Μάριος Χάκκας, Το τρίτο νεφρό

Τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, παρά μόνο με αίμα· τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ’ ένα κάποιο επίτευγμα με χαμομήλια· ασ’ τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρανυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: « Οχ, οχ! Αιμορραγώ σ’ όλο το σώμα». «Κάλπες, αφού πρόκειται για το δείκτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;» Γι αυτό και γράφουν νερόβραστα ποιήματα, πιπιλίζουν ονόματα με θαυμασμό και προσπαθούν να μοιάσουν κάποια πρότυπα τους χωρίς να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά και την κόλαση που προϋποθέτει το ποίημα. Εμ, δε γίνεται.

Κάποτε είδα ανθρώπους που τρώγανε αποβραδίς μια χαρά έχοντας την καραβάνα στα γόνατα, χρόνια τρώγανε σε τούτη τη στάση χωρίς κανένα παράπονο, και το πρωί παίρνανε μεταγωγή για το τρελοκομείο, γιατί ξαφνικά νιώσαν να σπάει η πλάτη και να πετάγεται η καρδιά προς τα έξω. «Η πλάτη μου», όλο λέγαν, «η πλάτη μου», κι έπεφτε η καραβάνα απ’ τα γόνατα αφήνοντας δυο κόμπους λάδι ανεξίτηλο λεκέ στο τσιμέντο. Μαύρισε η ψυχή κι έκανε τούτο το ρήγμα κι έφερε τούτη την πτώση, παρά την επίμονη θέληση των ανθρώπων να κρατήσουν την καραβάνα στα γόνατα.

«Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.» Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα. Αλλ’ οπωσδήποτε απ’ αυτούς κάποιος. Μ’ άλλα λόγια, αν έχεις ξοδέψει γι αυτήν την υπόθεση έστω και μια τρίχα απ’ τους όρχεις σου.

Γι αυτό: σε τάιζε η μαμά σου το αυγουλάκι σου και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο). Άντε, παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα. Οι λέξεις σου είναι κούφιες. Ναι, ξέρω, πέρασες κι ένα κοκίτη και τώρα έχεις στρυφνό προϊστάμενο που σε επιπλήττει άμα κάνεις κανένα λαθάκι. Καλά. Καλά. Κάνε μια εντριβή με οινόπνευμα και το πρωί θα είσαι περδίκι. Κοίταξε, μην κρατάς τα αέρια μέσα σου, άσε να φεύγουν προβληματισμοί κι ανησυχίες.

Τώρα που έκανα τα πνευμόνια μου μαύρα καπνίζοντας παλιοτσίγαρα το ‘να πάνω στο άλλο. Με την ίδια φωτιά, τη νεανική, πήγα κρεσέντο. Τώρα που ωρίμασα μαζί με το νεφρό μου που έσκασε καρπούζι στον ήλιο. Τώρα που το είδα χωρίς καμιά φρίκη ν’ ανοίγει τριαντάφυλλο, ούτε αίμα, ούτε τίποτα, μόνο τρακ και φάνηκε ζαχαρωμένη ντομάτα. Κοβαλτιώθηκα, μπούχτισα, τσουρουφλίστηκα ολόκληρος. Μόλις τώρα φτάνω των δασκάλων την κόλαση. Όχι εξωτερικά, λέγοντας Ρίλκε και Μπέκετ, μιμούμενος φράσεις τους, όχι. Ξεκινώντας απ’ τη δική μου ζωή, λαχαίνω τις σκέψεις μου μες τα γραφτά τους κι αυτή ας πούμε η σύμπτωση με κάνει να χαίρομαι και να σκυλιάζω ταυτόχρονα. Χαίρομαι γιατί ο δρόμος πουτράβηξα, που μόνος μου διάλεξα αν θέλετε, που η ίδια η ζωή μου καθόρισε, δεν είναι άγονος, αφού κι άλλοι, και μάλιστα δάσκαλοι φτάσαν στο ίδιο επίτευγμα, κι είναι μια απόδειξη, όπως όταν μετά σκληρό διαγώνισμα βγαίνεις και τρέχεις στις λύσεις κι είναι όλα σωστά. Απ’ την άλλη μεριά σκυλιάζω γιατί πρόλαβαν αυτοί και κατέγραψαν τον ανθρώπινο πόνο κι εγώ τώρα πρέπει να πάω πιο πέρα δίνοντας ίσως και τ’ άλλο νεφρό.

Στέκομαι συλλογισμένος κι ανοίγω φανταστικό διάλογο με τον Ρίλκε, τον Μπέκετ, τον Μίλερ Χένρι και άλλους, πεισμωμένος και τους φωνάζω, ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση. Γιατί να μην έχω κι ένα τρίτο νεφρό; Τότε, αυτήν την απέραντη απελπισία που φτάσαν οι δάσκαλοι, ίσως μπορούσα να την μετατρέψω σε κάποια ελπίδα και πίστη. Να πάρω πηλό και να πλάσω απ’ την αρχή έναν άνθρωπο, κι αυτό το παγερό στερέωμα που φέρνει σβούρα από πάνω μας τυχαία και άσκοπα να μετατρέψω σε λούνα πάρκ. Να στήσω πυγολαμπίδες πάνω στην άσφαλτο. Να κάνω τους ανθρώπους να δουν τη μεταμεσονύκτια ομορφιά των ηλεκτρικών στύλων καθώς υποκλίνονται ευγενικά στις λεωφόρους. Ίσως μπορέσω να φτάσω ξανά στις πρώτες αφέλειες συγκροτώντας μια πίστη που θα διαλύεται μόλις χάνει κανείς το νεφρό του.

Δε θέλω χρόνο. Ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση, γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν οι άλλοι, την καταγράψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παραπέρα.
Μ’ άλλα λόγια, είναι στην κυριολεξία πρόβλημα τρίτου νεφρού. Αν ήταν πρόβλημα χρόνου μονάχα, δεν είχα παρά να καταφύγω στο τεχνητό. Παίρνουν το αίμα από τη φλέβα και το διοχετεύουν στη μηχανή. Εκεί το χτυπάνε όπως το γάλα που του αφαιρούνε το βούτυρο, για να το ξαναφέρουνε καθαρότερο στην αρτηρία. Οχτώ ολόκληρες ώρες συνεχίζεται το ίδιο βιολί, δυο και τρεις φορές την εβδομάδα. Ένα μηχάνημα μέλος του σώματος σου έξω από το σώμα σου επιμηκύνει το χρόνο σου, σου δίνει παράταση για τρία, ίσως και τέσσερα χρόνια, κερδίζεις μ’ αυτό κάτι, δε λέω, μα τι να ξοδέψεις, πλαστικά σωληνάκια και φίλτρα; Βίδες, παξιμάδια και ρεύμα;

Παίρνεις μια κάποια παράταση, ίσα ίσα που προλαβαίνεις να πετάξεις ένα βιβλίο γεμάτο ούρα, ένα μπουκάλι με σκέψεις για το πώς έγινε το ναυάγιο, τον ύπουλο ύφαλο, τις απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατηθείς σε μια σαθρή σχεδία δίχως σχέδια, για το μεγάλο σαρωτικό κύμα που έρχεται. Κάποτε πλησιάζει το τέλος, γιατί κάθε φορά και περισσότερα ούρα κυκλοφορούνε στο αίμα σου. Τόσο ήτανε, λες, ρίχνεις μια τελευταία ματιά στα γραφτά σου και βάζεις τον τίτλο: Το τελευταίο μπουκάλι. Ιστορίες που μιλάνε για φλέβες και ούρα, ζαλάδες, πόνους, μιζέριες, μια επιχείρηση που κερδίζει όσο για να πληρώνει το λογιστή. Μόνο φύρα, κανένα περίσσευμα.

Αλλά εγώ που ήθελα να εκσφενδονίσω βεγγαλικά τις φράσεις, καταυγάζοντας έστω και για μια μόνη στιγμή αυτή την αιώνια νύχτα; Πώς να ηλεκτροφωτίσω το στερέωμα με μπλε, μοβ και κόκκινα αστέρια χωρίς να ξοδεύω ζωή; Μ’ αυτό το τραπέζι νεφρό;

Μιλάω για μια ποίηση από τη ζωή, όχι καλά και σώνει για τη ζωή, πολύ περισσότερο με κάποιο σκοπό. Έτσι βρίσκω την ποίηση για την ποίηση του Mallarmé, mal armé. Θα ‘θελα αυτούς που έχουν αυτό το μεράκι να ‘χουν αγγίξει έστω με το μικρό δακτυλάκι την καραβάνα της απελπισιάς, να ‘ναι, μ’ άλλα λόγια, bon armé και alarmé. Γι αυτό αναφέρθηκα στην αρχή σε κάτι φιόγκους (το αυγουλάκι τους και μάλιστα φρέσκο) που γράφουνε ανούσια ποιήματα, χάνονται μέσα στις λέξεις, γιατί δε δώσανε γι αυτή την υπόθεση σταγόνα αίμα. Δε γίνεται. Δε γίνεται.

*Από τη συλλογή διηγημάτων “Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες” (1970).

Μικρό αφιέρωμα – 94 χρόνια (24 Νοεμβρίου 1922-24 Νοεμβρίου 2016) από τη γέννηση του Άρη Αλεξάνδρου –

«Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμία πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ‘χω ξαναπεί, δεσμώτης τήδε ίσταμε, τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνίζονται εναντίον όλων των τυράννων. Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών».
Αρης Αλεξανδρου (λογοτεχνικο ψευδωνυμο του Αριστοτελη Βασιλειαδη )
24-11-1922 Γενέθλιο στο Λενινγκραντ.

ceb1cebbceb5cebeceaccebdceb4cf81cebfcf85

Άρης Αλεξάνδρου, Έξω απ’ τα δόντια. δοκίμια 1937 – 1975

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή.

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

*Από το Πανδοχείο στο http://www.pandoxeio.com

15230567_10211186293439251_3877724129236487979_n

Η καλύβα ψηλά στο βουνό
Σε κοίταζα μ’ όλο το φώς και το σκοτάδι που έχω
Monday, December 18th, 2006
Η πολιτική στην καλύβα, Λογοτεχνική καλύβα
Προοίμιο
Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση – ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι.
Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι καθαρόαιμος σταλίνας ή χαφιές.
Για το λόγο αυτό, να προστατεύσει δηλαδή την ΦΚΟ από τη διάβρωση, ο Λιανόπουλος κράτησε τη φοιτητική οργάνωση έξω από την ΟΚΝΕ και έκοψε κάθε σύνδεση με το Κόμμα. Ένας ΟΚΝίτης, στενός του φίλος, ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου, του έκανε σκληρή κριτική γι’ αυτό – ήταν βλέπετε τυπικότατος στα ζητήματα κομματικής νομιμοφροσύνης. Συγκρατήστε κι αυτή τη λεπτομέρεια…

*
Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, του οποίου το βιβλίο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, είναι η βασικότερη πηγή για όσα θα διαβάσετε παρακάτω, αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 1941, ο Λιανόπουλος συναντήθηκε στη Γενική Ασφάλεια με τον κρατούμενο Νίκο Ζαχαριάδη. Είχε περάσει τον κύκλο των βασανιστηρίων χωρίς να καταδώσει κανέναν και χωρίς να υπογράψει δήλωση. Ο Ζαχαριάδης του εμπιστεύτηκε το τρίτο γράμμα προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο ο ηγέτης του ΚΚΕ ουσιαστικά αναιρούσε το πρώτο, το γνωστό, όπου καλούσε σε συστράτευση, υπό την κυβέρνηση Μεταξά, κατά της Ιταλίας. Το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα κομμάτι λευκό χασέ και ράφτηκε στη φόδρα του σακακιού του Λιανόπουλου. Ο Λιανόπουλος ελευθερώθηκε και αμέσως κλήθηκε να παρουσιαστεί στο στρατό, ενώ το γράμμα δημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τον Ιούνιο του 1942.
Πολύ σύντομα (λόγω της επίθεσης του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ) η γραμμή που έδινε ο Ζαχαριάδης στο τρίτο γράμμα βρέθηκε στραβή (ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης της Ελλάδας με την Ιταλία, πρότεινε ο φωστήρας) – τώρα η Ελλάδα όφειλε να τα δώσει όλα, για να ανακουφίσει την ΕΣΣΔ. Άρα, ίσχυε το πρώτο γράμμα, τα άλλα δύο δεν υπήρχαν.
Επειδή όμως το τρίτο γράμμα όχι μόνο υπήρχε, αλλά είχε κιόλας δημοσιευθεί σε κομματικό έντυπο, ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε (όταν επέστρεψε από το Νταχάου, στα 1945) να παραδεχθεί την ύπαρξή του. Με τη χαρακτηριστική παχυδερμία των σταλινικών, εκμεταλλευόμενος την ευήθεια (δηλ. την κομματική πειθαρχία) του ακροατηρίου του, δε δίστασε να κάνει τη νύχτα μέρα και να βγάλει τον εαυτό του λάδι. Το Λιανόπουλο, όμως, δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να τον κατηγορήσει ότι καθυστέρησε να παραδώσει το περίφημο γράμμα στην καθοδήγηση – κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο Λιανόπουλος το είχε παραδώσει στον Τρικαλινό, στέλεχος που είχε δραπετεύσει από την εξορία.
Ο σκληρός Μάης του 1942

Ο Άρης Αλεξάνδρου, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μέλος του ΕΑΜ νέων, μετέφραζε τον ύμνο της σοβιετικής νεολαίας – το μουσικό θέμα του οποίου ήταν το μουσικό σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας:
Πλατειά πλατειά η χώρα απλώνει
όλο δάση κάμποι, ποταμοί
άλλη χώρα τέτοιανε δεν ξέρω
με μια τόσο λεύτερη ζωή.
Όλοι εδώ για μας είναι το ίδιο
και οι άσπροι κ’ οι χρωματιστοί
κ’ ένα γειά σου σύντροφε αν φωνάξεις
θα βρεις κιόλας ένα συγγενή.
Και παντού φυσά δροσάτο αγέρι
η ζωή χαρούμενη κυλά
και κανείς στον κόσμο δεν θα ξέρει
σαν και μας με γέλιο ν’ αγαπά.

