Αλέξης Αντωνόπουλος, Εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά

Μπορεί ο ήλιος να έχει δύσει, μα η κουζίνα είναι πιο φωτεινή από ποτέ: Τα γέλια είναι περισσότερα κι από τις μυρωδιές.

Η μαμά, βλέπεις, δείχνει στον Θανάση πώς να μαγειρεύει. Μπορεί ο Θανάσης να θέλει ακόμα έντεκα χρόνια μέχρι να γίνει ενήλικας, αλλά η μαμά του Θανάση είναι σοφή και ξέρει: Δεν χρειάζεται να έχεις ανάγκη να κάνεις κάτι για ν’ αξίζει να το κάνεις· πολλές φορές η ζωή βρίσκει το νόημα της ενώ κάνουμε εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά.

Τη στιγμή που η μαμά είναι έτοιμη να δώσει στον Θανάση μια κουταλιά από τη σάλτσα, ο Θανάσης κλείνει γελώντας τα φώτα της κουζίνας και κρύβεται στο σκοτεινό σαλόνι. Το σαλόνι είναι μεγάλο, με πολλές κρυψώνες· και μόλις η μαμά του τον βρει, θα συνεχίσουν μαζί τη μαγειρική.

Ο Θανάσης είναι εφτά χρονών, κι όταν είσαι εφτά χρονών η αίσθηση του χρόνου είναι πιο σχετική από ποτέ – όμως ακόμα κι ένας ενήλικας θα ένιωθε ότι μπόλικος χρόνος είχε περάσει, και η μαμά δεν ερχόταν να βρει τον μικρό μας φίλο.

Έτσι, ο Θανάσης πλησιάζει την κουζίνα – κατευθυνόμενος κατευθείαν προς τον διακόπτη που θα κάνει το δωμάτιο ξανά φωτεινό· και να σου η μαμά, πριν καν προλάβει ο Θανάσης ν’ ανάψει τα φώτα: Του δίνει ένα σκαστό φιλί στον ώμο, και τρέχει να κρυφτεί με τη σειρά της στο σαλόνι.

Ο Θανάσης γελάει. Ο Θανάσης γελάει, γιατί για το ανθρώπινο μυαλό κάποια πράγματα ποτέ δεν θα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Ο Θανάσης γελάει γιατί ήταν η μαμά του που του φίλησε τον ώμο και που τώρα τον περιμένει κρυμμένη στο σαλόνι. Ο Θανάσης γελάει γιατί εκείνη η σκιά στο πάτωμα της κουζίνας δεν είναι το πτώμα της μητέρας του με σχισμένο τον λαιμό. Δεν υπάρχει αίμα.

Ο Θανάσης γελάει· γιατί τα παιδιά πάντα πρέπει να γελάνε ενώ παίζουνε κρυφτό.

Ζωή Καραπατάκη, Οι απρόσκλητες

Η πραγματικότητα είναι εκεί και σε περιμένει, θέλει να αλλάξει, άλλαξέ την.
Μπ. Μπρεχτ

Είναι λίγος καιρός τώρα που μια κυρία με καφέ ταγιέρ και μαύρες γόβες έχει θρονιαστεί στο καθιστικό μας και από τότε μένει εκεί ασάλευτη χωρίς να μετακινείται καθόλου. Πώς γίνεται;

Μπήκε ξαφνικά χωρίς να την περιμένουμε. Ήταν ένα κυριακάτικο πρωί και πιο ανέμελοι από τις άλλες μέρες παίρναμε το πρωινό μας, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε χωρίς καν να κοιτάξει γύρω της, να χαιρετήσει κανέναν. Επί πλέον, δεν απαντούσε σε καμιά ερώτησή μας: πώς τη λένε, γιατί ήρθε, πόσο θα μείνει.

Παρέμενε αδιάφορη σε όλες τις ερωτήσεις λες και ήταν μόνη της. Από τότε, θέλοντας και μη, την έχουμε μαζί μας. Καθόμαστε στον καναπέ και κάνουμε σαν να μην είναι δίπλα μας προσπαθούμε να μην την ακουμπάμε, κάνουμε σαν να μην υπάρχει -τρόπος του λέγειν δηλαδή – εξακολουθούμε να βλέπουμε τηλεόραση, να μιλάμε, να τρώμε κάνοντας τέλος πάντων ό τι και πριν έλθει .Όχι βέβαια πως νιώθουμε άνετα. Κάθε άλλο. Αλλά τί να κάνουμε; Έκατσε στο σβέρκο μας που λέει και ο λαός. Ενόσω κουβεντιάζουμε αυτή κοιτάει έξω μ’ ένα αινιγματικό και ανεξιχνίαστο ύφος θα έλεγα. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της σα να έχουν σβηστεί κάπως όπως αυτά των αμερικανών προέδρων που είναι σκαλισμένα στα ιερά βράχια των Ινδιάνων Λακότα στην Αμερική αφότου οι επήλυδες τους πήραν τα εδάφη τους. Όταν όμως την ακουμπήσουμε, κατά λάθος πάντα, διαπιστώνουμε ότι η θερμοκρασία της παραμένει φυσιολογική.

Έχουμε βρει λοιπόν μεγάλο μπελά. Υποκρινόμαστε τους αδιάφορους αλλά στην πραγματικότητα είμαστε πολύ θυμωμένοι. Και το περίεργο είναι πως δεν θυμώνουμε μ’ αυτήν αλλά μεταξύ μας. Ο ένας με τον άλλο. Η γυναίκα μου επαναλαμβάνει, μονότονα θάλεγα, γιατί δεν την διώχνεις εσύ που είσαι και άντρας, εγώ τί να κάνω; Δεν αναρωτιέσαι και τί επιρροή θα έχει αυτή η κατάσταση στα παιδιά; Και πολλά άλλα εκ των οποίων κάποια λέγονται και κάποια υπονοούνται δυστυχώς.

