Αντιγόνη Ηλιάδη, Κύριέ μου, σχώρα με

Της ξύρισε το μεταξένιο μακρύ ξανθό μαλλί της. Χάιδεψε το πορσελάνινο πρόσωπο της. Έσκυψε να τη μυρίσει. Κολόνια και αίμα. Άρχισε πρώτα να της χαράζει σταυρούς στο κρανίο με ένα ψαλίδι και μετά να της το τρυπάει μανιωδώς. Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά. Έριξε ξύδι στις πληγές της. Όταν πόνεσαν τα χέρια του, με δισταγμό πήρε ένα κουτάλι, το βούτηξε μέσα στα εντόσθια του εγκεφάλου της και έκανε να δοκιμάσει. Δεν ήταν κι άσχημο. Δεν το έκανε συνήθως, αλλά του φαινόταν τόσο ελκυστικό, αυτή τη φορά. Την τράβηξε από τις μασχάλες για να τη σηκώσει. Ήταν θεόβαρια. Τα γόνατά του τον είχαν χτυπήσει άσχημα. Τη σταύρωσε, έκοψε μία τούφα από τα μαλλιά της και την έβαλε μέσα στο καντήλι. Άναψε το κερί μπροστά στην εικόνα του βασανισμένου Χριστούλη. Έκανε τον σταυρό του, έπεσε στα γόνατα και έσκυψε το κεφάλι σε στάση υποταγής και προσευχής. Έκανε την προσευχή του δυνατά και ζήτησε συγχώρεση για το ξεστρατισμένο, έκπτωτο κορίτσι.

Έπειτα διέγραψε το προφίλ της από τον λογαριασμό του στο ίνσταγκραμ και στο φέισμπουκ, αφού έσβησε όλα τους τα μηνύματα. Έβγαλε την μπαταρία από το κινητό της και τα πέταξε και τα δύο στην ανακύκλωση. Χτύπησε το κουδούνι. Έβαλε βιαστικά το πτώμα της μαζί με τα άλλα στην αποθήκη του. Έβαλε ένα αρωματικό λεβάντας, δίπλα στη σειρά με τα υπόλοιπα αρωματικά χώρου. Ένα για κάθε κορίτσι. Είχε φτάσει στα έξι. Είχε υποσχεθεί πως στα εφτά θα σταματούσε. Εφτά τα αμαρτήματα. Καθάρισε γρήγορα τα χέρια του στο νιπτήρα του μπάνιου και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Έφτιαξε τα μαλλιά του με σπασμωδικές κινήσεις. Μισούσε να κοιτάει τον εαυτό του. Είχε πολλά σπυριά για την ηλικία του. Έβγαλε τον καθρέφτη από τη θέση του και τον έβαλε κάτω από τον νιπτήρα. Έσιαξε τον γιακά του πουκαμίσου του. Το κουδούνι ξαναχτύπησε επίμονα.

Μισάνοιξε την πόρτα. Ήταν αυτή η γειτόνισσα που τα παρακολουθούσε όλα. Η ενοχλητική κυρά Νίτσα από τον τρίτο. Γελούσε και τον κοιτούσε έντονα. Ήθελε να δει πίσω από την πλάτη του, άκουσε φασαρία. Ανησύχησε. Ναι, είχε δίκιο. Ίσως ήταν λίγο ανήσυχο το κορίτσι αυτή τη φορά. Της είπε όλα καλά, απλώς είχε βάλει μουσική να ακούσει. Όχι, δεν είχε παρέα, μόνος ήταν. Η κυρά Νίτσα δεν καταλάβαινε τη μουσική των νέων, έκανε να γελάσει. Όχι, δεν είχε βρει ακόμα ένα καλό κορίτσι. Έψαχνε, ναι. Δεν ήθελε να γνωρίσει τη Δωροθέα την κόρη του παπά. Ναι, την είχε δει, δεν του άρεσε. Η κυρά Νίτσα δεν πείστηκε πολύ, του άρχισε την πάρλα. Της έκλεισε την πόρτα στη μάπα με μια δικαιολογία και δεν της άφησε πολλά περιθώρια.

Έκανε αναζήτηση στη σελίδα του στο ίνσταγκραμ. Έψαχνε πρόστυχα κορίτσια που να δείχνουν τα μπούτια τους, το στήθος τους, να φοράνε κοντά, μικρά και λίγα ρούχα, να βάφονται έντονα και να είναι προκλητικά. Έστειλε κάποια μηνύματα.

«Πού είσαι; Μου αρέσεις. Θέλω να σε δω. Τώρα.»

Κάποιες τον αγνοούσαν επιδεικτικά, μεγάλες ψωνάρες, τις μισούσε πιο πολύ από όλες. Έμπαινε στα προφίλς τους και σκρόλλαρε ασύστολα στις φωτογραφίες τους. Τις μισούσε, τις μισούσε από τα βάθη της καρδιάς του. Κάποιες του απαντούσαν επιθετικά, κάποιες άλλες με μισόλογα. Τσουλιά, πουτάνες, φαντασμένες ανόητες. Δεν ξέρετε με ποιον έχετε να κάνετε. Αυτές που του απαντούσαν θετικά, έκαναν την τύχη τους. Κανόνιζε ραντεβού μαζί τους από το ψεύτικο προφίλ του. Τις έλεγε στην αρχή να βρεθούν κάπου έξω. Μετά προφασιζόταν μια δικαιολογία και κατέληγε πως η μόνη επιλογή ήταν να έρθουν κατευθείαν σπίτι του. Πέθανε τη θεία του, τη γιαγιά του, τη μάνα του, το γλυκούλι κόκερ σκυλάκι του και όλο του το φανταστικό σόι εκατόν πενήντα φορές. Ο Χριστός θα τον συγχωρούσε για τα ψέματα που είχε πει. Είχε ανώτερο σκοπό. Είχε διοριστεί για ιερό έργο. Στον εικονικό κόσμο όλα γίνονται και όλα είναι πιστευτά. Για καλό σκοπό έπρεπε να τις πείσει να έρθουν σπίτι του και μετά όλα γίνονταν κατά την ευχή του Θεού. Οι αμαρτωλές θα πάνε στην κόλαση, με αυτά που κάνουν. Κόλλησε να κοιτάει μία κοπέλα ένα διχτυωτό καλσόν. Μαύρο, αισθαντικό.

Οι πρόστυχες, οι σκύλες, δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχαν στο μυαλό τους. Κοίταξε το ψεύτικο προφίλ του. Δεν του άρεσε. Έκλεισε με βία τον υπολογιστή. Άνοιξε το άδειο ψυγείο του, έβγαλε το κουτί με το γάλα και ήπιε όσο είχε μείνει σχεδόν μονορούφι. Τον πήρε η μάνα του τηλέφωνο κατά τις εννιάμισι το βράδυ. Μετά το δελτίο ειδήσεων. Της είπε ότι είναι καλά. Του είπε να του στείλει παστίτσιο και σπανακόπιτα με το ΚΤΕΛ. Ναι, της είπε, αύριο θα πάει να τα πάρει. Ο πατέρας του ούρλιαζε από πίσω, «ΜΕ ΤΟΝ ΑΧΡΗΣΤΟ ΤΟΝ ΚΑΝΑΚΑΡΗ ΣΟΥ, ΤΟΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΚΟΜΑΘΕΙ. ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΠΟΥ ΤΟΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ, ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΓΟΥΣΤΑ ΤΟΥ.». Κι εκείνη του απαντούσε, «ΧΡΗΣΤΟ, το παιδί διαβάζει, τελειώνει τη σχολή του τώρα. Παιδί μου, θα σου τα στείλω εγώ αύριο, ο Θεός να σε έχει καλά, μην ακούς τον πατέρα σου.». Η μάνα του προσπαθούσε να τον καθησυχάσει. Αυτός είχε κοκκινίσει από τα νεύρα του. Έκλεισε το τηλέφωνο, έστειλε φιλιά στη μάνα του και έδωσε μία μπουνιά στον τοίχο και τον ξήλωσε.