Οι εδώ τοποτηρητές της πλατειάς χώρας με την τόσο λεύτερη ζωή, όπου φυσά παντού
δροσάτο αγέρι, ανακοίνωσαν ξαφνικά τη διαγραφή από το ΕΑΜ Νέων και το ΚΚΕ του Χρήστου Θεοδωρόπουλου (Μάξιμος), του Γιώργου Λιανόπουλου (Δήμος) και του Στάθη Μεγαλοοικονόμου (Φάνης), με την κατηγορία της προδοσίας. Ήταν, λέει, γκεσταπίτες και προδοτικό τρίο.
Η ανακοίνωση της διαγραφής έγινε μέσω μιας πολυγραφημένης εφημερίδας και μοιράστηκε σε όλα τα μέλη της οργάνωσης. Οι τρεις αναφερόντουσαν με το όνομα και το επαναστατικό τους ψευδώνυμο – δινόντουσαν δηλαδή στο πιάτο στην Γκεστάπο – χωρίς ωστόσο να αναφέρεται και το τι ακριβώς είχαν κάνει. Η απόλυτη απομόνωση από τα μέλη του ΕΑΜ ήταν αυτονόητη συνέπεια. Η σύλληψη από τη Γκεστάπο, μια εύλογη πιθανότητα. Και τότε, δεν αποκλειόταν η φυσική, είτε η ηθική εξόντωση των τριών – αν υποτεθεί ότι υπό την πίεση και τα βασανιστήρια κατέδιδαν ανθρώπους…
Όλες οι ηλιθιότητες /αθλιότητες του σταλινικού κονγκλαβίου του ΚΚΕ, ακόμα και οι μεγαλύτερες – όπως η καταγγελία του Πλουμπίδη ως προδότη, την ώρα που αυτός στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, είναι μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζονται ως προϊόν απλής πολιτικής αφασίας: πάντοτε υπάρχει από πίσω ένα
συγκεκριμένο πολιτικό διακύβευμα. Ο Πλουμπίδης, για παράδειγμα, αν δεχτούμε τις
απόψεις κορυφαίων επαγγελματιών ιστορικών, είχε εκφράσει τότε την άποψη πως το
ΚΚΕ θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αδιέξοδη σεχταριστική πολιτική του (την ίδια
ακριβώς που έχει και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών…) και να αναζητήσει
πολιτικές συγκλήσεις με τις άλλες αριστερές ή κεντρώες δυνάμεις. Αποτέλεσμα:
προδότης, γιατί αμφισβητούσε (στα πλαίσια της κομματικής νομιμότητας, αλλά αυτό
δεν αποτελούσε ελαφρυντικό) τη μοναδική αλήθεια της μοναδικής δυνατής πολιτικής
– αυτής που καθόριζε η ηγεσία. Το γεγονός ότι υπάρχει πάντοτε πολιτικό σκεπτικό
πίσω από τις εν λόγω ενέργειες, δε σημαίνει πως απαλλάσσονται από το
χαρακτηρισμό ηλιθιότητες / αθλιότητες – υπάρχουν και ηλίθιες /άθλιες πολιτικές,
με συγκροτημένο και συνεπές σκεπτικό…
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μάιο του 1942, για να δούμε την πολιτική παρουσία και δράση των τριών νεαρών εαμιτών, όπως τη σκιαγραφεί ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, για να επιχειρήσουμε μια ερμηνεία στα ανεξήγητα γεγονότα – ανεξήγητα με την κοινή, όχι όμως και με τη σταλινική λογική.
Ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου φλεγόταν από επαναστατικό πάθος, αλλά ήταν και απόλυτα νομιμόφρων στην κομματική γραμμή. Μοναδικό του ελάττωμα ότι δεν ήταν μισαλλόδοξος, συζητούσε τις απόψεις των άλλων: χαρακτηρίστηκε αποψίας.
Ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος, είχε επιφυλάξεις για τη μετωπική γραμμή του Κόμματος, από θέσεις λενινιστικής ορθοδοξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα ήταν αυτός που έγινε …χριστιανός Ορθόδοξος – μάλλον είχε κάποια ροπή προς το θεολογικό λόγο, είτε υπό μαρξιστικό είτε από ιουδαιοχριστιανικό μανδύα… Αποψίας, κι αυτός.
Η περίπτωση του Γιώργου Λιανόπουλου είναι πιο σύνθετη. Πίστευε πως ήταν λάθος
του ΚΚΕ να συγκροτεί μέτωπο με ουσιαστικά ανύπαρκτες δυνάμεις – σφραγίδες, αντίθετα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή των Φιλελευθέρων και στελεχών του Λαϊκού κόμματος. Ένα το κρατούμενο – υπάρχει και συνέχεια: Ο Λιανόπουλος είχε
ήδη υποστεί ένα γερό ιδεολογικό σοκ όταν πληροφορήθηκε την τύχη που είχε το πολιτικό του ίνδαλμα, ο Νικολάι Μπουχάριν, μετά τη δική του δίκη της Μόσχας. Δύο
τα κρατούμενα. Στην επαρχιακή Αθήνα, είχε γίνει μαλλιά κουβάρια με τον γραμματέα της ΟΚΝΕ, τον περιβόητο Μήτσο Βλαντά – και είχε αποχωρήσει από το Κόμμα – τρία τα κρατούμενα. Είχε συνεργαστεί με τους Κορνήλιο Καστοριάδη (τι μικρός που είναι ο κόσμος της ελληνικής αριστεράς…) και Αχιλλέα Γρηγορογιάννη στην έκδοση του παράνομου μαρξιστικού εντύπου Νέα Εποχή (άλλη σημειολογικά ενδιαφέρουσα ειρωνεία της ιστορίας…), αλλά σύντομα ο Λιανόπουλος διαφώνησε και αποχώρησε κι από κει – τέταρτο κρατούμενο. Το πέμπτο κρατούμενο ήταν η απόφαση του Λιανόπουλου να δράσει μόνος του και να οργανώσει δολιοφθορές – διέθετε μια ποσότητα εκρηκτικών, προερχόμενη από τη λεηλασία μιας εγκαταλειμμένης εγγλέζικης αποθήκης. Το τελευταίο κρατούμενο ήταν μάλλον εκείνο που τον προήγαγε από αποψία σε προδότη /γκεσταπίτη, προφανώς από τη στιγμή που το Κόμμα απαίτησε την παράδοση των εκρηκτικών και εκείνος δεν υπάκουσε. Θεωρείται δεδομένο ότι το Κόμμα είχε μεσάνυχτα για το ποιοι ακριβώς ήταν ανακατεμένοι στη Νέα Εποχή – δεν παρέλειψε βέβαια να τους καταγγείλει ως προβοκάτορες πεμτοφαλαγγίτες, όργανα του ξένου κατακτητή και επικίνδυνους εχθρούς του ελληνικού λαού! Η απόφαση της καθοδήγησης για τους τρεις δεν έγινε δεκτή καταρχήν από τους ίδιους – οι Μεγαλοοικονόμου και Θεοδωρόπουλος (θύματα μάλλον της συγκυρίας οτι ήταν φίλοι με τον Λιανόπουλο) έκαναν το παν για να αποκατασταθούν κομματικά. Πράγματι, η απόφαση ήταν τόσο ηλίθια / άθλια, που το Κόμμα την αναίρεσε σύντομα – σιωπηρά βέβαια, για να μη θιγεί το κύρος της καθοδήγησης – και τοποθέτησε τους δύο σε άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ, τουλάχιστον να μη συναντιούνται καθημερινά με τους παλιούς συντρόφους, που ήξεραν… Ο Γιώργος Λιανόπουλος είχε διαφορετική πορεία.
Αυτά όμως έγιναν λίγους μήνες αργότερα – και κανείς δε μπορούσε να τα προδικάσει. Τον Μάη του 1942 οι οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κατέβασαν γραμμή για πλήρη απομόνωση των τριών γκεσταπιτών – και οι σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές τους υπάκουσαν και τους απομόνωσαν. Όλοι, εκτός από ένα νεαρό φοιτητή της ΑΣΟΕΕ – τον Άρη Αλεξάνδρου.
Ήταν παιδικός φίλος με τον Χρήστο Θεοδωρόπουλο – και δε μπορούσε να δεχτεί την αναιτιολόγητη προγραφή. Το Κόμμα επέμενε, αλλά κι ο ίδιος ήταν ανυποχώρητος. Αποτέλεσμα: εγκατέλειψε το Κόμμα (και την εαμική οργάνωση) για χάρη του φίλου του- και υπέστη κι αυτός την αναπόφευκτη απομόνωση, χωρίς ωστόσο να απουσιάσει από καμιά αντικατοχική εκδήλωση / δραστηριότητα! Φυσικά, έγινε κι αυτός ύποπτος και διαγράφτηκε – γιατί από τα φανατισμένα πολιτικά μορφώματα της θεολογικής σκέψης δεν έχεις ποτέ το δικαίωμα να παραιτηθείς, απλώς διαγράφεσαι ή καθαιρείσαι.
Τότε, όλοι οι μήνες ήταν σκληροί

