ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ, Μπαγιάτικα και άλλα ποιήματα, εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, σελ. 107

Η ποιητική του Βασίλη Αλεξίου, ακροβατώντας διαρκώς ανάμεσα στα μοντερνικά της πρότυπα και στην έντονη αίσθηση μιας παράδοσης, η οποία άλλοτε νοσταλγεί την καταγωγή της και άλλοτε νιώθει ένα είδος ασφυκτικού εναγκαλισμού μέσα στους ορίζοντες που η παράδοση αυτή έχει εξακολουθητικά διανοίξει, διαθέτει την προνομία της αισθησιακής αμεσότητας, η οποία εντέλει εκτρέπει τους μοντερνικούς της τροπισμούς σε σχήματα και εναισθήσεις δημιουργικής επανανάγνωσης των ποιητικών τόπων από τους οποίους αναδύεται.

Η αισθησιακή αμεσότητα των ποιητικών τρόπων του Αλεξίου ορίζει τη διάσταση του αισθητικού προσανατολισμού της ως διάσταση ενός σχεδίου ζωής και μιας φροντίδας εαυτού, ταυτίζοντας έτσι, μέσω της αμεσότητας, την αισθητική των ποιήσεών του με εκείνο που άμεσα είναι αυτό που είναι ο ποιητής τους. Εδώ άλλωστε βρίσκεται, κατά την αντίληψή μου, η πρωτοτυπία, αλλά συγχρόνως και η συμβολή της, στα μοντερνικά ίχνη τα οποία συσσωρεύονται μέσα στις ποιητικές βιώσεις τις οποίες ιστορεί, χωρίς να εξιστορεί, ο Αλεξίου.

Μπορεί οι οδοδείκτες των ποιήσεων του Αλεξίου να είναι απεικάσματα της ποιητικής παρακαταθήκης όμορων ποιητών, και κυριότατα του Μάρκου Μέσκου, του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου και του Τάσου Πορφύρη, όμως οι ποιητικοί του βηματισμοί τον ωθούν πέραν αυτών, στις ατραπούς και στους λαβυρίνθους της ανασυναρμολόγησης των απεικασμάτων, κατά τρόπον ώστε αυτό που τελικά συνθέτει την ποιητική του να είναι η δημιουργική ανασύνταξη των ιχνών, μια άλλη οδός προς την αισθησιακή αμεσότητα του Αναγνώστη-Δημιουργού, ο οποίος ακούει το μη ακουστό που εμπεριέχεται στα ίχνη τα οποία ακολουθεί, όπως ακριβώς ένας ιχνηλάτης που συγχέει τα ίχνη και παίρνει διαφορετικούς δρόμους, αλλά ταυτοχρόνως εγγύτατα προς τα ποιητικά του θηράματα:

Εσείς που ακούτε δεν ακούτε. / Γερμένοι προς τα μέσα σας πηγάδια / τρυγάτε νήπιες φωνές της μνήμης. / Λέξεις που θέλατε να πείτε / και τις πνίξατε, / το λάλον ύδωρ της φωνής σας / που το στέγνωσαν / τα ψέματα του κόσμου / κι οι συμβάσεις / και της ανάγκης ο ζυγός / ο μισθοφόρος […] Μα εγώ,/ σας τα ανασταίνω!

Πολλές φορές ένας ιδιάζων ιμαζισμός αναδύεται μέσα από τα ποιητικά κείμενα του Αλεξίου: όχι ως δόγμα ποιητικής σύνθεσης, όπως ο κλασικός ιμαζισμός εδραιώθηκε μέσα στον μοντερνισμό, αλλά ως υποφώσκων ιμαζισμός ο οποίος ενδυναμώνει την εικονοποιία εκ των έσω, ακυρώνοντας τον συμβολισμό της ποιητικής εικόνας και επιτρέποντας στο παιχνίδι των εικόνων να συγκροτεί την ποιητική έκφραση και να μετατρέπεται σε όργανο της αισθησιακής αμεσότητας του ποιήματος:

Το καλοκαίρι γλιστράει / μέσα απ’ τα δάκτυλα/ σαν την άμμο / ελεημονώντας / τα στερνά λείψανα / της νοσταλγίας και της σμιξοσύνης. / Στην άκρη των ματιών σου / ο χειμώνας / μεταμφιεσμένος / σε δάκρυ / περιμένει…

Όμως, μια αιφνίδια νοσταλγία της παράδοσης που επιστρέφει στην καταγωγή της προσπαθεί να ανατρέψει τη μοντερνικότητα της ποιητικής μέσα από την ίδια τη μοντερνική ποιητική, να την ανατρέψει χωρίς να την ακυρώσει, αλλά αντίθετα να αφήσει στους μοντερνικούς τρόπους το αχνάρι της για να μην λησμονηθεί και να εξακολουθήσει να διαποτίζει τον μοντερνισμό με τον καιρό της παράδοσης και την παράδοση με τον καιρό του μοντερνισμού. Εδώ ο Αλεξίου φαίνεται σαν να «εξίσταται», σαν να εισχωρεί σε έναν Lebenswelt ο οποίος τον μεταφέρει από μια στιγμή της ποίησης σε άλλη ποιητική στιγμή, όχι για να γεφυρώσει τις στιγμές, αλλά αντίθετα για να τις απελευθερώσει, έτσι ώστε να γειτνιάζουν μέσα στο ίδιο ποιητικό περιβάλλον, μέσα στο περιβάλλον στο οποίο ο ποιητής επιχειρεί «μια περιφραστική σπουδή» (T. S. Eliot) με την ίδια αγωνία τότε και τώρα:

Στου Πλατυστόμου τα βουνά σύννεφα κουβεντιάζουν / μιλάν για ίσκιους μακρινούς που χάνονται το βράδυ / για της αυγής το κρύσταλλο, για της νυχτιάς το χάδι, / για των ανθρώπων τους καημούς, για των παιδιών το κλάμα.

Είναι πιθανόν η αισθησιακή αμεσότητα των ποιήσεων του Αλεξίου κάποιες φορές να σκοντάφτει, ή να συμπαρασύρει τα συσσωρευμένα ίχνη της σε μιαν έκθεση κατά παράθεση, σε ένα τοπίο κάπως άξενο γι’ αυτές, ή σε μια γλώσσα που δεν την μίλησαν, επειδή ήξεραν να μην την μιλούν, οι οδοδεικτικές τροχιές του. Ωστόσο, έστω κι έτσι, η εντιμότητα της ποιητικής του παραμένει το ασφαλές καταφύγιο των δυσκολιών της.

Στέφανος Ροζάνης

*Από εδώ: https://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2023/01/h.html?fbclid=IwAR1m8i_UFwt6oCMADDdnPc6bVNj1lALxugm_ZYUTE880suMvLj3YZVSp_Oo#more

There Is Also This Civil War Inside of Me: A Conversation with Zisis Ainalis

by Adam J. Goldwyn

Zisis D. Ainalis was born in Athens in 1982. A poet, translator, and essayist, his work has been translated into English, French, Italian, and Portuguese. He lives and works in Mytilini (Lesbos), where he is a member of the editorial group that publishes the literary magazine North-Northeast. He has published seven books of poetry: Electrography (2006), Fragments (2008), Michalis Tatsis—Holding up the Stake with the Hands (2011), Sheba’s Silence (2011), Mythology (2013), Desert Tales (2017), and Desert Monody (2019).

Adam Goldwyn: In some ways, Desert Monody, your 2019 verse collection, seems to be a continuation of your poetic trajectory. Like Sheba’s Silence, which uses the story of Solomon as a symbol for discussing other more modern problems, this volume also reaches back to the Bible, particularly the exile from Eden and the stories of early Christian desert ascetics. But it also marks a big shift—less political, less overtly concerned with modernity than, for instance, Electrography, and, of course, also in prose. What was the genesis of this volume, and how do you see it fit with what you’ve done before?

My poetry is—it has always been—about my time, or, better, it is the reflection of a consciousness of my time.

Zisis Ainalis: The genesis of Desert Monody lies in a decisive fact of my life: the birth of my first daughter, and it treats in a more or less hidden manner but one theme—paternity. The alterations in one’s consciousness that the birth of a child brings forward, the individual and collective meaning of paternity, and the difficult psychological proceedings that follow—these are the subjects that I wanted to treat. I think that this is a topic somehow neglected in modern literature.

From this point of view, I dare say that this volume is radically different from my previous works precisely because of its subject, hitherto unknown in my poetry. However, poetically there is a link connecting all my works between them. I like to think of my volumes of poetry as a kind of autobiography in process. But my poetry is not about me, if that makes any sense. My poetry is—it has always been—about my time, or, better, it is the reflection of a consciousness of my time. Thus, the political dimension of my work. Generally speaking, more and more, I head toward a rehabilitation of the meaning.

Goldwyn: Let’s talk about the political dimension of your work. In one of the poems that will accompany this interview, you speak of “this civil war inside of me.” How do you see your politics in your poetry, and do you see yourself in the tradition of Greek political poets like Yiannis Ritsos, the left-wing Resistance fighter during World War II, or George Seferis, who was such a vocal opponent of the junta? What is the role of poetry in politics?

Ainalis: This is a rather complex question that I can’t possibly answer here. However, I believe that, in a sense, all art is political, in an Aristotelian meaning of the word (and I remember here Arendt’s exquisite remarks on polis and society). As far as I am concerned, I have a strong propensity for history. History and literature are inextricably connected in my mind. I think that the political element in my poetry comes either from the presence of history in my work or the way that I treat the present through the spectacles of the past. Take Cavafy, for example. His poems aren’t overtly political. On a first reading they seem to be mainly historical. However, his use of history is what gives his poems a political dimension. But I don’t want to be misunderstood: I am not talking here about some kind of nostalgia of the past. I am talking more about a way of attempting to comprehend the present through the experiences—literary as well—of humanity’s past. And as long as there is a public realm in humanity’s institutionalised life, this will always be a political procedure.

Nevertheless, the role of poetry in modern-day politics is nonexistent, in the sense that poetry, of course, doesn’t affect—despite the ludicrous political ambitions of some poets—the political agenda. However, that doesn’t mean that poetry shouldn’t have or doesn’t have a political perspective, usually wider than the day-to-day politics. As a reader, I like this kind of political reflection, which we can find in much of the literature of the nineteenth and twentieth centuries. Can you possibly think of more intriguing political texts than the epilogue of Tolstoy’s War and Peace or Dostoyevsky’s Demons? Thoreau’s Journals contain a great amount of political reflection. Kafka, T. S. Eliot, and Camus are essentially political authors. You see, I am not talking necessarily about politically engaged authors. Still, I am heavily influenced by the political literature of the Greek postwar generation. The works of Alexandrou, Tsirkas, Hatzis, Alexandropoulos, Katsaros, Anagnostakis, Livaditis, and Leontaris accompanied me throughout my adult life.

Goldwyn: In small font at the end of Desert Monody, you write that the volume was composed in Patras, Paris, and Chios. Reading in between the lines here, what is missing is Athens, the centre of Greek literature and politics. Can we see any general trends in Greek poetry between islanders, expatriates, and Athenians? And can you, having been each of them at different parts of your life, speak to how these locations influence your poetry?

Ainalis: I have always been a stranger no matter where I was living. I was born and raised in Athens, but I haven’t lived there since 2000. Athens is always a part of myself and a part of my poetry as well, in a sense. As is Paris. Two great metropolises of modern Europe. However, this feeling of strangeness, of not belonging somewhere, is following me wherever I’ve lived. I have been living all my adult life as an expatriate, regardless of whether I was living somewhere in Greece or not. But this is probably a personal feeling or even the malaise of modern human beings: the “uprootedness,” as Simone Weil put it some three generations ago.

To answer the question, I don’t feel that there are some general trends in Greek poetry between islanders, expatriates, and Athenians. I think that globalization absorbs a great deal of the local differences. The Greek poets of my age, people in their forties, could have been active all over Greece—or abroad. And they are. You can find poetic circles in many Greek cities: Thessaloniki, Drama, Larissa, Patras, etc., as well as poets living permanently abroad. The strictly speaking “local tradition” seems to influence modern Greek poets less than, let’s say, modern English poetry. This is also why whenever modern Greek poetry is translated into English (or into any other language, for that matter), it reaches comparatively easily—in contrast with the Greek poetry of past generations—an international audience.

So, the locations in the end of the volume have a more or less symbolic value. They are the landmarks of a trajectory, if you will. At the same time, they underline this feeling of not belonging somewhere. And, as I have lived in Mytilini (Lesbos) for the last five years, and before that in Chios, they are also, partly, a kind of ideological declaration: the fact that I consciously and deliberately decided to renounce life in big cities, like Paris, in favour of life in a small town, away from the centre to the borderline of Europe.

I consciously and deliberately decided to renounce life in big cities, like Paris, in favour of life in a small town, away from the centre to the borderline of Europe.

Goldwyn: You say that modern Greek poetry moves internationally with greater ease now than in generations past; that may be great for an international audience, but is something uniquely Greek lost in that? There is a price to translation and globalisation, which is the erasure or alteration—perhaps some would even call it the deformation—of the local. In thinking about it now, that is as much a political question as a poetic one.

Ainalis: Whether we like it or not, we live in a globalised world—at least for the time being (because this may change sooner than we think). And our problems or concerns are global as well. Me, for instance, I feel that I can easily communicate with the literature of Japan or China. This would be inconceivable for a Greek author two generations ago. Certainly, there is a price to pay in globalisation. Many local traditions, mentalities, ways of living all over the world have been trampled down violently during the last thirty years. Crucial social or communal knowledge is lost forever. Social and communal memory is being eradicated systematically, and this has been going on for decades now. And the heavy price that our generation will pay, indeed, will be the price of lost social or communal practices and knowledge, the loss of social memory. Soon enough we will be called to live in a lobotomised, constant present with absolutely no connection to the past (not even the events of our own past), with absolutely no openings to the future.

But, regarding literature, the question is somewhat different, because literature is a living organism with its own kind of memory and its own consciousness. The Latin word literatura originates etymologically from litera (the letter of the alphabet). And as long as there are some people out there capable of reading, they will always have access to the realm of literature, where nothing ever really dies. Of course, “oral literature” (what a contradiction in terms indeed!) is an altogether different question. But old literary works, written works, continue to live in the cognisance of younger authors. And thus, to answer to your question with an invocation taken from George R. R. Martins’s Song of Ice and Fire: “What is dead may never die, but rises again harder and stronger.”

