Ε. Μύρων, Απνευστί

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχουμε αναφερθεί ξανά σε αυτοεκδόσεις, που είναι διαμαντάκια, καθώς πιστεύουμε ότι δεν είναι ο εκδοτικός οίκος, που δίνει αξία σε ένα βιβλίο, αλλά το περιεχόμενό του. Τελευταία βρίσκουμε αρκετά λιτά βιβλία, που κυκλοφορούν από τους ίδιους τους συγγραφείς και προωθούνται χωρίς την αρωγή κάποιου εκδοτικού.

Μια μορφή αυτοέκδοσης είναι και η οκτασέλιδη ποιητική συλλογή, που μας πρόσφερε ο Ε. Μύρων με τον τίτλο: «Απνευστί». Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι παρά την ολιγοσέλιδη έκταση, τα ποιήματα είναι αρκετά, καθώς το βιβλίο είναι σε μεγάλο σχήμα και η κάθε σελίδα περιέχει κάμποσα ποιήματα. Μοιάζει σα να έχουν γραφτεί απνευστί, αλλά δεν είναι έτσι γιατί για να γραφτούν τέτοια ποιήματα χρειάζεται σκληρή δουλειά. Τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και διαπνέονται από εσωτερικό ρυθμό. Υπάρχει μια τέλεια οικονομία των στίχων χωρίς τίποτα το περιττό.

Ο Ε. Μύρων γράφει σύγχρονα ποιήματα κυρίως κοινωνικού και υπαρξιακού προσανατολισμού. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Εξέγερση», όπου η ανατροπή αφήνεται στα χέρια των παιδιών. Το παραθέτουμε ολόκληρο: «Κάθε πρωί / ακόμα λίγη μέρα / χαράζεται στο δέρμα. / Ας ελπίζουμε σε μια ανατροπή – / να φτιάξουν τα παιδιά / μια βόμβα από παραμύθι / που θ’ αφανίσεις τις ηλικίες.»

Πολλοί άνθρωποι σήμερα έχουν γίνει προσαρμόσιμοι. Ο ποιητής τους χαρακτηρίζει: «επίκαιρα οχήματα / της μάζας, του σωρού.», ενώ τους ανθρώπους, που δεν έχουν μέσα τους την ποίηση θα τους προτρέψει να μην ενοχλούν τους στίχους. Η τεχνολογία έχει αποξενώσει τον σύγχρονο άνθρωπο. Τα ρούτερ και τα καλώδια, που παρομοιάζονται με φίδια φέρνουν «μέρες κατηφείς συρρικνωμένες / στους κροτάφους.»

Θα θέλαμε επίσης να σταθούμε σε ένα ακόμα ποίημα της συλλογής, που το θεωρούμε χαρακτηριστικό και το παραθέτουμε εδώ: «Ευγένεια: Το «ευχαριστώ» ακούστηκε / μαζί με το συρτάρι / της ταμειακής. / Λες και το ένα κατάπιε τ’ άλλο…»

Συμπερασματικά, με την ποιητική του συλλογή «Απνευστί» ο Ε. Μύρων μας εισαγάγει στην ποίησή του, δίνοντάς μας ώριμα δείγματα της τέχνης του.

Λειόδερμα δελφίνια – Τραγούδια των ιθαγενών της Αυστραλίας

Αυτά τα ποιήματα είναι “…από τα πιο παλιά που μπορεί να βρει κανείς σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα”, σημειώνει ο Λευτέρης Σκαρτσής στο βιβλίο του Αυστραλέζικα τραγούδια που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη (1989). Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, που έχει μελετήσει παραδοσιακή ποίηση απ’ όλες τις γωνιές της γης, παρατηρεί ότι οι ιθαγενείς παίρνουν ως αφορμή τους θέματα καθημερινά και απλά αντικείμενα που προέρχονται από ένα περιβάλλον εντελώς ιδιαίτερο, όπου κυριαρχεί η ζέστη των τροπικών, η αίσθηση του ωκεανού που κατακλύζει τη φύση και μια μεταφυσική διάσταση της πραγματικότητας, η οποία μπορεί να περιγραφεί ως “ονειροκαιρός”. Ακολουθούν μερικά δείγματα και πρώτα ένα που μιλά για τ’ αστέρια, τα οποία φαίνονται να έχουν έμβια υπόσταση:

Αστέρια του ανατολικού ανέμου,

εκεί που η κασουερίνα έχει σπάσει απ’ τον άνεμο,
έρχονται απ το Ντιλγιακούρκμπα,
κωπηλατούν κατά πάνω στον ουρανό,
αστέρια του κλαν Γουαρίντιλγιάκβα…
Αστέρια που λάμπουν δυνατά
προχωράνε γρήγορα κατά πάνω στον ουρανό…
εκεί είναι τώρα εκεί πέρα
τ’ αστέρια ήρθαν να ξεκουραστούν

Τα αστέρια έχουν κάνει τον άνεμο και λάμπει
εκεί πέρα ο άνεμος έχει σταματήσει
να τα έρχονται πιο κοντά
εκεί πέρα ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τα ποιήματα των πρωτόγονων κατοίκων της Αυστραλίας έχουν φρεσκάδα κι αφήνουν μια εντύπωση παρθενική, σαν να αντικρίζουν για πρώτη φορά τον κόσμο γύρω τους. “Βρισκόμαστε εδώ σ’ έναν κόσμο φρέσκο και οικείο, δικό μας, μ’ όλο που τον έχουμε σαν ξεχασμένο”, συνεχίζει ο Λευτέρης Σκαρτσής. Ένα απ’ αυτά μιλά για τη νύχτα :

Η νύχτα ζυγώνει…
απλώνεται παντού…
Μας σβήνει καθώς έρχεται…
μας σκεπάζει σαν κουβέρτα…
Το Ανγκιόνγκβα νυχτώνεται πέρα.

Όπως σημειώνει ο μεταφραστής κι επιμελητής του βιβλίου, “η ποίηση αυτού του είδους ίσως πρέπει να γίνει πρωταρχική πηγή γλωσσικής σπουδής και ποιητικής αγωγής, αφού τόσο φυσιολογικά νιώθουμε την φρεσκάδα της να είναι η αφετηρία της φυσικής μας ζωής”. Ο αφηγητής με την περιέργεια μικρού παιδιού αφουγκράζεται την παλίρροια:

Κύματα που έρχεστε ψηλά, κόντρα στους βράχους
σπάζοντας, σι, σι!
Όταν ψηλά είναι το φεγγάρι με το φως του πάνω στα
νερά·
παλίρροια ανοιξιάτικη, παλίρροια που κυλάς μες τα
χορτάρια
σπάζοντας, σι, σι,
μες στ’ άγρια νερά της λούζονται τα νέα κορίτσια.
Άκου το θόρυβο που κάνουν καθώς παίζουν!

Άλλοτε παρατηρεί τις αχιβάδες:

Πού πήγε το κοντάρι μου; Εκεί που οι αχιβάδες σπρώχνουν
την παλίρροια.

Άλλοτε μια ομάδα από σαλάχια που βγαίνουν στην ακτή:

Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο στο Αριντιγκμάντζα.
Έλαμπε δυνατά η άμμος;
Η παλίρροια φούσκωσε ως πέρα βαθιά και μαύρη…
Σαλάχια στο κανάλι μια γραμμή.
Κάνουν δρόμο και προχωράνε.
Μια γραμμή πάνω απ’ τον ύφαλο.
Τώρα γλιστράνε δίπλα δίπλα.

Γύρισαν προς τα πίσω έρποντας στην αμμουδιά:
Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο και γυρίζουν πίσω.

Κι άλλοτε τα δελφίνια που σκίζουν τα νερά:

1. Δελφίνια των νησιών κυνηγάνε το ένα το άλλο.
Απ’ όλα τα νησιά, νγκεγεγίμγκε
Απ’ τους βράχους που οι άνθρωποι χτυπάνε τα στρείδια,
απ’ τους υγρούς βράχους.
Τους μουσκεμένους απ το ράντισμα του ανατολικού ανέμου…
Απ’ τη λαμπερή ξηρά τη ανατολής.

