«Ο ξεχασμένος ποιητής Γιάννης Αλύτης μεταφράζεται στα ιταλικά»

Ανθούλα Δανιήλ*

Εκεί στην αλλότροπη ζωή του ουρανού ας σταματήσουν οι λυγμοί των αγγέλων αίνιγμα επίμονο θυμοειδές αστραποβόλημα που μίσεψες στους ατέρμονες ασφοδελούς της Αχερουσίας.
(Γιάννης Αλύτης)

Ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας γεννήθηκε στη Μυτιλήνη στις 2 Φεβρουαρίου 1907 και πέθανε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 1999. Στο Γυμνάσιο της Μυτιλήνης ευτύχησε να έχει σπουδαίους δασκάλους, που συνέβαλαν στην καλλιέργειά του. Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε στη Νομαρχία Λέσβου ως υπάλληλος της στατιστικής υπηρεσίας. Στη συνέχεια, μετατάχτηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (Πρωτοδικείο Μυτιλήνης), απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 1965. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση στα Γράμματα έγινε τον Ιανουάριο του 1939 στην εφημερίδα Τρίβολος της Μυτιλήνης, όπου με το ψευδώνυμο «Γιάννης Αλύτης» έδωσε τους πρώτους υπερρεαλιστικούς του στίχους. Τα Ποιήματά του (1937-1977) εκδόθηκαν αρχικά το 1987 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και στη συνέχεια, στο σύνολό τους, από τις Εκδόσεις Σμίλη το 2007. Ο Αλύτης-Βόμβας συνεργάστηκε με όλες τις εφημερίδες της Μυτιλήνης, καθώς και με το Δελτίο της Λεσβιακής Παροικίας, από τα μαθητικά του χρόνια μέχρι και το τέλος της ζωής του.

Μετά τον θάνατό του, με το έργο του ασχολήθηκε εκτενώς το περιοδικό Αιολικά Γράμματα στο τεύχος 250 (Ιούλιος-Αύγουστος 2011), στο αντίστοιχο αφιέρωμά του. Ο Βαγγέλης Καραγιάννης, Μυτιληνιός λόγιος, είχε επισημάνει τα υπερρεαλιστικά στοιχεία της ποίησης του Αλύτη-Βόμβα, όπως προκύπτει από την πρώτη έκδοση στον Καστανιώτη, το φθινόπωρο του 1987, πολύ πριν μιλήσουν οι Γάλλοι επιφανείς του κινήματος και οι δικοί μας Ελύτης και Εμπειρίκος, και είχε τονίσει εμφατικώς διακριτά εμπειρικικά, αριστοφανικά, «στοιχεία σεξουαλισμού, πριαπισμού» και άλλα «που προκαλούν το αβίαστο γέλιο του αναγνώστη».

Με τον τίτλο FERMENTI κυκλοφορεί στην Ιταλία λογοτεχνικό περιοδικό το οποίο, μεταξύ άλλων, φιλοξενεί ξένες ενδιαφέρουσες ποιητικές φωνές. Στο τεύχος Anno XLIX N.248, των 500 σελίδων περίπου, που έχουμε στα χέρια μας, ανθολογούνται και δύο Έλληνες ποιητές. Ο Γιάννης Δάλλας, του οποίου η παρουσία είναι γνωστή στον φιλολογικό και λογοτεχνικό χώρο και τιμά τα Γράμματά μας, με το σύνολο του έργου του, ο οποίος έχει πολλάκις ανθολογηθεί και έχει πάρει τη θέση του στην ποιητική μας Ιστορία. Ο έτερος Έλληνας ποιητής, για τον οποίο όλοι ελάχιστα ξέρουμε –κι εδώ το περιοδικό αποκαθιστά μια αδικία στην Ιστορία της νεότερης Ποίησής μας– είναι ο ποιητής Γιάννης Αλύτης, κατά κόσμον Ιωάννης Βόμβας, ο οποίος με τα ποιήματά του κίνησε το ενδιαφέρον του γνωστού Ελληνιστή και μεταφραστή Crescenzio Sangiglio, θηρευτή ταλέντων και αφανών μαργαρίτων.

Φαίνεται πως ο Θεός της Ποίησης αργεί, αλλά δεν λησμονεί.
Ο διαπρεπής μελετητής και μεταφραστής της ελληνικής ποίησης Crescenzio Sangiglio αναζήτησε τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη, αφορμής δοθείσης από ένα κείμενο δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό Frear, το οποίο διευθύνει ο ποιητής Δημήτρης Αγγελής και στο οποίο κείμενο γινόταν λόγος για αγνοημένους Λέσβιους ποιητές, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Γιάννης Αλύτης. Το κείμενο είχε γράψει η υποφαινομένη, που είχε μελετήσει τα ποιήματα, καθώς και τα άλλα κείμενα του Γιάννη Αλύτη από τις Εκδόσεις Σμίλη. Ο μεταφραστής παρουσιάζει στο ιταλικό λογοτεχνικό κοινό τον Γιάννη Αλύτη με τον τίτλο: «La riverlazione di un quasi ignoto poeta Greco: il sorgivo surrealismo di Jiannis Alitis-Vomvas, a cura di Crescenzio Sangiglio (con postfazione di Anthula Daniil)».

Τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη είχα παρουσιάσει στο Diastixo, την 1-11-2015, ενώ για τον ξεχασμένο ποιητή ανάμεσα σε άλλους Λέσβιους λογοτέχνες έγραψα, όπως είπαμε, στο ηλεκτρονικό Frear, στις 8-4-2017. Η ιστορία είναι λεπτομερώς καταγεγραμμένη και σ’ αυτήν έχουν μερίδιο πολλά πρόσωπα. Αρχίζω από τον γιο του ποιητή, Βάσο Βόμβα, που κρατά στα χέρια του πολύτιμο αρχειακό λεσβιακό υλικό και, φυσικά, όλο το αρχείο του πατέρα του. Ο Κώστας Μίσσιος, που είναι ο «διάδοχος» του Βαλέτα όσον αφορά τα λεσβιακά Γράμματα και την αποθησαύριση κάθε λέξης και κειμένου που αφορά τη Λέσβο, παραχώρησε σημαντικές σελίδες και πληροφορίες. Άλλα πολλά γνωστά και επιφανή ονόματα της Λεσβιακής Άνοιξης εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, που δεν είναι της παρούσης, κι έχουν ήδη κατατεθεί στο δημοσιευμένο κείμενο στο Frear. Της παρούσης είναι ο Γιάννης Αλύτης, ο οποίος εκτιμήθηκε από έναν ξένο μελετητή, ενώ είναι σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα και σχεδόν ξεχασμένος και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Λέσβο, όπου εκτός από ποιητής ήταν και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Τρίβολος του Στρατή Παπανικόλα, και διοργανωτής των ιδιαίτερης σημασίας δρωμένων του Κλήδονα, καθώς και δημιουργός των ποιηματιδίων, γνωστών ως «στιχάκια», γεμάτα σκαμπρόζικο, πικάντικο, διονυσιακό ύφος. Έκδοση σχετική έγινε από τον Δρα Παναγιώτη Σκορδά, με τίτλο Αδιάντροπα του Κλήδονα και παρουσίασή της από το Diastixo στις 17-07-2017. Τα «στιχάκια» προέρχονται από δύο αρχεία, εκ των οποίων το ένα ανήκει στον Βάσο Βόμβα, φυσικό κληρονόμο του δημιουργού και Κληδονάρχη Γιαννακού-Γιάννη Αλύτη-Βόμβα. Πρόκειται, λοιπόν, για πολυτάλαντο και εμπνευσμένο άνθρωπο, που αναβαθμίζει με το έργο του την πνευματική μας παραγωγή.

Ο Crescenzio Sangiglio διέγνωσε την αξία της ποίησης του Αλύτη, ο οποίος τραμπαλίζεται ανάμεσα σε δυο διαφορετικού επιπέδου στοιχεία. Το ένα είναι το όνομα του συντοπίτη του, σχεδόν συνομήλικου ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, τον οποίο θαυμάζει και με του οποίου το, επίσης, ψευδώνυμο παίζει, συμπλέει ή παραπλέει ποιητικά, και το άλλο είναι ότι σαν Αλήτης –που καθόλου δεν είναι, αντίθετα, αστός και αριστοκράτης είναι– περιπλανιέται σε όλη την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, χωρίς να κάνει ρούπι από τα λεσβιακά χωρικά του ύδατα.

Ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας έγραψε ποίηση υπερρεαλιστική που μπορεί να σταθεί –ως έναν βαθμό– πλάι στον προαναφερθέντα Ελύτη, αλλά και πλάι στον Ανδρέα Εμπειρίκο και στον Νίκο Εγγονόπουλο, για να στηριχτώ μόνο σε δύο πολύ χαρακτηριστικούς για το είδος και το ύφος του στίχου τους δημιουργούς.

Ο Crescenzio Sangiglio έγραψε εισαγωγή στα ιταλικά (μιλάει απταίστως ελληνικά και ζει στην Ελλάδα), μετέφρασε τα ποιήματα και συμπεριέλαβε και τη δική μου μελέτη, την οποία μετάφρασε επίσης, ως Επίμετρο, στη δική του δουλειά. Αυτή τη στιγμή έχουμε στα χέρια μας όλα τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη (1937-1977), Εισαγωγή και Επίμετρο στα ιταλικά.

Ο υιός, Βάσος Βόμβας, κι εγώ αντιλαμβανόμαστε ότι η τιμή ανήκει στην ελληνική Ποίηση. Σε μας ανήκει η χαρά που ένας ακόμα σπουδαίος ποιητής προστέθηκε στην 2.500 χρόνων ιστορία ελληνικής Ποίησης και στον μεταφραστή, που σαν γνήσιος αδαμαντωρύχος έφερε στο φως τους απαστράπτοντες στίχους του Γιάννη Αλύτη-Βόμβα. Φαίνεται πως ο Θεός της Ποίησης αργεί, αλλά δεν λησμονεί. Σε ένα ερωτικό του ποίημα ο Γιάννης Αλύτης γράφει:

Και θέλω να σε ζήσω ολάκερη

fermentiΤη ζωή την έζησε, την Ποίηση δεν πρόλαβε, αλλά έχει και η ζωή τα δικά της μυστήρια και τους δικούς της δρόμους προς το υπερπέραν, όπου ελπίζουμε να ταξιδεύει το ιταλικό FERMENTI και να μεταφέρει τα νέα περί της Ποιήσεως του ευτυχούς – Γιάννη Αλύτη-Βόμβα.

*Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

**Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://diastixo.gr/epikaira/apopseis/12139-alyths-metafrash-italika?utm_source=MailingList&utm_medium=email&utm_content=troaditisdimitris%40gmail.com&utm_campaign=Newsletter_15_4_2019_17_37

Introduction to Charmaine Papertalk Green’s Nganajungu Yagu

By Anita Heiss, Charmaine Papertalk Green and Zoë Sadokierski

Since Charmaine Papertalk Green’s poetry was first published in The Penguin Book of Australian Women Poets in 1986, her voice on the page has been consistent: eloquently powerful, respectfully challenging and true to her role in life as a Yamaji Nyarlu. Nganajungu Yagu is no different, considering, as it does, respect for ancestors, connection to country, the role of the poet and Yamaji identity.

The writing in Nganajungu Yagu is dedicated to Papertalk Green’s mother, and is built around a series of selected correspondence between her and her mother; each provides a deeply personal insight into not only their relationship, but the cultural, political and social landscape of her Yamaji country during the 1970s.

As Papertalk Green writes, these are ‘not just letters’. Rather, they create a tangible story and bond between Yagu and Daughter, and gently remind us of the sacrifices made by most of our matriarchs over time. Each letter and response provide not only a ‘mark of existence’ for the writer but a medium for mother and daughter to connect while at a distance. Her gift is one that makes us pause and reflect on our own behaviours. The love and respect penned here will inspire readers of any age and identity to think about the ways we engage people we love through words. Or, more importantly, the ways we should engage.

The revival of letters here not only reminds me of the nearly lost art of letter-writing, but the impact a letter has on its receiver. ‘I could feel the love hugs springing off the paper’, she writes in ‘Paper Love’.

I challenge any reader to put this book down and not feel compelled to write a letter to someone in their life – past or present.

It is through the bilingual poem ‘Walgajunmanha All Time’ that Papertalk Green clarifies her role as a First Nations writer, and I honour her for keeping our people, our stories and the Yamaji language on the literary radar and accessible to all readers through her poetry. When the academy, the literati and festival directors discuss Australian poetry in the years to come, they should all have Nganajungu Yagu on the top of their lists, and Papertalk Green as a key voice in the poetic landscape.

In the United Nations International Year of Indigenous Languages, Nganajungu Yagu is a work of cultural significance and educational influence. As I closed this book for the first time, I found myself circling back in my mind to a number of phrases. Those that keep recurring are –

Yagu, I always remembered the beauty of our culture
despite the racism seen in every step I took along years
culture love was and is the anchor for everything done.
This entry was posted in GUNCOTTON and tagged Anita Heiss, Charmaine Papertalk-Green, Zoë Sadokierski. Bookmark the permalink.
Anita Heiss is the author of non-fiction, historical fiction, commercial women’s fiction, poetry, social commentary and travel articles. She is a Lifetime Ambassador of the Indigenous Literacy Foundation and a proud member of the Wiradjuri nation of central NSW. She was a finalist in the 2012 Human Rights Awards and the 2013 Australian of the Year Awards. She lives in Brisbane.

http://www.anitaheiss.com/

More by Anita Heiss on Cordite Poetry Review →
Charmaine Papertalk Green is from the Wajarri, Badimaya and Southern Yamaji peoples of Mid West Western Australia. She has lived and worked in rural Western Australia (Mid West and Pilbara) most of her life, and within the Aboriginal sector industry as a community agitator, artist/poet, community development practitioner and social sciences researcher. Her poetry has appeared in Antipodes, Artlink Magazine, Cordite Poetry Review, The Kenyon Review and The Lifted Brow, as well as in the anthologies The Fremantle Press Anthology of Western Australian Poetry, Inside Black Australia: An Anthology of Aboriginal Poetry, Ora Nui: A Collection of Maori and Aboriginal Literature, The Penguin Book of Australian Women Poets and Those Who Remain Will Always Remember: An Anthology of Aboriginal Writing. She lives in Geraldton, Western Australia.

More by Charmaine Papertalk Green on Cordite Poetry Review →
Zoë Sadokierski is a Sydney-based designer and writer. She has designed more than 250 books for various Australian publishers, and is Vice President of the Australian Book Designers Association. Zoë lectures in the School of Design at the University of Technology, Sydney, where she runs the Page Screen research studio, experimenting with publication models for limited edition print and digital books. She also writes a column on book culture and reading in a digital age for The Conversation.

http://www.zoesadokierski.com/

Introduction to Charmaine Papertalk Green’s Nganajungu Yagu

Jennifer Mackenzie Reviews Elif Sezen’s A little book of unspoken history

A little book of unspoken history
by Elif Sezen
Puncher & Wattmann, 2018

Where do footsteps lead, these frustrated blind hunters

In these times many of us from all corners of the globe have more than one place we call home. Concepts of nationality, attachment to place, a sudden annunciation of enlightened belonging or steadfast refusal of it can be dissociative, painful and conversely full of artistic promise. The very notion of home may be welcome or fraught with regret. It may involve mixed emotions or at worst, trauma.

Elif Sezen, a Turkish-Australian multidisciplinary artist currently living in Melbourne, has developed a sophisticated methodology to work across media and to explore these themes. By foregrounding a personal inner life within the rigours of artistic and spiritual practice, she eschews narcissism through a focus on the transformative image. As a poet, translator, and as an artist Sezen has access to a world of imagery which appears to float in an imagined but deliberately structured dimension. Through deft selection, her practice of writing does not overwork its own tropes, which centre on childhood, trauma, displacement, the politics of migration and the metaphysical ambiguities integral to journeys real and imagined. Sezen’s images of trauma carry with them an apparent resonance, tantalisingly suggesting an overcoming, but also simultaneously suggesting the indelible trace of that trauma.

