Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Ο Νικόλας (μια αληθινή ιστορία)

Το μουντό Φθινοπωριάτικο απόγευμα που ο καυτερός ήλιος αποχαιρετούσε με τις χλιαρές αχτίνες του τη μεγαλούπολη Μελβούρνη, ο Νικόλας ανέβαινε με κόπο, ένα-ένα τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας που έμενε, για να μπει στο φτωχό διαμέρισμα, που του είχε -λόγω αναπηρίας- παραχωρήσει η κρατική υπηρεσία οικισμού, να ξαπλώσει στον καναπέ του, να ξεκουραστεί. Ο Νικόλας, κουραζότανε εύκολα, έστω κι από μια βόλτα στα μαγαζιά της γειτονιάς του.

Ήταν περί τα είκοσι ταλαίπωρα άτομα, που μοιράζονταν τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας αυτής. Ο Νικόλας έμενε στον δεύτερο όροφο και ήταν κοπιαστικό το ανέβασμα. Κουβαλούσε πολύ βάρος πάνω του, που τον δυσκόλευε στην αλλαγή των βημάτων του και στις κινήσεις του.
Ήταν κοντά πάνω από ένα και ενενήντα, φαρδύς και πλατύς, με αδύναμα πόδια λόγω κάποιας δυσμορφίας από ατύχημα, που με κόπο κρατιόταν όρθιος για πολλή ώρα. Σχεδόν σε κάθε σκαλοπάτι κοντοστεκόταν και έπαιρνε βαθιές ανάσες ακουμπώντας στους τοίχους.

Εκείνο το απόγευμα, ανεβαίνοντας, κοίταζε δεξιά κι αριστερά, πάνω-κάτω, μπροστά- πίσω, με αργές κινήσεις, σαν να ´βλεπε για πρώτη και τελευταία φορά όλα τα πράγματα: ανθρώπους που φλυαρούσαν στο δρόμο, τα δέντρα που ´ριχναν τους ίσκιους τους στη γη, τα πουλιά που φτερούγιζαν, τ’ αυτοκίνητα στο δρόμο και όλα λες και τα αποχαιρετούσε. Σαν να ´λεγε αντίο στην αδιάφορη γειτονιά, που τα τελευταία είκοσι χρόνια τον ήξερε και συχνά τον συναντούσε.

Έβγαινε αραιά και που, από το διαμερισμά του, για προμήθειες και για άλλες αναγκαίες υποχρεώσεις του, κι όταν τελείωνε, γρήγορα-γρήγορα επέστρεφε στο σπίτι του, στην πολύχρονη μοναξιά του, να ξαπλώσει, να ξεκουραστεί.

Μια λερωμένη κι άστατη κουζινίτσα, ένα ξεφτισμένο σαλονάκι κι ένα σκουρόχρωμο δωματιάκι, ήταν το μίζερο κονάκι του. Δυο παλιές τηλεοράσεις, η μια πάνω στην άλλη, που δυσλειτουργούσαν με βαρείς άχαρους ήχους, ένα παλιό ράδιο, που έφερνε βραχνιασμένο το ελληνικά τραγούδια, ένας βουλιαγμένος καναπές και μια βρώμικη πολυθρόνα, ήταν τα έπιπλά του.

Τα δυο μεγάλα παράθυρα του καθιστικού του, ήταν πάντα με τα στόρια κατεβασμένα και λίγο φως έμπαινε μέσα. Οι τοίχοι, απ´ άκρη σ´άκρη ήταν καλυμμένοι με εικόνες βλοσυρών Αγίων και διάφορες αφίσες παλαιοημερολογίτικου θρησκευτικού περιεχομένου, που όλα μαζί σάλευαν απελπισμένα στις αμυδρές κιτρινιάρικες φλογίτσες του σκουριασμένου καντηλιού, που πάντα έκαιγε σε μια αραχνιασμένη γωνίτσα του σαλονιού.

Εκεί ήταν το ασκηταρειό, όπου ο Νικόλας, αποξενωμένος και διωγμένος από τη γυναίκα του και την πολυμελή οικογένεια των τεσσάρων παιδιών του, περνούσε τον καιρό του, με συντροφιά τη μοναξιά, τα τελευταία είκοσι χρόνια του. Δεν είχε φίλους και ούτε έκανε παρέα με κανέναν. Ήθελε να ζει μόνος.

Πριν καλά-καλά κλείσει τα 17 χρόνια, στο τέλος του 1964, άβγαλτος, άπειρος, έπαιρνε το δρόμο τον αγύριστο της ξενιτιάς. Ήτανε λεβεντόπαιδο ο Νικόλας. Πρώτο ανάστημα, μεγάλα κι όμορφα καστανά μάτια, κυματιστά μαλλιά και μελαχρινή επιδερμίδα. Χαρούμενο, γελαστό, αγνό παλικάρι της ελληνικής υπαίθρου, γόνος μιας αυταρχικής οικογένειας και παιδί μιας κλειστής κοινωνίας. Δοκίμαζε την τύχη του στη Μελβούρνη κάπου εκεί στο Richmond.

Παντρεύτηκε γρήγορα-γρήγορα, απέκτησε τέσσερα παιδιά αλλά λόγω ατυχήματος δεν μπορούσε να δουλέψει όπως θα ήθελε για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της πολυέξοδης οικογένειάς του. Γι’ αυτό και είχε παραιτηθεί και είχε αφήσει την τύχη του, στα χέρια της κρατικής φροντίδας…

Δεν ήταν και πολύ μεγάλος ο Νικόλας. Μόνο 56 χρονών ήταν, αλλά ήταν πολύ άρρωστος. Χοληστερίνη, σάκχαρο, μεγάλη πίεση, αρθριτικά και άλλες αρρώστιες, τον βασάνιζαν και τον είχαν καταβάλει. Δεν πολυνοιαζόταν για την υγεία του και άφηνε, όπως συνήθως έλεγε, τον εαυτό του και την τύχη του στα χέρια του Θεού.
Πριν μερικές εβδομάδες, τον είχα επισκεφτεί να του κάνω συντροφιά και να μιλήσουμε για θέματά του λόγω της δουλειάς μου. Του είχα αγοράσει και γνήσιο λιβάνι από ελληνικό μαγαζί. Είχε καταντήσει να είναι πολύ θρήσκος ο Νικόλας. Είχαν εισχωρήσει παλαιοημερολογίτες και τον είχαν κατακτήσει.

Σε συζητήσεις μας, πάντα μου μιλούσε με ζέση για τη ματαιότητα της ζωής, για τον παράδεισο των ουρανών, την αιώνια ζωή και την επικείμενη Δευτέρα παρουσία, που δεν την έβλεπε και πολύ μακριά…

Εκείνο το βράδυ, ο Νικόλας, είχε την αίσθηση ότι κάποιος ανεπιθύμητος παρείσακτος θα ερχόταν στο διαμέρισμά του, κάποιος θα τον επισκεπτόταν τη νύχτα. Κάτι σημαντικό θα του συνέβαινε, κάτι που δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Φοβήθηκε και προσπάθησε ν ´αμυνθεί με ό,τι του ήταν μπορετό. Διπλοκλείδωσε την πόρτα του, έβαλε πίσω της και την αυτοσχέδια μπάρα που ο ίδιος είχε φτιάξει.