2. Λειόδερμο δελφίνι προχωράει έξω στην ανοιχτή θάλασσα …
Ένα ζευγάρι δελφίνια σκουντάνε το ένα το άλλο.
Κόβουν το ένα το άλλο το δρόμο απ’ το Αλακβουράντζα…
Το ένα κόβει το άλλο λοξά στη μέση καθώς προχωράνε,
εγιέγια.
Έκοψαν το ένα το άλλο καθώς όλο προχωρούσαν…

Η απέραντη θάλασσα που αντίκριζαν κάθε μέρα οι ιθαγενείς της Αυστραλίας έφερνε κάθε φορά στην στεριά κάτι καινούριο:

Από πού είναι αυτές ο καρύδες; Από πού;
Απ’ το Άρνμπαρρνγκίνα, απ’ το Αρμπαρργκίνα.
Χοροπηδώντας πάνω στα κύματα, πλέοντας πάνω στη
θάλασσα,
σκορπισμένες ολόγυρα,
παρασυρόμενες. Πάω στο Μουρούνγκβα που ο άνεμος
φυσάει φρέσκος
και κοντά το Γινμπίγια.
Καρύδες σκόρπιες ολόγυρα. Στη απανεμιά έχουν
σταματήσει.
Πίσω πάλι στη θάλασσα, μετά ξεπλυμένες ως την ακτή.
Πάω στο Μουρούνγκβα και στο Αλιλιγιάνγκα.
Σ’ αυτή την πλευρά οι καρύδες ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τέτοιοι στίχοι προερχόμενοι από τόπους, όπου το καλοκαίρι δεν τελειώνει ποτέ, μεταφέρουν στον αναγνώστη μια διάθεση εντελώς αναζωογονητική. Αυτό είναι το τοπίο που έβλεπαν εκείνοι οι άνθρωποι:

1.Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με παράλληλα χωρίσματα·
Οι κοιλάδες του βουνού προχωρούν με παράλληλες χαρακιές.
Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με κοφτούς γκρεμούς.
Κατά τους πρόποδες κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά ·
Στα κάτω βάθη κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά.
Πυκνές συστάδες βουνίσια χορτάρια κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά…

2. Μια μάζα κόκκινα χαλίκια σκεπάζει τις πεδιάδες,
Μικρά άσπρα αμμορύακα σκεπάζουν τις πεδιάδες.

Γραμμές κόκκινα χαλίκια ραβδώνουν τι πεδιάδες,
Γραμμές άσπροι αμμόλοφοι ραβδώνουν τις πεδιάδες.

Ένα σπηλιομονοπάτι είναι ανοιχτό μπροστά μου,
οδηγώντας ίσα προς τη δύση…

Αυτή είναι η εικόνα των γερακιών του βουνού:

Τα βουνίσια γεράκια κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά,
Από το θόλο τ’ ουρανού κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά.
Βουτάνε κάτω, όλο πιο κάτω ·
με τραχιές κραυγές κάθονται στο χώμα.

Κι αυτή είναι η εικόνα ενός πανέμορφου θαλασσαετού:

Πέταξε προς τα κάτω για ψάρια.
Λικνιστά γλίστρησε.
Παίζοντας, γυρνώντας το στήθος,
ξυρίζοντας τη θάλασσα.
Έρχεται απ’ τα ύψη
πολύ ψηλά.
Κει πέρα στον ύφαλο
αγγίζοντας με το στήθος τη θάλασσα.
Βουτώντας με το στήθος κατά κάτω…
Άσπρα πούπουλα πλέουν σαν καπνός.
Άλλο ένα φευγάτο πούπουλο πέφτει
Χνουδωτά πούπουλα πέφτουν
Στημένο στήθος,
κει πέρα στον ύφαλο,
κοφτά γλίστρησε πέρα.

Απόστολος Σπυράκης

*Από το Στίγμα Λόγου στο σύνδεσμο: https://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/FMfcgxwChJnRdDKLmpBxhrtxRRqQpKDz

«Λοξές Ματιές», μία νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ


H νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη, «Λοξές Ματιές», σηματοδοτεί μια παρέκκλιση από το μέχρι τώρα έργο του.

Όχι θεματικά, διότι συνεχίζει να τρέφει τις ίδιες πολιτικο-κοινωνικές ευαισθησίες όπως και στις προηγούμενες του συλλογές, αλλά σίγουρα, από άποψης προσεγγίσεως και ποιητικής. Εκεί όπου ο ποιητικός λόγος του πρώιμου Τρωαδίτη αντιμετωπίζει άμεσα, κατάμουτρα, κατακούτελα, τα ερείσματά του, ο πλέον ώριμος Τρωαδίτης γίνεται πιο έμμεσος, πιο υπαινικτικός, πιο πολυσήμαντος. Ανασκοπεί τον κόσμο του όχι μόνο με την πρώτη, αλλά και με τη λοξή ματιά, εκείνη της ύστερης όρασης αλλά και του γνωστικού.

Η αλλαγή του ρυθμού, συνειδητή. Ο στρατευμένος στίχος του Τρωαδίτη, παραδοσιακά χειμαρρώδης, μοιάζει με το βηματισμό του πορεύοντος αγωνιστή. Σ’ αυτή την συλλογή, το βήμα επιβραδύνεται, αντιστρέφεται. Ο ποιητής ανατρέπει την έννοια της πορείας, στρέφοντάς την προς τα ένδον. Είναι πολύ εύκολο να αντικατοπτρίζει κανείς αντιδραστικά και μόνο την επιφάνεια. Χρειάζονται όμως τρομερές δυνάμεις αυτοαντίληψης, ενδοσκόπησης και πνευματικής διορατικότητας ώστε να διεισδύσει κανείς στην ουσία των πραγμάτων – να τα αφομοιώσει στην λεκτική του χοάνη και έπειτα να διαχωρίσει τα συστατικά του στοιχεία, για να τα ανασυναρμολογήσει με το δικό του ποιητικό λόγο. Ο προσεγμένος ποιητής Τρωαδίτης, αυτό κάνει.

Κύριο παράδειγμα αυτής της λεπτολογικής γραφής βρίσκεται στο πώς η ένταση κλιμακώνεται στο πρώτο ποίημα της συλλογής, «Εδώ στις Νότιες Εσχατιές» όπου με λίγες ελαφριές κινήσεις της πένας, προσθέτοντας το στοιχείο του κρυφού, του φευγαλέου, του κεντρόφυγου, ανατρέπει τη λεκτική και λογική αρμονία της Αντιποδικής μας ύπαρξης:

«Εδώ στις νότιες

εσχατιές

οι άνεμοι κρυφακούν

τις ανάσες μας

εδώ στις απέραντες

εκτάσεις

του λείου

το καλοκαίρι

παίζει κρυφτούλι

με τα σύννεφα

εδώ στις μονότονες

ιαχές του γκρίζου

η τρέλα μας

ανέρχεται
σε ανώτατο στάδιο».

Η Εσχατιά από τη φύση της δεν αφήνει περιθώριο για περαιτέρω πορεία. Σε μία στάσιμη κοινωνία που αδυνατεί να υπερβεί τον εαυτό της, όλοι κρυφακούν, όλοι παίζουν κρυφτούλι και οι ιαχές αποχρωματίζονται.

Σε μία τέτοια κοινωνία, που για τον κάθε αγωνιστή είναι τόπος εκτοπισμού αλλά και δράσης, όπου «εμείς πασχίζουμε να μονιάσουμε με τις νέες τοπολογίες», όπως υποστηρίζει στο ποίημα: «Το Παρελθόν είναι ένα ύφασμα», η ιστορική μνήμη, δηλαδή το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας με μία κίνηση του ψαλιδιού της Ατρόπου, κόβεται και γίνεται αμετάκλητη. Το άτεγκτο και το δογματικό στη ζωή των ανθρώπων, θρυψαλιάζεται και περνά στην αφάνεια.

Μια παρόμοια λήθη περιγράφεται στο ποίημα: «Αφομοίωση», όπου με πρωτότυπο τρόπο, οι παραιτούμενοι από το αγώνα για κοινωνική χειραφέτηση και δικαιοσύνη, παρομοιάζονται με Έλληνες μετανάστες που αφομοιώνονται και αποδέχονται τις αρχές της άρχουσας τάξης:

«Το τυχαίο γεμίζει

τα κενά των σπιτιών

ο ήλιος έχει παραδοθεί

σαν παλιός μετανάστης

με κλαριά αφομοίωσης

στα χέρια

κι οι κουβέντες ξεραίνονται

πάντα στα χείλη».