An example of this effect can be seen in the epigram ‘Slap of the morning’:

Slammed doors are still being heard
Who are they?

Coming after two poems focusing on childhood, ‘On the topic of first parents’ and ‘Childhood’, the poem resonates as a deep early memory suggesting violence with the sonorous slap and slammed, and fear through the final line Who are they?. The poem, employing Sezen’s regular trope, the door, appears to echo through space in a similar way to a masterly haiku.

Speaking generally of her artistic practice, Sezen has written: ‘I suggest the continual expansion of a poetic persona as a methodology of surrendering to the infinite’. Her poetry renounces the world’s ability to deliver infinity; instead its imagery emerges in devotional splendour or in political anger at the cruelties inflicted on refugees, especially those in long term detention.

When I first encountered Sezen’s work several years ago, I was attracted by what I saw as the European texture of the work, with its philosophical emphasis and often-romantic interiority. This connection has been astutely observed by Nadia Niaz, in a review in this publication of Sezen’s first English collection Universal Mother. Niaz focuses on the influence of Rilke (and importantly, his use of Sufi imagery), but also stresses Sezen’s access to diverse traditions, including Ottoman and Persian poetics, and to modern protagonists such as Forugh Farrokhzad. Several poems in A little book of unspoken history are dedicated to what can be seen as a constellation of artists, images of whom form something of an interior gallery, a feature many of us share, functioning as icons of our very existence. Sezen’s gallery includes Holderlin, Kahlo, Camille Claudel, and significantly in ‘Our celestial doorway’, a moving tribute to Farrokhzad:

Let’s meet up in your
imaginary Esfahan
in a city where women glow in green, head to toe
when we bend down from
the Khaju bridge, our reflections
on the water turn into non-poisonous ivies,
a city of secret sovereignty
where bombs won’t explode

A significant poem included in A little book of unspoken history is ‘Chronic Fatigue Syndrome’. The open, sequenced structure of the poem allows the key state of the suffering of the body to move effortlessly through themes of spiritual renunciation, the trauma of non-belonging and the vicissitudes of migration doubly effected and politicised. In an artist talk at her recent exhibition The Second Homecoming at Counihan Gallery, Sezen mentioned how moving back and forth between Izmir and Melbourne had left her without a sense of home. In this poem, fatigue enforces a focus back upon the self. In 1. Awareness, Sezen writes:

Now that I am tired
I must open up inwardly, like a lotus blossom
yes, I must open my paper-like lids
towards the benign feature of absence
for I will encounter her, in the very bottom:
that archetypal mystic, resembling my mother
by her glance perforating the silvered smoke
my small self will pass away
because I am tired
because fatigue is a lovely trap made to
save my body from its old cage
I get rid of the worldly clock
losing beguiling sleep

This sequence leads to a surge of empathy, where like an ascetic removed from the fray, the poet releases the possibility of benevolent compassion:

become a voluntary mute
so I can speak for them

They surrender their souls
wrapped with flesh and blood and breath
back to where they came from

As the poem continues, it develops a floating sense, the pinning of an elusive image, the transformative power of angels, and the devastating liberation of surrendering to pain:

La Minor impatience
Do black humour
CRESCENDO the pain
Is so glorious here

In 8. Homecoming the preoccupation with health, the body and inner awareness moves outwardly to expand upon themes of connection and conversely, the dissociative experience of migrations between two homes, and to embrace a conscious and deliberate act of site-specific remembering and forgetting:

Istanbul Airport is the doorway of my
time tunnel. No talking!
Act like nothing happened
hereby I discovered the reason
for the lack of bird-chirp
that others dismiss
because I am a bird too
I too forget the necessity of flight
in all directions of the
forbidden atmosphere of mystery,
simultaneously
‘We must declare our indestructible
innocence’, grumbles my mum
her eyes staring towards the
beyond-horizons
The birds pollute the new President’s sky.
A deaf child disappears from sight
in the alley, after listening to the song
which only he can hear
I call him from behind, with no luck
and find myself
in Melbourne again, inevitably
I chop and add mangos into
my meals again
I forget the malevolence of a
suppressed father figure image again
I forget my most favourite scent,
jasmine
how holy this forgetting is, I know
for it will pull me back to that doorway
for I’ll want to go back home again,
home without geography
without footsteps
how sweet is my abyss.

No memory of fatigue
I’ll again make merry.

Because of Sezen’s productive impetus, it is difficult (and I would argue unnecessary) to separate the impact of a book of poetry from that of an art exhibition. In The Second Homecoming a series of brilliantly coloured ‘Door’ paintings reminded me of how artists such as Rothko and Kandinsky transformed colour and form to suggest an inner subjectivity or a spiritual connection between self and the world. The majority of the paintings presented at the exhibition represent a series of caves, rendered in swirling black paint, each canvas with a view rendered in different shapes of an idealised and distant landscape, evoking a sense of something longed for, attainability uncertain. In the exhibition notes, Sezen writes, ‘Initially, I was thinking of refugees, the Indigenous peoples and others displaced, but obviously the work could refer far more broadly, physically or spiritually.’ Of the Door series, she says that they ‘rather represent an elusive notion of a gateway, where everything is possible and homecoming can be dreamt into reality’. In thinking of First Nations peoples moved from or barred from their traditional Country, or of refugees in indefinite detention on Nauru we can imagine how unattainable that ideal may be. In the poem ‘Dear Immigrants’, the poet demonstrates how the withdrawal of compassion, the very notion of being comfortable with the imagined necessity of locking someone up, turns upon the populace:

And just about to say Well Come, we
rather remain silent
as if ripping out the tree roots from its soil
or sending the raindrops back where they came from
locking up our dear immigrants, outside
till we lock ourselves into cells,
shrinking more and more.

The theme of compassion is something that Sezen expands upon throughout the collection, perhaps representing this most expansively in ‘A thousand petal woman’, where a meditative practice reveals the strength and frailty of the practitioner:

I am gifted to see this
and yet I forget it again
I meditate upon the deceased again
I inhale Nagasaki,
exhale Hiroshima
you think that I am purified
that’s why you call me a Sufi

Whereas I am a confused woman
I have a growing homeless kid within me
she is not me, she is me,
I am.

By situating the political in an expansive consideration of the body and the spirit, in centring personal experience within rich philosophical and poetic traditions, Sezen’s oeuvre offers a fresh and original mapping of the question of home. In ‘A meditation on timelessness’ she writes:

Writing writing writing is such a deprivation from which I build
up an invisible reign on an earth where my footstep doesn’t
belong to the spot it steps upon …

Yes, my dear friends
every poet is responsible
for their own timelessness.

Earlier in this review, I referred to my initial sense of a European context to Sezen’s poetics. This certainly holds true as I gain greater familiarity with her work. Aside from Rilke, there are resonances of French poets such as René Char and André de Bouchet in the work. The above quotation from ‘A meditation on timelessness’ for example is something that Char himself may have written. However, with more recent reading of writers from Turkey and Iran, it is clear to me that although a European connection is certainly there, Ottoman and Persian exemplars, particularly in relation to Sufism, are more crucial. Writers such as Bejan Matur, Sholeh Wolpe, and fellow Melbourne writer Shokoofeh Azar engage with classical texts of Rumi, Attar and Hafiz, as well as with the innovative work of Farrokhzad and the contemporary writer, Shahrnush Parsipur, and it is with these practitioners that Sezen’s developing work may be more fruitfully approached.

*Jennifer Mackenzie is the author of Borobudur (Transit Lounge, 2009), republished in Indonesia as Borobudur and Other Poems (Lontar, 2012) and has been busy promoting it at festivals and conferences in Asia. She is now working on a number of projects, including an exploration of poetry and dance, ‘Map/Feet’. Her participation in the Irrawaddy Festival was supported by a writer’s travel grant from the Australia Council for the Arts.