Ντρεπόμαστε και τους γείτονες. Δεν ξέρουμε τί να τους πούμε γι’ αυτήν όταν έρχονται. Και κυρίως, γιατί μένει μαζί μας. Έχουμε βρει βέβαια κάτι δικαιολογίες αλλά δεν είμαστε σίγουροι αν πείθουν. Ότι τάχα είναι μια θεία από το εξωτερικό που ξέχασε τη γλώσσα, αφού λείπει από μωρό συν το ότι λόγω ηλικίας έχει και κάποια ελαφριά άνοια. Πολύ μπερδεμένη κατάσταση . Πώς γίνεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη να μην ορίζουμε τη ζωή μας. Να μη μιλάει και όμως η επιρροή της να αγγίζει το εκατό τα εκατό. Να μας διοικεί διά της σιωπής.

Και έτσι μέρα με τη μέρα όλα άρχισαν να αλλάζουν ριζικά. Κατ’ αρχήν ο τόνος της φωνής μας. Ενώ πριν μιλούσαμε κανονικά, απ’ τον ερχομό της και μετά σταδιακά τα λόγια μας άρχισαν να βγαίνουν τόσο βιαστικά απ’ το στόμα μας που οι λέξεις προφέρονταν χωρίς κενά μεταξύ τους όλες μαζί βαριές σαν τα βαγόνια αμαξοστοιχίας που κατεβαίνει την ανηφόρα σκορπίζοντας ολόγυρα τα βογγητά του μετάλλου της, κάπως έτσι: »άστοκάτωμηντοπιάνειςανδεμερωτήσειςδενέχειςάλληδουλειάνακάνειςεπίτηδεςγυροφέρνειςεδώ». Με κοφτές ανάσες και ανυπομονησία που έφτανε μέχρι την οργή μπορώ να πω. Ακόμη και την ώρα που τρώγαμε, δεν κοιτούσαμε το πιάτο με το φαί αλλά προς την πόρτα του σαλονιού που ήταν θρονιασμένη.

Με τον καιρό οι γείτονες έπαψαν να έρχονται. Σκεφτήκαμε λοιπόν όπως ήταν λογικό ότι πολύ τους ενοχλούσε αυτή η κατάσταση και δεν ένιωθαν άνετα πια μαζί μας. Απομονωθήκαμε.

Αργότερα αρχίσαμε να βγαίνουμε έξω κυρίως τα βράδια και να κοιτάμε κρυφά σαν τους κλέφτες απ’ τα παράθυρα των σπιτιών τους. Και ω, της Ιεράς Αποκαλύψεως! Διακρίναμε πίσω από τα τζάμια ξεκάθαρα στο καθιστικό των γειτόνων μια κυρία με καφέ ταγιέρ και μαύρες γόβες με πρόσωπο επίσης θαμπό να στρογγυλοκάθεται απαθής όπως η δικιά μας!

Και αυτοί να είναι εκνευρισμένοι έτοιμοι για καυγά σαν ξένοι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.

Αντί βέβαια να μας καθησυχάσει αυτή η εικόνα ανησυχήσαμε περισσότερο. Σαν να είδαμε μπροστά μας μια τεράστια κλειστή πόρτα από βαρύ καφέ ξύλο να μας κλείνει όλους τους δρόμους. Ώστε λοιπόν υπήρχαν πολλές τέτοιες κυρίες! Ώστε δεν ορίζουμε πια τα σπίτια μας! Και το χειρότερο στο δρόμο όταν συναντιόμασταν ο ένας απόφευγε τον άλλο με ένα αίσθημα ενοχής που δύσκολα κρυβόταν. Το πράγμα άρχισε να γίνεται αβάσταχτο. Δεν έφταναν οι ενοχλητικές παρουσίες, χάσαμε και τους φίλους μας.

Κάποια στιγμή μη αντέχοντας άλλο, είπα στη γυναίκα μου. Εγώ δεν είμαι ο άντρας; Θα πάρω λοιπόν τις αποφάσεις μου. Η μοναξιά δεν αντέχεται. Άνετο σπίτι έχουμε. Θα κάνουμε ένα πάρτι, θα τους καλέσουμε όλους και ας πάει στο διάβολο, αν δεν γίνεται αλλιώς, ας τις φέρουν μαζί τους. Χώρο έχουμε, το ξαναλέω. Έτσι και έγινε. Προς το βράδυ της καθορισμένης μέρας οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφθάνουν μαζί με τις καφέ κυρίες με τις μαύρες γόβες.

Μπήκαν βέβαια λίγο αμήχανοι στην αρχή αλλά μόλις αντίκρισαν και τις άλλες μια ανακούφιση απλώθηκε στο πρόσωπό τους, σχεδόν ευτυχία θα την χαρακτήριζα, τηρουμένων των αναλογιών. Σύντομα αρχίσαμε να φερόμαστε όλοι , όπως παλιά. Φιλιά, εγκαρδιότητες, αστεϊσμοί. Κοντεύαμε να τις ξεχάσουμε παραδομένοι όπως ήμασταν σε μια ανέλπιστη επιστροφή στην ομαλότητα. Όταν κάποια στιγμή στραφήκαμε προς τη μεριά τους από κάτι παράξενους ήχους που ακούσαμε, τις είδαμε να κερνάει η μια την άλλη και να σιγομιλάνε σε μια ακατάληπτη γλώσσα! Είχαν πλησιάσει μεταξύ τους σχηματίζοντας ένα κύκλο δίπλα στο δικό μας. Δεν μας κοίταγαν καθόλου έκαναν σαν να μην υπήρχαμε εμείς στον ίδιο χώρο! Νοιώσαμε όλοι ντροπιασμένοι. Ο καθένας για τη δική του κυρία και αναγκαστικά για όλες μαζί στο τέλος. Σαν να μεγάλωσε ξαφνικά η ντροπή του καθενός στη θέα και αυτής των άλλων.

