“Ted 2”

(from Peter Dahlstrand, The Home Depot, Human Side Press, 2020)

Ted was telling us about his previous employment as a secret government agent. He had been at every major conflict of the last twenty years: the first Iraq war, the Yugoslav wars, Kosovo—he was there when the Blackhawk helicopters went down in Somalia. He knew those Delta guys. He was there gathering intel. He was once in Africa on safari and got lost from his guide. Follow the river is what you are supposed to do and that is what he did. Clans of bushmen attacked Ted and he repelled their attacks. He followed the river for days and back to civilization. Did we know that he laid 100 girls during spring break 1992? No, we did not. A young blond with a huge ass walked by us toward Garden and Ted stopped talking. I laid her when I was in high school, he whispered. But Ted, she’s in her twenties and you’re almost forty? What does that got to do with anything, he replied.

Μετάφραση: Νικόλαος Τρακάκης

Ο Τεντ μας εξιστορούσε την εμπειρία του ως πρώην μυστικός κυβερνητικός πράκτορας. Ήταν εκεί σε κάθε μεγάλη σύρραξη των τελευταίων είκοσι ετών: στον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ, στη Γιουγκοσλαβία, στο Κόσοβο—ήταν εκεί όταν τα ελικόπτερα Blackhawk κατέπεσαν στη Σομαλία. Γνώριζε εκείνα τα παιδιά της ομάδας Δέλτα. Ήταν εκεί συλλέγοντας πληροφορίες. Ήταν κάποτε στην Αφρική για σαφάρι και έχασε τον ξεναγό του. Σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να ακολουθήσεις το ποτάμι και αυτό έκανε. Πατριές βουσμάνων επιτέθηκαν στον Τεντ και εκείνος απέκρουσε τις επιθέσεις τους. Ακολούθησε το ποτάμι για μέρες και επέστρεψε στον πολιτισμό. Το γνωρίζαμε ότι πήδηξε 100 κορίτσια στις φοιτητικές διακοπές της άνοιξης του 1992; Όχι, δεν το γνωρίζαμε. Μια νεαρή ξανθιά με τεράστιο κώλο μας προσπέρασε οδεύοντας προς το τμήμα κήπου και ο Τεντ σταμάτησε να μιλάει. Την πήδηξα όταν ήμουν στο λύκειο, ψιθύρισε. Μα Τεντ, είναι στα είκοσί της κι εσύ σχεδόν σαράντα. Τι σχέση έχει αυτό; απάντησε.

*Ο Peter Dahlstrand είναι συγγραφέας και εκδότης με έδρα το Ντάλας του Τέξας. Η συλλογή διηγημάτων του, The Home Depot, πήρε το όνομά του και έμπνευση από το κατάστημα λιανικής με είδη βελτίωσης κατοικιών όπου εργάστηκε για λίγο.

**O Νικόλαος Τρακάκης διδάσκει Φιλοσοφία, και γράφει και μεταφράζει ποίηση.

[Σημείωμα του μεταφραστή: Οφείλω ευχαριστίες στις Dr Konstantina Georganta και Dr Kelly Pasmatzi για την βοήθειά τους με την μετάφραση.]

Ελεάννα Ψύλλα, The Blackened Man

They say that they never existed; that they were an illusion spread by the peasants through massive hysteria. These tall, pitch blackened people that lurked in the shadows and the darkness of the woods and desolated islands forgotten from man’s sight. They say that only few uneducated and isolated people run into them among the forest moors, at the dread of the night. They say that these blackened people are evil. Legend has it that they are descendants of the vicious Moors that came to annihilate the Peloponnese and what remained on occupied Greece. Some say they are even older and they are descendants of demons stranded on earth. Whoever they may be, it said that they cause harm where ever they are seen, even as extensions of aggressive and aloof shadows of nature. Nature has such secrets hidden, gateways into the unknown worlds of the paranormal. But among superstitions could there be any truth hidden? They say that if you see them from a distance at isolated islands they throw rocks at you and curse you and within days you get gravely sick and Death comes to claim you.

I never feared the obscure, I always found comfort among the whispering trees of mysterious and obscure cemeteries. When I’d leave the big city I would lose myself among the logs and thick branches swamped in leaves in order to find what I seek, yet I do not know what it is. One dark night, when the mist was taking over and the moon and stars were nowhere to be seen. Where each night sound was like a cry from a being that was not of this world. This would have caused fear but I feared not. That night, among the trees from a distance I saw one of them, the blackened people that bring death when seen. The being was tall, black and I could not see its eyes. It was strong and terrifying yet I felt no fear. I looked straight at it and it looked straight at me. It approached me within seconds and it opened its hand as if to signal something. I was there, immobilized and with wide curious eyes. It was as if it was beckoning to me to follow it but as much as I desired to do so I remained still and silent. You should not speak to such beings or you may lose your voice and reason. It nodded and turned and left. I said in the silence of my mind ‘Farewell strange thing’. After some time I went home and gave myself to the embrace of Morpheus.

As I was in the land of the dreams, this strange being came to me and took me to a hidden part of the mystic forest. Among trees drowning in branches and dead leaves, it muttered to me that in the ground, just under the hollow tree, a secret lay. A secret treasure. It said that it was mine but it would vanish and become coal and dirt should I ever reveal this dream and secret to anyone as long as I draw breath. I placed my hands on my heart as if I was promising to keep this secret, a secret I already sword to keep hidden and take it to my grave where I would allow it to vanish in the vanity of eternity.