Κοίταξε πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά, έψαξε κάτω από το κρεβάτι του και σ´ όλα τα απόκρυφα μέρη που μπορούσαν να κρύψουν κάποιον. Εκτός από μερικές θρασόμυγες στο λεκιασμένο ταβάνι, δεν υπήρχε μέσα τίποτα άλλο, καμία ζωντανή ψυχή. Έφτιαξε μια μεγάλη κούπα, νες καφέ και κατάκοπος σωριάστηκε στον φθαρμένο καναπέ του…

Έκλεισε τα κουρασμένα μάτια του και αμέσως παρουσιάστηκε σαν άγγελος φτερωτός μπροστά του, η πονεμένη μάνα του. Άπλωσε το ανάλαφρο χέρι της, του σκούπισε με το τσεμπέρι της τον ιδρώτα και του χαϊδεψε το μουσκεμένο μέτωπό του. Να και το φτωχόσπιτο του πατέρα του και πιο πέρα στον βαθύ ίσκιο της μεγάλης μουριάς τ´αδερφάκια του, να ρίχνουν χορτάρι και να ποτίζουν με τον κουβά, τις δυο τρεις γυδούλες και εκείνον τον τσινιάρη γάιδαρό τους. Να και η Δευτέρα Παρουσία πάνω απ´το κεφάλι του κι ο δίκαιος θεός με τον Υιόν του και τους αγγέλους τους, με τη ζυγαριά του, να ζυγίζει αμερόληπτος τα κρύματα των ψυχών, να τις χωρίζει δεξιά και αριστερά, άλλες να ανταμείβει και άλλες παραδειγματικά να τιμωρεί, στέλνοντάς τες στην κόλαση.

Άξαφνα, πάνω, αριστερά στον ώμο, αισθάνθηκε ένα θόρυβο, σαν κλέφτες να προσπαθούν να παραβιάσουν την πόρτα του. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να συνέλθει από την ταραχή και δέχτηκε μια γερή γροθιά στο στήθος του και, προτού προλάβει να πάρει ανάσα, δέχτηκε κι άλλες δυο πιο δυνατές.

Είπε να φωνάξει τη μάνα του: «Μάναααα, έλα με σκοτώνουνε! Γλύτωσέ με… έλα…», μα φωνή δεν έβγαινε από το ξερό λαρύγγι του. Έκανε να απλώσει το χέρι του, να πιάσει τα χέρια της που ήταν απλωμένα και τον γύρευαν, μα το χέρι του είχε παραλύσει και δεν κουνιόταν…

Ένα άλλο χτύπημα, πιο δυνατό αυτή τη φορά απ´ τα προηγούμενα, στο πάνω κορμί του αριστερά, τον αναδίπλωσε και τον πέταξε στα μπρούμυτα κάτω στο πάτωμα. Από δίπλα, στο καντηλάκι είχε σωθεί το λαδάκι του και η κίτρινη φλογίτσα τρεμόσβηνε, μέχρι που έπαιξε κανά-δυο φορές ανόρεξα. αποχαιρετώντας τα βλοσυρά πρόσωπα των Αγίων κι απότομα έσβησε μες στης νύχτας το σκοτάδι…

Προχώρησε, χωρίς να νοιάζεται η νύχτα. Οι τηλεοράσεις η μια πάνω στην άλλη, έσκουζαν βραχνιασμένες και το ράδιο έπαιζε παλιούς σκοπούς του Βαμβακάρη. Ήρθε εννιά η ώρα το πρωί και η γλυκιά φωνή της Ρένας Φραγκιουδάκη, (παραγωγός και εκφωνήτρια του 3XY Ράδιο Ελλάς), έβαλε το τραγούδι με το Νίκο Παπάζογλου «Εδώ κανείς δεν τραγουδά».

Οι συγκάτοικοι ξέγνοιαστοι ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες, οι γείτονες περνούσαν αδιάφοροι. Γέλια, φωνούλες παιδιών που πήγαιναν σχολείο, θόρυβοι και φρεναρίσματα αυτοκινήτων που έτρεχαν κάτω στο δρόμο, μα του Νικόλα, δεν του καίγονταν καρφί, κάτω στο λερωμένο πάτωμα…

Πέρασε μια μέρα, ήρθε και η άλλη κι η παρ´ άλλη, μέχρι που έγιναν έντεκα τον αριθμό. Γέμισε το σπίτι από την αποφορά της σήψης, ξεχείλισε, μέχρι που δεν τη χωρούσε άλλο κι από τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθυριών, έβγαινε με ζόρι έξω, να λευτερωθεί απ´ την κλεισούρα του σπιτιού…

Οι γείτονες πανικόβλητοι, ειδοποίησαν την αστυνομία, που με τη σειρά της ειδοποίησε την πυροσβεστική και όλοι μαζί, βρέθηκαν μπροστά σε μακάβριο θέαμα. Από σημειώματα και διευθύνσεις, βρήκαν και ειδοποίησαν την πρώην γυναίκα του, που πήγε για αναγνώριση του πρώην άντρα της, που αδίκως και σκαιώς είχε διώξει από το σπίτι τους.…

Για είκοσι ολόκληρα χρόνια, πολύ σπάνια δεχόταν επισκέψεις ο Νικόλας. Μόνον από μια κόρη του κι αυτή στη χάση και στη φέξη. Ο γιος του και τα αλλά κορίτσια του, ποτέ δεν τον είχαν επισκεφθεί και ούτε ήθελαν να ξέρουν για την ύπαρξή του. Ίσως να ´φταιγε ο ίδιος ο Νικόλας, για την απομάκρυνσή του γιου του και των άλλων παιδιών του, που φαίνεται να ζητούσαν από τον πατέρα τους, όλα όσα είναι υποχρεωμένος ο κάθε πατέρας να προσφέρει στα παιδιά του. Ο Νικόλας όμως λόγω αναπηρίας, δεν μπορούσε, γι’ αυτό στερήθηκε την αγάπη τους, αφού αναγκάστηκε να μένει μακριά τους…

Οι αρχές είπαν, ότι θα ταφεί σε κοινό τάφο, με τρεις-τέσσερις άλλους αζήτητους, λόγω έλλειψης χρημάτων.
Ω του θαύματος όμως.… Η αστυνομία, είχε βρει $7.865 μετρητά στο πορτοφόλι του Νικόλα. Ο Νικόλας, είχε προνοήσει για τα στερνά του. Σε σημείωμά του που βρήκαν μαζί με τα χρήματα έγραφε:
« … να δοθούν από χίλια δολάρια στο κάθε παιδί μου.»

Ήτανε αρχές Μαγιού του 2007, που ´ρχονταν τα χελιδόνια στην πατρίδα, που οι κάμποι πρασίνιζαν, που χαρούμενα τα πουλιά κελαηδούσαν και ερωτευόνταν στα δέντρα. Τότε,η κουρασμένη απ´ τα χρόνια ογδονταπεντάχρονη μάνα του Νικόλα, δέχτηκε την είδηση, για το φευγιό του μικρού της γιου…!

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Ο Άνθρωπος του Ύπνου

Την παλαιά εποχή τα κουνούπια ήταν διαφορετικά. Αν ήθελες να τα βρεις να τα συνθλίψεις, εκείνα καρτερικά υπέμεναν τον Γολγοθά τους, θεωρώντας μάλιστα τον μαρτυρικό τους θάνατο, τελολογικό σημείο και δώρο θεού.