Στη θέα της κοινής αδυναμίας και του παροπλισμένου μας εαυτού. Ήμασταν συνδεδεμένοι ή αποσυνδεδεμένοι με την πραγματικότητα; Ποια ήταν η πραγματικότητα; Αυτή των κυριών ή η δική μας; Τα όρια στο μυαλό μου δεν ήταν πια σαφή. Σε ποια γλώσσα να μιλήσω γι αυτή την κατάσταση; Ένιωσα ότι τα λόγια μου γύρισαν την πλάτη και έφυγαν. Ότι εγώ και οι άλλοι εντελώς τυχαία βρισκόμασταν στο χώρο που θεωρούσα σπίτι μου .Ότι και το εμείς ήταν μια άγνωστη έννοια. Όλα είχαν παραβιαστεί. Πιστεύω ότι το ίδιο ένιωθαν και οι φίλοι μου. Οι ακατανόητες συζητήσεις των καφέ κυριών κυριαρχούσαν πια στο σπίτι. Εμείς είχαμε σωπάσει.

Ενστικτωδώς κάποια στιγμή κοίταξα η γυναίκα μου . Διαπίστωσα τότε κάτι αλλιώτικο. Ήταν όρθια με τα χέρια τεντωμένα, τις κόρες των ματιών εντελώς διεσταλμένες και το σώμα της σε μια κίνηση απογείωσης. Μέχρι να καταλάβω καλύτερα τι γίνεται, είχε ορμήσει πάνω σε μια καφέ κυρία και άρχισε να της βγάζει τα ρούχα! Πρώτα το σακάκι μετά τη φούστα και στη συνέχεια τα εσώρουχα. Το σουτιέν, την κυλόττα, τις κάλτσες. Οι κραυγές της αντί να την σταματούν την εξαγρίωναν περισσότερο. Η κίνησή της ενεργοποίησε και τις συζύγους των φίλων μας και έτσι όλες μαζί οι γυναίκες όρμησαν τελικά πάνω στις καφέ κυρίες και άρχισαν να τις ξεγυμνώνουν χωρίς έλεος. Κραυγές και πανδαιμόνιο γέμισαν το χώρο. Οι καφέ κυρίες ήταν τελικά αδύναμες σε σχέση με τις λυσσασμένες γυναίκες μας. Μπροστά στα μάτια μας ολόγυμνες μεσήλικες αποσυντονισμένες τσίριζαν και προσπαθούσαν με τα χέρια τους να καλύψουν τα πεσμένα στήθη τους, τις διαλυμένες κοιλιές τους και τις ρόγες που ακουμπούσαν στον αφαλό. Άδικα όμως προσπαθούσαν με τα χέρια τους να προστατεύσουν τα επίμαχα σημεία. Χωρίς τα υποστηρίγματα των σκληρών υφασμάτων απ’ τα ταγιέρ τους τα κορμιά είχαν καταρρεύσει. Οι γυναίκες μας σε λίγο τις είχαν αναποδογυρίσει, είχαν αφαιρέσει και τις μαύρες γόβες που τις πετούσαν απ’ το παράθυρο. Πόδια άσχημα με στραβωμένα δάχτυλα έκαναν την εμφάνισή τους. Αφού τις ξεγύμνωσαν, άρχισαν να τις σπρώχνουν προς την πόρτα όπου συνωστίζονταν όλες μαζί μέχρι να βγουν έξω και να εξαφανιστούν στους σκοτεινούς δρόμους. Ήταν πλέον ένας άμορφος πολτός από σάρκες. Σε λίγα λεπτά όλα είχαν τελειώσει. Το σκηνικό άλλαξε άρδην. Εμείς οι σύζυγοι ενεοί δεν βγάζαμε μιλιά. Οι γυναίκες μας, αφού τέλειωσαν την επιχείρηση που θα την ονομάσω εκκαθάριση για την ώρα, έπεσαν στους καναπέδες με την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και χωρίς να μας απευθύνουν ούτε ένα βλέμμα, παρακολουθούσαν τον καπνό απ’ τα τσιγάρα τους με βλέμμα ανεξιχνίαστο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/oi-aprosklites/

Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Η Άνοιξη

«Ανέβηκα τα σκαλοπάτια τα λαξεμένα σε ψηλούς βράχους και βγήκα στο οροπέδιο που απλωνόταν μπροστά μου σαν τεράστιο αυτί. Πέρα οι λόφοι κολυμπούσαν στο φως κι είχαν το χρώμα που παίρνουν τα σφαχτάρια στο τσιγκέλι. Όπου κι αν γυρνούσα τα μάτια έβλεπα ξερή λάσπη, σκασμένη. Ούτε πράσινο φύλλο, ούτε λουλούδι, ούτε μια μέλισσα. Κι ο αέρας μύριζε βαριά σαν να ‘βγαινε από άδειο πιθάρι.

Καθώς περπατούσα μου φάνηκε πως άκουγα να τρέχουνε νερά, βαθιά σε υπόγεια λούκια. Κόλλησα χάμω τ’ αυτί μου κι άκουσα καθαρά μαζί με τα νερά που γλουγλουκίζανε κι ένα ανάλαφρο θρόισμα.

Βγάζω από την τσέπη το μαχαίρι μου, το μπήγω στη γη —το ‘νιωσα να χώνεται όπως στο κρέας ενός μεγάλου ψαριού— κι αρχίζω να τη χαράζω, να τη σκίζω φέτες φέτες, τραβώντας με δύναμη τη σκληρή κρούστα που τη σκέπαζε.

