Alex Antonopoulos, White marble

I had time to prepare for this; more time than the time that was needed, more time than the time that I wanted.
Apparently, the old clichés held some truth: White marble floor, white marble columns between the white marble walls, and I was walking; walking with my own two feet (was that flesh?) on the white marble floor, through the white marble columns between the white marble walls.
I finally saw. I saw Him? I saw Her? I couldn’t tell; the hair was white –apparently, the old clichés held some truth– but the face was too perfect to belong to sexes. Once upon, that tunic must have been white too; now there was only mud.
I still had a voice, and although my voice was trembling, I spoke.
“Tell me why.’’
God looked me in the eye.
Maybe I had used the wrong word.
“Or how.”
God approached a fish bowl. I hadn’t noticed the fish bowl before. Two purple fish were waiting inside. God’s gaze did not escape my gaze.
“If you send me to that other place, I will understand. I never claimed to be worthy.”
God grabbed the fish. They were writhing in God’s palm.
“Quite an image.” Was that impatience in my voice? “But we all had enough of poetry. Please, tell me.”
God’s palm turned to a fist; the fish were squashed. I hid my disgust with a sigh.
“I am tired. I have been tired since I was young. Just tell me.”
God was now licking the juices; all that had remained from the fish.
“Just tell me the meaning of life, and I’ll go. There must be some words.”
God stood still.
“Give me those words.”
With a sudden laugh, God kicked the fish bowl, smashing the glass on the white marble floor. God’s hand was slapping God’s face. A hysterical laugh.
“Please stop.” I was begging.
God was now screaming; kneeling on the wet marble floor.
“Please stop. I’ll keep on walking.”
I could swear that it was more than one scream. Some of those screams I had heard before.
“Is it this way? Should I go this way?” Everywhere, white fucking marble.
God was crying.
“Please shut – stop it.”
God was holding a gun. I hadn’t noticed the gun before.
God’s gaze did not escape my gaze.
God aimed at the head. Not my head.
God fired three shots; holy blood painted the marble. I ran to God, I grabbed God, I kneeled. I held the Creator in my arms.
I looked at the blood; the skull seemed okay. The skull was okay.
God’s voice –I could barely hear it amongst the sobs– the voice of a child:
“I can’t…”
“What?” My voice – the voice of a child. “What is it that you can’t?” I was holding the Creator in my arms.
God showed me the gun.
“I can’t make it work.”

*For more works by Alex Antonopoulos, please visit: http://www.alexantonopoulos.com

Advertisements

Αντιγόνη Ηλιάδη, Το μυστικό πρότζεκτ

Η Βαρβάρα είναι ένα κορίτσι που κάθεται πάντα στο τελευταίο θρανίο. Ζωγραφίζει σχεδιάκια καρδούλες παντού. Στα βιβλία, στα διαγωνίσματα, στα χέρια της, στα τετράδιά της, στο θρανίο. Το μαρκαδοράκι της είναι μαύρο και ανεξίτηλο. Πηγαίνει στο μάθημα με την μωβ τσάντα της. Πάνω έχει κολλήσει κονκάρδες με διάφορα συγκροτήματα. Της αρέσουν οι Ramones. Διαβάζει βιβλία με χαϊκού. Πηγαίνει στην βιβλιοθήκη κάθε Παρασκευή και Σάββατο. Τα δανείζεται την Παρασκευή, τα επιστρέφει το Σάββατο. Δεν έχει αδέρφια. Θα ήθελε να έχει. Να της κάνουν παρέα. Ζει με τη μαμά της. Το δωμάτιό της είναι και αποθήκη παλιών ρούχων και πραγμάτων από το προηγούμενο σπίτι τους. Το περιποιείται όμως και το κρατάει, όσο γίνεται, καθαρό. Έχει βάλει όλα τα ρούχα και τα πράματα στη μια πλευρά του δωματίου. Στην άλλη έχει αφίσα με τους Ramones και σχεδιάκια που έχει κάνει με το μαρκαδοράκι της. Ο μπαμπάς της δεν θέλει να την ξέρει. Οι γονείς της πήραν διαζύγιο, όταν η Βαρβάρα ήταν έξι χρονών. Στα δεκατέσσερά της, δεν την ενδιαφέρει πού είναι ο μπαμπάς της. Έχει αποδεχθεί πλέον την κατάσταση. Χωρίς μπαμπά είναι καλύτερα. Δεν ζηλεύει τα άλλα παιδιά. Απορεί γιατί να χρειάζονται οι μπαμπάδες.

Η μαμά της μπορεί να διαφωνεί λίγο σε αυτό. Πίνει κάποιες φορές. Αγοράζει τα μπουκάλια και τα χώνει μέσα στα λαχανικά και τα κορν φλέικς για να μη φαίνονται. Το αγαπημένο της είναι η φθηνή βότκα των Λιντλ. Η βότκα είναι διάφανη και μοιάζει με νερό. Αλλά η Βαρβάρα το βλέπει κάθε φορά το μπουκάλι. Καταλαβαίνει πότε η μαμά της πίνει και πότε όχι. Τα ξέρει όλα. Η μαμά της προσπαθεί να το κρύψει. Το φέρνει σπίτι σε πλαστική σακούλα, χωμένη μέσα στη μεγάλη τσάντα της. Κάνει μερικές δουλειές. Για να φανεί απλώς ότι κάνει κάτι. Ή για να ξεχαστεί. Φωνάζει τη Βαρβάρα και της δίνει διαταγές. Την αποκαλεί βουβάλα. Της λέει ότι δεν νοιάζεται για τίποτα μέσα στο σπίτι. Η Βαρβάρα τρέχει. Πλένει τα πιάτα. Βάζει πλυντήριο, περιμένει να τελειώσει, βγάζει τα ρούχα, τα απλώνει, περιμένει να στεγνώσουν, τα μαζεύει, τα διπλώνει, τα βάζει στη θέση τους. Η μαμά της, στο μεταξύ, λέει ότι πρέπει να πιει κάτι. Έχει κουραστεί. Ήταν δύσκολη μέρα στην δουλειά. Κάνουν συνέχεια τα ίδια πράγματα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Πρέπει να χαλαρώσει. Πίνει. Δεν κάνει φασαρίες. Κάθεται ήσυχη σαν μωρό. Βλέπει τηλεόραση, διαβάζει άρλεκιν που δεν αρέσουν στη Βαρβάρα, βγαίνει έξω καμιά φορά με τις φίλες και τους φίλους της. Κοιμάται νωρίς, γιατί δουλεύει σε ένα εργοστάσιο επίπλων. Είναι αυτή που κάνει τα ραψίματα και τα δέρματα πάνω στα έπιπλα. Η υφαντουργός. Σύντομα θα πάρουν μηχανή για να τα κάνει αυτά. Το αφεντικό της είπε ότι θα τη διώξουν. Η μαμά της Βαρβάρας περιμένει τη μηχανή. Την αντικαταστάτριά της. Θα τη διώξουν και το ξέρει. Μέχρι τότε, δουλεύει πολλές ώρες. Έχει γεράσει σε αυτή τη δουλειά. Δεν κάνει τίποτα άλλο. Δεν γελάει ποτέ. Είναι ανήσυχη και αγχώνεται συνέχεια. Φορτώνει τη Βαρβάρα συνέχεια, με δουλειές και κατηγορίες.

Η Βαρβάρα κάθεται συχνά στον καναπέ. Περιμένει συνήθως τη μαμά της από τη δουλειά. Μέχρι αυτή να έρθει, βλέπει τηλεόραση. Της αρέσουν οι εκπομπές μαγειρικής. Μερικές φορές, γράφει τις συνταγές και τις φτιάχνει. Ξέρει να μαγειρεύει φασολάκια, μπριάμ, φακές, αυγά, πατάτες γιαχνί, φυσικά μακαρόνια, φασολάδα και πάρα πολλά ακόμα. Έμαθε να μαγειρεύει από τα εννιά, γιατί η μαμά της βαριόταν. Ό,τι φτιάχνει το καταβροχθίζει με ικανοποίηση. Με μπόλικο τυρί, λάδι, αλάτι και ψωμί. Πίνει αναψυκτικά για να πίνει κάτι. Της αρέσει η κόκα κόλα. Μπορεί να πάει να αγοράσει και καμιά πάστα, αν της αφήσει χαρτζιλίκι η μαμά της.
Το ζαχαροπλαστείο στη γωνία της κεντρικής οδού, λίγο πιο κάτω από το σπίτι της, είναι το καλύτερο. Έχουν όλων των ειδών της πάστες. Και της φέρονται πολύ ευγενικά και γλυκά. Οι πωλήτριες είναι ψηλές και όμορφες. Χαμογελάνε συνέχεια και παίζει ωραία μουσική, παλιά τζαζ. Της αρέσει και η τζαζ, αλλά δεν το έχει ψάξει πολύ ακόμα. Το ζαχαροπλαστείο είναι σαν μικρός παράδεισος φτιαγμένος από ζάχαρη. Τα ράφια είναι πάντοτε γεμάτα. Σοκολατίνες, καριόκες, μπλακ φόρεστ, τσίζκεϊκ, προφιτερόλ, τουλούμπες, μπακλαβάδες, όλα τα σιροπιαστά και μπισκότα, γεμιστά, αμυγδαλωτά με κανέλα, με κομμάτια σοκολάτας, με άρωμα πορτοκάλι. Όταν η μαμά της θυμάται να της δώσει τα είκοσι ευρώ της εβδομάδας, τα δίνει όλα στα γλυκά. Τα γλυκά την κάνουν ευτυχισμένη και πλήρη. Έστω για λίγο.

Η Βαρβάρα δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει. Θα της άρεζε να κάνει ξιφασκία, αλλά δεν έχουν πολλά λεφτά. Βαριέται το σχολείο. Το σχολείο είναι χάλια. Της αρέσει να ακούει μουσική στο Mp3 της. Όλα τα παιδιά έχουν i-phones και android κι αυτή έχει ξεμείνει στο Mp3. Δεν είναι στη μόδα. Δεν έχει παρέες. Φοράει αιλάινερ, φτιάχνει τα μαλλιά της πάντοτε σε γαλλική πλεξούδα. Έχει μάθει να την κάνει μόνη της. Είδε πώς σε ένα βίντεο στο ίντερνετ. Φοράει μεγάλα και συνήθως σκούρα ρούχα, γιατί έχει μεγάλο σώμα. Αυτό είναι και το πρόβλημα. Πάντα. Όχι το δικό της. Των άλλων. Ενοχλεί. Δεν αρέσει. Δεν είναι καλό. Δεν είναι υγιεινό. Δεν είναι σωστό. Δεν είναι όμορφο. Δεν είναι ευχάριστο. Δεν είναι ευγενικό. Την κοιτάνε όλοι περίεργα κι αυτοί που δεν τις λένε τίποτα, τη λυπούνται ή χαίρονται που είναι πιο αδύνατοι. Η Βαρβάρα κοιτάει συχνά στον καθρέφτη. Νιώθει πιο άσχημα. Αλλά συνεχίζει να κοιτάει. Λέει στον εαυτό της συνέχεια ότι είναι πανκ ρόκερ και δεν την νοιάζουν αυτά. Η πανκ αποδέχεται τα φρικιά. Αυτή είναι φρικιό. Να πάνε να γαμηθούνε όλοι. Της αρέσει να φοράει μεγάλα τι σερτς με συγκροτήματα. Έχει ένα με τους Ramones, γκρι και μαλακό και δεν θέλει να σταματήσει να το φοράει. Το έχει λιώσει. Το πλένει, φοράει ένα άλλο. Και περιμένει να πλυθεί. Το στεγνώνει με το πιστολάκι και το ξαναφοράει. Συνέχεια αυτό. Γιατί λατρεύει τα μπλουζάκια με συγκροτήματα. Φοράει τσιμπιδάκια στα μαλλιά για να πιάνουν την πλεξούδα της. Και πολλά μαύρα βραχιόλια. Πλεκτά, σχοινάκια, πλαστικά. Οι καρποί της είναι γεμάτοι. Θέλει να τη λένε Judy, γιατί κι αυτή είναι πανκ ρόκερ.

Τα βράδια, ειδικά του καλοκαιριού, δυσκολεύεται να κοιμηθεί. Γι’ αυτό τρώει παραπάνω. Στο σχολείο, στα διαλείμματα κάθεται μόνη της γιατί δεν έχει παρέα. Αλλά ακούει μουσική και παρατηρεί τους άλλους. Είναι όλοι βαρετοί και πηγαινοέρχονται σαν κοιμισμένα πρόβατα. Δεν τρώει στο σχολείο κι αν το κάνει πάει στις τουαλέτες και ανοίγει το σάντουιτς ή τη σοκολάτα που έχει πάρει και κλέβει δαγκωνιές. Αν τη δούνε να τρώει θα την κοροϊδέψουν. Θα την πιάσουν επ’ αυτοφώρω. Προτιμάει να είναι διακριτική και να κρύβεται.

Ήταν μια Τετάρτη μεσημέρι, όταν η Βαρβάρα για πρώτη φορά είδε αίμα στο βρακί της. Γύρισε από το σχολείο. Άπλωσε την τσάντα της στον καναπέ κι άνοιξε την τηλεόραση. Σκόπευε να περιμένει τη μαμά της. Άνοιξε το ψυγείο πήρε μια κόκα κόλα και ένα περιοδικό και διάβασε για το πώς να αποκτήσετε σώμα παραλίας με δέκα πανέξυπνους τρόπους. Ευεξία, υγεία κι ευτυχία. Τι έκανε η Kate Moss στην πασαρέλα. Πώς να κάνετε τους άνδρες να λιώνουν για εσάς. Δέκα και ένας τρόποι για να αποκτήσετε το ιδανικό σώμα για το καλοκαίρι. Το περιοδικό δεν της άρεζε καθόλου. Της ερχόταν να ξεράσει με αυτά που διάβαζε. Διαβάστε ένα τέτοιο περιοδικό για να σας έρθει να ξεράσετε ό,τι φάγατε και θα αδυνατίσετε στο λεπτό. Η μάνα της διάβαζε μόνο σκουπίδια. Το παράτησε μετά από καμιά δεκαριά σελίδες. Έβαλε λίγο τσίλι με πατατάκια και άνοιξε τη μουσική τέρμα.