Κάποτε οι δύο (Θεοδωρόπουλος και Μεγαλοοικονόμου) αποκαταστάθηκαν – ο δεύτερος μάλιστα έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ, στο σώμα της Πάρνηθας. Ο Λιανόπουλος βρέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, όπου και συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943. Του ζητούσαν να παραδώσει τα περίφημα εγγλέζικα εκρηκτικά κι αυτός αρνιόταν ότι τα είχε. Τον μετέφεραν από χωριό σε χωριό για μήνες – αυτός ντυμένος καλοκαιρινά, με μια κουβέρτα στους ώμους. Του πρότειναν να μπει στον ΕΛΑΣ (να ντυθεί κιόλας…) αλλά αρνήθηκε.
Ο Μεγαλοκοικονόμου έμαθε τις περιπέτειες του Λιανόπουλου και είτε πήγε ο ίδιος ως την Εύβοια, είτε έστειλε μήνυμα υπέρ του Λιανόπουλου, το οποίο έφτασε στον εκεί επικεφαλής του ΕΛΑΣ, συνταγματάρχη Όρθυ (Γ. Δουατζής). Στις 29 Δεκεμβρίου
1943 ο Όρθυς ρώτησε τον Λιανόπουλο για τον συναγωνιστή που ενδιαφερόταν για το άτομό του, του αποκάλυψε ότι είχε διαταγή να τον εκτελέσει, του δήλωσε ότι δεν βρίσκει τίποτε το ενοχοποιητικό εις βάρος του και τον άφησε ελεύθερο. Τον συμβούλεψε μάλιστα να επιστρέψει εθελοντικά, για να αναλάβει τη διαφώτιση του ΕΛΑΣ Εύβοιας. Δυο μέρες μετά, οι δυο φίλοι γιόρτασαν μαζί την πρωτοχρονιά του 1944, στην Αθήνα.
Ο Μεγαλοοικονόμου επέστρεψε στη μονάδα του. Μια μέρα εμφανίστηκε στο αρχηγείο της Πάρνηθας ένας ελασίτης αγγελιοφόρος από τον ΕΛΑΣ Εύβοιας, με γραπτή διαταγή του αρχηγείου Στερεάς, να παραδώσουν τον Μεγαλοοικονόμου – όπως κι έγινε. Ο καπετάνιος Ορέστης (Μούντριχας) έστειλε ένα δικό του ανταρτόπουλο να παρακολουθεί κρυφά τη συνοδεία. Μόλις απομακρύνθηκαν καμπόσο, ο αγγελιοφόρος ελασίτης, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα εντεταλμένος εκτελεστής, δολοφόνησε τον Μεγαλοοικονόμου. (Αυτά τα αφηγήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα ο Ορέστης στον ίδιο τον Λιανόπουλο). Κανείς δεν πληροφορήθηκε ποτέ το σκεπτικό της εκτέλεσης / δολοφονίας, ποτέ δεν αναζητήθηκαν και δεν αποδόθηκαν ευθύνες – η εποχή, βλέπετε…
Ο Λιανόπουλος βρέθηκε διπλά παράνομος στην Αθήνα – τον αναζητούσαν οι Γερμανοί και οι εκτελεστές του ΚΚΕ. Τελικά, συνελήφθη από τους Γερμανούς και έμεινε στη φυλακή ως την απελευθέρωση. Αργότερα κατάφερε να πάει για οικονομικές σπουδές στο Χάρβαρντ, όπου είχε δάσκαλο και τον …Ανδρέα Παπανδρέου, οικογενειακό γνωστό του από την Αθήνα. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη διάρκεια της χούντας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και με την μεταπολίτευση ανέλαβε υφυπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή – εξελέγη μάλιστα και βουλευτής Ευβοίας, έτσι μας λέει μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο.
*
Ο τρίτος γκεσταπίτης, ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος (Μάξιμος) λέγεται (από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο) πως ήταν ένας νέος προικισμένος, με ακτινοβολία μοναδική σ’ εκείνο τον κύκλο της νεολαίας. Αποκαταστάθηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη, αλλά, πολλά χρόνια μετά, έγραψε στον Άρη Αλεξάνδρου:
Από το Μάη του ’42, δηλαδή πριν 32 χρόνια, που με συκοφάντησαν τόσο ωμά, εγκληματικά, χυδαία, εκείνη η σπείρα του Κ.Κ. εξαφάνισαν μέσα μου κάθε φιλοδοξία
«αναγνωρίσεως»
Ο Θεοδωρόπουλος είχε εξελιχθεί σε χριστιανό – και τον Μάιο του ’74 ήρθε σε επαφή
με τον Άρη Αλεξάνδρου (που ζούσε στο Παρίσι) επειδή ήταν εκδότης ενός …ελληνοχριστιανικού περιοδικού, που το έλεγε Ελληνικός Λόγος. Ετοίμαζε λοιπόν ένα αφιέρωμα στον παλιό του φίλο – τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, τον οποίο
αναγόρευε ως κορυφαίο της μεταπολεμικής γενιάς και …σχεδόν χριστιανό, οπωσδήποτε όμως ουδέποτε κομμουνιστή. Ο Άρης έγινε έξαλλος, ανταλλάχτηκαν πύρινες επιστολές και το αφιέρωμα ματαιώθηκε. Αυτά όμως, αν είμαστε καλά, θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία… Επίλογος
Άλμα στο χρόνο: αρχές δεκαετίας του ’70, Παρίσι. Ο Άρης Αλεξάνδρου και η σύντροφός του Καίτη Δρόσου καλούν στο σπίτι τους τον παλιό φίλο και σύντροφο Γιώργο Λιανόπουλο. Όλη τη νύχτα συζητάνε για τη δραματική ιστορία που σημάδεψε τα νιάτα τους. Κάποια από τα ψηφία που αναφέρθηκαν και εδώ, έχουν ως πηγή εκείνη τη συνάντηση.
Μια ιστορία, πολιτική κατά βάση, στα χρόνια της Κατοχής… Είναι βέβαια συγκλονιστική, αλλά γιατί να μας ενδιαφέρει σήμερα; Μας ενδιαφέρει, για ένα λόγο: αποτελεί έναν από τους κύριους (βιωματικούς) πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκε ο Αλεξάνδρου για να γράψει το Κιβώτιο, στο οποίο κατέχει, με κάποιες παραλλαγές, κομβική θέση στην αφήγηση. Και το Κιβώτιο είναι το σημαντικότερο πεζογράφημα στην ελληνική γλώσσα – αν όχι σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό του.

*Το κείμενο αυτό προέρχεται από τα «μυστικά του Κόλπου»: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/08/blog-post_115598030464363419.html

dtbook050414

Γιώργος Σαράτσης, Νυχτερινές Απουσίες

na

Φθινόπωρο με τον Γκαλεάνο στο Μοντεβιδέο. Θερμοκρασία στους 20οC. Μου μιλά χαμηλόφωνα για τα ένδοξα ταξίδια του Κορτές στα 1547, για φυλές ινδιάνων με περίτεχνες γλώσσες και άλκιμα σώματα. Τη μέρα που γεννήθηκες, μου λέει, ο Φρανθίσκο Πιθάρο βολόδερνε στη Λίμα. Από χοιροβοσκός, τιμημένος νεκρός στον περίβολο ενός καθεδρικού. Κάποιος άλλος πάντοτε.

Στο βάθος τα βουνά της Μακεδονίας. Νοέμβρης μήνας, λιμνοθάλασσες και εκβολές ποταμών. Ένα θαλασσοφαγωμένο ρυμουλκό, παρκαρισμένα Ι.Χ. δίπλα από συρματοπλέγματα. Οι αποστάσεις απαιτούν συγκατάβαση κι ο έρωτας χώρο να χορτάσει απ’ τα σωθικά μας. Η ύπαρξη γραπώνει αιφνίδια απ’ το πόδι και σέρνει πρόσωπα, γόνατα, παλάμες αιμόφυρτες στο χρόνο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.thraca.gr/2016/11/23.html