Και τότε, τι θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, θαλασσοπράσινες κρεατόμυγες, χρυσαλλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτερά, αποκαλύφθηκαν ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος, που οι αχτίνες του ήλιου σιγά σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιαζαν, τον ξυπνούσαν από τη νάρκη του.

Το γρασίδι, σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. Ο αέρας μοσκοβολούσε. Ένα πουλί βγήκε απ’ τον κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα απ’ τις φτερούγες του και μου είπε: «Ακόμα λίγο, κι η άνοιξη αυτό το χρόνο θα ‘μενε κρυμμένη στη γη».

O καταλληλότερος τρόπος για να παρουσιάσεις έναν ιδιάζων λογοτέχνη σαν τον Επαμεινώνδα Χ. Γονατά, είναι να ξεκινήσεις με μια δημιουργία του, λες και βουτάς στον βυθό μιας θάλασσας, χωρίς να διαταράξεις στο ελάχιστο τα επιφανειακά νερά της. Έτσι άλλωστε ενεργεί κι η γραφή του, ξεκινά από έναν άδυτο ρεαλισμό μα σύντομα παρασύρεται από τα χειροποίητα ρεύματα του δημιουργού και οδηγείται σε ένα παράλογο και συγχρόνως απτό τοπίο. Ο Γονατάς, παρέμεινε άγνωστος στο ευρύ κοινό, οι συνεντεύξεις του μετρώνται στα δάχτυλα της μιας παλάμης, μιας και ο ίδιος επέλεγε την μη δημοσιότητα και την μη προσωπική του ανάδειξη. Έκρυβε κάτω από την σάρκα του έναν ολόκληρο γαλαξία πολύπλοκων σκέψεων κι όμως υπήρξε ένας απλός άνθρωπος. Ακόμη και οι γείτονές του αγνοούσαν την συγγραφική του μαεστρία, αλλά και το σημαντικό μεταφραστικό του έργο.

Οι ιστορίες του θυμίζουν παραβολές, φιλοσοφικές αλληγορίες, συχνά ασαφής, ειρωνικές και αυτοσαρκαστικές. Η φύση στα αφηγήματα του Γονατά, είναι ο ρεαλιστικός καμβάς που πάνω του, χωρίς χρονοτριβή και φλυαρία, τα χρώματα κι οι μυρωδιές, τα ζώα, τα βουνά και τα δέντρα, οι άνθρωποι και τα αντικείμενα μεταλλάσσονται, ρευστοποιούνται. Κατευθύνονται όλα προς πάσα κατεύθυνση κι αποκτούν μια παραισθησιογόνο οπτική, παράλληλα όμως, αυτή η αλλόκοτη κι αναδομημένη πραγματικότητα, φαντάζει απολύτως λογική.

«Η πληγεί θρέφει, τα χείλια της σμίγουν αργά σαν αυλαία βυσσινιά κι ύστερα από χρόνους στη θέση της μένει ένα σημάδι, μια ρόδινη ουλή που σκύβει και τη φιλάει. Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους. Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα, ξέρουν όμως σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν, μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους. Γι’ αυτό τ’ αγαπούν και, σε ώρες μοναξιάς που κανείς δεν τους βλέπει, σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους».
(Από τη συλλογή σύντομων αφηγημάτων «Η κρύπτη», εκδόσεις Στιγμή)

Καταφέρνει να περιγράψει το άγνωστο, να διαπερνά την σκοτεινή κουρτίνα της λογικής, της καθημερινότητας. Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του, με έναν τρόπο, θα έλεγα, τόσο παρανοϊκό που φτάνει να γίνει βιωματικός. Σαν να αποφασίζεις πως θα προσπαθήσεις, έτσι απλά, να σκίσεις τα κάγκελα της φυλακής σου και να ανακαλύπτεις, πως τελικά, ναι, όλη σου την ζωή ήσουν κλειδωμένος πίσω από χάρτινα κάγκελα.

– «Διάλεξε», λέει η μητέρα μου στον επισκευαστή της ντουλάπας, «από αυτά τα υφάσματα. Εγώ σου προτείνω το πράσινο καρουδάκι. Μπορώ να σου φτιάξω μια ωραία πυτζάμα».
Ακούω, βλέπω και ζηλεύω. Πράγματι, το καλύτερο ύφασμα είναι εκείνο που υπέδειξε η μητέρα μου. Ψάχνοντας μέσα σε όσα απόμειναν βρήκα τέλος ένα κομμάτι κιτρινωπό ύφασμα και για μένα. –

*(Ε. Χ. Γονατάς – Τρεις δεκάρες και άλλα αφηγήματα)

*Απόσπασμα από μεγαλύτερη εργασία που δημοσιεύτηκε εδώ: https://ologramma.art/epameinondas-ch-gonatas-afieroma/?fbclid=IwAR14NoGcjY00XLpKQMmLAPqm7K_-1o6OjYBkkH8sl2iq9ieZ029S_Zj3p1w