Κύριο μέλημα του αγωνιστή Τρωαδίτη είναι να εγείρει από το λήθαργό τους, όλους εκείνους τους αγωνιστές που κάποτε μάχονταν για ένα καλύτερο αύριο και τώρα πλέον εφησυχάζουν, συμβιβασμένοι με τα δεδομένα των καιρών.

Στο τρομερό ποίημα, «Δεν υπάρχει φως στα μάτια», αφιερωμένο στον αγωνιζόμενο λαό της Συρίας, οι συνέπειες αυτού του εφησυχασμού φαντάζουν τρομακτικές και επώδυνες:

«ποιους νεκρούς ν’ αναστήσεις
»και σε ποια ιδέα να μυηθείς

ποια μορφή να τραγουδήσεις

και ποια φωνή να βγάλεις

σε εκτάσεις αλλόφρονες

που το λιοπύρι στέγνωσε

που τα δάκρυα και οι βρύσες

γίνονται ηφαίστεια

που τα νάματα της ζήσης

στοιχειώνονται».

Το στοιχείο του ξένου τόπου (σε εκτάσεις αλλόφρονες) εντείνει την ανησυχία του ποιητή. Δεν υπάρχει πλέον οικείος τόπος όπου θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί όπως θα ήθελε. Δεν είναι πλέον σε θέση να διαλέξει το πεδίο μάχης. Ο προβληματισμός του οδηγεί φαινομενικά σε αδιέξοδο.
Μ’ αυτή την αδιέξοδο ασχολούνται τα δύο τελευταία ποιήματα της συλλογής που περιέχουν εντονότατα, την αγωνία του ποιητή. Στο ποίημα «Υάκινθοι και Μικροί Ήλιοι», ο ποιητής, με αξιοζήλευτη δεξιοτεχνία, δημιουργεί το οξύμωρο ενός υακίνθου που ξεφεύγοντας από την πορεία του, πάει να ψηλώσει σ’ απροσμέτρητους θριάμβους:

«… υάκινθοι και μικροί ήλιοι
υψικάμινοι χρέους

υψώνονται στις ψυχές μας

αλαβάστρινα αγάλματα ευθύνης».

Είναι στ’ αλήθεια η αυταπάτη του, η ιδιαίτερη του οντοπαθολογία που του δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ψηλώσει πέραν του φυσικού, ή εστιάζεται η ειρωνεία στο γεγονός ότι ο υάκινθος είναι εφήμερος και εποχιακός; Ο αγώνας λοιπόν είναι σισύφειος και κυκλικός. Τα συστατικά στοιχεία της ύπαρξης αλλά και της συντριβής του κρύβονται εντός του ζωοφόρου βολβού. Γνωρίζουμε όμως από τη μυθολογία ότι ούτε ο θεός Απόλλων, ο θεός του Ηλίου, αξίζει να σημειωθεί, αδυνατούσε αναστήσει τον Υάκινθο, τον οποίον ο ίδιος απώλεσε. Ποια οι τύχη των μικρών Ηλίων κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του;

Αλαβάστρινα λοιπόν τα αγάλματα της ευθύνης μας. Αστραφτερά, άσπιλα, πετρωμένα αλλά και εύθραυστα.

Ας σταθούμε για λίγο στο ύστατο ποίημα, ο τελευταίος σταθμός ενός συνειρμικού κειμένου. Εδώ, κάνουμε το γύρω και επιστρέφει ο παλαιός ο ποιητής, μεταλλαγμένος αλλά αναγνωρίσιμος, για να μας δώσει ένα Μαγιακοβσκικό τέλος, παραινετικό, ένα εμβατήριο που σίγουρα θα εγείρει τους καθεύδοντες:

«Να ξαναγεννηθούμε απ’ το χώμα

Να προσπεράσουμε τις μοιραίες συναντήσεις

Να διαλύσουμε ψεύτικες ευχές και διλήμματα

Nα εκμυστηρευτούμε τα μυστικά μας

Ν’ αρχίσουμε τις μεγάλες ανατροπές

Να αποτινάξουμε το ταραγμένο φόντο των ημερών».


Να ξαναγεννηθούμε λοιπόν από το χώμα, σαν τον υάκινθο,

Να δώσουμε τον αγώνα μας, να γίνουμε νέοι άνθρωποι, με τον τελευταίο στίχο του ποιήματος να συντροφεύει τον Μαγιακόβσκυ που είπε: «Να σπάσουμε τον νεφρίτη του παρελθόντος» εκείνου που ο ποιητής Τρωαδίτης, θρηνεί.

Αυτό λοιπόν είναι το καθήκον μας; Ο αναγνώστης δικαίως δύναται να τρέφει κάποιους ενδοιασμούς. Αλλού, στο ποίημα: «Το τίμημα είναι πολυσχιδές», θα γράψει:


«Η αντίσταση πρόδωσε

τον εαυτό της

η απομίμησή της

εξακολουθεί να κάνει τα ίδια λάθη.»

Κοιτάμε λοξά τον ποιητή, ή δεν τον κοιτάμε; Η δική του λοιπόν, είναι μία ποίηση που αν και δεν έχασε τίποτε από το πάθος των πρώιμών του χρόνων, ξέρει πια να διεισδύει. Η λοξή του ματιά, όπως θα πει στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής, εντοπίζει:

«…αρώματα φυτών

που ξεστρατίζουν

ρωγμές σε φόντο καταχνιάς

μέσα τους κουρνιάζουν

ερπετά

πτηνά

όνειρα

αχτίδες σεληνόφωτος»…

Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα ερπετά αλλάζουν το δέρμα, αλλά όχι την ιδιότητά τους, τα πτηνά ίπτανται, υπερβαίνοντας τα χθόνια, όπως και τα όνειρα τα οποία δεν έχουν ύπαρξη εκτός της συνείδησης του καθενός, ενώ οι αχτίδες σεληνόφωτος, ούτε καν της σελήνης είναι, αντικατοπτρίζοντας έναν διαφωτισμό που προέρχεται από αλλού. Αυτά όμως αποτελούν τα συστατικά στοιχεία της ελευθερίας.

Στις «Λοξές Ματιές» λοιπόν, ο ποιητικός λόγος του Δημήτρη Τρωαδίτη, αρθρώνεται με πολυσχιδή τρόπο – αυτοαναιρείται, υπαινίσσεται, αντιτίθεται στις εύκολες ερμηνείες και τελικά, κατασπαράζει τον ίδιον τον εαυτόν του.

*Από εδώ: https://neoskosmos.com/el/218651/lokses-maties-mia-nea-poiitiki-syllogi-tou-dimitri-troaditi/

“Ηλεκτρογραφία” του Ζ.Δ.Αϊναλή

Η ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή είναι μια ηλεκτρική εκκένωση που αιωρείται πάνω από τον νυχτερινό ουρανό και φωτίζει για μια στιγμή το αποτύπωμα που άφησαν τα πράγματα και τα γεγονότα στο πέρασμά τους στο χρόνο.

Ο χρόνος κάμπτεται, αποκτά χρώμα, σχήμα, μπορείς να τον λυγίσεις όπως τον συνδετήρα, για να παραβιάσεις μυστικά φυλαγμένα σε κλειδωμένα σεντούκια, μπορείς να τον ανακρίνεις για να μάθεις τα μυστικά του. Ο χρόνος έχει σχήμα/ μπορείς να τον πιάσεις/ να τον λυγίσεις/ συνδετήρας/ να τον ισιώσεις να προσπαθήσεις να ξεκλειδώσεις/ σπίτια ξένα σεντούκια/ ημερολόγια εφηβικά κοριτσιών/ αδημονούσες τα μυστικά τους/… έχει σχήμα/ πότε πυραμίδα πότε παγόδα κάποτε ζιγκουράτ/ πρέπει να τον συλλάβεις/ να ξεράσει τα μυστικά του/…

…πώς πότε ποιος/ ο χρόνος είπε/ ειν’ ο καλύτερος γιατρός/ έχει σχήμα/ νυστέρι βυθίζει άπληστα/ σ΄ όλες τις σάρκες/ αίμα και άλλο αίμα και άλλο αίμα…

Ο ποιητής περιγράφει, μέσα από θραύσματα στιγμών, ένα παρόν χαλκευμένο που μέσα του η ύπαρξη εξεγείρεται και ασφυκτιά με όσα συμβαίνουν στον κόσμο· τη διαχρονικότητα του πολέμου, την ωμή βία, την κρίση των ανθρώπινων αξιών, τα συρματοπλέγματα μεταξύ των ανθρώπων. Μέσα από το προσωπικό του βίωμα, περιγράφει την υπαρξιακή αγωνία τού ανθρώπου μπροστά στη μοναξιά και το θάνατο, αλλά και ένα άλλο είδος φθοράς που πηγάζει από την πραγματικότητα, ένα είδος απόσυρσης από τα μεγάλα όνειρα. Την αίσθηση μιας αδράνειας που προκύπτει από την αδυναμία του ανθρώπου να επηρεάσει τη ζωή του μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα που παραλύει την πρωτοβουλία και μουδιάζει τη σκέψη. Ό,τι είναι αληθινό και έχει αξία για τον άνθρωπο μοιάζει να έχει αντικατασταθεί με κάτι ψεύτικο που δίνει την ψευδαίσθηση της ευδαιμονίας.