Άνοιξε τη ντουλάπα του και έπειτα το τελευταίο συρτάρι. Σήκωσε τα σεντόνια κι ένα φύλλο τσόχας. Από κάτω, κρυμμένα καλά, ήταν κάποια από τα ρούχα των κοριτσιών. Πήρε ένα μαύρο καλσόν. Το κράτησε για πολλή ώρα στα χέρια του και το κοιτούσε. Ξάπλωσε πίσω στον καναπέ κρεβάτι του. Από κάτω, το αίμα της κοπέλας μούλιαζε το σάπιο ξύλο του πατώματος. Το πλησίασε στο πρόσωπό του και το έτριψε πάνω του. Για πολλή ώρα.

Κοίταξε τα δικά του πόδια. Σηκώθηκε και έβγαλε με φούρια τα παπούτσια του, τις κάλτσες, ξεκούμπωσε τη ζώνη, πέταξε το παντελόνι του στο πάτωμα. Ήταν έτοιμος. Έβαλε το καλσόν στα χείλη του, το φίλησε κι έπειτα δοκίμασε να το φορέσει. Το καλσόν ήταν πολύ μικρό, σκίστηκε. Μόλις έκανε το πρώτο «χρατς», εκείνος σκοτείνιασε, γούρλωσε τα μάτια. Μα τι έκανε ο ανόητος; Είχε παρασυρθεί. Είχε διαφθαρεί. Συνειδητοποίησε τι πάει να κάνει και πέταξε το καλσόν σε μία γωνία του δωματίου. Φόρεσε όπως όπως ξανά το παντελόνι του και έτρεξε να βρει μία κατσαρόλα. Έριξε οινόπνευμα μέσα στην κατσαρόλα και έβαλε μέσα το καλσόν, πιάνοντάς το λες και ήταν μολυσμένο. Έπειτα, άναψε ένα σπίρτο και του έβαλε φωτιά.

Έβαλε την κατσαρόλα μπροστά στην εικόνα του Χριστούλη και άρχισε την προσευχή του.
«Κύριέ μου, σχώρα με…».

Νίκος Βέλμος (1890-1930), Φράσεις-σπαράγματα

Νίκος Βέλμος

Στρατής Δούκας

Λίγες μόνο φράσεις-σπαράγματα, ξεδιαλεγμένες μέσα από τα 75 γράμματα που στέλνει ο Βέλμος, κατά τα έτη 1921-1923, στον Στρατή Δούκα, πριν ξεκινήσει την έκδοση του “Φραγγέλιου”. Ένας μικρός θησαυρός!

***
Ω, τι φριχτά περνάει κανείς όταν δεν έχει μια μορφή να επαναπαύει τα μάτια του, όταν σε μια μορφή που δεν μπορεί να ιδεί κλίνει όλος ο θαυμασμός του!
***
Είναι πιο φρόνιμη και πιο ήσυχη η λύπη απ’ την απελπισία.
***
Και ποιος ερωτευμένος δε νομίζει τον εαυτό του έρημο;
***
Για του άλλου την αγάπη είμαστε σοφοί, του δίνουμε συμβουλές άχρηστες, ενώ για την αγάπη μας δεν κάνουμε ούτε για μαθητές μας.
***
Δεν πρέπει να ζει κανείς χωρίς έρωτα. Εν ανάγκη πρέπει να ερωτεύεται κανείς τον εαυτό του όταν δεν έχει τίποτ’ άλλο.
***
Πρόσεξε το συμβιβασμό. Είναι επούλωση αγιάτρευτης πληγής.
***
Πάει πια, έγινε ό,τι ήθελα! Βρέθηκε ο άνθρωπος που ’κλαψε για μένα!
***
Ένας μόνο πιστός μου μένει στον κόσμο, η άψυχη φύση. Και ο εχθρός μου: η σκέψη μου.
***
Τον πόνο του άλλου πολύ δύσκολα μπορούμε να τον φορέσουμε. Είναι ένα φόρεμα που δεν ξέρουμε πώς να το βάλουμε. Είναι φόρεμα άυλο.
***
Αν μπορούσαν οι άνθρωποι να συγκρίνουν τις δυστυχίες τους τότες δε θα ’σαν δυστυχισμένοι. Επειδή δεν μπορούν να το κάνουν κάθε δυστυχία τους όσο μικρή κι αν είναι τους φαίνεται υπερβολική στο μέγεθος.
***
Η καρδιά μου ξέρει ν’ αγαπά και να ονειρεύεται να την αγαπήσουν. Τι να το κάνει το δίκαιο; Πιο δίκαιο; Η ίδια η αγάπη είναι το δίκιο που το ’χουν όσοι αγαπούν.
***
Οι άνθρωποι κουράζονται με μια ιδέα όταν δεν πολεμούνε γι’ αυτή μ’ έναν έρωτά τους.
***
Η φιλοσοφία της δικαιολογίας είναι υπέρ της διατηρήσεως της δυστυχίας.
***
Ξέρω τόσο καλά τη δυστυχία, όσον οι σχολαστικοί τα νεκρά γράμματα.
***
Η Τέχνη μόνον τότε είναι ωραία όταν βασίζεται σε μια μεγάλη ηθική.
***
Ό,τι αγαπώ έχει μέσα μου ξεπέσει, δίχως να παύω να τ’ αγαπώ.
***
Η τιμωρία που μας δίνει η φύση είναι: να πιστεύουμε πως εμείς είμαστε όλη η φύση.
***
Μέλλον ετοιμάζει ο άνθρωπος του παρελθόντος.
***
Ζωή, μόνον Ζωή. Το πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι το ξέρω• πως ζουν είναι δύσκολο.
***

*Στις φωτογραφίες Βέλμος και Δούκας ζωγραφισμένοι απ’ τον Φώτη Κόντογλου, την ίδια χρονιά, το 1923.

**Το πήραμε από τη σελίδα του Διαμαντή Καράβολα στο Facebook.

Π. Ένιγουεϊ, Μανιφέστο Κυνικού Αυτοσαρκασμού

Μικροδιήγημα του Π. Ένιγουεϊ

Υπάρχουμε από πάντα. Όπως και το κίνημά μας. Το κίνημα του Κυνικού Αυτοσαρκασμού. Εδώ απλώς συντάσσουμε τις βασικές ιδέες του.

Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός δεν έχει ουσία, όπως άλλωστε και η ζωή η ίδια (άρθρο 9).

Δεν είναι ονειρικό/ονειροπόλο κίνημα. Δεν απευθύνεται στους ευαίσθητους, στους ρομαντικούς. Είναι ένα κίνημα αγριότητας/σκληρότητας – όπως η πραγματικότητα.

Δεν ονειρευόμαστε – ποτέ. Δεν εμπιστευόμαστε κανέναν. Δεν αγαπάμε – κανέναν και τίποτε. Είμαστε κυνικοί Κυνικοί. Ασεβείς. Βέβηλοι. Διεστραμμένοι. Όχι όμως καταστροφικοί.

Δεν προσδοκούμε έναν κόσμο καλύτερο (εδώ ή κάπου αλλού, τώρα ή αργότερα) – ούτε ανάσταση νεκρών, προφανώς.

Δεν είμαστε σοβαροί – είμαστε γελοίοι – και το απολαμβάνουμε (το μόνο που από-λαμβάνουμε).

Δεν είμαστε φιλόσοφοι. Είμαστε ηλίθιοι – με οποιαδήποτε έννοια. Δεν κοιτάμε το συμφέρον μας, αλλά ούτε το δικό σας.

Δεν είμαστε Ποιητές. Μισούμε την Τέχνη. Μισούμε τους Καλλιτέχνες. Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός είναι αντικαλλιτεχνικό κίνημα πέρα ως πέρα.

Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός δεν είναι κίνημα δυσ-νόητο, αλλά α-νόητο.

Ζήτω, λοιπόν, η γελοιότητα!

Γι’ αυτό προβαίνουμε στην παρακάτω…

ΔΙΑΚΗΡηΞΗ:

1. Είμαστε ένα τίποτα.

2. Ξεκινούμε από το τίποτα για να κατακτήσουμε τα πάντα. Τίποτα περισσότερο.

3. Είμαστε υπέρ της παραπληροφόρησης/παρερμηνείας/παρεξήγησης/διαστρέβλωσης. Είμαστε διεστραμμένοι.

4. Δεν ενδιαφερόμαστε ούτε για τον άνθρωπο (μας έχει, ούτως ή άλλως, ξεγραμμένους/ διαγραμμένους), ούτε και για τη ζωή (μας). Δεν είμαστε ευαίσθητοι. Αλλά όχι αδιάφοροι.