The morning came and the mist had covered the village. No voices, but a distant eerie song of a crow. I got dressed and went out. I went to the where the blackened person had indicated to me in my dream. I found the hollow tree drowning in endless dead leaves. I dug with my bare hands and I found a small black box. I took it into my hands and opened it and as I opened it a cold breeze rose and forced some of the dead leaves to levitate and fall again on the ground. I think I could hear a voice so strange yet so human speaking words I could not understand. The box I opened and there it was, a treasure so simple yet so beautiful. A golden chain with a round locket, with a red stone in the middle and surrounded by small green stones. I took the locket into my hand; I touched and starred at it. I looked towards the sky and whispered ‘I promise to never tell anyone of this treasure. To my grave I will take it. Thank you for your offer’. As I whispered the last phrase, I think I heard a strange human voice sighed and a weird sound of nature began to sing, it was a song so beautiful and mesmerizing yet so strange and captivating. I put the box in my bag and walked away. I had to go back and prepare, prepare to go the place of a million cages baptized as homes where supernatural beings and spirits were too afraid to enter.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Γκουλάγκ και Νταλστρόϊ

Είχαν αποφασίσει τον περιορισμό του στη φυλακή για κάτι μικρό, όπως οι αντιρρήσεις ιδεολογίας. Το επόμενο πρωί γκρέμισαν την πόρτα του σπιτιού. Τον σήκωσαν με τα σώβρακα και τη φανέλα. Έξω, είχε χιόνι μέχρι το γόνα κι εκείνος ανυπόδητος. Με κάποιον περίεργο τρόπο παρά τα βάσανα του, κατάφερε να επιβιώσει στα σιβηρικά στρατόπεδα, που διαχειριζόταν η Γκουλάγκ, τα προϊόντα εργασίας της οποίας εκμεταλλευόταν η Νταλστρόϊ. Μετέφερε βράχους ενός όρους προς τα δυτικά του στρατοπέδου. Όταν τελείωνε, τον ανάγκαζαν να μεταφέρει ξανά τους βράχους ανατολικά στην αρχική θέση του βουνού και το μαρτύριο του Άτλαντα ήταν διασκεδαστική ασχολία για τους αργόσχολους αξιωματούχους του Κόμματος. Έτσι, τον είχαν ονομάσει: Άτλαντα, που κουβάλαγε τους ουρανούς και τα ταβάνια του σοβιετικού συστήματος. Αν ο Άτλαντας έπεφτε, θα κατέρρεε και η ίδια η ΕΣΣΔ. Το γεγονός ότι ο αντιρρησίας συνείδησης τα κατάφερνε, ενώ όλοι οι προκάτοχοί του σωριάζονταν νεκροί ικετεύοντας λίγα ακόμα δευτερόλεπτα ζωής, δεν ήταν σημάδι μεταμέλειας, αλλά σπίθα ελπίδας. Θα τον τσάκιζαν στ’ αλήθεια.

Στην αρχή του πέταξαν κάτω από τη σιδερένια πόρτα του απομονωτηρίου ένα εγχειρίδιο με το θεωρητικό πλαίσιο του συστήματος. Με ένα πρόχειρο ξεφύλλισμα ανακάλυψε μία φωτογραφία του παιδιού του. Τότε μόνο, ο θάνατος άρχισε να ξεπροβάλλει σαν κρανίο στα ζυγωματικά του. Γέρασε μια ώρα αρχύτερα και η καμπούρα του, βουνό, που υψώθηκε νεκρός τιτάνας σε αιώνια θλίψη. Μα, πάλι, αν κοίταζες τα μάτια του είχαν μια μελένια ζέση και ψυχή σαν την καλοσύνη του Ηρακλή και τη δικαιοσύνη του Θησέα. Αυτό εξόργισε τους αξιωματούχους του συστήματος. Σύντομα, ο γέρος άρχισε να παραλαμβάνει φρικτά δέματα. Ανοίγοντας τα κουτιά ανακάλυπτε φωλιές από τυλιγμένα κομμάτια ρούχων. Μέσα στο αίμα ξεπρόβαλλαν μέλη του σώματος. Στην αρχή, τα μαλλιά της θυγατέρας με την κορδέλα των μαθημάτων πιάνου. Λίγες μέρες μετά, ακολούθησαν τα κουτιά με τις τρομερές οσμές. Τα δάκτυλα του σολφέζ, τα αυτιά της μουσικής, τα χείλια του τραγουδιού, τα παΐδια της αναπνοής. Ο γέρος -άψυχος- ένωνε τα κομμάτια του παιδιού του με στοργή πάνω στο λερό πάτωμα με τους αρουραίους και τα ζωύφια του Κόμματος. Προσπαθούσε -σαν να ήταν κάποιο λαϊκό παραμύθι η ζωή του- με γόους και δάκρυα στα μάγουλα να το επαναφέρει στη ζωή.

Κι όταν εν τέλει ασπάστηκε με τη βία την ιδεολογία του αίματος. Είδε για πρώτη φορά το παιδί ντυμένο με αυστηρή καπότα και δερμάτινα άρβυλα. Τίναζε από τους βραχίονες τη σκόνη του παρελθόντος. Στεκόταν μπροστά του τούμπανο και κλαρίνο, υποβάλλοντας αυτοματοποιημένο χαιρετισμό στη μαμά-κράτος.

Το μάτι ψυχρό, που ήταν το μόνο που δεν του είχαν στείλει με κουτί, δεν έβλεπε καν μπροστά του το ερείπιο του τρελού πατέρα…

Σάββατο 8/5/2021

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Ο Νικόλας (μια αληθινή ιστορία)

Το μουντό Φθινοπωριάτικο απόγευμα που ο καυτερός ήλιος αποχαιρετούσε με τις χλιαρές αχτίνες του τη μεγαλούπολη Μελβούρνη, ο Νικόλας ανέβαινε με κόπο, ένα-ένα τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας που έμενε, για να μπει στο φτωχό διαμέρισμα, που του είχε -λόγω αναπηρίας- παραχωρήσει η κρατική υπηρεσία οικισμού, να ξαπλώσει στον καναπέ του, να ξεκουραστεί. Ο Νικόλας, κουραζότανε εύκολα, έστω κι από μια βόλτα στα μαγαζιά της γειτονιάς του.

