε ο Τζο, ο Γερμανός πάνκης της Ναυαρίνου με την πράσινη μοϊκάνα που κυκλοφορεί ξυπόλυτος με δύο σκυλιά, την Έιντς και τη Σύφιλη και καπνιστά πνευμόνια. Τα σκυλιά είναι στον κήπο του Αλή Πασά προς την Άνω Πόλη και τρώνε κόκαλα από το χασάπικο των μεταναστών στο στενό του Μοδιάνο που δίνει φρέσκο κρέας στα αδέσποτα.
Οι πόρτες της ιαπωνικής πρεσβείας κλείνουν το τσιουάουα της Καίτης που πήγε απλώς να κάνει το καθήκον της και να πληρώσει την ασφαλιστική με το δάνειο χρυσό επιτόκιο και τη σύνταξη του ανάπηρου πατέρα της που αργοπεθαίνει στην Ασπροβάλτα μες στα λιπασμένα ροδάκινα και τους τουρίστες τρίτης κατηγορίας. Απέναντι από τον ερυθρό σταυρό στο λιμάνι με τους εθελοντές του ΠΑΣΟΚ να πληρώνουν φόρο από τριαντάφυλλα και αναμμένα κεράκια.

Ο Τρύφωνας περηφανεύεται στα ρέματα και τις χαραμάδες των βουνών πως έχει στα Άγναντα τέσσερα παιδιά με την ίδια γυναίκα ναι μάλιστα κι αν θέλετε το πιστεύετε και θα πει σε όλη την παρέα στο χωριό σε λίγο πως έφτασε να πίνει τσίπουρα γλυκά στο καφενείο αντί να κάνει μπαγαμποντιές στα Γιάννενα. Και τα πρόβατά που έβγαζε ο Τρύφωνας με τον κοκκινομάτη ποιμενικό βόλτα στα λαγκάδια για να φάνε γρασίδι και ο Τρύφωνας να αρμενίσει από εδώ κι από κει, φτάνουν ήδη ένα-ένα στον Αρβανιτίδη για να τα ψωνίσει η Νόρα για το τραπέζι της Κυριακής. Όλα πάνε πρίμα και σε ένα σπίτι με πέντε παιδιά να μαλλιοτραβιούνται τα φώτα αναβοσβήνουν γιατί η μάνα τους δεν είχε να πληρώσει τη ΔΕΗ και μέχρι να το καταλάβουν πως κλέβανε ρεύμα, τη λυπήθηκαν και δεν τη βάλανε στη στενή. Είχε άγιο η γυναίκα το είχε καταλάβει και ο γκέι κουφός που μοίραζε φυλλάδια για φθηνούς υπολογιστές και γκάτζετ στα αμάξια στο φανάρι μόνο μεσημέρι με ντάλα ήλιο. Η ξεδοντιάρα τον πείραζε γιατί είχε μαυρίσει σαν ταξιτζής και γαμιόταν τελευταία με έναν πενηντάρη ντιτζέι Σέρβο που είχε γιο στην Ιταλία και δεν μπορούσε να πάει να τον δει, γιατί δεν του δίνανε κάτι χαρτιά και δεν τα πήγαινε καλά με το σύνταγμα.

Καπάνι το στόμα του παπά καθώς περνάει τη διάβαση και βλέπει τη Νόρα να λέει στο μωρό μη βάζεις το χέρι στο στόμα πού να ήξερε το φροϋδικό. Κι ένα τσιγάρο πέφτει από τον ουρανό είναι από έναν περαστικό με καπαρντίνα που πάει να σώσει τις αρκούδες στο Νεστόριο, αλλά ξέχασε να βάλει παντελόνι και μπλούζα και κυκλοφορεί με το σώβρακο και κανείς δεν τον αγαπάει. Να τον προσέχετε τον διάβολο μη σας κάνει τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι. Ούτως ή άλλως το είχε πει ο Λυκόπουλος ότι θα έρθουν τα Νεφελίμ. Η Νόρα ήταν νευριασμένη, δεν είχε προλάβει ραντεβού στο κομμωτήριο και θα ερχόταν η κουνιάδα της. Αυτή η αντιπαθητικιά από το πανόραμα που της είχε φέρει δώρο πέρυσι στα γενέθλιά της δώδεκα πιατέλες σε σακούλα από τα λιντλ. Ούτε καν αγορασμένες, αντίκες από το σπίτι της μάνας της Νόρας και του αδερφού της που ασχολιόταν μόνο με το πρωτάθλημα και είχε μπλούζες με όλες τις ομάδες και του άρεσε να τις αλλάζει συνέχεια. Η κουνιάδα δεν είχε παιδιά και έδινε συμβουλές στη Νόρα για το πώς να χέσει ο μπέμπης μέχρι τι να κάνει όταν χρονίσει και του έδινε κρυφά σοκολάτες με ζάχαρη και μετά δεν κοιμόταν το μωρό κι η Νόρα είχε μαύρους κύκλους ηφαίστεια και της έλειπε η νεκρή της μάνα. Ο μόνος άνθρωπος που αξίζει σε αυτή τη γη είναι ο λαχειοπώλης που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να πηγαινοέρχεται και να πουλάει τύχη. Τα διόδια είναι πολύ ακριβά κι έχουν ένα τεράστιο πι σε κάθε επόμενο που σημαίνει πούτσος. Ξεκοκαλισμένες πινακίδες και στέρφες εκτάσεις πονεμένες από χώμα και μία μητέρα να κλαίει για τον τριαντάρη γιο της που δεν στέριωσε τη δουλειά στην ταβέρνα που συχνάζουν οι κυνηγοί.

Όλα είναι υγρά και λαμπερά και η Νόρα θα γυρίσει στο σπίτι με κάλους στα πόδια από τα τακούνια και μέχρι να ξυπνήσει το μωρό θα κάνει φαγητό, θα βάλει δύο πλυντήρια και θα περιμένει να αρχίσει το τάλεντ σόου στην τηλεόραση. Θα φωνάξει στο κοριτσάκι που παίζει παράφωνο βιολί να σκάσει τρεις φορές στο τέλος θα ξεφυσήξει και θα καλέσει επειγόντως το εκατό. Πέθανε ο παππούς στον πέμπτο και τον κλαίνε οι γριές και θα φτιάξει η κόρη κόλυβα κι ο νεκροθάφτης θα γελάει και θα πουλάει την πατέντα του, φέρετρο γερό και πρακτικό από μασίφ ξύλο σε καρτούλες από έναν γραφίστα ερασιτέχνη ηθοποιό.