**Τaken from Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/mackenzie-sezen/

Ε. Μύρων, Απνευστί

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχουμε αναφερθεί ξανά σε αυτοεκδόσεις, που είναι διαμαντάκια, καθώς πιστεύουμε ότι δεν είναι ο εκδοτικός οίκος, που δίνει αξία σε ένα βιβλίο, αλλά το περιεχόμενό του. Τελευταία βρίσκουμε αρκετά λιτά βιβλία, που κυκλοφορούν από τους ίδιους τους συγγραφείς και προωθούνται χωρίς την αρωγή κάποιου εκδοτικού.

Μια μορφή αυτοέκδοσης είναι και η οκτασέλιδη ποιητική συλλογή, που μας πρόσφερε ο Ε. Μύρων με τον τίτλο: «Απνευστί». Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι παρά την ολιγοσέλιδη έκταση, τα ποιήματα είναι αρκετά, καθώς το βιβλίο είναι σε μεγάλο σχήμα και η κάθε σελίδα περιέχει κάμποσα ποιήματα. Μοιάζει σα να έχουν γραφτεί απνευστί, αλλά δεν είναι έτσι γιατί για να γραφτούν τέτοια ποιήματα χρειάζεται σκληρή δουλειά. Τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και διαπνέονται από εσωτερικό ρυθμό. Υπάρχει μια τέλεια οικονομία των στίχων χωρίς τίποτα το περιττό.

Ο Ε. Μύρων γράφει σύγχρονα ποιήματα κυρίως κοινωνικού και υπαρξιακού προσανατολισμού. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Εξέγερση», όπου η ανατροπή αφήνεται στα χέρια των παιδιών. Το παραθέτουμε ολόκληρο: «Κάθε πρωί / ακόμα λίγη μέρα / χαράζεται στο δέρμα. / Ας ελπίζουμε σε μια ανατροπή – / να φτιάξουν τα παιδιά / μια βόμβα από παραμύθι / που θ’ αφανίσεις τις ηλικίες.»

Πολλοί άνθρωποι σήμερα έχουν γίνει προσαρμόσιμοι. Ο ποιητής τους χαρακτηρίζει: «επίκαιρα οχήματα / της μάζας, του σωρού.», ενώ τους ανθρώπους, που δεν έχουν μέσα τους την ποίηση θα τους προτρέψει να μην ενοχλούν τους στίχους. Η τεχνολογία έχει αποξενώσει τον σύγχρονο άνθρωπο. Τα ρούτερ και τα καλώδια, που παρομοιάζονται με φίδια φέρνουν «μέρες κατηφείς συρρικνωμένες / στους κροτάφους.»

Θα θέλαμε επίσης να σταθούμε σε ένα ακόμα ποίημα της συλλογής, που το θεωρούμε χαρακτηριστικό και το παραθέτουμε εδώ: «Ευγένεια: Το «ευχαριστώ» ακούστηκε / μαζί με το συρτάρι / της ταμειακής. / Λες και το ένα κατάπιε τ’ άλλο…»

Συμπερασματικά, με την ποιητική του συλλογή «Απνευστί» ο Ε. Μύρων μας εισαγάγει στην ποίησή του, δίνοντάς μας ώριμα δείγματα της τέχνης του.

Λειόδερμα δελφίνια – Τραγούδια των ιθαγενών της Αυστραλίας

Αυτά τα ποιήματα είναι “…από τα πιο παλιά που μπορεί να βρει κανείς σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα”, σημειώνει ο Λευτέρης Σκαρτσής στο βιβλίο του Αυστραλέζικα τραγούδια που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη (1989). Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, που έχει μελετήσει παραδοσιακή ποίηση απ’ όλες τις γωνιές της γης, παρατηρεί ότι οι ιθαγενείς παίρνουν ως αφορμή τους θέματα καθημερινά και απλά αντικείμενα που προέρχονται από ένα περιβάλλον εντελώς ιδιαίτερο, όπου κυριαρχεί η ζέστη των τροπικών, η αίσθηση του ωκεανού που κατακλύζει τη φύση και μια μεταφυσική διάσταση της πραγματικότητας, η οποία μπορεί να περιγραφεί ως “ονειροκαιρός”. Ακολουθούν μερικά δείγματα και πρώτα ένα που μιλά για τ’ αστέρια, τα οποία φαίνονται να έχουν έμβια υπόσταση:

Αστέρια του ανατολικού ανέμου,

εκεί που η κασουερίνα έχει σπάσει απ’ τον άνεμο,
έρχονται απ το Ντιλγιακούρκμπα,
κωπηλατούν κατά πάνω στον ουρανό,
αστέρια του κλαν Γουαρίντιλγιάκβα…
Αστέρια που λάμπουν δυνατά
προχωράνε γρήγορα κατά πάνω στον ουρανό…
εκεί είναι τώρα εκεί πέρα
τ’ αστέρια ήρθαν να ξεκουραστούν

Τα αστέρια έχουν κάνει τον άνεμο και λάμπει
εκεί πέρα ο άνεμος έχει σταματήσει
να τα έρχονται πιο κοντά
εκεί πέρα ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τα ποιήματα των πρωτόγονων κατοίκων της Αυστραλίας έχουν φρεσκάδα κι αφήνουν μια εντύπωση παρθενική, σαν να αντικρίζουν για πρώτη φορά τον κόσμο γύρω τους. “Βρισκόμαστε εδώ σ’ έναν κόσμο φρέσκο και οικείο, δικό μας, μ’ όλο που τον έχουμε σαν ξεχασμένο”, συνεχίζει ο Λευτέρης Σκαρτσής. Ένα απ’ αυτά μιλά για τη νύχτα :

Η νύχτα ζυγώνει…
απλώνεται παντού…
Μας σβήνει καθώς έρχεται…
μας σκεπάζει σαν κουβέρτα…
Το Ανγκιόνγκβα νυχτώνεται πέρα.

Όπως σημειώνει ο μεταφραστής κι επιμελητής του βιβλίου, “η ποίηση αυτού του είδους ίσως πρέπει να γίνει πρωταρχική πηγή γλωσσικής σπουδής και ποιητικής αγωγής, αφού τόσο φυσιολογικά νιώθουμε την φρεσκάδα της να είναι η αφετηρία της φυσικής μας ζωής”. Ο αφηγητής με την περιέργεια μικρού παιδιού αφουγκράζεται την παλίρροια:

Κύματα που έρχεστε ψηλά, κόντρα στους βράχους
σπάζοντας, σι, σι!
Όταν ψηλά είναι το φεγγάρι με το φως του πάνω στα
νερά·
παλίρροια ανοιξιάτικη, παλίρροια που κυλάς μες τα
χορτάρια
σπάζοντας, σι, σι,
μες στ’ άγρια νερά της λούζονται τα νέα κορίτσια.
Άκου το θόρυβο που κάνουν καθώς παίζουν!

Άλλοτε παρατηρεί τις αχιβάδες:

Πού πήγε το κοντάρι μου; Εκεί που οι αχιβάδες σπρώχνουν
την παλίρροια.

Άλλοτε μια ομάδα από σαλάχια που βγαίνουν στην ακτή:

Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο στο Αριντιγκμάντζα.
Έλαμπε δυνατά η άμμος;
Η παλίρροια φούσκωσε ως πέρα βαθιά και μαύρη…
Σαλάχια στο κανάλι μια γραμμή.
Κάνουν δρόμο και προχωράνε.
Μια γραμμή πάνω απ’ τον ύφαλο.
Τώρα γλιστράνε δίπλα δίπλα.

Γύρισαν προς τα πίσω έρποντας στην αμμουδιά:
Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο και γυρίζουν πίσω.

Κι άλλοτε τα δελφίνια που σκίζουν τα νερά:

1. Δελφίνια των νησιών κυνηγάνε το ένα το άλλο.
Απ’ όλα τα νησιά, νγκεγεγίμγκε
Απ’ τους βράχους που οι άνθρωποι χτυπάνε τα στρείδια,
απ’ τους υγρούς βράχους.
Τους μουσκεμένους απ το ράντισμα του ανατολικού ανέμου…
Απ’ τη λαμπερή ξηρά τη ανατολής.