Literature is a living organism with its own kind of memory and its own consciousness.

Goldwyn: If, as you note, “uprootedness” is a modern malaise, is a “rooting” or a “rerooting” possible? And, since it’s a poetry interview, is there a difference in the poetry of rootedness and the poetry of uprootedness?

Ainalis: As I said, when I talk about the past I am not talking about it out of nostalgia. No, I don’t think that a “rooting” or a “rerooting” is possible. One can’t “root” oneself if one doesn’t already have roots. Certainly, one can attempt it for the generations to come, but one can’t do it for oneself, mainly because this should be a collective and not an individualistic procedure. So, in my mind, the greatest modern poetry is a poetry of “uprootedness” in the sense that modern poetry is precisely the result of the poets’ vain attempt to fill the void of “not-belonging.”

Goldwyn: Speaking of loss and roots, I want to talk about Europe: France and Greece. You’ve lived in both, of course, and there has been a long tradition of francophilia in Greek letters. You yourself have translated much French poetry into Greek, particularly the prose poems of Baudelaire. Desert Monody represents your third effort at prose poetry (if I’m not mistaken), so could you tell us a little about what you got from translating Baudelaire, what prose poetry can do that poetry in verse can’t, and why you chose prose poetry for this volume?

Ainalis: I have often said that I strongly believe in the concept of “translatability” that Walter Benjamin develops in “The Task of the Translator.” In a sense, the role and the responsibility of a translator lies essentially in the understanding of the writer’s/poet’s era and, consequently, in the understanding of the writer’s or poet’s psyche. So every time that we translate someone else’s poetry and we understand—or we think that we understand—the essence of their poetry, the essence of this poet’s work, this alien essence becomes part of us, we carry it henceforth with us toward a new consciousness. But was this alien essence really alien in the first place, or had we already the psychological and sentimental predisposition to interpellate it?

I mean that already the choice to translate a certain poet states something (of course, I don’t speak here about translations made for a mere livelihood). Since my first poetry book, Electrography (2006), I was looking for various ways to incorporate narrative and dialogue (or monologue) in my poetry. I respect the historicity of literary genres and forms, but I prefer to see literature as a whole. I wanted—I still want—to combine the structural characteristics of the three great literary genres (poetry, narrative, drama) in a cohesive whole. Prose poetry is a great means of attempting exactly that.

April 2020

“There is also this civil war inside of me”

by Zisis Ainalis

for Christos Martinis

There is also this civil war inside of me
From which there is no retreat
From Mourgkana to Kassidiares a straight march
I signed off and surrendered my weapons
Fascists machine-gunned me on the barricades
Who gives a fuck about Leadership?
Ah, but there is a collaborator I’m hiding in my guts
Who will iron him out?
Who will soothe the child?
Who will drown the grief?

I am a sick bird
crawling
My wings are broken
Who stays awake by my bedside?
Who is washing my wounds?
Who stands a vertical crack in the wailing of memory?
And who shoos the birds
In the cold and scares them off?

There is also this civil war inside of me
Which constantly divides me.
Among the dark crossings and the mountain passes
My soul stands in the high places
(Alone in the cold
Beneath the dense pine forests
Swollen rivers)
Crawling like a snail piercing the darkness

In the motionless night,
Dragging its foot,
The horror, destitute, journeys on,
Devouring flesh.

Previously unpublished
Translated by Adam J. Goldwyn

Untitled

by Zisis Ainalis

Sometimes you stop in the white expanse. The hills are dusted with the sands of time and the moon is broken. Ruined desire stretches toward the horizon, the sad remains of a vanquished army, corpses countless worms jackals dogs—Hermanubis and St. Christopher howling beneath the ring of a bitten full moon that branches ominously toward the firmament. And then your magic stops time and cuts it with a vertical stroke. An oasis—maybe an optical illusion, you can’t tell—appears from nowhere. Lofty trees pure water green grass birds hidden secrets. On its lips millenarian words, and it hungrily breathes an old God. I turn around to see you. Desire is born again, the heavens open and the vision reigns. Man up and wait. I take hold of your hand and walk forward.

Opening poem from Desert Monody
Translated by Adam J. Goldwyn

*Adam J. Goldwyn is an associate professor of English at North Dakota State University. His most recent books include the biography Rae Dalven: The Life of a Greek-Jewish American (2022) and Homer, Humanism, Holocaust: Jewish Responses to the Crisis of Enlightenment During World War 2 (2022).

**Σχετικός σύνδεσμος: https://www.worldliteraturetoday.org/2020/summer/there-also-civil-war-inside-me-conversation-zisis-ainalis-adam-j-goldwyn

***Στη φωτογραφία, πορτραίτο του Ζήση Δ. Αϊναλή, από τον Αλέξανδρο Καραβά. Μολύβι, 2018.

Μια ποιήτρια που γράφει για τις ψυχικές διαταραχές – «Γράφω για να μην πονάω -για να γνωρίσει ο άλλος τον διπλανό του»

της Γεωργίας Κριεμπάρδη*

Τη λένε Γωγώ Λιανού και είναι ποιήτρια, ετών μόλις 28. Βέβαια εκείνη, για την ηλικία της, λέει «τα κατάφερα κι έφτασα 28». Κι έχει δίκιο. Τα κατάφερε.

Έμαθα για εκείνη τυχαία, όπως συμβαίνει με όλες τις όμορφες συναντήσεις της ζωής μας. Γράφει ποιήματα. Μιλάει για την κοινωνία μας, μια κοινωνία που δεν της αρέσει. Μιλάει για τους ανεκπλήρωτους έρωτες και τις ψυχικές διαταραχές. Μιλάει και για όμορφα πράγματα -για τη μαμά της. Και σίγουρα κάπου ανάμεσα στις γραμμές των ποιημάτων της θα βρεις ένα δικό σου κομμάτι. «Ξεκίνησα γενικά να γράφω όταν ήμουν 14-15 χρονών, βαριόμουν στο σχολείο κι έγραφα ιστορίες. ερωτικές κατά βάση. Μετά πήραν τη μορφή ποιήματος και το περιεχόμενο έγινε κοινωνικό. Εκείνα μέσα, σε γραμμές τετραδίων έκλεινα τις κοινωνικές ανησυχίες μου». Το πρώτο της βιβλίο το έβγαλε στα 19 της χρόνια, κι όμως οι γύρω της της έλεγαν πως γράφει σα να είναι 50 χρονών. «Έβλεπαν ένα κορίτσι με τατουάζ και κόκκινα καρέ μαλλιά κι έλεγαν “τώρα αυτή τι ποιήτρια είναι;”. Στερεότυπα…». Αυτό ήθελε να κάνει στη ζωή της. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη ηχοληψία και μουσική τεχνολογία. Σπούδασε συντηρήτρια έργων τέχνης. Άλλο ήταν όμως το μεράκι της.

Την γνώρισα μέσα απ’ όσα γράφει για τις ψυχικές διαταραχές. Γράφει για να νιώθει καλά. Γράφει για να ξέρει ο κόσμος. Να μάθει να ακούει τον διπλανό του και να τον αγαπάει με τα σημάδια του. Δεν είναι ταμπού οι ψυχικές διαταραχές. «Διάγνωση: οριακή διαταραχή προσωπικότητας, χρόνια κατάθλιψη, γενικευμένη αγχώδη διαταραχή. Κρίσεις πανικού. Κλάμα. Απώλεια βάρους. Δε μ’ αρέσει η κοινωνία, με στεναχωρεί όπως είναι. Απόπειρες. Λίγο πριν τα 15 μου, άρχισα να αυτοτραυματίζομαι. Γυρνούσα από το σχολείο, το φροντιστήριο, έκλεινα την πόρτα του δωματίου, έκλαιγα κι αυτοτραυματιζόμουν. Δεν το έκανα για να ζητήσω βοήθεια ή να με προσέξουν. Το έκανα σε σημεία που δε φαινόταν. Ήθελα ο εσωτερικός πόνος που νιώθω να καλυφθεί με έναν σωματικό πόνο για να μη νιώθω τόσο τον εσωτερικό».

Γράφει κι έγραφε πάντα. «Για την κοινωνία, τον έρωτα, όσα μας στερούν. Για τη μαμά μου… Έγραφα ακόμη κι όταν δεν ήμουν σε κατάσταση για να πιάσω χαρτί. Αλλά ήθελα κάτι να βγάλω από μέσα μου, αλλιώς δε θα έβγαινε η μέρα. Έτσι την αντιλαμβάνομαι την ποίηση» θα πει. Πλέον, δημοσιεύει και βιντεοποιήματα. Ποιήματα που έχει ντύσει με εικόνες, βίντεο, μουσικές. Βίντεο πρόχειρα, όπως λέει. Αυτήν την προχειρότητα θέλει, όμως. Θέλει ο κόσμος να καταλάβει πώς είναι ο κόσμος των ψυχικών διαταραχών. Να μη φοβούνται οι άνθρωποι. Να γνωρίζουν για τον διπλανό τους, να καταλαβαίνουν. Θέλω να βγάλω τον κόσμο από τη ροή της καθημερινότητάς του, να καταλάβει όντως ποια είναι αυτή η καθημερινότητα και να αρχίσει να νοιάζεται για τον διπλανό κι όχι με τρόπο σχολιαστικό, όπως να σχολιάζει αν έβαλε ή έχασε λίγα κιλά. Να νοιάζεται πραγματικά» λέει, ενώ παρατηρεί χιλιάδες να περπατούν γρήγορα, μηχανικά, με σκυφτό κεφάλι να πάνε στις δουλειές τους.

Η Γωγώ χωράει σε γραμμές τετραδίου θλίψη και όνειρα. Όνειρα για έρωτες. Κι ας μην πιστεύει στους έρωτες. Βρίσκει γοητεία στους ανεκπλήρωτους. Έτσι τους αντιλαμβάνεται μόνο. «Οι ερωτικές σχέσεις πάντα κρύβουν έναν εγωισμό» μου λέει και μιλά, αντιπαραθετικά, για την ανιδιοτέλεια της φιλίας και τους φίλους που την περιτριγυρίζουν, την αγαπούν, τη δέχονται όπως είναι. Το ίδιο και οι γονείς της. Μιλά για εκείνους με τρυφερότητα. Περιγράφει δύο στοργικούς και φροντιστικούς γονείς. Μια μαμά που την λατρεύει -αδυναμία είναι αυτή. Μια μαμά που έχει κλάψει μαζί της, τη σκεπάζει για να κοιμηθεί, τη σηκώνει όταν πέφτει, την ακούει, την καταλαβαίνει. Δε ζει πλέον στο πατρικό της η Γωγώ. Ζει Αθήνα, αν και έχει κάνει πισωγυρίσματα, αντέχοντας να μείνει στη Στυλίδα -γενέτειρά της- για πέντε μέρες. Κομμάτι της καρδιάς της είναι εκεί, στους γονείς της. Η μαμά της διαβάζει τα ποιήματά της. Της αρέσουν. Έχει και στο κομοδίνο του κρεβατιού της τη Γωγώ.

Μιλήσαμε και για τις ταμπέλες, το στίγμα, το ταμπού σε μεγάλη μερίδα της κοινωνίας απέναντι στις ψυχικές ασθένειες και τους ασθενείς. Μιλήσαμε για το πόσο πίσω είναι ακόμη η ελληνική κοινωνία σε τέτοια θέματα, πόσο κλειστόμυαλη, πόσο εύκολα κρεμάει μια ταμπέλα στον άλλον και τον δείχνει με το δάχτυλο. Μου δίνει ένα παράδειγμα: «Χθες πήγα στη δουλειά, είχα ξεκινήσει ένα νέο φάρμακο και με πείραξε, ήμουν ζαλισμένη και γύρισα σπίτι. Όπως γύριζα, πήρα κάτι να φάω μήπως και συνέλθω, πήγαινα δεξιά-αριστερά, με το ζόρι κρατούσα ανοιχτά τα μάτια, κι έκατσα σε μια άκρη στο πλατύσκαλο μιας πολυκατοικίας να φάω. Περνάει ένας κύριος και μου λέει “αμάν με εσάς τα πρεζόνια, πιάνετε όλον τον δρόμο -κάνε άκρη να περάσουμε κι εμείς που δεν παίρνουμε τίποτα και κάνουμε και κάτι στη ζωή μας”. Ένιωσα απαίσια. Κάτσε ρε φίλε, τι ξέρεις για μένα;».

*Από εδώ: https://thepressproject.gr/mia-poiitria-pou-grafei-gia-tis-psychikes-diataraches-grafo-gia-na-min-ponao-gia-na-gnorisei-o-allos-ton-diplano-tou/?fbclid=IwAR3tiSEl62iYyWHfqSXgTIsc68t71f5g7CLE1FQSgR1o3aMGfTCAXxWEklA

ΤΕΦΛΟΝ #28 | Χειμώνας-Άνοιξη 2023

Το εικοστό όγδοο ποιητικό τεύχος-σκεύος κυκλοφορεί!