Πήγε να κατουρήσει. Ένιωθε λίγο περίεργα εκείνο το πρωινό. Κάτω της. Σαν να κατουριόταν πολύ. Σαν να γαργαλιόταν η κοιλιά της. Είδε το μπάνιο με τα ξερατά της μάνας της από το προηγούμενο βράδυ. Πήρε τη σφουγγαρίστρα και τα καθάρισε λίγο προσεκτικά. Έπειτα έφτιαξε τα μαλλιά της και τα τσιμπιδάκια της. Κατέβασε το βρακί της. Κάθισε στη λεκάνη. Ξαφνικά συνέβησαν όλα. Αίμα. Στο βρακί της, το γαλάζιο με την καρδούλα από έξω που έλεγε WEDNESDAY. Τα βρακάκια αυτά της τα είχε πάρει η μάνα της. Είχαν τις μέρες της εβδομάδας. Άρχισε να κλαίει και να πανικοβάλλεται. Ήξερε τι ήταν. Αλλά δεν το είχε ξαναδεί. Περίοδος. Όλα τα κορίτσια της ηλικίας της είχαν. Σε αυτήν είχε αργήσει. Η μαμά της δεν της είχε μιλήσει. Το είχε ψάξει στο ίντερντετ, όπως και όλα όσα δεν ήξερε. Μην φοβάσαι, έλεγαν στο φόρουμ. Φόρα σερβιέτα ή ταμπόν. Είχε δει τις οδηγίες για να είναι έτοιμη. Αλλά τώρα ήταν εκεί. Υπήρχε αίμα στο βρακί της. Κοίταξε τον καθρέφτη του μπάνιου και είδε την εαυτή της να κλαίει. Ήταν χοντρή και άσχημη. Ήταν το χειρότερο πλάσμα του κόσμου. Δεν άρεζε σε κανένα αγόρι πριν. Και τώρα που θα πέθαινε ακόμα χειρότερα. Ήλπιζε να μην πεθαίνει. Να είναι απλά η περίοδος. Ναι. Περίοδος ήταν μάλλον. Κατάπιε μετά δυσκολίας. Το αίμα βρωμούσε. Ήταν άσχημο. Δεν ήθελε να το βλέπει. Έβγαλε το βρακί της, το έβαλε στα σκουπίδια, κάτω από τα χαρτιά για να μη φαίνεται. Πήρε ένα άλλο από το δωμάτιό της, τρέχοντας. Δεν μπορούσε να ακούσει τους Ramones τώρα. Ο κόσμος της είχε διαλυθεί εντελώς.

Σκέφτηκε ότι θα την κοροϊδεύουν στο σχολείο. Ότι θα τη μυρίζουν όλοι και θα τη δείχνουν με το δάχτυλο όταν πηγαίνει στην τουαλέτα. Σκέφτηκε ότι θα είχε πολλές ασθένειες. Θα κολλούσε ίσως AIDS. Θα πέθαινε. Μπορεί να τη βίαζαν. Ή να της έκαναν κακό. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά. Η Βαρβάρα ένιωθε ξεχωριστή. Και ήταν. Για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς της ερχόταν στη μνήμη συνέχεια. Όμως δεν ήθελε να τον σκέφτεται.

Όμως θυμήθηκε. Τον καθηγητή των καλλιτεχνικών. Τον κύριο Λάμπρο. Ο κύριος Λάμπρος ήταν ένας μεσήλικας καθηγητής Γυμνασίου. Φορούσε γυαλιά στρόγγυλα σαν του Χάρι Πότερ. Ήταν ψηλός και πάρα πολύ αδύνατος. Άπλωνε συνεχώς τα χέρια του παντού και μιλούσε με περίεργα ψιλή φωνή. Του άρεσαν τα ριχτά πουκάμισα και τα στενά παντελόνια. Τον έλεγαν καλλιτέχνη, επειδή είχε κάνει εκθέσεις και ήταν διάσημος. Η Βαρβάρα τον θυμόταν πολύ καλά τον κύριο Λάμπρο. Όχι γιατί είχε κάνει εκθέσεις και είχε τη φήμη που είχε. Η Βαρβάρα τον είχε γνωρίσει, αλλά αλλιώς. Τον θυμόταν τον κύριο Λάμπρο. Θυμόταν τα πάντα που της είχε κάνει. ΘΥΜΟΤΑΝ. Της είχε πει στην αρχή πως είχε ταλέντο στα καλλιτεχνικά. Κι ότι θέλει να τη γνωρίσει περισσότερο.

Καθόταν μόνη της στο θρανίο. Δεν της είχε ξαναμιλήσει ποτέ άνδρας έτσι. Αυτός ερχόταν από πάνω της και την κοιτούσε πολλή ώρα. Καθόταν και δίπλα της καμιά φορά. Ήταν περίεργος. Την κοιτούσε έντονα. Αποκρουστικός. Γλοιώδης. Με τη βρωμερή ανάσα του να φτάνει στα ρουθούνια της. Το πόδι του να ακουμπάει επίτηδες το χέρι της. Το χέρι του να πειράζει τα μαλλιά της. Της έλεγε ότι έκανε πολύ ωραία πλεξούδα. Κανείς δεν της το είχε πει αυτό. Κανείς δεν είχε προσέξει τα μαλλιά της. Ο κύριος Λάμπρος τα πρόσεξε. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Της έβαζε είκοσι, ακόμα κι αν έκανε μια μουντζούρα. Της έλεγε ότι οι ζωγραφιές της του θυμίζουν τον Πικάσο. Φαινόταν πως λέει ψέματα. Η Βαρβάρα έκανε όντως μουντζούρες. Για να δει τι θα πει. Και πάλι τα ίδια έλεγε αυτός. Ταλέντο. Μεγάλο ταλέντο. Ήταν ψεύτης. Την πίεζε να μένει μέσα στα διαλείμματα. Και της μιλούσε όση ώρα μπορούσε. Αυτή τον κοιτούσε. Κοιτούσε τη φαλάκρα του και τα αραιά μαύρα γένια του. Τις τρίχες στη μύτη του και τα ξεραμένα χείλια του. Τον σιχαινόταν. Τον κοιτούσε έντονα και τον περιεργαζόταν.

Υπήρχαν στιγμές που ξεχνιόταν με τον κύριο Λάμπρο. Ήταν ο μόνος που της μιλούσε τόσο πολύ. Φαινόταν πως την ήθελε, πως ήθελε κάτι παραπάνω από αυτήν. Μετά από ένα μάθημα της είπε ότι πρέπει να παραμείνει κι άλλο στο σχολείο. Και ίσως αυτό να γίνεται γενικά κάποιος φορές. Έπρεπε να μείνει, της είπε. Κι αυτή τον υπάκουσε. Είχαν φύγει όλοι. Η διευθύντρια είχε δώσει την άδειά της. Ο κύριος Λάμπρος ήταν καλλιτέχνης. Χαμογελούσε με τα ολόισια δόντια του και η διευθύντρια του έδινε ό,τι της ζητούσε. Ο κύριος Λάμπρος είχε ζητήσει από τη Βαρβάρα να μείνει παραπάνω. Και η διευθύντρια το επέτρεψε. Αυτός την περίμενε. Στο τέλος του μαθήματος μείνανε μόνοι τους στην αίθουσα και δεν την άφησε να φύγει. Την έβαλε να σταθεί όρθια μπροστά του. Της έσιαξε τους ώμους. Την άγγιζε με τα χέρια του. Της είπε ότι θα κάνουν ένα πρότζεκτ.
Το πρότζεκτ ξεκίνησε. Η Βαρβάρα δεν είχε ξανακούσει τέτοιο πρότζεκτ. Ήταν η πρώτη της φορά. Δεν υπήρχαν μπογιές, δεν υπήρχαν χαρτιά, πινέλα, παλέτες και μολύβια. Υπήρχε μόνο ο κύριος Λάμπρος και τα χέρια του. Τα χέρια του στον κώλο της. Τα χέρια του στο στήθος της. Τα χέρια του στα πόδια της, στο στομάχι της, στην πλάτη της, στο πρόσωπό της. Τα χέρια του. Πάνω της. Τον σιχαινόταν.

Αλλά δεν μπορούσε να πει όχι. Δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Είχε σφηνώσει. Είχε σταματήσει. Η καρδιά της. Πονούσε το κεφάλι της. Πιεζόταν. Δεν ήξερε σε ποιον να το πει. Η μαμά της. Η μαμά της δεν μπορούσε να προσέξει τον εαυτό της. Είχε δουλειές. Είχε να σκεφτεί άλλα πράγματα. Οι κυρίες του ζαχαροπλαστείου. Ούτε αυτές. Αυτές θα το έλεγαν παντού. Θα γινόταν ρεζίλι. Δεν θα ήταν σωστό. Δεν θα ήταν. Η Βαρβάρα δεν ήταν σαν τα άλλα κορίτσια. Φοβόταν. Πολύ. Δεν ήξερε τι να κάνει. Γυρνούσε σπίτι της, κλεινόταν στο δωμάτιό της και έβαζε τέρμα τη μουσική. Ήθελε να μη σκέφτεται. Να σταματήσει εντελώς.

Το πρότζεκτ διήρκησε κάποιον καιρό. Ήταν ένα διαρκές βασανιστήριο. Μέχρι που ο κύριος Λάμπρος πήρε μετάθεση σε άλλη πόλη κι εξαφανίστηκε μια μέρα. Η αίθουσα είχε γίνει ο εφιάλτης της Βαρβάρας. Κάθε φορά που τελείωνε το σχολείο, έκανε να φύγει. Αλλά πάντα ο κύριος Λάμπρος την περίμενε στην πόρτα. Όλοι ήξεραν ότι η Βαρβάρα ζωγράφιζε για το πρότζεκτ και ότι ο κύριος Λάμπρος ήταν ο καλλιτέχνης. Η διευθύντρια έδινε στον κύριο Λάμπρο την άδειά της. Κι αυτός έλεγε στη Βαρβάρα, ότι αν πει σε κανέναν για το μυστικό πρότζεκτ, θα τη διώξει από το σχολείο και θα τη βγάλει τρελή. Της είχε δείξει τον πούτσο του και τον είχε χαϊδέψει μπροστά της. Της ζητούσε να τον χαϊδέψει. Να τον τρίψει. Ήταν μακρύς, λεπτός και πολύ άσπρος. Κάποιες φορές ήταν μαλακός και άλλες σκληρός. Τον σιχαινόταν. Ήταν μεγάλος. Σαν τη μαμά της και πιο πολύ. Τον μίσησε. Ευτυχώς, δεν έγινε τίποτα άλλο. Εκείνος πήρε μετάθεση κι έφυγε. Το πρότζεκτ δεν τελείωσε ποτέ. Πήγε αλλού. Σε άλλη. Σε άλλες. Να ξεκινήσει νέα πρότζεκτ.

Η Βαρβάρα ένιωθε προδομένη. Από την εαυτή της. Από το φύλο της. Θυμήθηκε πώς την κοίταζαν οι άλλοι. Αυτή που την αποκαλούσαν χονδρή ή φακλάνα. Αυτή που οι βλάκες τη βρίζανε για το βάρος της. Όμως αυτήν είχε επιλέξει ο κύριος Λάμπρος. Για το μυστικό του πρότζεκτ. Η Βαρβάρα από τότε που έκανε το πρότζεκτ με τον κύριο Λάμπρο δεν ήθελε να μεγαλώσει. Γίνε γυναίκα. Τόσο το καλύτερο. Συνέχεια. Όλοι το λένε. Σου λένε ψέματα. Ότι όλα θα πάνε καλά. Ότι όλα θα λειτουργήσουν. Δεν ήθελε να γίνει γυναίκα. Δεν ήθελε να είναι αυτή που ήταν. Δεν ήθελε να έχει κοιλιά και να την κοροϊδεύουν. Ήθελε να χάσει τα κιλά της. Ή να ηρεμήσει. Ήθελε να ελευθερωθεί. Όλοι ήταν ηλίθιοι. Δεν καταλάβαιναν τίποτα. Δεν ήξεραν. Τους απεχθανόταν όλους. Τα δάκρυά της τρέχανε ποτάμι. Θα έσπαγε με χαρά τον καθρέφτη. Με το σκληρό σαπούνι για το πρόσωπο. Ή την κολόνια που έκλεβε από τη μάνα της. Ή ακόμα καλύτερα το σαμπουάν που είχε για την πιτυρίδα. Ή την πέτρα που είχαν φέρει από την παραλία, μια φορά από τις έντεκα που είχαν πάει με τη μάνα της στην Επανωμή. Πήρε την πέτρα στο χέρι και την άφησε την επόμενη στιγμή. Δεν άξιζε. Τα πράγματα είναι τόσο κενά. Θα την έβριζε η μάνα της. Θα την έκανε να νιώθει ακόμα πιο άσχημα. Θα την ξέσχιζε. Κατέληξε. Θα άφηνε τον καθρέφτη έτσι και θα έκανε πως δεν βλέπει πώς είναι.

Δεν ήθελε να σκέφτεται. Μπήκε στο ντουζ κι έκανε μπάνιο με κρύο νερό. Αυτή θα γινόταν πωλήτρια σε ζαχαροπλαστείο ή ζωγράφος. Ναι. Σίγουρα. Πώς. Όλοι κάνουν όνειρα. Καμία γυναίκα δεν γίνεται αυτό που θέλει. Η κυρία Αναστασία στο ζαχαροπλαστείο ήθελε να γίνει χορεύτρια. Γνώρισε άνδρα κι έκανε παιδιά. Η μαμά της ποτέ δεν ήθελε να δουλεύει σε εργοστάσιο. Γνώρισε άνδρα κι έκανε παιδιά. Άρχισε να νιώθει αφόρητους πόνους. Ο κύριος Λάμπρος ήταν καλλιτέχνης κι έκανε πρότζεκτ. Λύγισε στα δυο, γιατί δεν άντεχε. Ήθελε να πεθάνει. Η Βαρβάρα δεν ήταν όμορφη. Οι όμορφες μόνο πηγαίνουν καλά. Οι όμορφες γίνονται ηθοποιοί και σταρ και έχουν άνδρες και δεν έχουν παιδιά. Οι όμορφες είναι πετυχημένες, στα περιοδικά, στον κόσμο, στο σούπερ μάρκετ, στις διαφημίσεις, στις ταινίες. Παντού. Όμορφες παντού.