Ήταν περί τα είκοσι ταλαίπωρα άτομα, που μοιράζονταν τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας αυτής. Ο Νικόλας έμενε στον δεύτερο όροφο και ήταν κοπιαστικό το ανέβασμα. Κουβαλούσε πολύ βάρος πάνω του, που τον δυσκόλευε στην αλλαγή των βημάτων του και στις κινήσεις του.
Ήταν κοντά πάνω από ένα και ενενήντα, φαρδύς και πλατύς, με αδύναμα πόδια λόγω κάποιας δυσμορφίας από ατύχημα, που με κόπο κρατιόταν όρθιος για πολλή ώρα. Σχεδόν σε κάθε σκαλοπάτι κοντοστεκόταν και έπαιρνε βαθιές ανάσες ακουμπώντας στους τοίχους.

Εκείνο το απόγευμα, ανεβαίνοντας, κοίταζε δεξιά κι αριστερά, πάνω-κάτω, μπροστά- πίσω, με αργές κινήσεις, σαν να ´βλεπε για πρώτη και τελευταία φορά όλα τα πράγματα: ανθρώπους που φλυαρούσαν στο δρόμο, τα δέντρα που ´ριχναν τους ίσκιους τους στη γη, τα πουλιά που φτερούγιζαν, τ’ αυτοκίνητα στο δρόμο και όλα λες και τα αποχαιρετούσε. Σαν να ´λεγε αντίο στην αδιάφορη γειτονιά, που τα τελευταία είκοσι χρόνια τον ήξερε και συχνά τον συναντούσε.

Έβγαινε αραιά και που, από το διαμερισμά του, για προμήθειες και για άλλες αναγκαίες υποχρεώσεις του, κι όταν τελείωνε, γρήγορα-γρήγορα επέστρεφε στο σπίτι του, στην πολύχρονη μοναξιά του, να ξαπλώσει, να ξεκουραστεί.

Μια λερωμένη κι άστατη κουζινίτσα, ένα ξεφτισμένο σαλονάκι κι ένα σκουρόχρωμο δωματιάκι, ήταν το μίζερο κονάκι του. Δυο παλιές τηλεοράσεις, η μια πάνω στην άλλη, που δυσλειτουργούσαν με βαρείς άχαρους ήχους, ένα παλιό ράδιο, που έφερνε βραχνιασμένο το ελληνικά τραγούδια, ένας βουλιαγμένος καναπές και μια βρώμικη πολυθρόνα, ήταν τα έπιπλά του.

Τα δυο μεγάλα παράθυρα του καθιστικού του, ήταν πάντα με τα στόρια κατεβασμένα και λίγο φως έμπαινε μέσα. Οι τοίχοι, απ´ άκρη σ´άκρη ήταν καλυμμένοι με εικόνες βλοσυρών Αγίων και διάφορες αφίσες παλαιοημερολογίτικου θρησκευτικού περιεχομένου, που όλα μαζί σάλευαν απελπισμένα στις αμυδρές κιτρινιάρικες φλογίτσες του σκουριασμένου καντηλιού, που πάντα έκαιγε σε μια αραχνιασμένη γωνίτσα του σαλονιού.

Εκεί ήταν το ασκηταρειό, όπου ο Νικόλας, αποξενωμένος και διωγμένος από τη γυναίκα του και την πολυμελή οικογένεια των τεσσάρων παιδιών του, περνούσε τον καιρό του, με συντροφιά τη μοναξιά, τα τελευταία είκοσι χρόνια του. Δεν είχε φίλους και ούτε έκανε παρέα με κανέναν. Ήθελε να ζει μόνος.

Πριν καλά-καλά κλείσει τα 17 χρόνια, στο τέλος του 1964, άβγαλτος, άπειρος, έπαιρνε το δρόμο τον αγύριστο της ξενιτιάς. Ήτανε λεβεντόπαιδο ο Νικόλας. Πρώτο ανάστημα, μεγάλα κι όμορφα καστανά μάτια, κυματιστά μαλλιά και μελαχρινή επιδερμίδα. Χαρούμενο, γελαστό, αγνό παλικάρι της ελληνικής υπαίθρου, γόνος μιας αυταρχικής οικογένειας και παιδί μιας κλειστής κοινωνίας. Δοκίμαζε την τύχη του στη Μελβούρνη κάπου εκεί στο Richmond.

Παντρεύτηκε γρήγορα-γρήγορα, απέκτησε τέσσερα παιδιά αλλά λόγω ατυχήματος δεν μπορούσε να δουλέψει όπως θα ήθελε για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της πολυέξοδης οικογένειάς του. Γι’ αυτό και είχε παραιτηθεί και είχε αφήσει την τύχη του, στα χέρια της κρατικής φροντίδας…

Δεν ήταν και πολύ μεγάλος ο Νικόλας. Μόνο 56 χρονών ήταν, αλλά ήταν πολύ άρρωστος. Χοληστερίνη, σάκχαρο, μεγάλη πίεση, αρθριτικά και άλλες αρρώστιες, τον βασάνιζαν και τον είχαν καταβάλει. Δεν πολυνοιαζόταν για την υγεία του και άφηνε, όπως συνήθως έλεγε, τον εαυτό του και την τύχη του στα χέρια του Θεού.
Πριν μερικές εβδομάδες, τον είχα επισκεφτεί να του κάνω συντροφιά και να μιλήσουμε για θέματά του λόγω της δουλειάς μου. Του είχα αγοράσει και γνήσιο λιβάνι από ελληνικό μαγαζί. Είχε καταντήσει να είναι πολύ θρήσκος ο Νικόλας. Είχαν εισχωρήσει παλαιοημερολογίτες και τον είχαν κατακτήσει.