Είναι μία αρκούδα που βρυχάται δίπλα στα καυλωμένα ερείπια από τις χοές στον Δία. Όλα φλέγονται με τη μυρωδιά από καμένο ύφασμα να σφίγγει τα ρουθούνια της υπαλλήλου του σούπερ μάρκετ και να της λέει μέσα της σκίσε τώρα την ποδιά. Πέτα τα λεφτά και τρέχα. Το ερώτημα παραμένει αν επιπλέει το δέρμα όσο απομεινάρια από σημαίες πέφτουν από τον ουρανό. Στις τρεις το μεσημέρι βαρύς ήλιος και όλα σκάζουν προς τα κάτω. Πτοημένα από το ψητό που βγαίνει από τον φούρνο και από τη φασαρία της εκκλησίας που γίνεται ο γάμος του νιου που πηδιόταν με το κατσίκι στο χωριό.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Ξέρεις ότι αν πιείς θα γίνει ατύχημα

Ξέρεις ότι αν πιείς θα γίνει ατύχημα. Ξέρεις ότι μπορεί να μπλέξεις σοβαρά. Μπορεί να χάσεις χέρια πόδια και το χειρότερο κεφάλι. Μπορεί να πάθεις διάσειση. Ή απλή θλάση. Να σπάσεις δυο-τρία πλευρά. Μη μασάς. Θα ζήσεις ή όχι; Μπορεί να μπεις σε κώμα ή να μείνεις φυτό. Να πάθεις εγκαύματα. Να πιάσει φωτιά το αυτοκίνητο. Άγνωστοι να σου αλλάζουν την πάνα όταν κατουράς ή χέζεις. Να πονάς. Να ουρλιάζεις. Η μορφίνη να φαίνεται σαν ντεπόν. Να μη ξέρεις τι σου γίνεται. Καταστολή στο νοσοκομείο. Το χειρότερο ή το καλύτερο. Ή το καλύτερο. Εξαρτάται. Τροχαίο. Δυστύχημα. Χτύπημα. Μπαμ. Κρας. Λιωμένο ατσάλι. Χαλκομανία. Το αμάξι σμπαράλια. Όλα χάνονται σε μια στιγμή. Μέσα σε λίγα τεράστια δευτερόλεπτα. Δεν κάνει να πίνεις και να οδηγάς. Δεν είπαμε να μην πίνεις καθόλου. Γιατί εμείς θα σου λέμε πότε να πίνεις. Ναι. Εμείς ξέρουμε το καλό το δικό σου. Το καλό όλων. Το αλκοόλ είναι καλό για τα νεύρα. Είναι καλό για τις δύσκολες μέρες. Κάποιες φορές. Λίγο. Έτσι για χαλάρωση. Αν το ελέγχεις. Αν πίνεις με μέτρο. Πάντα το μέτρο. Όμως. Μη γίνεις αλκοολική. Οι αλκοολικοί είναι κακοί και κοινωνικά κατακριτέοι. Περιθωριακοί. Ανώνυμοι. Μυστικοί. Δεν θα γίνεις αλκοολική. Θα πίνεις και θα οδηγάς. Μην πίνεις και οδηγάς. Μην πίνεις. Ποια φταίει στο ατύχημα; Αυτή που ήπιε. Και τι θα γίνει αν εμπλακείς σε ατύχημα; Θα σε κατηγορήσουν. Ασφάλειες και δικαστήρια. Θα είναι ακριβό. Θα κάνεις κακό. Θα τρέχεις από εδώ κι από εκεί. Μπελάδες. Θέλεις; Δεν θέλεις; Ανδρεναλίνη θα έχει μπόλικη. Θα γουστάρεις. Κάποιες στιγμές. Κάποια λεπτά συνειδητότητας. Λεωφορεία στο κενό. Περιστρεφόμενες νταλίκες. Καραμπόλες. Εκκωφαντική ηχορύπανση. Μυρωδιά βενζίνης και καμένου μέταλλου. Κάτι δένδρα. Στο βάθος όχι κήπος.

Το άλλο; Θα είναι κολόνα. Τοίχος. Κάγκελα. Προστατευτικά. Ξεροί κορμοί. Στύλος της ΔΕΗ. Ή κάτι σε άλλο αυτοκίνητο; Κάτι σε ζωντανό ον; Οικογενειάρχης. Νταλικέρισσα. Λεωφορειατζής. Ταρίφας. Νέα οδηγός. Έφηβος. Παρέα. Ζευγάρια. Συγγενείς. Μόνος. Μόνη. Μόνο. Τι θα είναι; Θα ζήσει; Ή θα αποβιώσει με τη μία; Θα είναι λίγο χτυπημένος ή νεκρός; Μπορεί να είχε ένα παιδί, δύο ή τέσσερα ή και εκατό ή και κανένα. Γαμώ τη τύχη μου μέσα. Μπορεί να ζήσει. Μπορεί. Ένα πτώμα. Μπορεί λίγο πατικωμένος. Μπορεί να αναφλεγεί ζωντανός. Είναι επικίνδυνη η αυτανάφλεξη. Και η οποιαδήποτε ανάφλεξη. Πρέπει να απομακρυνθεί από το όχημα. Πρέπει να πάει παραδίπλα. Οι πυροσβέστες θα έρθουν. Δεν είναι εύκολος ο απεγκλωβισμός. Μιλάμε για τόνους. Η αστυνομία. Τα ασθενοφόρα μετά. Θα του κάνουν διασωλήνωση. Μετά τις πρώτες βοήθειες. Μετά το ηλεκτροσόκ. Θα τον βάλουν σε μηχανική υποστήριξη. Προληπτικά. Ελαφρά τραύματα. Σπασμένα πλευρά. Θα κατουράει στην πάπια. Νερό και τροφή χημικά. Χάπια. Φαρμακευτική χαρά. Όλα καλά. Όλα καλά.

Η μεθυσμένη θα ζήσει. Να σε θυμάται. Άνθρωπε που ήσουν από την άλλη πλευρά. Πάντα μεθυσμένη. Σε μπαρ θα πίνει. Όλοι θα έχουν να το λένε. Αυτή φταίει. Αυτή είναι η κακιά. Θα μπει φυλακή. Η φυλακή είναι το παντού μετά. Οπουδήποτε θα είναι φυλακή. Θα πάει σε δικαστήρια. Δεν υπάρχει σωτηρία. Σε μπαρ. Ουίσκι. Ή κοκταίηλς με τζιν. Δεν οδηγά πια. Μην ανησυχείτε. Της πήρανε το δίπλωμα. Δεν έχει άλλα. Ποτέ ξανά. ΧΑ! Ποτέ μη λες ποτέ. Μην οδηγάς μεθυσμένη. Αλλά όχι. Τίποτε δεν θα συμβεί. Τι θα έκανες αν οδηγούσες μεθυσμένη και προκαλούσες ατύχημα; Και τι θα πάθαινε ο άλλος; Δεν ξέρω. Δεν θα δω. Δεν θα μάθω ποτέ. Θα φύγω. Θα πατήσω το γκάζι. Ταχυπαλμία. Πανικός. Θα φύγω. Θα φύγω από το τώρα κι από τη ζωή μου. Είμαι μεθυσμένη. Θα περάσω τη ζωή μου με μορφίνες. Οι τύψεις μου δεν έχουν θεό και προσευχές. Έφυγα. Έφυγα και δεν είδα. Δεν είδα και δεν θα μάθω ποτέ τι έγινε. Τι έγινε; Δεν έχω ιδέα. Δεν ξέρω. Γαμώτο. Δεν ξέρω. Ο μπάσταρδος μπήκε μπροστά μου. Δεν έτρεχε. Είναι περιφερειακός. Γίνονται συχνά ατυχήματα. Είναι δρόμος ταχείας κυκλοφορίας. Τρέχεις. Φοράς ζώνη. Δεν περιμένεις. Υπήρχαν κάμερες; Δεν υπήρχαν. Υπήρχαν πεύκα. Πολλά πεύκα. Νύχτα. Φώτα του δρόμου. Λίγα αυτοκίνητα. Αραιά. Τρέχανε όλοι. Μεγάλες ταχύτητες. Η πόλη είναι τόσο όμορφη το βράδυ που καταντά σιχαμερή. Είναι ένα μεγάλο ψέμα. Γαμώ. Κανείς δεν είναι ευτυχισμένος. Η ευτυχία δεν υπάρχει. Μεθύστε όλες και πατήστε τον διπλανό σας.