Η Βαρβάρα είναι μικρή. Και δεν θέλει ποτέ να μεγαλώσει.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Οι παγίδες των μελισσών

Maggie Taylor, Girl in a bee dress

Όταν ο ήλιος σηκώνεται το πρωί, ξεκινάει μια καινούργια μέρα στη Συκιά. Σηκωνόμαστε με τις πρώτες ακτίνες. Η δουλειά το καλοκαίρι είναι δύσκολη, η Δωροθέα φτιάχνει τον ελληνικό και πίνουμε. Μια υγειά την έχουμε, εδώ στο χωριό, ευτυχώς, καθαρό αέρα και τα χόρτα. Έρχονται και κάθε χρόνο φρέσκα ζώα στο κρεοπωλείο του κυρ-Ανέστη και τρώμε καλά. Ευτυχώς, οι παππούδες μας δυσκολεύτηκαν, αλλά εμείς είμαστε καλύτερα. Κόψαμε τα τσιγάρα, γιατί έχουν ακριβύνει και κάνουν κακό και στο στομάχι και στην καρδιά. Πίνουμε σκέτο τον καφέ, μερακλίδικο. Μετά την παίρνω και πάμε στην καντίνα με το αμάξι.

Η Καντίνα του Λευτέρη, άλλη καλύτερη δεν θα βρεις στην πιάτσα. Έχουμε πιάσει το καλύτερο σημείο στη Σιθωνία. Εντάξει, έχει πολλά καλά σημεία, αλλά σαν αυτό δεν έχει. Η Καντίνα μας είναι η καλύτερη. Λουκάνικο, ψωμί και φρεσκοψημένες πατάτες να γεμίσουν το στομάχι. Και μία θέα, άλλο πράμα να σου λέω, άλλο να τη βλέπεις. Κόβω και τα δέντρα κάθε χρόνο. Περιποιούμαι το μέρος για να έρχεται ο κόσμος. Ο κόσμος δεν είναι χαζός. Ξέρει πού πάει. Θα έρθει στον Λευτέρη, γιατί έχουμε την καλύτερη θέα και γεμίζουμε και το στομάχι. Έρχονται, κάθονται εδώ, κάνουν ένα διάλειμμα και φεύγουν. Μιλάμε, λέμε και καμιά κουβέντα, παίζω και τα λαϊκά μου και περνάει η ώρα. Μετά το μπάνιο και την αλμύρα, νερά και κοκα-κόλες, μπίρες και αναψυκτικά είναι ό,τι πρέπει.

Από φέτος, σερβίρουμε και γιαούρτι με μέλι, τρελαίνονται οι ξένοι που έρχονται εδώ. Έχει γίνει στη μόδα, τους πουλάμε το γιαούρτι δυόμισι ευρώ και το αγοράζουν. Εντάξει, ηλίθιοι, αλλά τους φτιάχνουμε κι εμείς. Ό,τι θέλουν, ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Ντόπιο προϊόν. Και σε κρατάει, γιατί το γιαούρτι είναι δροσιά. Ό,τι πρέπει για τον καύσωνα, σε αναστηλώνει. Ζωή είναι το γιαούρτι. Οι ξένοι βρίσκουν όλο νέες μόδες, τώρα είναι το γιαούρτι, φρόζεν γιόγκουρτ. Πέρυσι ήταν η λεμονάδα, τη χρεώναμε καλά και είχε πέραση. Πρόπερσι ήταν κάτι άλλο. Αλλάζουν οι μόδες κι εμείς κάνουμε καρτέρι να δούμε τι θα μας ξημερώσει. Αν σερβίρεις ποιότητα, δεν σε ξεχνάνε και ξανάρχονται κάθε καλοκαίρι. Δεν θα την κρύψω την αλήθεια μου. Θα την πω.

Continue reading

Έρμα Βασιλείου, Ο κυρ-Καλλιγάς ο κύρης μου

Ο Καλλιγάς ο κύρης μου είχε ένα φίλο καρδιακό, τον κυρ-Λίνο, στον οποίο έκανε κάθε χρόνο τη γιορτή του. Στις 5 του Νιόβρη θαρριέμαι. Γιατί ο κύρης μου έλεγε πως αυτός δεν είχε μάθει αν είχε Άγιο κανένα και δεν γιόρταζε. Σαν και τον Καλλιγά τον κύρη μου, είχε αμπέλια στην Ποταμιού ο κυρ-Λίνος. Κι οι δυο τους αχώριστοι από τον καιρό που ήταν κοπελλούδια, είτε όπως λέγονταν παλαιότερα, μειράκια. Γνώριζαν το κάθε αμπέλι, την κάθε ρώγα, της κάθε στάξης στο πιθάρι ξέραν τη γεύση και το χρόνο που τρυγήθηκε το κνυζί του αμπελιού και το χρώμα που ανταμώνει αυτή τη γεύση. Όλα τα ηξέραν.
 
Η μάνα μου ήταν από τα Κούπετρα. Ήταν κόρη παπά και την ελέγαν Ινδιρώ κι είχε μια δίδυμη αδελφή την Ερμώνασσα. Της εδώσανε αυτό τ’ όνομα γιατί είχε έρθει στο χωριό ένας παπάς απ’ την Ερμώνασσα του Πόντου, κι έμεινε στην Ποταμιού και άγιασε. Δύσκολα ξεχώριζες τη μια αδελφή από την άλλη. Διπλάρες τις φωνάζανε. Δεν έζησα πολύ με τη μάνα μου και μηδέ μ’ έζησε και η ίδια. Κι η Ερμώνασσα, η θεία μου, δεν αρμάστηκε, ανύπαντρη έμεινε για πολά χρόνια, φρόντιζε τον πατέρα και τη μάνα της, τον πάππον και τη μάμμη μου, στο διπλανό χωριό, αλλά ερχόταν κάθε βδομάδα στο σπιτικό μας καβάλα στ’ άλογό της, με σπιτικά καλούδια και κανίσκια που έφτιαχνε για μας. Δόθηκε στα θεία, όπως τον πάππο μου, τον παπα-Μιχαηλά.
 
Ο Καλλιγάς ο κύρης μου είχε χάσει τη μοίρα του στα όρια που τον πήρε η καλοσύνη του. Ένα «ιννέ» μανιχά έλεγε, ένα «όρισε», ποτέ του «ου» ποτέ του «όι», αν και θα ικανούσε να το λέει. Δεν ακούστηκε ποττέ η φωνή του παρά δυο-τρεις ασκελιές παρά πέρα. Είναι και του σκοπού της φύσης να κάνει κάποιους ανθρώπους αδύναμους, με δυο λόγια καλύτερους. Σε κάθε τι που έλεγε άφηνε ένα σύντομο γέλιο, χε χε χε, όσο να πει σε όλους μια κουβέντα που αν και λίγοι την άκουγαν. Στα γύρω χωριά τον ήξεραν σαν τον φίλο του κυρ-Λίνου. Και λίγοι τον φώναζαν με τ’ όνομά του. «Ήντα κάμνει ο φίλος σου ο κυρ-Λίνος;» Αλλά κι αν τον εφώναζαν με το όνομά του, δεν άκουσα να τον λένε κύρη. Μόνο εγώ τον εφώναζα κύρη, κι ο μισταρκός μας ο Πασικράτης. Άσχετα αν είχε μια μεγάλη συναισθηματική, μαγνητική δύναμη που σε έλκυε, όπως είπε ένας πίσκοπος κάποτε, που επισκέφτηκε παλιά τ’ αμπέλια μας, να τα βλογήσει.
Από το Μετόχι του Κύκκου ήρτεν.  
 
Κάθε που βρίσκονταν ο κυρ-Λίνος κι ο ανώνυμος για τον κόσμο Καλλιγάς, ο κύρης μου με λίγα λόγια, έβαζαν κι από ένα στοίχημα, ένα ζήττουρα που μπορούσε να τους στοιχίσει και μέρος από το μάλιν τους, το γονικό του κτήμα. Από δυο φορές έσωσαν ο ένας τη ζωή του άλλου, όταν το Χάποταμι, το ποτάμι του χωριού, γίνηκε χείμαρρος ένα χειμώνα και παρέσυρε τα λίγα κτηνά τους και όταν στους πρόποδες του βουνού κάηκαν μια χρονιά τα σπαρτά. Ήμουν αγέννητη ακόμα. Όταν μεγάλωσα, ο κυρ-Λίνος μου έμαθε δυο λούρους γράμματα γιατί ήταν ταξιδεμένος. Κι αν τύχαινε να μην έρθει καμιά εβδομάδα, μ’ έφερνε πότε ο κύρης μου και πότε ο καλός μισταρκός μας ο Πασικράτης στ’ αρχοντικό του, για μια ζιβάνα ο κύρης μου και για ένα μάθημα εγώ, για ό,τι γνώριζε και  ό,τι ήθελε να μιλήσει, ο καλός τούτος φίλος του κύρη μου. Μάθαινα πολλά και από τον παπα-Μιχαηλά, τον πάππο μου, αλλά φοβότανε τ’ αλόγατα, τους αππάρους. Κι ερχόταν συχνά μόνο με ημίονο, που είναι πιο ήμερο ζώο, πιο ταπεινό.   
 
Πήγαινε συχνά στο Αλέπο, ο κυρ-Λίνος, κι έφερνε ποδίνες από τη Συρία που τις μοσχοπουλούσε στους γεωργούς. Αρχοντόγερος, και όμορφος. Είχαν κρυφές θήκες οι ποδίνες του, κάτω στον πάτο τους, για να βάζουν οι άντρες, ε, τα δικά τους, τον καπνό που ρουφούσαν από ένα γυαλί με νερό κι ανάπνεαν βαθιά μέσα τους ή το κλειδί της εξώπορτας, ή ακόμα ένα μικρό μυστικό τους. Είχε χαρίσει ένα ζευγάρι σχετικά καινούριο στον πατέρα μου, κι όταν μεγάλωσα προσπάθησα να φορέσω μιαν ποδίνα… αλλά μόλις που έσωννα να κουνηθώ. Ο κυρ- Λίνος έλεγε πως για να φοράς ποδίνες πρέπει να είσαι αρσενικού γένους. Το ζευγάρι που του χάρισε το κέρδισε πίσω μια μέρα σ’ έναν άλλον ζήττουραν, και το πήρε. Και σαν το μετέφερε δεμένο στο στρατούρι του αλόγου του γελούσε όσην ώρα του χρειάστηκε να περάσει το Χάποταμι, που το καλοκαίρι πρόσφερε εύκολη διάβαση από την Ποταμιού στα γύρω χωριά και άφηνε τον άνεμο να φέρνει τη φωνή που το διαπερνούσε. Κι ο κυρ-Λίνος απέναντί μας έμενε, βλέπαμε την οικία του, από μακριά, πέρα από τη λαξιά, στα λατσιά της Κοκώνας, που ελαλούσαν.
Τίποτε έλεγε ο κύρης μου δεν αξίζει όσο μια καλή φιλία. Καλύτερα να μην είμαι άντρας παρά να μην δώσω ένα στοίχημα που έχασα. 
 
Την τελευταία φορά είχε κερδίσει ο πατέρας μου ένα καλό κομμάτι του αμπελιού του κυρ-Λίνου! Σ’ενα παιχνίδι μνήμης το κέρδισε, με το διχαλωτό κόκκαλον του στέρνου της όρνιθας. Ως που και του το ’δωσε ευτύς πίσω. Ένα αθώο αρχικά στοίχημα ήταν τα επικίνδυνα παιχνίδια τους, ένα «μάντεψε αν θα ρίξει νερά σε δυο φεγγάρια», ένα «στοιχηματίζω πως η παπαδιά θα βήξει τρεις βολές την ώρα που βγαίνει ο παπάς με το ευαγγέλιο», ένα «αθθυμήσου ειδεμή τρώω σου το παιχνίδιν». Παιδικά και μωρίστικα, να έλεγεν κανείς, καμώματα. Σαν μωροκοπελλούδια εκάμνασιν. Με τα χρόνια όμως βγήκεν από την αθωότητα η αληθική εικόνα του κυρ-Λίνου, σαν βγαίνει έναν κρυμμένο κακό που δεν είδες να ‘ρχεται. Λες και ο κυρ-Λίνος το στοίχημα το έβαζε για να πάρει. Να πουγγίσει! Κι αν δεν έπαιρνε τη μια θα το έβαζε πείσμα να πάρει την άλλη. Και γίνηκε με τα χρόνια παράξενη η φιλία τους. Αλλά και τα εχούμενά τους! Από τη μια φαινόταν πως είχαν το ίδιο ξέχωρο αρχοντικό, γιατί ήταν και το δικό μας γεμάτο κεντήματα και υπεύχια σε χρώματα πορφύρας, γεμάτο μέσα κι έξω το δέρμα μας χωριάτικη αρχοντοσύνη… Κι από την άλλη, όσα είχαν και δεν είχαμε ήταν σαν να γίνονταν ένα, και για τους δυο. Μα πάλι…γίνονταν μόνο για τον ένα. Ένας ύπνος τους χώριζε αλλά και μια έμφυτη κι αθώα κακότητα που εγκυμονούσε στα σπλάχνα του ο κυρ-Λίνος. Ήταν το φυσικόν του τέτοιον. Ίσως, λαλώ, η μοναξιά του. Ίσως, λαλώ, η μονοσύνη του! Και να μου πείτε τώρα, πώς είναι αθώα μια κακότητα δεν ξέρω να σας πω ούτε εγώ, αλλά ούτως το θωρούσα. Πως δεν ήτανε κακός αλλά έκανε κακό για ένα σκοπό που ήταν σαν εσώκλειστος στα στήθη του. Και δεν εγνώριζα τι θα ήθελε να συναποκομίσει απ’ αυτό. 
 
-Και ήντα κάμνει η Χαριτίνη, το κορούδι σου; Ρωτούσε ο κυρ- Λίνος ακόμα κι όταν ήμουνα παρούσα.
 