Σε συζητήσεις μας, πάντα μου μιλούσε με ζέση για τη ματαιότητα της ζωής, για τον παράδεισο των ουρανών, την αιώνια ζωή και την επικείμενη Δευτέρα παρουσία, που δεν την έβλεπε και πολύ μακριά…

Εκείνο το βράδυ, ο Νικόλας, είχε την αίσθηση ότι κάποιος ανεπιθύμητος παρείσακτος θα ερχόταν στο διαμέρισμά του, κάποιος θα τον επισκεπτόταν τη νύχτα. Κάτι σημαντικό θα του συνέβαινε, κάτι που δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Φοβήθηκε και προσπάθησε ν ´αμυνθεί με ό,τι του ήταν μπορετό. Διπλοκλείδωσε την πόρτα του, έβαλε πίσω της και την αυτοσχέδια μπάρα που ο ίδιος είχε φτιάξει.

Κοίταξε πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά, έψαξε κάτω από το κρεβάτι του και σ´ όλα τα απόκρυφα μέρη που μπορούσαν να κρύψουν κάποιον. Εκτός από μερικές θρασόμυγες στο λεκιασμένο ταβάνι, δεν υπήρχε μέσα τίποτα άλλο, καμία ζωντανή ψυχή. Έφτιαξε μια μεγάλη κούπα, νες καφέ και κατάκοπος σωριάστηκε στον φθαρμένο καναπέ του…

Έκλεισε τα κουρασμένα μάτια του και αμέσως παρουσιάστηκε σαν άγγελος φτερωτός μπροστά του, η πονεμένη μάνα του. Άπλωσε το ανάλαφρο χέρι της, του σκούπισε με το τσεμπέρι της τον ιδρώτα και του χαϊδεψε το μουσκεμένο μέτωπό του. Να και το φτωχόσπιτο του πατέρα του και πιο πέρα στον βαθύ ίσκιο της μεγάλης μουριάς τ´αδερφάκια του, να ρίχνουν χορτάρι και να ποτίζουν με τον κουβά, τις δυο τρεις γυδούλες και εκείνον τον τσινιάρη γάιδαρό τους. Να και η Δευτέρα Παρουσία πάνω απ´το κεφάλι του κι ο δίκαιος θεός με τον Υιόν του και τους αγγέλους τους, με τη ζυγαριά του, να ζυγίζει αμερόληπτος τα κρύματα των ψυχών, να τις χωρίζει δεξιά και αριστερά, άλλες να ανταμείβει και άλλες παραδειγματικά να τιμωρεί, στέλνοντάς τες στην κόλαση.

Άξαφνα, πάνω, αριστερά στον ώμο, αισθάνθηκε ένα θόρυβο, σαν κλέφτες να προσπαθούν να παραβιάσουν την πόρτα του. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να συνέλθει από την ταραχή και δέχτηκε μια γερή γροθιά στο στήθος του και, προτού προλάβει να πάρει ανάσα, δέχτηκε κι άλλες δυο πιο δυνατές.

Είπε να φωνάξει τη μάνα του: «Μάναααα, έλα με σκοτώνουνε! Γλύτωσέ με… έλα…», μα φωνή δεν έβγαινε από το ξερό λαρύγγι του. Έκανε να απλώσει το χέρι του, να πιάσει τα χέρια της που ήταν απλωμένα και τον γύρευαν, μα το χέρι του είχε παραλύσει και δεν κουνιόταν…

Ένα άλλο χτύπημα, πιο δυνατό αυτή τη φορά απ´ τα προηγούμενα, στο πάνω κορμί του αριστερά, τον αναδίπλωσε και τον πέταξε στα μπρούμυτα κάτω στο πάτωμα. Από δίπλα, στο καντηλάκι είχε σωθεί το λαδάκι του και η κίτρινη φλογίτσα τρεμόσβηνε, μέχρι που έπαιξε κανά-δυο φορές ανόρεξα. αποχαιρετώντας τα βλοσυρά πρόσωπα των Αγίων κι απότομα έσβησε μες στης νύχτας το σκοτάδι…

Προχώρησε, χωρίς να νοιάζεται η νύχτα. Οι τηλεοράσεις η μια πάνω στην άλλη, έσκουζαν βραχνιασμένες και το ράδιο έπαιζε παλιούς σκοπούς του Βαμβακάρη. Ήρθε εννιά η ώρα το πρωί και η γλυκιά φωνή της Ρένας Φραγκιουδάκη, (παραγωγός και εκφωνήτρια του 3XY Ράδιο Ελλάς), έβαλε το τραγούδι με το Νίκο Παπάζογλου «Εδώ κανείς δεν τραγουδά».

Οι συγκάτοικοι ξέγνοιαστοι ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες, οι γείτονες περνούσαν αδιάφοροι. Γέλια, φωνούλες παιδιών που πήγαιναν σχολείο, θόρυβοι και φρεναρίσματα αυτοκινήτων που έτρεχαν κάτω στο δρόμο, μα του Νικόλα, δεν του καίγονταν καρφί, κάτω στο λερωμένο πάτωμα…

Πέρασε μια μέρα, ήρθε και η άλλη κι η παρ´ άλλη, μέχρι που έγιναν έντεκα τον αριθμό. Γέμισε το σπίτι από την αποφορά της σήψης, ξεχείλισε, μέχρι που δεν τη χωρούσε άλλο κι από τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθυριών, έβγαινε με ζόρι έξω, να λευτερωθεί απ´ την κλεισούρα του σπιτιού…

Οι γείτονες πανικόβλητοι, ειδοποίησαν την αστυνομία, που με τη σειρά της ειδοποίησε την πυροσβεστική και όλοι μαζί, βρέθηκαν μπροστά σε μακάβριο θέαμα. Από σημειώματα και διευθύνσεις, βρήκαν και ειδοποίησαν την πρώην γυναίκα του, που πήγε για αναγνώριση του πρώην άντρα της, που αδίκως και σκαιώς είχε διώξει από το σπίτι τους.…