5. Δεν μας ενδιαφέρει η ευδαιμονία – των άλλων ή η δική μας. Ποτέ δε μας ενδιέφερε. Υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από την ικανο-ποίηση.

6. Ν’ αγαπήσουμε τους άλλους, την πλάση, τον Θεό; Αστειεύεστε προφανώς. Η πλάση μια κωμωδία. Φρικαλέα.

7. Δεν είμαστε επαναστάτες. Μισούμε τους επαναστάτες – όχι όμως και την επανάσταση.

8. Δεν παρακαλάμε. Δεν ικετεύουμε. Δεν παζαρεύουμε. Δεν διεκδικούμε. Απλά πηγαίνουμε και το παίρνουμε.

9. Δεν υπάρχει ουσία στη ζωή. Όμως υπάρχει ζωή στην ουσία. Και εμείς δεν είμαστε η ουσία.

10. Δεν είμαστε ελαττωματικοί. Είμαστε σκουπίδια.

Ο συντάκτης
Δρ. Χάουζ

Θ.Δ.Τυπάλδος, Αλεξικέραυνο

Leonora Carringhton, The Magical World of the Mayas, 1964

Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός είναι νεφελώδης…
Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός έχει στο μενού του καταιγίδες…
Κεραυνοί εξαπολύουν σφοδρή επίθεση κατά των πολιτών της Πάτρας. Πέφτουν μανιασμένα πάνω στα κεφάλια των σπιτιών και στα κεραμίδια των ανθρώπων. Έντρομοι οι διαβάτες τρέχουν αλαφιασμένοι δεξιά κι αριστερά… Παντού κεραυνοί, παντού μαστίγια βροχής και οβίδες από χαλάζι, χτυπούν τα φρύδια των αγαλμάτων κι εκείνα, πέφτουν στο έδαφος, γκελλάρουν και σηκώνονται και πάλι ψηλά, λικνίζονται και ηδονίζονται μέσα στης καταιγίδας τους οργασμούς! Τι όμορφα που έρχεται το τέλος πριν ακόμη ανακαλύψουμε την αφετηρία. Κάρτες ταρώ στροβιλίζονται προς τα πάνω. Η εικόνα μιας αποσύνθεσης με γαλανά σκέλη – τι όμορφα που κεντράρουμε το τίποτα της οδύνης, εκείνο το τίποτα που ο Tzara έθεσε σε λειτουργία πριν έναν αιώνα, τώρα, γίνεται μια άμεση πραγματικότητα εντός μιας άμεσης πραγματικότητας.
Να όμως: Ένα αλεξικέραυνο ξεπετάγεται από το υπέδαφος! Ένα αλεξικέραυνο όχι αόρατο μα μη ορατό, υψώνεται, θεριεύει, πολεμά. Ο πόλεμός του, πόλεμος δικαιοσύνης, πόλεμος ανέκφραστος που εκφράζει όλα όσα κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να τιθασεύσει. Ο καιρός σήμερα ακουμπάει την τρέλα του αποδιωγμένου, του καταραμένου. Ζωγράφοι συνωστίζονται στο υψηλότερο σημείο της Πάτρας. Παρατηρούν και ζωγραφίζουν το μη ορατό αλεξικέραυνο. Στη συνέχεια κι αφού καταφέρνουν να αποδώσουν αυτό που δεν αποδίδεται ούτε από σχήματα ούτε από χρώματα, αρχίζουν και κατασπαράζουν ο ένας τον άλλον. Οι κάρτες ταρώ, τώρα έχουν φτάσει πάνω από τα υδάτινα σύνορα Πατραϊκού – Κορινθιακού κόλπου. Συναντούν τρικυμίες και συγκρούσεις πλοίων. Συμμετέχουν κι αυτές στον παροξυσμό που έχει καταβάλει τα πάντα. Το αλεξικέραυνο χαμογελά στους ανέμους.
Συνεχίζεται η οργή των καιρικών φαινομένων. Μια δημοσιογράφος που προσπαθεί να καλύψει τα ακραία αυτά φαινόμενα, δέχεται μια ριπή κεραυνού κατευθείαν στο μέτωπο, με αποτέλεσμα, να καούν τα ρούχα της και γυμνή, πεθαίνει πάνω σε ένα τραγούδι:
«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία…»*
«Μικρή μου αγάπη, σήμερα ο καιρός είναι λίγο άστατος. Πάρε μαζί σου το παλτό από το χέρι του Δία και όρμησε πάνω στα σύννεφα, πάνω στον ουράνιο θόλο. Μικρή μου αγάπη, όμορφη σαν το τομάρι του αυγερινού και σαν της ημέρας τα υπολείμματα. Μικρή μου αγάπη, σ’ αγαπώ μέσα από κατακλυσμούς και μέσα απ’ τον πρωκτό του χιονιού. Ξέρεις καλύτερα απ’ όλους τι σημαίνει η λέξη ‘απόρριψη’ και τι σημαίνει η βροχή πάνω στις σχισμές του ονείρου. Σ’ αγαπώ ενώ βρέχομαι, σ’ αγαπώ καθώς η αστραπή, βγάζει βόλτα τους μύθους και τις επιθυμίες».
Σηκώνεται αέρας – τυφώνες κι αμμοθύελλες προσκρούουν πάνω στις λεύκες. Μία αράχνη στρέφει την κοιλιά της προς τον αχανή ήλιο μιας παρεκτροπής. Όλοι οι κάτοικοι έχουν παραδώσει το πνεύμα τους και αναμένουν το αντίτιμο της υπερθέρμανσης του κλίματος: Φτιάξτε τα υπόγεια στα ρετιρέ και πετάξτε τα ρετιρέ στα τραπέζια των πτωχών! Μετατρέψτε τις έκδηλες αναθυμιάσεις του Ωρίωνα σε πρόσχαρες ομοβροντίες ευφορίας! Ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι πεθαίνουν – ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι γεννιούνται!
Ο καιρός, έχει τις μαύρες του πάνω από την Πάτρα…
Μόνο η υπερπραγματικότητα μπορεί να μας σώσει…
Μην χτυπάτε τα τζάμια των αυτοκινήτων παρά μόνο, αν είναι ώρα κοινής ησυχίας…
Για να μην το ξεχάσω, οι κάρτες ταρώ έφτασαν στην Αθήνα στις 3.15 μμ. Καλώς όρισες θυμωμένε στοχαστή. Η πατρίδα ευγνωμονούσα, κατασκευάζει μη ορατά αλεξικέραυνα σε όλη την επικράτεια. Η γιορτή συνεχίζεται αδιάκοπη, αστείρευτη, απρόσμενα υπέροχη!

*Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα

**Από εδώ: http://tdtypaldos.blogspot.com/2018/10/blog-post.html

Πασχαλιά Καραγιάννη, Ούτως ειπείν

Δεν καταφέρνω να γράψω ούτε ένα διήγημα, ούτε καν ένα ποίημα για την κρίση -για την ελληνική κρίση- διευκρίνισε η Καλίν Φλοξ Φερν στην ομήγυρη. Δε φταίει που είμαι Αγγλίδα, κάτοικος όμως Θεσσαλονίκης επί δεκαεφτά συναπτά έτη. Την πονάω τη χώρα αυτή, τη χώρα σας, είναι κομμάτι μου, είναι χώρα μου επίσης, δυστυχώ κι εγώ μαζί της και μαζί σας, αλλά ταυτόχρονα είμαι και αλλού. Υπάρχουν πολλών ειδών δυστυχίες εξάλλου. Άλλη η δυστυχία του μεροκαματιάρη σε μια χώρα φτωχή, άλλη η δυστυχία του τουρίστα που θλίβεται περιφερόμενος μέσα σ’ αυτήν. Και ως γνωστόν, υπάρχει ο εξωτερικός τουρισμός και ο εγχώριος ή εσωτερικός. Στην πραγματικότητα είχε πάρα πολλά να πει για την ελληνική κρίση η Καλίν Φλοξ Φερν. Ήταν τόσα πολλά που την έπνιγαν. Η κούρασή της ήτο τεράστια. Και ως εκ τούτου δεν κατάφερνε να πει τίποτα. Μόνο υπέμενε μια ακόμα θλιπτική συναναστροφή προσπαθώντας να συσχετιστεί με ανθρώπους που ταλανίζονταν από αγωνίες υπαρξιακές μα όχι βιοποριστικές. Που βρίσκονταν εν μέσω κρίσης αυτογνωσίας, αυτοκαθορισμού, κρίσης ταυτότητας τέλος πάντων μα όχι κρίσης επιβίωσης. Ήταν από τους τυχερούς αυτοί…