Δεν μου άρεσε που ρωτούσε. Όι μάνα μου, δεν μου άρεσκεν. Όχι το γιατί ρωτούσε. Αλλά γιατί δεν είχε λόγο να ρωτήσει. Εσείς δε θα θυμώνατε; Ερχόταν συχνά, μας έβλεπε συχνά, πολύ συχνά μάλιστα. Και Λίνος και φίλος του, ο κύρης μου, τσουγκρίζαν τις καντήλες τους, τα ποτήρκα. Έπρεπε να είχα πάντα κάτι πρόχειρο για τον κύρη μου, ένα κομμάτι παστό κρέας, ή ένα τρυφερό γαλακτερό χόρτο από τις πρασιές… κι από αυτό ορνιθοσκάλευγε ο κυρ-Λίνος. Ακουγόταν από μακριά το ποδοβολητό του αλόγου του, της Χιόνας, όποτε ερχόταν από το χωράφι. Και δεν το χάνω με τίποτε το ποδοβολητό του αλόγου του. Δεν θα το έχανα με τίποτε. Το ‘ξερα από τα μικράτα μου τα χρόνια. Το ήξερα από τα γεννοφάσκια μου, που λέει η λόγος. Αν και ήμουν αγέννητη ακόμα, με την ιστορία που θα πω. Ήταν το άλογο, η φοραδίτσα η όμορφη που γεννήθηκε εκείνη τη νύχτα, τη νύχτα που η Αστρώ η φοράδα του είχε μιαν άσχημη γέννα…και ο κυρ-Λίνος χρειάστηκε να στείλει τον μισταρκό του, τον δουλευτή του, να ξεσηκώσει τον πατέρα μου από το σπίτι του, μέσα στο βαρυχείμωνο… αρχές Γεννάρη ήταν. Την παραμονή των Φώτων. Είχε άρρωστο τον πατέρα μου η μάνα μου και είχε έρθει από τα Κούπετρα η Ερμώνασσα, η αδελφή της, να βοηθήσει με τις δουλειές. Η μάνα μου αποφάσισε, αφού δεν ήτανε καλά ο κύρης μου, να πάει να ξεγεννήσει τη φοράδα, γιατί γνώριζε καλύτερα απ’ όλους για τέτοιες φοραδόγεννες. Μα η φουσκωσιά στο Χάποταμι ήταν τόση που εφοβήθη, όπως έλεγε πάντα, να γυρίσει. Ξωπίσω της έτρεξε στο κατόπι και η Ερμώνασσα, που είχε την έννοια της, όλη νύχτα στο πόδι να τανύσει του παπά κύρη της με τα πρόσφορα της γιορτής της επομένης, και μέσ’ στο ελάχιστο φως των άστρων έφυγε σαν το ανέμι για την λαξιάν…κι επέμενε… κι επέμενε η Ερμώνασσα να βρει, να δει, κι απέ την άβυσσον ακόμα…κι έστειλε πίσω νωρίς πριν που το χάραμαν του φου την μάναν μου, περνώντας την με το αππαρίν της από το ξέχειλο Χάποταμι. Παραμονές των Φώτων ήταν, όπως είπα… Μα κοιμήθηκε χαράματα στο στάβλο, με τη φοράδα του κυρ-Λίνου η Ερμώνασσα, τη φοράδα που ξεγέννησε η μάνα μου την ίδια εκείνη νύχτα. Κι ήρθε την επομένη κουρασμένη από τη θύελλα.
Ωσάν η μάνα μου μας έφυγε ..όταν…όταν πια πέρασε στην άλλη όχθη από αυτή την αρρώστια που την είχε έξη μήνες στο στρώμα, το άλογο που μεγάλωνε σχεδόν μαζί μου, η Χιόνα, και που αγάπησα τόσο, δεν το έβλεπα συχνά.  Ήταν φοραδίτσα παιχνιδιάρα. Αρχικά μας την εχάρισε ο κυρ-Λίνος. Κάποια μέρα όμως την κέρδισε πάλι και την πήρε πάνω σ’ ένα μάντεμα. Την πήρε πίσω ο κυρ- Λίνος. Κι ο Καλλιγάς ο Ροδινός, ο κύρης μου δεν μπόρεσε να τηνε φέρει πίσω. Με κανένα άλλο παιχνίδι του ζήττουρα δεν εδέχτηκεν ο κυρ-Λίνος να παίξει τη Χιόνα.
 
Παρ’ όλα τούτα, και για όσα θα πω με τα λίγα μου γράμματα, όσα ήξερα από τον κυρ- Λίνο τα έμαθα. Πως το άστρο που βγαίνει το πουρνό λέγεται αυγερινός και πως γεννήθηκα το 966. Μου είπε μάλιστα πως σ’ ένα ταξίδι του στην Κωνσταντίνου πόλη θα έφερνε κεντημένο κομμάτι ύφασμα για κάλυμμα στο στρατούρι μου, για την πλάτη του Κανδρή μου, του όνου μου. Δεν ήθελα άλλα δώρα πια από το κυρ-Λίνο. Ήτανε άδωρα ναι ή ου; Ρωτώ σας! Ήθελα να γίνει κάποτε ένα θαύμα όπως αυτά του ευαγγελίου, και να πάψει να παίζει μαζί μας αυτά τα παιχνίδια ο κυρ-Λίνος.  Και είχα κάνει τάματα στον Άγιο Μνάσονα, τον Άγιο του χωρκού μας γι’ αυτό. Τάματα και θάματα να ‘κούσουν τα ώτα σας.
Τα πράγμα με τα χρόνια παράγινε. Η μοναξιά στην λαξιά που μέναμε, η δύσκολη δούλεξη τού να δαμάσεις τον άγριο τόπο και να τον κάνεις γη του κρασιού καρποφόρα, οι υπεροψίες του κυρ-Λίνου, άγετε πείτε μου δεν έχω δίκιο που τις λέω με ήντα τρόπο; Που όπως κι αν ήταν φοβόμασταν γιατί ήταν περισπούδαστος μα εισέτι και τον αγαπούσαμε και η δύναμη του Καλλιγά του κύρη μου να κρύψει το ξεριζωμένο του πνεύμα μετά την αρρώστια της μάνας μου, που όλοι τώρα αγαπούσαμε ακόμα πιο πολύ από ποτέ, γιατί το νιώθαμε πόσο άξιζε να ζήσει με μας, μέχρι το τέλος, όλα πια έκαναν τη ζωή μας μικρότερη, πικρότερη. Μεγάλωναν κι αμέσως μίκραιναν τα όνειρα, πριν ψηλώσουν. Η μάνα μου ήθελε πάντα την πρωτιά να με κτενίσει πριν βάνω ένα χτένι δικό μου στα μαλλιά. Κι αυτό έκανα για να την χαροποιήσω. ‘Εστω κι έτσι, σαν έλειπε. Αυτή ήταν η χαρά μας, Ο ένας τον άλλον να έχει, κι όταν ακόμα λείπει. Κι ακόμα και το στοίχημα είχε χάσει νόημα. Το μόνο που απέμενε ήταν ίσως οι όμορφες νύκτες του χειμώνα στο κέντημα, στον αχνό από τους πηκτούς χυλούς της όρνιθας στην εστία μας, να τρώει να θρέφεται ο κύρης μου ο δουλευτής του οίκου και της ζήσης μας, να του χαμογελά η Ινδιρώ του από μια ζωγραφιά, κι ο ήχος από τα κάστανα στα κάρβουνα να μας κρατά παρέα, και τα διακοσμητικά κεντητά παραπετάσματα από μετάξι που έφτιαχνα ολοχρονίς σε σχήματα, μαζί με το κουκούλι που έμενε να βάλουν οι παντρεμένες τα στέφανά τους μέσα σε μικρά κιβώτια, και να μπορώ ν’ αγοράσω με λίγα πέρπυρα κανένα χτένι για τα μακριά μαλλιά μου, από το πανηγύρι του Άι- Μνάσονα…να γίνονται ένα όλα με τη ζήση μας. Ν’ αγοράσω ένα μαντήλι για τη μάνα μου κι ας μη ζούσε πια να το φορέσει. Και ίσα οι ευωδιές του καλοκαιριού με τις ροδακινιές, τις μηλιές  και δαμασκηνιές και τ’ αηδόνια που σου παίρνουνε τ’ αυτιά και τον ύπνο όταν βουττήσει ο ήλιος στην απ’ εκεί μεριά της γραμμής, στο άλλο, σκοτεινό αρχοντικό του. Υπέμενα κάθε χρόνο τα αυτά και τα ίδια. Και τον Σεπτέμβρη στον τρυγητό, έναν κοπέλλιν που είχα ακούσει πως το λαλούσαν Αντρικκάν του Σχίζα, με μεγάλα μάθκια, όπου δεν είχα θάρρος να δω το χρώμαν τους, και έναν γένιν διχασμένον στα δυο, απ’ εδώ μια άκρη του απ’ εκεί η άλλη, ήρτεν σαν άγγελος θεού στο χωρκόν. Πάντα διχασμένον το γένιν του, ποττέ ημερεμένον. Και ξαθθόν. Κοκκινόξαθθον. Η Ερμώνασσα η θεία μου μού είχε ειπεί πως η πιο γλυκιά ανάμνηση από έναν άντρα είναι το χάδι από το αξύριστο γένι του. Φαντασίες της θείας Ερμώνασσας! Αυτή η αμόλυντος νύμφη τα έλεγε όλα αυτά; Που ποττέ δεν είδεν το χάδι ενός άντρα; Κι η μάνα μου, η ντροπαλή η Ινδιρώ, δεν είχε τι να πει για τούτα, και πόσον μάλλον τώρα που μας είχε φύγει. Μια ακούραστη αγία σε εικόνα ήταν. Να αφήσουμε όμως και την Ερμώνασσα στις όχθες του μονοπατιού της ιστορίας τούτης. Αν οι άνθρωποι γνώριζαν θα υπήρχε μεγάλη διαφορά μεταξύ της αλήθειας και της πλάνης. Ιδού! Κι ετούτο ο κυρ-Λίνος μου το έμαθε. Το είπε, λέει, ο Ηρόδοτος. Πού ξέρω εγώ; Ποιος είναι ποιος; Το λοιπονίν, είχαν πει τα μάτια του, του Αντρικκά θέλω να πω, πως θα ’ρχόταν κάποια μέρα για μένα… Άγε καλέ μου που θα ερχόταν! Μέχρι σήμερα, τριάντα χρονών που είμαι δεν εφάνην. Και τωρά, με όλα τούτα που είχα να λύσω, με τον πατέρα μου να μεν μπορεί να σταθεί έξω από μιαν καλοσύνην που τον μεγάλωσεν, κι ένα χε χε χε που την εσφράγιζεν, είχα και τον καπνόν από το φυτό που μέθαγε τον κυρ-Λίνο να οδεύει στον αυλόγυρό μας όταν ερχόταν να μας δει, σαν το κακόν πνεύμαν, αυτό το πονηρόν άνθος, που τον φελλάνισκε τον κυρ-Λίνον τον κοσμογύριστον, είχα και το όνειρον να γίνεται μικρόν. Ακόμα και ο Αντρικκάς μικράνισκεν, εμίκρανεν και το γένιν του, το ονειρεμένον χάδιν του στο πρόσωπό μου χανόταν και γινόταν η πραγματοσύνη μου μια πέτρα του αιγιαλού, ασύντυχη, σκληρή. Ήμουνα η Χαριτίνη, με τις πολλές δουλειές και με τα λλία όνειρα, με μιαν ζωήν να με περιμένει κι εγώ να μην την περιμένω. Μ’ έναν καλόν πατέραν που ήθελα να τον φώναζαν όλοι κυρ-Καλλιγά. Με μιαν μητέραν που τόσο λλίγα έλεγε, σε μιαν ζωγραφιάν στο γύψον χαραγμένην…Τόσον δύσκολον ήταν να γίνει κανείς άνθρωπος μιας έστω χαράς;
 
«Μεν μου ζητήσεις άλλο στοίχημαν». Άκουσα μια νύχτα τον πατέρα μου να του λέει. Η Χαριτίνη έμαθε για το όνομα πίσω από την εικόνα με τη μάνα σου. Δεν είμαι σε θέσην να της πω ακόμα τίποτες.»
 
«Καλλιγά! Εσύ το λες αυτό; Ζούμεν από το στοίχημαν, διασκεδάζουμεν από αυτό, όσα έχεις έχω, όσα ονειρεύομαι τ’ αποκτώ.»
 
Μα εγώ το ΄ξερα, Το ήξερα πριν το συντύχουν. Είπα σας για τον…για τον Πασικράτη. Τον είχαμε βοηθόν στον νοίκο μας. Αυτός κανόνιζε τα κοφίνια, αυτός τάιζε τα κτηνά, αυτός έστελνε μηνύματα να ‘ρθουν για τον τρυγητό, αυτός κατέβαινε καμιά φοράν στη Λεμησόν, την Νεάπολιν. Αυτός για όλα όσα δεν μπορούσε να κάνει και ο κυρ-Λίνος και ο μισταρκός του.Μιαν ημέραν έφυγε να καρφώσει ένα ξύλο που είχε μέσα μιαν εικόναν της μάνας του του κυρ-Λίνου, φτιαγμένη από έναν παπούδιν που ‘ξερε από εικόνες και χρώματα. Ο Πασικράτης μου το ξομολογήθηκε πως είδεν γραμμένον πίσω από την εικόνα τ’ όνομά της κυρα- Χαριτίνης. Πως έτσι την ελέγασιν. Τι γύρευγε τ’ όνομά μου πίσω από μια εικόνα στο σπίτι του κυρ-Λίνου; «Είσαι βέβαιος πως πίσω από την εικόνα διάβασες τ’ όνομα Χαριτίνη;»  «Ιννέ, να μεν χαρώ το φως μου», έλεγε και πάλι έλεγε ο Πασικράτης. «Να! Στον Σταυρόν που σου κάμνω.» «Ου, ου, όι σταυρόν, είναι αμαρτωλόν αυτόν.» «Ε, πώς να με πιστέψεις Χαριτίνη; Φιλάω τη μάνα μου στον τάφο της, είδα το όνομά σου. Χα-ρι-τί-νη.»
Τη νύχτα δεν εκάμμυσα μάτι. Πολλά περνούσαν από το νου μου και πάνω από όλα πως μπορεί να είχε χάσει το όνομά μου στο ζήττουραν ο πατέρας μου. Δεν πήγαινε αλλού ο νους. Κι ο νους της γυναίκας είναι λλίος, λαλούσαν οι παλιοί, είναι μέσα στο κοκκωνόσυκον. Μα τόσο λίγο να είχα που να χωρούσε στο κουκκίν του σύκου; Εγώ δεν ακούω από λόγια εύκολα, κι έχω τρία βαρίδκια μυαλόν, όι έναν.
 