Αντιγόνη Ηλιάδη, Η παναγία του σούπερ μάρκετ

pistepseto-net

Η κυρία με τα λαμέ προχώρησε στον διάδρομο αναμονής του σούπερ μάρκετ. Έσπρωξε τον κύριο με τα φτωχά ρούχα. Ο κύριος ήταν εξήντα χρονών, σπαγκοραμμένος, καλοχτενισμένη φαλάκρα, πήρε όλες τις προσφορές, γάλα, φακές και αλεύρια, καφέδες, κωλόχαρτα και ζάχαρη. Για τον πόλεμο ετοιμάζεται. Η κυρία τον έσπρωξε απαλά. Έβαλε τα πέντε καπνιστά σαλάμια της και τις μπίρες της στον πάγκο του ταμείου. Κοίταξε το ηλίθιο μέικαπ της πωλήτριας. Ήταν γύρω στα τριάντα και είχε το βλέμμα στο κινητό της με το οποίο έπαιζε κάντι κρας κάτω από την ταμειακή μηχανή. Μεγάλο σκορ. Η κυρία βαριόταν και ρεύτηκε δυνατά. Η πωλήτρια της έδωσε σημασία. Κοίταξε την κυρία με υποτιμητικό βλέμμα, σαν στραπατσαρισμένης αγελάδας. Επιτέλους. Δεν υπήρχε χρόνος για χάζεμα. Δούλευε! Παλιοσακατεμένη από τη μοίρα μετεφηβική καρικατούρα. Η κυρία όμως δεν είχε φράγκο πάνω της.
Έξω δεν είχε ήλιο. Γαμημένη συννεφιά είχε. Βγήκε από το σούπερ μάρκετ με τα τακούνια της να κάνουν κλακ-κλακ. Πάτησε σκατά. Ε, φυσικά. Έβρισε τον θεό, τον είπε μαζόχα και μαστροπό. Κάθισε σε ένα πεζούλι. Δεν είχε τα λεφτά να πληρώσει. Χρειαζόταν τα σαλάμια. Είχε εθιστεί σε αυτή τη γεύση την πηχτή τη γλυκιά και μαζί καπνιστή. Φώναξε σφυριχτά έναν καραγκιόζη που περνούσε εκείνη την ώρα. Τον έσπρωξε σε ένα τοίχο. Γαμήθηκαν. Του έγλειψε τον πούτσο. Ο καραγκιόζης την έβρισε. Μουρμούριζε περίεργα. Μύριζε σαπούνι και είχε γραβάτα και πλαστικά μανικετόκουμπα, βαμμένο κόκκινο μαλλί και καλοξυρισμένο ρυτιδιασμένο πρόσωπο. Της έδωσε δύο ξερά πεντάευρα. Την είπε παλιοπουτάνα. Της χούφτωσε τα βυζιά και την πλήγωσε στον κώλο. Η κυρία του ζούπηξε τα αρχίδια και άρχισε να τρέχει. Ο καραγκιόζης έμεινε παγωμένος να τσιρίζει και να λέει ότι θα πεθάνει.
Η κυρία χαμογελαστή μπήκε με πονεμένο κώλο στο σούπερ μάρκετ. Κι έκατσε στην ουρά. Αιμορροΐδες σε συνδυασμό με μεγάλο μαλάκα. Πρόβλημα. Δεν περίμενε. Έσπρωξε από δω κι από κει κι έφτασε μπροστά-μπροστά. Η πωλήτρια της είπε πάλι δεν είναι αρκετά τα λεφτά σου μωρή. Η κυρία έπιασε τα λαμέ της ρούχα, έκανε πως ψάχνει για ψιλά. Πήρε τα σαλάμια και το έβαλε στα πόδια. Έτρεξε δύο-τρία τετράγωνα. Στάθηκε λαχανιασμένη σε έναν τοίχο. Είχε ξεχάσει τα ταμπόν. Γαμώτι. Το κέρατο της, πού σκατά είχε το νου της. Χτύπησε το κεφάλι της με το χέρι δύο-τρεις φορές. Ο τοίχος ήταν κρύος, γεμάτος υγρασία, η κοιλιά της πονούσε, λύγιζε. Σε λίγο από τη μήτρα της θα έπεφταν κομμάτια.
Γαμημένα σούπερ μάρκετ. Κάθισε σε ένα παγκάκι. Κοίταξε τη γαμημένη συννεφιά. Παλιοκόσμε. Τα καυσαέρια. Τα σάπια αυτοκίνητα. Τα γκρίζα σπίτια. Τα καημένα παιδάκια με τα θλιμμένα προσωπάκια. Πέρασε μία γυναίκα. Της ζήτησε ένα τσιγάρο. Ευτυχώς είχε κάτι λάιτ καρέλια. Και ήταν ευγενική γυναίκα. Λαχταριστό τσιγάρο. Η γυναίκα φορούσε σκισμένο μπουφάν. Είχε χαλασμένα δόντια και ξεβαμμένα ξανθά μαλλιά. Η κυρία πήρε το τσιγάρο με χαρά και το ρούφηξε δυνατά. Κοίταξε τη γυναίκα που έφευγε με στριγκό βήμα. Τη λυπήθηκε λίγο. Τη συμπόνεσε. Σκέφτηκε σε τι σπίτι θα γυρίσει. Με τι άνδρα θα μιλήσει. Πώς θα ανοίξει την τηλεόραση και θα εύχεται να τελειώσει το μαρτύριο. Και λίγο πριν κοιμηθεί, σκέφτηκε, θα βλέπει εφιάλτες. Χάρηκε για λίγο που ήταν στον δρόμο. Ένιωσε καλύτερα. Ζήτησε αναπτήρα από κάτι νεαρά παιδιά. Τα κοίταζε έντονα. Παίζανε μπάλα ανέμελα. Και βρίζανε τα μικρότερα μεταξύ τους. Χτυπιόντουσαν, πέφτανε, ξανασηκώνονταν. Δεν πεθαίνουν ποτέ τα κωλόπαιδα. Και είναι σαν τις κατσαρίδες. Εξαπλώνονται συνεχώς και παντού. Καπνίζουν και φτύνουν όλη την ώρα. Βρίζουν και παριστάνουν τους ενήλικες. Τα μαγκάκια. Η κυρία τα συμπαθούσε. Γελούσε μαζί τους. Και τους πρότεινε έκπτωση στις συνηθισμένες τιμές της. Δεν ψώνισε κανένα τους. Δεν βαριέσαι.
Η κυρία χρειαζόταν ταμπόν. Της πονούσε η κοιλιά. Είχε κόκκινο λεκέ στο παντελόνι. Ή ήταν από τον κώλο αίματα. Πάντως είχε κρύο και δεν γινόταν να κάτσει έξω. Το πλαστικό μπουφάν της δεν την κρατούσε ζεστή. Έπρεπε να βρει ένα μέρος να ζεσταθεί. Το βρακί της λερώθηκε σίγουρα, θα ήταν για πέταμα. Η κυρία μπήκε σε ένα ψιλικατζίδικο. Ο τύπος στο ταμείο ήταν εικοσάρης. Είχε σπυράκια στο μέτωπο. Καυλόσπυρα. Την κοίταξε με λάγνο βλέμμα ύποπτο. Η κυρία πήγε μαζί του πίσω από το ταμείο. Την ώρα που πουλούσε τσιγάρα και γαριδάκια, μπουκαλάκια με νερό, τσοντομπεριοδικά και κρουασάν, η κυρία τον περιποιούταν με μητρική αγάπη και τρυφεράδα. Μετά κατάλαβε ότι το μαγαζί δεν είχε ταμπόν. Του πήρε δύο πακέτα καρέλια. Και τον φίλησε στοργικά στην κορυφή της τεντωμένης του πούτσας. Ο τύπος είχε μείνει καταραμένος από τη μαυροντυμένη χήρα γιαγιά του στο χωριό να μην ευλογηθεί ποτέ με στύση τελειωμένη μέχρι να βρει μια κοπέλα να ανοίξει σπίτι να νοικοκυρευτεί να γίνει άνθρωπος. Και δεν έχυσε ποτέ. Είπε στην κυρία να μην ανησυχεί, του συμβαίνει συχνά και του έχει ξανασυμβεί. Η κυρία του έσκασε ένα χαμόγελο με το χρυσό της δόντι και το έβαλε πάλι στα πόδια.
Πάμε για άλλα. Μπήκε μέσα στον Άγιο Νικόλαο, κάθισε σε ένα πάγκο. Κοίταξε τρεις γριές που προσεύχονταν. Έβγαλε το παντελόνι της και το βρακί της. Πήγε γυμνή μπροστά στη μια γριά στάζοντας αίμα. Τα μπούτια της έλιωναν από την κυτταρίτιδα. Έλαμπαν από την εκκλησιαστική διαύγεια. Η μία γριά την είδε και την λυπήθηκε πάραυτα. Της είπε κορίτσι μου, ο θεός να σε βοηθήσει. Σκέφτηκε ότι μπορεί να είναι και η ίδια η ταλαιπωρημένη παναγία. Μετενσαρκωμένη. Άρχισε να φωνάζει: «Θεέ μου, η παναγιά!» Και την άκουσε όλη η ενορία και μαζεύτηκε κόσμος.
Και η κυρία ξαφνικά έγινε παναγία. Της πλύνανε τα ματωμένα της πόδια με αγίασμα. Την τυλίξανε με μία κουβέρτα και της δώσανε να φάει ζεστή φασολάδα σπιτική. Οι γριές πέφτανε στα πόδια της ζητώντας μετάνοια για τις αμαρτίες τους. Η κυρία ήπιε μπόλικη μαυροδάφνη, δώρο από τον αφράτο και κοκκινομάγουλο παπά, τον πατέρα Ιάκωβο. Η κυρία ταμπόν δεν βρήκε, αλλά σκουπίστηκε με κάτι πρόχειρα ευαγγέλια. Τα ευαγγέλια αυτά θα μπούνε σε γυάλινη προθήκη. Ο ψάλτης της έκανε τα γλυκά μάτια, ήταν αδύνατος, με μακριά μαλλιά, γεμάτος γένια. Κομμουνιστής και διαβασμένο παιδί. Η κυρία κάθισε δίπλα στην κυρά-Κούλα, στην κυρά-Νίτσα και την κυρά-Σούλα και έμαθε τα νέα της γειτονιάς.
Λέει, ο περιπτεράς έδινε γλειφιτζούρια δωρεάν και μάλλον ήταν παιδεραστής με βρώμικο μητρώο και θα έπρεπε να μαζευτούν κάποιοι γονείς για να γίνει φασαρία και να του κλείσουν το περίπτερο. Επιτέλους πια να μπει μια τάξη. Καμιά μανούλα δεν αγοράζει πια από εκεί. Ο παιδεραστής περιπτεράς να πάει σπίτι του και να μην ξαναβγεί ποτέ από εκεί ο αμαρτωλός ο άθλιος ο γλοιώδης. Και λένε πως αυτά τα γλειφιτζούρια έχουν μέσα τους ναρκωτική ουσία, πολύ κακή για την υγεία. Η κυρα-Νίτσα έκανε τον σταυρό της, η κυρα-Σούλα έσιαξε τη μαύρη φούστα της και σήκωσε τη νάυλον κάλτσα της. Και η κυρα-Κούλα συνέχισε τα κουτσομπολιά.
Λέει, ότι η Πέπη που έχει το κομμωτήριο το έχει και καλά για ξεκάρφωμα. Παίρνει χοντρά λεφτά με πιστολάκια και βαφές, αλλά είναι πόρνη γιατί φοράει αυτά τα ξέκωλα και τα ξώβυζα ντροπής πράματα. Ο θεός τη βλέπει από κει ψηλά και αυτός θα κρίνει, αλλά τι να πεις. Καμιά σεμνότητα πια και τα νέα παιδιά που πάνε στα σκολειά το ίδιο. Και κάνουνε μεταξύ τους πράγματα. Εντάξει, η τηλεόραση έδειξε ότι όλα επιτρέπονται και αυτό είναι το σωστό, αλλά ο θεός, ο ύψιστος θα κρίνει. Στην τηλεόραση είδες τη μαγειρική με το μοσχαράκι στιφάδο; Το παίρνεις μπέιμπι λέει, του ρίχνεις λαδολέμονα και κάτι πορτοκάλια να γλυκάνει και να νοστιμίσει. Μην έχει πολύ αίμα όμως. Το στραγγίζεις πρώτα. Ελαφρύ και γλυκό και γίνεται ένας μεζές-πεσκέσι άλλο πράμα. Να το σερβίρεις στον βασιλιά. Τραπέζι για μεγαλεία. Όχι αστεία. Η κυρά-Νίτσα λέει έκανε σαρμαδάκια, τα τύλιγε αποβραδίς, τα αμπελόφυλλα από το χωριό. Η κυρά-Κούλα κεφτεδάκια με πατάτες στον φούρνο, γιατί αρέσουν στον σύζυγο. Και η κυρά-Σούλα άνοιξε φύλλο να κάνει πρασόπιτα για τα εγγόνια μαζί με πατσά για τον γιόκα της τον μονάκριβο που φέρνει τα λεφτά στο σπίτι, από το εργοστάσιο. Αφεντικό, όχι απλός εργάτης. Ξεκίνησε από εργάτης αλλά έφτασε ψηλά ο προκομένος και τώρα είναι μάνατζερ ναι μάλιστα από τους καλύτερους και μόνο στην Αμερική έχει τέτοιους.
Η κυρία τα άκουσε όλα αυτά. Το μάτι της έπεσε στον λαχειοπώλη μπροστά στη φωτογραφία του Χριστού να παραμιλάει και να μουρμουράει. Ο λαχειοπώλης γεροντάκι, φαλακρό, ξερακιανό με μπουφανάκι λεπτό, ρουφηγμένο μάγουλο. Και στον ώμο μια τσάντα βαριά, να του προκαλεί καμπούρα, γεμάτη λαχεία. Η κυρία είπε στις κυρα-Σούλα-Νίτσα-Κούλα να αγοράσουν λαχεία και αυτές έσπευσαν να δώσουν λεφτά στον άνθρωπο να φάει κι αυτός ψωμί, γιατί δύσκολες μέρες και όποιος έχει, να δίνει και κάτι. Η παναγία το είπε. Κάνανε τον σταυρό τους και φύγανε από την εκκλησία, γιατί έχουν και δουλειές και θα φωνάζουν οι άνδρες τους που γυρνάνε στο σπίτι πεινασμένοι από τα καφενεία. Η ώρα πέρασε. Οι γυναίκες τρέξανε να προσκυνήσουν την κυρία-παναγία και μετά κάνανε τη βόλτα τους με χάρη πάντα, σενιαρισμένες, καλοντυμένες, πανέμορφες για την τρυφερή τους πια ηλικία.
Η κυρία κάθισε μπροστά στον λαχειοπώλη τον κοίταξε και του ζήτησε να της κάνει αιδοιολειξία. Αυτός δεν ήξερε την λέξη. Την είπε αγία. Η κυρία δεν το αρνήθηκε. Ήταν άλλωστε πλέον αναγνωρισμένη. Είχε γίνει μία φίρμα. Τον πήρε πίσω στην αγία τράπεζα. Έσκυψε πάνω στο προσευχητάρι. Πέταξε τον τουρλωτό της κώλο πίσω. Γυμνό και λαμπερό. Πήρε τον σταυρό του παπά και τον έχωσε στο μουνί της. Και έκανε τα μάτια προς τα πίσω δήθεν ηδονισμένη. Ο λαχειοπώλης αποτρελάθηκε, άρχισε μανιασμένα να γλείφει σαν σκυλί. Ο πούτσος του δεν σηκωνόταν. Η κυρία τον εθώπευε από δω από κει έπιανε το τριχωτό σκληρό του δέρμα. Χάιδευε τα ανάγλυφα κόκκαλα της πλάτης του. Τον φίλησε παντού. Ο καημένος δεν άντεξε πολύ. Πήρε το λαχείο κι όλη την αμοιβή. Τεντώθηκε. Και τελείωσε γλυκά με μία μικρής διαρκείας στύση. Ξάπλωσε στο κόκκινο χαλί, λαχανιασμένος. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και αντηχούσε σε όλη την εκκλησία. Η κυρία του πήρε το μπουφάν απαλά. Τον σκέπασε στοργικά. Τον φίλησε στο μέτωπο και του έδωσε συγχώρεση για κάθε προηγούμενή του αμαρτία. Το στόμα του το ξεδοντιάρικο με τα γένια τα αγριωπά και γκρίζα ήταν ματωμένο κι έμοιαζε τόσο με πίνακα ξενικής ζωγραφικής. Η κυρία αισθάνθηκε μία προσωρινή συγκίνηση.
Μετά βγήκε στον διάδρομο αγχωμένη. Να προλάβει τον πατέρα Ιάκωβο. Ο πατέρας Ιάκωβος ήταν ένας παπάς, χοντρούλης, με πολλά γένια και γαλάζια μάτια και μεγάλα γυαλιά μυωπίας. Είχε εφτά παιδιά που τα έχει πάει σε όλα τα κρατικά ωδεία και είναι όλα μεγάλα μουσικά ταλέντα. Τον βρήκε η κυρία τον πατέρα Ιάκωβο, του έπιασε τον μπράτσο και τον κάθισε με νόημα σε μια καρέκλα. Ο πατέρας Ιάκωβος ήταν μία καλή περίπτωση παπά, κρατούσε σημειώσεις για διάφορα περιστατικά και πρόσεχε τους αδύναμους στην ενορία. Ειδικά αν ήταν Έλληνες. Του άρεζε να υπάρχει ομοιομορφία και τους μαύρους τους έβρισκε βρωμερούς και δεν τους έδινε και πολλή σημασία. Ειδικά αν είχαν και παιδάκια που τα σπρώχνανε τα καημένα στα φανάρια και τα κάνανε από μικρά τερατάκια με όλη αυτή την κακή μόρφωση. Απαράδεκτα πράματα. Ο πατέρας Ιάκωβος μερικές φορές έβαζε συγκλονιστική κλασσική μουσική στην εκκλησία, ήταν φιλοδυτικός και πάνω από όλα φιλελεύθερος. Και πρώτος είχε εισηγηθεί να μπούνε κάμερες στην εκκλησία, γιατί λέει υπάρχουν ξένοι που μπαίνουν μέσα και βεβηλώνουν τα θεία και κλέβουν τα χρυσοποίκιλτα διακοσμητικά. Όχι ότι είχε κανένα πρόβλημα με τους ξένους. Αυτός; Προς θεού.
Η κυρία κάθισε στα πόδια του πατέρα Ιάκωβου, ο πατέρας αναστατώθηκε την είπε ιό και βρωμερή παρουσία και την έφτυσε δύο-τρεις φορές, η μια την βρήκε στον εξοχικό της βύζο. Η κυρία δεν συγκινήθηκε. Τον έπρηξε ψέλνοντας έναν άλλον Ματθαίο στα ρώσικα. Ο πατέρας Ιάκωβος την έσυρε τραβώντας τη γλυκά και με ύφος εκατό καρδιναλίων έξω από την δυτικόφιλή του εκκλησία. Να πάει αλλού η κυρία αν θέλει να παριστάνει την παναγία.
Κι έμεινε με μία κουβέρτα γυμνή η καημένη. Έτρεξε στο σούπερ μάρκετ τρελαμένη και άρχισε να κλαίει και να τραβάει τα μαλλιά της με μανία. Μπήκε μέσα από τις συρόμενες πόρτες. Πέρασε τον έλεγχο στα ταμεία. Σκεφτόταν ότι θα πρέπει να διαρρήξει κανένα πορτμπαγκάζ και να κοιμηθεί στο λασπωμένο πάρκινγκ πάλι. Σιχάθηκε τόσο πολύ τη ζωή της. Της ήρθε να ξεράσει τα αλκοόλια και τα αγία. Της έφυγε λίγο μυξόκλαμα σε έναν τύπο που τον λυπήθηκε. Είχε ένα σύνδρομο της είπε και έκανε πέντε βήματα πίσω κι άρχισε να χτυπιέται μπροστά στο ράφι με τα σαμπουάν συγχυσμένος. Είχε πάνω του λίγη ξένη μύξα με κλάμα και φτυσιές. Άρχισε να τρέμει, τον έπιασε κρίση πανικού και φώναζε ότι θα κολλήσει AIDS και μετά ήρθε ο σεκιουριτάς και έπιασε τον τύπο και τον χτύπησε με τον γκλομπ στον σβέρκο. Η κυρία το είδε αυτό και πριν προλάβει να γίνει άλλη φασαρία, κατέβασε το παντελόνι του σεκιουριτά που κολλούσε στην κοιλάρα του και του δάγκωσε τον κώλο με σκυλίσια λαχτάρα. Και μετά πήρε έναν κατεψυγμένο αρακά και τον άνοιξε στον διάδρομο και ο σεκιουριτάς γλίστρησε σαν καρτούν αλλά δεν έπεσε, όπως περίμενε η κυρία. Την άρπαξε από τα μαλλιά, όσα της είχαν μείνει στο ταλαιπωρημένο της ξερό κρανίο, από τα πολλά τραβήγματα και την πήρε έξω από το σούπερ μάρκετ. Της έκανε ανάκριση, την έβρισε, της έδωσε πολλές γκλομπιές στην κοιλιά. Ο καημένος τύπος, σκεφτόταν η κυρία. Αυτός με το σύνδρομο. Θα σφάδαζε τώρα ή θα ήταν αναίσθητος στον διάδρομο με τα αποσμητικά, τα ξυραφάκια και τα λογιών μπάνιου στοιχεία.
Της είχε κάνει κλικ αυτή η μίζερη κορμοστασιά του. Τον σκεφτόταν η κυρία, καθώς ο μπάτσος την χτυπούσε με περισσή λαχτάρα. Ο βλάκας ντροπιάστηκε σε δημόσια κάμερα και θα γινόταν νέο στις βραδινές ειδήσεις. Τι θα έλεγε στους φίλους του ο μάγκας ο σεκιουριτάς που έγινε ρεντίκολο από την κυρία. Οι μελανιές της γίνανε από μπλαβιές κόκκινο βαθύ κι άρχισαν να βγάζουν αίμα. Οι παλάμες της, τα πόδια της, τα γόνατά της και η κοιλιά της πονούσαν φριχτά. Ξάπλωσε στο τσιμέντο, κοίταξε ένα μυρμηγκάκι να περπατάει δίπλα στο μπαγιάτικο μάτι της. Βγήκε μία πωλήτρια και είπε ευτυχώς πριν γίνει το κακό, ότι η κυρία ήταν βασικά η παναγία. Έβγαλε τον σεκιουριτά με το i-phone της φωτογραφία. Κάψτε τον, τον αμαρτωλό! Έσπασε το νύχι από το άγχος της, καθώς το έτρωγε με λαχτάρα. Κοίταξε γύρω της κι άρχισε να φωνάζει.
«Βοήθεια κόσμε, να η παναγία, μου το είπε η θεία μου η Νίτσα που την είδε να γεννά τον Ιησού στην εκκλησία.»
Τα ηχεία του σούπερ μάρκετ έπαιζαν δυνατά το «Εδώ σε θέλω νεφρό μου», ένα δυνατό λαϊκό τραγούδι που προκαλούσε μαζικό κατούρημα. Όταν γέμισαν οι τουαλέτες ο κόσμος άρχισε να χορεύει και να κατουράει τα πράγματα του σούπερ μάρκετ. Κατάλαβαν ότι η παναγία ήταν εκεί. Όλες οι πράξεις είναι ευλογημένες αυτόματα. Το κατούρημα ήταν η βασική ιερή πράξη. Όλα ήταν τόσο γλέντι που εμφανίστηκαν και τα παιδιά των κλαμπς. Βγάζανε σέλφιζ με την καημένη την κυρία και κάνανε τσεκ ιν στα μέσα δικτύωσης. Τα μάτια τους ήταν δακρυσμένα από την πολλή ώρα στην οθόνη. Πού και πού σήκωναν τα μπατζάκια τους και αμέσως μετά τα κατέβαζαν, γιατί η μόδα άλλαζε τόσο γρήγορα. Πίνανε γάλα και μετά το αλλάζανε και πίνανε μπίρες και μετά άρχισαν να πίνουν αίμα. Η μόδα άλλαζε πολύ γρήγορα. Μέχρι που τα μπατζάκια τους πήραν φωτιά, αλλά δεν κατάλαβαν τίποτα, γιατί ήταν παραλυμένα. Τα παιδιά των κλαμπς ήταν η αφορμή για να καεί το σούπερ μάρκετ. Γιόρταζε ο κόσμος με τη φωτιά.
Και σύντομα το θέμα έγινε στο ίντερνετ viral. Βάλανε μέσα στο τουίτερ την κυρία σαν παναγία. Τυλιγμένη με την κουβέρτα, χτυπημένη, ματωμένη, στα τσιμέντα να κάνει κωλοτούμπες αγκαλιά με τον στοργικό σεκιουριτά, μπάτσο κατώτερης βαθμίδας, κομπλεξάρα του κερατά. Η κυρία μπήκε στο σούπερ μάρκετ με την πωλήτρια και κουτσαίνοντας πλησίασε τα σαμπουάν. Βρήκε τον νεαρό με το σύνδρομο. Ο τύπος καθόταν κι έκλαιγε σε μια γωνιά. Του άγγιξε το μέτωπο, αυτός άρχισε να ουρλιάζει. Η κυρία τραβήχτηκε πίσω. Ο κόσμος έτρεξε κι έκανε έναν ιερό κύκλο να δει τι συμβαίνει και ποια από όλες είναι η πιο τρελή. Γιατί η τηλεόραση αυτά δεν τα δείχνει και γενικά αργεί. Βγάλανε έξω κινητά και τάμπλετς και τραβούσαν το σκηνικό. Το σούπερ μάρκετ έγινε ξαφνικά ιερό. Και η κυρία ως παναγία, πήρε μία σπάλα χοιρινό και την κόλλησε στη μάπα του νεαρού με το σύνδρομο κι αυτός ξαφνικά σώπασε. Έπειτα του έδωσε ένα χάιδεμα στην πλάτη, στον πούτσο κι ένα γλυκό γλωσσόφιλο. Αυτός καθόταν αποσβολωμένος να κοιτάει τον τοίχο.
«Είμαι ερωτευμένος. Ω θεέ μου, γαμώ την παναγία.»
Και άρχισαν να φιλιούνται και το ένα έφερε το άλλο και η παναγία γαμιόταν και γαμούσε γενικά κι όλα πήγαν πρίμα. Και παντού γύρω έπεφταν αρακάδες και φασολάκια, η σπάλα γλιστρούσε στα ιδρωμένα τους στομάχια. Μπλέχτηκε ανάμεσά τους ένα κοριτσάκι με φακίδες και γυαλιά, αδύνατο που κρατούσε τα καλύτερα στην μόδα τσοντοπεριοδικά.
«Η παναγία να με συγχωρήσει, αλλά αυτά τα περιοδικά είναι πολύ παλιά και θέλω να δω από κοντά τα πιο αληθινά. Θέλω να δω πιπιά και υγρά και τι γίνεται στις σκηνές της τηλεόρασης κάτω από τα σκεπάσματα. Βαρέθηκα να μου λένε ψέματα οι ειδήσεις και οι μεγάλοι και οι πολιτικοί. Θέλω να δω. Τι γίνεται εκεί κάτω ρε παιδιά;»
Και η παναγία την πήρε αγκαλιά και της έδωσε να βυζάξει στοργικά. Ο νεαρός αγκάλιασε την κυρία. Βύζαξε κι αυτός από την άλλη πλευρά και χάιδευε το κοριτσάκι με αδερφική φιλία. Η πωλήτρια έφερε barcodes και έκανε σφραγίδες στον κόσμο. Την λέγανε Ιωάννα, ήταν η κόρη του Προδρόμου, του μάστορα που φτιάχνει τα αυτοκίνητα και κάνει συντήρηση κι έχει το βουλκανιζατέρ κάτω, δίπλα στο ρέμα. Το barcode ήταν η βάφτιση. Η μύηση στον κόσμο τον ιερό, σε αυτόν τον κόσμο που χρειαζόταν μόνο μία παναγία. Το φλεγόμενο σούπερ μάρκετ έβαλε την γιορτινή του διακόσμηση. Ο νεαρός αγκάλιασε σφιχτά από τα πόδια την παναγία και δεν την άφηνε πια. Και το κοριτσάκι περιφερόταν με μία λεκάνη στο κεφάλι και έριχνε στους κακούς ζάχαρη και στους καλούς ρύζι. Για να γεμίσουν κατσαρίδες και μύγες οι πρώτοι και οι δεύτεροι να μπορούν να παντρευτούνε αν θέλουν.