Την έδερνε. Την έδερνε πολύ και δυνατά. Κάθε φορά που πίνανε. Ή που δεν πίνανε. Ο έρωτάς τους ήταν το ξύλο που της έδινε. Και την πονούσε. Την χάιδευε. Πρώτα ή μετά. Και την έδερνε. Δεν ήθελε άλλο να συνεχιστεί. Πήγαινε μετά στα μπαρ. Και έπινε. Δεν ήταν δύσκολο να περάσεις την πόρτα του μπαρ. Ήταν ηλίθιος. Την έκανε κομμάτια. Έπρεπε να πας στο μπαρ. Να χαμογελάσεις στον μπάρμαν. Να τον δεις φιλικά. Ή να την δεις. Αν ήταν γυναίκα, ακόμα καλύτερα. Να πιείτε μαζί. Σφηνάκια τεκίλας. Λευκή. Να γελάσετε. Να δείτε τους εαυτούς σας στον καθρέφτη του μαγαζιού παραμορφωμένους. Πόσοι εαυτοί; Πολλοί. Να πείτε κάποιες βλακείες. Για τον καιρό, την οικονομική κρίση, τη σημασία του δημοψηφίσματος. Για τη θρησκεία, για τον θεό, για την ύπαρξη. Και μετά να φτάσετε να κοιτάζεστε. Να σχολιάσετε τους άλλους στο μαγαζί. Την τύπισσα με τα περίεργα ράστα και το τατουάζ κροκόδειλο. Τον γέρο άνδρα που κάθεται πάντα μόνος του στη γωνία και πίνει βότκα ανανά. Τις παρέες που έρχονται κι αυτές που φεύγουν. Αυτούς που χορεύουν σαν να μην υπάρχει αύριο. Και τους μοναχικούς που κάθονται μόνοι στα τραπέζια. Να κοιτάζεστε. Άντε πρέπει να κλείσουν. Είναι υπάλληλοι. Κανείς δεν νοιάζεται για σένα, πρέπει να την κάνεις. Πρέπει να φύγεις. Δουλεύουν. Σε δουλεύουν. Τους πληρώνεις. Σου πουλάνε ποτά και λίγη παρέα. Στα ψέματα. Πρέπει να σηκωθείς. Το κορμί σου να τρέμει. Να πληρώσεις. Άσε φιλοδώρημα. Ήταν καλοί μωρέ.

Η νύχτα είναι παγωμένη. Υγραμένη. Όσο και συ σχεδόν. Πρέπει να θυμηθείς πού πάρκαρες το αυτοκίνητο. Στην αρχαία αγορά; Στα πανεπιστήμια; Ή κάτω; Στο λιμάνι; Πού στο διάολο άφησες το αυτοκίνητο. Μεγάλη κι αδιάφορη Θεσσαλονίκη. Αλλά θα το βρεις. Και στον δρόμο θα περάσεις από στενά σκοτεινά. Από τύχη δεν σε λήστεψαν. Δεν σε παρενόχλησαν. Δεν σε άγγιξε το σκοτάδι. Από τύχη. Καθαρή. Γιατί πρέπει να οδηγήσεις. Πρέπει να φτάσεις στον περιφερειακό. Εκεί που θα διακοπούν όλα. Για μια στιγμή θα γίνει μια μικρή ατομική σύγκρουση. Θα παραπατάς. Θα σου έρχεται μια να κλάψεις. Μια να ξεράσεις. Δεν θα κάνεις τίποτα. Θα κάνεις πως δεν τρέχει κάτι. Θα προσπαθήσεις να κρατηθείς όρθια και ίσια. Όσο γίνεται περπάτα σταθερά. Θα δαγκώσεις τα χείλια σου, μέχρι να ματώσουν. Ο πόνος σε αφυπνίζει. Σε κρατάει ξύπνια. Παρέες ανδρών θα μουρμουρίζουν διάφορα. Θα γελάνε. Μαζί σου. Δεν έπρεπε να βάλεις το μαύρο φόρεμα. Δεν φοβάσαι τίποτα. Δεν σε νοιάζει και πολύ. Κάντε με ό,τι θέλετε. Τι χειρότερο μπορεί να συμβεί. Οι μώλωπες είναι εκεί.

Πρέπει να φτάσεις. Και θα σκέφτεσαι τα Σαββατοκύριακα. Στο σπίτι σου. Που μαζευόταν η οικογένεια που δεν συμπαθούσες καθόλου. Μιλούσαν για τον Χριστό και για τα παιδιά που θα γεννήσουν. Και κάνανε σταυρούς, προσευχές και τρώγανε. Πολύ φαγητό. Το φαγητό δεν ήταν η προτεραιότητά σου. Σού λέγανε να φας. Πώς έγινες έτσι; Βάλε μια μπουκιά στο στόμα σου. Οι αδύνατες δεν αρέσουν στους άνδρες. Όλα για τους άνδρες. Βάψου και λίγο. Χτενίσου. Φτιάξου. Φάε κάτι. Με αυτό θα τη βγάλεις. Φάε μια μπριζόλα. Να στανιάρεις. Το κρέας χρειάζεται. Είναι πολύτιμο και έχει μέσα θρεπτικά συστατικά. Θρεπτικά συστατικά. Η οικογένειά σου. Ένας κι ένας. Είσαι μια ξένη. Αγαπητή η μάνα σου. Πολυλατρεμένη. Μαυροφορεμένη και συνέχεια στωική. Σε όλα είχε μια περίεργη υπομονή. Άρρωστη. Δεν την κατάλαβες τη μάνα σου. Ούτε αυτή εσένα. Σε έκανε να νιώθεις λειψή και μοναχική. Ούτε ένα σίδερο έμαθες, ούτε να σκουπίζεις, ούτε να πλένεις. Ένα πιάτο φαΐ δεν ξέρεις να μαγειρέψεις. Ανεπρόκοπη. Και ποιος θα σε πάρει. Ανοικοκύρευτη που είσαι. Μια μόνιμη γκρίνια. Μια μόνιμη τύψη που δεν έγινες αυτό που σε προόριζαν. Αυτά τα φρικτά γεύματα. Τα Σαββατοκύριακα με συγγενείς. Και η τηλεόραση να παίζει ανοιχτή τα νέα της ημέρας. Πόσοι άνθρωποι δολοφονήθηκαν, πόσοι πέθαναν από φυσικές καταστροφές και σε ποια άκρη του κόσμου γίνεται ο μεγαλύτερος αιματηρός πόλεμος. Με το σόι. Τη φαμίλια. Τους πιο κοντινούς σου ανθρώπους. Όλα αυτά τα πρέπει. Οι κανόνες. Η συμπεριφορά. Τα υποκριτικά γέλια. Η υστερία. Και η σύγχυση. Κι όλα αυτά τα αίματα. Τα κρέατα. Τα πτώματα. Τα νεκρά στα πιάτα. Τα ανοιχτά σαλιωμένα λυσσασμένα στόματα. Τα κοφτερά δόντια. Η φρίκη. Μια τόσο φυσιολογική οικογένεια. Που έρχεται στο φαγητό κοντά. Το φαγητό τη δένει. Δεν έγινες ποτέ αυτό που θέλανε από σένα.