Αλλάζοντας πλευρό η Καλίν Φλοξ Φερν για να ξεφύγει από το δυσάρεστο συναίσθημα που την κατέκλυσε, άκουσε και το ξυπνητήρι να χτυπά ρυθμικά και σπαστικά, πλην όμως σωτήρια, αφού τη γλίτωσε από τα πνιγηρά συναισθήματα του ονείρου της συμμετοχής της σε μια ομάδα ανθρώπων που δεν την καταλάβαιναν, που δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα με κείνη. Αμέσως, μια σκέψη σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό της και τη βοήθησε να μαζέψει το σώμα της, που όπως κάθε μέρα είχε τις ψιλοενοχλήσεις του, τα πονάκια της μέσης ηλικίας σε κάποια οστά. Θεόσταλτο ήταν αυτό το όνειρο για σένα Καλίν, αυτοσαρκάστηκε υπομειδιώντας κατά τη συνήθειά της. Ναι, γιατί όχι; Αν γράψω μια τέτοια απλή ιστοριούλα χωρίς πολλά -πολλά, δίχως κουραστικές λεπτομέρειες δηλαδή, μπορώ κι εγώ να πάρω μέρος στο διαγωνισμό διηγήματος και να κερδίσω τη συμμετοχή μου στο σεμινάριο δημιουργικής γραφής του φθινοπώρου, χωρίς πληρωμή.

ΔΩΡΕΑΝ. Αλλιώς, πού λεφτά τώρα για τέτοια πράγματα… Διότι το όνομά της δεν ήτο καθόλου Καλίν Φλοξ Φερν και ούτε ήτο Αγγλίδα. Ήτο μια μεσήλικη Ελληνίδα, εργαζόμενη επί τριάντα δύο συναπτά έτη, που είχε πάρει στεγαστικό δάνειο προ κρίσης, τις δόσεις του οποίου δυσκολευόταν να πληρώνει τώρα, νιώθοντας τυχερή όμως που είχε δουλειά, αλλά και αφόρητα θυμωμένη που πλέον έπρεπε να τα στάζει στους γιατρούς, τώρα που άρχισαν να εκδηλώνονται τα προβλήματα υγείας, ενθυμούμενη βεβαίως πως της έχουν γίνει οι ανάλογες κρατήσεις για μια ιατρική κάλυψη που ποτέ της στο παρελθόν δεν χρειάστηκε. Θα πάω καμιά μέρα σαν το σκυλί στ’ αμπέλι σκέφτηκε, μόνη καθώς ήταν στη ζωή μ’ ένα παιδί μόνο, παιδί νεόσκλαβο, εργαζόμενο παιδί των 480 ευρώ του μήνα, παιδί πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με τα μεταπτυχιακά του, τα πολύμηνα σεμινάριά του, τις ξένες γλώσσες του, τη χρήση υπολογιστών (επεξεργασία κειμένου, υπολογιστικά φύλλα, διαδίκτυο και όλα τα σχετικά) παιχνίδι στα δάχτυλά του και 480 ευρώ στο χέρι. Κι αν πάθω κάτι ξαφνικά, τι θα γίνει το παιδί που κρέμεται από μένα; Αυτό θα είναι το σκυλί στ’ αμπέλι, όχι εγώ. Να τι είναι τα παιδιά της σύγχρονης Ελλάδας’ σκυλιά στ’ αμπέλια, μουρμούρισε με θλίψη και υπόκωφη οργή. Αυτομάτως ήρθε, υπακούοντας σ’ έναν εσωτερικό ειρμό του μπερδεμένου μυαλού της, ένα ποίημα στη σκέψη της. Ένα ποίημα για την ανθρώπινη κακία ως πηγή όλων των δεινών, μια κακία τόσο αταίριαστη με την ψυχή των σκυλιών συμπέρανε και προσπάθησε να το απαγγείλει:

Κακία ίσον οδυνηρή βλακεία
Τραμπούκικος εγωισμός.
Κουρτίνες αδιαλλαξίας.
Ορυχεία βραχώδη και βλακώδη
κοφτερής και βάναυσης ακαμψίας.
Ματωμένες πατούσες ανυπόδητες
σε δρόμους μισαλλοδοξίας.
Μικρόνοες σαρκόσαυροι
αδηφάγα κόβουν την ανάσα.

Στο βάθος-βάθος όμως η Αναστασία Φτέρη – ναι, αυτό ήταν το όνομά της- στο βάθος-βάθος λοιπόν, ήτο πλάσμα αισιόδοξο με βαθιά πίστη στον άνθρωπο και μεγάλη αγάπη για τα σκυλιά. Αυτό το «ποίημα» δεν ήταν παρά ένα πόνημα εν είδει ορισμού της κακίας, βγαλμένο απ’ την βαθύτατη στεναχώρια μιας βραδιάς, όταν ήρθε αντιμέτωπη με όσα το εν λόγω δημιούργημα περιγράφει. Όμως ο άνθρωπος– μονολογεί η Αναστασία Φτέρη- δεν είναι μόνο αυτά που αναφέρονται σ’ αυτό. Χρειάζεται πίστη στον άνθρωπο και προσπάθεια υπέρβασης του αισθήματος αδυναμίας. Γιατί, όταν και όπου ο καλός άνθρωπος νιώθει δυνατός, η ζωή με κεφαλαία γράμματα νικάει. Και ο καλός άνθρωπος γίνεται, που πάει να πει πως είναι προϊόν προσπάθειας υπερνίκησης αδυναμιών. Κάνοντας κατόπιν ένα ακόμα νοητικό άλμα, που εκτινάχτηκε απ’ το βατήρα ενός ξαφνικού και ανέλπιστου κύματος χαράς, ενθουσιωδώς αναφώνησε:« Πόσο βαθιά πιστεύω στη νέα γενιά Ελλήνων και… Βαρβάρων! Τι να κρύβεται όμως πίσω απ’ αυτό το ξαφνικό φτερούγισμα της χαράς μέσα μου; Μοιάζει με την αθώα και «άλογη» χαρά των σκυλιών, όπως την έχω γνωρίσει μέσα από τη μακρόχρονη συμβίωσή μου με τη Φλόξι, το μικρό αδέσποτο, που σαν αδέσποτη σφαίρα καλοψυχίας σταλμένη από ανθρώπινο χέρι ανεπίγνωστο ή ανάλγητο, μπήκε στην αυλή και στην καρδιά μας πριν από δεκατέσσερα χρόνια. Η Φλόξι καθημερινά μας φίλευε κροκέτες άπειρης και άλογης, ούτως ειπείν, αγάπης και ευγνωμοσύνης. Έτσι, σαν να μου φαίνεται πως, συν τω χρόνω, κάτι άρχισα κι εγώ να υποψιάζομαι απ’ αυτά τα πράγματα. Μα, στο μεσουράνημα της κρίσης η Φλόξι μου χάθηκε…». Ο μονόλογος τελειώνει με συντριβή. Μ’ ένα συναίσθημα που είναι αδύνατον να χωρέσει σε λέξεις.

Την επόμενη νύχτα η Αναστασία έχει κάποια ταραγμένα όνειρα απ’ τα οποία συγκρατεί μόνο τον αριθμό 69 που μες στον ύπνο τής καρφώθηκε στο μυαλό χωρίς να συνδέεται με τίποτα. Μετά από μέρες και αφού άρχισε να συνέρχεται κάπως από το γεγονός της αδόκητης αποχώρησης της Φλόξι– έχει περάσει ήδη ένα βασανιστικό δεκαήμερο απ’ όταν ξεψύχησε η μικρή- της έρχεται η ιδέα να ψάξει στοιχεία για τον αριθμό 69 στο διαδίκτυο.

Βρίσκει πως στα μαθηματικά είναι φυσικός, περιττός και σύνθετος αριθμός. Βρίσκει πως στην αστρονομία υπάρχει το Μεσιέ 69 που είναι ένα σφαιρωτό σμήνος, (μία σχετικώς πυκνή συγκέντρωση αστέρων με σφαιρικό ή σχεδόν σφαιρικό σχήμα, που περιφέρεται γύρω από το κέντρο ενός γαλαξία ως δορυφόρος του) σε απόσταση περίπου 30.000 ετών φωτός, στον αστερισμό Τοξότης.