Ηλιάδη Αντιγόνη

Ν. Γ. Λυκομήτρος, Ιχνηλάτες του τέλους (αποσπάσματα)

cebd-ceb3-cebbcf85cebacebfcebcceaecf84cf81cebfcf82-ceb9cf87cebdceb7cebbceaccf84ceb5cf82-cf84cebfcf85-cf84ceadcebbcebfcf85cf82-2010

Ένα χρόνο μετά

στον Ανδρέα Κ.

Τόσες ώρες γύρω απ’ τον ανθό της καρδιάς μου  σαν μέλισσα και δεν έλεγες να μου αποκαλύψεις το μυστικό σου. Αφού ήξερες πως θα έδειχνα κατανόηση, γιατί δυσκολεύτηκες τόσο να με εμπιστευτείς; Μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού και με τη μυρωδιά του αλκοόλ στην ατμόσφαιρα, έβγαλες τη μάσκα σου και με άφησες να δω τα σημάδια στο πρόσωπο σου. Τελικά δεν ήταν τόσο αποκρουστικά όσο νόμιζες. Στο δρόμο της επιστροφής ανεβήκαμε μαζί την ανηφόρα αδιαφορώντας για τα βλέμματα των περαστικών. Ένιωσα πως χαμογέλασες. Τα χείλη σου είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου.

Γράμμα από τη λήθη

Μου ‘πες πως αδυνάτισα. Πράγματι, έχω χάσει πολλά κιλά παρόλο που τρέφομαι κανονικά. Το σώμα μου εξαϋλώνεται σαν να κάνει μια ιδιότυπη απεργία πείνας. Οι αισθήσεις μου έχουν εξασθενήσει. Σε λίγο δεν θα μπορώ ν’ αντιληφθώ την παρουσία σου. στο τελευταίο σου γράμμα μου υποσχέθηκες πως θα ‘ρθεις να με δεις. Όμως δε φάνηκες κι εγώ κουράστηκα να περιμένω. Αναρωτιέμαι αν φύλαξες τη φωτογραφία που σου έστειλα. Ελπίζω να με σκέφτεσαι πότε πότε. Τα φάρμακα τα έκοψα, δεν ωφελούσαν σε τίποτα. μην μου ξαναγράψεις, αύριο φεύγω.

Από την ενότητα
“Δέκα εκδοχές μιας αυτοκτονίας”


Σημείωμα 7ο
(η εκδοχή του αποτυχημένου εραστή)


Προσπάθησα και ξαναπροσπάθησα. Επιστράτευσα όλες μου τις δυνάμεις. Χρησιμοποίησα όλα τα μέσα (θεμιτά και αθέμιτα). Παραμέρισα την αξιοπρέπεια και τον εγωισμό. Όμως δεν ήμουν ικανός να πετύχω την παραμικρή νίκη. Τελικά η απόρριψη έγινε συνήθεια. Τώρα το μόνο που φοβάμαι είναι να μη με απορρίψει ο θάνατος.