Οι μώλωπες δείχνουν ότι προσπάθησες. Μη στενοχωριέσαι. Πήρες αυτό που ήθελαν. Αυτό που χρειαζόσουν. Πήγες να κάνεις το καλό. Το καλύτερο. Βρήκες άνδρα. Σε πρόσεξαν οι άνδρες. Οι άνδρες είναι ο στόχος. Στους άνδρες να απευθύνεσαι. Τον βρήκες. Ήσουν τυχερή. Στους μώλωπες φαίνεται το πριν και το μετά. Στα ερωτικά σου κλάματα. Στα παράπονα. Και στη μόνιμη θλίψη που είχε στεριώσει πάνω και μέσα σου. Η μοναξιά δεύτερο πετσί σου.

Να βγάλεις τα κλειδιά από την τσάντα. Τώρα. Πρέπει να συνέλθεις. Να είσαι σωστή. Και νηφάλια. Να μιλάς ευγενικά. Να κάθεσαι προσεκτικά. Μην καπνίζεις. Μην πίνεις πολύ. Εντάξει, πιες κάτι. Όχι πολύ. Πρόσεξε πώς κάθεσαι. Σεμνά. Μην προκαλείς. Κοίτα τις άλλες κοπέλες στην ηλικία σου. Χαμογέλα. Λίγο μωρέ. Χαμογέλα πιο πολύ. Γιατί είσαι συνέχεια έτσι. Τα έχεις όλα. Τι θέλεις πια. Το βρήκες το παλληκάρι σου. Είσαι στον σωστό δρόμο. Εντάξει δεν τα κάνεις όλα τέλεια. Δεν είσαι ούτε πολύ κοντά σε αυτό που ονειρευόμασταν. Γιατί δείχνεις τόσο στενοχωρημένη; Θα κάνεις πρόωρες ρυτίδες. Έρεψες. Μήπως είσαι άρρωστη. Πήγαινε σε κανέναν γιατρό να σε δει. Οι γιατροί τα ξέρουν όλα. Θα δεις ότι θα στο πούνε κι αυτοί. Βρες έναν άνδρα. Θα σου κάνει καλό. Φάε κάτι. Το φαγητό είναι υγεία.

Ξέρεις όμως για το ατύχημα. Ατύχημα. Όχι καλό. Μέχρι και ένα μικρό παιδί το καταλαβαίνει. Τα ατυχήματα είναι κακά. Ένα ατύχημα είναι μεγάλη συμφορά. Και δεν συμβαίνουν ποτέ σε εσένα. Μόνο στους άλλους. Οι άλλοι δυστυχούν. Κι εσύ τους κοιτάς. Θέλεις να μάθεις λεπτομέρειες. Να δεις αίμα. Γιατί δεν είσαι εσύ. Είναι οι άλλοι. Και γιατί θες να μάθεις τη δυστυχία. Ακόμα περισσότερα. Τον θάνατο. Ωμό θάνατο. Να τον δεις. Πώς θα είναι. Να φτιάξεις μια εικόνα που θα σε στοιχειώνει τα βράδια πριν κοιμηθείς. Να φτιάξεις την αϋπνία σου με κάτι χειροπιαστό. Όχι. Όχι. Μπορεί να μη γίνει και τίποτα. Μπορεί να τη γλιτώσεις φθηνά. Να μην περάσεις τα κόκκινα. Να περιμένεις τα πράσινα. Και οι άλλοι το ίδιο. Να τρέχεις λίγο, αλλά όχι υπερβολικά. Και στον περιφερειακό όλα να πάνε καλά. Όλα. Να πάνε όπως πάνε πάντα. Πρίμα. Μην πιστέψεις ποτέ ότι ξέρεις τον δρόμο. Ο δρόμος είναι μια άγνωστη γραμμή για σένα. Πήγαινε προσεκτικά. Ο περιφερειακός είναι δύσκολος δρόμος. Στον περιφερειακό γίνονται όλα τα ατυχήματα. Πρόσεχε.

Βρίσκεις το αμάξι. Ανοίγεις τους καθρέφτες. Σου πέφτουν κάτω τα κλειδιά. Γελάς νευρικά. Σπαστικά σχεδόν. Κοιτάς γύρω. Δεν είναι κανείς εδώ. Κάλμαρε. Παίρνεις από κάτω τα κλειδιά. Ευτυχώς δεν βρέχει. Ο δρόμος είναι βρώμικος. Χωρίς λάσπες. Χωρίς λακκούβες. Χωρίς νερά. Ανοίγεις την πόρτα με την τρίτη φορά. Μπαίνεις μέσα. Νιώθεις την οικεία μυρωδιά του αρωματικού έλατου. Πρέπει να το πετάξεις αυτό το αρωματικό. Στο έβαλαν στο βενζινάδικο. Βρωμάει. Σου θυμίζει κάτι μέρες αναμονής σε ιατρεία. Με τον πατέρα σου. Άγιος άνθρωπος. Έγινε πριν πεθάνει. Μέχρι τότε. Ένα κάθαρμα. Στυγνό. Απερίσκεπτο. Ένα ακόμα αφεντικό. Για τη μάνα σου, για τη ζωή σου. Σωστός οικογενειάρχης. Όλα αυτά πόσο πίπες σου φαίνονται. Πόση αηδία. Γιατί δεν είσαι και συ σαν τις άλλες. Γιατί δεν τα δέχεσαι όλα έτσι. Όπως στα σερβίρουν. Στο πιάτο.

Το ξύλο είναι καλό. Το ξύλο θα σου μάθει πράματα. Οι μαμάδες πρέπει να δίνουν στα παιδιά ξύλο. Για να μάθουν. Οι μώλωπες ενισχύουν τη μνήμη. Βοηθούν το πνεύμα. Και την ακράτεια καμιά φορά. Η βία. Ω αγαπητή του κόσμου βία. Σου έρχεται να σκοτώσεις. Να πάρεις τη ζωή κάποιου. Ενός συγκεκριμένου. Θέλεις να τον βρεις. Είναι άνδρας. Παντρεμένος. Με δυο παιδιά. Ήταν εραστής σου. Και κακοποιητής σου. Βιαστής σου. Ο άνδρας της καταπληκτικής ζωής σου. Σε ποιον να το πεις; Ποιος θα το πιστέψει; Θα τον βρεις να υπογράφει. Συμβόλαια. Θα τον βρεις να κάθεται στο γραφείο του και να καπνίζει μανιακά. Λάκι στράικ. Και δική σου επιλογή ήταν. Και συ φταις. Σου χαμογέλασε. Ήσουν μια ασήμαντη σερβιτόρα. Η μάνα σου το έλεγε πόσο ασήμαντη είσαι. Δεν είσαι για τίποτα εσύ. Κι αυτό το αφεντικό. Από την πρώτη στιγμή σε στιγμάτισε. Σε είδε μικρή κι αθώα. Ήθελε να σου βάλει τον πούτσο του και να στον χώσει και να σε γαμήσει. Με το ζόρι.