Η ψυχή της γαληνεύει. Εκεί θα βρίσκεται, σκέφτεται. Ένα φωτεινό αστεράκι στο Μεσιέ 69.

«Ας μην ξεχνάμε πως τα ζώα είναι τα πρώτα θύματα του ρατσισμού», ανάγνωσε από μια αντιρατσιστική σελίδα η Καλίν Φλοξ Φερν στη γνωστή ομήγυρη. Η Καλίν που στον ξύπνιο της δεν είναι παρά μια Αναστασία, μια Αναστασία Φτέρη σαν το φτερό στον άνεμο κάποτε κάποτε, πληγείσα παντοιοτρόπως από την κρίση, όπως και πολλές άλλες Αναστασίες. «Υφίστανται μαρτύρια επειδή οι άνθρωποι θεωρούν ότι ανήκουν σε κατώτερο είδος» συνέχισε να διαβάζει. Και το κακό χειροτερεύει σε περιόδους οικονομικής κρίσης, συμπληρώνει η ίδια. Εκτός απ’ τη στάση αλληλεγγύης που αναπτύσσεται σε γνωστικούς και φιλάλληλους, σε άλλους φουντώνει ο ρατσισμός σε κοινή πλεύση με τον φασισμό.

Η γαλήνη της ψυχής της δεν κράτησε πολύ. Η Φλόξι κακοθανάτισε. Ήταν κι αυτή ένα από τα πολλά αθώα θύματα της κρίσης, ελληνικής τε και παγκόσμιας. Και οι κακοί και άδικοι θάνατοι πονάνε. «Προσδοκώ λοιπόν Ανάσταση νεκρών. Νεκρών τε και ζωντανών» καταλήγει περίλυπη.

Έχουν περάσει πια ογδόντα πέντε μέρες από το θάνατο της Φλόξι. Είναι νύχτα, 22 Ιουνίου, γύρω στις 2 π.μ. Ένα σκαντζοχοιράκι περνάει απ’ την αυλόπορτα, διασχίζει το πλακόστρωτο και σταθμεύει κάτω απ’ την καρέκλα της. Βγάζει έναν ήχο πολύ μεγάλο για το μέγεθός του. Του μιλά και τρέχει. Μπαίνει στο μικρό παρτέρι κι αρχίζει τα χρουτς χρουτς πάνω στα πεσμένα φύλλα της δάφνης. Όταν ανάβει ένα φως στην αυλή, το βλέπει ξανά, κοιτάζονται για λίγο και φεύγει βιαστικό, αλλά όχι πανικόβλητο. Είναι μικρό και δεν γνωρίζει τους κινδύνους. Μπορεί να είναι η πρώτη του νυχτερινή βόλτα. Τα σκαντζοχοιράκια γεννιούνται στις αρχές του καλοκαιριού και αρχίζουν τις μοναχικές εξερευνήσεις τους μόλις περάσει ο πρώτος μήνας της ζωής τους. Το ακολουθεί. Εκείνο στέκεται μια δυο φορές, γυρίζει το κεφαλάκι του, την κοιτάζει και συνεχίζει το δρόμο του. Χαίρεται τόσο μ’ αυτή τη γνωριμία η Αναστασία!

* Η Πασχαλιά Καραγιάννη είναι εκπαιδευτικός στο χώρο της ειδικής αγωγής, απόφοιτος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας και του Διδασκαλείου «Δημήτρης Γληνός». Γεννήθηκε στη Συκαμινέα Λάρισας. Τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη. Την πενταετία 1994-1999 εργάστηκε στο ελληνικό σχολείο του Χαράρε, πρωτεύουσας της Ζιμπάμπουε. Αυτό είναι το πρώτο της διήγημα που το εμπνεύστηκε όταν αποφάσισε να συμμετάσχει σε έναν διαγωνισμό με θέμα «Στα χρόνια της κρίσης».

**Το διήγημα και η φωτογραφία της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν αρχικά εδώ: http://fractalart.gr/outws-eipein/

Alex Antonopoulos, White marble

I had time to prepare for this; more time than the time that was needed, more time than the time that I wanted.
Apparently, the old clichés held some truth: White marble floor, white marble columns between the white marble walls, and I was walking; walking with my own two feet (was that flesh?) on the white marble floor, through the white marble columns between the white marble walls.
I finally saw. I saw Him? I saw Her? I couldn’t tell; the hair was white –apparently, the old clichés held some truth– but the face was too perfect to belong to sexes. Once upon, that tunic must have been white too; now there was only mud.
I still had a voice, and although my voice was trembling, I spoke.
“Tell me why.’’
God looked me in the eye.
Maybe I had used the wrong word.
“Or how.”
God approached a fish bowl. I hadn’t noticed the fish bowl before. Two purple fish were waiting inside. God’s gaze did not escape my gaze.
“If you send me to that other place, I will understand. I never claimed to be worthy.”
God grabbed the fish. They were writhing in God’s palm.
“Quite an image.” Was that impatience in my voice? “But we all had enough of poetry. Please, tell me.”
God’s palm turned to a fist; the fish were squashed. I hid my disgust with a sigh.
“I am tired. I have been tired since I was young. Just tell me.”
God was now licking the juices; all that had remained from the fish.
“Just tell me the meaning of life, and I’ll go. There must be some words.”
God stood still.
“Give me those words.”
With a sudden laugh, God kicked the fish bowl, smashing the glass on the white marble floor. God’s hand was slapping God’s face. A hysterical laugh.
“Please stop.” I was begging.
God was now screaming; kneeling on the wet marble floor.
“Please stop. I’ll keep on walking.”
I could swear that it was more than one scream. Some of those screams I had heard before.
“Is it this way? Should I go this way?” Everywhere, white fucking marble.
God was crying.
“Please shut – stop it.”
God was holding a gun. I hadn’t noticed the gun before.
God’s gaze did not escape my gaze.
God aimed at the head. Not my head.
God fired three shots; holy blood painted the marble. I ran to God, I grabbed God, I kneeled. I held the Creator in my arms.
I looked at the blood; the skull seemed okay. The skull was okay.
God’s voice –I could barely hear it amongst the sobs– the voice of a child:
“I can’t…”
“What?” My voice – the voice of a child. “What is it that you can’t?” I was holding the Creator in my arms.
God showed me the gun.
“I can’t make it work.”

*For more works by Alex Antonopoulos, please visit: http://www.alexantonopoulos.com

Αντιγόνη Ηλιάδη, Το μυστικό πρότζεκτ

Η Βαρβάρα είναι ένα κορίτσι που κάθεται πάντα στο τελευταίο θρανίο. Ζωγραφίζει σχεδιάκια καρδούλες παντού. Στα βιβλία, στα διαγωνίσματα, στα χέρια της, στα τετράδιά της, στο θρανίο. Το μαρκαδοράκι της είναι μαύρο και ανεξίτηλο. Πηγαίνει στο μάθημα με την μωβ τσάντα της. Πάνω έχει κολλήσει κονκάρδες με διάφορα συγκροτήματα. Της αρέσουν οι Ramones. Διαβάζει βιβλία με χαϊκού. Πηγαίνει στην βιβλιοθήκη κάθε Παρασκευή και Σάββατο. Τα δανείζεται την Παρασκευή, τα επιστρέφει το Σάββατο. Δεν έχει αδέρφια. Θα ήθελε να έχει. Να της κάνουν παρέα. Ζει με τη μαμά της. Το δωμάτιό της είναι και αποθήκη παλιών ρούχων και πραγμάτων από το προηγούμενο σπίτι τους. Το περιποιείται όμως και το κρατάει, όσο γίνεται, καθαρό. Έχει βάλει όλα τα ρούχα και τα πράματα στη μια πλευρά του δωματίου. Στην άλλη έχει αφίσα με τους Ramones και σχεδιάκια που έχει κάνει με το μαρκαδοράκι της. Ο μπαμπάς της δεν θέλει να την ξέρει. Οι γονείς της πήραν διαζύγιο, όταν η Βαρβάρα ήταν έξι χρονών. Στα δεκατέσσερά της, δεν την ενδιαφέρει πού είναι ο μπαμπάς της. Έχει αποδεχθεί πλέον την κατάσταση. Χωρίς μπαμπά είναι καλύτερα. Δεν ζηλεύει τα άλλα παιδιά. Απορεί γιατί να χρειάζονται οι μπαμπάδες.