Σαν κλείσω τα μάτια/ δαιμονισμένα χοροπηδούν κβάντα/ σαν τ’ ανοίξεις/ το κεφάλι μου σ’ ενυδρείο/ περικεφαλαία σκαφάνδρου/ χρυσόψαρα μ’ απορία/ βόσκουν στις ρίζες του/ ψεύτικα φαγιά που τους πετούν οι αφέντες/ γελούν και δείχνουν/ με τα ψόφια τους δάχτυλα/ γυάλινα κι άδεια/ τα νεκρά μου μάτια/ πισ’ απ’ τα ψάρια/ σκοτάδι.

Ο χρόνος λιμνάζει, η επιθυμία και η λαχτάρα για ό,τι αξίζει και δίνει αξία στον άνθρωπο διαχέεται στην ποίηση του Αϊναλή. Ο πόνος της στέρησης από μια ζωή αληθινή αιωρείται σαν ομίχλη πάνω από τις λέξεις, μάταια προσπαθεί να εξηγηθεί από τους νόμους της φυσικής και της χημείας.

Ο θείος έρωτας, εκείνος που τόσο έχουν υμνήσει οι υπερρεαλιστές, η κινητήριος δύναμη για να αλλάξει τον κόσμο, δεν υπάρχει πια, έχει καταντήσει προϊόν συναλλαγής.

Μια γυναικεία μορφή επιπλέει εγκλωβισμένη σε μια γυάλα και μοιάζει να είναι σε κατάσταση προχωρημένης μετάλλαξης, …φύκια φυτρώνουν ανάμεσα στα πόδια της, λικνιζόμενα στο ρυθμό των ρευμάτων, ένα σκυλόψαρο είναι κρεμασμένο με τα δόντια από τα χείλη της, ολόγυρα ψεύτικα βράχια, φυτά. Από πάνω της αργά βυθίζονται αμέτρητ’ αγκίστρια τορπιλισμένα. Όλοι ζητούν από ένα κομμάτι της…

Ο χρόνος γίνεται ένα ατέρμονο παρόν, μέσα του επιπλέουν θραύσματα αναμνήσεων, ερείπια άλλων εποχών. Η πνευματική κληρονομιά του ανθρώπου ψυχορραγεί μέσα στο μετανεωτερικό τοπίο.

Τα ποιήματα γίνονται ηλεκτρογραφίες της κατάστασης του ανθρώπου στη σημερινή εποχή. Ρίχνουν για μια φασματική στιγμή τον προβολέα τους στο κλειστοφοβικό δωμάτιο, όπου η αγωνία του ανθρώπου μεγεθύνεται από το σκοτάδι της νύχτας: Ξένα τα πιο δικά μας στο σκοτάδι./ Η πράσινη πολυθρόνα με τ’ άσπρα μπράτσα μεταμορφώνεται σε ηλεκτρική καρέκλα/ ο καλόγερος με τα σπασμένα άκρα δήμιος και τοποθετεί ηλεκτρικά καλώδια στο κρανίο σου/….

Στα κατεστραμμένα τοπία μιας βομβαρδισμένης πόλης, που θυμίζει τόσο σε περιγραφή την Γκουέρνικα του Πικάσο … δεν τολμάς να κοιτάξεις σε τρομάζουν τα κομμένα πόδια που/ εξέχουν άνθη σε μακάβριο ανθοδοχείο/ σταχτοδοχείο η πολιτεία απέραντο κατεσπαρμένο με πτώματα/ βίαια σβησμένα διαμελισμένα κεφάλια αλόγων ταύρων μινωταύρων/ –ο μίτος της Αριάδνης απ’ την αρχή μια απάτη,/ ―ποτέ δεν τον πίστεψες―/ μια κίτρινη άρρωστη βροχή ξεπλένει τώρα το αίμα.

H ποίησή του, αν και γραμμένη σε πρώτο ενικό, είναι πολυφωνική, δεν είναι πάντα ο ποιητής που μιλάει… Συχνά ακούς να παίρνει το λόγο η φωνή ενός αγάλματος, που στην ουσία είναι αλληγορία για τον άνθρωπο που αισθάνεται άδειος και ανήμπορος να επέμβει και να επηρεάσει τις καταστάσεις.

…Πού θα σταματήσει σκέφτομαι ετούτος ο θάνατος/ ετούτος ο τρόμος/ τι άλλο απομένει να κάνεις/ άμα ο νεκρός τίποτα πια δεν κοστίζει/ στις διεθνείς χρηματαγορές/ λένε/ έπεσε στα δέκα λεπτά το κεφάλι/ κι εγώ κάθομαι με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια/ άχρηστο άπρακτος/…

Στο ποίημα «Εγκαλούμενοι», η πορεία των ανθρώπων στην έρημο λειτουργεί όχι μόνο σαν αλληγορία για τον σημερινό άνθρωπο που βιώνει την καθημερινότητά του σαν μια συνεχή έρημο, αλλά και σαν περιγραφή των δεινών των προσφύγων που φεύγουν από τις εμπόλεμες περιοχές της πατρίδας τους και περιπλανώνται, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Θυμίζει συνειρμικά την περιπλάνηση των Ισραηλιτών στην έρημο του Σινά.

Το ποίημα «Επικήδειος» αναφέρεται στην άδικη εκτέλεση, εν ψυχρώ από την αστυνομία των Η.Π.Α. ενός νεαρού άνδρα που απλώς πήγαινε στη δουλειά του και βρέθηκε σε λάθος σημείο τη λάθος ώρα, ήταν ο Jean Charles de Menezes. Ο ποιητής σκιαγραφεί το ψυχολογικό προφίλ του εκτελεστή, που παρουσιάζει σαν τη μοντέρνα εκδοχή του δημίου μιας άλλης εποχής, θέλοντας να δείξει ότι έχει ακόμα τη θέση του στα πλαίσια ενός κράτους που δηλώνει δημοκρατικό και ευνομούμενο. …Φρίκη είναι η πεταλούδα που πληγώνει/ το μικρό διάστημα/ στο κενό της αστραπής/ ξεθωριασμένη δαγκεροτυπία/ δαγκώνει τα χείλη να μην ουρλιάξει/ στον τοίχο καρφωμένο καρφώνει/ το μάτι με πελώριες πρόκες / ο βασανιστής/ χτυπά το σφυρί δίχως αισθήματα/ παίρνοντας τον ρόλο του κάπως πολύ στα σοβαρά/ το αίμα το χυμένο/ τι να το κάνω/ βούτηξε μέσα τους σπασμένους εγκεφάλους/…

Στο σύνολό της, η ποίηση του Ζ. Δ. Αίναλή έχει ένα συνεχές déjà vu, μια διαρκή ανάμειξη του παρόντος με την ιστορία. Αυτό διαφαίνεται και από την ποιητική του γλώσσα, η οποία εντάσσει με άνεση και δεξιοτεχνία τα αρχαία ελληνικά στη γλώσσα της καθημερινότητας. Αντανακλά τη διάθεση και την ικανότητα του ποιητή να συνδιαλέγεται με την ιστορία και να αντλεί από εκεί συνειρμούς και εικόνες που αντικατοπτρίζουν και κάποτε ερμηνεύουν το σήμερα. Ο ποιητής ψάχνει στο παρελθόν να βρει απαντήσεις για τα δεινά του παρόντος και κάθε φορά σκοντάφτει πάνω στη διαχρονική δίψα του ανθρώπου για χρήμα και εξουσία. Στην ποίησή του οι χρόνοι συγχέονται για να αναμοχλεύσουν το παρελθόν που κρύβεται πίσω από τα καθημερινά συμβάντα. Άλλοτε πάλι, αποδομεί τους μύθους. Όπως στο ποίημα «Εν Βηθλεέμ»… Εδώ οι τρεις μάγοι μετατρέπονται στους εκπροσώπους των ιερατείων που προέβλεψαν τη δυναμική της νέας θρησκείας και μετέτρεψαν το δίδαγμα της αγάπης σε σύμβολο για την επιβολή της κυριαρχίας τους ανά τον κόσμο.