Σημείωμα 6ο
(η εκδοχή του ηλικιωμένου)


Ξόδεψα τόσα χρόνια αναζητώντας κάτι που ήξερα απ’ την αρχή πως δε θα το έβρισκα ποτέ. Τώρα πια έχω καταλάβει ότι η ευτυχία είναι μια ψευδαίσθηση που διαρκεί ελάχιστα. Έχω επίσης συνειδητοποιήσει πως το κυνήγι της οδηγεί στην κατασπατάληση του χρόνου ζωής που έχει δοθεί στον καθένα μας. Αφού λοιπόν κατανάλωσα (σχεδόν) το χρόνο που μου αναλογούσε, αποφάσισα να επιστρέψω το υπόλοιπο που μου απομένει. Υπάρχει άλλωστε και η μετενσάρκωση. Ή μήπως όχι;

Σημείωμα 9ο και 10ο
(η τελική εκδοχή)


Βαρέθηκα να είμαι το σκιάχτρο αυτού του ιδιότυπου ψυχιατρείου. Τα χάπια που μου έδιναν δεν τα κατάπινα, τα συγκέντρωνα. Τώρα έχω ένα πολύχρωμο σύνολο από δαύτα και σκέφτομαι αν πρέπει να τα καταπιώ ή να τα διαλύσω σε νερό. Όπως και να ‘χει, θα στενοχωρήσω τους θεοσεβούμενους. Θα σε πάρω και σένα μαζί, για συντροφιά. Έτσι δε θα βρεθεί κανείς να ειδοποιήσει τους δικούς μου. τα βιβλία μου τα πέταξα. Δεν θα μου χρειαστούν ευτυχώς το σώμα μου είναι σφριγηλό και νεανικό, οπότε θα το καλοδεχτεί ο ιατροδικαστής. Αν ξαναγεννηθώ, ελπίζω να μην ξανακάνω τα ίδια λάθη. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ βαρετό. Μάλλον θα διαλύσω τα χάπια σε νερό. Ίσως το χρώμα δώσει λίγο χρώμα στη ζωή μου…

Χωρίς τίτλοff

Φωνές απ’ έξω #9: Άννα Νιαράκη

niarakis


Μόνο η αγάπη έμενε

(προδημοσίευση)

Στην επικράτεια της θλίψης
Ήρθε η μάνα μου με πέλματα γυμνά να με σηκώσει
Από το κρεββάτι
Φόραγε περασμένους έρωτες κατάσαρκα και μια κορώνα από τα παιδικά μου χέρια
Ζωγραφισμένη στο κεφάλι
Πιες μου είπε με το χαμογέλο της ιέρειας
Το κύμβαλο έκρωξε, τα ψάρια βγήκαν στην επιφάνεια
Η ακακία ξεράθηκε
Πιες
Ήρθα να σε γλυτώσω από τη δίψα

Ανασηκώθηκα με δυσκολία
Δεν τη γνώριζα
Περσεφόνη φώναζα στον ύπνο μου
Περσεφόνη
Κι ήταν ο πυρετός αυτός που με συντάραζε ολόκορμη
Μέσα στα αγαπημένα χέρια της τα γερασμένα

Ήπια γουλιές γουλιές τον πόνο της
Βάλσαμο χύθηκε η αγάπη κι όλος ο θάνατος
Μονομιάς σαν κρύσταλλο θρυμματίστηκε
Στα μάτια μου που ράγισαν χίλιες φορές
Ήθελα τόσα να πω μα μου είχε κλέψει τη μιλιά η
Απομάκρυνση είχα αφήσει τον εαυτό μου στο περβάζι
Μετέωρος με κοίταζε με μάτια γυάλινα
Καθώς η μάνα μου μου χάιδευε τα χέρια
Μου ζέσταινε τα πόδια
Έπινα την αλήθεια και θυμόμουν
Τον έκρυθμο του κόσμου προσπασμό πριν το μεγάλο τέλος
Έσβησα το τσιγάρο στο στρώμα
Ήταν η ομίχλη που εισέβαλλε από το ανοιχτό παράθυρο και με
Συνέφερε
Ήταν το σύννεφο καπνού που μου μιλούσε
Άννα μου έλεγε
Άννα
Καθώς κατάπινα το σάλιο μου και κοίταζα το άπειρο
Άννα φώναζαν τα δέντρα
Το πεύκο που κόπηκε και χίλιες κάμπιες μετανάστευσαν πάνω μου
Φωνάζοντας ρυθμικά και απροσπέλαστα

Ήταν το πρόσωπο της Αγάπης που μου έγνεφε μεσα από
Μια φυλακή κάπου στον κόσμο
Με το πρόσωπό του σιδεροδέσμιο
Μου έγραφε με χαρακτήρα γνώριμο
Για τα τοπία της φρίκης
Την άρνηση να υποταχθεί στο πεπρωμένο
Αυτός που κάποτε το πρόσωπό του δάνεισε στο σώμα της ομίχλης
Που πάνω στο στήθος του έγραψε τον γλάρο με ίδιο μελάνι το αίμα του
Που πότιζε τα ονειρα και το χαρτί που έκλεβε από την αποθήκη για να μου στέλνει
Νέα του

Είμασταν όλοι ξανά νεκροί
Και πάλι νέοι
Δεν έλειπε κανείς από την άθροιση του σκότους
Είχαμε μες στις τσέπες μας από ένα εισιτήριο
για το ταξίδι με το τρένο που ποτέ δεν πήραμε
Και χαμογέλαγαν δίπλα μας τα σκυλιά
Χαμογελούσαν τα σκυλιά
Αυτά που τελικά μας κατασπάραξαν στον ύπνο
μέσα στον ύπνο
Κι ύστερα πάλι μέσα στο ονειρο

Είχα ξεκόψει νόμιζα παρτίδες με το παράλογο όταν αίφνης
Αναδύθηκε μπροστά η γύμνια μου
Και με ξεδιάντροπους χειρισμούς με ξελόγιασε
Με έριξε στο κρεβάτι της σαγήνης και μαλακά μου ψιθύρησε
Τον πόθο της για μένα
Αυτή που εξοβελίστηκε στα όρια της ευπρέπειας και στο μηδενικό
Του θέρους μου ικρίωμα
Στα πόδια μου έπεσε με αναφιλητά και με ξεμπρόστιασε
Η γύμνια μου
Η φτώχεια μου
Η ήττα μου
{ … }

Μικρές ασκήσεις ουτοπίας
(αδημοσίευτο)

Η λύπη θα μας διαλύσει. Αυτό κάνει. Διαλύει. Η μοναξιά έχει άλλη γεύση στα πάτρια εδάφη. Εδώ μυρίζει πατέ και κρεμώδη τυριά. Θα έπιανα το χέρι σου αν μου το έδινες. Ναι αλήθεια είναι, θα το κρατούσα σφιχτά κι ας μην έχω πια χέρια. Από τη σιωπή που μου δίνεις, μόνο ποιήματα μπορώ να γράφω.Να σου φοράω κουστούμια και φωνές ανάλογα με τα γούστα. Κι εσύ αντίρρηση δεν φέρνεις. Αν υποθέσουμε πως η άγνοια λογίζεται για κατάφαση. Θα ήθελα πολύ να σε ταράξω. Μέσα στον ύπνο σου να ρθω και να ουρλιάξω. Ο χρόνος γελάει μες τους καθρέφτες κάθε μέρα ξυπνώ και με μια καινούργια ρυτίδα. Κρατάω το μολύβι σαν να είναι περίστροφο. Και παίζω με τις λέξεις στη θαλάμη μια διεστραμμένη ρουλέτα. Όταν αδειάσει, θα είμαι νεκρή. Προς το παρόν, ακούω μουσικές για τρελλούς κι αλλοπαρμένους τύπους που θέλουν να γυρίσουν, για αυτούς που γύρισαν, κι ακόμα για όσους δεν θα γυρίσουν πια. Κάθε σενάριο μου κάνει. Αστείο δεν είναι;

η σκόνη μου παίζει παιχνίδια/ κάθεται όπου γουστάρει/ ακόμα και στη θέση μου/ σηκώνομαι όρθια/ τινάζω από πάνω μου χιλιάδες βλέμματα/ γυμνός δεν μένεις ποτέ/ ακόμα κι όταν το επιθυμείς τόσο/ η πόλη σου κόβει κοστούμι/ δύο νούμερα μικρότερο

Εγώ. Εγώ είμαι. Εγώ είμαι εκεί. Που δεν μπορώ. Δεν μπορώ να είμαι. Εγώ. Να είμαι. Είμαι. Εγώ. Εδώ. Εκεί. Παντού. Μέσα μου εκεί είναι που δεν μπορώ πάντα να είμαι μέσα μου Με διαλύουν οι φωνές διαλύομαι σαν αναβράζον χάπι σε ποτήρι ψηλό αφρίζω σαν κύμα στην ακτή σαν λυσσασμένη γάτα και όταν με πίνεις μονορούφι κάνω καλό στον πονοκέφαλο Έξω από μένα υπάρχω πάντα σαν τα μάτια του άλλου σαν την παρατήρηση την εκφορά την αντίδραση Έξω από μένα είμαι ένας άλλος εγώαυτός που δεν υπάρχει στα αλήθεια παρά μόνο σαν κάτοπτρο κοίλο ενός κόσμου που δεν είναι πια εδώ.

Εσωκλείω πυρετούς αναβολές κι εξανθήματα νευροφυτικής διέγερσης απαριθμώ εικόνες ταξινομώ μνήμες σβήνω γραμμές και σχεδιάζω ηλιοβασιλέματα ένα νοητό σύμπαν για ανόητες λέξεις τεχνητή αναπνοή σε πεθαμένα καλοκαίρια Εγώ είμαι αυτός αυτός που είμαι που φτιάχνει, γκρεμίζει αλλοιώνει, διαυγάζει γελάει, δαγκώνει ωριμάζει, πεθαίνει Εγώ, σαν άλλος ζω εγώ, σαν άλλος ερωτεύομαι σαν άλλος, σαν θεός σαν πάντα σαν ίδιος μέσα κι έξω σαν άχρονη φυγή σε ένα κατακερματισμένο

χρόνο ανερμάτιστος ανεξέλεγκτος ανυπεράσπιστος εγώ σαν εγώ ποτέ και όμως πάντα σε μια γραμμή τεθλασμένη του χρόνου υπόσχεση παγετού και ήλιου σε ένα σύμπαν απέραντο εγώ- πώς εγώ; γιατί εγώ; ως το τέλος- ως το τέλος κι από την αρχή εγώ

Η μέρα που γνώρισα τη Λου

Πρώτη δημοσίευση Ντουέντε http://duendemagazine.gr/issue/27/article/760/%CE%97+%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1+%CF%80%CE%BF%CF%85+%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B1+%CF%84%CE%B7+%CE%9B%CE%BF%CF%85.html

Είχαν περάσει ήδη τρεις ημέρες από την ώρα που είχα πατήσει το πόδι μου στη Νις. Είχα πια αρχίσει να νιώθω επικίνδυνα οικεία. Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο ηλικιωμένους τουρίστες. Ο Αλφόνς, αλγερινός μεσήλικας με λευκό φανελάκι τύπου μινέρβα, ανοιχτό πουκάμισο, φαρδύ τζην και παντόφλα ήταν η παρέα μου στο μικρό καθιστικό του ξενοδοχείου. Ξενοδοχείο…τέλοσπάντων. Μικρή πανσιόν θα έλεγα με δεκαπέντε δωμάτια όλα κι όλα, πέντε σε κάθε όροφο. Έμενα στον δεύτερο, στο δωμάτιο με τον αριθμό τρία. Το μόνο δωμάτιο του ορόφου που έβλεπε στον ακάλυπτο κι όχι στην πολύβουη Ρυ Μασενά. Δεν με πείραζε καθόλου. Είχα ησυχία και μία κάποια ιδιωτικότητα στο μικρό μπαλκονάκι με την ξεθωριασμένη ψάθα και τις νεκρές φτέρες στην πλαστική ζαρντινιέρα. Το συνέδριο υπήρξε μονάχα η αφορμή για να βρεθώ σε αυτή την παρηκμασμένη λουτρόπολη της γαλλικής ριβιέρας που έσφυζε από μεσόκοπους και βάλε τουρίστες και ξέμπαρκους νεαρούς σαν μια προσωρινή στάση στο δρόμο τους για κάπου αλλού. Είχα πάει να δω τη θάλασσα μοναχά μία φορά. Μου έφτανε να ξέρω πως απείχε μόνο διακόσια μέτρα. Ένιωθα το αλάτι να γαργαλάει τα ρουθούνια μου, κάθε που ανάσαινα. Μου είχε λείψει η θάλασσα. Και οι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει δίπλα της.

Τα απογεύματα πίναμε τον καφέ μας με τον Αλφόνς και μιλούσαμε για τα περασμένα. Για τα περασμένα του Αλφόνς και της Νις, γιατί τα δικά μου περασμένα ήταν από χρόνια και ξεχασμένα και καμία διάθεση δεν είχα να σκαλίζω τις στάχτες του παρελθόντος πίνοντας τον άθλιο καφέ φίλτρου που κάθε λίγο και λιγάκι μας σέρβιρε η Ράχελ, η εκ Παταγονίας ορμώμενη και εν τη Νις εγκατασταθείσα από εικοσαετίας, καμαριέρα του Φελίξ Οτέλ. Καμιά φορά η Ράχελ αναστέναζε βαριά καθώς περνούσε δίπλα από τον Αλφόνς και τον ρώταγε κοιτάζοντας στο άπειρο… θυμάσαι Αλφόνς; Θυμάσαι; Ο Αλφόνς που ερχόταν συνεχώς και αδιαλείπτως για διακοπές στη Νις και στο Φελίξ Οτέλ την τελευταία εικοσαετία, τα θυμόταν όλα, κι όχι μόνο τα θυμόταν αλλά βαριαναστέναζε κι αυτός μαζί με τη Ράχελ.