ΘΕΜΑΤΑ

🔥 Σύγχρονη ποίηση από το Κέιπ Τάουν: Τώρα που οι λύκοι ξύπνησαν
Ποίηση γραμμένη στα κάαπς, δηλαδή στη «γλώσσα του Ακρωτηρίου», ποίηση από τις εργατικές πολυκατοικίες του Κέιπ Τάουν, ποίηση για τη μετα-απαρτχάιντ εποχή, για μανάδες που στρίβουν τσιγάρα με σελίδες απ’ τον τηλεφωνικό κατάλογο, για κορίτσια που μπαίνουν σε συμμορίες και μένουν έγκυες στα δεκατρία, γι’ ανθρώπους «αποτσίγαρα χωμένα σε σπιρτόκουτα», ποιήματα για πένθιμα μεθύσια και έκπτωτους θεούς, ποιήματα για τις πληγές που άφησε πίσω της η αποικιοκρατία. Κείμενo-Μετάφραση: Peter Constantine

🤜Οξάνα Βασιάκινα: Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήξεραν τον πατέρα μου
Μια από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της σύγχρονης ρωσόφωνης φεμινιστικής και κουίρ ποίησης, η Οξάνα Βασιάκινα στο μακροσκελές ποίημα «Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήξεραν τον πατέρα μου» μιλάει για τις ταξικές αντιθέσεις στη Ρωσία λίγο πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία, για την πατριαρχία και τον φεμινισμό, για την ασθένεια και τον θάνατο, για τη στέπα και τα «αγριολούλουδα που κάνουν ως και είκοσι χρόνια ν’ ανθίσουν», για την ποίηση που είναι «ξινή απ’ το πύον». Κείμενο-Μετάφραση: Asja

💥Natalie Diaz: Το πρώτο νερό είναι το σώμα
Η αυτόχθονας Μοχάβι Αμερικανίδα Ναταλί Ντίαζ πραγματεύεται στο ποιητικό της έργο τις πολλαπλές μορφές της συστημικής βίας που διαπερνά την ιστορία των αυτοχθόνων και τη συνεχή διαπλοκή της με την ερωτική επιθυμία και οικειότητα, μιλάει με πολιτική αιχμηρότητα και ελεγειακό λυρισμό για έναν πόλεμο που «δεν τελείωσε ποτέ, κι όμως με κάποιο τρόπο ξαναρχίζει», για τον ποταμό Κολοράντο που «διασχίζει το κέντρο του σώματός μας, με τον ίδιο τρόπο που διασχίζει το κέντρο της γης μας». Κείμενο-Μετάφραση: Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου

⚡️Dorothea Rosa Herliany: Άνθρωποι κρυμμένοι στις σκιές τους
«[Θ]έλησα να πολεμήσω σε όλες τις μάχες/ τ’ αγρίμια μου μ’ ακολουθούν»: Μια από τις πιο ριζοσπαστικές ποιητικές φωνές της Ινδονησίας, η Ντοροτέα Ρόσα Χερλιάνι απαιτεί επιτακτικά την ανατροπή των κοινωνικών και έμφυλων στερεοτύπων, προκαλώντας τα υφιστάμενα για αιώνες ήθη. Εγκλωβισμένη στις ελάχιστες προσωπικές και λογοτεχνικές επιλογές που της επιτρέπει η συντηρητική κοινωνία, μας αφηγείται «την ιστορία της αντάρας», αναζητά «μια πόρτα/ για να δω τον κόσμο/ και την πραγματική ζωή». Κείμενο: Θανάσης Σουλτάτης, Μετάφραση: Θανάσης Σουλτάτης, Cahyo Ramadhani

⭐️Ασμαά Αζαϊζέχ: Πέντε ποιήματα
Η Παλαιστίνια ποιήτρια ομολογεί ότι ήταν εκείνη που έκλεψε «τα παχιά αρνιά απ’ τους αγρούς της ελπίδας», εκείνη που βούτηξε «το κεφάλι της δικαιοσύνης στη λεκάνη με το νερό», εκείνη που έκρυψε «το φεγγάρι στο ψυγείο για να μη γράφουν γι’ αυτό οι ποιητές». H κόλαση, βλέπετε, είναι η βιολογική της μητέρα. Μετάφραση: Jazra Khaleed
Ποιήματα: Άγγελος κυρίου, Ε.Κατη, Εκκεντρική Αρτηρία, Ράνια Καραχάλιου, Καρτ, Κατσαρίδα Υπονόμου, Jazra Khaleed, Κουρτ, Douglas Laurindo [μτφρ. Σπύρος Πρατίλας], Ντιάνα Μάνεση, Βασιλική Παππά, Πούθλε, Θάλεια Τ., Τάσος [ΜήνυμαL] Σταυρουλάκης, Τυφοειδής, Γιάννης Χονδρός.
Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: Ερατώ
Σελιδοποίηση: Morgan S. Bailey

«Είμαστε λίγοι για τόσα ποιήματα δεν μας ακούει κανείς»

Μάνια Μεζίτη, «στόμα», εκδ. Κουκκίδα

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης //

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Μάνιας Μεζίτη, φέρει τον τίτλο ‘στόμα’ και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Είχε προηγηθεί η ποιητική συλλογή ‘Η μαύρη ανάμεσα,΄ η οποία και κυκλοφόρησε το 2018.

Το ‘Στόμα’ διαρθρώνεται σε τρεις επιμέρους ενότητες, που εν προκειμένω τιτλοφορούνται ως εξής: ‘Νερό,’ ‘Γάλα’ και ‘Θειάφι.’ Οι τρεις ενότητες που από κοινού συνθέτουν το ποιητικό υπόστρωμα, λειτουργούν ως καμβάς πάνω στον οποίο η Μάνια Μεζίτη ξεδιπλώνει σκέψεις, καταθέτει ιδέες, υπονοεί και αφηγείται ελεύθερα.

Μορφολογικά, τα ποιήματα ως επί το πλείστον είναι μικρού μεγέθους,[1] δίχως όμως κάτι τέτοιο να σημαίνει πως στερούνται βάθους και ενός ευρύτερου προβληματισμού, με τον ποιητικό λόγο, εξ αρχής, να θέτει ζητήματα αναγνώρισης: «Η κόλαση είναι οι άλλοι αν οι άλλοι είσαι εσύ τότε η κόλαση είσαι εσύ»,[2] γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα ‘Για μια σκέψη του Σατρ.’

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως διαφαίνεται, εντός ποιήματος, μία εμπρόθετη αντιστροφή της γνωστής ρήσης του Γάλλου φιλόσοφου Ζαν-Πολ Σατρ, και πιο συγκεκριμένα, μία συγκεκριμενοποίηση του ορισμού της κόλασης, στο εγκάρσιο σημείο όπου η έγκληση ‘εσύ,’ προσλαμβάνει, ακόμη και ανώνυμα, έναν άμεσο και απτό χαρακτήρα, ενσαρκώνοντας την Σατρική ‘κόλαση’.

‘Κόλαση’ ευδιάκριτη στη γλώσσα, σε διάφορες προσλήψεις του άλλου, στον κομφορμισμό, στις μανιχαϊκές προσεγγίσεις. Και το ενδιαφέρον έγκειται στο ό,τι η Μάνια Μεζίτη φθάνει έως του σημείου να προσφέρει έναν δικό της ορισμό της κόλασης, χωρίς να ‘συγκρουσθεί’ εννοιολογικά με την ρήση του Ζαν Πολ Σατρ και με ό,τι αυτή εμπεριέχει, προσιδιάζοντας παράλληλα προς την κατεύθυνση συγκρότησης μίας συνθήκης καθημερινότητας ή αλλιώς, καθημερινής λειτουργίας: ‘Πόση κόλαση εμπερικλείει η καθημερινότητα σου;’[3]

Δίχως πολεμική ή ορθότερα συγκρουσιακή διάθεση, για να δανεισθούμε έναν όρο από το πεδίο της συγκρουσιακής πολιτικής,[4] δίχως την εστίαση σε μία ιδιαίτερη «μικροπολιτική των προνομίων», σύμφωνα με τον Αλέξανδρο-Ανδρέα Κύρτση, ο ποιητικός λόγος τέμνει μικρές και καθημερινές στιγμές, κινείται στις παρυφές μίας λεπτής ευαισθησίας (που δεν καταπίπτει σε μελοδραματισμό), προσδιορίζοντας την δυνατότητα κατανόησης του τι μπορεί να επιτελείται σε «μια συγκεκριμένη στιγμή».

«Με τα μάτια στο χρώμα της στάχτης απευθείας απ’ τον κάτω κόσμο περνάμε ολόκληρα μερόνυχτα στα νεκρομαντεία πιάνουμε τον Τειρεσία απ’ το λαιμό αλλά δεν μας κάνει τη χάρη απαντάει με τη φωνή του Μπένγιαμιν: το ν’ αντιληφθείς τι ακριβώς συμβαίνει σε μια συγκεκριμένη στιγμή είναι πιο αποφασιστικό απ’ το να γνωρίζεις από πριν τα πλέον απόμακρα».[5]

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλληλεπίδραση του ποιητικού λόγου με το Μπενγιαμινικό ‘σύστημα ιδεών,’ είναι που δύναται να παραγάγει ως αποτέλεσμα την δυνατότητα ή αλλιώς, την επιθυμία της κατανόησης της στιγμής και δη της ιστορικής στιγμής, κάτι που προτιμάται έναντι του ιστορικά απόμακρου, του ανείπωτου και του ακόμη ενδεχομενικού, με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (το ποίημα φέρει έναν υπόγειο διαλογικό άξονα), να μεταμορφώνεται σε ίδιο και σε άλλοι Τειρεσία, για να διακηρύξει την αξία που έχει, ιστορικώ τω τρόπω, το ‘τώρα.’

Για την ακρίβεια, το ‘εδώ και τώρα.’ Ιδιαίτερο ρόλο για την ‘οικονομία’ της ποιητική αφήγησης, διαδραματίζει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, στον οποίο η Μάνια Μεζίτη επιφυλάσσει ρόλο υποβολέα, ‘μάντη’ (βλέπε την αναφορά στον Τειρεσία), που προτού αναζητήσει ακροατήριο, προκρίνει, όχι την αυτο-εκπληρούμενη προφητεία ως Νόμο, αλλά την γνώση εκείνη[6] που ερείδεται στο ‘τώρα’ και σε μία αισθητή πραγματικότητα.

Η δια-κειμενικότητα εντός του ποιήματος λειτουργεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να σημασιοδοτηθεί η δυνατότητα της μετάβασης. Και από εκεί και έπειτα, στον αναγνώστη έγκειται το να προσδώσει περιεχόμενο σε αυτή την μετάβαση.

Εντός της ποιητικής συλλογής, ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνουν η μνήμη και δη η οικογενειακή μνήμη, με όρους μάλιστα μίας, κατά την ανάλυση του Eviatar Zerubavel «αναμνηστικής πυκνότητας»,[7] μέσω της οποίας η Μάνια Μεζίτη οργανώνει εκ νέου τις προτεραιότητες της και οριοθετεί γεγονότα των οποίων ο απόηχος, πρωτίστως για την ίδια, φθάνει έως το σήμερα (επρόκειτο για γεγονότα που κάτι ‘έχουν να πουν’), οι αναφορές σε σεξουαλικές προτιμήσεις και επιλογές, χωρίς αυτές μάλιστα να εμβαπτίζονται στα νάματα της ‘παραδοξότητας,’ μιας κάποιας ασυμβατότητας[8].

Επίσης, δεν εκ-λείπει και η ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο η γλωσσική επαναληπτικότητα, που λειτουργεί και ως μηχανισμός που συντελεί στη θεμελίωση μίας άποψης σε αυταπόδεικτη αλήθεια, παραγάγει αποτυπώματα, ενίοτε έντονα. «Είναι καλή η Λίνα, λέω είναι καλή η Λίνα, λέει είναι καλή η Λίνα, λένε είναι καλή η Λίνα, λέγεται είναι κακός ο Πέτρος, λέω είναι κακός ο Πέτρος, λέει είναι κακός ο Πέτρος, λένε είναι κακός ο Πέτρος λέγεται τι κουτορνίθια θε μου αφού έχουν ακούσει για τον Γκαίμπελς».[9]

Το ύφος είναι παιγνιώδες και ιδιαίτερα εκφραστικό (έως ‘γαργαλιστικό), εφόσον θέτει ως επίδικο την υπονόμευση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο μηχανισμός της γλωσσικής επαναληπτικότητας, εκεί όπου, στο τέλος του ποιήματος (οφείλουμε να δούμε εδώ και την πολιτική νύξη), ο Γκαίμπελς τίθεται στο προσκήνιο, με την παρουσία του υπενθυμίζει το ‘ποιος είναι’ και όχι το τι ‘έχει’: Και είναι ο γεννήτορας αυτού του μηχανισμού, πρόσωπο που αντιλήφθηκε την δύναμη του λόγου και την ικανότητα του στο να ανατρέπει τον κανόνα.

Άλλοτε χαμηλόφωνα και άλλοτε δυναμικά, με έναν λόγο περιεκτικό, επικαιρικό, μνημονικό και πυκνό σε συμβολισμούς, χωρίς όμως να χάνει από τον ορίζοντα της την πραγματικότητα, η Μάνια Μεζίτη αποδεικνύει πως η ‘θητεία’ της στην ποίηση και στον ποιητικό λόγο καθίστανται έργο εν εξελίξει, έργο ανοιχτό, με άδηλο προορισμό αλλά με σαφή απεύθυνση: ‘Εσύ.’ «Συνάντησα τον ποιητή ω του θαύματος ήταν καλός πατέρας άλλαζε ο κόσμος ερήμην μου».[10]


[1] Η απουσία σημείων στίξης, θεωρούμε πως απηχεί την πρόθεση της ποιήτριας να διαμορφώσει ένα άμεσο και οικείο ποιητικό περιβάλλον, εντός του οποίου ο αναγνώστης βοηθιέται ώστε να θέσει τις κατάλληλες ερωτήσεις.

[2] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Για μια σκέψη του Σατρ,’ Ενότητα ‘Νερό,’ Ποιητική συλλογή ‘στόμα,’ Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2021, σελ. 15.

[3] Σε μία σειρά ποιημάτων που παρεμβάλλεται μεταξύ των ποιητικών ενοτήτων, λειτουργώντας συμπληρωτικά, ή αλλιώς, ως γέφυρα μετάβασης από ενότητα σε ενότητα, η Μάνια Μεζίτη, όπως προσφέρει έναν ορισμό της κόλασης, της κόλασης που την θέλει να είναι ορατή, ατομική και συνάμα ‘μοναδική,’ έτσι όπως συγκροτείται και αναπαράγεται, έτσι παρέχει και έναν ορισμό της ποίησης. Και η ποίηση είναι «στόμα» (ας κρατήσουμε τον τίτλο της συλλογής), από το οποίο εκβάλλουν λέξεις, λέξεις που σχηματίζουν ιδέες, νοήματα, εκεί όπου, η ποίηση-«στόμα» συναρθρώνει την αυτο-αναφορικότητα με την ετερο-αναφορικότητα, που δεν είναι, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, παρά ο τρόπος με τον οποίο η ποιήτρια προσλαμβάνει το σύνθετο γίγνεσθαι, επενδύοντας στην ποίηση η οποία ομνύει, χαμηλόφωνα, στη χρησιμότητα της: «Ξέρω τι είναι ποίηση η ποίηση είναι στόμα μιλάει εναντίον ή σχετικά εκ μέρους των ανθρώπων ή του εαυτού της Στην ερώτηση ασχολείστε με την Τέχνη περνάει μια γροθιά ένα πράμα οριστικό αλλά δεν τα καταφέρνω απλώς ενημερώνω για το πένθος». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη, Μάνια, ‘Ποιοι είστε εσείς όλοι ποιοι είστε…ό.π., σελ. 39. Είναι η ποίηση ως ‘στόμα’ που μπορεί να επιχρωματίσει δραστικά την πραγματικότητα συμβάλλοντας στη επανεπινόηση της φιγούρας του ποιητή ως υποκειμένου που κατα-γράφει και κατά-θέτει.