Πώς θα σε προσέξουν οι άνδρες; Ε σε πρόσεξε. Σου άφησε φιλοδώρημα το διπλάσιο του καφέ του. Ερχόταν κάθε βράδυ Μετά το γραφείο. Σου χαμογελούσε. Σε έλεγε κουκλάρα. Και σου ψιθύριζε κι άλλα στο αυτί. Ήθελε να σε δει. Τι ώρα τελειώνεις τη δουλειά σου. Σε χούφτωνε κρυφά από τα άλλα αφεντικά σου. Άναβε τα τσιγάρα. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να πέφτουν. Είχε πολύ άγχος. Τα δάχτυλά του τριχωτά και κιτρινισμένα. Τα μάγουλά του γύρω από τα χείλη του ρυτιδιασμένα. Το βλέμμα του βαρύ και σκληρό. Πάντοτε σε κοίταζε ευθεία μες στα βυζιά. Ήθελε τα βυζιά σου. Να τα πάρει και να τα γαμήσει. Να γαμήσει τα βυζιά σου ήθελε. Το έβλεπες στα σάλια του που γέμιζαν τα χείλη του. Και συ ήθελες τότε κάτι από αυτόν.
Το έκανε. Του έδωσες την ευχαρίστηση. Δεν έχει σημασία πού και πότε. Έχει; Πολλά έκανε. Του επέτρεψες να τα κάνει. Στην αρχή σου άρεσε. Πες την αλήθεια. Σου άρεσε λίγο. Μην τον κατηγορείς. Δεν φταίει αυτός. Κανείς δεν φταίει. Μόνο εσύ. Είχες έναν πατέρα τέρας. Η πρώτη δεν ήσουν ούτε η τελευταία. Τη μάνα σου την έκανε ταπί στο ξύλο. Έκλαψες λίγο. Θα αλλάξει τίποτα. Έκανες κάτι όταν σε έδερνε ο άλλος ο μαλάκας; Πες μου έκανες. Όχι. Φταις τότε.

Πήγαινε τώρα στα μπαρ και πιες. Μετά οδήγα. Σκότωσε κάποιον. Τον σκότωσες. Δεν ξέρεις. Θα μάθεις. Γιατί δεν σταμάτησες. Γιατί έφυγες. Πόσα χρόνια στη φυλακή. Εγκατάλειψη θύματος. Ένδειξη αμέλειας.

Κατεστραμμένη. Οδηγάς και κοιτάς τον σταυρό στον καθρέφτη. Δεν πιστεύεις στον Χριστό. Είναι αργά να πιστέψεις; Κουνιέται πέρα δώθε. Όλα θολώνουν. Η ζωή σου είναι μια μικρή καταστροφή. Ασήμαντη. Όσο κι ανύπαρκτη για τους πολλούς. Το παρμπρίζ σου είναι θολό. Το καπό έχει βρωμιές πάνω. Το αυτοκίνητο είναι άπλυτο. Είναι ένα αυτοκίνητο συνηθισμένο. Σαν όλα τα άλλα. Παλιό. Στρογγυλωπό. Πολυχρησιμοποιημένο.

Συνεχίζεις κανονικά την πορεία. Δεν σταματάς ποτέ. Όλα θα πάνε καλά. Συνεχίζεις. Κανονικά. Ογδόντα. Ενενήντα. Εκατό. Εκατόν δέκα. Το λαμπάκι της μηχανής ανάβει. Θυμάσαι που σου έφτιαχνε η μαμά σου τα μαλλιά πλεξουδάκια. Ένα από τη μια πλευρά. Ένα από την άλλη. Τα φώτα πορείας είναι πολύ φωτεινά και σε τυφλώνουν. Κανείς δεν λέει αλήθεια. Τίποτα δεν αλλάζει στην πραγματικότητα. Ο μπαμπάς ήταν πάντοτε κακός. Η μαμά πάντοτε τον άκουγε. Έκανε ό,τι της έλεγε. Τίποτα δεν άλλαζε. Όλα μένανε τα ίδια. Και θα μείνουν τα ίδια. Για μια φορά το πιστεύεις. Το επαναλαμβάνεις μέσα σου συνέχεια. Διασωληνώσεις. Εισαγωγές. Εντατικές. Καρδιακές ανακοπές. Εγκεφαλικό μπλακ-άουτ. Παραλήρημα. Τραύματα βαριά. Βαθιά εγκαύματα. Στιγμές νοσηρές. Νοσοκομεία. Λευκά δωμάτια και γιατροί. Οροί. Μηχανήματα. Καρδιογραφήματα. Αίματα. Ο δρόμος ξεδιπλώνεται μπροστά σου. Δεν υπάρχουν όχι και μήπως και αλλά. Συνεχίζεις να πατάς το γκάζι. Να οδηγάς. Και αυτή ίσως να είναι η μόνη ελπίδα για σωτηρία. Οδηγάτε μεθυσμένες. Ίσως και να υπάρχει ελπίδα. Μην έχετε τύψεις. Παντού κυκλοφορούν νεκρά παιδιά. Δεν θα είναι η πρώτη φορά. Και μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. ΟΛΑ. Να είσαι πάντοτε χαρούμενη. Και να χαμογελάς. Να χαμογελάς.

*Από το http://frear.gr/?p=17236

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και η άβολη αναγκαιότητα της αλήθειας

Edvard Munch, Sick mood at sunset despair

Για όλα έφταιγε η 7χρονη Νεφέλη, η οποία εκείνο το πρωί είχε βάλει τον πατέρα της, κύριο Παπαδημητρίου, να ορκιστεί πως δεν θα γίνει ποτέ του ψεύτης. “Μπαμπά, για να μη γίνεις ψεύτης, δεν πρέπει να πεις ψέματα ποτέ” ήταν η αυστηρή υποσημείωση που είχε προσθέσει η Νεφέλη. ‘Ηταν τούτη η υποσημείωση ο λόγος που, όταν μετά από δύο ώρες, μια κοπέλα 15 χρόνια νεότερη του κύριου Παπαδημητρίου τού έκλεισε τον δρόμο (ενώ εκείνη είχε STOP κι εκείνος σαφέστατη προτεραιότητα), τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως απρόοπτα για τους ανυποψίαστους θεατές: Ο κύριος Παπαδημητρίου, αντί να παροτρύνει -ως συνήθως- την κοπέλα να κατευθυνθεί στην κουζίνα, αντί να κάνει μη ρεαλιστικές σεξουαλικές δηλώσεις για διάφορες θρησκευτικές προσωπικότητες, την κοίταξε στα μάτια (όπως κάνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις), την κοίταξε ενώ μπορούσες να δεις τον θυμό να στάζει από τα μάτια του (όπως μπορείς πάντα να δεις σε τέτοιες περιπτώσεις), και της ούρλιαξε κάτι διαφορετικό:

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Τρέμω για εκείνο που μπορεί να καταντήσω!”

“Tι λες βρε μαλάκα;!” απάντησε ρωτώντας η νεαρή κοπέλα, η οποία βιαζόταν να προλάβει τη συνέλευση της κομματικής της παράταξης στο πανεπιστήμιο· η δική της παράταξη είχε τις αφίσες με την καλύτερη αισθητική, και δεν ήθελε με τίποτα ν’ αργήσει.