2. Λειόδερμο δελφίνι προχωράει έξω στην ανοιχτή θάλασσα …
Ένα ζευγάρι δελφίνια σκουντάνε το ένα το άλλο.
Κόβουν το ένα το άλλο το δρόμο απ’ το Αλακβουράντζα…
Το ένα κόβει το άλλο λοξά στη μέση καθώς προχωράνε,
εγιέγια.
Έκοψαν το ένα το άλλο καθώς όλο προχωρούσαν…

Η απέραντη θάλασσα που αντίκριζαν κάθε μέρα οι ιθαγενείς της Αυστραλίας έφερνε κάθε φορά στην στεριά κάτι καινούριο:

Από πού είναι αυτές ο καρύδες; Από πού;
Απ’ το Άρνμπαρρνγκίνα, απ’ το Αρμπαρργκίνα.
Χοροπηδώντας πάνω στα κύματα, πλέοντας πάνω στη
θάλασσα,
σκορπισμένες ολόγυρα,
παρασυρόμενες. Πάω στο Μουρούνγκβα που ο άνεμος
φυσάει φρέσκος
και κοντά το Γινμπίγια.
Καρύδες σκόρπιες ολόγυρα. Στη απανεμιά έχουν
σταματήσει.
Πίσω πάλι στη θάλασσα, μετά ξεπλυμένες ως την ακτή.
Πάω στο Μουρούνγκβα και στο Αλιλιγιάνγκα.
Σ’ αυτή την πλευρά οι καρύδες ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τέτοιοι στίχοι προερχόμενοι από τόπους, όπου το καλοκαίρι δεν τελειώνει ποτέ, μεταφέρουν στον αναγνώστη μια διάθεση εντελώς αναζωογονητική. Αυτό είναι το τοπίο που έβλεπαν εκείνοι οι άνθρωποι:

1.Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με παράλληλα χωρίσματα·
Οι κοιλάδες του βουνού προχωρούν με παράλληλες χαρακιές.
Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με κοφτούς γκρεμούς.
Κατά τους πρόποδες κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά ·
Στα κάτω βάθη κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά.
Πυκνές συστάδες βουνίσια χορτάρια κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά…

2. Μια μάζα κόκκινα χαλίκια σκεπάζει τις πεδιάδες,
Μικρά άσπρα αμμορύακα σκεπάζουν τις πεδιάδες.

Γραμμές κόκκινα χαλίκια ραβδώνουν τι πεδιάδες,
Γραμμές άσπροι αμμόλοφοι ραβδώνουν τις πεδιάδες.

Ένα σπηλιομονοπάτι είναι ανοιχτό μπροστά μου,
οδηγώντας ίσα προς τη δύση…

Αυτή είναι η εικόνα των γερακιών του βουνού:

Τα βουνίσια γεράκια κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά,
Από το θόλο τ’ ουρανού κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά.
Βουτάνε κάτω, όλο πιο κάτω ·
με τραχιές κραυγές κάθονται στο χώμα.

Κι αυτή είναι η εικόνα ενός πανέμορφου θαλασσαετού:

Πέταξε προς τα κάτω για ψάρια.
Λικνιστά γλίστρησε.
Παίζοντας, γυρνώντας το στήθος,
ξυρίζοντας τη θάλασσα.
Έρχεται απ’ τα ύψη
πολύ ψηλά.
Κει πέρα στον ύφαλο
αγγίζοντας με το στήθος τη θάλασσα.
Βουτώντας με το στήθος κατά κάτω…
Άσπρα πούπουλα πλέουν σαν καπνός.
Άλλο ένα φευγάτο πούπουλο πέφτει
Χνουδωτά πούπουλα πέφτουν
Στημένο στήθος,
κει πέρα στον ύφαλο,
κοφτά γλίστρησε πέρα.

Απόστολος Σπυράκης

*Από το Στίγμα Λόγου στο σύνδεσμο: https://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/FMfcgxwChJnRdDKLmpBxhrtxRRqQpKDz

«Λοξές Ματιές», μία νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ


H νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη, «Λοξές Ματιές», σηματοδοτεί μια παρέκκλιση από το μέχρι τώρα έργο του.

Όχι θεματικά, διότι συνεχίζει να τρέφει τις ίδιες πολιτικο-κοινωνικές ευαισθησίες όπως και στις προηγούμενες του συλλογές, αλλά σίγουρα, από άποψης προσεγγίσεως και ποιητικής. Εκεί όπου ο ποιητικός λόγος του πρώιμου Τρωαδίτη αντιμετωπίζει άμεσα, κατάμουτρα, κατακούτελα, τα ερείσματά του, ο πλέον ώριμος Τρωαδίτης γίνεται πιο έμμεσος, πιο υπαινικτικός, πιο πολυσήμαντος. Ανασκοπεί τον κόσμο του όχι μόνο με την πρώτη, αλλά και με τη λοξή ματιά, εκείνη της ύστερης όρασης αλλά και του γνωστικού.

Η αλλαγή του ρυθμού, συνειδητή. Ο στρατευμένος στίχος του Τρωαδίτη, παραδοσιακά χειμαρρώδης, μοιάζει με το βηματισμό του πορεύοντος αγωνιστή. Σ’ αυτή την συλλογή, το βήμα επιβραδύνεται, αντιστρέφεται. Ο ποιητής ανατρέπει την έννοια της πορείας, στρέφοντάς την προς τα ένδον. Είναι πολύ εύκολο να αντικατοπτρίζει κανείς αντιδραστικά και μόνο την επιφάνεια. Χρειάζονται όμως τρομερές δυνάμεις αυτοαντίληψης, ενδοσκόπησης και πνευματικής διορατικότητας ώστε να διεισδύσει κανείς στην ουσία των πραγμάτων – να τα αφομοιώσει στην λεκτική του χοάνη και έπειτα να διαχωρίσει τα συστατικά του στοιχεία, για να τα ανασυναρμολογήσει με το δικό του ποιητικό λόγο. Ο προσεγμένος ποιητής Τρωαδίτης, αυτό κάνει.

Κύριο παράδειγμα αυτής της λεπτολογικής γραφής βρίσκεται στο πώς η ένταση κλιμακώνεται στο πρώτο ποίημα της συλλογής, «Εδώ στις Νότιες Εσχατιές» όπου με λίγες ελαφριές κινήσεις της πένας, προσθέτοντας το στοιχείο του κρυφού, του φευγαλέου, του κεντρόφυγου, ανατρέπει τη λεκτική και λογική αρμονία της Αντιποδικής μας ύπαρξης:

«Εδώ στις νότιες

εσχατιές

οι άνεμοι κρυφακούν

τις ανάσες μας

εδώ στις απέραντες

εκτάσεις

του λείου

το καλοκαίρι

παίζει κρυφτούλι

με τα σύννεφα

εδώ στις μονότονες

ιαχές του γκρίζου

η τρέλα μας

ανέρχεται
σε ανώτατο στάδιο».

Η Εσχατιά από τη φύση της δεν αφήνει περιθώριο για περαιτέρω πορεία. Σε μία στάσιμη κοινωνία που αδυνατεί να υπερβεί τον εαυτό της, όλοι κρυφακούν, όλοι παίζουν κρυφτούλι και οι ιαχές αποχρωματίζονται.

Σε μία τέτοια κοινωνία, που για τον κάθε αγωνιστή είναι τόπος εκτοπισμού αλλά και δράσης, όπου «εμείς πασχίζουμε να μονιάσουμε με τις νέες τοπολογίες», όπως υποστηρίζει στο ποίημα: «Το Παρελθόν είναι ένα ύφασμα», η ιστορική μνήμη, δηλαδή το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας με μία κίνηση του ψαλιδιού της Ατρόπου, κόβεται και γίνεται αμετάκλητη. Το άτεγκτο και το δογματικό στη ζωή των ανθρώπων, θρυψαλιάζεται και περνά στην αφάνεια.