Εκείνο το βράδυ όμως ο Αλφόνς έλειπε και η Ράχελ είχε ρεπό. Η πόλη έσφυζε από ζωή, ο βόμβος από το πολύβουο μελίσσι ερχόταν στα αυτιά μου σαν σειρήνα που με καλούσε να εγκαταλείψω το κατάρτι μου και να χαθώ ανάμεσα στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης ψάχνοντας για…για; Ήμουν καλεσμένη στο αποχαιρετιστήριο πάρτυ του συνεδρίου όμως και μόνο η σκέψη με γέμιζε βαρεμάρα και απόγνωση. Βαρετές χειραψίες, κολλημένα χαμόγελα, ατελείωτες συζητήσεις για τη δουλειά˙ χίλιες φορές να έμενα ξύπνια και ανήσυχη σαν θηρίο στο κλουβί. Γύρω στις εννιά, κι αφού είχα καπνίσει το καθοριστικό τσιγάρο στο μπαλκονάκι παρακολουθώντας με τα μάτια το λούκι να σκαρφαλώνει από όροφο σε όροφο, να κάνει κοψίματα, γυρίσματα και γωνίες μέχρι να φτάσει επιτέλους στο έδαφος και να αποθέσει το υγρό περιεχόμενό του σε ένα παλαιό σκουριασμένο σιφώνι το οποίο μόλις και διακρινόταν στο δάπεδο του ακάλυπτου, αποφάσισα πως όσο κουρασμένη κι αν ήμουν, θα περπατούσα στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης, θα ανακατευόμουν με τους τουρίστες, θα χάζευα τις πλατείες και τα αγάλματα, θα σταματούσα να θαυμάσω χορευτικά δρόμου, να ακούσω πλανόδιους μουσικούς, να σκοτώσω την ώρα μου, σε ένα σκηνικό που μου έκανε τη χάρη να απλώνεται για λίγο ακόμα χρόνο σαν φόντο της ζωής μου.

Έσβησα το τσιγάρο μου σε ένα παλιό φλυτζανάκι του καφέ, δίπλα στις φτέρες και σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκα να κλειδώνω πίσω μου την πόρτα με τον αριθμό τρία και να κατεβαίνω τρέχοντας τη φιδωτή παμπάλαια σκάλα του Φελίξ Οτέλ. Η Λου με περίμενε μοναχά λίγα μέτρα παρακάτω. Ένας Νιγηριανός πλανόδιος έμπορος την πουλούσε παράνομα στο δρόμο. Κοντοστάθηκα για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου καθώς περνούσα πλάι της, κι αυτός, έμπειρος να αναγνωρίζει βλέμματα που μαρτυρούν την ηρεμία του ανθρώπου που τα έχει χάσει όλα, σηκώθηκε και πιάνοντας τη γάτα ακριβώς δίπλα στη Λου, μου την έφερε μπροστά και με φωνή μπάσα και κοφτή με ρώτησε Τη θες; Σαστισμένη, την έπιασα στα χέρια μου, τη χάιδεψα, τίποτα. Δεν ένιωσα τίποτα. Τα μάτια μου παρέμεναν καρφωμένα στη Λου. Ήταν πολύ ακριβή. Κι εγώ δεν είχα παρά ελάχιστα για την αυριανή επιστροφή μου. Για τα χρήματα που μπορούσα να διαθέσω, πιο λίγα κι από τα μισά όσων ζητούσε, μου έδινε την άλλη, την πρώτη, την άψυχη. Όχι του είπα. Όχι. Κι έκανα να φύγω. Δεν πρόλαβα να κάνω μισό βήμα και με μια δρασκελιά μου είχε βάλει τη Λου στην αγκαλιά. Πάρ’ την μου είπε. Πάρ’ την. Τη θες. Μα… ψέλισα. Πάρ’την και δώσε μου μοναχά μισό ευρώ παραπάνω από όσα θα έδινες για τη μικρή. Χαμογέλασα αμήχανα και έμεινα κάμποση ώρα να χαιδεύω τη Λου και να ψαχουλεύω την τσάντα μου για χρήματα.

Το όνομά της είναι…Λου του απάντησα κι εκείνος χωρίς να σαστίσει στιγμή μου απάντησε, είδες; Δεν υπάρχουν συμπτώσεις Αντέλ. Κοιταχτήκαμε βαθειά, ίσια στα μάτια. Ήταν ο σαμάνος του δρόμου που είχε εμφανιστεί από το πουθενά για να μου δέσει ένα φυλαχτό στο χέρι, χρόνια πριν, σε άλλη χώρα, σε άλλη πόλη. Τώρα τον έλεγαν Μαντίπ.

Με τη Λου αγκαλιά περπατήσαμε ως το ξημέρωμα που μας βρήκε στους κήπους πλάι στην παραλία να χαζεύουμε τον ορίζοντα κάτω από το άγαλμα κάποιου που δεν με συγκίνησε αρκετά, ώστε να διαβάσω την μαρμάρινη επιγραφή.

Όταν επέστρεψα στο ξενοδοχείο όλα ήταν στη θέση τους. Μόνο ένα χαμόγελο που έλειπε δεκαετίες από τη ζωή μου είχε επιστρέψει πανηγυρικά στο πρόσωπό μου γλυκαίνοντας τις ρυτίδες και κάνοντάς με να λάμπω σχεδόν ανθρώπινη.

Από τότε (25/09/1993) η Λου κι εγώ διανύσαμε άπειρα χιλιόμετρα, αλλάξαμε πόλεις, χώρες, δωμάτια, συντροφιές, παρέες, γλώσσες, δουλειές, ονόματα -πάντα αχώριστες- ώσπου κάποτε τα όρια ατόνησαν και η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο εγώ και στο αυτή έγιναν τόσο ασαφή όσο η πάχνη που στολίζει τον ορίζοντα στο βάθος-βάθος της θάλασσας. Ξημερώματα.

25η ώρα

Πρώτη δημοσίευση:
http://25thhourproject.tumblr.com/post/110477268692/25%CE%B7-%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7

Έκλεισε τα μάτια του και συνέχισε να βυθίζεται. Είχε τρυπήσει τώρα το στρώμα και το σώμα του έσπρωχνε το πάτωμα, ώσπου τελικά, αυτό υποχώρησε κάτω από το βάρος του κορμιού του κι άνοιξε όπως το νούφαρο στην πρωινή δροσιά. Αιωρούνταν τώρα στο ταβάνι πάνω από το κρεβάτι της.

Εκείνη ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα και διάβαζε ένα φτηνό ρομάντζο. Γύριζε τις σελίδες αργά, μπρος πίσω και κουνούσε το αριστερό της πόδι νευρικά. Του προκαλούσε εκνευρισμό, καθώς τάραζε τον αέρα του δωματίου και τον εμπόδιζε να αυτοσυγκεντρώνεται με την άνεση που του χάριζαν τα αμέτρητα χρόνια πρακτικής. Είχε μονίμως τα μάτια κλειστά και σε λίγο θα δοκίμαζε μια καινούργια τεχνική που θα του επέτρεπε να αιωρείται κάθετα. Η τεχνική αυτή παρουσίαζε πολλές δυσκολίες κι ο Άλταρ δεν είχε καταφέρει ποτέ να την τελειοποιήσει. Τώρα όμως, καθώς γνώριζε πως ο χρόνος του τελειώνει, ήταν αποφασισμένος για όλα. Έγειρε το λαιμό του πίσω και χαλάρωσε εντελώς τους μύες του προσώπου του. Σε λίγα δευτερόλεπτα το σώμα του άρχισε να στροβιλίζεται, να αλλάζει κλίση ώσπου σταθεροποιήθηκε σε κάθετη θέση. Αιωρούνταν τώρα παράλληλα με τον τοίχο του υπνοδωματίου και μπορούσε να νιώθει τη μετατόπιση των μορίων του αέρα από το νευρικό κούνημα του ποδιού της πιο άμεσα. Όταν ένιωσε άνετα στην καινούργια του θέση και βεβαιώθηκε πως έλεγχε απόλυτα την αιώρηση, αφέθηκε να ταλαντεύεται ελαφρά, ανεπαίσθητα, σαν μωρό στην κούνια του. Το πόδι της, αυτό το υπέροχο άκρο, έδινε τον τόνο και το ρυθμό, ένα πόδι- μαέστρος με το σώμα του ορχήστρα στο έλεός του. Θα ήθελε να βγάλει έναν μικρό αναστεναγμό, όμως η παραμικρή απόκλιση από τη συγκέντρωσή του θα είχε ολέθρια αποτελέσματα. Αρκέστηκε απλά στην προσομοίωση ενός μικρού αναστεναγμού και υποδύθηκε ακόμα και πως γέλασε με την αντίδρασή του.

Ώρες ώρες ήταν φοβερά διασκεδαστικό να έχει εκατό τοις εκατό τον έλεγχο της ύπαρξής του, κι άλλες αφόρητα πληκτικό και σχεδόν απάνθρωπο, αν και δεν ήταν βεβαίως άνθρωπος. Ήταν διαβάτης. Αιώνιος ταξιδευτής. Διαγαλαξιακός καλόγερος. Ή απλά τρελός. Ο εγγενής κυνισμός ήταν άλλωστε το δυνατότερο σημείο του. Αυτό που του επέτρεπε να διατηρεί την ψυχραιμία του όταν όλοι γύρω του γίνονταν έρμαια της παρόρμησης ή της συγκίνησης. Εκείνος είχε πάντα τον έλεγχο. Πάντα. Πόσες φορές δεν είχε κατηγορηθεί για την παροιμιώδη του ψυχρότητα. Δεν είχαν κι άδικο. Όμως κάτω από την φαινομενική αταραξία και το σκληρό περίβλημα, μέσα, στο εσώτατο βάθος, στον πυρήνα του, ο Άλταρ έβραζε σαν λάβα ηφαιστείου. Απλά, είτε λόγω συγκυρίας, είτε λόγω ελλειπούς ερεθίσματος ή ακόμα ακόμα μη ικανής εντάσεως ερεθίσματος, ο κρατήρας του δεν είχε παραδοθεί ποτέ στην έκρηξη. Υπήρχε μονίμως εμπλοκή στην ανάφλεξη. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να φανταστεί πώς θα ήταν να έχανε κι αυτός έστω για μια φορά τον έλεγχο, την ικανότητα να επιβληθεί στον εαυτό του, πως θα αντιδρούσε αν ξαφνικά τον κυρίευε μία επιθυμία χαίνουσα που θα τον ανάγκαζε να χάσει τον ύπνο του, την επιλογή του πάνω στα πράγματα, την αυτοκυριαρχία του. Κι όμως, τίποτα από όλα αυτά δεν φαίνονταν ικανό, σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο, να τον βγάλει βίαια από τη νιρβάνα της σκανδαλώδους αυτάρκειας.

Γνώριζε καλά πως κι ο πάγος ήταν εξίσου αποτελεσματικός στην πρόκληση εγκαυμάτων και είχε καταφέρει να μετουσιώσει την οφθαλμοφανή του αναπηρία για έκρηξη σε μια ομιχλώδη, εθιστική κι ακατανόητη γοητεία. Αυτή η γοητεία της παρεξήγησης αποδείχθηκε εκ των υστέρων το πιο αποτελεσματικό όπλο στην διατήρηση των αποστάσεων και των τύπων. Η αλήθεια όμως, πίσω από όλη αυτή την χειριστική κατασκευή και την διανοητική οχύρωση, ήταν ότι ο Άλταρ, όπως κάθε θνητός που διέθετε σάρκα, καιγόταν από την επιθυμία να καεί επιτέλους από επιθυμία.