Αντιγόνη Ηλιάδη, Κύριέ μου, σχώρα με

Της ξύρισε το μεταξένιο μακρύ ξανθό μαλλί της. Χάιδεψε το πορσελάνινο πρόσωπο της. Έσκυψε να τη μυρίσει. Κολόνια και αίμα. Άρχισε πρώτα να της χαράζει σταυρούς στο κρανίο με ένα ψαλίδι και μετά να της το τρυπάει μανιωδώς. Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά. Έριξε ξύδι στις πληγές της. Όταν πόνεσαν τα χέρια του, με δισταγμό πήρε ένα κουτάλι, το βούτηξε μέσα στα εντόσθια του εγκεφάλου της και έκανε να δοκιμάσει. Δεν ήταν κι άσχημο. Δεν το έκανε συνήθως, αλλά του φαινόταν τόσο ελκυστικό, αυτή τη φορά. Την τράβηξε από τις μασχάλες για να τη σηκώσει. Ήταν θεόβαρια. Τα γόνατά του τον είχαν χτυπήσει άσχημα. Τη σταύρωσε, έκοψε μία τούφα από τα μαλλιά της και την έβαλε μέσα στο καντήλι. Άναψε το κερί μπροστά στην εικόνα του βασανισμένου Χριστούλη. Έκανε τον σταυρό του, έπεσε στα γόνατα και έσκυψε το κεφάλι σε στάση υποταγής και προσευχής. Έκανε την προσευχή του δυνατά και ζήτησε συγχώρεση για το ξεστρατισμένο, έκπτωτο κορίτσι.

Έπειτα διέγραψε το προφίλ της από τον λογαριασμό του στο ίνσταγκραμ και στο φέισμπουκ, αφού έσβησε όλα τους τα μηνύματα. Έβγαλε την μπαταρία από το κινητό της και τα πέταξε και τα δύο στην ανακύκλωση. Χτύπησε το κουδούνι. Έβαλε βιαστικά το πτώμα της μαζί με τα άλλα στην αποθήκη του. Έβαλε ένα αρωματικό λεβάντας, δίπλα στη σειρά με τα υπόλοιπα αρωματικά χώρου. Ένα για κάθε κορίτσι. Είχε φτάσει στα έξι. Είχε υποσχεθεί πως στα εφτά θα σταματούσε. Εφτά τα αμαρτήματα. Καθάρισε γρήγορα τα χέρια του στο νιπτήρα του μπάνιου και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Έφτιαξε τα μαλλιά του με σπασμωδικές κινήσεις. Μισούσε να κοιτάει τον εαυτό του. Είχε πολλά σπυριά για την ηλικία του. Έβγαλε τον καθρέφτη από τη θέση του και τον έβαλε κάτω από τον νιπτήρα. Έσιαξε τον γιακά του πουκαμίσου του. Το κουδούνι ξαναχτύπησε επίμονα.

Μισάνοιξε την πόρτα. Ήταν αυτή η γειτόνισσα που τα παρακολουθούσε όλα. Η ενοχλητική κυρά Νίτσα από τον τρίτο. Γελούσε και τον κοιτούσε έντονα. Ήθελε να δει πίσω από την πλάτη του, άκουσε φασαρία. Ανησύχησε. Ναι, είχε δίκιο. Ίσως ήταν λίγο ανήσυχο το κορίτσι αυτή τη φορά. Της είπε όλα καλά, απλώς είχε βάλει μουσική να ακούσει. Όχι, δεν είχε παρέα, μόνος ήταν. Η κυρά Νίτσα δεν καταλάβαινε τη μουσική των νέων, έκανε να γελάσει. Όχι, δεν είχε βρει ακόμα ένα καλό κορίτσι. Έψαχνε, ναι. Δεν ήθελε να γνωρίσει τη Δωροθέα την κόρη του παπά. Ναι, την είχε δει, δεν του άρεσε. Η κυρά Νίτσα δεν πείστηκε πολύ, του άρχισε την πάρλα. Της έκλεισε την πόρτα στη μάπα με μια δικαιολογία και δεν της άφησε πολλά περιθώρια.

Έκανε αναζήτηση στη σελίδα του στο ίνσταγκραμ. Έψαχνε πρόστυχα κορίτσια που να δείχνουν τα μπούτια τους, το στήθος τους, να φοράνε κοντά, μικρά και λίγα ρούχα, να βάφονται έντονα και να είναι προκλητικά. Έστειλε κάποια μηνύματα.

«Πού είσαι; Μου αρέσεις. Θέλω να σε δω. Τώρα.»

Κάποιες τον αγνοούσαν επιδεικτικά, μεγάλες ψωνάρες, τις μισούσε πιο πολύ από όλες. Έμπαινε στα προφίλς τους και σκρόλλαρε ασύστολα στις φωτογραφίες τους. Τις μισούσε, τις μισούσε από τα βάθη της καρδιάς του. Κάποιες του απαντούσαν επιθετικά, κάποιες άλλες με μισόλογα. Τσουλιά, πουτάνες, φαντασμένες ανόητες. Δεν ξέρετε με ποιον έχετε να κάνετε. Αυτές που του απαντούσαν θετικά, έκαναν την τύχη τους. Κανόνιζε ραντεβού μαζί τους από το ψεύτικο προφίλ του. Τις έλεγε στην αρχή να βρεθούν κάπου έξω. Μετά προφασιζόταν μια δικαιολογία και κατέληγε πως η μόνη επιλογή ήταν να έρθουν κατευθείαν σπίτι του. Πέθανε τη θεία του, τη γιαγιά του, τη μάνα του, το γλυκούλι κόκερ σκυλάκι του και όλο του το φανταστικό σόι εκατόν πενήντα φορές. Ο Χριστός θα τον συγχωρούσε για τα ψέματα που είχε πει. Είχε ανώτερο σκοπό. Είχε διοριστεί για ιερό έργο. Στον εικονικό κόσμο όλα γίνονται και όλα είναι πιστευτά. Για καλό σκοπό έπρεπε να τις πείσει να έρθουν σπίτι του και μετά όλα γίνονταν κατά την ευχή του Θεού. Οι αμαρτωλές θα πάνε στην κόλαση, με αυτά που κάνουν. Κόλλησε να κοιτάει μία κοπέλα ένα διχτυωτό καλσόν. Μαύρο, αισθαντικό.