Για είκοσι ολόκληρα χρόνια, πολύ σπάνια δεχόταν επισκέψεις ο Νικόλας. Μόνον από μια κόρη του κι αυτή στη χάση και στη φέξη. Ο γιος του και τα αλλά κορίτσια του, ποτέ δεν τον είχαν επισκεφθεί και ούτε ήθελαν να ξέρουν για την ύπαρξή του. Ίσως να ´φταιγε ο ίδιος ο Νικόλας, για την απομάκρυνσή του γιου του και των άλλων παιδιών του, που φαίνεται να ζητούσαν από τον πατέρα τους, όλα όσα είναι υποχρεωμένος ο κάθε πατέρας να προσφέρει στα παιδιά του. Ο Νικόλας όμως λόγω αναπηρίας, δεν μπορούσε, γι’ αυτό στερήθηκε την αγάπη τους, αφού αναγκάστηκε να μένει μακριά τους…

Οι αρχές είπαν, ότι θα ταφεί σε κοινό τάφο, με τρεις-τέσσερις άλλους αζήτητους, λόγω έλλειψης χρημάτων.
Ω του θαύματος όμως.… Η αστυνομία, είχε βρει $7.865 μετρητά στο πορτοφόλι του Νικόλα. Ο Νικόλας, είχε προνοήσει για τα στερνά του. Σε σημείωμά του που βρήκαν μαζί με τα χρήματα έγραφε:
« … να δοθούν από χίλια δολάρια στο κάθε παιδί μου.»

Ήτανε αρχές Μαγιού του 2007, που ´ρχονταν τα χελιδόνια στην πατρίδα, που οι κάμποι πρασίνιζαν, που χαρούμενα τα πουλιά κελαηδούσαν και ερωτευόνταν στα δέντρα. Τότε,η κουρασμένη απ´ τα χρόνια ογδονταπεντάχρονη μάνα του Νικόλα, δέχτηκε την είδηση, για το φευγιό του μικρού της γιου…!

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Ο Άνθρωπος του Ύπνου

Την παλαιά εποχή τα κουνούπια ήταν διαφορετικά. Αν ήθελες να τα βρεις να τα συνθλίψεις, εκείνα καρτερικά υπέμεναν τον Γολγοθά τους, θεωρώντας μάλιστα τον μαρτυρικό τους θάνατο, τελολογικό σημείο και δώρο θεού.

Σήμερα, τα κουνούπια έχουν μια καλλιεργημένη πονηρία. Μαθημένα στο αροξόλ εξελίχθηκαν γενεαλογικά. Σε ανθεκτικές μυγοσκοτώστρες με ηλεκτροφόρο ρεύμα εναντιώθηκαν υιοθετώντας ένα καμουφλάζ σε σκούρες επιφάνειες που εξαφανίζει τη μορφή τους. Είναι αδιάφορα στα υπνωτικά που αναδύονται από θερμασμένες πλακέτες στην πρίζα. Συνήθως, είναι καλά κρυμμένα στις μονιές τους και κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Μάλιστα, επιδεικτικά κάθονται στο ταβάνι ανάποδα περιγελώντας τους πάντες στον ανάποδό τους κόσμο. Γλεντάνε να βλέπουν τα πρησμένα θύματα να χτυπιούνται και να οδύρονται μαύρα μεσάνυχτα. Νοιώθουν σαν το ασήμαντο τσιμπούρι που κάνει το λιοντάρι τον βασιλιά της Ζούγκλας να βογκάει και να χοροπηδάει στα δύο πισινά του πόδια για ψύλλου πήδημα.

Τα σημερινά κουνούπια ενεργούν υπολογιστικά, ύπουλα και καχύποπτα. Με το που θα δεχτούν το πρώτο ράπισμα, με στρατηγικούς ελιγμούς και παραπλάνηση αποφεύγουν κάθε μοιραία μάχη με ισχυρότερο εχθρό όπως ο ξύπνιος άνθρωπος που ονειρεύεται παχουλές αγελάδες. Αντιθέτως, όταν ο εχθρός κοιμάται από ανάγκη, τότε παύει η παντοδυναμία του. Θα τον χτυπήσουν ορδές κουνουπιών του Αμαζονίου την ώρα που είναι παντελώς απροετοίμαστος, δηλαδή στη μέση του ονείρου. Τότε, οι αγελάδες έχουν αρμεχθεί στο λίπος τους και αφυδατωμένες μασουλάνε στωικά τα αμπελόφυλλα του κοιμισμένου Διόνυσου σα να βρίσκονταν στα χωραφάκια του Νείλου των εξελληνισμένων αγροτών την εποχή των Πτολεμαίων. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τα κουνούπια επιτίθενται με βομβαρδιστικά και μαχητικά -βελόνας και αγκαθιού- στα ζωτικά σημεία του κοχλία και του τύμπανου του αυτιού. Θα προτιμούν πάντα τα βρέφη από τους γέροντες. Θα χλευάζουν απονήρευτους τους προγόνους τους που θέλησαν να μοιράσουν δίκαια τη φύση -σε έντομα, θηλαστικά, πτηνά και ιχθύες. Ο κόσμος ανήκε μόνο στα έντομα, πανηγυρίζανε λοιπόν, τα σύγχρονα κουνούπια συστηματικά στο πιατάκι της γλάστρας, μην αμελώντας με το βραδινό πότισμα να πολλαπλασιάσουν το μοναδικό τους είδος σε εκκολαπτήρια τέλειας αφαίμαξης.