[4] Βλέπε και, Σεφεριάδης, Σεραφείμ, ‘Συγκρουσιακή πολιτική, συλλογική δράση, κοινωνικά κινήματα: Μια αποτύπωση,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 27, Μάϊος 2006, σελ. 7-42.

[5] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Πρόβλεψη…ό.π., σελ. 33. Σε αυτό το σημείο, η ποιήτρια του ‘στόματος’ δεν τείνει προς τον άξονα μίας δημιουργικής επανεπινόησης του μύθου, όπως πράττει ο Γιάννης Ρίτσος σε ποιήματα της ‘Τέταρτης Διάστασης,’ αλλά, αντιθέτως, μεταπλάθει σε ποιητικό λόγο πολλαπλών σημασιολογικών αποχρώσεων βασικές κατευθύνσεις του Μπενγιαμινικού λόγου (εδώ το απόσπασμα από τον ‘Μονόδρομο’).

[6] Ακόμη και με τις αντιφάσεις της. Το στοιχείο της δια-κειμενικότητας το εντοπίζουμε και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, όπως αυτό στο οποίο η ποιήτρια ξεκινά την αφήγηση της με το ποίημα ‘Matière de Bretagne’ του Πάουλ Τσέλαν. «Εσύ μαθαίνεις μαθαίνεις στα χέρια σου να μαθαίνεις μαθαίνεις στα χέρια σου να κοιμηθούν». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη, Μάνια, ‘Στόμα…ό.π., σελ. 24. Επίσης, το ποίημα ‘Μέσα στα πόδια μου έχω σπίτια,’ (ένδειξη ενός ιδιαίτερου ‘μαγικού ρεαλισμού; ), ανα-δημιουργεί, και όχι μηχανικά, μία οικεία ατμόσφαιρα (το σπίτι ωσάν ‘κόσμος’) που παραπέμπει στο μυθιστόρημα του Κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ‘Εκατό χρόνια μοναξιά.’ Μεζίτη Μάνια, ‘Μέσα στα πόδια μου έχω σπίτια…ό.π., σελ. 59.

[7] Βλέπε σχετικά, Zerubavel, Eviatar, ‘Social Mindscapes: An invitation to cognitive psychology, Cambridge, 1997. Οι συχνές αναφορές στην μητέρα και στον πατέρα, σε περιστατικά κοινής συμβίωσης, συνδράμουν δραστικά στο να λάβει χώρα ό,τι θα προσδιορίσουμε ως ‘εργασία της μνήμης.’

[8] Το ποίημα ‘Το αυτονόητο’ είναι ενδεικτικό αυτής της προσέγγισης, καθώς και ενός ύφους (και ήθους) που ονομάζει ρητά και μη υστερόβουλα: «Η ουρά κάθε πρωτεύοντος θηλαστικού κουνιέται ο θείος Κώστας ήταν γκέι». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Το αυτονόητο…ό.π., σελ. 22. Το ποίημα ‘Το queer φίλοι,’ δεν είναι δηλωτικό ταυτότητας, αλλά καταγραφής της βαθιάς ανθρώπινης επιθυμίας για την έκφραση των συναισθημάτων, για την υπέρβαση ουσιοκρατικών προσλήψεων. Και αυτή η υπέρβαση μπορεί να συντελεσθεί εν-σώματα και διαδραστικά.

[9] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘στόμα…ό.π., σελ. 44. Στο ποίημα ‘Της Ηχώς και της Κρίστεβα,’ η ποιήτρια αφήνει να διαρρεύσει μία σχεδόν Ηρακλείτεια αίσθηση κίνησης του νερού, δυσκολίας κατανόησης του («δεν ερμηνεύεται το νερό»), που αντανακλά την δυσκολία μίας έστω και κατά προσέγγιση ερμηνείας της ανθρώπινης φύσης.

[10] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘στόμα….ό.π., σελ. 37.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/stoma-mania-meziti/

Για τον ζωγράφο Μπασιάκo

Μαριάνθη Μαρκοπούλου*

Ας πω εδώ για τον ζωγράφο Μπασιάκo. Υπήρξε μια εποχή που σταμάτησε να γράφει, πήρε πινέλα και μπογιές, κι ό,τι έβρισκε πεταμένο στους δρόμους, τάβλες, σανίδια, τελάρα, χαρτόνια, τα μάζευε και τα ζωγράφιζε. Και όλο αυτό κάποτε το έφτιαξα μια ιστορία, ένα διηγηματάκι, του το διάβασα και του άρεσε∙ να μου το αφιερώσεις μου είπε, εννοείται του είπα, αλλά απέμεινε έτσι, ημιτελές, αλλά με την αφιέρωση επάνω.

Τέλος πάντων, η ιστορία μιλάει για μια γαλάζια μονοκατοικία από αυτές τις μικρές με το μωσαϊκό στο πάτωμα και γύψινα στα ταβάνια, με τη εξωτερική σιδερένια σκάλα σαν ελατήριο, που ξέμεινε ακατοίκητη σε μια γειτονιά με νεόδμητα. Μια φάλτσα νότα. Και ήρθε η ώρα της και αυτηνής, είναι η μέρα της κατεδάφισης, ο εργολάβος είναι ήδη εκεί, περιμένει, τα συνεργεία τον έχουν στήσει, αρχίζει να τριγυρνάει μέσα, ντενεκέδια και εφημερίδες κάτω από τα πόδια του, και για πρώτη φορά o εργολάβος, βλέπει, προσέχει μάλλον, τους ζωγραφισμένους τοίχους.

Γιατί η μονοκατοικία είναι από άκρη σε άκρη ζωγραφισμένη, δεν υπάρχει ούτε μια πιθαμή άδεια. Αλλού έντονα κόκκινα, πορτοκαλί, πράσινα, αλλού σκοτεινιές, λέξεις πεταμένες εδώ και εκεί, φόντα δαιδαλώδη, και ανάμεσα ουρανοί, καταιγίδες, τρένα, γάργαρα νερά, καραβάνια περιπλανώμενων, αλέες με αγάλματα∙ μια τοιχογραφία, όπου τα δίχτυα ψαρεύουν αστεράκια, οι γοργόνες ξεπροβάλουν στον καπνό της πίπας του μοναχικού ναύτη Ταπίνι, ο πεθαμένος καπνίζει ξαπλωτός μέσα στην κάσα του όσο μια χαρωπή πομπή τον συνοδεύει, ο βιολιτζής παίζει το βιολί του μόνος σε μια βουνοκορφή, ή συνοδεύοντας ως αερικό τους ερωτευμένους, το λεωφορείο χάνεται στο δάσος και έχει για συνοδηγό έναν γάιδαρο και για επιβάτες μια νύφη και μια τσιγγάνικη ορχήστρα, και ένα τραπέζι με κάθε λογής φαγητά, και ποτήρια που τσουγκρίζουν, και σύννεφα, (μπορεί να δούμε και την νιότη μας εκεί), περιπατητές, γάτες που λιάζονται στα καμπαναριά, μουστακαλήδες που βγαίνουν από λαγούμια, δημαγωγοί πάνω σε βαρέλια, κι ένα περιπλανώμενο τσίρκο με τους ακροβάτες του και – εννοείται – τρύπια τέντα. Ένα όργιο από λεπτομέρειες, από χαρωπές παρέες, από θλιμμένους μόνους, από μπουγάδες που στεγνώνουν στα βράχια, κι ένα ολόκληρο χωριό σε μια γιορτή και μικρές φωτιές, και κυκλικοί χοροί, και πρόσωπα, παντού πρόσωπα, με ανάγλυφα βλέμματα, με έντονες μύτες, με γραμμές άγριες σαν αρχαίου πολιτισμού κάποιου προϊστορικού σπηλαίου∙ κοίταζε απορημένος ο εργολάβος, ποιος μουρλός να τα ζωγράφισε όλα αυτά; Εμείς ξέρουμε ότι τα ζωγράφισε ο Μπασιάκος. Αυτός είναι ο ζωγράφος και αυτά τα έργα του.

Και όλο αυτό το μπασιακικό σύμπαν, οι μπασιακικοί κήποι μπαίνουν μέσα στο δισάκι του, αυτό που παίρνει μαζί του στα «μαύρα χώματα», μαζί με μια «φούχτα πάτριο ουρανό», τον δικό του αιώνα, εκεί που ορίζει την καταγωγή του, όπου τα γκρουπάκια κάνουν πρόβες και βγαίνουν οι μουσικές από τα υπόγεια να συγκλονίσουν τον περαστικό πιτσιρικά και να αλλάξει μεμιάς ο κόσμος του, όπου ένα ποίημα αρκεί να σου φέρει τα πάνω κάτω, όπου φυσάει αυτός ο αέρας από κινήματα που αλλάζουν τον κόσμο, αυτός ο αέρας που σε παίρνει και σε σηκώνει και αντί να είσαι η απάντηση, γίνεσαι εσύ η ερώτηση. Δεν πρόκειται για παράλληλο κόσμο. Είναι αυτός ο ίδιος ο κόσμος μέσα από τα μάτια του ποιητή, όσων ζουν ποιητικά και ας μην γράφουν ποιήματα. Όλα όσα θα έβαζε σε μια χρονοκάψουλα να τα βρουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος ή εξωγήινοι πολιτισμοί. Εκεί, και οι πεινασμένοι αρτίστες στις σοφίτες της Μονμάρτρης, τα στέκια, το χειροποίητο, οι τρύπες, με τις παρέες που συναντιούνται τυχαία κάτω από το αθηναϊκό δείλι, τα καταγώγια, με τις μουσικές και τα διαβάσματα που μας καθόρισαν, την πατρίδα του, γιατί με τι άλλο τρέφεται ένας ποιητής; «Με βιβλία και σινεμά τρεφόμασταν τότε», όλα αυτά που συναντιέσαι μαζί τους και αλλάζεις για πάντα. Γιατί εμείς λέει, «ό,τι διαβάσαμε δεν το διαβάσαμε σαν φιλόλογοι». Μας καθόρισε, έγινε οδηγός, απαράβατος κανόνας. Γιατί εμείς, όπου αγαπάμε, αγαπάμε. Γιατί το να ζεις σαν ποιητής είναι βαθιά πολιτική πράξη. Όσο επαναστατικό είναι να μπορείς να παραμένεις άνθρωπος. Όπως και το κέρασμα είναι πολιτική πράξη, η αγάπη, η ευγένεια, το μοίρασμα, να βρίσκεις δρόμο, να κάνεις ειρήνη με τη φύση των πραγμάτων.

Σκέφτομαι συχνά, σε αυτή την διετία που λείπει, που ήταν τόσο γεμάτη με πρωτόγνωρα πράγματα, τι θα έλεγε, για όλα αυτά που ζήσαμε και ζούμε. Και σκέφτομαι ότι ίσως φεύγουμε από αυτό τον κόσμο επιλεκτικά, όταν παύουμε να τον αντέχουμε. Και δεν ξέρω τι θα άντεχε ο Μπασιάκος που δηλώνει ήδη εμιγκρές σε αυτό τον αιώνα, παρείσακτος σε μια απάνθρωπη φαινομενική τελειότητα, σε ένα κόσμο άσπιλο, πειθαρχημένο, χωρίς φάλτσα, χωρίς κακές λέξεις και χωρίς γέλιο, αυτή την τόσο επαναστατική πράξη, «το γέλιο που θα σας θάψει».

Στο μπασιακικό δάσος, ο άνθρωπος είναι ατελής, incorrect, παιδεύεται από τις αντιφάσεις του, μπορεί να κλάψει στον ώμο του πρώην μπάτσου που θα στον έστελνε στην Σιβηρία, να συγκινηθεί με την γκαρσόνα του σκυλάδικου που απαγγέλει στίχους, να ακολουθήσει τον κλέφτη τραυματία στα μπουζούκια, να ζήσει παρέα με τα πρεζάκια σε ένα ξενοδοχείο της Βάθης, να γίνει φίλος με τον απατεώνα παπά με το τίμιο ξύλο. Ο ίδιος ο Μπασιάκος είναι μια τίμια αντίφαση, ένας εργατικός ράθυμος, ένας σεβαστικός βλάσφημος. Τον ενδιαφέρουν οι άνθρωποι, γεμάτοι πάθη και λάθη, αρκεί να εντοπίσει πάνω τους την αυθεντικότητα, την ατόφια συγκίνηση. Και αυτό το εσωτερικό ρίγος είναι το δείγμα, ο θερμοστάτης που μετριέται η συναισθηματική και πνευματική υγεία, η ηθική του μπασιακικού σύμπαντος. Είναι το χέρι που βλέπει να τον χαιρετά μέσα από μια κλούβα και ξέρει ότι είναι άνθρωπος δικός του. Το δράμα των ανθρώπων και οι χαρά τους. Η ανεπιτήδευτη φύση των πλασμάτων, όπως κελαηδεί το κοτσύφι∙ το κοτσύφι παίζει στα γραπτά του, είναι ο οδηγός. Αν το μέτρο του ποιήματος είναι τα πόδια από τα δουλικά που τα κουνάνε νευρικά στο παγκάκι καπνίζοντας στο ρεπό τους, αν αυτό είναι ο ρυθμός, τότε το κοτσύφι είναι η μελωδία. Και αυτό είναι το τραγούδι του, ή καλύτερα το τραγούδισμα του. Δεν θα μιλήσω για τον Μπασιάκο τραγουδιστή, εκεί και αν έχουμε φάλτσα καταγεγραμμένα…

Κάπου γράφει «καπνίζω και δεν έχω καμία όρεξη να ονειροπολώ», και παρότι εύκολα παρερμηνεύεται ως παραίτηση είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι ένας ύμνος στην στιγμή. Ζήτω η ύπαρξη και ζήτω η θνητότις. Και ζήτω το δέος, εκεί που η ύπαρξη θεριεύει. Η ποίηση είναι το ξεροκόμματο που έχει στη τσέπη να τον κρατήσει ζωντανό ως την επόμενη, είτε μόνος βολοδέρνοντας ανάμεσα στους σπουργίτες είτε στο καμαράκι, όπως κι ο έρωτας, που με ένα «Θοδωρή», θα τον κρατήσει ζωντανό για μια βδομάδα ακόμα. Και αυτή την θνητότητα γλεντάει, όχι με γέλια και χαρές μόνο, αλλά με δάκρυ, «με το λυπητερό αλλά και το χαρούμενο πένθος».