Οι πρόστυχες, οι σκύλες, δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχαν στο μυαλό τους. Κοίταξε το ψεύτικο προφίλ του. Δεν του άρεσε. Έκλεισε με βία τον υπολογιστή. Άνοιξε το άδειο ψυγείο του, έβγαλε το κουτί με το γάλα και ήπιε όσο είχε μείνει σχεδόν μονορούφι. Τον πήρε η μάνα του τηλέφωνο κατά τις εννιάμισι το βράδυ. Μετά το δελτίο ειδήσεων. Της είπε ότι είναι καλά. Του είπε να του στείλει παστίτσιο και σπανακόπιτα με το ΚΤΕΛ. Ναι, της είπε, αύριο θα πάει να τα πάρει. Ο πατέρας του ούρλιαζε από πίσω, «ΜΕ ΤΟΝ ΑΧΡΗΣΤΟ ΤΟΝ ΚΑΝΑΚΑΡΗ ΣΟΥ, ΤΟΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΚΟΜΑΘΕΙ. ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΠΟΥ ΤΟΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ, ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΓΟΥΣΤΑ ΤΟΥ.». Κι εκείνη του απαντούσε, «ΧΡΗΣΤΟ, το παιδί διαβάζει, τελειώνει τη σχολή του τώρα. Παιδί μου, θα σου τα στείλω εγώ αύριο, ο Θεός να σε έχει καλά, μην ακούς τον πατέρα σου.». Η μάνα του προσπαθούσε να τον καθησυχάσει. Αυτός είχε κοκκινίσει από τα νεύρα του. Έκλεισε το τηλέφωνο, έστειλε φιλιά στη μάνα του και έδωσε μία μπουνιά στον τοίχο και τον ξήλωσε.

Άνοιξε τη ντουλάπα του και έπειτα το τελευταίο συρτάρι. Σήκωσε τα σεντόνια κι ένα φύλλο τσόχας. Από κάτω, κρυμμένα καλά, ήταν κάποια από τα ρούχα των κοριτσιών. Πήρε ένα μαύρο καλσόν. Το κράτησε για πολλή ώρα στα χέρια του και το κοιτούσε. Ξάπλωσε πίσω στον καναπέ κρεβάτι του. Από κάτω, το αίμα της κοπέλας μούλιαζε το σάπιο ξύλο του πατώματος. Το πλησίασε στο πρόσωπό του και το έτριψε πάνω του. Για πολλή ώρα.

Κοίταξε τα δικά του πόδια. Σηκώθηκε και έβγαλε με φούρια τα παπούτσια του, τις κάλτσες, ξεκούμπωσε τη ζώνη, πέταξε το παντελόνι του στο πάτωμα. Ήταν έτοιμος. Έβαλε το καλσόν στα χείλη του, το φίλησε κι έπειτα δοκίμασε να το φορέσει. Το καλσόν ήταν πολύ μικρό, σκίστηκε. Μόλις έκανε το πρώτο «χρατς», εκείνος σκοτείνιασε, γούρλωσε τα μάτια. Μα τι έκανε ο ανόητος; Είχε παρασυρθεί. Είχε διαφθαρεί. Συνειδητοποίησε τι πάει να κάνει και πέταξε το καλσόν σε μία γωνία του δωματίου. Φόρεσε όπως όπως ξανά το παντελόνι του και έτρεξε να βρει μία κατσαρόλα. Έριξε οινόπνευμα μέσα στην κατσαρόλα και έβαλε μέσα το καλσόν, πιάνοντάς το λες και ήταν μολυσμένο. Έπειτα, άναψε ένα σπίρτο και του έβαλε φωτιά.

Έβαλε την κατσαρόλα μπροστά στην εικόνα του Χριστούλη και άρχισε την προσευχή του.
«Κύριέ μου, σχώρα με…».

Νίκος Βέλμος (1890-1930), Φράσεις-σπαράγματα

Νίκος Βέλμος

Στρατής Δούκας

Λίγες μόνο φράσεις-σπαράγματα, ξεδιαλεγμένες μέσα από τα 75 γράμματα που στέλνει ο Βέλμος, κατά τα έτη 1921-1923, στον Στρατή Δούκα, πριν ξεκινήσει την έκδοση του “Φραγγέλιου”. Ένας μικρός θησαυρός!