Και στόχος πάντα ο ίδιος. Οι γυμνές αδυναμίες του δέρματος. Σκοπός να εξαλειφθεί δια παντός ο Άνθρωπος του Ύπνου…


Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Βιβλιοπωλείο “Πολιτεία”

Κατεβαίνοντας αυτήν τη σκάλα στο βιβλιοπωλείο “Πολιτεία” νοιώθεις ένα βάρος στο στήθος, την ανάγκη να πιαστείς από το κάγκελο ή τον τοίχο που θα βαστάξει το σώμα. Μία αλλαγή επιπέδου σχετικά βίαιη, αν κρίνεις από την απότομη κλίση της κλίμακας. Αν είσαι νέος αυτό συμβαίνει φυσικά. Μπορείς με ευέλικτα λυγίσματα των γονάτων να επιταχύνεις την κατάβαση και με μικρή δυσκολία στην ανάβαση. Αν δεν είσαι όμως νιος, αυτό γίνεται αργά και με προσοχή. Τότε, δίνεται η προσοχή σ’ όλες τις λεπτομέρειες: τα αποτυπώματα από τις παλάμες άλλων πελατών, σταθερής πελατείας και μη.

Στο υπόγειο της πολιτείας θα έλεγες ότι είναι τρέλα να ρίξεις τόνους βιβλίων, εκεί που ίσως κάποτε να γίνει χείμαρρος ιδεών, αν πλημμυρίσει από τα στάσιμα νερά της βούλησης, της απραγίας, της κατάθλιψης. Αντιθέτως, στο υπόγειο της Πολιτείας βρίσκονται οι ανθοί της ελληνικής και ξένης διανόησης. Βρίσκονται τοποθετημένοι σε τάξη, ανάλογα με τη συνομοταξία και το γένος, ώστε να σωθούν από τον αστικό μύλο της Άνω Πολιτείας, το αστικό τοπίο της πυκνοκατοικημένης Αθήνας.

Η πολιτεία των βιβλίων στην Ασκληπιού και Ακαδημίας είναι το βαλσαμόχορτο και το νερό της λήθης, που απαιτείται για να μπεις στη σκοτεινή Νέκυϊα των νεκρών αφηγήσεων. Διότι όλα τα βιβλία είναι συμβάντα παρελθοντικής μεθόδευσης. Εκεί, βρίσκεις τους φίλους κλαμένους, σκεπτικούς, βωβούς. Άλλοι δίχως να σε γνωρίζουν, σου ζητούν ένα βαλς, άλλοι σε τρομάζουν, έτσι γιατί το μπορούν με τα γκροτέσκα πρόσωπά τους.

Όταν είναι η ώρα της αναχώρησης, της επιστροφής στον Άνω Κόσμο, έχεις το συναίσθημα ότι πήγες στο καλύτερο ουϊσκάδικο. Βέβαια για σένα ποτήρι δεν προσφέρθηκε, κι ούτε περίσσεψε για να πιείς, να δοκιμάσεις της τέχνης τη μέθη, της γνώσης τη μέθεξη. Μόνον ευφράνθηκες των ανθών το άρωμα, των αποδημητικών άκουσες το ταξίδι και του αποστακτηρίου ένοιωσες στο πετσί την τσίκνα.

Ελεάννα Ψύλλα, The Mystic Vampyre although 

Photo supplied by the author

‘It was a dark misty night. Rain was falling violently on the frozen soil. Lord Bryan sat by the fire as it crackled, consuming with red tongues the wood that lay so calmly in its fiery belly. In his hand he held a glass of sweet red wine and on his lap was a letter from his late lover, Lady Emmanuella.
Lady Emanuella had passed away recently in a way so mysterious that even the most knowledgeable and experienced physicians were unable neither to explain nor to understand. She was found one cold misty and cloudy morning just outside her family’s private chapel. She was as pale as a ghost and all her blood seemed to have drained away, although she showed no signs of wounds, apart from two small punctures on the left side of her neck. It was believed that she was attacked by a ferocious wild animal that happened to wander onto the estate that dark and terrible night.
Questions were asked. Why was Lady Emmanuella out of bed and wandering the grounds in the dead of the night? That was a question that lingered upon Lord Bryan’s mind. What was she doing staying up so late. Every night, when everything would go silent, he would sit in his chair by the crackling fire and read her letters as this torturous question lingered on his mind.
As he was falling asleep, he heard an eerie voice calling his name: ‘Bryan. Bryan’.
Lord Bryan stirred at the sound of this voice but his heart wanted to continue listening to it. It resembled so much the voice of his late beloved Lady Emmanuella.
‘My love, where art thee?’, he murmured.
‘I am there, where you left me and where you come to visit me every day’.
‘Where at your eternal resting place?’
‘Yes, my dear Bryan. My love I am here and I am waiting for you’.
‘Wait I will come for you’.
‘I am here. Please come. Do not forget me’.
‘I will not!’
And suddenly Lord Bryan awoke from this strange dream. It was morning but the sun did not arise. Only a faded daylight broke through the thick clouds lighting up the intense fog. The fire had gone out and it was very cold. Next to him, between the arm chair and the fireplace, lay shards of broken glass. Lord Bryan got up, put on his coat and set off to the final resting place of his beloved Lady Emmannuella.
Oh my love, I dreamt that you were here. I wish it were true, he said into the silence as he walked through the lonely, leafless forest leading to the cemetery. He arrived at the bleak and solitary cemetery. The tombs covered the barren land, an occasional leafless tree silhouetted against the dark sky.. As he made his way through the forgotten tombs, he finally arrived to the resting place of Lady Emmanuella.
The candle he had lit the previous afternoon had burnt low. He took out a piece of paper, and after writing a small love letter to his beloved lady, burned it in the fading candle flame. As the love letter burnt away, he closed his eyes as his tears began to fall.
‘My love where are you?’, he whispered.
‘I am here, my dear’, a familiar voice said.
Lord Bryan looked up and could not believe his eyes. Before him stood his long lost love, Lady Emmanuella in a long white dress with embroidery of flowers and crows. She had pale skin and her lips were slightly red and her eyes were piercing blue.
‘My Lady you are alive’.
‘Alive I am not yet not dead indeed’.
‘How can that be?’
‘It is simple yet so mystic. If you follow me I will show you’, the apparition said as she offered her hand to him. Lord Bryan took her into his embrace. Suddenly he felt two deep stings on the left side of his neck. He felt his own life abandon him as he fell to the ground and the apparition kissed him with her bloody lips and whispered:
‘Soon you will be like me and together we will walk this earth every night for all eternity until we are no more’.
‘And with you I shall perish until this world is no more’, said Lord Bryan. His eyes changed colour and took on the shade if a black raven. His skin was pale and his lips slightly red, resembling Lady Emmanuella. Now he was an undead creature like her, a blood drinker that could not die unless a stake was driven through his heart. They held hand as together they vanished into the mist that lay ahead of them before the birth of the coming night.’