Η εξαγορά στάθηκε άμεσως/ τα χρυσία πάντως όσο να’ ναι στραφτάλιζαν/ κάπως παράταιρα πεταμένα έτσι/ στην κοπριά…
«Κούσκο, Περού, 1572 μ.Χ. ή Η Μελαγχολία της Αντίστασης», είναι ο τίτλος του ποιήματος που έγραψε ο ποιητής για να τιμήσει το θάνατο ενός φίλου, θεωρώντας τον σημάδι τέλους μιας εποχής. Η ημερομηνία σηματοδοτεί το τέλος του πολιτισμού των Ίνκας, από τους Ισπανούς κατακτητές, όταν τους απαγόρευσαν το δικαίωμα να ασκούν τη δική τους θρησκεία και γκρέμισαν τους ναούς τους, κτίζοντας στη θέση τους εκκλησίες.

Ο ποιητής αμφισβητεί τους νόμους της συμβατικής φυσικής, όπως διδάσκεται στις μαθητικές αίθουσες και παλεύει να βρει τη δύναμη αντιστάσεως μιας λυχνίας καμένης. …σπρώχνω το φως/ από πόλο σε πόλο/ μετρώντας τις μικρές κίτρινες δυνατότητες/ άπειρες/ κι όχι κατά πως παπαγάλιζαν καθηγητές ελέφαντες/ σ’αίθουσες μαθητικές διδασκαλίας ειδεχθείς/…

Στην ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή το παρελθόν επηρεάζεται από το παρόν που αλλάζει τις ιστορίες των μύθων. Οι ήρωες τους έρχονται στις ακτές του παρόντος για να πεθάνουν. Όπως ο Οδυσσέας που τον βρίσκουμε μετά από μάταιους αγώνες και την προδοσία των συντρόφων του φυλακισμένο σε κάποια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων/… να κοιτάζει τα αυτοκίνητα/ κόκκινα κίτρινα φώτα περαστικά/ απ΄το παράθυρο/ κρύπτη/ σκοτεινή εσοχή/ πεθαμένα πορτρέτα στη σειρά/ πανάρχαια περικλεών τεκόντων βλοσυρά/… έξω/ ο δρόμος/ κειτόταν ακίνητος/ σκοτωμένος/.

Ο μονόλογος του Τηλέμαχου στο αντίστοιχο ποίημα, δείχνει ότι απέτυχε στην προσπάθειά του να βρει συμμάχους για να βοηθήσει τον Οδυσσέα να επανέλθει στην εξουσία. …Τις παλάμες μου κόψανε λάφυρα στον άλλο πόλεμο/ λαθροκυνηγοί/ ό,τι περίσσεψε το χώρεσαν σε σκουριασμένους χαλκάδες/ γι’ αυτό και τώρα βλέπεις να κρατώ με τα δόντια το καλαμάρι με τη γλώσσα να βάφω/ τη σελίδα κατάστικτη/ σταγόνες το αίμα μου…

Ο μονόλογος της Πηνελόπης φανερώνει ότι ο Οδυσσέας ποτέ δεν επέστρεψε στην Ιθάκη.
Το πρόσωπο του ανθρώπου έτσι που το κατάντησαν γέμισε ρήγματα/ έτσι βρεμένος/ τα μετράς στον καθρέφτη/ υπόμνηση ματαιωμένων υποσχέσεων ευτυχίας/…

Ο ποιητής ταυτίζεται με τον Τηλέμαχο του αρχαίου μύθου, εκείνον που ταξίδεψε προς αναζήτηση συμμάχων για να επαναφέρει τη συμβολική τάξη και τη δικαιοσύνη στην Ιθάκη και να δώσει τέλος στη νύχτα των μνηστήρων.

Ο ποιητής αποδεικνύει όντως ότι ο χρόνος είναι νυστέρι, που βυθίζεται άπληστα σε όλες τις σάρκες προκαλώντας αίμα και άλλο αίμα…, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο ποίημα του, «Ο χρόνος». Ωστόσο ο χρόνος δεν παύει να είναι και ο καλύτερος γιατρός γιατί καθαρίζει την πληγή ώστε να μπορέσει να επουλωθεί, έστω κι αν αφήσει σημάδια.Το ίδιο κάνει και η γραφή του ποιητή, η οποία βυθίζει βαθιά το νυστέρι της και ανατέμνει το χρόνο, για να βρει τις αιτίες της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων. Παρόλα αυτά η γραφή του δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συντείνει στην επαναμάγευση του κόσμου, στην επιθυμία για αναζήτηση της αληθινής ζωής και αυθεντικών συναισθημάτων, στην αναζωπύρωση της ελπίδας για δικαιοσύνη στο κόσμο, γιατί όπως γράφει ο ποιητής στο ποίημα του «Εγκαλούμενοι», νιώθουμε …πρώτη φορά να βαραίνει στους ώμους μας έτσι αβάστακτα η ευθύνη…
Κατερίνα Τσιτσεκλή 

In terra Pontica

Κι όμως δεν πέθανα
εκτοπίστηκα στο βάθος της πιο μικρής σχισμής
στον πιο απρόσμενο από τους τοίχους του σπιτιού μου
από κει στέλνω στη Ρώμη επιστολές γεμάτες παράπονα
τους Καίσαρες κωλογλείφοντας
τις νύχτες κρυφά
διασχίζοντας χίλιους κινδύνους
η μάνα μου
μουσκεμένη σύγκορμη στον Αχέροντα
μου’ φερνε
ένα χέρι χαρακωμένο απ΄τα συρματοπλέγματα
τα τσιγάρα πακέτα
μολονότι δεν κάπνισα ποτές μου
εγώ
τι να κάνω
τα’παιρνα από συμπόνια
για όλη αυτή την άχρηστη αυτοθυσία
το πρωί τα μοίραζα στους πελεκάνους
σε κείνα τα μεγάλα σα σπηλιές στόματά τους
απόθεσα όλα μου τα υπάρχοντα
τα μεταφέρουν μυστικά
πετώντας άσκοπα
πάνω από ανύπαρκτες θάλασσες
και ήλιους καμένους
όσο για τον υπόλοιπο χρόνο
αποκλεισμένος στο νησί μου
προσμένοντας τη θριαμβευτική τους επάνοδο
σκοτώνω την ώρα μου
εκτοξεύοντας
με συνετήν διαχείρισιν κι οικονομία
κόκκους άμμου
στο περιβάλλον
συρματόπλεγμα
για δυνητικές ελέγχοντας
μελλοντικά
ηλεκτροπληξίες.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λογου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2019/06/blog-post_12.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Περί παροικιακής λογοτεχνίας

Από την έναρξη του Greek Writers Festival στη Μελβούρνη στις 31 Μάη 2019. Από αριστερά, οι Ελληνοαυστραλοί συγγραφείς Maria Katsonis και Dmetri Kakmi, συνομιλούν με τον επικεφαλής του Τομέα Ελληνικών του Πανεπιστημίου Σίδνεϊ, καθηγητή Βρασίδα Καραλή, στη συζήτηση με θέμα «Μεγαλώνοντας ως Έλληνες και ως Αμφισβητίες» (Growing up as Greeks and as Rebels), συζήτηση που άνοιξε τις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ

Κατά τη διάρκεια του πρόσφατου Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών στη Μελβούρνη, ακούστηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις από καταξιωμένους στον ευρύτερο Αυστραλιανό χώρο της γραφής, αγγλόφωνους λογοτέχνες ελληνικής καταγωγής, γύρω από τον ρόλο της παροικίας, ως αρωγού δημιουργίας έργων ή γενικότερα, ως λογοτεχνικού πυρήνα.