«Δεν θέλω άλλα στοιχήματα. Έχω την Χαριτίνη τώρα να σκεφτώ. Μεγάλωσε…χε…χε…» Έλιωνα κι έσταζα που άκουγα τον κύρη μου να παρακαλάει τον φίλο του να δώσει τέλος στο παιχνίδιν της τύχης. Η τύχη μας…τι να πω, την είδαμε… θα μας επισκεφθεί ωσάν παλλιόττερα και πάλε;
«Να το βάλουμε το στοίχημα φίλε μου… κι όποιος το πάρει θα έχει το δικαίωμα να βάλει ό,τι θέλει στο τελευταίον.»
Ήτανε δηλητήριο τα λόγια του κυρ-Λίνου. Είχε δεν είχε τον έπεισε τον πατέρα μου. Και το στοίχημα ήταν σκληρό και δύσκολο να το πάρουμε αλλά εύκολο γι’ αυτόν που είχε γεράσει με την καντήλα το κρασί στο χέρι, και το σπυρί από το δήθεν καλλωπιστικό από το Χαλέπι στη μύτη του. Αυτός τα μυριζόταν όλα, ακόμα και κρασί εκατό χρόνων ήξερε τι πουλιά καθίσαν στ’ αμπέλι επάνω και το τραγούδησαν. Αυτό μονάχα να πω! Αν θα μπορούσε να βρει ο κυρ-Λίνος ποιας εχρονίας ήταν το κρασί που θα πίναν εκείνην την νύχτα! Αυτό θα ήταν το στοίχημαν. Θα διάλεγε μιαν φιάλην. Και αν το ‘βρισκεν τότε θα πήγαιναν για το επόμενον στοίχημαν, το τελευταίον. Και το νοιαζόμουν κατάστηθα πως θα ήμουνα εγώ το τελευταίον στοίχημαν. Και δεν το έδεσα ποττέ μου με την νύχταν εκείνην της φοράδας, της Αστρώς, που ξεγέννησεν η μάνα μου! Δεν ξέρω πώς με ήθελεν για λογαριασμό του, αφού και πάλι το ίδιο τονε περιποιούμουν όπως τον κύρη μου. Δεν ξέρω πώς!
 
Δε μου άρεσε που με γύρευε ο κυρ-Λίνος. Πού επήγεν η Χαριτίνη;
 
Πήρα τον Κανδρήν τον όνον μου και το έβαλα για το αρχοντικό του Λίνου, λησμονάτε μού το, του κυρ-Λίνου. Πιθάρια με κρεμαστά λουλούδια στόλιζαν το πλακόστρωτο μπρος από το αρχοντικό του. Πρώτην βολάν πήγαινα μόνη.
Βγήκε έξω με τις ποδίνες του και μύριζε μυρωδικά από ένα σαμπούν, όπως το είπε αράπικα, που είχε φέρει από το Αλέπο.
 
Δεν κατέβηκα από τον Κανδρή. Το ήξερα πως το τελευταίο στοίχημα του κυρ- Λίνου θα ήμουν εγώ, και πως το είχε βάλει στο νου του να με πάρει από τον πατέρα μου, να τον γηροκομώ στα γηρατειά του. Το αισθανόμουν πως κάποια μέρα ο πατέρας μου ίσως και να δεχόταν να πάει ένα τέτοιο στοίχημα, πάνω σ’ έναν γερόν κρασίν. Γιατί είχε λλίγην δύναμην, και δεν είχεν όνομαν γεμάτον. Και γιατί γελούσε πάντα με ένα χε χε χε, παντές κι ήταν ένας άγιος. Και γιατί η μάνα μου με την αγιοσύνη της δεν του είπε ποττέ της όχι. Μέσα στον νουν αυτού του αξύριστου γέρου ήμουνα ήδη γαίμαν του. Γιατί από την νύχταν εκείνην του 966 που γεννήθηκα αν πάμε πίσω στην ημέραν που έτυχε στον αρχοντικόν του στάβλο η μάνα μου ήτανε εννιά μήνες σωστούς. Και γιατί Χαριτίνη; Από τον Λίνο, ναι τον Λίνο, τα περίμενα όλα.  Θα τα μέτραγεν ούλλα η πονηρκά του! Δεν ήταν της αισχύνης όλα αυτά; Ρωτώ σας.
 
«Ήρθα να σου πω πως δεν πρέπει να κερδίσεις το στοίχημα κυρ-Λίνο. Γιατί αν ήθελες το κερδίσεις ήθελες πάρει και το επόμενο και δεν θα μείνει τίποτε στον κυρ- Καλλιγά τον κύρη μου. Αυτό είναι που θέλεις; Βάλθηκες να μας αφανίσεις όλους σαν οικογένεια; Κι εσύ στην ίδια οικογένεια είσαι, δεν είσαι; Κι εσύ από το ίδιο παστό κρέας τρως και τα ίδια γαλακτερά χορταρικά χορταίνεις. ΄Ηρθα να σου πω πως θα κάνω ό,τι περνάει από τη χείρα μου να σ’ εμποδίσω να πάρεις το στοίχημα, να μηδέν το κερδίσεις ακόμα κι αν το κερδίσεις. Και μηδέν με πεις κακή. Γιατί δεν είμαι. Έχω σκοπό να σε καλέσω απόψε στο αρχοντικό μας, ήρθα όμως να σου τα πω από κοντά. Δεν έφερα φυτά εγώ από το Αλέπο και δεν βγαίνει καπνός από το στόμα μου όταν τα καις και τα βάζεις μέσα σου. Έμαθα για τα όμορφα φυτά σου. Δεν είναι καλλωπιστικά. Επί τέλους, δεν θα γελάσω χε χε χε σαν τον πατέρα μου. Θα σας τα πω χαρτίν και καλαμάριν. Υποδουλωθήκατε στο παιχνίδι και στην εξαφάνιση της φιλίας. Μα αν θέλετε να παίξετε στοίχημα αυτή τη φορά θα έχετε να κάνετε με του λόγου μου.  Άγε κυρ-Λίνο, άγε, άηκε! Μηδέν με ντύνεις με τα σάβανα ενόσω ζω. Γιατί ένι τούτο που κάμνεις. Γιατί είναι σάβανον ο πόνος, γιατί είναι σάβανον το ψέμαν. Άφησε πρώτα να πεθάνω και ύστερις κάνε ό,τι θέλεις. Βάζω στα κάρβουνα δυο πέρδικες. Τις έπιασεν ο Πασικράτης. Τις παραγέμισα με λιωμένον χαλλούμιν και αμύγδαλα κουπανισμένα σαν μες’ στ’ αλεύριν εγίνηκαν έναν. Η μάνα μου μου άφησε το μαειρκόν ολόδικό μου. Σήμερα θα καμαρώνει τις πάστρες μου από ψηλά. Έχω και κράμβην βραστήν λουσμένην σε βρασμένα γλυκά δαμάσκηνα, ποτισμένα με γλυκόν κρασίν, σαν αυτόν της κοινωνίας, και κάπου-κάπου θα βρίσκεις να τραγανάς κανέναν φουντούκι στα δαμάσκηνα. Και το κρασίν που θα λούσω την κράμβη, από το περσινό μας ένι. Δεν είμαι κακή. Θωρείς; Τον πατέρα μου έχω κάτω από τη σκέπη μου. Έλα να φάμεν να μονιάσετε.
Έμεινεν αμίλητος.
 
Πήγα πίσω και είχα ένα σχέδιον.
Στο κελλάριν είχαμεν 23 μεγάλα, πελώρια ήθελα να πω, κόκκινα, σκαρλάτα πιθάρια κράσιν των τελευταίων 30 χρόνων. Ο Καλλιγάς ο κύρης μου το φύλαγε, και είτε το κερνούσε σε φίλους που ταξίδευαν από άλλα χωριά να το γευτούν είτε το μοσχοπουλούσε. Μα έναν από αυτά τα πιθάρια είχεν κρασίν πολλά παλαιότερον. Ήταν ακριβώς του 966. Είχαμε ξυνηστέριν και μαυροδάφνην, μοσχάτον, και έναν καλλύτερον ακόμα που συναγωνιζόταν το κρασίν Αφάμης των Κούπετρων. Μα εκείνη την εχρονίαν το κρασί είχε μιαν άλλην γεύσην, δύσκολην να την έβρει ο καθένας. Είχεμ μιαν άλλην μυρωδκιάν αλλιώτικην. Είχε βάλει η Ερμώνασσα έτσι για δοκιμή δυο-τρία φύλλα ύσσωπο στο φελλό από μέσα. Δεν ήξερα τον ύσσωπο. -Ου, ου, ου, Παναγία μου! Εν ηξέρεις ήντα ‘ναι ο ύσσωπος; Ρωτούσεν και ξαναρωτούσεν η Ερμώ. Ιννέ, μόνον εδώ και στην Άγια Γην τον βρίσκεις! Μυρίζει σαν ηδύοσμον άγριον. Άηκε, άηκε! Ο Δαυίδ μ’ αυτόν ζητούσε να ραντιστεί. Στους ψαλμούς του. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Κύριε ελέησον!
Ύσσωπο να σε ραντίζουν για να καθαρίσεις! Και τώρα στο κρασίν; Και καθένα από άλλην συγκομιδήν. Κάθε βαρέλιν είχεν την εχρονίαν επάνω που τώρα ήταν όρος, έμπαινε στη γυάλινη φιάλη  που το φιλοξενούσε. Θα βάζαμε στο στοίχημα μανιχά κρασίν που δυο σοδειές. Μιαν που γεννήθηκα και μιαν που ήμουν στα τριάντα μου. Η φιάλη είχε φελλόν και πάνω στο φελλόν  γραφόταν με πυρακτωμένο χοντρό καρφί η χρονολογία που κλείστηκε στο γυαλί. Αυτοί οι αριθμοί είχαν ορισμένοι κάτι κοινό μεταξύ τους. Είχαν τους ίδιους αριθμούς που μπορούσαν να διαβαστούν  ανάποδα. Κι αντί για 966, ο ίδιος αριθμός θα μπορούσε να διαβαστεί και 996, τριάντα χρόνια μετά, όπου εγεννήθηκα. Και είχαμε κρασίν και από τις δυο αυτές χρονολογίες. Αν γυρίσεις πάνω-κάτω το 966 γινίσκεται το 996, έτος της περσινής σοθκειάς μας. Αν έβρισκεν τη μιαν θα λέγαμεν την άλλη. Χε χε χε! Μα ήταν εύκολον, εύκολον σαν το έναν, δύο, τρία για τον κυρ-Λίνον, όσον εύκολον ήταν να βρει έναν φρέσκον χυμόν στην καντήλαν του. Αυτός; Αυτός ο πανούργος ούλλα ήξερεν τα! Ούλλα!
 
Η ιδέα μεγάλωνε στο μυαλό μου, η ιδέα της αμαρτίας, της κλεψιάς για έναν σκοπόν καλόν, γιατί κι αυτό κακοσύνη ήταν, να γυρίσω τη φιάλην την ώρα που θα γευόταν ο Λίνος το κρασίν, την ώραν που θα έλυνεν το στοίχημα. Η ιδέα πως θα τον παγίδευα μου άρεσε. Με ενθουσίαζεν. Αν έλεγε το ένα θα υποστήριζα το άλλο. Φτάνει να γύριζα τον φελλόν. Λλίον ανήθικον αυτόν, αλλά…αλλά…τι είχε μείνει τάχατε ηθικό στον Λίνον που εμείς δεν υποστήκαμε. Όι, όι! Εν ένι κυρ-Λίνος! Ο κύρης μου είναι κύρης. Αυτό ο αθώος, ο άκακος, το ψουμίν το αμίσητον.
 
Και τώρα, αυτή η είδηση για τη μάνα του κυρ-Λίνου που είχα το όνομά της σαν φίδι με περιτριγύριζε το βράδυ. Γιατί Χαριτίνη; Ρώτησα μια μέρα τον κύρη μου. Μα αυτό έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Χαριτίνη γιατί γεννήθηκες στις 5 του Οκτώβρη της Αγίας Χαριτίνης, κόρη μου. Για τούτον. Εν λλίον να γεννηθείς μιαν τέθκοιαν ημέραν;
Τα φίδι με έζωναν ακόμα πιο πολύ.
 
Ήρτεν η μέρα τσαι νύχτωσεν γλήορα. Κάθισε με το ένα πόδι στο άλλο και το αράπικο σαμπούν του Αλέπο μας έζωσε. Ακόμα κι αυτό με ενοχλούσε. Μα πριν προφτάσω να πω πως είχε κερδίσει ή χάσει, ο Καλλιγάς ο πατέρας μου σηκώθηκε από την ψάθινη καρέκλα του και είπε χώρις να γελάσει ενώ ο κυρ-Λίνος έψαχνε ακόμα για την εχρονίαν του κρασιού.  
 
-Αυτό το κρασί είπε, ενώ παιδευόταν και ίδρωνε, είναι του…είναι του…
 Μα δεν πρόλαβε να τελειώσει…  
 
«Φτάνει κυρ-Λίνο. Δεν θα κερδίσεις αυτό το στοίχημα. Είσαι παγιδευμένος και δεν θα σου πω το γιατί. Πες στην κορούδα μου για το στοίχημα, το στοίχημα του ονόματος.»
«Ε, ε ποιανού ονόματος;»
«Α! Αν το ξέχασες να το πω εγώ. Χαριτίνη, πριν ακόμα γεννηθείς ο κυρ-Λίνος έβαλε μαζί μου στοίχημα πώς να σε βαφτίσουμε. Αν κέρδιζε θα έβγαζε τη μάνα του, αν κέρδιζα εγώ θα σε λέγαμε Ροδόκλεια το όνομα της μάμμης σου. Και έγραψε ένα Χ σ’ έναν φύλλον ελιάς, και ένα Ρ σ’ έναν άλλον. Θα διάλεγα εγώ από τα δυο, και πήρα εκείνο που είχε το αρχικό Χ. Μα σαν γεννήθηκες τη μέρα της Αγίας Χαριτίνης, στις 5 του Οκτώβρη, δεν χρωστούσα πια τίποτε στον Λίνο. Μια μέρα ωστόσο όταν μου έδωσε τις ποδίνες του να τις προβάρω, έκανα να δω τον πάτο τους και άνοιξε ο πάτος και είχε μιαν κρύφτην, και βρήκα το άλλο φύλλο της ελιάς κρυμμένον, ξεχασμένον, εκείνο που δεν είχα διαλέξει. Και είχε κι εκείνο ένα Χ γραμμένο. Ό,τι κι αν διάλεγα θα σε βγάζαμε Χαριτίνη. Ο Θεός δεν το θέλησε να γίνεις παιχνίδι, γι’ αυτόν και εγεννήθηκες την ημέραν της Αγίας.»
 