***
Ω, τι φριχτά περνάει κανείς όταν δεν έχει μια μορφή να επαναπαύει τα μάτια του, όταν σε μια μορφή που δεν μπορεί να ιδεί κλίνει όλος ο θαυμασμός του!
***
Είναι πιο φρόνιμη και πιο ήσυχη η λύπη απ’ την απελπισία.
***
Και ποιος ερωτευμένος δε νομίζει τον εαυτό του έρημο;
***
Για του άλλου την αγάπη είμαστε σοφοί, του δίνουμε συμβουλές άχρηστες, ενώ για την αγάπη μας δεν κάνουμε ούτε για μαθητές μας.
***
Δεν πρέπει να ζει κανείς χωρίς έρωτα. Εν ανάγκη πρέπει να ερωτεύεται κανείς τον εαυτό του όταν δεν έχει τίποτ’ άλλο.
***
Πρόσεξε το συμβιβασμό. Είναι επούλωση αγιάτρευτης πληγής.
***
Πάει πια, έγινε ό,τι ήθελα! Βρέθηκε ο άνθρωπος που ’κλαψε για μένα!
***
Ένας μόνο πιστός μου μένει στον κόσμο, η άψυχη φύση. Και ο εχθρός μου: η σκέψη μου.
***
Τον πόνο του άλλου πολύ δύσκολα μπορούμε να τον φορέσουμε. Είναι ένα φόρεμα που δεν ξέρουμε πώς να το βάλουμε. Είναι φόρεμα άυλο.
***
Αν μπορούσαν οι άνθρωποι να συγκρίνουν τις δυστυχίες τους τότες δε θα ’σαν δυστυχισμένοι. Επειδή δεν μπορούν να το κάνουν κάθε δυστυχία τους όσο μικρή κι αν είναι τους φαίνεται υπερβολική στο μέγεθος.
***
Η καρδιά μου ξέρει ν’ αγαπά και να ονειρεύεται να την αγαπήσουν. Τι να το κάνει το δίκαιο; Πιο δίκαιο; Η ίδια η αγάπη είναι το δίκιο που το ’χουν όσοι αγαπούν.
***
Οι άνθρωποι κουράζονται με μια ιδέα όταν δεν πολεμούνε γι’ αυτή μ’ έναν έρωτά τους.
***
Η φιλοσοφία της δικαιολογίας είναι υπέρ της διατηρήσεως της δυστυχίας.
***
Ξέρω τόσο καλά τη δυστυχία, όσον οι σχολαστικοί τα νεκρά γράμματα.
***
Η Τέχνη μόνον τότε είναι ωραία όταν βασίζεται σε μια μεγάλη ηθική.
***
Ό,τι αγαπώ έχει μέσα μου ξεπέσει, δίχως να παύω να τ’ αγαπώ.
***
Η τιμωρία που μας δίνει η φύση είναι: να πιστεύουμε πως εμείς είμαστε όλη η φύση.
***
Μέλλον ετοιμάζει ο άνθρωπος του παρελθόντος.
***
Ζωή, μόνον Ζωή. Το πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι το ξέρω• πως ζουν είναι δύσκολο.
***

*Στις φωτογραφίες Βέλμος και Δούκας ζωγραφισμένοι απ’ τον Φώτη Κόντογλου, την ίδια χρονιά, το 1923.

**Το πήραμε από τη σελίδα του Διαμαντή Καράβολα στο Facebook.

Π. Ένιγουεϊ, Μανιφέστο Κυνικού Αυτοσαρκασμού

Μικροδιήγημα του Π. Ένιγουεϊ

Υπάρχουμε από πάντα. Όπως και το κίνημά μας. Το κίνημα του Κυνικού Αυτοσαρκασμού. Εδώ απλώς συντάσσουμε τις βασικές ιδέες του.

Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός δεν έχει ουσία, όπως άλλωστε και η ζωή η ίδια (άρθρο 9).

Δεν είναι ονειρικό/ονειροπόλο κίνημα. Δεν απευθύνεται στους ευαίσθητους, στους ρομαντικούς. Είναι ένα κίνημα αγριότητας/σκληρότητας – όπως η πραγματικότητα.

Δεν ονειρευόμαστε – ποτέ. Δεν εμπιστευόμαστε κανέναν. Δεν αγαπάμε – κανέναν και τίποτε. Είμαστε κυνικοί Κυνικοί. Ασεβείς. Βέβηλοι. Διεστραμμένοι. Όχι όμως καταστροφικοί.

Δεν προσδοκούμε έναν κόσμο καλύτερο (εδώ ή κάπου αλλού, τώρα ή αργότερα) – ούτε ανάσταση νεκρών, προφανώς.

Δεν είμαστε σοβαροί – είμαστε γελοίοι – και το απολαμβάνουμε (το μόνο που από-λαμβάνουμε).

Δεν είμαστε φιλόσοφοι. Είμαστε ηλίθιοι – με οποιαδήποτε έννοια. Δεν κοιτάμε το συμφέρον μας, αλλά ούτε το δικό σας.

Δεν είμαστε Ποιητές. Μισούμε την Τέχνη. Μισούμε τους Καλλιτέχνες. Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός είναι αντικαλλιτεχνικό κίνημα πέρα ως πέρα.

Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός δεν είναι κίνημα δυσ-νόητο, αλλά α-νόητο.

Ζήτω, λοιπόν, η γελοιότητα!

Γι’ αυτό προβαίνουμε στην παρακάτω…

ΔΙΑΚΗΡηΞΗ:

1. Είμαστε ένα τίποτα.

2. Ξεκινούμε από το τίποτα για να κατακτήσουμε τα πάντα. Τίποτα περισσότερο.

3. Είμαστε υπέρ της παραπληροφόρησης/παρερμηνείας/παρεξήγησης/διαστρέβλωσης. Είμαστε διεστραμμένοι.

4. Δεν ενδιαφερόμαστε ούτε για τον άνθρωπο (μας έχει, ούτως ή άλλως, ξεγραμμένους/ διαγραμμένους), ούτε και για τη ζωή (μας). Δεν είμαστε ευαίσθητοι. Αλλά όχι αδιάφοροι.

5. Δεν μας ενδιαφέρει η ευδαιμονία – των άλλων ή η δική μας. Ποτέ δε μας ενδιέφερε. Υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από την ικανο-ποίηση.

6. Ν’ αγαπήσουμε τους άλλους, την πλάση, τον Θεό; Αστειεύεστε προφανώς. Η πλάση μια κωμωδία. Φρικαλέα.

7. Δεν είμαστε επαναστάτες. Μισούμε τους επαναστάτες – όχι όμως και την επανάσταση.

8. Δεν παρακαλάμε. Δεν ικετεύουμε. Δεν παζαρεύουμε. Δεν διεκδικούμε. Απλά πηγαίνουμε και το παίρνουμε.

9. Δεν υπάρχει ουσία στη ζωή. Όμως υπάρχει ζωή στην ουσία. Και εμείς δεν είμαστε η ουσία.

10. Δεν είμαστε ελαττωματικοί. Είμαστε σκουπίδια.