Όταν ο αισθητήρας του άρχισε να δονείται, ήξερε πως είχε πια μόνο 25 ώρες. Στο διάστημα αυτό, προετοιμάστηκε σωματικά και ψυχικά για την ανάληψη. Πλύθηκε και αλείφτηκε με την κρέμα που είχε παρασκευάσει για την περίσταση. Ένα μείγμα γύρης και γάλακτος. Καθώς στέγνωνε επάνω του, το σώμα του χρύσιζε κι αντανακλούσε το φως. Έπειτα συνέχισε με τις ασκήσεις αναπνοής και συγκέντρωσης. Όταν ξεκίνησε να εκτελεί τις ασκήσεις αιώρησης, έμοιαζε με σάρκινο πρίσμα καθώς στροβιλίζονταν με χάρη μέχρι να σταθεροποιηθεί στη σωστή θέση. Πέρασαν έτσι 23 ώρες. Όταν συνειδητοποίησε πως το πέρασμά του έφτανε στο τέλος, η μορφή της κατέκλυσε τη σκέψη του. Του ήταν πια αδύνατο να συγκεντρωθεί στα μάντρα, το όνομά της μπλεκόταν με τις συλλαβές και του έφερνε χαμόγελα και σύγχιση. Μόνο όταν άδειασε εντελώς, μόνο όταν εγκατέλειψε κάθε ιδέα, γνώση, νόηση κι αντίσταση, καταλείφθηκε ολοσχερώς από εκείνη.

Την επόμενη ώρα αφιερώθηκε στο να προσπαθεί να διαπεράσει το πάτωμα ούτως ώστε να βρεθεί δίπλα της, στο δωμάτιό της. Θα μπορούσε ίσως να της χτυπήσει το κουδούνι, όπως του είχε περάσει από το μυαλό να κάνει τα τελευταία τρία χρόνια που είχε μετακομίσει στο κτίριο, όμως τώρα ήταν αργά για ορθόδοξες προσεγγίσεις. Δεν είχε παρά μια ώρα πριν αρχίσει να μετρά αντίστροφα ο χρόνος προς την 25η. Με τα μάτια κλειστά συνέχιζε τις προσπάθειες. Ώσπου κάποια στιγμή, η αντίσταση χαλάρωσε, ένιωσε το πάτωμα να υποχωρεί, να ανοίγει μαλακά κι υπάκουα στο πέρασμά του. Ένιωσε σαν να γεννιόταν, σαν να έβγαινε στο φως, κι ας είχε διαρκώς τα μάτια του κλειστά. Η αγωνία να πραγματοποιήσει αυτό που επιθυμούσε καθολικά, τον έλουζε στο φως της ακατανόητης ηρεμίας, της ηρεμίας που αναβλύζει απευθείας από τη μήτρα της ύπαρξης κι ανεστράμμενα, αλλά ταυτόσημα, από τη φύτρα της ανυπαρξίας.

Και νατος τώρα, όρθιος σχεδόν πίσω από την πόρτα του δωματίου της να την νιώθει να κουνά το πόδι της νευρικά. Δηλαδή τον αέρα ένιωθε, μα κι αυτό τον γέμιζε με ευχαρίστηση. Κι οι αναστεναγμοί που προσομοίαζε για να μην χαλάσει τη συγκέντρωση, αληθινοί ήταν, το ήξερε. Σταύρωσε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι και ψιθύρισε το μάντρα της ανυπαρξίας. Άρχισε να ίπταται από πάνω της και να υπολογίζει με το νου τις καλύτερες συντεταγμένες σταθεροποίησης.

Εκείνη, ανυποψίαστη, συνέχιζε να διαβάζει το ρομάντσο της και να κουνά νευρικά το αριστερό πόδι στον αέρα. Διάβαζε την ιστορία εκείνης και εκείνου. Μια ιστορία ασυννενοησίας, παρεξηγήσεων, σιωπών, αμηχανίας, βουβών βλεμμάτων και ασίγαστης επιθυμίας. Μία ιστορία που εκτυλισσόταν στο μυαλό των πρωταγωνιστών και που μόνο ο αφηγητής γνώριζε καλά όλες τις λεπτομέρειες. Εκείνοι, οι πρωταγωνιστές ζούσαν αμέριμνοι στη μονομέρεια της επιθυμίας τους. Το βιβλιαράκι ήταν τυπωμένο σε φτηνό πολτό, με χοντρές σελίδες και μεγάλες άτσαλες γραμματοσειρές. Στο εξώφυλλο μία κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά έπινε ένα ποτήρι κρασί σε ένα μπιστρό, και στο βάθος φαινόταν ο πύργος του Άιφελ. Στο τραπεζάκι ήταν ένα τασάκι με δύο τσιγάρα αναμμένα. Το δεύτερο τσιγάρο, υποδήλωνε την παρουσία (ή μήπως την απουσία;) εκείνου. Ραντεβού στο Παρίσι ο τίτλος, μα μέχρι τη σελίδα 147 οι πρωταγωνιστές δεν είχαν καταφέρει να συναντηθούν. Κι ήταν κι αυτό το εξώφυλλο με την αμφισημία του που τη γέμιζε άγχος. Θα συναντηθούν επιτέλους; Αυτό το βιβλίο θα την εξόντωνε. Έμεναν μόνο 3 σελίδες μέχρι το τέλος και η αγωνία είχε χτυπήσει κόκκινο. Αναδεύτηκε ελαφρά, έγειρε στο πλάι και γύρισε ανάσκελα για να ξεμουδιάσει και να ξεκουράσει το λαιμό της. Συνέχισε να διαβάζει λαίμαργα, όσο ο Άλταρ την ένιωθε ζεστή και αναστατωμένη σε απόσταση αναπνοής. Βρισκόταν ακριβώς από πάνω της, χωρίς να μπορεί να τη δει, την αισθανόταν όμως με κάθε κύτταρο του κορμιού του. Η ώρα πλησίαζε, είχαν μείνει μόνο τρία λεπτά προτού να συμπληρωθεί η 25η ώρα.

Έφτασε στην τελευταία σελίδα, όταν ξαφνικά ένιωσε ένα ψυχρό ρεύμα να έρχεται καταπάνω της και να την παραλύει, το βιβλίο έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα προτού προλάβει να διαβάσει την τελευταία γραμμή. Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα – όμως δεν ήταν φόβος αυτός που την κατέκλυζε.

Ο Άλταρ ίπτατο πια σε απόσταση αναπνοής από το σώμα της χωρίς να την αγγίζει. Μέσα σε αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου άκουσε τον πάγο μέσα του να σπάει, ένιωσε τη λάβα να ξεχειλίζει κι ανοίγοντας τα μάτια του βυθίστηκε μεμιάς ολοκληρωτικά μέσα της.

Οι αστυνομικοί που ερευνούσαν την εξαφάνισή της δεν διαπίστωσαν κανέναν σημάδι παραβίασης στο διαμέρισμα. Στην κρεββατοκάμαρα ένα ψυχρό ρεύμα τους τύλιξε παρόλο που όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά. Στο πάτωμα, δίπλα στο κρεββάτι, βρήκαν το βιβλίο ανοικτό στην τελευταία σελίδα. Ο αστυνομικός που το σήκωσε διάβασε δυνατά την τελευταία πρόταση:
«Όταν θα είναι πια πολύ αργά, θα με δεις να επιστρέφω.»

*Η Άννα Νιαράκη γεννήθηκε το Μάιο του 1979 στην Αθήνα. Είναι χημικός με μεταπτυχιακές σπουδές στην Βιοχημεία (Msc, PhD) και μεταδιδακτορικές σπουδές στην Υπολογιστική Βιολογία. Εργάζεται ως επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Evry Val d’Essonne, Paris Saclay.
Ποιήματα, κείμενα και μεταφράσεις της έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες καθώς και σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, ελληνικά και ξένα (Αγγλία, Αμερική, Ισπανία, Ινδία, Ρουμανία).
Διατηρεί το διαδικτυακό περιοδικό “Το Παράθυρο, περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων”
και το ιστολόγιο Αντιποίηση. Ζει στο Παρίσι.
Ανθολογίες:
· Cross-Section: An Anthology of Contemporary Greek Poetry, 2015 Επιμέλεια Jack Hirschman
· Αλμανάκ Ποιείν, Αθήνα 2010
· Τα δέκατα, Αθήνα 2010
· Τα φύλλα και οι καρποί, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα 2002

Ποιητικές συλλογές:
· Iχθυόφωνο, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015
· Το μερίδιο των αγγέλων, Lulu, 2012
· Τετράδιο Πειραμάτων, Εκδόσεις Χαραμάδα, 2010.

*Αναδημοσίευση από την “Θράκα” στο http://www.thraca.gr/2016/09/9_4.html

94201

Γεωργία Τρούλη, Η περισσοδάκτυλη

Αrtwork: alessandro kokocinski

Αrtwork: alessandro kokocinski

Λοιπόν κύριε ασπόνδυλε, θέλω να επενδύσω όλες μου τις καταθέσεις στην έρευνα για κάποιο ζώο. Για την ζέβρα. Ναι, ξέρω χιλιοειπωμένα όλα. ’Ομως με εξιτάρει η κορμοστασιά, η ταχύτητα, το φυσικό τους περιβάλλον, η διχρωμία τους, αυτό το δίπολο.
 
Το τόσο συζευκτικό, διαχωρισμένο, παλιοκαιρισμένο, το τόσο χρωματικά ανυπόφορο και μη υπαρκτό, τόσο απαραίτητο και τόσο ηλιθιωδώς συμβολικό, η ευγένεια του ίππου
 
Θα κάνουμε μια έρευνα για το ποιες ζώνες υπερτερούν, ποιες ρίγες. Πώς δεν μπερδεύονται και δεν ανακατεύονται τα χρώματα όταν γεννιούνται, όταν βρέχει, όταν ιδρώνουν, όταν πηδιούνται. Είναι τόσο κανονιστική η ζωή τους; Τόσο ακραία, τόσο ζυγιασμένη ή τόσο εκ διαμέτρου αντίθετες οι αποφάσεις τους; Πώς βλέπουν εαυτό σε αντανάκλαση..Είναι γκρι;
 
Θα προτιμούσαν μονοχρωμία; Με την οπ αρτ νιώθουν οικεία; Θεωρούν ότι εμπνέουν;
 
Εξαντλείται η σχάση και η σύνθεσή τους; Θυμίζουν πλακόστρωτο, σκάκι ή σύστημα λειτουργικό; Επιμένουν σε διαχωρισμό όταν κάνουν σχέσεις; Ανακατεύουν συναίσθημα;
 
Ναι λοιπόν, θα δώσω τα χρήματα όλα. Να μάθω πώς να σκορπάω για ένα γούστο που θα μου λύσει την ύπαρξη.
 
Αχ, κύριε ασπόνδυλε, μην γελάτε και μην εκνευρίζεστε. Άλλαξα γνώμη. Θα χαρίσω σε εσάς τα χρήματα. Να αγοράσετε κέλυφος ευτυχίας. Σας λείπει. Θα χαρώ πολύ, αλήθεια .Εγώ έμαθα να μεταμορφώνομαι. Η φυσική επιλογή μού επιβάλλει να γίνω η επιθυμία μου.
 
Θα γίνω για κάποια χρόνια τετράποδο, θα έχω δίστηλο δέρμα. Θα εφεύρω τρόπους να μαδάω, να τρίβομαι πάνω στα φυτά και να αλλάζω χρώμα. Θα ξέρω σε ποιους ποταμούς και σε ποια βροχή θα βουτάω. Θα ακυρώσω σταδιακά το μονόχρωμο της διχρωμίας . Θα ζευγαρώσω τόσες φορές με αρσενικές ζέβρες και θα γεννήσω τόσες φορές το όλο χρώμα και το μη. Στο τέλος θα πετύχω την απόχρωση, την μετάλλαξη την διαστρωμάτωση. Θα αποκτήσει ροή η εικόνα.

Θα ξαναγυρίσω άνθρωπος αφού πρώτα θα έχω δώσει στις ύαινες το τελευταίο μου γέννημα. Τυχερές ήταν. Κατάπιαν τέσσερις αποχρώσεις. Ούτε ο ήλιος δεν καταπίνει έτσι μονοκόμματα χρώμα νύχτας πριν το ξημέρωμα. Γιατί, ποιος θα τα βάλει με την φύση για να λύσει διλήμματα μιας ύπαρξης και ένα καπρίτσιο;
 
Θα έρθω να σας δω. Θα είστε ευτυχισμένος, ασφαλής, θα έχετε βγάλει οστά, αλλά θα παραμένετε ασπόνδυλος. Τα παιδιά σας θα παίζουν στην αυλή με λούτρινα σε σχήμα ζέβρας και χρώμα τόξου συνταγματικού.
Πληθώρα το χώμα και οι αποφάσεις.
 
Εκείνη την στιγμή θα ακούτε στις ειδήσεις για ένα σπάνιο είδος ζέβρας, περισσότερο συγγενικό στο άλογο. Έχει τέσσερα χρώματα τα οποία αλλάζουν με την διάθεση και ζει κυρίως στην Ευρώπη. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι ύαινες δεν είναι ποτέ στην ουσία πεινασμένες.
 
Θα σας χαμογελάσω. Θα φύγω με καλπασμό. Δεν θα με αναγνωρίσετε