Η μαμά της μπορεί να διαφωνεί λίγο σε αυτό. Πίνει κάποιες φορές. Αγοράζει τα μπουκάλια και τα χώνει μέσα στα λαχανικά και τα κορν φλέικς για να μη φαίνονται. Το αγαπημένο της είναι η φθηνή βότκα των Λιντλ. Η βότκα είναι διάφανη και μοιάζει με νερό. Αλλά η Βαρβάρα το βλέπει κάθε φορά το μπουκάλι. Καταλαβαίνει πότε η μαμά της πίνει και πότε όχι. Τα ξέρει όλα. Η μαμά της προσπαθεί να το κρύψει. Το φέρνει σπίτι σε πλαστική σακούλα, χωμένη μέσα στη μεγάλη τσάντα της. Κάνει μερικές δουλειές. Για να φανεί απλώς ότι κάνει κάτι. Ή για να ξεχαστεί. Φωνάζει τη Βαρβάρα και της δίνει διαταγές. Την αποκαλεί βουβάλα. Της λέει ότι δεν νοιάζεται για τίποτα μέσα στο σπίτι. Η Βαρβάρα τρέχει. Πλένει τα πιάτα. Βάζει πλυντήριο, περιμένει να τελειώσει, βγάζει τα ρούχα, τα απλώνει, περιμένει να στεγνώσουν, τα μαζεύει, τα διπλώνει, τα βάζει στη θέση τους. Η μαμά της, στο μεταξύ, λέει ότι πρέπει να πιει κάτι. Έχει κουραστεί. Ήταν δύσκολη μέρα στην δουλειά. Κάνουν συνέχεια τα ίδια πράγματα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Πρέπει να χαλαρώσει. Πίνει. Δεν κάνει φασαρίες. Κάθεται ήσυχη σαν μωρό. Βλέπει τηλεόραση, διαβάζει άρλεκιν που δεν αρέσουν στη Βαρβάρα, βγαίνει έξω καμιά φορά με τις φίλες και τους φίλους της. Κοιμάται νωρίς, γιατί δουλεύει σε ένα εργοστάσιο επίπλων. Είναι αυτή που κάνει τα ραψίματα και τα δέρματα πάνω στα έπιπλα. Η υφαντουργός. Σύντομα θα πάρουν μηχανή για να τα κάνει αυτά. Το αφεντικό της είπε ότι θα τη διώξουν. Η μαμά της Βαρβάρας περιμένει τη μηχανή. Την αντικαταστάτριά της. Θα τη διώξουν και το ξέρει. Μέχρι τότε, δουλεύει πολλές ώρες. Έχει γεράσει σε αυτή τη δουλειά. Δεν κάνει τίποτα άλλο. Δεν γελάει ποτέ. Είναι ανήσυχη και αγχώνεται συνέχεια. Φορτώνει τη Βαρβάρα συνέχεια, με δουλειές και κατηγορίες.

Η Βαρβάρα κάθεται συχνά στον καναπέ. Περιμένει συνήθως τη μαμά της από τη δουλειά. Μέχρι αυτή να έρθει, βλέπει τηλεόραση. Της αρέσουν οι εκπομπές μαγειρικής. Μερικές φορές, γράφει τις συνταγές και τις φτιάχνει. Ξέρει να μαγειρεύει φασολάκια, μπριάμ, φακές, αυγά, πατάτες γιαχνί, φυσικά μακαρόνια, φασολάδα και πάρα πολλά ακόμα. Έμαθε να μαγειρεύει από τα εννιά, γιατί η μαμά της βαριόταν. Ό,τι φτιάχνει το καταβροχθίζει με ικανοποίηση. Με μπόλικο τυρί, λάδι, αλάτι και ψωμί. Πίνει αναψυκτικά για να πίνει κάτι. Της αρέσει η κόκα κόλα. Μπορεί να πάει να αγοράσει και καμιά πάστα, αν της αφήσει χαρτζιλίκι η μαμά της.
Το ζαχαροπλαστείο στη γωνία της κεντρικής οδού, λίγο πιο κάτω από το σπίτι της, είναι το καλύτερο. Έχουν όλων των ειδών της πάστες. Και της φέρονται πολύ ευγενικά και γλυκά. Οι πωλήτριες είναι ψηλές και όμορφες. Χαμογελάνε συνέχεια και παίζει ωραία μουσική, παλιά τζαζ. Της αρέσει και η τζαζ, αλλά δεν το έχει ψάξει πολύ ακόμα. Το ζαχαροπλαστείο είναι σαν μικρός παράδεισος φτιαγμένος από ζάχαρη. Τα ράφια είναι πάντοτε γεμάτα. Σοκολατίνες, καριόκες, μπλακ φόρεστ, τσίζκεϊκ, προφιτερόλ, τουλούμπες, μπακλαβάδες, όλα τα σιροπιαστά και μπισκότα, γεμιστά, αμυγδαλωτά με κανέλα, με κομμάτια σοκολάτας, με άρωμα πορτοκάλι. Όταν η μαμά της θυμάται να της δώσει τα είκοσι ευρώ της εβδομάδας, τα δίνει όλα στα γλυκά. Τα γλυκά την κάνουν ευτυχισμένη και πλήρη. Έστω για λίγο.

Η Βαρβάρα δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει. Θα της άρεζε να κάνει ξιφασκία, αλλά δεν έχουν πολλά λεφτά. Βαριέται το σχολείο. Το σχολείο είναι χάλια. Της αρέσει να ακούει μουσική στο Mp3 της. Όλα τα παιδιά έχουν i-phones και android κι αυτή έχει ξεμείνει στο Mp3. Δεν είναι στη μόδα. Δεν έχει παρέες. Φοράει αιλάινερ, φτιάχνει τα μαλλιά της πάντοτε σε γαλλική πλεξούδα. Έχει μάθει να την κάνει μόνη της. Είδε πώς σε ένα βίντεο στο ίντερνετ. Φοράει μεγάλα και συνήθως σκούρα ρούχα, γιατί έχει μεγάλο σώμα. Αυτό είναι και το πρόβλημα. Πάντα. Όχι το δικό της. Των άλλων. Ενοχλεί. Δεν αρέσει. Δεν είναι καλό. Δεν είναι υγιεινό. Δεν είναι σωστό. Δεν είναι όμορφο. Δεν είναι ευχάριστο. Δεν είναι ευγενικό. Την κοιτάνε όλοι περίεργα κι αυτοί που δεν τις λένε τίποτα, τη λυπούνται ή χαίρονται που είναι πιο αδύνατοι. Η Βαρβάρα κοιτάει συχνά στον καθρέφτη. Νιώθει πιο άσχημα. Αλλά συνεχίζει να κοιτάει. Λέει στον εαυτό της συνέχεια ότι είναι πανκ ρόκερ και δεν την νοιάζουν αυτά. Η πανκ αποδέχεται τα φρικιά. Αυτή είναι φρικιό. Να πάνε να γαμηθούνε όλοι. Της αρέσει να φοράει μεγάλα τι σερτς με συγκροτήματα. Έχει ένα με τους Ramones, γκρι και μαλακό και δεν θέλει να σταματήσει να το φοράει. Το έχει λιώσει. Το πλένει, φοράει ένα άλλο. Και περιμένει να πλυθεί. Το στεγνώνει με το πιστολάκι και το ξαναφοράει. Συνέχεια αυτό. Γιατί λατρεύει τα μπλουζάκια με συγκροτήματα. Φοράει τσιμπιδάκια στα μαλλιά για να πιάνουν την πλεξούδα της. Και πολλά μαύρα βραχιόλια. Πλεκτά, σχοινάκια, πλαστικά. Οι καρποί της είναι γεμάτοι. Θέλει να τη λένε Judy, γιατί κι αυτή είναι πανκ ρόκερ.