Μια παρόμοια λήθη περιγράφεται στο ποίημα: «Αφομοίωση», όπου με πρωτότυπο τρόπο, οι παραιτούμενοι από το αγώνα για κοινωνική χειραφέτηση και δικαιοσύνη, παρομοιάζονται με Έλληνες μετανάστες που αφομοιώνονται και αποδέχονται τις αρχές της άρχουσας τάξης:

«Το τυχαίο γεμίζει

τα κενά των σπιτιών

ο ήλιος έχει παραδοθεί

σαν παλιός μετανάστης

με κλαριά αφομοίωσης

στα χέρια

κι οι κουβέντες ξεραίνονται

πάντα στα χείλη».

Κύριο μέλημα του αγωνιστή Τρωαδίτη είναι να εγείρει από το λήθαργό τους, όλους εκείνους τους αγωνιστές που κάποτε μάχονταν για ένα καλύτερο αύριο και τώρα πλέον εφησυχάζουν, συμβιβασμένοι με τα δεδομένα των καιρών.

Στο τρομερό ποίημα, «Δεν υπάρχει φως στα μάτια», αφιερωμένο στον αγωνιζόμενο λαό της Συρίας, οι συνέπειες αυτού του εφησυχασμού φαντάζουν τρομακτικές και επώδυνες:

«ποιους νεκρούς ν’ αναστήσεις
»και σε ποια ιδέα να μυηθείς

ποια μορφή να τραγουδήσεις

και ποια φωνή να βγάλεις

σε εκτάσεις αλλόφρονες

που το λιοπύρι στέγνωσε

που τα δάκρυα και οι βρύσες

γίνονται ηφαίστεια

που τα νάματα της ζήσης

στοιχειώνονται».

Το στοιχείο του ξένου τόπου (σε εκτάσεις αλλόφρονες) εντείνει την ανησυχία του ποιητή. Δεν υπάρχει πλέον οικείος τόπος όπου θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί όπως θα ήθελε. Δεν είναι πλέον σε θέση να διαλέξει το πεδίο μάχης. Ο προβληματισμός του οδηγεί φαινομενικά σε αδιέξοδο.
Μ’ αυτή την αδιέξοδο ασχολούνται τα δύο τελευταία ποιήματα της συλλογής που περιέχουν εντονότατα, την αγωνία του ποιητή. Στο ποίημα «Υάκινθοι και Μικροί Ήλιοι», ο ποιητής, με αξιοζήλευτη δεξιοτεχνία, δημιουργεί το οξύμωρο ενός υακίνθου που ξεφεύγοντας από την πορεία του, πάει να ψηλώσει σ’ απροσμέτρητους θριάμβους:

«… υάκινθοι και μικροί ήλιοι
υψικάμινοι χρέους

υψώνονται στις ψυχές μας

αλαβάστρινα αγάλματα ευθύνης».

Είναι στ’ αλήθεια η αυταπάτη του, η ιδιαίτερη του οντοπαθολογία που του δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ψηλώσει πέραν του φυσικού, ή εστιάζεται η ειρωνεία στο γεγονός ότι ο υάκινθος είναι εφήμερος και εποχιακός; Ο αγώνας λοιπόν είναι σισύφειος και κυκλικός. Τα συστατικά στοιχεία της ύπαρξης αλλά και της συντριβής του κρύβονται εντός του ζωοφόρου βολβού. Γνωρίζουμε όμως από τη μυθολογία ότι ούτε ο θεός Απόλλων, ο θεός του Ηλίου, αξίζει να σημειωθεί, αδυνατούσε αναστήσει τον Υάκινθο, τον οποίον ο ίδιος απώλεσε. Ποια οι τύχη των μικρών Ηλίων κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του;

Αλαβάστρινα λοιπόν τα αγάλματα της ευθύνης μας. Αστραφτερά, άσπιλα, πετρωμένα αλλά και εύθραυστα.

Ας σταθούμε για λίγο στο ύστατο ποίημα, ο τελευταίος σταθμός ενός συνειρμικού κειμένου. Εδώ, κάνουμε το γύρω και επιστρέφει ο παλαιός ο ποιητής, μεταλλαγμένος αλλά αναγνωρίσιμος, για να μας δώσει ένα Μαγιακοβσκικό τέλος, παραινετικό, ένα εμβατήριο που σίγουρα θα εγείρει τους καθεύδοντες:

«Να ξαναγεννηθούμε απ’ το χώμα

Να προσπεράσουμε τις μοιραίες συναντήσεις

Να διαλύσουμε ψεύτικες ευχές και διλήμματα

Nα εκμυστηρευτούμε τα μυστικά μας

Ν’ αρχίσουμε τις μεγάλες ανατροπές

Να αποτινάξουμε το ταραγμένο φόντο των ημερών».


Να ξαναγεννηθούμε λοιπόν από το χώμα, σαν τον υάκινθο,

Να δώσουμε τον αγώνα μας, να γίνουμε νέοι άνθρωποι, με τον τελευταίο στίχο του ποιήματος να συντροφεύει τον Μαγιακόβσκυ που είπε: «Να σπάσουμε τον νεφρίτη του παρελθόντος» εκείνου που ο ποιητής Τρωαδίτης, θρηνεί.

Αυτό λοιπόν είναι το καθήκον μας; Ο αναγνώστης δικαίως δύναται να τρέφει κάποιους ενδοιασμούς. Αλλού, στο ποίημα: «Το τίμημα είναι πολυσχιδές», θα γράψει:


«Η αντίσταση πρόδωσε

τον εαυτό της

η απομίμησή της

εξακολουθεί να κάνει τα ίδια λάθη.»

Κοιτάμε λοξά τον ποιητή, ή δεν τον κοιτάμε; Η δική του λοιπόν, είναι μία ποίηση που αν και δεν έχασε τίποτε από το πάθος των πρώιμών του χρόνων, ξέρει πια να διεισδύει. Η λοξή του ματιά, όπως θα πει στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής, εντοπίζει:

«…αρώματα φυτών

που ξεστρατίζουν

ρωγμές σε φόντο καταχνιάς

μέσα τους κουρνιάζουν

ερπετά

πτηνά

όνειρα

αχτίδες σεληνόφωτος»…

Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα ερπετά αλλάζουν το δέρμα, αλλά όχι την ιδιότητά τους, τα πτηνά ίπτανται, υπερβαίνοντας τα χθόνια, όπως και τα όνειρα τα οποία δεν έχουν ύπαρξη εκτός της συνείδησης του καθενός, ενώ οι αχτίδες σεληνόφωτος, ούτε καν της σελήνης είναι, αντικατοπτρίζοντας έναν διαφωτισμό που προέρχεται από αλλού. Αυτά όμως αποτελούν τα συστατικά στοιχεία της ελευθερίας.

Στις «Λοξές Ματιές» λοιπόν, ο ποιητικός λόγος του Δημήτρη Τρωαδίτη, αρθρώνεται με πολυσχιδή τρόπο – αυτοαναιρείται, υπαινίσσεται, αντιτίθεται στις εύκολες ερμηνείες και τελικά, κατασπαράζει τον ίδιον τον εαυτόν του.

*Από εδώ: https://neoskosmos.com/el/218651/lokses-maties-mia-nea-poiitiki-syllogi-tou-dimitri-troaditi/

“Ηλεκτρογραφία” του Ζ.Δ.Αϊναλή

Η ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή είναι μια ηλεκτρική εκκένωση που αιωρείται πάνω από τον νυχτερινό ουρανό και φωτίζει για μια στιγμή το αποτύπωμα που άφησαν τα πράγματα και τα γεγονότα στο πέρασμά τους στο χρόνο.