Μηδενός εξαιρουμένου, οι αγγλόφωνοι λογοτέχνες που εξέφρασαν γνώμη για το θέμα αυτό, εκτίμησαν αρνητικά την παροικία, δηλώνοντας ότι η παροικία (και εδώ εννοείται το ελληνόφωνο τμήμα της, διότι υπάρχει μία αντίληψη ότι το αγγλόφωνό της τμήμα υπάρχει εκτός αυτής) όσον αφορά τη λογοτεχνία, δεν συνδιαλέγεται με την ευρύτερη κοινωνικο-πολιτική αφήγηση της Αυστραλίας, ότι η ιδιαίτερή της λογοτεχνική προσέγγιση είναι αρκετά περιορισμένη σε θεματολογία, ενδοσκοπική, και ότι βέβαια, ο όρος «ελληνο-αυστραλιανή λογοτεχνία» είναι πεπερασμένος, δεν ανταποκρίνεται στις προκλήσεις των καιρών και στην εξέλιξη των ίδιων των Ελληνοαυστραλών. Ορισμένοι, δε, υποστήριξαν ότι η «παροικία» (χωρίς, όμως, να οριοθετήσουν τη εννοούν με τη λέξη αυτή) αντέδρασε βίαια στο έργο τους, εφόσον ασπάζεται, κατά τη δική τους αντίληψη πάντα, από αντιδραστικά, εθνικιστικά και ρατσιστικά ιδεώδη, ωθώντας τους να απομακρυνθούν τελείως από αυτή.

Από αυτές τις επισημάνσεις, φαίνεται να πηγάζουν δύο διαφορετικές κατηγορίες ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας και λογοτεχνών: Η πρώτη, κατ’ εξοχήν ελληνόφωνη, στην οποία συγκαταλέγονται ως επί το πλείστον οι λογοτέχνες της πρώτης μεταναστευτικής γενιάς και ελάχιστοι της δεύτερης, αρθρώνει έναν λόγο, ο οποίος απευθύνεται στον ελλαδικό χώρο, αλλά και αξιοσημείωτα, στην ίδια την παροικία. Δηλαδή, δημιουργεί και μετέχει σε έναν ιδιαίτερο ενδοπαροικιακό διάλογο, ο οποίος καταπιάνεται με ποικίλα ζητήματα, αλλά, κυρίως, με μία υποτιθέμενη ξεχωριστή κοινή παροικιακή αφήγηση και συνείδηση. Η αφήγηση αυτή βέβαια κατά καιρούς συνδιαλέγεται και με άλλες αφηγήσεις, ταξικές, πολιτικές, ιδεολογικές και θρησκευτικές που δεν περιορίζονται και μόνο στον ελληνοκεντρισμό.

Η δεύτερη κατηγορία, φαίνεται να αποτελείται προπάντων από αγγλόφωνους λογοτέχνες των μεταγενέστερων μεταναστευτικών γενεών, οι οποίοι γράφουν αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις, κάνουν χρήση ελληνικών λέξεων (κυρίως ανορθόγραφες ή σε λατινικούς χαρακτήρες) ώστε να προσδώσουν εθνικό «χρώμα» στη γραφή τους. Συνδιαλέγεται με ένα ευρύ θεματολογικό φάσμα που αντλεί τα ερείσματα και τους προβληματισμούς του ιδίως από τις αφηγήσεις της άρχουσας τάξης και των κοινωνικών ομάδων στο περιθώριο αυτής. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι λογοτέχνες της κατηγορίας αυτής, ακόμη και όταν αναφέρονται σε στοιχεία της «παροικίας» δεν συνδιαλέγονται με την «παροικιακή λογοτεχνία» ούτε μπορεί να ανιχνεύσει κανείς από το έργο τους, γνώση αυτής, λόγω του γλωσσικού χάσματος που εμποδίζει μια τέτοια προσέγγιση.

Όμως στο πρόσφατο Φεστιβάλ, υποστηρίχθηκε από ορισμένους της κατηγορίας αυτής ότι η παροικία και η «παροικιακή λογοτεχνία» (δηλ. στην ελληνόφωνη εκδοχή της) είναι άσχετη ως προς την ευρύτερη Αυστραλιανή αφήγηση και, κατά συνέπεια, απορριπτέα, ενώ οι δικές τους, εναλλακτικές, αγγλόφωνες φωνές, αντιπροσωπεύουν την νέα κοινωνική πραγματικότητα των Ελληνοαυστραλών, τουλάχιστον όσον αφορά την λογοτεχνία.

Αναμφίβολα, το αγγλόφωνο έργο των ελληνικής καταγωγής λογοτεχνών στην Αυστραλία είναι βαρυσήμαντο, ιδιαίτερα εφόσον εγείρει το παράδοξο της δυαδικής υπόστασής μας σε μία πολυπολιτισμική χώρα. Επιλέγοντας να αρθρώσουν τον λόγο τους στη γλώσσα της άρχουσας τάξης και του κατεστημένου, όχι μόνον μετέχουν στους διαλόγους του, αλλά βρίσκονται σε ιδανική θέση να παρέμβουν στον διάλογο αυτό, ώστε να προσθέσουν κάποια στοιχεία του ελληνικού «περιθωρίου» (με τη συνοχή συνήθως και καμιά φορά με επέμβαση της ίδιας άρχουσας τάξης, η οποία έτσι υπογραμμίζει τον ρόλο της ως ελέγχουσα ολόκληρη την αφήγηση), κατά έναν τρόπο που οι ελληνόφωνοι λογοτέχνες αδυνατούν να το πετύχουν, λόγω του ότι περιορίζονται γλωσσικά (δηλ. δεν ελέγχονται) από τον προαναφερθέντα διάλογο ή αφήγηση.

Κατά πόσον, όμως, είναι στ’ αλήθεια «εναλλακτικές» οι φωνές αυτές; Εφόσον συνδιαλέγονται στη γλώσσα του κατεστημένου, οποιαδήποτε αναφορά σε στοιχεία που αφορούν την ελληνικότητα, γίνεται αναγκαίως σύμφωνα με τα συμφραζόμενα της άρχουσας τάξης, ανταποκρινόμενες στις επικοινωνιακές ανάγκες της και αντικατοπτρίζοντας ή αντιδρώντας στις κοσμοαντιλήψεις που κωδικοποιούνται στη γλώσσα της. Έτσι, ο αγγλόφωνος ελληνικής καταγωγής λογοτέχνης, για να καταστεί εμπορεύσιμος, αναγκάζεται να συμμορφωθεί ή να ευθυγραμμιστεί με ορισμένες ιδεολογικές ή κοινωνικές προδιαγραφές που προέρχονται εκτός, αλλά συνάμα εντός του χώρου όπου γαλουχήθηκε.

Θέματα όπως η τραυματική εμπειρία της μετανάστευσης, οι αγώνες για την διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας ή οι ιστορίες με καθαρά ενδοπαροικιακό ενδιαφέρον δεν αφορούν την άρχουσα τάξη και, κατά συνέπεια, δεν γράφονται διότι δεν θα δημοσιευτούν. Αυτό που «πουλάει» είναι σενάρια «σύγκρουσης» παραδόσεων, γλωσσών και εθίμων, όπου κατά γενικό κανόνα, ο λογοτέχνης καλείται να παρουσιάσει τον ελληνικό πολιτισμό (ο οποίος αντιλαμβάνεται κατά γενικό κανόνα αποκλειστικά ως η αγροτική παράδοση των δεκαετιών του ‘50 και του ‘60 από το κατεστημένο) ως υποδεέστερο της άρχουσας τάξης, ως τροχοπέδη στην επιθυμητή πλήρη ενσωμάτωση στην ευρύτερη μετα-εθνοτική κοινωνία, και τελικά ως ηττημένο.

Υποσυνείδητα ή ακόμη και με επιβολή από εξωτερικούς παράγοντες, αγγλόφωνοι ελληνικής καταγωγής λογοτέχνες ωθούνται να εκφράσουν την υπόστασή τους με τοκενιστικούς ή στερεότυπους τρόπους. Καθ’ ομολογία της πολυτάλαντης Μαρίας Κατσώνη, για παράδειγμα, πιέστηκε από τον εκδότη της να αλλάξει τον τίτλο του βιβλίου της, που αρχικά ήταν «Ζωή σε μας», σε «Good Little Greek Girl» υφιστάμενη όλες τις εννοιολογικές συνέπειες που ακολουθούν μια τέτοια επιλογή.