Τα βράδια, ειδικά του καλοκαιριού, δυσκολεύεται να κοιμηθεί. Γι’ αυτό τρώει παραπάνω. Στο σχολείο, στα διαλείμματα κάθεται μόνη της γιατί δεν έχει παρέα. Αλλά ακούει μουσική και παρατηρεί τους άλλους. Είναι όλοι βαρετοί και πηγαινοέρχονται σαν κοιμισμένα πρόβατα. Δεν τρώει στο σχολείο κι αν το κάνει πάει στις τουαλέτες και ανοίγει το σάντουιτς ή τη σοκολάτα που έχει πάρει και κλέβει δαγκωνιές. Αν τη δούνε να τρώει θα την κοροϊδέψουν. Θα την πιάσουν επ’ αυτοφώρω. Προτιμάει να είναι διακριτική και να κρύβεται.

Ήταν μια Τετάρτη μεσημέρι, όταν η Βαρβάρα για πρώτη φορά είδε αίμα στο βρακί της. Γύρισε από το σχολείο. Άπλωσε την τσάντα της στον καναπέ κι άνοιξε την τηλεόραση. Σκόπευε να περιμένει τη μαμά της. Άνοιξε το ψυγείο πήρε μια κόκα κόλα και ένα περιοδικό και διάβασε για το πώς να αποκτήσετε σώμα παραλίας με δέκα πανέξυπνους τρόπους. Ευεξία, υγεία κι ευτυχία. Τι έκανε η Kate Moss στην πασαρέλα. Πώς να κάνετε τους άνδρες να λιώνουν για εσάς. Δέκα και ένας τρόποι για να αποκτήσετε το ιδανικό σώμα για το καλοκαίρι. Το περιοδικό δεν της άρεζε καθόλου. Της ερχόταν να ξεράσει με αυτά που διάβαζε. Διαβάστε ένα τέτοιο περιοδικό για να σας έρθει να ξεράσετε ό,τι φάγατε και θα αδυνατίσετε στο λεπτό. Η μάνα της διάβαζε μόνο σκουπίδια. Το παράτησε μετά από καμιά δεκαριά σελίδες. Έβαλε λίγο τσίλι με πατατάκια και άνοιξε τη μουσική τέρμα.

Πήγε να κατουρήσει. Ένιωθε λίγο περίεργα εκείνο το πρωινό. Κάτω της. Σαν να κατουριόταν πολύ. Σαν να γαργαλιόταν η κοιλιά της. Είδε το μπάνιο με τα ξερατά της μάνας της από το προηγούμενο βράδυ. Πήρε τη σφουγγαρίστρα και τα καθάρισε λίγο προσεκτικά. Έπειτα έφτιαξε τα μαλλιά της και τα τσιμπιδάκια της. Κατέβασε το βρακί της. Κάθισε στη λεκάνη. Ξαφνικά συνέβησαν όλα. Αίμα. Στο βρακί της, το γαλάζιο με την καρδούλα από έξω που έλεγε WEDNESDAY. Τα βρακάκια αυτά της τα είχε πάρει η μάνα της. Είχαν τις μέρες της εβδομάδας. Άρχισε να κλαίει και να πανικοβάλλεται. Ήξερε τι ήταν. Αλλά δεν το είχε ξαναδεί. Περίοδος. Όλα τα κορίτσια της ηλικίας της είχαν. Σε αυτήν είχε αργήσει. Η μαμά της δεν της είχε μιλήσει. Το είχε ψάξει στο ίντερντετ, όπως και όλα όσα δεν ήξερε. Μην φοβάσαι, έλεγαν στο φόρουμ. Φόρα σερβιέτα ή ταμπόν. Είχε δει τις οδηγίες για να είναι έτοιμη. Αλλά τώρα ήταν εκεί. Υπήρχε αίμα στο βρακί της. Κοίταξε τον καθρέφτη του μπάνιου και είδε την εαυτή της να κλαίει. Ήταν χοντρή και άσχημη. Ήταν το χειρότερο πλάσμα του κόσμου. Δεν άρεζε σε κανένα αγόρι πριν. Και τώρα που θα πέθαινε ακόμα χειρότερα. Ήλπιζε να μην πεθαίνει. Να είναι απλά η περίοδος. Ναι. Περίοδος ήταν μάλλον. Κατάπιε μετά δυσκολίας. Το αίμα βρωμούσε. Ήταν άσχημο. Δεν ήθελε να το βλέπει. Έβγαλε το βρακί της, το έβαλε στα σκουπίδια, κάτω από τα χαρτιά για να μη φαίνεται. Πήρε ένα άλλο από το δωμάτιό της, τρέχοντας. Δεν μπορούσε να ακούσει τους Ramones τώρα. Ο κόσμος της είχε διαλυθεί εντελώς.

Σκέφτηκε ότι θα την κοροϊδεύουν στο σχολείο. Ότι θα τη μυρίζουν όλοι και θα τη δείχνουν με το δάχτυλο όταν πηγαίνει στην τουαλέτα. Σκέφτηκε ότι θα είχε πολλές ασθένειες. Θα κολλούσε ίσως AIDS. Θα πέθαινε. Μπορεί να τη βίαζαν. Ή να της έκαναν κακό. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά. Η Βαρβάρα ένιωθε ξεχωριστή. Και ήταν. Για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς της ερχόταν στη μνήμη συνέχεια. Όμως δεν ήθελε να τον σκέφτεται.

Όμως θυμήθηκε. Τον καθηγητή των καλλιτεχνικών. Τον κύριο Λάμπρο. Ο κύριος Λάμπρος ήταν ένας μεσήλικας καθηγητής Γυμνασίου. Φορούσε γυαλιά στρόγγυλα σαν του Χάρι Πότερ. Ήταν ψηλός και πάρα πολύ αδύνατος. Άπλωνε συνεχώς τα χέρια του παντού και μιλούσε με περίεργα ψιλή φωνή. Του άρεσαν τα ριχτά πουκάμισα και τα στενά παντελόνια. Τον έλεγαν καλλιτέχνη, επειδή είχε κάνει εκθέσεις και ήταν διάσημος. Η Βαρβάρα τον θυμόταν πολύ καλά τον κύριο Λάμπρο. Όχι γιατί είχε κάνει εκθέσεις και είχε τη φήμη που είχε. Η Βαρβάρα τον είχε γνωρίσει, αλλά αλλιώς. Τον θυμόταν τον κύριο Λάμπρο. Θυμόταν τα πάντα που της είχε κάνει. ΘΥΜΟΤΑΝ. Της είχε πει στην αρχή πως είχε ταλέντο στα καλλιτεχνικά. Κι ότι θέλει να τη γνωρίσει περισσότερο.

Καθόταν μόνη της στο θρανίο. Δεν της είχε ξαναμιλήσει ποτέ άνδρας έτσι. Αυτός ερχόταν από πάνω της και την κοιτούσε πολλή ώρα. Καθόταν και δίπλα της καμιά φορά. Ήταν περίεργος. Την κοιτούσε έντονα. Αποκρουστικός. Γλοιώδης. Με τη βρωμερή ανάσα του να φτάνει στα ρουθούνια της. Το πόδι του να ακουμπάει επίτηδες το χέρι της. Το χέρι του να πειράζει τα μαλλιά της. Της έλεγε ότι έκανε πολύ ωραία πλεξούδα. Κανείς δεν της το είχε πει αυτό. Κανείς δεν είχε προσέξει τα μαλλιά της. Ο κύριος Λάμπρος τα πρόσεξε. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Της έβαζε είκοσι, ακόμα κι αν έκανε μια μουντζούρα. Της έλεγε ότι οι ζωγραφιές της του θυμίζουν τον Πικάσο. Φαινόταν πως λέει ψέματα. Η Βαρβάρα έκανε όντως μουντζούρες. Για να δει τι θα πει. Και πάλι τα ίδια έλεγε αυτός. Ταλέντο. Μεγάλο ταλέντο. Ήταν ψεύτης. Την πίεζε να μένει μέσα στα διαλείμματα. Και της μιλούσε όση ώρα μπορούσε. Αυτή τον κοιτούσε. Κοιτούσε τη φαλάκρα του και τα αραιά μαύρα γένια του. Τις τρίχες στη μύτη του και τα ξεραμένα χείλια του. Τον σιχαινόταν. Τον κοιτούσε έντονα και τον περιεργαζόταν.