Λεωνίδας Καζάσης, Ιδιοτύπως

Ο Λέανδρος και ο Λέων, δύο φίλοι που καιρό είχαν να ανταμώσουν, βρέθηκαν στο σπίτι του Λέοντος, ένα σπίτι με έπιπλα παλαιά, χρώματος καφετί, με τοίχους βαμμένους, έτσι, ώστε να συνάδουν με την παλαιότητα των επίπλων, και όλα μαζί να εκπέμπουν μία τελετουργική μυστηριακή αύρα. Οι δύο φίλοι είχαν πολλά να πουν, και πολλά να ιδούν ο ένας στον άλλον. Ο Λέανδρος, αν και γυναίκα, ήταν αγόρι, έφηβος, άχνουδος με μάτια ξανθού μελιού, κοντά, καστανά ανοικτά μαλλιά, με μία σχολαστική ευγένεια αισιόδοξη. Τα μάτια του έδειχναν χαρούμενα, αλλά, πίσω από την αυλαία, περίμεναν η αγωνία, ο φόβος ότι θα μπορούσε να τον παρασύρει το πάθος μιας τρελής φυγής, που έζωνε τα στήθη του.

Ήξερε, πως μπορούσε να χαθεί μέσα στο δελεαστικό ξέφωτο του ιδιωματισμού του, γι’ αυτό ήθελε να τον ελέγχει, ο Λέανδρος, που ήταν ευεπίφορος στο καινό.

Αυτά είχε διακρίνει στον Λέανδρο, ο άλλος δια την κοινωνίαν παράταιρος, ο Λέων, γι’ αυτό τον πλησίασε την πρώτη φορά που τον είδε αλλά, και ο Λέανδρος κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο, και ανταπεκρίθη εις το κάλεσμα του Λέοντος. Ο Λέων, εφάνταζε αγριωπός, με γένι, μάτια γαλάζια, που δραπέτευαν κάθε λεπτό, την εκζήτηση αναζητώντας, μακριά από κόπους μάταιους, καθημερινότητες οδυνηρές, λάτρης του ήδεος αμετάπειστος. Ο Λέανδρος, αναγνωρίζοντας, τον Λέοντα, φοβήθηκε πως ο Λέων θα επέτεινε την επιρρέπειά του, και απεμακρύνθη από αυτόν, χωρίς να τον ξεχάσει.

Και να τώρα που μετά από προκλήσεις – προσκλήσεις του Λέοντος, βρίσκονται απέναντι ο ένας από τον άλλον, συζητώντας, πίνοντας μαυροδάφνη και βλέποντας τον Θερμαϊκό από ένα δώμα του σπιτιού του Λέοντος. Είναι Μαϊου μεσάνυχτα περασμένα, και οι δύο φίλοι, αφοσιωμένοι ο ένας στον λόγο του άλλου, αδημονούν να χορτάσουν την μακρόχρονη απουσία μορφής, βλεμμάτων, ήχων, κινήσεων. Και ενώ εγγίζει τα όρια της μέθης, η χαρά της παρουσίας και της μέθεξης των δύο στο αντάμωμά τους, και αφού λόγω ευδίας Μαγιάτικης και οίνου ζέσης, είχαν βγάλει τα υποκάμισα, ο Λέανδρος ένα λευκό, και ένα βυσσινί ο Λέων, ημίγυμνοι, φορώντας σκούρα παντελόνια, συνομιλούσαν ζωηρά εως ότου, μία βοερή σιγή κοιταγμάτων, που αντάλλαζαν ο ένας με τον άλλον, κάνει την εμφάνισή της με εντυπώσεις ανείπωτες.

Ο Λέων, κοιτούσε τον ημίγυμνο Λέανδρο, στο σφιχτό, λείο, άτριχο κορμί του. Τον κοιτούσε αμίλητα, επίμονα! τα μάτια του χίλιες λέξεις, άγγιζαν το κορμί του φίλου του, που προσπαθούσε με τα μάτια, να εμπεδώσει, να εγκολπωθεί, να αφομοιώσει με την δική του παρουσία την αδρή, το τριχωτό του στέρνο το ατίθασο. Ο Λέανδρος, εισέπραττε το νόημα των κοιταγμάτων του Λέοντος· μια φωταψία των ματιών του, που ακόμη, και το ολόγιομο φεγγάρι θα εζήλευε, ήταν η απόκριση στα βουβά κελεύσματα του φίλου του.

Η συνεύρεση βλεμμάτων διαρκούσε κι όταν από το ραδιόφωνο, σιγανά, ακούσθηκαν με την φωνή του εκ Κρήτης βάρδου, οι στίχοι του Καρυωτάκη: «Δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι λες, κι αν φούντωσαν τα στήθη, κι αν δακρύζεις, που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα, δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι ας κλαις». Τότε, τα κοιτάγματα κορυφώθηκαν, μετουσιώθηκαν σε δάκρυ στα μάτια του Λέοντος, και σε άγγιγμα του αντίχειρος του Λέανδρου, στο δάκρυ του αγριωπού φυγάδος. Αυτό το άκουσμα θύμιζε στον Λέοντα όλο το φευγιό της ζωής του, της ζητούμενης μοναξιάς. Το πρωινό τους βρήκε καθισμένους στο ανάκλιντρο, γερμένους τον έναν στον ώμο του άλλου. Ο Λέων άνοιξε τα μάτια του, και ψαύοντας του Λέανδρου τα χείλη, που μισοκοιμισμένος εμειδία, ψιθύρισε: «και για τους πλάνητες υπάρχει απάγκιο, σκέψου το».