Οπωσδήποτε, η σύγκρουση ταυτοτήτων και αφηγήσεων αποτελούν χαρακτηριστικό της οντοπαθολογίας όλων μας. Όμως, αν είναι φυσικό και αναγκαίο να ανταποκρινόμαστε και να συνδιαλεγόμαστε διακειμενικά και διαπολιτισμικά με όλες τις εθνοτικές, ταξικές, ΛΟΑΤΚΙ και γλωσσικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο, αυτό δεν σημαίνει ότι αδυνατούμε να το επιτύχουμε διαμέσου της ελληνικής γλώσσας, ούτε ότι συνάμα δεν θα πρέπει να σεβαστούμε και να προωθήσουμε την ύπαρξη ενός ενδοπαροικιακού διαλόγου, δηλαδή, να παραδεχθούμε ότι υπάρχει μία εξίσου σημαντική αφήγηση, που ενώ έχει ερείσματα που υπερσκελίζουν γεωγραφικούς ορίζοντες, πηγάζει από εμάς και απευθύνεται (κυρίως) μόνο σε εμάς.

Και αυτό όχι μόνο ώστε να αποφευχθούν ανακρίβειες όπως αυτές που ειπώθηκαν από ορισμένους συμμετέχοντες στο αξιόλογο και ιστορικής σημασίας Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών (ότι, για παράδειγμα, οι Έλληνες της Αυστραλίας γράφουν με ρατσιστικό τρόπο για τους ιθαγενείς, αντικατοπτρίζοντας τις αξίες της άρχουσας τάξης, αγνοώντας τους αγώνες της προοδευτικής μερίδας της παροικίας και του έντυπου αυτού για κοινωνική χειραφέτηση, το λογοτεχνικό έργο του Θύμιου Χαραλαμπόπουλου ή τις κοινωνικές μελέτες του Γιώργου Βασιλακόπουλου και της Τούλας Νικολακοπούλου), αλλά ώστε να επισημανθεί ότι χωρίς την ύπαρξη της παροικίας, η οποιαδήποτε αξίωση σε «ελληνική», έστω σε «ελληνόχρωμη» λογοτεχνία, ώστε να περιγράψει την παρουσία μας ως εθνοτική ομάδα στην Αυστραλία, σε οποιαδήποτε γλώσσα, δεν γίνεται εφικτή.

Η παροικία, όπως την αντιλαμβάνεται κανείς, αποτελεί συνάμα τόπο αφετηρίας και επιστροφής για μια ενδελεχή λογοτεχνική συναναστροφή με το περιθώριο και με το κέντρο, με μια διαδικασία αντίστασης κατά του κατεστημένου σε έναν χώρο και σε μία γλώσσα που δεν μπορεί να ελεγχθεί πλήρως από την άρχουσα τάξη, καθώς με όλες τις πτυχές της αντιποδικής μας υπόστασης. Μία φωνή που αξιώνει να ασχοληθεί με την ελληνοαυστραλιανή ιδιότητα, δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι υπάρχει μία αξιοσέβαστη εσωτερική αφήγηση, που συνυπάρχει με τις πολλαπλές άλλες αφηγήσεις και αντικατοπτρίζει ζητήματα και ερεθίσματα, που αφορούν τις δικές μας ιδιαιτερότητες.

Η ιστορική αμνησία που φαίνεται ότι διακατέχει το σύνολο της παροικίας μας, εκδηλώνεται στο ότι έχουμε ως σημείο αρχέγονης αναφοράς μόνο την άφιξή μας εδώ. Τα βιώματα των Ελλήνων που προϋπήρχαν στον ίδιο χώρο δεν έχουν περάσει στη κοινή μας συνείδηση, τόσο μάλλον τα έργα των λογοτεχνών τους. Εντοπίζουμε ένα φαινόμενο παραγωγής λογοτεχνίας που δεν διαβάζεται. Ίσως, λοιπόν, η λωτοφαγική στάση ορισμένων αγγλόφωνων λογοτεχνών ελληνικής καταγωγής να αντικατοπτρίζει εντέλει μια παραδοσιακή αγωγή.

Όμως, ο κίνδυνος που διατρέχουμε όταν οι «εναλλακτικές» φωνές του περιθωρίου αξιώνουν να θεωρηθούν οι πλέον αντιπροσωπευτικές, είναι ότι προμηνύουν το ξεχαρβάλωμα μιας παροικίας που έως τώρα στηρίζεται και διατηρεί τη συνοχή της, πάνω σε μια κοινή συνείδηση, είτε καταγωγής είτε βιωμάτων είτε παραδοχής μύθων. Αν δεν βρούμε τρόπο να πλαισιώσουμε αυτές τις φωνές, να τις συμφιλιώσουμε ή, τουλάχιστον, να τις γνωρίσουμε στο ευρύτερο ενδοπαροικιακό λογοτεχνικό διάλογο, αυτός ο αυθεντικός πυρήνας ελληνικής λογοτεχνίας (και είναι αυθεντικός εφόσον οι αναζητήσεις των ελληνόφωνων λογοτεχνών είναι επικοινωνιακοί και πνευματικοί παρά επαγγελματικοί) μέλλει να χαθεί και να αντικατασταθεί από φωνές που δεν πείθουν ότι έχουν τη δυνατότητα να αναλύσουν, να αξιολογήσουν ή να αφομοιώσουν τον πυρήνα που τους έθρεψε.

Στη συζήτηση που έγινε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών, γύρω από το αν υπάρχει Ελληνοαυστραλιανός λογοτεχνικός κανόνας, ο Δρ Χρήστος Φίφης επικαλέστηκε την αίσθηση της κοινής ελληνικής συνείδησης της διαβίωσής μας στην Αυστραλία ως κριτήριο για την εντόπιση έργων (οποιονδήποτε γλωσσών) που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε έναν τέτοιο κανόνα. Με αυτόν το γνώμονα, ίσως καιρός είναι να αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίον προωθούνται τα έργα των παροικιακών μας λογοτεχνών στην ελληνόφωνη εκπαίδευση των ομογενών, και ευρύτερα ώστε να δημιουργηθεί η απαιτούμενη κοινή συνείδηση η οποία θα εξασφαλίσει το μέλλον.

Τοιουτοτρόπως, ίσως θα δοθεί η ευκαιρία στους αυριανούς λογοτέχνες, αν όχι να εκτιμήσουν, ή να ενστερνιστούν τα έργα αυτά, τουλάχιστον να γνωρίζουν ότι αποτελούν τμήμα της πνευματικής τους ταυτότητας, ώστε να μπορέσουν με αυθεντικότητα και ευαισθησία, να αντιπαραβάλλουν τα στοιχεία αυτά με τις τόσες άλλες πολιτιστικές τους ταυτότητες.

Ανδριάνα Μπιρμπίλη, Κόκκινος ορίζοντας, Εκδόσεις «Αρισταρέτη»

Όταν μελετάμε το έργο ενός ποιητή, ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσουμε την εξέλιξή του, είναι να συγκρίνουμε τις ποιητικές του συλλογές. Να δούμε αν υπάρχουν ποιοτικές διαφορές ανάμεσα σε μια προηγούμενη και μια επόμενη ποιητική συλλογή, καθώς, στο χώρο της ποίησης υπάρχουν ποιητές, που είτε ωρίμαζαν και εξελίσσονταν από συλλογή σε συλλογή, είτε έμεναν στάσιμοι.

Είχαμε, λοιπόν την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή της Ανδριάνας Μπιρμπίλη «Κόκκινος ορίζοντας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρισταρέτη» και έχοντας υπόψη μας και την προηγούμενη ποιητική συλλογή της «Το βιβλίο με το περιτύλιγμα», επίσης από τις ίδιες εκδόσεις – διαπιστώσαμε ότι η ποιήτρια βελτιώνεται και ωριμάζει, τελειοποιεί τα εκφραστικά της μέσα και συντομεύει κάπως τη έκταση των ποιημάτων της, ενώ τα νοήματα παραμένουν ολοκληρωμένα. Η Ανδριάνα Μπιρμπίλη ακολουθεί την νέα ρεαλιστική τάση, που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται στις μέρες μας, δίνοντάς μας πολύ δυνατά παραδείγματα.