Σήμερα, τα κουνούπια έχουν μια καλλιεργημένη πονηρία. Μαθημένα στο αροξόλ εξελίχθηκαν γενεαλογικά. Σε ανθεκτικές μυγοσκοτώστρες με ηλεκτροφόρο ρεύμα εναντιώθηκαν υιοθετώντας ένα καμουφλάζ σε σκούρες επιφάνειες που εξαφανίζει τη μορφή τους. Είναι αδιάφορα στα υπνωτικά που αναδύονται από θερμασμένες πλακέτες στην πρίζα. Συνήθως, είναι καλά κρυμμένα στις μονιές τους και κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Μάλιστα, επιδεικτικά κάθονται στο ταβάνι ανάποδα περιγελώντας τους πάντες στον ανάποδό τους κόσμο. Γλεντάνε να βλέπουν τα πρησμένα θύματα να χτυπιούνται και να οδύρονται μαύρα μεσάνυχτα. Νοιώθουν σαν το ασήμαντο τσιμπούρι που κάνει το λιοντάρι τον βασιλιά της Ζούγκλας να βογκάει και να χοροπηδάει στα δύο πισινά του πόδια για ψύλλου πήδημα.

Τα σημερινά κουνούπια ενεργούν υπολογιστικά, ύπουλα και καχύποπτα. Με το που θα δεχτούν το πρώτο ράπισμα, με στρατηγικούς ελιγμούς και παραπλάνηση αποφεύγουν κάθε μοιραία μάχη με ισχυρότερο εχθρό όπως ο ξύπνιος άνθρωπος που ονειρεύεται παχουλές αγελάδες. Αντιθέτως, όταν ο εχθρός κοιμάται από ανάγκη, τότε παύει η παντοδυναμία του. Θα τον χτυπήσουν ορδές κουνουπιών του Αμαζονίου την ώρα που είναι παντελώς απροετοίμαστος, δηλαδή στη μέση του ονείρου. Τότε, οι αγελάδες έχουν αρμεχθεί στο λίπος τους και αφυδατωμένες μασουλάνε στωικά τα αμπελόφυλλα του κοιμισμένου Διόνυσου σα να βρίσκονταν στα χωραφάκια του Νείλου των εξελληνισμένων αγροτών την εποχή των Πτολεμαίων. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τα κουνούπια επιτίθενται με βομβαρδιστικά και μαχητικά -βελόνας και αγκαθιού- στα ζωτικά σημεία του κοχλία και του τύμπανου του αυτιού. Θα προτιμούν πάντα τα βρέφη από τους γέροντες. Θα χλευάζουν απονήρευτους τους προγόνους τους που θέλησαν να μοιράσουν δίκαια τη φύση -σε έντομα, θηλαστικά, πτηνά και ιχθύες. Ο κόσμος ανήκε μόνο στα έντομα, πανηγυρίζανε λοιπόν, τα σύγχρονα κουνούπια συστηματικά στο πιατάκι της γλάστρας, μην αμελώντας με το βραδινό πότισμα να πολλαπλασιάσουν το μοναδικό τους είδος σε εκκολαπτήρια τέλειας αφαίμαξης.

Και στόχος πάντα ο ίδιος. Οι γυμνές αδυναμίες του δέρματος. Σκοπός να εξαλειφθεί δια παντός ο Άνθρωπος του Ύπνου…

1/5/2021

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Βιβλιοπωλείο “Πολιτεία”

Κατεβαίνοντας αυτήν τη σκάλα στο βιβλιοπωλείο “Πολιτεία” νοιώθεις ένα βάρος στο στήθος, την ανάγκη να πιαστείς από το κάγκελο ή τον τοίχο που θα βαστάξει το σώμα. Μία αλλαγή επιπέδου σχετικά βίαιη, αν κρίνεις από την απότομη κλίση της κλίμακας. Αν είσαι νέος αυτό συμβαίνει φυσικά. Μπορείς με ευέλικτα λυγίσματα των γονάτων να επιταχύνεις την κατάβαση και με μικρή δυσκολία στην ανάβαση. Αν δεν είσαι όμως νιος, αυτό γίνεται αργά και με προσοχή. Τότε, δίνεται η προσοχή σ’ όλες τις λεπτομέρειες: τα αποτυπώματα από τις παλάμες άλλων πελατών, σταθερής πελατείας και μη.

Στο υπόγειο της πολιτείας θα έλεγες ότι είναι τρέλα να ρίξεις τόνους βιβλίων, εκεί που ίσως κάποτε να γίνει χείμαρρος ιδεών, αν πλημμυρίσει από τα στάσιμα νερά της βούλησης, της απραγίας, της κατάθλιψης. Αντιθέτως, στο υπόγειο της Πολιτείας βρίσκονται οι ανθοί της ελληνικής και ξένης διανόησης. Βρίσκονται τοποθετημένοι σε τάξη, ανάλογα με τη συνομοταξία και το γένος, ώστε να σωθούν από τον αστικό μύλο της Άνω Πολιτείας, το αστικό τοπίο της πυκνοκατοικημένης Αθήνας.

Η πολιτεία των βιβλίων στην Ασκληπιού και Ακαδημίας είναι το βαλσαμόχορτο και το νερό της λήθης, που απαιτείται για να μπεις στη σκοτεινή Νέκυϊα των νεκρών αφηγήσεων. Διότι όλα τα βιβλία είναι συμβάντα παρελθοντικής μεθόδευσης. Εκεί, βρίσκεις τους φίλους κλαμένους, σκεπτικούς, βωβούς. Άλλοι δίχως να σε γνωρίζουν, σου ζητούν ένα βαλς, άλλοι σε τρομάζουν, έτσι γιατί το μπορούν με τα γκροτέσκα πρόσωπά τους.

Όταν είναι η ώρα της αναχώρησης, της επιστροφής στον Άνω Κόσμο, έχεις το συναίσθημα ότι πήγες στο καλύτερο ουϊσκάδικο. Βέβαια για σένα ποτήρι δεν προσφέρθηκε, κι ούτε περίσσεψε για να πιείς, να δοκιμάσεις της τέχνης τη μέθη, της γνώσης τη μέθεξη. Μόνον ευφράνθηκες των ανθών το άρωμα, των αποδημητικών άκουσες το ταξίδι και του αποστακτηρίου ένοιωσες στο πετσί την τσίκνα.