Ο χρόνος κάμπτεται, αποκτά χρώμα, σχήμα, μπορείς να τον λυγίσεις όπως τον συνδετήρα, για να παραβιάσεις μυστικά φυλαγμένα σε κλειδωμένα σεντούκια, μπορείς να τον ανακρίνεις για να μάθεις τα μυστικά του. Ο χρόνος έχει σχήμα/ μπορείς να τον πιάσεις/ να τον λυγίσεις/ συνδετήρας/ να τον ισιώσεις να προσπαθήσεις να ξεκλειδώσεις/ σπίτια ξένα σεντούκια/ ημερολόγια εφηβικά κοριτσιών/ αδημονούσες τα μυστικά τους/… έχει σχήμα/ πότε πυραμίδα πότε παγόδα κάποτε ζιγκουράτ/ πρέπει να τον συλλάβεις/ να ξεράσει τα μυστικά του/…

…πώς πότε ποιος/ ο χρόνος είπε/ ειν’ ο καλύτερος γιατρός/ έχει σχήμα/ νυστέρι βυθίζει άπληστα/ σ΄ όλες τις σάρκες/ αίμα και άλλο αίμα και άλλο αίμα…

Ο ποιητής περιγράφει, μέσα από θραύσματα στιγμών, ένα παρόν χαλκευμένο που μέσα του η ύπαρξη εξεγείρεται και ασφυκτιά με όσα συμβαίνουν στον κόσμο· τη διαχρονικότητα του πολέμου, την ωμή βία, την κρίση των ανθρώπινων αξιών, τα συρματοπλέγματα μεταξύ των ανθρώπων. Μέσα από το προσωπικό του βίωμα, περιγράφει την υπαρξιακή αγωνία τού ανθρώπου μπροστά στη μοναξιά και το θάνατο, αλλά και ένα άλλο είδος φθοράς που πηγάζει από την πραγματικότητα, ένα είδος απόσυρσης από τα μεγάλα όνειρα. Την αίσθηση μιας αδράνειας που προκύπτει από την αδυναμία του ανθρώπου να επηρεάσει τη ζωή του μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα που παραλύει την πρωτοβουλία και μουδιάζει τη σκέψη. Ό,τι είναι αληθινό και έχει αξία για τον άνθρωπο μοιάζει να έχει αντικατασταθεί με κάτι ψεύτικο που δίνει την ψευδαίσθηση της ευδαιμονίας.

Σαν κλείσω τα μάτια/ δαιμονισμένα χοροπηδούν κβάντα/ σαν τ’ ανοίξεις/ το κεφάλι μου σ’ ενυδρείο/ περικεφαλαία σκαφάνδρου/ χρυσόψαρα μ’ απορία/ βόσκουν στις ρίζες του/ ψεύτικα φαγιά που τους πετούν οι αφέντες/ γελούν και δείχνουν/ με τα ψόφια τους δάχτυλα/ γυάλινα κι άδεια/ τα νεκρά μου μάτια/ πισ’ απ’ τα ψάρια/ σκοτάδι.

Ο χρόνος λιμνάζει, η επιθυμία και η λαχτάρα για ό,τι αξίζει και δίνει αξία στον άνθρωπο διαχέεται στην ποίηση του Αϊναλή. Ο πόνος της στέρησης από μια ζωή αληθινή αιωρείται σαν ομίχλη πάνω από τις λέξεις, μάταια προσπαθεί να εξηγηθεί από τους νόμους της φυσικής και της χημείας.

Ο θείος έρωτας, εκείνος που τόσο έχουν υμνήσει οι υπερρεαλιστές, η κινητήριος δύναμη για να αλλάξει τον κόσμο, δεν υπάρχει πια, έχει καταντήσει προϊόν συναλλαγής.

Μια γυναικεία μορφή επιπλέει εγκλωβισμένη σε μια γυάλα και μοιάζει να είναι σε κατάσταση προχωρημένης μετάλλαξης, …φύκια φυτρώνουν ανάμεσα στα πόδια της, λικνιζόμενα στο ρυθμό των ρευμάτων, ένα σκυλόψαρο είναι κρεμασμένο με τα δόντια από τα χείλη της, ολόγυρα ψεύτικα βράχια, φυτά. Από πάνω της αργά βυθίζονται αμέτρητ’ αγκίστρια τορπιλισμένα. Όλοι ζητούν από ένα κομμάτι της…

Ο χρόνος γίνεται ένα ατέρμονο παρόν, μέσα του επιπλέουν θραύσματα αναμνήσεων, ερείπια άλλων εποχών. Η πνευματική κληρονομιά του ανθρώπου ψυχορραγεί μέσα στο μετανεωτερικό τοπίο.

Τα ποιήματα γίνονται ηλεκτρογραφίες της κατάστασης του ανθρώπου στη σημερινή εποχή. Ρίχνουν για μια φασματική στιγμή τον προβολέα τους στο κλειστοφοβικό δωμάτιο, όπου η αγωνία του ανθρώπου μεγεθύνεται από το σκοτάδι της νύχτας: Ξένα τα πιο δικά μας στο σκοτάδι./ Η πράσινη πολυθρόνα με τ’ άσπρα μπράτσα μεταμορφώνεται σε ηλεκτρική καρέκλα/ ο καλόγερος με τα σπασμένα άκρα δήμιος και τοποθετεί ηλεκτρικά καλώδια στο κρανίο σου/….

Στα κατεστραμμένα τοπία μιας βομβαρδισμένης πόλης, που θυμίζει τόσο σε περιγραφή την Γκουέρνικα του Πικάσο … δεν τολμάς να κοιτάξεις σε τρομάζουν τα κομμένα πόδια που/ εξέχουν άνθη σε μακάβριο ανθοδοχείο/ σταχτοδοχείο η πολιτεία απέραντο κατεσπαρμένο με πτώματα/ βίαια σβησμένα διαμελισμένα κεφάλια αλόγων ταύρων μινωταύρων/ –ο μίτος της Αριάδνης απ’ την αρχή μια απάτη,/ ―ποτέ δεν τον πίστεψες―/ μια κίτρινη άρρωστη βροχή ξεπλένει τώρα το αίμα.

H ποίησή του, αν και γραμμένη σε πρώτο ενικό, είναι πολυφωνική, δεν είναι πάντα ο ποιητής που μιλάει… Συχνά ακούς να παίρνει το λόγο η φωνή ενός αγάλματος, που στην ουσία είναι αλληγορία για τον άνθρωπο που αισθάνεται άδειος και ανήμπορος να επέμβει και να επηρεάσει τις καταστάσεις.

…Πού θα σταματήσει σκέφτομαι ετούτος ο θάνατος/ ετούτος ο τρόμος/ τι άλλο απομένει να κάνεις/ άμα ο νεκρός τίποτα πια δεν κοστίζει/ στις διεθνείς χρηματαγορές/ λένε/ έπεσε στα δέκα λεπτά το κεφάλι/ κι εγώ κάθομαι με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια/ άχρηστο άπρακτος/…

Στο ποίημα «Εγκαλούμενοι», η πορεία των ανθρώπων στην έρημο λειτουργεί όχι μόνο σαν αλληγορία για τον σημερινό άνθρωπο που βιώνει την καθημερινότητά του σαν μια συνεχή έρημο, αλλά και σαν περιγραφή των δεινών των προσφύγων που φεύγουν από τις εμπόλεμες περιοχές της πατρίδας τους και περιπλανώνται, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Θυμίζει συνειρμικά την περιπλάνηση των Ισραηλιτών στην έρημο του Σινά.

Το ποίημα «Επικήδειος» αναφέρεται στην άδικη εκτέλεση, εν ψυχρώ από την αστυνομία των Η.Π.Α. ενός νεαρού άνδρα που απλώς πήγαινε στη δουλειά του και βρέθηκε σε λάθος σημείο τη λάθος ώρα, ήταν ο Jean Charles de Menezes. Ο ποιητής σκιαγραφεί το ψυχολογικό προφίλ του εκτελεστή, που παρουσιάζει σαν τη μοντέρνα εκδοχή του δημίου μιας άλλης εποχής, θέλοντας να δείξει ότι έχει ακόμα τη θέση του στα πλαίσια ενός κράτους που δηλώνει δημοκρατικό και ευνομούμενο. …Φρίκη είναι η πεταλούδα που πληγώνει/ το μικρό διάστημα/ στο κενό της αστραπής/ ξεθωριασμένη δαγκεροτυπία/ δαγκώνει τα χείλη να μην ουρλιάξει/ στον τοίχο καρφωμένο καρφώνει/ το μάτι με πελώριες πρόκες / ο βασανιστής/ χτυπά το σφυρί δίχως αισθήματα/ παίρνοντας τον ρόλο του κάπως πολύ στα σοβαρά/ το αίμα το χυμένο/ τι να το κάνω/ βούτηξε μέσα τους σπασμένους εγκεφάλους/…