Ο συντάκτης
Δρ. Χάουζ

Θ.Δ.Τυπάλδος, Αλεξικέραυνο

Leonora Carringhton, The Magical World of the Mayas, 1964

Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός είναι νεφελώδης…
Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός έχει στο μενού του καταιγίδες…
Κεραυνοί εξαπολύουν σφοδρή επίθεση κατά των πολιτών της Πάτρας. Πέφτουν μανιασμένα πάνω στα κεφάλια των σπιτιών και στα κεραμίδια των ανθρώπων. Έντρομοι οι διαβάτες τρέχουν αλαφιασμένοι δεξιά κι αριστερά… Παντού κεραυνοί, παντού μαστίγια βροχής και οβίδες από χαλάζι, χτυπούν τα φρύδια των αγαλμάτων κι εκείνα, πέφτουν στο έδαφος, γκελλάρουν και σηκώνονται και πάλι ψηλά, λικνίζονται και ηδονίζονται μέσα στης καταιγίδας τους οργασμούς! Τι όμορφα που έρχεται το τέλος πριν ακόμη ανακαλύψουμε την αφετηρία. Κάρτες ταρώ στροβιλίζονται προς τα πάνω. Η εικόνα μιας αποσύνθεσης με γαλανά σκέλη – τι όμορφα που κεντράρουμε το τίποτα της οδύνης, εκείνο το τίποτα που ο Tzara έθεσε σε λειτουργία πριν έναν αιώνα, τώρα, γίνεται μια άμεση πραγματικότητα εντός μιας άμεσης πραγματικότητας.
Να όμως: Ένα αλεξικέραυνο ξεπετάγεται από το υπέδαφος! Ένα αλεξικέραυνο όχι αόρατο μα μη ορατό, υψώνεται, θεριεύει, πολεμά. Ο πόλεμός του, πόλεμος δικαιοσύνης, πόλεμος ανέκφραστος που εκφράζει όλα όσα κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να τιθασεύσει. Ο καιρός σήμερα ακουμπάει την τρέλα του αποδιωγμένου, του καταραμένου. Ζωγράφοι συνωστίζονται στο υψηλότερο σημείο της Πάτρας. Παρατηρούν και ζωγραφίζουν το μη ορατό αλεξικέραυνο. Στη συνέχεια κι αφού καταφέρνουν να αποδώσουν αυτό που δεν αποδίδεται ούτε από σχήματα ούτε από χρώματα, αρχίζουν και κατασπαράζουν ο ένας τον άλλον. Οι κάρτες ταρώ, τώρα έχουν φτάσει πάνω από τα υδάτινα σύνορα Πατραϊκού – Κορινθιακού κόλπου. Συναντούν τρικυμίες και συγκρούσεις πλοίων. Συμμετέχουν κι αυτές στον παροξυσμό που έχει καταβάλει τα πάντα. Το αλεξικέραυνο χαμογελά στους ανέμους.
Συνεχίζεται η οργή των καιρικών φαινομένων. Μια δημοσιογράφος που προσπαθεί να καλύψει τα ακραία αυτά φαινόμενα, δέχεται μια ριπή κεραυνού κατευθείαν στο μέτωπο, με αποτέλεσμα, να καούν τα ρούχα της και γυμνή, πεθαίνει πάνω σε ένα τραγούδι:
«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία…»*
«Μικρή μου αγάπη, σήμερα ο καιρός είναι λίγο άστατος. Πάρε μαζί σου το παλτό από το χέρι του Δία και όρμησε πάνω στα σύννεφα, πάνω στον ουράνιο θόλο. Μικρή μου αγάπη, όμορφη σαν το τομάρι του αυγερινού και σαν της ημέρας τα υπολείμματα. Μικρή μου αγάπη, σ’ αγαπώ μέσα από κατακλυσμούς και μέσα απ’ τον πρωκτό του χιονιού. Ξέρεις καλύτερα απ’ όλους τι σημαίνει η λέξη ‘απόρριψη’ και τι σημαίνει η βροχή πάνω στις σχισμές του ονείρου. Σ’ αγαπώ ενώ βρέχομαι, σ’ αγαπώ καθώς η αστραπή, βγάζει βόλτα τους μύθους και τις επιθυμίες».
Σηκώνεται αέρας – τυφώνες κι αμμοθύελλες προσκρούουν πάνω στις λεύκες. Μία αράχνη στρέφει την κοιλιά της προς τον αχανή ήλιο μιας παρεκτροπής. Όλοι οι κάτοικοι έχουν παραδώσει το πνεύμα τους και αναμένουν το αντίτιμο της υπερθέρμανσης του κλίματος: Φτιάξτε τα υπόγεια στα ρετιρέ και πετάξτε τα ρετιρέ στα τραπέζια των πτωχών! Μετατρέψτε τις έκδηλες αναθυμιάσεις του Ωρίωνα σε πρόσχαρες ομοβροντίες ευφορίας! Ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι πεθαίνουν – ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι γεννιούνται!
Ο καιρός, έχει τις μαύρες του πάνω από την Πάτρα…
Μόνο η υπερπραγματικότητα μπορεί να μας σώσει…
Μην χτυπάτε τα τζάμια των αυτοκινήτων παρά μόνο, αν είναι ώρα κοινής ησυχίας…
Για να μην το ξεχάσω, οι κάρτες ταρώ έφτασαν στην Αθήνα στις 3.15 μμ. Καλώς όρισες θυμωμένε στοχαστή. Η πατρίδα ευγνωμονούσα, κατασκευάζει μη ορατά αλεξικέραυνα σε όλη την επικράτεια. Η γιορτή συνεχίζεται αδιάκοπη, αστείρευτη, απρόσμενα υπέροχη!

*Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα

**Από εδώ: http://tdtypaldos.blogspot.com/2018/10/blog-post.html