Υπήρχαν στιγμές που ξεχνιόταν με τον κύριο Λάμπρο. Ήταν ο μόνος που της μιλούσε τόσο πολύ. Φαινόταν πως την ήθελε, πως ήθελε κάτι παραπάνω από αυτήν. Μετά από ένα μάθημα της είπε ότι πρέπει να παραμείνει κι άλλο στο σχολείο. Και ίσως αυτό να γίνεται γενικά κάποιος φορές. Έπρεπε να μείνει, της είπε. Κι αυτή τον υπάκουσε. Είχαν φύγει όλοι. Η διευθύντρια είχε δώσει την άδειά της. Ο κύριος Λάμπρος ήταν καλλιτέχνης. Χαμογελούσε με τα ολόισια δόντια του και η διευθύντρια του έδινε ό,τι της ζητούσε. Ο κύριος Λάμπρος είχε ζητήσει από τη Βαρβάρα να μείνει παραπάνω. Και η διευθύντρια το επέτρεψε. Αυτός την περίμενε. Στο τέλος του μαθήματος μείνανε μόνοι τους στην αίθουσα και δεν την άφησε να φύγει. Την έβαλε να σταθεί όρθια μπροστά του. Της έσιαξε τους ώμους. Την άγγιζε με τα χέρια του. Της είπε ότι θα κάνουν ένα πρότζεκτ.
Το πρότζεκτ ξεκίνησε. Η Βαρβάρα δεν είχε ξανακούσει τέτοιο πρότζεκτ. Ήταν η πρώτη της φορά. Δεν υπήρχαν μπογιές, δεν υπήρχαν χαρτιά, πινέλα, παλέτες και μολύβια. Υπήρχε μόνο ο κύριος Λάμπρος και τα χέρια του. Τα χέρια του στον κώλο της. Τα χέρια του στο στήθος της. Τα χέρια του στα πόδια της, στο στομάχι της, στην πλάτη της, στο πρόσωπό της. Τα χέρια του. Πάνω της. Τον σιχαινόταν.

Αλλά δεν μπορούσε να πει όχι. Δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Είχε σφηνώσει. Είχε σταματήσει. Η καρδιά της. Πονούσε το κεφάλι της. Πιεζόταν. Δεν ήξερε σε ποιον να το πει. Η μαμά της. Η μαμά της δεν μπορούσε να προσέξει τον εαυτό της. Είχε δουλειές. Είχε να σκεφτεί άλλα πράγματα. Οι κυρίες του ζαχαροπλαστείου. Ούτε αυτές. Αυτές θα το έλεγαν παντού. Θα γινόταν ρεζίλι. Δεν θα ήταν σωστό. Δεν θα ήταν. Η Βαρβάρα δεν ήταν σαν τα άλλα κορίτσια. Φοβόταν. Πολύ. Δεν ήξερε τι να κάνει. Γυρνούσε σπίτι της, κλεινόταν στο δωμάτιό της και έβαζε τέρμα τη μουσική. Ήθελε να μη σκέφτεται. Να σταματήσει εντελώς.

Το πρότζεκτ διήρκησε κάποιον καιρό. Ήταν ένα διαρκές βασανιστήριο. Μέχρι που ο κύριος Λάμπρος πήρε μετάθεση σε άλλη πόλη κι εξαφανίστηκε μια μέρα. Η αίθουσα είχε γίνει ο εφιάλτης της Βαρβάρας. Κάθε φορά που τελείωνε το σχολείο, έκανε να φύγει. Αλλά πάντα ο κύριος Λάμπρος την περίμενε στην πόρτα. Όλοι ήξεραν ότι η Βαρβάρα ζωγράφιζε για το πρότζεκτ και ότι ο κύριος Λάμπρος ήταν ο καλλιτέχνης. Η διευθύντρια έδινε στον κύριο Λάμπρο την άδειά της. Κι αυτός έλεγε στη Βαρβάρα, ότι αν πει σε κανέναν για το μυστικό πρότζεκτ, θα τη διώξει από το σχολείο και θα τη βγάλει τρελή. Της είχε δείξει τον πούτσο του και τον είχε χαϊδέψει μπροστά της. Της ζητούσε να τον χαϊδέψει. Να τον τρίψει. Ήταν μακρύς, λεπτός και πολύ άσπρος. Κάποιες φορές ήταν μαλακός και άλλες σκληρός. Τον σιχαινόταν. Ήταν μεγάλος. Σαν τη μαμά της και πιο πολύ. Τον μίσησε. Ευτυχώς, δεν έγινε τίποτα άλλο. Εκείνος πήρε μετάθεση κι έφυγε. Το πρότζεκτ δεν τελείωσε ποτέ. Πήγε αλλού. Σε άλλη. Σε άλλες. Να ξεκινήσει νέα πρότζεκτ.

Η Βαρβάρα ένιωθε προδομένη. Από την εαυτή της. Από το φύλο της. Θυμήθηκε πώς την κοίταζαν οι άλλοι. Αυτή που την αποκαλούσαν χονδρή ή φακλάνα. Αυτή που οι βλάκες τη βρίζανε για το βάρος της. Όμως αυτήν είχε επιλέξει ο κύριος Λάμπρος. Για το μυστικό του πρότζεκτ. Η Βαρβάρα από τότε που έκανε το πρότζεκτ με τον κύριο Λάμπρο δεν ήθελε να μεγαλώσει. Γίνε γυναίκα. Τόσο το καλύτερο. Συνέχεια. Όλοι το λένε. Σου λένε ψέματα. Ότι όλα θα πάνε καλά. Ότι όλα θα λειτουργήσουν. Δεν ήθελε να γίνει γυναίκα. Δεν ήθελε να είναι αυτή που ήταν. Δεν ήθελε να έχει κοιλιά και να την κοροϊδεύουν. Ήθελε να χάσει τα κιλά της. Ή να ηρεμήσει. Ήθελε να ελευθερωθεί. Όλοι ήταν ηλίθιοι. Δεν καταλάβαιναν τίποτα. Δεν ήξεραν. Τους απεχθανόταν όλους. Τα δάκρυά της τρέχανε ποτάμι. Θα έσπαγε με χαρά τον καθρέφτη. Με το σκληρό σαπούνι για το πρόσωπο. Ή την κολόνια που έκλεβε από τη μάνα της. Ή ακόμα καλύτερα το σαμπουάν που είχε για την πιτυρίδα. Ή την πέτρα που είχαν φέρει από την παραλία, μια φορά από τις έντεκα που είχαν πάει με τη μάνα της στην Επανωμή. Πήρε την πέτρα στο χέρι και την άφησε την επόμενη στιγμή. Δεν άξιζε. Τα πράγματα είναι τόσο κενά. Θα την έβριζε η μάνα της. Θα την έκανε να νιώθει ακόμα πιο άσχημα. Θα την ξέσχιζε. Κατέληξε. Θα άφηνε τον καθρέφτη έτσι και θα έκανε πως δεν βλέπει πώς είναι.

Δεν ήθελε να σκέφτεται. Μπήκε στο ντουζ κι έκανε μπάνιο με κρύο νερό. Αυτή θα γινόταν πωλήτρια σε ζαχαροπλαστείο ή ζωγράφος. Ναι. Σίγουρα. Πώς. Όλοι κάνουν όνειρα. Καμία γυναίκα δεν γίνεται αυτό που θέλει. Η κυρία Αναστασία στο ζαχαροπλαστείο ήθελε να γίνει χορεύτρια. Γνώρισε άνδρα κι έκανε παιδιά. Η μαμά της ποτέ δεν ήθελε να δουλεύει σε εργοστάσιο. Γνώρισε άνδρα κι έκανε παιδιά. Άρχισε να νιώθει αφόρητους πόνους. Ο κύριος Λάμπρος ήταν καλλιτέχνης κι έκανε πρότζεκτ. Λύγισε στα δυο, γιατί δεν άντεχε. Ήθελε να πεθάνει. Η Βαρβάρα δεν ήταν όμορφη. Οι όμορφες μόνο πηγαίνουν καλά. Οι όμορφες γίνονται ηθοποιοί και σταρ και έχουν άνδρες και δεν έχουν παιδιά. Οι όμορφες είναι πετυχημένες, στα περιοδικά, στον κόσμο, στο σούπερ μάρκετ, στις διαφημίσεις, στις ταινίες. Παντού. Όμορφες παντού.

Η Βαρβάρα είναι μικρή. Και δεν θέλει ποτέ να μεγαλώσει.