Ο Λίνος ήταν τώρα σιωπηλός. Μεμιάς σηκώθηκε και είπε με καμάρι. «Καλλιγά, την νύχταν εκείνων των Φώτων ήρθε η γυναίκα σου στο αρχοντικό μου, και έφυγε το πωρνόν. Ήρθε και κοιμήθηκε κάτω από τα ίδια στρώματα με μένα. Σε ξεγέλασε… γιατί η Χαριτίνη είναι δική μου κόρη.»
 
Ο πατέρας μου χαμογέλασε μα δεν ήταν πια εκείνο το γέλιο που έκανε πάντα.
Στην ώρα πάνω ακριβώς κτύπησε η θύρα και μπήκε η Ερμώνασσα. Κρατούσε ένα πρόσφορο και ένα πινάκιο που είχε πάνω μια φιάλη με πορτό, όπως το λαλούσασιν παλιά, κρασίν με σιτάριν που φτιάχνουμε στο χωριό. Άκουσε τα λόγια του Λίνου και καρφώθηκε!
 «Δεν ήταν η Ινδιρώ κυρ-Λίνο που μπήκε στο στρώμα σου. Εγώ ήμουν, η Ερμώνασσα. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις μια γυναίκα από μιαν άλλην;  Ήμουνα πάντα ερωτευμένη μαζί σου, μωροκοπελλούδιν αξύριστον, αππωμένε. Έννα σε στρώσω εγιώνι!»
 
Τα στοιχήματα διαλύθηκαν από εκείνη τη ημέρα. Ο κυρ-Λίνος και η θεία  Ερμώνασσα αρμάστηκαν λίγες μέρες μετά, έτσι που έναν πείσμαν του κυρ-Λίνου γιατί να μην του το πει πως τον αγαπούσεν. Καιρός του ήταν να αρμαστεί, παράγινεν το πράμαν. Και ο πατέρας μου μιαν  ημέραν μετά τη λειτουργία στον Άγιο Μνάσονα πήγε στον κάθε συχωριανό και του έσφιξε αλλιώτικα το χέρι. Πιο αντρίκεια. «Να κοπίασετε!» τους είπεν όλους «στο αρχοντικό μου». «Με λένε κυρ-Καλλιγά και δεν έχω κάνει κακό σε κανένα. ’Εχω τσαι γιορτήν. Γιορτάζω στις…στις…να…στις πενήντα έξη μέρες μετά την Λαμπράν, των Αγίων Πάντων, μου το έμαθεν ο μέλλων γαμπρός μου ο Αντρικκάς, που είναι διάκος στο Μετόχιν του Κύκκου. Μου ζήτησαν την Χαριτίνη μου, είπα σας το; Ο Αντρικκάς ο Σχίζας που την Χώραν. Μου είπε πως έχω Άγιον. Καλοοοό! Άγιον έχω! Και καλόν σύγαμπρόν μου έχω τον κυρ-Λίνον. Καλοοοό!
Η Ερμώνασσα γελούσε. Κι εγώ μόλις την εύρω μόνην της θα την εχωρατεύσω. Γιατί ένι λλίον σπανός ο κυρ-Λίνος. Καστρίσιης! Και πού το γένιν του να της οξύνει τες βούκες; Έννα είναι χάδιν; Ε; Χάδιν;
Ρωτώ σας!   

Έρμα Βασιλείου
Χάμπτον Παρκ, Μελβούρνη 2007

Η ιστορία αυτή είναι γραμμένη στην σύγχρονη Ελληνική μας γλώσσα, ανάμειτκη με την Κυπριακή διάλεκτο, όπως η συγγραφέας πιστεύει πως θα μιλιόταν περίπου, τον δέκατο μ.Χ. αιώνα.)

Κώστας Κωνσταντινίδης, Ο Πέτρος

Ο Πέτρος ήταν ένας από τους ελάχιστους λευκούς του 18ου και έμελε να γίνει ο συγκάτοικός μου. Μου τον σύστησε ένας έλληνας εστιάτορας όταν του εξιστόρησα το τι τραβούσα 5 μήνες στους δρόμους και στα ξενοδοχεία (ο θεός να τα κάνει) χωρίς να μπορέσω να βρω σπίτι. Τον γνώριζαν και τον είχαν από κόντα όλοι οι έλληνες εστιάτορες αφού είχε άκρες και τους έβαζε στις καλύτερες μπαρμπουτιέρες, οι όποιες όμως πλέον τον είχαν κάνει πέρα, έτυχε εκείνο το διάστημα να ψάχνει για συγκάτοικο. Ο ίδιος μου συστήθηκε ως επίδοξος επαγγελματίας παίκτης του πόκερ, ένω βιοποριζόνταν από το κρατικό επίδομα ανεργίας ύψους 1200ων ευρώ τον μήνα αφού είχε δουλέψει σαν σερβιτόρος τους 6 προηγούμενους μήνες.

Ήταν 42 χρονών, έλληνας, καστανόξανθος, με αγριεμένο βλέμμα, μετρίου αναστήματος και καμιά ενενήντα κιλά (τα περισσότερα εξ αυτών στην κοιλιά λόγω τρόπου ζωής), με καταγωγή από την Αθήνα. Μικρός ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής, όμως το όνειρο του δεν πραγματοποιήθηκε αφού δεν σύναβε με τα υπερσυντηρητικά ήθη της οικογένειάς του και την αυταρχική λογική του πατέρα του. Ο ίδιος θεωρούσε ότι είχε πολύ μεγάλο ταλέντο.

Κυκλοφορούσε διαρκώς με κάτι άσπρα βρώμικα αθλητικά μποτάκια, την ίδια παλιά γυαλιστερή φόρμα με κουμπιά στα πλαινά και αρκετά σκισίματα, και ένα ξεθωριασμένο περφέκτορ, ένω φορούσε και έναν μεγάλο ασημί κρίκο -που αποκλείεται να σου διέφευγέ της προσοχής- στο αριστερό αυτί. Είχε ξυρισμένο κεφάλι αλά σκίνχεντ και μεγάλες ροκαμπιλάδικες φαβορίτες. Αργότερα μου αποκάλυψε ότι κουβαλούσε πάντα μαζί του έναν γαλλικό σουγιά.

Είχε χαραγμένο στο ζυγωματικό από την μεριά της καρδιάς το Δέλτα σε κεφαλαίο. Δαυίδ λέγαν τον κατά δύο χρόνια μικρότερο αδελφό του που πέθανε στα 26 του από υπερβολική δόση. Δαυιδάκο τον αποκαλούσε κι ανέβαινε εμφανώς ο σφιγμός του. μου μιλούσε συχνά για αυτόν, δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρέσει τον εαυτό του, ούτε αυτός ούτε η μάνα τους, αυτός τον έβαλε στην πρέζα, αυτός του ‘ριξε το πρώτο ”σούτι”. Παλιό πρεζάκι και ο ίδιος, νυν ξυδάκιας -αν όχι αλκοολικός, αφού έπινε την ημέρα ένα μπουκάλι βότκα, ενώ που και που ”γινόταν” απο την πιάτσα του Lariboisiere ”μέθες”(μεθαδόνες).

Ένα πρωί, θυμάμαι χτυπάει την πόρτα μου και μου λέει αναστατωμένος: ”Μαλάκα Κώστα Ξύπνα! Ξύπνα! Σκοτώθηκε ο Παντελίδης! Ο Παντελής ο Παντελίδης!” Ίσα ίσα τον είχα ακουστά, ”ε εντάξει κρίμα” του απαντάω αδιάφορος, ”Ρε μαλάκα Κώστα!” Συνεχίζει, ”Ο Παντελιδάκος ο τραγουδιστής ρε! Δεν καταλαβαίνεις;!΄Ρε ήταν νέο παιδί ρε! Αυτό ήταν σήμερα θα πάω να ”γίνω” μέθες για πάρτη του”. Επέστρεψε μετά από ώρα με 4 δόσεις μεθαδόνη και το τηλέφωνο από ένα ”ντίλι” για να γίνει πρέζα. Τις ήπιε μαζεμένες και ξύπνησε την άλλη μέρα το απόγευμα, εκείνη την μέρα πραγματικά φοβήθηκα ότι θα πεθάνει, για αυτό μέχρι να ξυπνήσει τον αφουγκραζόμουν πυκνά συχνά και κανα δυό φορές τον ξύπνησα.

Ήταν φανατικός βάζελος και είχε εξετίσει στην φυλακή την στρατιωτική του θητεία ως μάρτυρας του Ιαχωβά, αφού αυτό του έλαχε για πίστη από την οικογένεια του. Πλέον δεν πίστευε σε τίποτα, μόνο στην πάρτη του -με την κακή έννοια της λέξης- το χρήμα και την ανωτερότητα των λευκών. Ά, και τον Παναθηναικό. Μου έδειχνε βιντεάκια στο youtube από ραντεβού μεταξύ γάβρων και βάζελων όπου τους ”τρέχαν” τους γάβρους ”τους παίρναν στα ντού”, φωτογραφίες από τα παρατημένα μηχανάκια και κράνη των γάβρων, επιμένοντας να μου λέει ότι οι γάβροι είναι φλώροι και ότι στην Αθήνα αυτοί μόνο μετρούν, ότι από Θεσσαλονίκη σέβονται πολύ και μόνο τους παοκτσήδες, πώς ερχόταν εκδρομές σε μας στην Τούμπα, και ότι πιτσιρικά τον ετοιμάζαν για νοπίτη αλλά δεν πρόλαβε γιατί τους έκλεισε ο Βαρδυνογιάννης. Η Ν.ΟΠ.Ο ήταν η Ναζιστική Οργάνωση Παναθηναικών Οπαδών.

Μια μέρα ενώ κουρευόταν, του ήρθε ”φλασιά” να κάνει μια σβάστιγα στο πλαινό του κεφαλιού του με την κουρευτική μηχανή. Δεν καταλάβαινε τίποτα, που να τον νουθετίσω, ούτε με το καλό ούτε με το κακό. ”Που πας ρε!” Του έλεγα, ”ρε θα σε φάνε λάχανο ρε μαλάκα στον 18ο arrangement (αρανζμάν) του Παρισοιύ είσαι, ούτε στις Βερσαλίες, ούτε στο Μπορντώ! Σε γκέτο Ινδών, αράβων και μαύρων! Ρε θες να πεθάνεις; Σε ”no go area” για τους μπάτσους βρισκόμαστε!” ”Άντε ρε όλοι τους κότες είναι” απάντησε ”μόνο οι άραβες μετράνε αλλά και αυτοί λίγο.” Βγήκε πήγε έκανε τα ψώνια του και γύρισε ανενόχλητος. ”Τί έγινε δεν σε πήραν πρέφα;” του λέω, ”μπα δεν το πρόσεξε κανένας μάλλον” μου αποκρίνεται απογοητευμένος. Μετά από κάνα δυό μέρες την είχε ξυρίσει.

Πριν λίγες μέρες απο αυτό το σκηνικό ήταν που ένα βράδυ μου εξομολογήθηκε ενώ τα πίναμε ότι έχει δύο χρόνια αφ ότου ξεκίνησε τα ξύδια και τον είχε αφήσει η κοπέλα του, την οποία ακόμα γούσταρε, μία εβραία, ισραηλίτισα κιόλας. Αυτός ήταν ο Πέτρος.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Πεοζαλάδα

Πήξαμε στους ξένους με τα κουτσούβελα. Ξένοι σου λέει έχουν πάρει την αριστερή πλευρά κι Έλληνες από την άλλη, τη δεξιά. Όχι, εγώ στην αριστερή θα κάτσω. Σιγά μη τους αφήσω να πιστέψουν ότι μας κατέκτησαν. Μακεδονία θέλετε παλιοκαριόληδες; Τα τρία μου θα πάρετε, ωραία, μοσχομυριστά σε ένα γυαλιστερό πλαστικό πιάτο από τα λιντλ σας. Μωρέ καλά το έλεγε εκείνος ο γείτονας που είχαμε στη Συκιά, ότι ήρθαν οι Γιουγκοσλάβοι τώρα και μας παίρνουν τις παραλίες. Ουστ κωλόβλαχοι που έρχεστε με τα φράγκα σας και νομίζετε θα μας κάνετε και κουμάντο. Σιγά μη μας γαμήσετε από πάνω. Τόσο ωραία παραλία και την έχουν καταστρέψει, απλώνουν τις πετσετάρες τους και τις ομπρελάρες τους και βγαίνουν σέλφιζ για τα κωλοχώρια τους. Λες κι εμείς δεν μπορούμε. Καλοκαίρι θα το ζήσετε. Θα σας πω εγώ μη σας στείλω από εκεί που ήρθατε σβουρηχτά. Τι θενκ γιου μαρή, στο χωριό σου το έμαθες κι αυτό; Άει από εκεί που ήρθες μπουρτζογερμαναρά. Έχε χάρη που φέρνουν και κανέναν πελάτη στην καντίνα του κυρ-Παναγιώτη πάνω και λειτουργεί κι ο άνθρωπος να έχει να ταΐσει τα παιδιά του να φάει, για αυτό μουγκανίζουμε όλοι και κάνουμε τις πάπιες. Οι Έλληνες είμαστε το χρυσό γένος και εντάξει το έχουμε, θα βγούμε κι από την πέτρα κι ας κάνουνε αυτοί την ηλιοθεραπεία τους τώρα. Εμείς βλάκες είμαστε να δουλεύουμε για εσάς παλιοχλεχλέδες. Χέστηκα και για αυτούς και για τα φράγκα τους. Να τα φάνε. Λες και ξέρουν τι τους γίνεται. Δεν έχουν ζήσει ρε ζωή αυτοί. Δεν έχουν.