Ελεάννα Ψύλλα, The Mystic Vampyre although 

Photo supplied by the author

‘It was a dark misty night. Rain was falling violently on the frozen soil. Lord Bryan sat by the fire as it crackled, consuming with red tongues the wood that lay so calmly in its fiery belly. In his hand he held a glass of sweet red wine and on his lap was a letter from his late lover, Lady Emmanuella.
Lady Emanuella had passed away recently in a way so mysterious that even the most knowledgeable and experienced physicians were unable neither to explain nor to understand. She was found one cold misty and cloudy morning just outside her family’s private chapel. She was as pale as a ghost and all her blood seemed to have drained away, although she showed no signs of wounds, apart from two small punctures on the left side of her neck. It was believed that she was attacked by a ferocious wild animal that happened to wander onto the estate that dark and terrible night.
Questions were asked. Why was Lady Emmanuella out of bed and wandering the grounds in the dead of the night? That was a question that lingered upon Lord Bryan’s mind. What was she doing staying up so late. Every night, when everything would go silent, he would sit in his chair by the crackling fire and read her letters as this torturous question lingered on his mind.
As he was falling asleep, he heard an eerie voice calling his name: ‘Bryan. Bryan’.
Lord Bryan stirred at the sound of this voice but his heart wanted to continue listening to it. It resembled so much the voice of his late beloved Lady Emmanuella.
‘My love, where art thee?’, he murmured.
‘I am there, where you left me and where you come to visit me every day’.
‘Where at your eternal resting place?’
‘Yes, my dear Bryan. My love I am here and I am waiting for you’.
‘Wait I will come for you’.
‘I am here. Please come. Do not forget me’.
‘I will not!’
And suddenly Lord Bryan awoke from this strange dream. It was morning but the sun did not arise. Only a faded daylight broke through the thick clouds lighting up the intense fog. The fire had gone out and it was very cold. Next to him, between the arm chair and the fireplace, lay shards of broken glass. Lord Bryan got up, put on his coat and set off to the final resting place of his beloved Lady Emmannuella.
Oh my love, I dreamt that you were here. I wish it were true, he said into the silence as he walked through the lonely, leafless forest leading to the cemetery. He arrived at the bleak and solitary cemetery. The tombs covered the barren land, an occasional leafless tree silhouetted against the dark sky.. As he made his way through the forgotten tombs, he finally arrived to the resting place of Lady Emmanuella.
The candle he had lit the previous afternoon had burnt low. He took out a piece of paper, and after writing a small love letter to his beloved lady, burned it in the fading candle flame. As the love letter burnt away, he closed his eyes as his tears began to fall.
‘My love where are you?’, he whispered.
‘I am here, my dear’, a familiar voice said.
Lord Bryan looked up and could not believe his eyes. Before him stood his long lost love, Lady Emmanuella in a long white dress with embroidery of flowers and crows. She had pale skin and her lips were slightly red and her eyes were piercing blue.
‘My Lady you are alive’.
‘Alive I am not yet not dead indeed’.
‘How can that be?’
‘It is simple yet so mystic. If you follow me I will show you’, the apparition said as she offered her hand to him. Lord Bryan took her into his embrace. Suddenly he felt two deep stings on the left side of his neck. He felt his own life abandon him as he fell to the ground and the apparition kissed him with her bloody lips and whispered:
‘Soon you will be like me and together we will walk this earth every night for all eternity until we are no more’.
‘And with you I shall perish until this world is no more’, said Lord Bryan. His eyes changed colour and took on the shade if a black raven. His skin was pale and his lips slightly red, resembling Lady Emmanuella. Now he was an undead creature like her, a blood drinker that could not die unless a stake was driven through his heart. They held hand as together they vanished into the mist that lay ahead of them before the birth of the coming night.’

Λεωνίδας Καζάσης, Ιδιοτύπως

Ο Λέανδρος και ο Λέων, δύο φίλοι που καιρό είχαν να ανταμώσουν, βρέθηκαν στο σπίτι του Λέοντος, ένα σπίτι με έπιπλα παλαιά, χρώματος καφετί, με τοίχους βαμμένους, έτσι, ώστε να συνάδουν με την παλαιότητα των επίπλων, και όλα μαζί να εκπέμπουν μία τελετουργική μυστηριακή αύρα. Οι δύο φίλοι είχαν πολλά να πουν, και πολλά να ιδούν ο ένας στον άλλον. Ο Λέανδρος, αν και γυναίκα, ήταν αγόρι, έφηβος, άχνουδος με μάτια ξανθού μελιού, κοντά, καστανά ανοικτά μαλλιά, με μία σχολαστική ευγένεια αισιόδοξη. Τα μάτια του έδειχναν χαρούμενα, αλλά, πίσω από την αυλαία, περίμεναν η αγωνία, ο φόβος ότι θα μπορούσε να τον παρασύρει το πάθος μιας τρελής φυγής, που έζωνε τα στήθη του.

Ήξερε, πως μπορούσε να χαθεί μέσα στο δελεαστικό ξέφωτο του ιδιωματισμού του, γι’ αυτό ήθελε να τον ελέγχει, ο Λέανδρος, που ήταν ευεπίφορος στο καινό.

Αυτά είχε διακρίνει στον Λέανδρο, ο άλλος δια την κοινωνίαν παράταιρος, ο Λέων, γι’ αυτό τον πλησίασε την πρώτη φορά που τον είδε αλλά, και ο Λέανδρος κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο, και ανταπεκρίθη εις το κάλεσμα του Λέοντος. Ο Λέων, εφάνταζε αγριωπός, με γένι, μάτια γαλάζια, που δραπέτευαν κάθε λεπτό, την εκζήτηση αναζητώντας, μακριά από κόπους μάταιους, καθημερινότητες οδυνηρές, λάτρης του ήδεος αμετάπειστος. Ο Λέανδρος, αναγνωρίζοντας, τον Λέοντα, φοβήθηκε πως ο Λέων θα επέτεινε την επιρρέπειά του, και απεμακρύνθη από αυτόν, χωρίς να τον ξεχάσει.

Και να τώρα που μετά από προκλήσεις – προσκλήσεις του Λέοντος, βρίσκονται απέναντι ο ένας από τον άλλον, συζητώντας, πίνοντας μαυροδάφνη και βλέποντας τον Θερμαϊκό από ένα δώμα του σπιτιού του Λέοντος. Είναι Μαϊου μεσάνυχτα περασμένα, και οι δύο φίλοι, αφοσιωμένοι ο ένας στον λόγο του άλλου, αδημονούν να χορτάσουν την μακρόχρονη απουσία μορφής, βλεμμάτων, ήχων, κινήσεων. Και ενώ εγγίζει τα όρια της μέθης, η χαρά της παρουσίας και της μέθεξης των δύο στο αντάμωμά τους, και αφού λόγω ευδίας Μαγιάτικης και οίνου ζέσης, είχαν βγάλει τα υποκάμισα, ο Λέανδρος ένα λευκό, και ένα βυσσινί ο Λέων, ημίγυμνοι, φορώντας σκούρα παντελόνια, συνομιλούσαν ζωηρά εως ότου, μία βοερή σιγή κοιταγμάτων, που αντάλλαζαν ο ένας με τον άλλον, κάνει την εμφάνισή της με εντυπώσεις ανείπωτες.

Ο Λέων, κοιτούσε τον ημίγυμνο Λέανδρο, στο σφιχτό, λείο, άτριχο κορμί του. Τον κοιτούσε αμίλητα, επίμονα! τα μάτια του χίλιες λέξεις, άγγιζαν το κορμί του φίλου του, που προσπαθούσε με τα μάτια, να εμπεδώσει, να εγκολπωθεί, να αφομοιώσει με την δική του παρουσία την αδρή, το τριχωτό του στέρνο το ατίθασο. Ο Λέανδρος, εισέπραττε το νόημα των κοιταγμάτων του Λέοντος· μια φωταψία των ματιών του, που ακόμη, και το ολόγιομο φεγγάρι θα εζήλευε, ήταν η απόκριση στα βουβά κελεύσματα του φίλου του.