Στην ιστορία μου κατεδαφίζεται το σπίτι. Και η παλιά μονοκατοικία, που πράγματι υπήρξε και που επικοινωνούσε με σταλαχτίτες και υπόγειες στοές, γκρεμίστηκε. Και ο εργολάβος, που ιδέα δεν έχει από παλίμψηστα και ψηφιδωτά, από το ετερόκλητο πλήθος, από την ιστορία που γράφουν οι ανώνυμοι, και που πάνω στο πρόσωπο του ενσαρκώνονται όλοι οι διαχρονικοί βάρβαροι, οι εχθροί της φυλής, δίνει μια και τα γκρεμίζει όλα. Μόνο ένα κομμάτι μπογιά βάζω να έχει κολλήσει στο δάχτυλο του, ένα ενοχλητικό ίχνος που δεν βγαίνει όσο και να το πλένει. Ένα τατουάζ πάνω στο αποτύπωμά του.
Από τα έργα του Μπασιάκου τα ζωγραφικά, ελάχιστα έχουν μείνει. Σκορπισμένα και αυτά σαν τους στίχους του∙ όπως ζωγράφιζε έτσι έγραφε, καθισμένος σε άβολη καρέκλα, με τη πλάτη στο βοριά. Αλλά αν οι εχθροί έχουν εκρηκτικά και μπάλες κατεδάφισης «το δικό μας παντοδύναμο όπλο, είναι η αλήθεια». Ή αλήθεια «που συγγενεύει με την αλητεία» από την αρχαία έννοια της περιπλάνησης. Ας την γκρεμίσουν την μονοκατοικία. Αυτό το πανηγύρι, μπήκε ξανά σε στίχους. Όλες οι εικόνες είναι εδώ. Αχαρτογράφητες. Με ερημιές και βροχές και βιολιά και μέθη, και ο μεγάλος ρεμβασμός, με απλωμένα απαραιτήτως τα ποδάρια, και ξέφραγα οικόπεδα, ποδαρόδρομοι και άσκοπη περιπλάνηση, και καφενεία λαϊκά, που μυρίζουν γκάζι και τηγανόλαδο ή που συχνάζουν οι περίεργοι τύποι του Λαπέζ Αζίλ, «τα καφενεία που χωρίς αυτά δεν θα υπήρχαμε», σε αυτή την περιβόητη «προσμονή του απρόσμενου», και σπεύδε βραδέως, και πείνα αλλά χλιδή για όλους, και ερωτευμένα αστεροσκοπεία, αυτοδίδακτοι, ανεπρόκοποι, γνωριμίες των κρατητηρίων, των παμπ και των χαμαιτυπίων, των μύθων της κεντρικής λεωφόρου, ο πολύχρωμος πλανήτης, «τούτη η γη των προλετάριων» που αγάπησε, εδώ που είπε ν’ αφήσει «τα αλήτικά του κόκκαλα».

Ό,τι έχει στο σακούλι του και κουβαλάει μαζί του, το έργο των αφανών της γης, όσων εργάστηκαν για το κέφι τους, μη παίρνοντας πίσω ούτε χρήμα ούτε δόξα. Αυτοί είναι οι ήρωες του και αυτούς θέλει να κληρονομήσει. Και όλα δένουν γλυκά, στο τακτοποιημένο χάος που παίζει στα δάχτυλα του. Μπορεί να το παίρνει αμπάριζα η μπουλντόζα, αλλά σιγά, το σπάει άμα λάχει και εθελοντικά, όπως σπάει τις κασέτες με τα τραγούδια που μάζεψε με τόσο κόπο στην τελευταία σκηνή από το Γκάτζο Ντίλο ο πρωταγωνιστής και ύστερα χορεύει στον τάφο τους, έναν χορό χωρίς μουσική, μόνος. Δεν έχει σημασία. Ειπώθηκε. Βιώθηκε. Μια τελετή για την αριστοκρατία των απόκληρων, όπως του Σαρλώ, η ευγένεια του αντιήρωα που δεν καταδέχεται να ζει παρά μόνο για να ζει. Τόσο ελεύθερος που να μπορεί να τα απαρνηθεί όλα. Γιατί «το ζητούμενο δεν είναι η ευτυχία. Το ζητούμενο είναι η ελευθερία», κι όποιος ζει μέσα στο ποίημα, στο ποίημα μέσα θα πεθαίνει. Μάλλον αξίζει τον κόπο.

*Το κείμενο μου για την παρουσίαση του Γκαγκάν Μυτεράν, Vivere Freakolosamente, στο Αγρίνιο, 25/11, στο βιβλιοπωλείο Αγαύη και την επομένη στην Πάτρα, στο βιβλιοπωλείο Nouveau.

**Ζωγραφιά: Μπασιάκ, αυτοπροσωπογραφία.

Η ποιήτριά μας Αντιγόνη Κεφαλά κερδίζει το Βραβείο Patrick White 

Μια ιστορική φωτογραφία, πριν αρκετά χρόνια στην Μελβούρνη. Από αριστερά, Ελένη Νίκα, Δημήτρης Τσαλουμάς και Αντιγόνη Κεφαλά

Είναι η δεύτερη φορά που το Βραβείο πηγαίνει σε Ελληνοαυστραλιανά χέρια

Η ανακοίνωση ότι η Ελληνοαυστραλή ποιήτρια Αντιγόνη Κεφαλά (Antigone Kefala) κέρδισε το φετινό Patrick White Award είναι κάτι το φανταστικό, αλλά και μια ιστορική στιγμή, όχι μόνο για την ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία, αλλά και γενικώς για την μεταναστευτική λογοτεχνία στην Αυστραλία, μιας και η Αντιγόνη Κεφαλά άξιζε και με το παραπάνω να τύχει αυτής της ύψιστης διάκρισης στα αυστραλιανά Γράμματα.


Το εν λόγω Βραβείο δημιουργήθηκε αφότου ο Patrick White κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1973, και απονέμεται κάθε χρόνο στον ή στην συγγραφέα που είναι άκρως δημιουργικός/ή για μια μακρά περίοδο και που αξίζει να του/της απονεμηθεί το εν λόγω Βραβείο.


Για μας τους Ελληνοαυστραλούς, η απονομή του φετινού Βραβείου στην Αντιγόνη Κεφαλά έχει μια ιδιαίτερη σημασία, μιας και η Αντιγόνη είναι από τους πλέον χαρακτηριστικούς εκπροσώπους αυτού που στην Αυστραλία ονομάζουμε μεταναστευτική λογοτεχνία.


Στην πρόσληψη του έργου της Αντιγόνης Κεφαλά από την ελληνοαυστραλιανή παροικία, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η έκδοση τεσσάρων έργων της από το Owl Publishing, που διηύθυνε η πρώην ακαδημαϊκός και εκδότρια Ελένη Νίκα, η οποία πάντα διέκρινε την ανάγκη του να προωθηθεί το έργο προβεβλημένων λογοτεχνών μας πρωτίστως στην παροικία.


Η Ελένη Νίκα λοιπόν εξέδωσε τα παρακάτω βιβλία της Αντιγόνης Κεφαλά:

-Alexia: a tale for advanced children (αγγλικά και ελληνικά) (1995)

-Poems: a selection (αγγλικά και ελληνικά) (2000)

-The Island (αγγλικά, ελληνικά και γαλλικά) (2002)

-Max: the Confessions of a Cat (αγγλικά και ελληνικά) (2009)
Επίσης, το 2013, εκδόθηκε το βιβλίο “Antigone Kefala: a writer’s journey” υπό την ευθύνη των Βρασίδα Καραλή και Ελένης Νίκα.


Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να τονισθεί είναι ότι το Βραβείο περνάει για δεύτερη φορά σε ελληνοαυστραλιανά χέρια, μιας και ο αείμνηστος Δημήτρης Τσαλουμάς το είχε κερδίσει το 1994.


Γεννημένη στην Μπράιλα της Ρουμανίας, η Κεφαλά έζησε από πολύ μικρή με την οικογένειά της την εμπειρία της προσφυγιάς, πρώτα στην Ελλάδα και μετέπειτα στη Νέα Ζηλανδία, ενώ στην Αυστραλία έφτασε μόνη της τον Δεκέμβριο του 1959, μια στιγμή που η ίδια έχει αποτυπώσει αρκετά έντονα στα βιβλία της.


Μια ποιήτρια η πρώτη γλώσσα της οποίας ήταν τα ρουμανικά, η δεύτερη τα γαλλικά και η τρίτη τα ελληνικά, άρχισε να κατακτά από την πρώτη στιγμή την τέταρτη γλώσσα της, τα αγγλικά, μια γλώσσα στην οποία έγραψε ολόκληρo το λογοτεχνικό της έργο, με το οποίο αναγνωρίσθηκε μιας και το 2017 κέρδισε ένα άλλο μεγάλο αυστραλιανό Βραβείο, το Judith Wright Calanthe Award, και τώρα κατακτά και το Patrick White, καθιστώντας την ως μια από τις πιο επιδραστικές ποιήτριες της χώρας.


Πέρα από τις συλλογές της, σημαντικότατο έργο κρίνεται και η τριλογία της, η οποία φανερώνει όχι μόνο τις πτυχές της ζωής και του έργου της, αλλά και τις απόψεις της για πρόσωπα και πράγματα και όχι κατ’ ανάγκη του χώρου της λογοτεχνίας, μια τριλογία η οποία αποτελείται από τα έργα Summer Visit (2003), Sydney Journals (2008) και Late Journals (2022), όλα από τις Giramondo Publishing.

PUBLISHED WORKS BY ANTIGONE KEFALA

Poetry

  • The Alien (Gargoyle Poets/Makar Press, 1973)
  • Thirsty Weather (Outback Press, 1978)
  • European Notebook (Hale & Iremonger, 1988)
  • Absence: new and selected poems (Hale & Iremonger, 1992, 1998)
  • Fragments (Giramondo, 2016)

Prose

  • The First Journey: two short novels (Wild and Woolley, 1975)
  • Alexia: a tale of two cultures (John Ferguson, 1984)
  • The Island (Hale & Iremonger, 1984)
  • Summer Visit: three novellas (Giramondo, 2002)
  • Sydney Journals: reflections 1970-2000 (Giramondo, 2008)
  • Late Journals (2000-2020) (Giramondo 2022)

In Greek translation (bilingual or trilingual editions)

  • Alexia: a tale for advanced children – English/Greek. Owl Publishing 1995
  • Poems: a selection – English/Greek. Owl Publishing, 2000
  • The Island – English/Greek/French. Owl Publishing, 2002
  • Max: the confessions of a cat – English-Greek. Owl Publishing, 2009

Awards

  • Poetry award: the 2017 Judith Wright Calanthe Award (State Library of Queensland Poetry Collection) for her most recent poetry book, Fragments.
  • Winner of the Patrick White Award (2022). This award is given to a writer who has been highly creative over a long period but has not necessarily received adequate recognition.

Also short-listed for her poetry collection Fragments:

  • the 2017 Prime Minister’s Awards
  • the 2017 NSW Premier’s Literary Awards
  • the 2017 John Bray Poetry Award (Adelaide Festival Awards for Literature)

Η αντεργκράουντ ποίηση και το Vivere Freakolosamente του Θεόδωρου Μπασιάκου

Θεόδωρος Μπασιάκος: Γκαγκάν Μυτεράν. Vivere Freakolosamente. ΑΠΑ(Ν)ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ. Φυλλάδα ποιημάτων και άλλων συναφών καταστάσεων, Εκδόσεις Πανοπτικόν 2021, σσ.: 352

Μεσάνυχτα στο νοσοκομείο
Έχω βγει στο μπαλκόνι, σε στάση επαγρύπνησης
Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο της καβάτζας
Με περιτριγυρίζει η ομορφιά του κόσμου, φυτά κι αστέρια κι όλα
Πλάι μου ο σύντροφος, ένα ντερέκι καλοκάγαθο, εργάτης, με τον καθετήρα του παρά πόδας.
Ησυχία.
Εν αναμονή των μεγάλων μαχών.
Αυτή την ώρα αντιλαμβάνομαι τη ζωή ως φρουρά απεργιακή.
Σιγοτραγουδώ Ραούλ Βανεγκέμ, ένα τραγουδάκι πολύ αγαπητό σ’ εμάς
τα παιδιά των Λυσσασμένων:

(«la vie s’ecoule, la vie s’enfuit…»)

Πρώτα θα μου βγει η ψυχή και μετά η ποίηση.

                                     (La lute continue, Σισμανόγλειο, Σάββ. 12/7/20, 1.30 π.μ.)

La vie s’ ecoule, la vie s’ enfuit. Η ζωή περνά, η ζωή χάνεται. Αλλά ο αγώνας συνεχίζεται. Με μουσική, τραγούδι, γέλιο και συντροφικότητα. La lute/lutte continue. Γιατί, όπως έλεγε και έγραφε πάντα στα ποιήματά του ο Θεόδωρος Μπασιάκος, η επανάσταση γίνεται για τη χαρά της ζωής και όχι (μόνο) για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του ανθρώπου. Εξού και εκείνο το «Ζήτω το παγκόσμιο γλεντζαριάτο! ΓΛΕΝΤΖΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ, ΕΝΩΘΕΙΤΕ!» που έβγαινε ατόφιο από μέσα του και έκλεινε όλη την τρυφεράδα των λόγων και των έργων του. Στον εμμενή κομμουνισμό και μάλιστα στον εμμενή γλεντζέδικο κομμουνισμό, δηλαδή στην κουλτούρα της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της χαράς της ζωής, έβλεπε την πραγματική φύση του ανθρώπου, τον ανυπότακτο άνθρωπο, παρόλη την ιστορική του αλλοτρίωση: «η φύση του ανθρώπου είναι το κερνάτε αλλήλους. Από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Άντε, στην υγειά μας ρε! Ζήτω η ζωή έξω οι Αμερικανοί, που έλεγε κι ο μπάρμπα Γιάννης ο Σκαρίμπας».