Με έπιασαν πρωινές γκαύλες και δεν περνάει και τίποτα, ερημιά. Η χοντρή με τα βυζιά που φτιάχνει φαΐ στον κοιλαρά αντέχεται, αλλά μέχρι ένα σημείο. Περνάνε και κάτι φοιτητριούλες της πλάκας. Γουστάρω και δεν γουστάρω μαζί. Τι να σου πω. Έρχονται με τη μύτη ψηλά και κάτσε ρε φίλε. Εγώ δεν σου είπα τίποτα που έβαλες το σκαφτό το μαγιό με την κυτταρίτιδα ή που ήρθες εδώ ασπρουλιάρα να μαυρίσεις ή την άλλη την ηλίθια την χοντρέλα που γελούσε με τα αστεία μου λες και τα έλεγα σε αυτή. Δώσε και κανένα σουβλάκι σε εμάς μωρή, τα έφαγες όλα. Το ωραίο φύλο και μα και μου. Εμείς για πλάκα τρώμε τη ζωή στα γυμναστήρια, για να μας κοροϊδεύετε και να μας έχετε χαμάληδες, ναι ξέρω. Γαμημένα μωράκια. Δεν μας δίνουν σημασία και στηνόμαστε όλη μέρα μέσα στην κάψα και δεν την παλεύω. Ο βράχος μου έχει μπει στον κώλο και δεν ξέρω προς τα πού να χαϊδεύω τους κοιλιακούς μου.

Της λέω της άλλης της χίπισσας με το ωραίο σβουρηχτό κωλαράκι που δεν μπορώ να το ξεπεράσω, θέλεις να σου κάνω εγώ δίδυμα. Τρίδυμα; Λέγε τι θες και το έχουμε. Όλα τα έχει ο μπαχτσές. Αλλά αυτή όλο χα και χο και χοχοχο. Το έτρωγε κι αυτή το αγγουράκι της άνετα. Κανονικά, το είχε κόψει μπροστά μου, στρίψαμε κι ένα καλό κι αράξαμε. Της λέω, μανάρι μου σου αρέσουν τα αγγούρια ή οι μπανάνες, πώς τις τρως τις μπανάνες και τέτοια. Δεν έπιασε, εντάξει την κατάλαβα αυτή. Είναι από ετούτες που το παίζουν έτσι και κάπως δύσκολες. Και μα και μου και σούξουμούξου. Αλλά μου άρεσε αυτή έτσι λίγο πώς κοιτούσε με το λάγνο το βλέμμα της το άγριο, ωχ τι ζαργάνα είσαι εσύ, ωχ ωχ. Δεν έπαψα να της πετάω να τα δόντια μου, το καλό μου χαμόγελο το έχω κάνει εξάσκηση καθρέφτη. Αυτή κοσμάρα ήταν. Δεν σου αρέσει ο ένας, δεν σου αρέσει ο άλλος. Άσε μας κουκλίτσα μου! Πώς την έχεις δει. Εδώ το πιο ωραίο γκομενάκι της παραλίας σου κάνει τα γλυκά γαλανόλευκα ματάκια του και γούτσου και τέτοια κι εσύ κοιτάς αλλού και κάνεις πως δεν μας βλέπεις. Ώπα, κατέβασε και λίγο το τουπέ σου, παλιοκαριόλα, αν σε βάλω κάτω εγώ και σου δείξω κατά πού πάει ο Δίας, θα σου πω εγώ, παλιοσιχαμένη κάμπια. Και μου λέει και η φίλη της, φάε εσύ αγγούρι. Τι είμαι κανένας πούστης; Με κοίταξε με τη στραπατσαρισμένη της κωλόφατσα με ένα δολοφονικό βλέμμα. Ώπα, φεμινίστριες λέω, θα με φάνε. Ναι, αυτές έχουν πεταχτεί τώρα από το αυγό τους κι έτσι αγάμητες μας πρήζουν τα ούμπαλα. Μου λέει τι έχουν οι πούστηδες. Τρύπα στον κώλο έχουν μωρή. Εγώ μόνο γαμάω. Ξινομούρες όλες είναι ρε φίλε. Όλες. Τι να λέμε. Έχουν χαλάσει το γκρικ φλερτ, το καμάκι το παλιό το άριστο. Μετά κι εσύ άνθρωπος είσαι και δεν μπορείς κι εσύ να λειτουργήσεις. Μαλακία μαλακία, καίγεται στο τέλος-τέλος κι ο εγκέφαλος και δεν ξέρεις πού να κοιτάξεις. Το μυαλό πολτός ρε φίλε. Έχω βγάλει κι αυτά τα γκαυλόσπυρα και δεν λένε να φύγουν ρε φίλε και δεν ξέρω πού να γαμήσω. Θα αφήσω την πούτσα ελεύθερη και σας έφαγα, μουνιά. Θα σας γαμήσω και δεν θα ξέρετε πού να κρυφτείτε, μετά θα κοκορεύεστε για το καλύτερο γαμήσι που κάνατε κι αφήστε τους πούστηδες κατά μέρος. Σιγά μην είμαι εγώ καμιά αδερφή με τα φορεματάκια τους και τα φιογκάκια τους. Ουστ. Πουτάνες όλες. Άλλο που δεν τα θέλει ο κώλος σας κι εσάς παλιοκαριόλες που μου το παίζετε και δύσκολες και δεν ξέρω κι εγώ τι. Αυτά σε ποιο χωριό τα μάθατε πουτάνες, πείτε μου τώρα ρε, πείτε μου, να πάω να το κάψω, να το βάλω φωτιά.

Περιμένω τον άλλον τον μαλάκα με τις ώρες για να μου φέρει λίγη μαύρη με τσοκό κι έχει αργήσει. Καιγόμαστε, φίλος. Πίνω το παλιό το καλό το χορταράκι κι αγναντεύω πρώτο βράχο θάλασσα. Έτσι περνάει και γρήγορα η ώρα και είναι και λίγο ωραία. Από πού το φέρνει ο πρήχτης, μου έχει κάνει τις μπάλες να, με το συμπάθιο. Άιντε να του εξηγήσεις ότι τελείωσαν οι μπίρες και τα ταπεράκια με το μωβ μέσα στο ψυγειάκι. Εκείνο το μωβ μαγεία, τι να σου λέω, βλέπεις τα χόρτα από πράσινα καφέ και το φεγγάρι μαύρο και μια θάλασσα να έρχεται έτσι ωραία καταπάνω σου σαν να σε τρώει. Σε τρώει η θάλασσα και γίνεσαι ένα με την άμμο. Το πετσί σου, το δέρμα σου το νιώθεις, καίγεται. Καλό ήταν το μωβ, όχι εντάξει, οι παλιοί οι Θεσσαλονικείς εξηγήθηκαν καλά. Μας κεράσανε αρκετά. Το μωβ αυτοί το φέρανε από έναν τύπο που ήρθε από Πτολεμαΐδα. Ο τύπος καλά, ήταν αλλού. Πήγαινε πάνω-κάτω σαν το κοκόρι και δεν έβαζε κώλο κάτω και φαινόταν ότι τα μπατζάκια του έχουν πάρει φωτιά και τα δόντια του είχαν πέσει και τα μάτια του παίζανε. Δεν σταματούσε να μιλάει, το παθαίνεις συχνά, σε πιάνει αυτό το μπίρι-μπίρι αν σου ξηγηθούν σωστά. Γίνεται καλή δουλειά, εντάξει.

Η κάψα δεν περιγράφεται. Θα τα βροντήξω κάποια στιγμή και θα την κάνω από εδώ πέρα. Γαμημένο ελεύθερο και δεν ξέρω κι εγώ τι. Είπαμε να το παίξουμε χίπικα φέτος, όπου φτιάχνεται καλή κατάσταση και γίνεται καυτό πάρτι. Άργησε ο μαλάκας και δεν ξέρω πού να κοιτάξω. Τι να περιμένω, δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι αυτούς τους πεοπρήχτες. Μου είπε θα μου φέρει κάτι καλό κι αν δεν είναι καλό θα του το βάλω να το καταπιεί ολόκληρο και θα τον στείλω από τον βράχο. Άει στο διάβολο με τις μαλακίες τους. Όλο λένε το καλύτερο πράγμα σου έφερα και στο τέλος παίρνεις μια μαλακία και ξεχνάς τις παντόφλες σου, μετά το τσαντάκι σου, μετά τη βάρκα σου, μετά τη σκηνή σου και στο τέλος ποιος είσαι. Πάρε την πούτσα μου και κάνε την μπλε, δηλαδή. Κι έχω και τον άλλον τον Κούλη να έρχεται και να μου αραδιάζει την ιστορία της ζωής του για το πώς τον έφτυσαν οι δεκαπέντε χιλιάδες φανταστικές του γκόμενες και για το πώς καυλώνει τα σκυλιά του για να παίζουν ξύλο. Το παίζει εκπαιδευτής σκύλων και καλά. Πάει πιάνει την πάρλα στα γκομενάκια και εντάξει του κάθεται και καμία γιατί έχει τατουάζ το κοπρόσκυλό του που θέλω να το κάνω σουβλάκια. Το παίζει έτσι αγριογκόμενος και δεν ξέρω κι εγώ τι. Ελέγχω τα σκυλιά, ναι, τα καβαλάω και τα γαμάω. Ναι. Πες μου κι άλλα, αχ καύλωσα. Ναι, μαλάκα, είχαν και στο χωριό σου σκυλιά. Εντάξει, μας έπεισες, είχαν και γκόμενες. Ναι, σου κάθονταν όλα και σε πιστέψαμε τώρα. Άιντε πάρε τον πούτσο σου και βγάλε τον μία βόλτα γιατί μας έπρηξες, μαλάκα. Πες μας τι τσόντες βλέπεις. Όχι, τίποτα άλλο, να δούμε κι εμείς καμία να λειτουργήσει το σύστημα. Δηλαδή, ο Πάκης ο φλου που έρχεται και μας λέει για τις εμπειριάρες του με το χαρτάκι είναι καλύτερος.

Τουλάχιστον ξηγιέται σωστά. Φέρνει και κάτι πεσκέσι για εμάς. Όμως μας κάνει το κεφάλι λουκουμά σαν εκείνους που πουλάνε οι πακιστανοί όλη μέρα στην παραλία δυόμισι ευρώ, πανάκριβα. Εντάξει, ρε φίλος, κουμπώσου, αλλά σκέψου λίγο και τους άλλους γύρω σου. Κάθεται και αναλύει με τις ώρες πως βλέπει την άβυσσο σε όποια πέτρα και να σηκώσει λέει. Ώπα, ρε φίλε κι εμείς πίνουμε. Μέτρο, βάλε ένα στοπ και χαλάρωσε. Αυτό είναι κακή διαχείριση, φίλος. Κάνεις χαλάστρα και στους υπόλοιπους που θέλουν να το ζήσουν πιο ελεύθερα. Αυτά δεν είναι για όλους, το ξέρω καλά εγώ, τι νομίζεις ότι δεν έχω κουμπωθεί. Έχω πάρει κι από αυτόν τον διάολο κι από άλλους. Έχω δει κι έχω δει με τα μάτια μου, εγώ. Αλλά ξέρω τι μου γίνεται ρε φίλος, δεν σπάω αρχίδια παντού, όπου κι αν σταθώ.

Εγώ έχω φροντίσει. Έχω και μία αποστολή, θέλω να γαμήσω, οπότε το πάω χαλαρά. Το έχω πάρει απόφαση, να βρω γκομενάκι να πηδήξω, οπότε παίρνω και τον άλλον τον μαλάκα τον εκπαιδευτή και πάμε. Ό,τι κάτσει, δηλαδή, είμαστε, γιατί πού να σηκώνεσαι και να ψάχνεις τώρα. Κι αυτές οι τουρίστριες όλο σιγιου και σιγιου είναι και μου γυρνάνε τα έντερα με το υφάκι τους λες και ήρθαν από τον πύργο του Άιφελ, ενώ η άλλη σου λέει Μασεντόνια. Άσε βρε παρτσακλό που θες και Μασεντόνια, μωρή πατσαβούρα μη σου σκάσω κανένα σκαμπίλι. Πήγα στις άλλες τις τσουτσουνοπέρνοβες χθες με το μαγικό μου φίλτρο. Το παίζουν κι αυτές έτσι χιπισμός. Τσίπουρο, γαρύφαλλο και λίγο εμντί, καλό του Μητσάκου και γίναμε. Γίναμε λέμε. Έτσι καυτές καταστάσεις, από αυτές που μου αρέσουν. Πού είναι και ο Τόλης με το ηχειάκι να παίξουμε λίγο τρανς να πάρουν φωτιά τα κύτταρα, να λειτουργήσει ο εγκέφαλος. Έτσι ρε φίλος, μου αρέσει να ζαλίζομαι σωστά, να με παίρνει το κύμα. Να με παίρνει το κύμα καλά και να μη σκέφτομαι. Γιατί να σκέφτομαι. Τι στο διάβολο, πρέπει να γαμήσω. Θέλω να πηδήξω ό,τι κουνιστό κωλαράκι κινείται. Εκτελείται. Αχ τι καλή φούντα, μας έφτιαξε.

Μύρισα και τα σουβλάκια από δίπλα, αλλά το μαγικό μου φίλτρο με κάνει να μην πεινάω. Έχει βγάλει ο άλλος την ψησταριά και τα γυρίζει, ο σαπιοκοιλιάς. Κάθομαι κι αγναντεύω, θα μας κεράσουν, θα το δεις. Αυτοί έτσι κάνουν, πιάνουν γειτονοφιλίες, για να κατουρήσουν την περιοχή τους. Θα μου το δεις εσύ. Για να μην του πηδήξουμε τη χοντρέλα. Μουαχαχαχα. Ωραία βυζιά, αλλά μάπα δεν παίζεται ρε φίλε. Λες και την πάτησε φορτηγό, δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Να της κόψουμε τα βυζιά για να τα πιάνουμε και να χαίρεται ο κόσμος. Δηλαδή, τέτοια βυζιά, δημόσια δωρεά πρέπει να τα κάνει και να στρώσει χαρακτήρες. Θα σου πω εγώ μετά πώς θα φτιάξουν όλοι. Έτσι φτιάχνει ο άνθρωπος δεν θέλει πολλά. Ώπα, περνάει γκομενάκι του κάνω τσαλιμάκι, το μάτι παίζει, ώπα, το χάσαμε, σφυρίζω, μωράκι της λέω, μπα. Δεν γυρνάει. Θα την περιμένει ο γκόμενος παρακάτω, είμαι σίγουρος.