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει!” ούρλιαξε ο κύριος Παπαδημητρίου, με ακόμα μεγαλύτερη οργή. “Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Και μακάρι τουλάχιστον να με έβρισκες όμορφο!”

Tούτη η παύση στο πρόγραμμα του κύριου Παπαδημητρίου είχε διαρκέσει αρκετά. Έστριψε με μένος το τιμόνι για να φύγει – κι ενώ το έστριβε, μουρμούρισε στον εαυτό του πως και το Rogue One: A Star Wars Story μια υπερεκτιμημένη μαλακία και μισή ήταν, και ότι έπρεπε να το είχε παραδεχτεί από την πρώτη φορά που το είδε.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και η άβολη αναγκαιότητα της αλήθειας

Για όλα έφταιγε η 7χρονη Νεφέλη, η οποία εκείνο το πρωί είχε βάλει τον πατέρα της, κύριο Παπαδημητρίου, να ορκιστεί πως δεν θα γίνει ποτέ του ψεύτης. “Μπαμπά, για να μη γίνεις ψεύτης, δεν πρέπει να πεις ψέματα ποτέ” ήταν η αυστηρή υποσημείωση που είχε προσθέσει η Νεφέλη. ‘Ηταν τούτη η υποσημείωση ο λόγος που, όταν μετά από δύο ώρες, μια κοπέλα 15 χρόνια νεότερη του κύριου Παπαδημητρίου τού έκλεισε τον δρόμο (ενώ εκείνη είχε STOP κι εκείνος σαφέστατη προτεραιότητα), τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως απρόοπτα για τους ανυποψίαστους θεατές: Ο κύριος Παπαδημητρίου, αντί να παροτρύνει -ως συνήθως- την κοπέλα να κατευθυνθεί στην κουζίνα, αντί να κάνει μη ρεαλιστικές σεξουαλικές δηλώσεις για διάφορες θρησκευτικές προσωπικότητες, την κοίταξε στα μάτια (όπως κάνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις), την κοίταξε ενώ μπορούσες να δεις τον θυμό να στάζει από τα μάτια του (όπως μπορείς πάντα να δεις σε τέτοιες περιπτώσεις), και της ούρλιαξε κάτι διαφορετικό:
“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Τρέμω για εκείνο που μπορεί να καταντήσω!”
“Tι λες βρε μαλάκα;!” απάντησε ρωτώντας η νεαρή κοπέλα, η οποία βιαζόταν να προλάβει τη συνέλευση της κομματικής της παράταξης στο πανεπιστήμιο· η δική της παράταξη είχε τις αφίσες με την καλύτερη αισθητική, και δεν ήθελε με τίποτα ν’ αργήσει.
“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει!” ούρλιαξε ο κύριος Παπαδημητρίου, με ακόμα μεγαλύτερη οργή. “Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Και μακάρι τουλάχιστον να με έβρισκες όμορφο!”
Tούτη η παύση στο πρόγραμμα του κύριου Παπαδημητρίου είχε διαρκέσει αρκετά. Έστριψε με μένος το τιμόνι για να φύγει – κι ενώ το έστριβε, μουρμούρισε στον εαυτό του πως και το Rogue One: A Star Wars Story μια υπερεκτιμημένη μαλακία και μισή ήταν, και ότι έπρεπε να το είχε παραδεχτεί από την πρώτη φορά που το είδε.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Τώρα που στήσαν τον χορό

Καθόταν με τον πατέρα της της στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη. Σούρουπο ήταν, μάλλον κάποιας Κυριακής. Σιωπηλοί κι δυο τους. Μια σιωπή που έβραζε. Ποτέ δεν ήταν εύκολη η κουβέντα μαζί του, τώρα όμως ήταν αλλιώς. Μικρές τις χάιδευε, τις έλεγε γλυκόλογα, τις φιλούσε. Αφότου άρχισαν να διαμορφώνονται γυναίκες, τις κρατούσε σε απόσταση, ενδεχομένως για να μπορεί να τις ελέγχει. Ήθελε να κερδίσει το σεβασμό κι αυτές ένιωθαν δέος και φόβο μπροστά του. Το ίδιο και τ’ αγόρια του χωριού. Τα κορίτσια του Διγενή έλεγαν και δεν τολμούσαν να τις πλησιάσουν.

Τώρα όμως η σιωπή ήταν αλλιώτικη, εκκωφαντική. Στα τελευταία καθίσματα καθόταν μια παρέα νέων αγοριών. Επέστρεφαν μάλλον στη Θεσσαλονίκη για το μεροκάματο. Αγροτόπαιδα από τα χωριά της Νιγρίτας. Το σαββατόβραδο κατέβαιναν στα χωριά τους και επέστρεφαν βραδάκι Κυριακής. Αυτή με τον μπαμπά δίπλα της έπνιγαν τις σκέψεις και τις έγνοιες τους στη σιωπή. Θα την πήγαινε στο σιδηροδρομικό σταθμό να πάρει το τρένο για Σουηδία. Μόνη της. Κοπελίτσα στα δεκαοχτώ.

Έφευγε να βρει το δρόμο της. Πρώτη φορά θ’ ανέβαινε σε τρένο. Θα την περίμενε η αδελφή της στο σταθμό της Στοκχόλμης. Της είχε γράψει ότι εκεί θα μπορούσε να πάρει φοιτητικό δάνειο για σπουδές. Τ’ αγόρια μιλούσαν ζωηρά φώναζαν σχεδόν. Μπορεί να ήταν και παρέα νέων που έφευγαν από το χωριό για να καταταχθούν στο στρατό.

Άρχισαν να τραγουδούν. Σπαρακτικά. «Τώρα που στη Μαρία μου/τώρα που στήσαν το χορό/ όλες οι βέργες είναι δω/δική μου η βέργα δε είναι δω»* Άρχισε να κλαίει. Χείμαρρος χύθηκε από μέσα της ένας παρατεταμένος γόος. Αδύνατο να τον ελέγξει. Έκλαιγε σχεδόν σε όλη τη διαδρομή. Ο μπαμπάς σιωπηλός, δεν έβγαλε κουβέντα, δεν της είπε τίποτε.

Ποιος ξέρει μπορεί κι αυτός να έκλαιγε από μέσα του. Δε θυμόταν τίποτε άλλο απ’ τη διαδρομή. Τον αποχαιρετισμό, την επιβίβαση στο τρένο. Για χρόνια ένοιωθε ενοχή. Πίστευε ότι τον είχε πονέσει βαθιά με το ανεξέλεγκτο κλάμα της. Πολύ αργότερα όταν πια κι αυτή βρέθηκε στην θέση του, απορούσε και θαύμαζε το κουράγιο του.

*«Τώρα που στήσαν τον χορό», Παραδοσιακό τραγούδι Μακεδονίας

**Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων «Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα».

Χρήστος Ζάχος, Ευθεία

«..Περπατούσαν στον κεντρικό δρόμο. Ήταν τέσσερις τα ξημερώματα. Υπήρχε κόσμος τριγύρω. Μεθυσμένοι όλοι. Ένα παλούκι πεταμένο κάπου στο πεζοδρόμιο. Ένα φανάρι μπροστά τους. “Γιατί να υπάρχουν φανάρια;”, σκέφτεται ο ένας και πιάνει το παλούκι και σπάει το κόκκινο και λίγο από το πορτοκαλί. Πιάνει ο άλλος το παλούκι και σπάει το πράσινο και αποτελειώνει το πορτοκαλί. Ήταν πραγματικά φίλοι.