Ο Θεόδωρος Μπασιάκος -ή Γκαν-γκάν ή Γκαγκάν Μυτεράν ή Ινδιάνος ή Τεό Μπασιάκ, όπως ήταν μερικά από τα ευφάνταστα και παιγνιώδη ονόματα που κατά καιρούς υιοθετούσε-, υπήρξε αναμφίβολα μία από τις αυθεντικότερες φωνές της αντεργκράουντ ποίησης της Αθήνας. Ίσως η σπουδαιότερη. Με τα αποχαιρετιστήρια λόγια ενός από τους φίλους του, του ποιητή Γιώργου Κεντρωτή, τον Ιούλιο του 2020, «ο Μπασιάκος είναι περιθώριο αυθεντικό. Καθόλου ιμιτασιόν, καθόλου φολκλόρ, καθόλου φιγουρατζής. Δεν περιάγει την τέχνη του επαιτώντας θαυμασμό και αναγνώριση. Σούμπιτος είναι η τέχνη του και η τέχνη του είναι η ίδια του η ζωή. Ο ίδιος ήταν τραγουδιάρης: λάτρευε τα ρωσικά και τα τσιγγάνικα τραγούδια, όπως επίσης και τα ιταλικά. Τα ποιήματά του είναι τραγούδια – δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά είναι… Ο Μπασιάκος είναι ποιητής ταγμένος στη μεριά των προλετάριων. Τελεία. Ούτε «μποέμ» ούτε «προφητικός» – αυτά είναι για τους αστούς ποιητές, για να νιώθουν ότι δεν είναι αστοί, αλλά κάτι άλλο».

Στα ρεπό τους
τα «δουλικά»
(βουλγάρες, ρωσσίδες κλπ.)
ανταμώνουνε πάντα
στο ίδιο παγκάκι
σ’ αυτήν εδώ την πλατεΐτσα
καπνίζουνε ασταμάτητα
και τα λένε τα λένε
και καπνίζουνε
και κουνάνε τα
πόδια τους νευρικά –
κι αυτό είναι
-αυτό!-
το μέτρο των στίχων μου.

                (Το μέτρο)

Σκαλίζοντας ο ίδιος ένα μικρό βιογραφικό σημείωμα για όπου και όταν χρειαζόταν, συστηνόταν ως εξής:

Ο επιλεγόμενος Θεόδωρος ο γκαν-γκαν.
Γεννηθείς το 1963 εν Αθήναις (με ρίζες εις Καζακλάρ, επ. Τυρνάβου και αλλαχού).
Έχω κάνει πολλά και διάφορα μέχρι τούδε. Προκοπή δεν έκανα, διότι δεν μου πάει.

Έχω γράψει πολλά ποιήματα κυρίως. ιστορίες για αγρίους κ.ά. Πολλά δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς, εδώ κι εκεί, σε περιοδικά λογοτεχνικά και πολιτικά, σε φανζίν καθώς και στον επαρχιακό τύπο. Ποίημά μου πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Νέο Σοσιαλιστή», τροτσκιστικό εφημεριδάκι της μεταπολίτευσης. Ποιητικές συλλογές επισήμως έχω βγάλει τα Μαύρα Μάτια, Πλανόδιον 2006, και παλιότερα τα νεανικά 22 ποιήματα και Πολύ ευγενής, αρχές Δεκ. ’80. Συνήθως διακινώ τα ποιήματά μου εκτός εμπορίου υπό μορφή μικρών αυτοσχέδιων φυλλαδίων, με πιο γνωστό ίσως το Αγγούρια και μαργαρίτες. Ηλεκτρονικά κυκλοφορεί η συλλογή Κούκου-νιάου, Ενδυμίων 2017. Στην δε ομαδική συλλογή Επ7ά φωνές, Εξιτήριον 2018, συμμετέχω με κάποια λεγόμενα «Γαλλικά μου τραγούδια».

Η καλύτερή μου πάντως, είναι τα «λάιβ» μας, κάτι αρμένικες βραδιές αντεργκράουντ ποίησης και μουσικής μέχρι πρωίας σε λογής καταγώγια της Ανατολικής Όχθης των Αθηνών!

Κι’ οι φίλοι μου
είναι
όλοι τους
ένας κι’ ένας που λένε
Περιθωριακοί μεν
αλλά ιδιοφυίες
όλοι τους
Συνομιλητές σπουδαίοι
Μαχητές των δρόμων γενναίοι
Γερά ποτήρια
Ποιήματα πιο γερά κι’ από ποτήρια ακόμα
Καμμία* σχέση εννοείται με βραβεία κι εξουσίες
ή καριέρες
Όλοι
όλοι τους – όλοι μας
Καλοφαγάδες
Κι ας μην έχουμε να φάμε
(να μην έχουμε καν έναν πλούσιο φίλο…)
Όλοι
όλοι τους – όλοι μας εν τούτοις
με καλό γούστο
(για το οποίο δεν φημίζεται η μπουρζουαζία,
την οποία όμως και με το δίκιο μας την έχουμε χεσμένη…)
-αυτό είναι το ωραιότερό μου
ποίημα, το συνεχίζω αύριο ή συνεχίστε το εσείς –

                      (Είμαι οι φίλοι μου)

Ποίηση για τον Μπασιάκο είναι το πάθος (με τη διττή έννοια) και η μαρτυρία των καιρών – και ποιητής αυτός που ζει σαν ποιητής. Αυτός δηλαδή που αντιλαμβάνεται τον κόσμο ποιητικά. Οι ποιητές «οφείλουν να ρίχνουν νέα συνθήματα στο πλήθος και να χάνονται ύστερα και οι ίδιοι μέσα στο πλήθος που ήδη γίνεται ποιητικός λαός». Και κρίνονται από τη στάση τους στη ζωή, κυρίως από τη στάση τους απέναντι στο κατεστημένο.

Γράφω θα πει δρόμος
(κι αντίστροφα…)
θα πει δρόμο παίρνω και δρόμο αφίνω
θα πει γυρνάω
περπάτημα
δημοσιές
σταυροδρόμια
θα πει τόποι/σταθμοί/πολιτείες/άνθρωποι/μουσικές ανθρώπων
Γράφω θα πει δρόμοι της μουσικής
και της αγάπης.

(Το γράψιμο)

Και αλλού:

Γράφω
με τα χέρια στις τσέπες,
αλά σουλατσαδόρος.
Γράφω με τα πόδια,
στον δρόμο.
Οι βόλτες μου είναι η ποιητική μου συλλογή.
(Κυκλοφορεί!)
Τα γραπτά μου – απλώς κάποια ίχνη π’ αφίνω πίσω μου
κι’ αργά ή γρήγορα θα χαθούν·
ελαφρές πες μελωδίες που σφυρίζω αδιάφορα
καθώς διασταυρώνομαι με τίποτ’ ύποπτους μπάτσους…

                                      (Με τα χέρια στις τσέπες)

Και βέβαια, δεν γίνεται επανάσταση χωρίς μουσική –«ο έρως θέλει φίλημα κι’ ο πόλεμος τραγούδια»–, χωρίς η ποίηση να καταφάσκει στη ζωή και να συμμετέχει σε αυτή. Με γλώσσα καθημερινή και ανεπιτήδευτη ο Μπασιάκος φτιάχνει ποίηση βαθύτατα ανθρωπιστική και τα ποιήματά του συντονίζονται και ακολουθούν την (καθημερινή) ζωή και τη στιγμή που δεν πρέπει να χαθεί.

Κατηφόριζα την Τοσίτσα – μπορεί και ν’ ανηφόριζα – αργά και ξάφνου στης νύχτας μέσα τη σιγαλιά ακούω ένα σαξόφωνο. Ήταν ο Άρης ο Βαμπίρ, ο Άρης ο Ρέτσος, μορφή εμβληματική της Πλατείας κι’ ηθοποιός σπουδαίος (τον είχαμε τότε πρόσφατα απολαύσει στη διονυσιακή «Μανία»…) π’ αυτοσχεδίαζε με το σαξόφωνό του στον ρυθμό μιας τζαζ μπαλάντας, εκεί στο περίφημο άγαλμα της Βορείου Ηπείρου… Κάθισα ήσυχα στο διπλανό παγκάκι και τον άφισα να παίζει για πάρτη του και για μένα all night long.

Μα τον άγιο John Coltrane, μα την αγία Billie Holiday, φχαριστήθηκα μελαγχολία εκείνη τη νύχτα.

                                                                                                  (Νυχτοπερπατήματα)

H εξύμνηση της ζωής, της ζώσας ζωής, αυτό το ζωοφόρο και νικηφόρο και γλεντζέδικο Vivere Freakolosamente που υπερασπίστηκε μέχρι τέλους ο Τεό Μπασιάκ με την καρδιά και τις ιδέες του – ενάντια στο νεκρόφιλο και ατιμωτικό για τον άνθρωπο Vivere Pericolosamente των φασιστών – μοιάζει με ένα μεγαλειώδες τσιγγάνικο πανηγύρι που στήνεται ρεφενέ στη γη των ωραίων ανθρώπων, στη γη των προλετάριων.

Δεν είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος βαστάει από τον απόπατο
Ένα μικρό μόνο μέρος της ανθρωπότητας βαστάει από τον απόπατο.
Οι άνθρωποι κατά βάσιν είναι
ωραίοι άνθρωποι

που βαστάνε απ’ τα σύγνεφα / βαστάνε απ’ τα Παρίσια / βαστάνε απ’ τους γκρεμνούς / βαστάνε απ’ τ’ αμείλικτα ερωτηματικά της ρετσίνας των ξηροσφυράδικων / απ’ τις φιλοφρονήσεις και τις προπόσεις / βαστάνε απ’ το καπέλο του θαυματοποιού με τα πουλιά / βαστάνε απ’ τα δειλινά / απ’ το γιασεμί και τα λαϊκά κεντήματα / βαστάνε ιδίως απ’ τις “καλημέρες”/βαστάνε απ’ τα τυπογραφεία και τα βιβλιοδετεία/βαστάνε από τις τροχιές των πεφτάστερων/βαστάνε απ’ τους ψιθύρους των λουλουδιών του Χλέμπνικωφ κι’ απ’ τη φλογέρα του Λογαρίδη/βαστάνε απ’ τ’ αποστακτήρια σπιτικής μολδαβέζικης βότκας/βαστάνε απ’ τα δακτυλίδια του καπνού/απ’ τα φοιτητικά δωμάτια/βαστάνε απ’ τις περιοδείες των μπουλουκιών στα κατσάβραχα/βαστάνε απ’ τις ευφάνταστες παρλάτες των κομπογιαννιτών/ βαστάνε απ’ το τόπι που παίζει που παίζει κάποιο κοριτσάκι/βαστάνε απ’ τα σφυρίγματα του αλήτη/βαστάνε απ’ το φιλί του μερακλή/βαστάνε απ’ τ’ ανατολίτικα παζάρια κι’ απ’ τους αράπικους τεκέδες/απ’ την καπνιά και τις ομίχλες των σιδηροδρομικών σταθμών/απ’ τα τσίρκα των ψύλλων/βαστάνε απ’ το χαμόγελο/βαστάνε από το γέλιο/βαστάνε από τα κουδουνάκια της πρωινής σκουπιδιάρας κι απ’ τα πρώτα πρωινά πουλάκια/βαστάν επίσης απ’ τον κόκκορα που λαλεί μες στο σκοτάδι/βαστάνε απ’ τα όνειρα στα συντρίμμια των χθεσινών ονείρων/
ωραίοι άνθρωποι
που βαστάνε από τις πλάκες εκείνες τις παλιές του γραμμοφώνου με τα παθητικά τανγκό και τα τσιγγάνικα εμβατήρια…
Όχι, λοιπόν, δεν είναι αλήθεια πως όλοι οι άνθρωποι βαστούν απ’ τον απόπατο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι απλώς βαστάνε απ’ τον πίθηκο και πιστεύουν στο θεό/άλλοι πάλι στον Κινγκ Κονγκ…

(Μα κατά πώς λέει η Κατερίνα σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος!)
(Δεν είναι αλήθεια…)

Vivere Freakolosamente συμβαίνει κάθε φορά που περιγελούμε τον πολιτισμό των κατά Μπασιάκο επικίνδυνων ηλίθιων «ΚΔΩΑ» που μας κυβερνούν («Κτηνώδης Δύναμις Ογκώδης Άγνοια»), κάθε φορά που βγάζουμε τη γλώσσα και πολεμάμε το πλιάτσικο και την αρπαγή που είναι η «κουλτούρα των τσοπαναραίων» και σήμερα έχει εξελιχθεί σε αυτό που ονομάζουμε νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.

Να δουλεύεις για να δουλεύεις.
Να τρως για να τρως
Έτσι πάει!
Να δουλεύεις για να τρως, δεν το καταλαβαίνω.
Να μη δουλεύεις για να μην τρως, αυτό το καταλαβαίνει ο
νεοφιλελεύθερος μόνον
κι ο Απόστολος Παύλος βεβαίως.
(Ποτέ μου δεν τον χώνεψα τον Απόστολο Παύλο).
Η αγάπη, λέει ο μπάρμπα Κάρολος κάπου, ανταλλάσσεται μόνον με
αγάπη.
Γι’ αυτό κι’ εγώ:
είμαι νεαρός μαρξιστής

Επί τη ευκαιρία, αύριο είναι εργάσιμη μέρα ή καθόμαστε;
(Ρωτάω, διότι προτιμώ να καθόμαστε και να πληρωνόμαστε παρά να εργαζόμαστε και να μη πληρωνόμαστε).

                                      (Αμ’ πώς!)

Μέχρι τη στιγμή που θα φανταστούμε και θα πραγματώσουμε έναν άλλο κόσμο, ένα συλλογικό Vivere Freakolosamente, όχι για να πεθάνουμε ευτυχισμένοι, αλλά για να ζήσουμε ελεύθεροι.

Δεν μου αρέσει η ευτυχία. Άμα μυρίζομαι ευτυχία το στρίβω αλα γαλλικά. Προορισμός μας σ’ αυτή τη ζωή είναι η ελευθερία, όχι η ευτυχία. Τα κλουβιά κι’ οι ανέσεις τους δεν είναι για μας τους κορυδαλλούς.