Όχι άλλο. Έχουμε πήξει στις ζευγαροκαταστάσεις. Το έχω πάρει χαμπάρι για τα καλά ότι εδώ μόνο τέτοια παίζουν. Έρχεται η άλλη η Ελενίτσα, η χασικλού και μας παριστάνει ότι θέλει να πιάσει κουβεντούλα με τα γειτόνια, ενώ τον έχει δέσει τον κώλο της στον Μανωλάκη τον σφίχτη. Που λέει και ο λόγος δηλαδή, γιατί χα και ο Μανωλάκης από τα δικά μας παιδιά είναι, στα δικά μας γυμναστήρια πήγαινε, παλιός κι αυτός. Η δικιά του μας βγήκε κουνιστρούλα. Άσε ρε Ελενίτσα κι εσύ και τα τσαλιμάκια σου, πάρε τα όπως ήρθες. Πουλάει το δράμα της κι αυτή η καημένη, ερημιά εδώ, δένδρα, δεν ξέρει με τι να ασχοληθεί. Γίναμε μία τεράστια χέστρα. Ναι, τουαλέτα με σκατά, δεν την κατηγορώ. Έρχεται και λέει πώς την κλέψανε κάτι κωλόπαιδα και είχε πράμα καλό στο ψυγείο και το έσπρωχνε, στο παλιό της σπίτι, το φοιτητικό και με αυτό θα πλήρωνε το ψιλικατζίδικο που θα άνοιγε, έλεγε θα κάνουν των γονιών της αυτό που είχαν αλυσίδα. Τρέχει η γλώσσα της, σου κάνει κουρκούτι το μυαλό και φεύγει. Λέει για τη θεία της που πέθανε από καρκίνο και για τον ανηψιό της που πέθανε από τροχαίο κι αυτή τι περνάει, από φεστιβάλ σε φεστιβάλ. Όταν πάει στα φεστιβάλ, έρχεται και λέει για αυτά και καλά περνάει, εντάξει. Φτιάχνεται εκεί, τελειώνουν τα λεφτά, στρώνεται. Παραλίγο πρεζάκι η Ελενίτσα, έτρεχε στη μάνα της να τη φτιάξει. Τώρα, λέει, τρέχουν για τη μικρή της την αδερφή που έμπλεξε κι αυτή και τι μικρή, τριάντα πάει να γίνει. Δύσκολα, αυτά δεν είναι για όλους, για τους ελαφρούς χαρακτήρες. Θέλει να είσαι σκληρός, ρε παιδί μου, για να μπορείς να κάνεις καλή διαχείριση.

Α, ήρθε κι ο Αποστολάκης το καλό παιδί, να μας βάλει μουσική. Θα μας πρήξει τον πέο κι αυτός αλλά πάντα κερνάει, οπότε του τα συγχωράω. Στρίβω το δέκατο τσόκο-χόρτο μαζί και θα βάλω και από το άλλο το καλό το μαγικό που πίναμε μόνο στην πλατεία Καλλιθέας. Ναι, είναι λίγο πεταμένο, αλλά έπαιξες κι έχασες, φίλε Τόλη. Γάμησέ το, με περνάει για μαλάκα ο Τόλης, νομίζει ότι επειδή γελάω συνέχεια από το πολύ φου είμαι χαζοχαρούμενο. Δεν τον κατηγορώ κι εγώ τον περνάω για μαλάκα κι έτσι περνιόμαστε. Τον έχω πάρει χαμπάρι κι αυτός φτάνει τα σαράντα ρε φίλε και κάνει παρέα με δεκαοχτάχρονα. Φτιάξε κι εσύ λίγο τη ζωούλα σου ρε τύπε. Έρχεσαι εδώ και μας το παίζεις μπαμπάκας και κωλογλείφτης και δεν ξέρω κι εγώ τι. Μια αηδία μου προκαλεί. Μερικές φορές μου έρχεται να τον πιάσω από τον λαιμό με το τατουάζ φίδι που έχει και να τον σφίγγω, να τον σφίγγω χωρίς τέλος, χωρίς αύριο. Είναι μερικοί άνθρωποι που στο βγάζουν αυτό, ρε φίλε. Όλη την ώρα γελάμε ναι, ρε φίλε, αλλά είναι σοβαρή η κατάσταση. Σου λέω είναι σοβαρή, είμαι σοβαρός, πρέπει να με προσέξεις. Δες τον πώς στέκεται, με παίρνει στην πλάκα ο γαμιόλης. Αχ, θέλω να τον πνίξω και να δω τα μάτια του τότε αν γυαλίζουν όπως τώρα. Ποιος ξέρει τι τρυπάκι έχει φάει κι αυτός τώρα. Αλλά ΠΑΟΚ ρε, είναι σύντροφος, δεν ξέρω. Αυτό με στέλνει ρε. Και δεν φοράει και σταυρό, αλλά ΠΑΟΚ. Θρησκεία ρε, θέλω να τον γαμήσω τον μαλάκα. Αλλά ΠΑΟΚ χα. Κάνω την πάπια. Φέρνει και κανένα μπιράκι και με φτιάχνει. Μπιράκι, φου και το μαγικό φίλτρο μου. Μαγικό και δεν ξέρεις πού θα σου σκάσει.
Αυτά δεν είναι ό,τι κι ό,τι. Δεν του δίνω του μαλάκα, αν δεν μου κολλήσει, για να μη νομίζει ότι μας έχει κατουρήσει κιόλας. Θα πάω για ένα κατούρημα και αν δεν έχει φύγει, θα του πατήσω μία κλωτσιά. Μην έρθει κι ο άλλος ο Πάκης ο φλου και μας κάνει στόχο. Μας αρχίσει με τα άβυσσος παντού και μας χαλάσει. Τρέχει και ψάχνει τον Τόλη αυτός για να αρχίσει. Ιστορία ο τύπος. Λέει, λέει τα δικά του και δεν τελειώνει ποτέ το σάλιο του. Τι μυαλό, ρε φίλε. Βλέπω το σκοτάδι εδώ, βλέπω το σκοτάδι εκεί λέει, θα πέσω, κρατήστε με. Εμ, αυτά παθαίνεις άμα παίρνεις το Μιάου και δεν ξέρεις πώς σκάσει, ενώ έχεις κάτσει κι ένα χαρτάκι από τα καλά, τα δυνατά και ψάχνεις κι άνθρωπο να ακούσει τις πίπες σου και άιντε χάος. Όχι, εμένα δεν μου αρέσουν αυτά. Δεν τα σηκώνω. Ή είσαι ίσιος και μου έρχεσαι και σκας το πράμα σου να χαρούμε όλοι μαζί ή την έκανες φίλος. Τι να σηκώσω. Όπως την έχει δει ο καθένας. Εδώ θα δεις όλα τα φρούτα. Τα περισσότερα πεσμένα και καμένα, εντάξει, δύσκολη η ζωή, όλοι την παλεύουμε και βλέπουμε. Θα μου πεις, είναι πώς θα σου σκάσει το επεισόδιο και φταίει λίγο και η ηλιοφάνεια, γιατί μας καίει ο ρημάδης ο μαλάκας ο ήλιος και δεν ξέρουμε πού να κρυφτούμε. Αλληλεγγύη, ρε κουράδες, να γυρίζει, ποιος θα στρίψει είναι το θέμα και ποιος θα καβατζώσει λίγο να έχουμε να γυρίζει και εντάξει. Γίναμε.
Αγάπη μόνο, ρε κουφάλες. Αγάπη μόνο. Εγώ το έλεγα στο μωράκι, αυτό δεν άκουσε και την έκανε. Έτρωγε καμιά σφαλιάρα πού και πού, αλλά ήταν μαλάκω και μου ζάλιζε τον πούτσο όλη την ώρα μα και μου, εδώ δεν υπάρχουν αυτά. Έρχονται οι γκόμενες αγάμητες και περιμένουν να τους σκάσει ο πούτσος ο καλός κι εγώ αναλαμβάνω. Θα γίνει το καλό στην ώρα του, ας στρίψουμε ακόμα ένα και έχει ο καιρός γυρίσματα. Αχα, ναι, τα έλεγε ο μαλάκας ο άλλος ο τραγουδιάρης. Κάτι τέτοια τραγούδια είναι σοφά, ρε φίλε, σου φτιάχνουν έτσι την κατάσταση, γιατί λες κάπως δεν είμαι μόνος κι έτσι. Την έχουν δει κι άλλοι έτσι, αυτοί οι καλλιτέχνες, ρε φίλε. Που είναι πιο ευαίσθητοι κι έτσι και καλά. Παίζει πούστηδες, αλλά ποιος χέστηκε. Αν λένε αλήθειες, τους ακούς. Λένε αυτά που δεν μπορούμε να πούμε εμείς, ρε φίλε. Αγάπη μόνο. Θα το βρούμε. Αγάπη μόνο. Χα. Ήρθε και ο μαλάκας με το πράμα, επιτέλους, από πού στο διάολο πήγε να το φέρει.

Έρχεται με τη σκύλα του αυτή, την κουβαλάει από εδώ κι από εκεί, το ροτβάιλερ, θέλω να το σκοτώσω κι αυτό, ρε μαλάκα, όλη την ώρα γαβ και γουβ τι θέλει κι αυτό το κωλόζωο από τη ζωή μας. Δεν μπορούμε να ηρεμήσουμε στο κωλοελεύθερο, μετά σου λέει φύση και χαλάρωση. Πάρε το αυγό και κούρευ’ το, δηλαδής. Άει στον κόρακα όλα τα λαμόγια μου μέσα, με έχουν κάνει και κακό στο τέλος, τέλος και δεν ξέρω τι λέω. Ώπα, κάτσε, μωράκια, βλέπω, μωράκια. Ε, ψιτ, κουράδες, γυρίστε, το κέρατό μου, γυρίστε μωρέ φραγκόκοτες. Θα σας την πέσω μία φορά, δεύτερη δεν έχει. Αχ, αυτός ο κώλος, τι μεγάλος κι αφράτος, εμένα περιμένει, θα κατέβω παραλία, ναι, θα στο κάνω το χατίρι μωρή παρτάλω, για τον κώλο σου και μόνο, ναι, εσύ που με κοιτάς μέσα από το γυαλί. Εγώ, σου μιλάω, μωρή, ξενέρωτη, άει στο διάβολο, να πάτε κι εσείς και τα κωλάρια σας. Κατεβαίνω παραλία, σε λίγο, θα σας γαμήσω όλες παλιοπουτάνες με το βλέμμα στο θεό, ποιες νομίζετε ότι είστε. Αχ, χάλασε η κοινωνία, πάνε κι αυτές οι καλές εποχές που φτιάχναμε τις γκόμενες και τις παίρναμε με το κουτάλι, τώρα άιντε να βρεις με τα φουμπού και τις σέλφιζ, αυτές θαυμάζουν τους κώλους τους όλη μέρα και ρίχνουν λέει ηλεκτρονικά γκομενάκια. Κι εγώ έχω μείνει με τα δύο κινητά μαλάκας. Δίνω το ένα που έχει από πίσω τον αριθμό και κάνω πάσα έτσι και λέω γράψε τον να μου τον θυμίζεις γιατί είναι καινούργιος σε όποιο γκομενάκι σταμπάρω κι έτσι τρέχει η κατάσταση και πηδάω και βλέπουμε. Πού θα πάει, θα πέσει και το στραβοκάνικο, εκείνο το σβουρηχτό το γκομενάκι. Θα της κάνω και πεντάδυμα, άμα θέλει, ό,τι θέλεις, μάνα μου, ό,τι πει η καρδιά σου. Αγάπη μόνο. Φύγε, Τόλη, λέω, για τελευταία φορά, μη σε γαμήσω. Ε, τι να κάνω, μου ζάλισε τον πούτσο. Ας στρίψουμε ένα, στην υγειά της αχάριστης.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και η άβολη αναγκαιότητα της αλήθειας

Για όλα έφταιγε η 7χρονη Νεφέλη, η οποία εκείνο το πρωί είχε βάλει τον πατέρα της, κύριο Παπαδημητρίου, να ορκιστεί πως δεν θα γίνει ποτέ του ψεύτης. “Μπαμπά, για να μη γίνεις ψεύτης, δεν πρέπει να πεις ψέματα ποτέ” ήταν η αυστηρή υποσημείωση που είχε προσθέσει η Νεφέλη. ‘Ηταν τούτη η υποσημείωση ο λόγος που, όταν μετά από δύο ώρες, μια κοπέλα 15 χρόνια νεότερη του κύριου Παπαδημητρίου τού έκλεισε τον δρόμο (ενώ εκείνη είχε STOP κι εκείνος σαφέστατη προτεραιότητα), τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως απρόοπτα για τους ανυποψίαστους θεατές: Ο κύριος Παπαδημητρίου, αντί να παροτρύνει -ως συνήθως- την κοπέλα να κατευθυνθεί στην κουζίνα, αντί να κάνει μη ρεαλιστικές σεξουαλικές δηλώσεις για διάφορες θρησκευτικές προσωπικότητες, την κοίταξε στα μάτια (όπως κάνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις), την κοίταξε ενώ μπορούσες να δεις τον θυμό να στάζει από τα μάτια του (όπως μπορείς πάντα να δεις σε τέτοιες περιπτώσεις), και της ούρλιαξε κάτι διαφορετικό:

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Τρέμω για εκείνο που μπορεί να καταντήσω!”

“Tι λες βρε μαλάκα;!” απάντησε ρωτώντας η νεαρή κοπέλα, η οποία βιαζόταν να προλάβει τη συνέλευση της κομματικής της παράταξης στο πανεπιστήμιο· η δική της παράταξη είχε τις αφίσες με την καλύτερη αισθητική, και δεν ήθελε με τίποτα ν’ αργήσει.

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει!” ούρλιαξε ο κύριος Παπαδημητρίου, με ακόμα μεγαλύτερη οργή. “Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Και μακάρι τουλάχιστον να με έβρισκες όμορφο!”

Tούτη η παύση στο πρόγραμμα του κύριου Παπαδημητρίου είχε διαρκέσει αρκετά. Έστριψε με μένος το τιμόνι για να φύγει – κι ενώ το έστριβε, μουρμούρισε στον εαυτό του πως και το Rogue One: A Star Wars Story μια υπερεκτιμημένη μαλακία και μισή ήταν, και ότι έπρεπε να το είχε παραδεχτεί από την πρώτη φορά που το είδε.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com