Η συνεύρεση βλεμμάτων διαρκούσε κι όταν από το ραδιόφωνο, σιγανά, ακούσθηκαν με την φωνή του εκ Κρήτης βάρδου, οι στίχοι του Καρυωτάκη: «Δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι λες, κι αν φούντωσαν τα στήθη, κι αν δακρύζεις, που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα, δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι ας κλαις». Τότε, τα κοιτάγματα κορυφώθηκαν, μετουσιώθηκαν σε δάκρυ στα μάτια του Λέοντος, και σε άγγιγμα του αντίχειρος του Λέανδρου, στο δάκρυ του αγριωπού φυγάδος. Αυτό το άκουσμα θύμιζε στον Λέοντα όλο το φευγιό της ζωής του, της ζητούμενης μοναξιάς. Το πρωινό τους βρήκε καθισμένους στο ανάκλιντρο, γερμένους τον έναν στον ώμο του άλλου. Ο Λέων άνοιξε τα μάτια του, και ψαύοντας του Λέανδρου τα χείλη, που μισοκοιμισμένος εμειδία, ψιθύρισε: «και για τους πλάνητες υπάρχει απάγκιο, σκέψου το».

Γιώργος Μπλάνας, από τη “Συμπαγνία” 

ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΤΗΣ 28ΗΣ ΜΑΪΟΥ του έτους 1943 και ενώ τρεις κατοχικοί στρατοί, υποστηριζόμενοι από το αναπόφευκτο αρπακτικό της προδοσίας, εργάζονταν εντατικά για τη μετατροπή της Ελλάδας σε ένα ακόμα ζωντανό μουσείο ανθρώπινης αθλιότητας ―αν υποτεθεί πως δεν ήταν ήδη τέτοιο, με αποκλειστική ευθύνη της ιθαγενούς δικτατορίας της 4ης Αυγούστου― η οικιακή βοηθός Καλή Μωραΐτη, το γένος Λαγού, ετών 22 και ήδη από πενταετίας μητέρα ενός ανησυχητικά μελαγχολικού κοριτσιού, συνάντησε στην πιο δύσβατη περιοχή της μικρής, αλλά ανεπαρκώς εξερευνημένης, καρδιάς της την επιβεβαίωση μιας οδυνηρής υποψίας, που τη συνόδευε από παιδί: ο θεός ήταν εντελώς ανήμπορος μπροστά στη συμπαιγνία των ανθρώπων με τον θάνατο.

*“Συμπαγνία”, εκδ. Κοβάλτιο, 2020.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Δύο μικρά πεζά

Stellan Morner (1896-1979), Dreamland with hearts (1939)

ΣΑΝ ΦΑΛΑΙΝΑ

Είμαι μέσα στο στομάχι της φάλαινας. Θα το λέμε κήτος για να ταιριάζει με τις γραφές. Έχω μαζέψει λογιών πράγματα και έχω προετοιμαστεί για την παλίρροια και άμπωτη. Το πουλάκι για τον καθαρισμό δοντιών το έχω βάλει μέσα σε κλουβί. Όταν είμαστε στα ανοιχτά και ακούω το κήτος να παραπονιέται. Ελευθερώνω το πουλί και όταν σταματάει το ταρακούνημα επιστρέφει ξανά στο κλουβί. Είμαι μέσα στην κοιλιά του κήτους και περνώ καλά. Διαθέτω κρεβάτι. Βιβλιοθήκη με βρεγμένα βιβλία. Ένα τραπέζι για να γράφω και να σβήνω όσα σκέφτηκα και το σημαντικότερο έχω πολυθρόνα και δορυφορικό ίντερνετ. Συνδέομαι σαν Ιωνάς. Αυτό από μόνο μου αρκεί.

*

ΓΡΑΪΔΙΟ ΡΑΝΙΑ

Όλη μέρα καθισμένη σε μια πολυθρόνα διάβαζα. Το βράδυ απ’ όλη τη γειτονιά μόνο το δικό μου καντήλι έκαιγε με επιμονή παράγοντας σοφίας τεχνάσματα και φλύαρες λογοδιάρροιες. Έβγαινε με αγωνία την επομένη η Ράνια το γραΐδιο και φώναζε της μάνας μου που δεν έζησε ποτέ εδώ. Τι έγινε έγραψε ποιήματα; Τα δημοσίευσε πουθενά; Ή…; Και κούναγε το κεφάλι της, γιατί ήξερε ήδη ότι η απάντηση περιεχόταν στον τελευταίο διαζευκτικό όρο. Κουνούσε ακόμα πιο πολύ το κεφάλι, όταν έβλεπε το σουλούπι μου από το παράθυρο. Βυθισμένο μέσα στην ίδια πολυθρόνα να διαβάζει και να γράφει. Ξαναερχόταν την επομένη και έβριζε το τρελό γραΐδιο: «Αυτή άντρα και παιδί δεν έχει; Τι τους ταΐζει; Ποιος τους μαγειρεύει και τους πλένει;» Μα ήξερα εγώ να την ξεγελώ. Είχα φτιάξει με τον νου μου καρικατούρα του εαυτού μου ίδια χάρτινη σαν του καραγκιόζη και την είχα κολλήσει πάνω στο τζάμι με τρόπο να φαίνεται ότι κάθεται πάντα στο ίδιο σημείο -ίδια προτομή ασάλευτη του Παλαμά στην οδό Ακαδημίας. Ο γήινος και χωμάτινος εαυτός μου, έτρεχε, έπεφτε και έκοβε λαχανικά. Το μυαλό μου, όμως, πάντα ήταν εκεί στη βιβλιοθήκη και στις αδειανές σελίδες, που καρτερικά γύρευε λέξεις για να τις γεμίσει με νοήματα. Από τη Ράνια έγινε γνωστό ότι στη γειτονιά υπάρχει συγγραφέας, που όλο γράφει και διαβάζει, μα ούτε ένας δεν έχει διαβάσει και ακούσει ένα δείγμα δουλειάς μου. Μήτε τους διάβαζα, μήτε απάγγελνα, μήτε δημοσίευα στις τοπικές εφημερίδες του νησιού. Κι αφού ούτε δικό μου βιβλίο έκαμα, κέρδισα ωστόσο αυστηρή αναγνώστρια τη Ράνια που με διάβαζε με το κοφτερό της μάτι σαν ανοιχτό βιβλίο. Ύστερα, σαν αρχαία ραψωδός πάνω στη βακτηρία της με διαλαλούσε κεφάλαιο-κεφάλαιο και ραψωδία-ραψωδία, με επωδό τις βρισιές προς το άτομό μου που απάγγελνε με στόμφο και τραγουδιστή φωνή σε κάθε σπίτι και γωνιά σε κάθε σοκάκι με γιαγιά. Κι έγινα έτσι ένας γυμνός μύθος της Κούλουρης, της γεροντοκρατίας, του κουτσομπολιού και της αιώνιας ανυπαρξίας.

*Δημοσιεύτηκαν στο Ποιείν: http://www.poiein.gr

Αλέξης Αντωνόπουλος, Εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά

Μπορεί ο ήλιος να έχει δύσει, μα η κουζίνα είναι πιο φωτεινή από ποτέ: Τα γέλια είναι περισσότερα κι από τις μυρωδιές.