Στο σύνολό της, η ποίηση του Ζ. Δ. Αίναλή έχει ένα συνεχές déjà vu, μια διαρκή ανάμειξη του παρόντος με την ιστορία. Αυτό διαφαίνεται και από την ποιητική του γλώσσα, η οποία εντάσσει με άνεση και δεξιοτεχνία τα αρχαία ελληνικά στη γλώσσα της καθημερινότητας. Αντανακλά τη διάθεση και την ικανότητα του ποιητή να συνδιαλέγεται με την ιστορία και να αντλεί από εκεί συνειρμούς και εικόνες που αντικατοπτρίζουν και κάποτε ερμηνεύουν το σήμερα. Ο ποιητής ψάχνει στο παρελθόν να βρει απαντήσεις για τα δεινά του παρόντος και κάθε φορά σκοντάφτει πάνω στη διαχρονική δίψα του ανθρώπου για χρήμα και εξουσία. Στην ποίησή του οι χρόνοι συγχέονται για να αναμοχλεύσουν το παρελθόν που κρύβεται πίσω από τα καθημερινά συμβάντα. Άλλοτε πάλι, αποδομεί τους μύθους. Όπως στο ποίημα «Εν Βηθλεέμ»… Εδώ οι τρεις μάγοι μετατρέπονται στους εκπροσώπους των ιερατείων που προέβλεψαν τη δυναμική της νέας θρησκείας και μετέτρεψαν το δίδαγμα της αγάπης σε σύμβολο για την επιβολή της κυριαρχίας τους ανά τον κόσμο.

Η εξαγορά στάθηκε άμεσως/ τα χρυσία πάντως όσο να’ ναι στραφτάλιζαν/ κάπως παράταιρα πεταμένα έτσι/ στην κοπριά…
«Κούσκο, Περού, 1572 μ.Χ. ή Η Μελαγχολία της Αντίστασης», είναι ο τίτλος του ποιήματος που έγραψε ο ποιητής για να τιμήσει το θάνατο ενός φίλου, θεωρώντας τον σημάδι τέλους μιας εποχής. Η ημερομηνία σηματοδοτεί το τέλος του πολιτισμού των Ίνκας, από τους Ισπανούς κατακτητές, όταν τους απαγόρευσαν το δικαίωμα να ασκούν τη δική τους θρησκεία και γκρέμισαν τους ναούς τους, κτίζοντας στη θέση τους εκκλησίες.

Ο ποιητής αμφισβητεί τους νόμους της συμβατικής φυσικής, όπως διδάσκεται στις μαθητικές αίθουσες και παλεύει να βρει τη δύναμη αντιστάσεως μιας λυχνίας καμένης. …σπρώχνω το φως/ από πόλο σε πόλο/ μετρώντας τις μικρές κίτρινες δυνατότητες/ άπειρες/ κι όχι κατά πως παπαγάλιζαν καθηγητές ελέφαντες/ σ’αίθουσες μαθητικές διδασκαλίας ειδεχθείς/…

Στην ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή το παρελθόν επηρεάζεται από το παρόν που αλλάζει τις ιστορίες των μύθων. Οι ήρωες τους έρχονται στις ακτές του παρόντος για να πεθάνουν. Όπως ο Οδυσσέας που τον βρίσκουμε μετά από μάταιους αγώνες και την προδοσία των συντρόφων του φυλακισμένο σε κάποια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων/… να κοιτάζει τα αυτοκίνητα/ κόκκινα κίτρινα φώτα περαστικά/ απ΄το παράθυρο/ κρύπτη/ σκοτεινή εσοχή/ πεθαμένα πορτρέτα στη σειρά/ πανάρχαια περικλεών τεκόντων βλοσυρά/… έξω/ ο δρόμος/ κειτόταν ακίνητος/ σκοτωμένος/.

Ο μονόλογος του Τηλέμαχου στο αντίστοιχο ποίημα, δείχνει ότι απέτυχε στην προσπάθειά του να βρει συμμάχους για να βοηθήσει τον Οδυσσέα να επανέλθει στην εξουσία. …Τις παλάμες μου κόψανε λάφυρα στον άλλο πόλεμο/ λαθροκυνηγοί/ ό,τι περίσσεψε το χώρεσαν σε σκουριασμένους χαλκάδες/ γι’ αυτό και τώρα βλέπεις να κρατώ με τα δόντια το καλαμάρι με τη γλώσσα να βάφω/ τη σελίδα κατάστικτη/ σταγόνες το αίμα μου…

Ο μονόλογος της Πηνελόπης φανερώνει ότι ο Οδυσσέας ποτέ δεν επέστρεψε στην Ιθάκη.
Το πρόσωπο του ανθρώπου έτσι που το κατάντησαν γέμισε ρήγματα/ έτσι βρεμένος/ τα μετράς στον καθρέφτη/ υπόμνηση ματαιωμένων υποσχέσεων ευτυχίας/…

Ο ποιητής ταυτίζεται με τον Τηλέμαχο του αρχαίου μύθου, εκείνον που ταξίδεψε προς αναζήτηση συμμάχων για να επαναφέρει τη συμβολική τάξη και τη δικαιοσύνη στην Ιθάκη και να δώσει τέλος στη νύχτα των μνηστήρων.

Ο ποιητής αποδεικνύει όντως ότι ο χρόνος είναι νυστέρι, που βυθίζεται άπληστα σε όλες τις σάρκες προκαλώντας αίμα και άλλο αίμα…, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο ποίημα του, «Ο χρόνος». Ωστόσο ο χρόνος δεν παύει να είναι και ο καλύτερος γιατρός γιατί καθαρίζει την πληγή ώστε να μπορέσει να επουλωθεί, έστω κι αν αφήσει σημάδια.Το ίδιο κάνει και η γραφή του ποιητή, η οποία βυθίζει βαθιά το νυστέρι της και ανατέμνει το χρόνο, για να βρει τις αιτίες της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων. Παρόλα αυτά η γραφή του δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συντείνει στην επαναμάγευση του κόσμου, στην επιθυμία για αναζήτηση της αληθινής ζωής και αυθεντικών συναισθημάτων, στην αναζωπύρωση της ελπίδας για δικαιοσύνη στο κόσμο, γιατί όπως γράφει ο ποιητής στο ποίημα του «Εγκαλούμενοι», νιώθουμε …πρώτη φορά να βαραίνει στους ώμους μας έτσι αβάστακτα η ευθύνη…
Κατερίνα Τσιτσεκλή 

In terra Pontica

Κι όμως δεν πέθανα
εκτοπίστηκα στο βάθος της πιο μικρής σχισμής
στον πιο απρόσμενο από τους τοίχους του σπιτιού μου
από κει στέλνω στη Ρώμη επιστολές γεμάτες παράπονα
τους Καίσαρες κωλογλείφοντας
τις νύχτες κρυφά
διασχίζοντας χίλιους κινδύνους
η μάνα μου
μουσκεμένη σύγκορμη στον Αχέροντα
μου’ φερνε
ένα χέρι χαρακωμένο απ΄τα συρματοπλέγματα
τα τσιγάρα πακέτα
μολονότι δεν κάπνισα ποτές μου
εγώ
τι να κάνω
τα’παιρνα από συμπόνια
για όλη αυτή την άχρηστη αυτοθυσία
το πρωί τα μοίραζα στους πελεκάνους
σε κείνα τα μεγάλα σα σπηλιές στόματά τους
απόθεσα όλα μου τα υπάρχοντα
τα μεταφέρουν μυστικά
πετώντας άσκοπα
πάνω από ανύπαρκτες θάλασσες
και ήλιους καμένους
όσο για τον υπόλοιπο χρόνο
αποκλεισμένος στο νησί μου
προσμένοντας τη θριαμβευτική τους επάνοδο
σκοτώνω την ώρα μου
εκτοξεύοντας
με συνετήν διαχείρισιν κι οικονομία
κόκκους άμμου
στο περιβάλλον
συρματόπλεγμα
για δυνητικές ελέγχοντας
μελλοντικά
ηλεκτροπληξίες.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λογου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2019/06/blog-post_12.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29