Επ’ ευκαιρία: Τι σχέση μπορεί να έχουν με φυλακές οι κορυδαλλοί; Αδιανόητο! Πρέπει αμέσως να καταργηθούν οι φυλακές ή ν’ αλλάξει όνομα η συνοικία πρέπει.

Τα καναρίνια: Καλές φωνές. Και τα τραγούδι τους «πιασάρικα», «πουλάνε». Εμένα όμως δεν με συγκινούν. Καναβούρι κι ευτυχία – άστο καλύτερα.

Καλά λέει ο Μαγιακόφσκι: Στραγγαλίστε τα καναρίνια!

                                                 (Ornithology)

Vivere Freakolosamente, λοιπόν, και στην υγειά της Άνοιξης!

Είναι η εποχή των ποιητών
των λουλουδιών
των γαϊδάρων
Είν’ η εποχή των αναταραχών
του Μάη του ‘68
της Άνοιξης της Πράγας
(και της Κομμούνας, φυσικά)
Είν’ η εποχή των ωραίων καταστάσεων.
Ε ο υ ΐ!
έτσι λέει κάνουν τ’ αγριολούλουδα σαν ανθίζουν,
ο Χλέμπνικωφ το λέει.

Σε λίγες μέρες, πάνω κάτω μαζί με την παγκόσμια ημέρα Ποίησης, θα μας αλλάξουν πάλι την ώρα, θα μας βάλουν να γυρνάμε πάλι μπρος-πίσω μια ώρα τα ρολόγια… Το γνωστό βαρετό αστικοδημοκρατικό τροπάρι.

Αλλά εμείς, αδέρφια, εμείς όχι!
Εμείς είμαστε με τους ηρωϊκούς Κομμουνάρους,
που πυροβόλαγαν τα ρολόγια:
Κάτω ο μπουρζουάδικος χρόνος σας!
(Το δίχως άλλο το πιο σπουδαίο επεισόδιο επαναστατικής βίας όλων των εποχών!)
Εμείς θέμε:
Ρολόγια δίχως δείκτες! Ζωή δίχως θεούς και αφέντες!

                                              (Άνοιξη)

Vivere Freakolosamente και στην υγειά των φρηκ, των μπήτουλων και των νυχτερινών μπλουζ!

Το σκέφτηκα πολλές φορές
να ξεπουλήσω τη μικρή μου βιβλιοθήκη
Μ’ ένα ευρώ το κομμάτι, μαζεύονται 6-7 χιλιαρικάκια.
Είναι μι’ ανάσα.
Στο μεταξύ μαζεύονται οι λογαριασμοί τα χρέη
-δέκο, εφορία, τράπεζες –
Έννοια σου, θα τους ξοφλήσω με βιβλία
(σπάνιοι πολύτιμοι τίτλοι)
Κι’ αν τους αρέσει.
Αν δεν τους αρέσει, μι’ ακόμα απόδειξη
πόσο βάρβαρη, αμόρφωτη, κακόγουστη είναι
κι’ άξια μονάχα περιφρόνησης
η παρακμιακή αστική τάξη των καιρών μας.
Εγώ τα βιβλία θα τα κάνω όλα παστουρμά, τσιγάρα και ρετσίνα
(Έξω φτώχεια!)
Θα κρατήσω μονάχα το «Γαργαντούα και Πανταγκρυέλ»,
καρδιά μου,
Να το ‘χουμε για προσκεφάλι σα πλαγιάζουμε στα σανίδια.

                                         (Τα blues των 10.38 μ.μ.)

Vivere Freakolosamente και γεμίζουν τα ποτήρια στη μνήμη σου, τρυφερότατε ποιητή Γκαγκάν Μυτεράν!

Έχω κατασταλάξει στα 50 τόσα μου:

Αληθινός πολιτισμός – κι’ ίσως το μόνο που μένει, που θα μείνει – είναι τα ήθη και τα έθιμα και η αισθητική του περιθωρίου και του υπογείου, των ουτιδανών, των φρικιών, των εργατικών, των αράπηδων, των ρεμπέτηδων και των τζαζιστών, των λεγόμενων μειονοτήτων – εμένα τουλάχιστον εκεί θα με βρείτε…

Αλλά – μη μ’ ακούτε συνάδελφοι – μπορείτε αν θέλετε να βρείτε και καμμιά τρύπα να τρυπώσετε κι εσείς στο σύστημα, μην είστε κορόϊδα!

ΥΓ. (Όχι πως είμαστε τίποτε άγιοι εμείς… μα δεν το παίζουμε κι ούτε είμαστε Κύριοι και Κυρίες εμείς… Αντίο σας!)

(Εγωπρόβατα)

(Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Κώστα Δεσποινιάδη των εκδόσεων Πανοπτικόν για την απόφαση της συγκεντρωτικής έκδοσης του έργου του Θεόδωρου Μπασιάκου (1963 – 2020). Μαζί με τη Μαριάνθη Μαρκοπούλου, σύντροφο του ποιητή, επιμελούνται και παραδίδουν στους αναγνώστες ένα βιβλίο φτιαγμένο με υποδειγματική φροντίδα και περισσή αγάπη. Στο εισαγωγικό τους σημείωμα αναφέρουν: «Ο Μπασιάκος, προέρχεται από τον αστερισμό των βιολιών, εκεί που ό,τι ακούς, ό,τι διαβάζεις, ότι αγαπάς σε ποτίζει μέχρι το μεδούλι. Η ζωή η ίδια είναι το ποίημα. Ελπίζοντας, λοιπόν, ότι δεν προδώσαμε σε κανένα σημείο το πνεύμα και τη θέληση του Θόδωρου, παραδίδουμε τα άπαντα/άπα(ν)τα του Γκαγκάν, ο οποίος μειδιώντας από εκεί που βρίσκεται, θα γεμίζει το ποτήρι του, θα ανάβει τσιγάρο και θα λέει εβίβα στους φίλους και αγνώστους που θα πάρουν στα χέρια τους το βιβλίο αυτό»).

  • Σημείωση: Στην έκδοση κρατήθηκε, κατόπιν επιθυμίας του ποιητή, η ορθογραφία και η αισθητική που ήθελε να έχουν οι συλλογές του. Ιδιαίτερα στο ζήτημα της ορθογραφίας, ο Μπασιάκος είχε ιδιαίτερες απόψεις, στις οποίες επέμενε και ήθελε να γίνουν σεβαστές. Όπως έγραφε: «Ξέρω τρεις ορθογραφίες, τουλάχιστον, αλλά βεβαίως γράφω όπως μου γουστάρει. Και επί τη ευκαιρία θα ζητούσα κι απ’ τους εκδότες περιοδικών και μπλόγκερς που δημοσιεύουν κομμάτια μου να διατηρούν την ορθο-ανορθογραφία μου, όχι ότι με πειράζει, ό,τι θέλει ας κάνει καθείς, αλλά κι εγώ για κάποιο λόγο γράφω ό,τι γράφω έτσι όπως το γράφω».

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.rednblack.gr/stiles/i-antergkraount-poiisi-kai-to-vivere-freakolosamente-tou-theodorou-basiakou/?fbclid=IwAR3EOh5etWGCv0vGSlutDPiPYLUB0LJALRIQBmrVhKEXzW4SdqlIysQOF7E

Γιώτα Τεμπρίδου, «Σου γράφω πάλι από ανάγκη»: Η εξαιρετική περίπτωση της Παρβάνα Αμίρι

Παρβάνα Αμίρι, Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα, μτφ. Χρίστος Μάης, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2021.

Η Παρβάνα Αμίρι, το κορίτσι με την άσπαστη πένα, είναι σήμερα δεκαεφτά ετών και ζει στην Ελλάδα[1]. Γεννήθηκε στο Αφγανιστάν, πέρασε από το Πακιστάν, το Ιράν και την Τουρκία, έζησε στη Μόρια και στη Ριτσώνα. Τη γνωρίσαμε όταν μας έγραψε μια σειρά από γράμματα, όχι στη μητρική της γλώσσα, αλλά στα αγγλικά. Την αποστολή των γραμμάτων, την κυκλοφορία τους στο ίντερνετ δηλαδή αλλά και τη μετάφρασή τους στα ελληνικά, ανέλαβε το δίκτυο Welcome to Europe. Αυτά έγιναν το 2020. Τη σκυτάλη πήραν μετά οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, που φρόντισαν την έντυπη έκδοση των γραμμάτων της Παρβάνα Αμίρι Η πένα μου δεν σπάει, τα σύνορα είναι που θα σπάσουν: Γράμματα στον κόσμο από τη Μόρια. Τα δεκατέσσερα γράμματά της ανοίγουν με τα λόγια «μπες στη θέση μας», δυσπιστούν στα σύνορα και έχουν, νομίζω, αφυπνίσει αλλά και ενδυναμώσει ήδη πολλές από εμάς. Χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι η έγνοια της Παρβάνα να δώσει φωνή σε όσο περισσότερες και περισσότερους μπορεί. Δεν μας προσφέρει έτσι την ιστορία μιας προσφύγισσας, αλλά πολλές προσφυγικές ιστορίες· ή πάλι: σκόρπιες στιγμές ενός συλλογικού βιώματος[2].

Και ενώ τα γράμματά της ταξιδεύουν ανά τον κόσμο (θα μεταφραστούν μάλιστα το επόμενο διάστημα στα ισπανικά), η Παρβάνα μεταφέρεται στο στρατόπεδο προσφύγων της Ριτσώνας. Στο ανήσυχο χέρι της συνεχίζει να έχει την πένα της, με αποτέλεσμα στην εκπνοή του 2021 να κυκλοφορήσει, από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες ξανά, το δεύτερο βιβλίο της Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα. Γράφεται και αυτό στα αγγλικά, τη μετάφραση αναλαμβάνει ο Χρίστος Μάης αυτή τη φορά. Η Παρβάνα, που γνωρίζει πόση αξία έχει «να βοηθάς, να μοιράζεσαι, να δίνεις, να προσέχεις τις άλλες» (26), μας καλεί μέσα στο στρατόπεδο της Ριτσώνας τώρα, να δούμε με τα μάτια μας, να ακούσουμε με τα αυτιά μας, να γνωρίσουμε ανθρώπους που είναι σαν εμάς –μόνο πιο άτυχοι. Η έννοια των συνόρων συνεχίζει να την απασχολεί, στην εξίσωση μπαίνει όμως τώρα και μια παράμετρος ακόμα: η πανδημία.

Το καινούργιο βιβλίο της Παρβάνα Αμίρι ανοίγει με μια αγκαλιά, ένα βουνό, έναν ωκεανό, μια κοιλάδα, έναν γαλαξία και μερικά άστρα ευχαριστιών. Ακολουθεί ένα κείμενο-μανιφέστο με τίτλο «Ποιος είναι πρόσφυγας;». Οι πρόσφυγες είναι συνηθισμένα ανθρώπινα όντα: «το ορφανό παιδί, η ανύπαντρη μητέρα, οι ηλικιωμένοι γονείς, οι ευάλωτοι άνθρωποι, τα θύματα πολέμου»(12, 13), εξηγεί η Παρβάνα και μας προετοιμάζει για ό,τι έπεται. Έπεται η καταγραφή εμπειριών-πορειών: την πορεία προς την Ευρώπη ακολουθεί η πορεία προς το άσυλο, την ενσωμάτωση, την αξιοπρεπή ζωή. Έπεται η αφήγηση ιστοριών «αναμονής και υπομονής» (152), που είναι γεμάτες «διακρίσεις, ανισότητα, καταπίεση», αβεβαιότητα για το μέλλον (14). Είκοσι εφτά αριθμημένα γράμματα, το πρώτο από τα οποία γράφεται τον Μάρτιο του 2020.

Ήδη από το πρώτο αυτό γράμμα, «Η Ριτσώνα υπό τον CoVid-19», στο επίκεντρο τίθεται η πανδημία. Η πανδημία που βρίσκει τους πρόσφυγες συνωστισμένους, χωρίς ενημέρωση, χωρίς πόσιμο νερό. Τον κορωνοϊό αφορούν και τα αμέσως επόμενα γράμματα. Στο δεύτερο, «Έσπασε η αλυσίδα», ο ιός φτάνει στο στρατόπεδο. Το τρίτο απαντάει με διαύγεια στο ερώτημα «Τι μας διδάσκει ο κορωνοϊός;». Μας διδάσκει πολλά, ανάμεσα στα οποία και «τι σημαίνει να είσαι προσφύγισσα. Τι σημαίνει να είσαι ευάλωτη, να σε αγνοούν· να είσαι ζωντανή, αλλά κρυμμένη· ελεύθερη, αλλά σε φυλακή· με χιλιάδες λέξεις, χιλιάδες σκέψεις, αλλά υποχρεωμένη να παραμένεις σιωπηλή» (27). Το τέταρτο, «Δημόσια ασφάλεια ή μαζικός αφανισμός;», αφορά τη συνθήκη της καραντίνας. «Τι σημαίνει καραντίνα σε ένα στρατόπεδο προσφύγων» όμως; Μια υπεύθυνη απάντηση θα μπορούσε να δοθεί μόνο μέσα από ένα τέτοιο στρατόπεδο.

Βασικός άξονας του βιβλίου παραμένει βέβαια η ζωή των προσφύγων, η μοίρα των προσφυγισσών. Η Παρβάνα γράφει για όλα αυτά που τους λείπουν, την υποτίμηση που υφίστανται, τη ζημιά που έχουν υποστεί, την παραμέληση των παιδιών, την κατάθλιψη, τα ψυχολογικά προβλήματα μικρών και μεγάλων. Γράφει για χαμένες ελπίδες, ανυπέρβλητες δυσκολίες, τείχη γύρω από στρατόπεδα, φωνές που (δεν) φιμώνονται, παραβιάσεις δικαιωμάτων, μια ημέρα στη δουλειά, μια αυτοκτονία και μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας, μια φωτιά και μια εκκένωση, έναν βιασμό. Γράφει για ζωές σε αναστολή.