Η ποιητική συλλογή της Ανδριάνας Μπιρμπίλη «Κόκκινος ορίζοντας» είναι γραμμένη κυρίως σε παραδοσιακό στίχο. Οι στίχοι της είναι σωστά μετρημένοι και ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι πολλά από τα ποιήματά της έχουν ήδη μελοποιηθεί από συνθέτες του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Η ρίμα, που χρησιμοποιεί η ποιήτρια είναι χαλαρή, όπως συνηθίζεται από τους νεότερους ποιητές.

Μεγάλο μέρος της ποιητικής συλλογής της Ανδριάνας Μπιρμπίλη καταλαμβάνει κοινωνικά ποιήματα. Η ποιήτρια αναφέρεται στον άστεγο της πλατείας, που πεθαίνει χωρίς να τον κλάψει κανείς, τη μοναξιά που νιώθει ο σύγχρονος άνθρωπος: «Τόση ερημιά! Σε έναν κόσμο γεμάτο με ζωή!», για τα αλλιώτικα παιδιά, που είδαν από μικρά το σκληρό πρόσωπο της ζωής, για τους ανθρώπους, που λένε «σιγανά λογάκια» και καταντούν ρομπότ, χωρίς λογική, που είναι φτιαγμένα μόνο για να εκτελούν ότι τους λένε.

Όμως, η ποιήτρια δεν μένει σε μια απλή καταγραφή της σύγχρονης σκληρής πραγματικότητας. Σε πολλά ποιήματά της αναφέρεται στους κοινωνικούς αγώνες, που γίνονται και θα γίνονται για τη διεκδίκηση ενός καλύτερου κόσμου απαλλαγμένου από την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο. Το σφυρί και το δρεπάνι, που αναφέρονται στο ποίημα «Κόκκινος ορίζοντας» έχουν αποτελέσει διαχρονικά σύμβολα του αγώνα της εργατικής τάξης για μια πιο δίκαια κοινωνία.

Όπως αναφέραμε και πιο πάνω τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής της Ανδριάνας Μπιρμπίλη είναι κοινωνικά, όμως σε αρκετά ποιήματα υπάρχει και το ερωτικό στοιχείο. Από τα ερωτικά ποιήματα ξεχωρίσαμε το «θαλασσινό όνειρο», που τελειώνει με τους στίχους: «Τώρα που τα ταξίδια τελείωσαν, / ήθελα να σου πω, πως σε ευχαριστώ, / που με έμαθες, να ταξιδεύω βαθιά μέσα στο όνειρο.»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Ανδριάνας Μπιρμπίλη «Κόκκινος ορίζοντας» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, που αξίζει την προσοχή του αναγνώστη.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

“Της μοναξιάς καλή συνέχεια” του Ντέμη Κωνσταντινίδη

Γνωστός από παλιά ο Ντέμης Κωνσταντινίδης, χάρηκα που τον είδα να εκδίδει μέσω εκδοτικού οίκου και δη του Φαρφουλά. Η ποίησή του δεν έχει αλλάξει πολύ μέσα στα χρόνια, διακρίνεται για το ίδιο μείγμα τρυφερότητας, σαρκασμού και προφορικού λόγου που τη χαρακτήριζε και παλιότερα, καθώς και για την απαράλλακτη σχεδόν αναλογία ρίμας και ελεύθερου στίχου. Η τελευταία πιστεύω ότι κρίνει τη διάθεσή του να δοκιμαστεί και στους δύο τρόπους – μια δοκιμασία που στέφεται με επιτυχία στις περισσότερες των περιπτώσεων και κάνει την επιστροφή στη ρίμα έναν όμορφο περίπατο του αναγνώστη.

Θεματικά, ο Κωνσταντινίδης εστιάζει συνήθως στη στιγμή: αυτή μπαίνει στο μικροσκόπιό του και αυτήν αναλύει. Τα ποιήματά του έχουν καθοριστική κατάληξη, μια κατάληξη δηλαδή που κρίνει το συνολικό ειδικό τους βάρος, καθώς και σταθερή δομή. Όπως είπα, η γλώσσα του είναι απλή και ανεπιτήδευτη και σε μεγάλο βαθμό προφορική (υποκρύπτει αυτό άραγε μια ριζωμένη πεποίθηση ότι η ποίηση κρύβεται στην καθημερινότητα;). Η σαρκαστική του διάθεση αλλού είναι ελαφρύτερη (στο ποίημα “Το ψωμί και το μαχαίρι” για παράδειγμα κάνει ένα ηθικό/κοινωνικό σχόλιο με αφορμή ένα σαλάμι!) και αλλού εντονότερη (π.χ. στο ποίημα “Μη κερδοσκοπικό”), ενώ ορισμένα ποιήματα, όπως το “Ηρωικό”, αποτελούν αιχμές:

Εμπρός μικρέ
για και πες το ποίημά σου θαρρετά
για την Ελλάδα
που δεν πέθανε ποτέ!
Για τις αλύτρωτες πατρίδες
και το μαρμαρωμένο βασιλιά…

Εμπρός μικρέ
ίσια την πλάτη
στόμφο στη φωνή!
Μην παραλείπεις την αναπνοή…
Κάπου μες στο κοινό
σε καμαρώνει ο άνεργος μπαμπάς σου.

Καινοτομία της συγκεκριμένης συλλογής, αλλά και γενικότερη, αποτελεί η συνάρθρωση χαϊκού (στο κλασικό μέτρο 5-7-5), τα οποία θα μπορούσαν να σταθούν αυτόνομα, σε ένα ολοκληρωμένο ποίημα. Υπάρχουν κάμποσα τέτοια παραδείγματα, ξεχώρισα το “Χαϊκού του σκοταδιού”:
Μου το είχες πει
κάποτε θα ερχόταν
νύχτα στην πλώρη.

Μου το είχες πει,
κανείς δε θα φαινόταν
απ’ το πλήρωμα.

Μου το είχες πει
μέσα μου θ’ απλωνόταν
κάποτε. Τώρα.

Δεν λείπει και η νοσταλγική διάθεση, όπως στο ποίημα “Ζαβολιά”: (…Είχες ένα κολιέ/ ψεύτικα μαργαριτάρια./ Θυμάμαι που σκόρπισαν/ και τα μάζευα. […] Βρήκα ένα προχθές/ στο συρτάρι σου./ Και θάμπωνε/ όλο θάμπωνε το βλέμμα) ή η ευαισθησία για τα κοινωνικά θέματα (π.χ. ποίημα “Τρίτη ηλικία”), την οποία είδαμε και νωρίτερα στο “Ηρωικό”. Η ματαιότητα των πραγμάτων υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως, όπως στο ποίημα “Θυσιαστικό”:
Κάπου στο κέντρο εχθές
πίσω από ένα τσούρμο παιδιά
κατάκοπη και ιδρωμένη
πήρε το μάτι μου την Αθηνά.

Τη σημαιοφόρο μας
-που σε όλα αρίστευσε!-
φιλοσοφο. Αποφοιτήσασα
εκ του Αριστοτελείου.

Δεν λείπει επίσης και ο προβληματισμός για τον ρόλο του ποιητή (“Ο ποιητής αντίθετο του νικητής” ή “Ποιητές μπαμπάκια/ ποτισμένα αλκόολη,/ στο σάπιο δόντι/ του συστήματος…”).

Με άξονα τη μοναξιά, ο Ντέμης Κωνσταντινίδης προσφέρει αξιοσημείωτη ποίηση που αποζημιώνει τον αναγνώστη.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Οι Άγιες μαμάδες

Στον Γιώργο Πρίμπα

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο ταμείο
με το μπαστουνάκι τους,
λίγα ψιλά και
παιδικές φωτογραφίες.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποια ουρά
με την υπομονή τους,
ανάγλυφες τις γαλάζιες
φλέβες στο χεράκι τους.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο τρίστρατο
με τη μορφή τους
τη σεβάσμια κι αυστηρή,
όταν σε μάλωναν.

Οι Άγιες μαμάδες
υποστυλώματα
έργων ανολοκλήρωτων,
που έμειναν να βρέχονται
καταμεσής της ερημιάς.

*Από το Στίγμα Λόγου εδώ: http://bit.ly/2Z9ZpyJ