Αρχίζουν και τρέχουν. Τρέχουν ανάμεσα στο πλήθος. Ένα ψυγείο με μπύρες και αναψυκτικά βρίσκεται στο δρόμο τους. Έτσι όπως τρέχουν, ο ένας από τους δυο, του ρίχνει μια και το σωριάζει κάτω. Ο άλλος του ρίχνει μια κλωτσιά και σπάει το τζάμι.

Συνεχίζουν να τρέχουν. Στα μάτια τους η καταστροφή. Δε θα γλιτώσει τίποτα που θα βρεθεί στο δρόμο τους. Δεν τολμάει να τους επιπλήξει κανείς. Δεν τολμάει να τους πλησιάσει κανείς.

Είναι νέοι. Ο ένας με μακριά καμπαρτίνα, μπότες και μαύρο τζιν. Ο άλλος με καφέ δερμάτινο μπουφάν, μπότες και μπλε ξεθωριασμένο τζιν. Ο ένας, ψηλός, μελαχρινός με κοντό μαλλί. Ο άλλος, λίγο πιο κοντός με καστανό μακρύ μαλλί.

Χάνονται στα στενά. Δεν τους ακολουθεί κανείς. Πρέπει να φύγουν. Φθάνουν στο αμάξι. Οδηγεί ο ψηλός. “Γρήγορα, πάμε!”, του φωνάζει ο άλλος. Ξεκινούν. Πορεία ευθεία. Ευθεία. Αριστερά και δεξιά, παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ευθεία. Ευθεία παρεκκλίνουσα. Χτυπάει έναν καθρέπτη από τα παρκαρισμένα. Μετά δεύτερο. Μετά τρίτο. Μετά τέταρτο. Μετά πέμπτο. Μετά όλους. Σπάει και ο δικός τους δεξής καθρέπτης. Σκάει και το μπροστινό δεξί λάστιχο. Συνεχίζουν.

«Πρέπει να αλλάξουμε λάστιχο»

«Μη σταματάς τώρα»

«Λίγο πιο κάτω. Θα μπω σε άλλο στενό»

Σταματάνε σε κάποιο φανάρι. Κάτι τους λένε δυο τύποι από ένα διπλανό αμάξι. Κατεβαίνουν κάτω. Περιμένουν ουρά τα αμάξια. Δεν κορνάρει κανείς. Λογομαχούν, αλλά δεν πέφτει ξύλο. Οι άλλοι, υποχωρούν. Οι δικοί μας, μπαίνουν στο αμάξι και απομακρύνονται δίχως να κοιτάξουν φανάρι.

Πρέπει να αλλάξουν λάστιχο. Στρίβουν σε ένα στενό και σταματάνε. Φαίνεται ήσυχα εκεί. Σκοτεινά. Βγάζουν το γρύλο, τη ρεζέρβα κι αρχίζουν να ξεσφίγγουν τα μπουλόνια. Σε λίγο ο τροχός πέφτει κάτω και τοποθετούν τη ρεζέρβα. Δεν τους παίρνει πάνω από πέντε λεπτά. Το δεξί φτερό, πόρτα, καθρέπτης και γενικά, όλη η δεξιά μεριά του αυτοκινήτου, είναι κατεστραμμένη.

«Θα μπορέσεις να οδηγήσεις μέχρι το σπίτι;»

«Θα μπορέσω»

«Είσαι σίγουρος;»

«Σίγουρος είμαι»

«Πήγαινε αργά και μην κάνεις άλλη μαλακία»

«Μη φοβάσαι, δε θα πάθουμε τίποτα»

Μπαίνουν στο αμάξι και συνεχίζουν ευθεία στον κεντρικό δρόμο. Μόνο κάτι παρκαρισμένα. Ο δρόμος είναι πλατύς. Τρέχουν χωρίς να σταματάνε σε φανάρια. Τρέχουν σε ευθεία, όλο ευθεία. Πάνω σε ένα πεζοδρόμιο, πλατύ πεζοδρόμιο, είναι παρκαρισμένο ένα αμάξι. Πηγαίνουν ευθεία, ευθεία στη μέση του δρόμου. Η πορεία τους αρχίζει και πάλι να παρεκκλίνει. Πιο πολύ. Πιο πολύ. Χάνουν τον έλεγχο. Καβαλάνε το πεζοδρόμιο με ταχύτητα μεγάλη και παρασέρνουν το παρκαρισμένο αμάξι. Αυτή τη φορά σκάνε και τα δυο λάστιχα από τη δεξιά πλευρά. Το αμάξι δεν μπορεί να συνεχίσει, αλλά ούτε κι αυτοί.

Το πρωί, απεγκλώβισαν τα πτώματα κι έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιο ατύχημα δυο μεθυσμένων. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Κανείς δεν έμαθε τι πραγματικά έγινε. Δεν τους αναγνώρισε κανείς. Ούτε αυτούς, ούτε το αμάξι. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ…»

*Από το βιβλίο «Χ-έγερση υποσυνειδήτου”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014.

Μάριος Χάκκας, Το τρίτο νεφρό

Τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, παρά μόνο με αίμα· τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ’ ένα κάποιο επίτευγμα με χαμομήλια· ασ’ τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρανυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: « Οχ, οχ! Αιμορραγώ σ’ όλο το σώμα». «Κάλπες, αφού πρόκειται για το δείκτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;» Γι αυτό και γράφουν νερόβραστα ποιήματα, πιπιλίζουν ονόματα με θαυμασμό και προσπαθούν να μοιάσουν κάποια πρότυπα τους χωρίς να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά και την κόλαση που προϋποθέτει το ποίημα. Εμ, δε γίνεται.

Κάποτε είδα ανθρώπους που τρώγανε αποβραδίς μια χαρά έχοντας την καραβάνα στα γόνατα, χρόνια τρώγανε σε τούτη τη στάση χωρίς κανένα παράπονο, και το πρωί παίρνανε μεταγωγή για το τρελοκομείο, γιατί ξαφνικά νιώσαν να σπάει η πλάτη και να πετάγεται η καρδιά προς τα έξω. «Η πλάτη μου», όλο λέγαν, «η πλάτη μου», κι έπεφτε η καραβάνα απ’ τα γόνατα αφήνοντας δυο κόμπους λάδι ανεξίτηλο λεκέ στο τσιμέντο. Μαύρισε η ψυχή κι έκανε τούτο το ρήγμα κι έφερε τούτη την πτώση, παρά την επίμονη θέληση των ανθρώπων να κρατήσουν την καραβάνα στα γόνατα.

«Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.» Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα. Αλλ’ οπωσδήποτε απ’ αυτούς κάποιος. Μ’ άλλα λόγια, αν έχεις ξοδέψει γι αυτήν την υπόθεση έστω και μια τρίχα απ’ τους όρχεις σου.