Η μαμά, βλέπεις, δείχνει στον Θανάση πώς να μαγειρεύει. Μπορεί ο Θανάσης να θέλει ακόμα έντεκα χρόνια μέχρι να γίνει ενήλικας, αλλά η μαμά του Θανάση είναι σοφή και ξέρει: Δεν χρειάζεται να έχεις ανάγκη να κάνεις κάτι για ν’ αξίζει να το κάνεις· πολλές φορές η ζωή βρίσκει το νόημα της ενώ κάνουμε εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά.

Τη στιγμή που η μαμά είναι έτοιμη να δώσει στον Θανάση μια κουταλιά από τη σάλτσα, ο Θανάσης κλείνει γελώντας τα φώτα της κουζίνας και κρύβεται στο σκοτεινό σαλόνι. Το σαλόνι είναι μεγάλο, με πολλές κρυψώνες· και μόλις η μαμά του τον βρει, θα συνεχίσουν μαζί τη μαγειρική.

Ο Θανάσης είναι εφτά χρονών, κι όταν είσαι εφτά χρονών η αίσθηση του χρόνου είναι πιο σχετική από ποτέ – όμως ακόμα κι ένας ενήλικας θα ένιωθε ότι μπόλικος χρόνος είχε περάσει, και η μαμά δεν ερχόταν να βρει τον μικρό μας φίλο.

Έτσι, ο Θανάσης πλησιάζει την κουζίνα – κατευθυνόμενος κατευθείαν προς τον διακόπτη που θα κάνει το δωμάτιο ξανά φωτεινό· και να σου η μαμά, πριν καν προλάβει ο Θανάσης ν’ ανάψει τα φώτα: Του δίνει ένα σκαστό φιλί στον ώμο, και τρέχει να κρυφτεί με τη σειρά της στο σαλόνι.

Ο Θανάσης γελάει. Ο Θανάσης γελάει, γιατί για το ανθρώπινο μυαλό κάποια πράγματα ποτέ δεν θα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Ο Θανάσης γελάει γιατί ήταν η μαμά του που του φίλησε τον ώμο και που τώρα τον περιμένει κρυμμένη στο σαλόνι. Ο Θανάσης γελάει γιατί εκείνη η σκιά στο πάτωμα της κουζίνας δεν είναι το πτώμα της μητέρας του με σχισμένο τον λαιμό. Δεν υπάρχει αίμα.

Ο Θανάσης γελάει· γιατί τα παιδιά πάντα πρέπει να γελάνε ενώ παίζουνε κρυφτό.

Ζωή Καραπατάκη, Οι απρόσκλητες

Η πραγματικότητα είναι εκεί και σε περιμένει, θέλει να αλλάξει, άλλαξέ την.
Μπ. Μπρεχτ

Είναι λίγος καιρός τώρα που μια κυρία με καφέ ταγιέρ και μαύρες γόβες έχει θρονιαστεί στο καθιστικό μας και από τότε μένει εκεί ασάλευτη χωρίς να μετακινείται καθόλου. Πώς γίνεται;

Μπήκε ξαφνικά χωρίς να την περιμένουμε. Ήταν ένα κυριακάτικο πρωί και πιο ανέμελοι από τις άλλες μέρες παίρναμε το πρωινό μας, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε χωρίς καν να κοιτάξει γύρω της, να χαιρετήσει κανέναν. Επί πλέον, δεν απαντούσε σε καμιά ερώτησή μας: πώς τη λένε, γιατί ήρθε, πόσο θα μείνει.

Παρέμενε αδιάφορη σε όλες τις ερωτήσεις λες και ήταν μόνη της. Από τότε, θέλοντας και μη, την έχουμε μαζί μας. Καθόμαστε στον καναπέ και κάνουμε σαν να μην είναι δίπλα μας προσπαθούμε να μην την ακουμπάμε, κάνουμε σαν να μην υπάρχει -τρόπος του λέγειν δηλαδή – εξακολουθούμε να βλέπουμε τηλεόραση, να μιλάμε, να τρώμε κάνοντας τέλος πάντων ό τι και πριν έλθει .Όχι βέβαια πως νιώθουμε άνετα. Κάθε άλλο. Αλλά τί να κάνουμε; Έκατσε στο σβέρκο μας που λέει και ο λαός. Ενόσω κουβεντιάζουμε αυτή κοιτάει έξω μ’ ένα αινιγματικό και ανεξιχνίαστο ύφος θα έλεγα. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της σα να έχουν σβηστεί κάπως όπως αυτά των αμερικανών προέδρων που είναι σκαλισμένα στα ιερά βράχια των Ινδιάνων Λακότα στην Αμερική αφότου οι επήλυδες τους πήραν τα εδάφη τους. Όταν όμως την ακουμπήσουμε, κατά λάθος πάντα, διαπιστώνουμε ότι η θερμοκρασία της παραμένει φυσιολογική.

Έχουμε βρει λοιπόν μεγάλο μπελά. Υποκρινόμαστε τους αδιάφορους αλλά στην πραγματικότητα είμαστε πολύ θυμωμένοι. Και το περίεργο είναι πως δεν θυμώνουμε μ’ αυτήν αλλά μεταξύ μας. Ο ένας με τον άλλο. Η γυναίκα μου επαναλαμβάνει, μονότονα θάλεγα, γιατί δεν την διώχνεις εσύ που είσαι και άντρας, εγώ τί να κάνω; Δεν αναρωτιέσαι και τί επιρροή θα έχει αυτή η κατάσταση στα παιδιά; Και πολλά άλλα εκ των οποίων κάποια λέγονται και κάποια υπονοούνται δυστυχώς.

Ντρεπόμαστε και τους γείτονες. Δεν ξέρουμε τί να τους πούμε γι’ αυτήν όταν έρχονται. Και κυρίως, γιατί μένει μαζί μας. Έχουμε βρει βέβαια κάτι δικαιολογίες αλλά δεν είμαστε σίγουροι αν πείθουν. Ότι τάχα είναι μια θεία από το εξωτερικό που ξέχασε τη γλώσσα, αφού λείπει από μωρό συν το ότι λόγω ηλικίας έχει και κάποια ελαφριά άνοια. Πολύ μπερδεμένη κατάσταση . Πώς γίνεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη να μην ορίζουμε τη ζωή μας. Να μη μιλάει και όμως η επιρροή της να αγγίζει το εκατό τα εκατό. Να μας διοικεί διά της σιωπής.

Και έτσι μέρα με τη μέρα όλα άρχισαν να αλλάζουν ριζικά. Κατ’ αρχήν ο τόνος της φωνής μας. Ενώ πριν μιλούσαμε κανονικά, απ’ τον ερχομό της και μετά σταδιακά τα λόγια μας άρχισαν να βγαίνουν τόσο βιαστικά απ’ το στόμα μας που οι λέξεις προφέρονταν χωρίς κενά μεταξύ τους όλες μαζί βαριές σαν τα βαγόνια αμαξοστοιχίας που κατεβαίνει την ανηφόρα σκορπίζοντας ολόγυρα τα βογγητά του μετάλλου της, κάπως έτσι: »άστοκάτωμηντοπιάνειςανδεμερωτήσειςδενέχειςάλληδουλειάνακάνειςεπίτηδεςγυροφέρνειςεδώ». Με κοφτές ανάσες και ανυπομονησία που έφτανε μέχρι την οργή μπορώ να πω. Ακόμη και την ώρα που τρώγαμε, δεν κοιτούσαμε το πιάτο με το φαί αλλά προς την πόρτα του σαλονιού που ήταν θρονιασμένη.