Γιώργος Μπλάνας, από τη “Συμπαγνία” 

ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΤΗΣ 28ΗΣ ΜΑΪΟΥ του έτους 1943 και ενώ τρεις κατοχικοί στρατοί, υποστηριζόμενοι από το αναπόφευκτο αρπακτικό της προδοσίας, εργάζονταν εντατικά για τη μετατροπή της Ελλάδας σε ένα ακόμα ζωντανό μουσείο ανθρώπινης αθλιότητας ―αν υποτεθεί πως δεν ήταν ήδη τέτοιο, με αποκλειστική ευθύνη της ιθαγενούς δικτατορίας της 4ης Αυγούστου― η οικιακή βοηθός Καλή Μωραΐτη, το γένος Λαγού, ετών 22 και ήδη από πενταετίας μητέρα ενός ανησυχητικά μελαγχολικού κοριτσιού, συνάντησε στην πιο δύσβατη περιοχή της μικρής, αλλά ανεπαρκώς εξερευνημένης, καρδιάς της την επιβεβαίωση μιας οδυνηρής υποψίας, που τη συνόδευε από παιδί: ο θεός ήταν εντελώς ανήμπορος μπροστά στη συμπαιγνία των ανθρώπων με τον θάνατο.

*“Συμπαγνία”, εκδ. Κοβάλτιο, 2020.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Δύο μικρά πεζά

Stellan Morner (1896-1979), Dreamland with hearts (1939)


Είμαι μέσα στο στομάχι της φάλαινας. Θα το λέμε κήτος για να ταιριάζει με τις γραφές. Έχω μαζέψει λογιών πράγματα και έχω προετοιμαστεί για την παλίρροια και άμπωτη. Το πουλάκι για τον καθαρισμό δοντιών το έχω βάλει μέσα σε κλουβί. Όταν είμαστε στα ανοιχτά και ακούω το κήτος να παραπονιέται. Ελευθερώνω το πουλί και όταν σταματάει το ταρακούνημα επιστρέφει ξανά στο κλουβί. Είμαι μέσα στην κοιλιά του κήτους και περνώ καλά. Διαθέτω κρεβάτι. Βιβλιοθήκη με βρεγμένα βιβλία. Ένα τραπέζι για να γράφω και να σβήνω όσα σκέφτηκα και το σημαντικότερο έχω πολυθρόνα και δορυφορικό ίντερνετ. Συνδέομαι σαν Ιωνάς. Αυτό από μόνο μου αρκεί.



Όλη μέρα καθισμένη σε μια πολυθρόνα διάβαζα. Το βράδυ απ’ όλη τη γειτονιά μόνο το δικό μου καντήλι έκαιγε με επιμονή παράγοντας σοφίας τεχνάσματα και φλύαρες λογοδιάρροιες. Έβγαινε με αγωνία την επομένη η Ράνια το γραΐδιο και φώναζε της μάνας μου που δεν έζησε ποτέ εδώ. Τι έγινε έγραψε ποιήματα; Τα δημοσίευσε πουθενά; Ή…; Και κούναγε το κεφάλι της, γιατί ήξερε ήδη ότι η απάντηση περιεχόταν στον τελευταίο διαζευκτικό όρο. Κουνούσε ακόμα πιο πολύ το κεφάλι, όταν έβλεπε το σουλούπι μου από το παράθυρο. Βυθισμένο μέσα στην ίδια πολυθρόνα να διαβάζει και να γράφει. Ξαναερχόταν την επομένη και έβριζε το τρελό γραΐδιο: «Αυτή άντρα και παιδί δεν έχει; Τι τους ταΐζει; Ποιος τους μαγειρεύει και τους πλένει;» Μα ήξερα εγώ να την ξεγελώ. Είχα φτιάξει με τον νου μου καρικατούρα του εαυτού μου ίδια χάρτινη σαν του καραγκιόζη και την είχα κολλήσει πάνω στο τζάμι με τρόπο να φαίνεται ότι κάθεται πάντα στο ίδιο σημείο -ίδια προτομή ασάλευτη του Παλαμά στην οδό Ακαδημίας. Ο γήινος και χωμάτινος εαυτός μου, έτρεχε, έπεφτε και έκοβε λαχανικά. Το μυαλό μου, όμως, πάντα ήταν εκεί στη βιβλιοθήκη και στις αδειανές σελίδες, που καρτερικά γύρευε λέξεις για να τις γεμίσει με νοήματα. Από τη Ράνια έγινε γνωστό ότι στη γειτονιά υπάρχει συγγραφέας, που όλο γράφει και διαβάζει, μα ούτε ένας δεν έχει διαβάσει και ακούσει ένα δείγμα δουλειάς μου. Μήτε τους διάβαζα, μήτε απάγγελνα, μήτε δημοσίευα στις τοπικές εφημερίδες του νησιού. Κι αφού ούτε δικό μου βιβλίο έκαμα, κέρδισα ωστόσο αυστηρή αναγνώστρια τη Ράνια που με διάβαζε με το κοφτερό της μάτι σαν ανοιχτό βιβλίο. Ύστερα, σαν αρχαία ραψωδός πάνω στη βακτηρία της με διαλαλούσε κεφάλαιο-κεφάλαιο και ραψωδία-ραψωδία, με επωδό τις βρισιές προς το άτομό μου που απάγγελνε με στόμφο και τραγουδιστή φωνή σε κάθε σπίτι και γωνιά σε κάθε σοκάκι με γιαγιά. Κι έγινα έτσι ένας γυμνός μύθος της Κούλουρης, της γεροντοκρατίας, του κουτσομπολιού και της αιώνιας ανυπαρξίας.

*Δημοσιεύτηκαν στο Ποιείν: http://www.poiein.gr