Γι αυτό: σε τάιζε η μαμά σου το αυγουλάκι σου και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο). Άντε, παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα. Οι λέξεις σου είναι κούφιες. Ναι, ξέρω, πέρασες κι ένα κοκίτη και τώρα έχεις στρυφνό προϊστάμενο που σε επιπλήττει άμα κάνεις κανένα λαθάκι. Καλά. Καλά. Κάνε μια εντριβή με οινόπνευμα και το πρωί θα είσαι περδίκι. Κοίταξε, μην κρατάς τα αέρια μέσα σου, άσε να φεύγουν προβληματισμοί κι ανησυχίες.

Τώρα που έκανα τα πνευμόνια μου μαύρα καπνίζοντας παλιοτσίγαρα το ‘να πάνω στο άλλο. Με την ίδια φωτιά, τη νεανική, πήγα κρεσέντο. Τώρα που ωρίμασα μαζί με το νεφρό μου που έσκασε καρπούζι στον ήλιο. Τώρα που το είδα χωρίς καμιά φρίκη ν’ ανοίγει τριαντάφυλλο, ούτε αίμα, ούτε τίποτα, μόνο τρακ και φάνηκε ζαχαρωμένη ντομάτα. Κοβαλτιώθηκα, μπούχτισα, τσουρουφλίστηκα ολόκληρος. Μόλις τώρα φτάνω των δασκάλων την κόλαση. Όχι εξωτερικά, λέγοντας Ρίλκε και Μπέκετ, μιμούμενος φράσεις τους, όχι. Ξεκινώντας απ’ τη δική μου ζωή, λαχαίνω τις σκέψεις μου μες τα γραφτά τους κι αυτή ας πούμε η σύμπτωση με κάνει να χαίρομαι και να σκυλιάζω ταυτόχρονα. Χαίρομαι γιατί ο δρόμος πουτράβηξα, που μόνος μου διάλεξα αν θέλετε, που η ίδια η ζωή μου καθόρισε, δεν είναι άγονος, αφού κι άλλοι, και μάλιστα δάσκαλοι φτάσαν στο ίδιο επίτευγμα, κι είναι μια απόδειξη, όπως όταν μετά σκληρό διαγώνισμα βγαίνεις και τρέχεις στις λύσεις κι είναι όλα σωστά. Απ’ την άλλη μεριά σκυλιάζω γιατί πρόλαβαν αυτοί και κατέγραψαν τον ανθρώπινο πόνο κι εγώ τώρα πρέπει να πάω πιο πέρα δίνοντας ίσως και τ’ άλλο νεφρό.

Στέκομαι συλλογισμένος κι ανοίγω φανταστικό διάλογο με τον Ρίλκε, τον Μπέκετ, τον Μίλερ Χένρι και άλλους, πεισμωμένος και τους φωνάζω, ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση. Γιατί να μην έχω κι ένα τρίτο νεφρό; Τότε, αυτήν την απέραντη απελπισία που φτάσαν οι δάσκαλοι, ίσως μπορούσα να την μετατρέψω σε κάποια ελπίδα και πίστη. Να πάρω πηλό και να πλάσω απ’ την αρχή έναν άνθρωπο, κι αυτό το παγερό στερέωμα που φέρνει σβούρα από πάνω μας τυχαία και άσκοπα να μετατρέψω σε λούνα πάρκ. Να στήσω πυγολαμπίδες πάνω στην άσφαλτο. Να κάνω τους ανθρώπους να δουν τη μεταμεσονύκτια ομορφιά των ηλεκτρικών στύλων καθώς υποκλίνονται ευγενικά στις λεωφόρους. Ίσως μπορέσω να φτάσω ξανά στις πρώτες αφέλειες συγκροτώντας μια πίστη που θα διαλύεται μόλις χάνει κανείς το νεφρό του.

Δε θέλω χρόνο. Ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση, γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν οι άλλοι, την καταγράψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παραπέρα.
Μ’ άλλα λόγια, είναι στην κυριολεξία πρόβλημα τρίτου νεφρού. Αν ήταν πρόβλημα χρόνου μονάχα, δεν είχα παρά να καταφύγω στο τεχνητό. Παίρνουν το αίμα από τη φλέβα και το διοχετεύουν στη μηχανή. Εκεί το χτυπάνε όπως το γάλα που του αφαιρούνε το βούτυρο, για να το ξαναφέρουνε καθαρότερο στην αρτηρία. Οχτώ ολόκληρες ώρες συνεχίζεται το ίδιο βιολί, δυο και τρεις φορές την εβδομάδα. Ένα μηχάνημα μέλος του σώματος σου έξω από το σώμα σου επιμηκύνει το χρόνο σου, σου δίνει παράταση για τρία, ίσως και τέσσερα χρόνια, κερδίζεις μ’ αυτό κάτι, δε λέω, μα τι να ξοδέψεις, πλαστικά σωληνάκια και φίλτρα; Βίδες, παξιμάδια και ρεύμα;

Παίρνεις μια κάποια παράταση, ίσα ίσα που προλαβαίνεις να πετάξεις ένα βιβλίο γεμάτο ούρα, ένα μπουκάλι με σκέψεις για το πώς έγινε το ναυάγιο, τον ύπουλο ύφαλο, τις απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατηθείς σε μια σαθρή σχεδία δίχως σχέδια, για το μεγάλο σαρωτικό κύμα που έρχεται. Κάποτε πλησιάζει το τέλος, γιατί κάθε φορά και περισσότερα ούρα κυκλοφορούνε στο αίμα σου. Τόσο ήτανε, λες, ρίχνεις μια τελευταία ματιά στα γραφτά σου και βάζεις τον τίτλο: Το τελευταίο μπουκάλι. Ιστορίες που μιλάνε για φλέβες και ούρα, ζαλάδες, πόνους, μιζέριες, μια επιχείρηση που κερδίζει όσο για να πληρώνει το λογιστή. Μόνο φύρα, κανένα περίσσευμα.

Αλλά εγώ που ήθελα να εκσφενδονίσω βεγγαλικά τις φράσεις, καταυγάζοντας έστω και για μια μόνη στιγμή αυτή την αιώνια νύχτα; Πώς να ηλεκτροφωτίσω το στερέωμα με μπλε, μοβ και κόκκινα αστέρια χωρίς να ξοδεύω ζωή; Μ’ αυτό το τραπέζι νεφρό;

Μιλάω για μια ποίηση από τη ζωή, όχι καλά και σώνει για τη ζωή, πολύ περισσότερο με κάποιο σκοπό. Έτσι βρίσκω την ποίηση για την ποίηση του Mallarmé, mal armé. Θα ‘θελα αυτούς που έχουν αυτό το μεράκι να ‘χουν αγγίξει έστω με το μικρό δακτυλάκι την καραβάνα της απελπισιάς, να ‘ναι, μ’ άλλα λόγια, bon armé και alarmé. Γι αυτό αναφέρθηκα στην αρχή σε κάτι φιόγκους (το αυγουλάκι τους και μάλιστα φρέσκο) που γράφουνε ανούσια ποιήματα, χάνονται μέσα στις λέξεις, γιατί δε δώσανε γι αυτή την υπόθεση σταγόνα αίμα. Δε γίνεται. Δε γίνεται.

*Από τη συλλογή διηγημάτων “Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες” (1970).