Με τον καιρό οι γείτονες έπαψαν να έρχονται. Σκεφτήκαμε λοιπόν όπως ήταν λογικό ότι πολύ τους ενοχλούσε αυτή η κατάσταση και δεν ένιωθαν άνετα πια μαζί μας. Απομονωθήκαμε.

Αργότερα αρχίσαμε να βγαίνουμε έξω κυρίως τα βράδια και να κοιτάμε κρυφά σαν τους κλέφτες απ’ τα παράθυρα των σπιτιών τους. Και ω, της Ιεράς Αποκαλύψεως! Διακρίναμε πίσω από τα τζάμια ξεκάθαρα στο καθιστικό των γειτόνων μια κυρία με καφέ ταγιέρ και μαύρες γόβες με πρόσωπο επίσης θαμπό να στρογγυλοκάθεται απαθής όπως η δικιά μας!

Και αυτοί να είναι εκνευρισμένοι έτοιμοι για καυγά σαν ξένοι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.

Αντί βέβαια να μας καθησυχάσει αυτή η εικόνα ανησυχήσαμε περισσότερο. Σαν να είδαμε μπροστά μας μια τεράστια κλειστή πόρτα από βαρύ καφέ ξύλο να μας κλείνει όλους τους δρόμους. Ώστε λοιπόν υπήρχαν πολλές τέτοιες κυρίες! Ώστε δεν ορίζουμε πια τα σπίτια μας! Και το χειρότερο στο δρόμο όταν συναντιόμασταν ο ένας απόφευγε τον άλλο με ένα αίσθημα ενοχής που δύσκολα κρυβόταν. Το πράγμα άρχισε να γίνεται αβάσταχτο. Δεν έφταναν οι ενοχλητικές παρουσίες, χάσαμε και τους φίλους μας.

Κάποια στιγμή μη αντέχοντας άλλο, είπα στη γυναίκα μου. Εγώ δεν είμαι ο άντρας; Θα πάρω λοιπόν τις αποφάσεις μου. Η μοναξιά δεν αντέχεται. Άνετο σπίτι έχουμε. Θα κάνουμε ένα πάρτι, θα τους καλέσουμε όλους και ας πάει στο διάβολο, αν δεν γίνεται αλλιώς, ας τις φέρουν μαζί τους. Χώρο έχουμε, το ξαναλέω. Έτσι και έγινε. Προς το βράδυ της καθορισμένης μέρας οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφθάνουν μαζί με τις καφέ κυρίες με τις μαύρες γόβες.

Μπήκαν βέβαια λίγο αμήχανοι στην αρχή αλλά μόλις αντίκρισαν και τις άλλες μια ανακούφιση απλώθηκε στο πρόσωπό τους, σχεδόν ευτυχία θα την χαρακτήριζα, τηρουμένων των αναλογιών. Σύντομα αρχίσαμε να φερόμαστε όλοι , όπως παλιά. Φιλιά, εγκαρδιότητες, αστεϊσμοί. Κοντεύαμε να τις ξεχάσουμε παραδομένοι όπως ήμασταν σε μια ανέλπιστη επιστροφή στην ομαλότητα. Όταν κάποια στιγμή στραφήκαμε προς τη μεριά τους από κάτι παράξενους ήχους που ακούσαμε, τις είδαμε να κερνάει η μια την άλλη και να σιγομιλάνε σε μια ακατάληπτη γλώσσα! Είχαν πλησιάσει μεταξύ τους σχηματίζοντας ένα κύκλο δίπλα στο δικό μας. Δεν μας κοίταγαν καθόλου έκαναν σαν να μην υπήρχαμε εμείς στον ίδιο χώρο! Νοιώσαμε όλοι ντροπιασμένοι. Ο καθένας για τη δική του κυρία και αναγκαστικά για όλες μαζί στο τέλος. Σαν να μεγάλωσε ξαφνικά η ντροπή του καθενός στη θέα και αυτής των άλλων.

Στη θέα της κοινής αδυναμίας και του παροπλισμένου μας εαυτού. Ήμασταν συνδεδεμένοι ή αποσυνδεδεμένοι με την πραγματικότητα; Ποια ήταν η πραγματικότητα; Αυτή των κυριών ή η δική μας; Τα όρια στο μυαλό μου δεν ήταν πια σαφή. Σε ποια γλώσσα να μιλήσω γι αυτή την κατάσταση; Ένιωσα ότι τα λόγια μου γύρισαν την πλάτη και έφυγαν. Ότι εγώ και οι άλλοι εντελώς τυχαία βρισκόμασταν στο χώρο που θεωρούσα σπίτι μου .Ότι και το εμείς ήταν μια άγνωστη έννοια. Όλα είχαν παραβιαστεί. Πιστεύω ότι το ίδιο ένιωθαν και οι φίλοι μου. Οι ακατανόητες συζητήσεις των καφέ κυριών κυριαρχούσαν πια στο σπίτι. Εμείς είχαμε σωπάσει.

Ενστικτωδώς κάποια στιγμή κοίταξα η γυναίκα μου . Διαπίστωσα τότε κάτι αλλιώτικο. Ήταν όρθια με τα χέρια τεντωμένα, τις κόρες των ματιών εντελώς διεσταλμένες και το σώμα της σε μια κίνηση απογείωσης. Μέχρι να καταλάβω καλύτερα τι γίνεται, είχε ορμήσει πάνω σε μια καφέ κυρία και άρχισε να της βγάζει τα ρούχα! Πρώτα το σακάκι μετά τη φούστα και στη συνέχεια τα εσώρουχα. Το σουτιέν, την κυλόττα, τις κάλτσες. Οι κραυγές της αντί να την σταματούν την εξαγρίωναν περισσότερο. Η κίνησή της ενεργοποίησε και τις συζύγους των φίλων μας και έτσι όλες μαζί οι γυναίκες όρμησαν τελικά πάνω στις καφέ κυρίες και άρχισαν να τις ξεγυμνώνουν χωρίς έλεος. Κραυγές και πανδαιμόνιο γέμισαν το χώρο. Οι καφέ κυρίες ήταν τελικά αδύναμες σε σχέση με τις λυσσασμένες γυναίκες μας. Μπροστά στα μάτια μας ολόγυμνες μεσήλικες αποσυντονισμένες τσίριζαν και προσπαθούσαν με τα χέρια τους να καλύψουν τα πεσμένα στήθη τους, τις διαλυμένες κοιλιές τους και τις ρόγες που ακουμπούσαν στον αφαλό. Άδικα όμως προσπαθούσαν με τα χέρια τους να προστατεύσουν τα επίμαχα σημεία. Χωρίς τα υποστηρίγματα των σκληρών υφασμάτων απ’ τα ταγιέρ τους τα κορμιά είχαν καταρρεύσει. Οι γυναίκες μας σε λίγο τις είχαν αναποδογυρίσει, είχαν αφαιρέσει και τις μαύρες γόβες που τις πετούσαν απ’ το παράθυρο. Πόδια άσχημα με στραβωμένα δάχτυλα έκαναν την εμφάνισή τους. Αφού τις ξεγύμνωσαν, άρχισαν να τις σπρώχνουν προς την πόρτα όπου συνωστίζονταν όλες μαζί μέχρι να βγουν έξω και να εξαφανιστούν στους σκοτεινούς δρόμους. Ήταν πλέον ένας άμορφος πολτός από σάρκες. Σε λίγα λεπτά όλα είχαν τελειώσει. Το σκηνικό άλλαξε άρδην. Εμείς οι σύζυγοι ενεοί δεν βγάζαμε μιλιά. Οι γυναίκες μας, αφού τέλειωσαν την επιχείρηση που θα την ονομάσω εκκαθάριση για την ώρα, έπεσαν στους καναπέδες με την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και χωρίς να μας απευθύνουν ούτε ένα βλέμμα, παρακολουθούσαν τον καπνό απ’ τα τσιγάρα τους με βλέμμα ανεξιχνίαστο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/oi-aprosklites/

Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Η Άνοιξη

«Ανέβηκα τα σκαλοπάτια τα λαξεμένα σε ψηλούς βράχους και βγήκα στο οροπέδιο που απλωνόταν μπροστά μου σαν τεράστιο αυτί. Πέρα οι λόφοι κολυμπούσαν στο φως κι είχαν το χρώμα που παίρνουν τα σφαχτάρια στο τσιγκέλι. Όπου κι αν γυρνούσα τα μάτια έβλεπα ξερή λάσπη, σκασμένη. Ούτε πράσινο φύλλο, ούτε λουλούδι, ούτε μια μέλισσα. Κι ο αέρας μύριζε βαριά σαν να ‘βγαινε από άδειο πιθάρι.

Καθώς περπατούσα μου φάνηκε πως άκουγα να τρέχουνε νερά, βαθιά σε υπόγεια λούκια. Κόλλησα χάμω τ’ αυτί μου κι άκουσα καθαρά μαζί με τα νερά που γλουγλουκίζανε κι ένα ανάλαφρο θρόισμα.

Βγάζω από την τσέπη το μαχαίρι μου, το μπήγω στη γη —το ‘νιωσα να χώνεται όπως στο κρέας ενός μεγάλου ψαριού— κι αρχίζω να τη χαράζω, να τη σκίζω φέτες φέτες, τραβώντας με δύναμη τη σκληρή κρούστα που τη σκέπαζε.

Και τότε, τι θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, θαλασσοπράσινες κρεατόμυγες, χρυσαλλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτερά, αποκαλύφθηκαν ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος, που οι αχτίνες του ήλιου σιγά σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιαζαν, τον ξυπνούσαν από τη νάρκη του.

Το γρασίδι, σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. Ο αέρας μοσκοβολούσε. Ένα πουλί βγήκε απ’ τον κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα απ’ τις φτερούγες του και μου είπε: «Ακόμα λίγο, κι η άνοιξη αυτό το χρόνο θα ‘μενε κρυμμένη στη γη».

O καταλληλότερος τρόπος για να παρουσιάσεις έναν ιδιάζων λογοτέχνη σαν τον Επαμεινώνδα Χ. Γονατά, είναι να ξεκινήσεις με μια δημιουργία του, λες και βουτάς στον βυθό μιας θάλασσας, χωρίς να διαταράξεις στο ελάχιστο τα επιφανειακά νερά της. Έτσι άλλωστε ενεργεί κι η γραφή του, ξεκινά από έναν άδυτο ρεαλισμό μα σύντομα παρασύρεται από τα χειροποίητα ρεύματα του δημιουργού και οδηγείται σε ένα παράλογο και συγχρόνως απτό τοπίο. Ο Γονατάς, παρέμεινε άγνωστος στο ευρύ κοινό, οι συνεντεύξεις του μετρώνται στα δάχτυλα της μιας παλάμης, μιας και ο ίδιος επέλεγε την μη δημοσιότητα και την μη προσωπική του ανάδειξη. Έκρυβε κάτω από την σάρκα του έναν ολόκληρο γαλαξία πολύπλοκων σκέψεων κι όμως υπήρξε ένας απλός άνθρωπος. Ακόμη και οι γείτονές του αγνοούσαν την συγγραφική του μαεστρία, αλλά και το σημαντικό μεταφραστικό του έργο.

Οι ιστορίες του θυμίζουν παραβολές, φιλοσοφικές αλληγορίες, συχνά ασαφής, ειρωνικές και αυτοσαρκαστικές. Η φύση στα αφηγήματα του Γονατά, είναι ο ρεαλιστικός καμβάς που πάνω του, χωρίς χρονοτριβή και φλυαρία, τα χρώματα κι οι μυρωδιές, τα ζώα, τα βουνά και τα δέντρα, οι άνθρωποι και τα αντικείμενα μεταλλάσσονται, ρευστοποιούνται. Κατευθύνονται όλα προς πάσα κατεύθυνση κι αποκτούν μια παραισθησιογόνο οπτική, παράλληλα όμως, αυτή η αλλόκοτη κι αναδομημένη πραγματικότητα, φαντάζει απολύτως λογική.

«Η πληγεί θρέφει, τα χείλια της σμίγουν αργά σαν αυλαία βυσσινιά κι ύστερα από χρόνους στη θέση της μένει ένα σημάδι, μια ρόδινη ουλή που σκύβει και τη φιλάει. Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους. Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα, ξέρουν όμως σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν, μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους. Γι’ αυτό τ’ αγαπούν και, σε ώρες μοναξιάς που κανείς δεν τους βλέπει, σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους».
(Από τη συλλογή σύντομων αφηγημάτων «Η κρύπτη», εκδόσεις Στιγμή)

Καταφέρνει να περιγράψει το άγνωστο, να διαπερνά την σκοτεινή κουρτίνα της λογικής, της καθημερινότητας. Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του, με έναν τρόπο, θα έλεγα, τόσο παρανοϊκό που φτάνει να γίνει βιωματικός. Σαν να αποφασίζεις πως θα προσπαθήσεις, έτσι απλά, να σκίσεις τα κάγκελα της φυλακής σου και να ανακαλύπτεις, πως τελικά, ναι, όλη σου την ζωή ήσουν κλειδωμένος πίσω από χάρτινα κάγκελα.

– «Διάλεξε», λέει η μητέρα μου στον επισκευαστή της ντουλάπας, «από αυτά τα υφάσματα. Εγώ σου προτείνω το πράσινο καρουδάκι. Μπορώ να σου φτιάξω μια ωραία πυτζάμα».
Ακούω, βλέπω και ζηλεύω. Πράγματι, το καλύτερο ύφασμα είναι εκείνο που υπέδειξε η μητέρα μου. Ψάχνοντας μέσα σε όσα απόμειναν βρήκα τέλος ένα κομμάτι κιτρινωπό ύφασμα και για μένα. –

*(Ε. Χ. Γονατάς – Τρεις δεκάρες και άλλα αφηγήματα)

*Απόσπασμα από μεγαλύτερη εργασία που δημοσιεύτηκε εδώ: https://ologramma.art/epameinondas-ch-gonatas-afieroma/?fbclid=IwAR14NoGcjY00XLpKQMmLAPqm7K_-1o6OjYBkkH8sl2iq9ieZ029S_Zj3p1w