Στην προσπάθειά της να είναι λεπτομερής και περιγραφική, μπαίνει σε ρόλο μάνας, πατέρα, γιαγιάς, παιδιού. Διατυπώνει ερωτήματα, αμφισβητεί, κατακεραυνώνει, διεκδικεί, απαιτεί: «Και μην παριστάνετε πως μας υποστηρίζετε φωτογραφίζοντάς μας και ανεβάζοντάς μας στο Facebook.» (53), «Θέλουμε τις γροθιές σας υψωμένες για εμάς, όχι εναντίον μας!» (56), «Θα έμενες σιωπηλός μπροστά σε αυτή την αθλιότητα;» (112), «Αγαπημένοι μου γονείς, θέλω να παραπονεθώ για τις πράξεις σας.» (105), «Αγαπητό Κράτος, δεν σε εμπιστευόμαστε!» (113), «Υποστηρίξτε μας. Σταθείτε αλληλέγγυες. Μην τους επιτρέψετε να μας απομονώσουν.» (117), «Απαιτούμε τα δικαιώματά μας σε αξιοπρεπή διαβίωση, αξιοπρεπή εργασία, αξιοπρεπή στέγαση, σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και εκπαίδευση.» (123).

Η Παρβάνα δίνει φωνή στη μικρή Rahela, που έχει μια τρύπα στην καρδιά, και στη μητέρα της που πασχίζει να τη σώσει. Σε μια εξηντάχρονη μάνα και γιαγιά, με άντρα θαμμένο στο Ιράν, αδέρφια θαμμένα στο Αφγανιστάν και γιο στη φυλακή. Σε μια παντρεμένη μητέρα που καταχωρείται ως ανύπαντρη επειδή το γραφείο ασύλου δεν αναγνωρίζει τον γάμο της. Σε έναν περήφανο αγρότη. Σε έναν δεκαεφτάχρονο που περνάει τις μέρες του στα κρεμμυδοχώραφα –κρεμμύδια ξεθάβει, όνειρα θάβει. Στη Farishta που μια πυρκαγιά τη φέρνει για λίγο από τη Μαλακάσα στη Ριτσώνα. Σε μια δεκαπεντάχρονη που τη βιάζει ένας φίλος της. Σε έναν ξεριζωμένο Αφγανό πατέρα. Και σε άλλες και άλλους. Από τις σελίδες του βιβλίου της περνάνε λαθρέμποροι που τάζουν, αστυνομικές δυνάμεις που δεν βοηθούν, δεξιές ομάδες που επιτίθενται, αρχές που υπόσχονται και εύκολα ξεχνούν. Η προσοχή της όμως είναι στραμμένη στους με κάθε τρόπο πληγωμένους, στις γυναίκες που έχουν υποστεί κάθε λογής βία από οικείους και ξένους, σε αγόρια και κορίτσια που μεγαλώνουν περιστοιχισμένα από απειλές, σε τόπους ξεχασμένους.

Είκοσι εφτά γράμματα μετά, η Παρβάνα γράφει έναν «Αποχαιρετισμό στη Ριτσώνα»: Στην κατακλείδα της αποχαιρετά τη Ριτσώνα, που «δεν ήταν ποτέ ένα απλό στρατόπεδο» (171). Την αποχαιρετά, παίρνοντας την πένα της μαζί, γνωρίζοντας πως «υπάρχουν κι άλλες ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν κι άλλες λέξεις που πρέπει να γραφτούν» (167). Καταγράφει πράγματα που θα της λείψουν· θα της λείψουν άνθρωποι, αισθήσεις και στιγμές. Εικόνες και αναμνήσεις που θα πάρει μαζί: «Ποτέ δεν θα ξεχάσω» (169). Καταλήγει στη δήλωση (που είναι και υπόσχεση μαζί) πως «το ταξίδι και ο αγώνας συνεχίζονται» (171). Πρόκειται πάντα για έναν αγώνα συλλογικό. Η Παρβάνα δεν παλεύει για το δικό της μόνο μέλλον αλλά και για πολλών ακόμα παιδιών, εφήβων, ανθρώπων, γυναικών.

Την έκδοση πλαισιώνει ένα επίμετρο του Γιώργου Σπυρόπουλου, που είναι μέλος της συνέλευσης Stop War on Migrants. Η ανάγνωση του βιβλίου μάς αφήνει με ένα μούδιασμα, κάτω από το οποίο είναι κάτι άλλο που εκκολάπτεται –μια διάχυτη αίσθηση θάρρους. «Θάρρος είναι να μπαίνεις στη θέση αυτών που επιζητούν τα δικαιώματά τους ανά τον κόσμο» (41), γράφει η Παρβάνα. Η Παρβάνα που μας ζητά επίμονα «μαζί να παλέψουμε για το κοινό μας καλό» (123). Η Παρβάνα που δεν εφησυχάζει –επισκέπτεται στρατόπεδα προσφύγων, παίρνει μικρόφωνα, καλεί σε διαμαρτυρίες· παρατηρεί, σκέφτεται, αντιδρά και γράφει.

Η Παρβάνα που επιλέγει να μην πορεύεται μόνη. Με την ολοκλήρωση του βιβλίου της, λέει «και τώρα η σειρά σας», ανεβάζει δυο πιθανούς τίτλους στο Facebook και συζητάει γνώμες και προτάσεις γνωστών και αγνώστων. Η Παρβάνα που σε κοιτάει και με αγωνία σε ρωτάει πώς σου φάνηκε το βιβλίο της: «Τι θα μπορούσα να αλλάξω;». Δεν συγκρατεί τον ενθουσιασμό της όταν ακούει πως πολλές περιμένουν να τη γνωρίσουν στην παρουσίασή της. Η Παρβάνα που, με αγωνία ξανά, ρωτάει «και τα ποιήματα;» και εγώ που τότε μόνο πληροφορούμαι πως γράφει και ποιήματα –ετοιμάζονται από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες και αυτά[3]. Η Παρβάνα με δυο βιβλία-βόμβες στο ενεργητικό της και εγώ που ξεκίνησα να γράφω για μια έκδοση που θεωρώ τόσο σημαντική και διαπίστωσα πως θα ήταν καλύτερα όλα μόνη της να μας τα πει.

Η Παρβάνα· και δίπλα της εμείς.

*Επειδή δεν μπορεί να αποτελεί η γνώση της ελληνικής προϋπόθεση για να συναντηθείτε με την (εξόχως συμπεριληπτική) Παρβάνα Αμίρι, ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα αγγλικά από τη Λία Γυιόκα.

Writing Out of Need: The Exceptional Case of Parwana Amiri

Parwana Amiri, Suspended lives: Letters to the World from Ritsona, translated by Christos Mais, Akyvernetes Politeies, Thessaloniki 2021.

Parwana Amiri, the girl with the unbreakable pen, is now seventeen and lives in Greece.[4] Born in Afghanistan, she passed through Pakistan, Iran and Turkey, lived in Moria and Ritsona. We first met her through her letters. She wrote and published them in English, not in her native language. The Welcome to Europe Network immediately undertook their translation into Greek, as well as their online publication and distribution, in 2020. The baton was then passed to the Akyvernetes Politeies Editions, that took care of publishing Parwana Amiri’s fourteen letters in book form:My Pen Won’t Break, but Borders Will: Letters to the world from Moria. Her fundamental distrust in the borders is captured in the introductory words: “Put yourself in our place”. They have awakened and strengthened many of us already. The epistles are marked by Parwana’s constant concern to give voice to as many as possible. They do not offer us the story of one refugee, but of several; or, one might even say, they are scattered instances of a collective experience.[5]

And while her letters were travelling around the world (they are currently being translated into Spanish), Parwana was transferred to the Ritsona refugee camp. Her restless hand clung tightly to the pen, and by the end of 2021 she had produced her second book, to be published again by Akyvernetes Politeies: Lives in Suspension: Letters to the World from Ritsona. The text was again written in English, and this time was translated into Greek by Christos Mais. In this book, fully aware of the value of “helping, sharing, giving, caring for others” (26), Parwana invites us straight into the Ritsona camp, and urges us to look at with our own eyes, listen to with our own ears, and meet in person, humans who are just like us, only more unlucky. The issue of borders continues to pervade her writing, yet a new parameter enters the equation: the CoVid pandemic.

Parwana Amiri’s new book opens with a wide embrace, a mountain, an ocean, a valley, a galaxy and a handful of thanksgiving stars. There follows a manifesto-like passage asking “who is a refugee?”. Refugees are ordinary human beings: “an orphan child, a single mother, elderly parents, vulnerable people, victims of wars” (12, 13). Parwana explains and prepares us for what is in order. First, she presents accounts of personal experiences / itineraries: the journey to Europe is followed by the journey through asylum procedures, towards integration, towards a dignified life. After that comes the telling of “stories of waiting and patience” (152), full of “discrimination, inequality, oppression”, full of uncertainty about the future (14). All in all, the volume hosts twenty-seven numbered letters, the first of which dates from March 2020.

Already in her first letter, entitled “Ritsona under CoVid-19”, the pandemic comes to the fore. CoVid finds refugees crammed inside detention camps, with no information, and no drinking water. The next few letters are also about the corona virus. In the second one, “the chain breaks” and the virus reaches the camp. The third offers a lucid response to the question “What does the coronavirus teach us?”. It teaches us a lot, including “what it means to be a refugee. What does it mean to be vulnerable, to be ignored; to be alive but hidden; free but in prison; with a thousand words, a thousand thoughts, but obliged to remain silent” (27). The fourth, “Public security or mass destruction?”, discusses the conditions of quarantine. “What does it mean to be quarantined in a refugee camp?”. The only responsible answer can come from inside a refugee camp.

The main axis of the book is naturally the life of refugees, the fate of refugee women. Parwana writes about all those things they lack, the devaluation they face, the damage they have suffered, the neglect of children, depression, the psychological problems affecting young and old alike. She writes about lost hopes, insurmountable difficulties, walls around camps, voices (not) silenced, rights violations, a day at work, a suicide, a protest, a fire, evacuation, rape. She actually writes about lives in suspension.

In her effort to be thorough and descriptive, she takes up the role of mother, father, grandmother, child. She asks questions, argues, explodes, exclaims, demands: “And do not pretend you support us by taking our picture and uploading it on Facebook.” (53), “We need your fists raised for us, not against us!” (56), “Would you remain silent in the face of this misery?” (112), “My dear parents, I would like to complain about your actions.” (105), “Dear State, we do not trust you!” (113), “Support us. Stand in solidarity with us. Do not let them isolate us.” (117), “We demand our rights to a decent life, a decent job, a decent home, our rights to healthcare and education.” (123).

Parwana lends her voice to young Rahela, who has a hole in her heart, and to her mother who is struggling to save her. She speaks for a sixty-year-old mother and grandmother, with a husband buried in Iran, brothers buried in Afghanistan and a son in prison. For a married mother who gets registered as unmarried because the asylum office does not recognize her marriage. She speaks for a proud farmer. For a seventeen-year-old who spends his days in the onion fields – digging up onions, burying his dreams in the soil. She speaks for Farishta, who will briefly come to Ritsona after a fire breaks out in Malakasa. For a fifteen-year-old girl who gets raped by a friend. For an uprooted Afghan father. For more and more people. Smugglers who offer promises, police officers who do not offer help, right-wing groups that launch attacks, authorities that easily forget their duties. Yet her focus remains on the wounded, on the women who have suffered all kinds of violence by relatives and strangers, on the boys and girls who grow up amidst all kinds of threats, in places abandoned and forgotten.

Twenty-seven letters into the book, Parwana writes a “Farewell to Ritsona”: At the end she says goodbye to Ritsona, which “was always more than just a refugee camp” (171). She bids farewell to the camp, packing her pen with her, knowing that “there are more stories to be told and more words to be written” (167). She tries to record what she is going to miss; she will miss people, senses, moments. With her she will carry images and memories: “I will never forget” (169). She concludes with the statement (which is also a promise) that “the journey and the struggle shall go on” (171). It is always a collective struggle. Parwana is not fighting for her own future only, she is fighting for many more children, teenagers, humans, women.

The volume closes with an afterword by George Spyropoulos, a member of the Stop War on Migrants assembly. Reading the book leaves us with a certain numbness, yet beneath it looms a pervasive sense of courage. “Courageis to try putting yourself in the place of those who demand their rights around the world” (41), Parwana writes. Parwana insists on “fighting together for the common good” (123). Parwana is not complacent – she visits refugee camps, picks up the mike, calls for protests and mobilizes; she observes, she thinks, she reacts. She writes.

Parwana chooses not to walk alone. At the end of her book, she writes: “now it’s your turn”. She uploads two possible titles on Facebook and discusses opinions and suggestions with friends and strangers. Parwana looks at me and anxiously asks me what I thought of her book: “Do you think I should change something?”. She does not contain her excitement upon hearing about the people lining up to meet her at her presentation. Parwana, anxiously again, asks “and what about the poems?” and that is when it first strikes me that she also writes poems (a volume with her poetry is currently being prepared by Akyvernetes Politeies).[6] Parwana has delivered to us two explosive volumes and me, I started writing this note on a book I feel is so important, only to realize it would have been so much better all along if she had done all the talking herself.

This is Parwana. And this is us, right by her side.

[1] Όσο γράφω αυτές τις αράδες, είναι δεκαεφτά και βρίσκεται ακόμα στην Ελλάδα. Όταν τις διαβάζετε, θα έχει μεγαλώσει λίγο και πιθανότατα θα είναι κάπου αλλού.

[2] Μια παρουσίαση του βιβλίου αυτού, που έγινε στο πλαίσιο του 10ου Ελευθεριακού Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, με τη συμμετοχή της Παρβάνα Αμίρι, του Γιώργου Σπυρόπουλου και της Λίας Γυιόκα που ανέλαβε τη διερμηνεία, μπορείτε να ακούσετε εδώ: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Την Παρβάνα μπορείτε, αν θέλετε, να τη γνωρίσετε καλύτερα μέσα από συνεντεύξεις που έχει δώσει. Παραπέμπω ενδεικτικά σε δύο από αυτές, στη Μαρία Λούκα και στη Σταυρούλα Πουλημένη, αντίστοιχα: https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22.6.21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13.10.21).

[3] Όσο τα περιμένουμε, αποκλείεται να χάσουμε αν διαβάσουμε τις ιστορίες και άλλων προσφυγισσών. Προτείνω οπωσδήποτε το τρίγλωσσο (ελληνικά, αγγλικά, φαρσί) βιβλίο τής (επίσης δεκαεφτάχρονης Αφγανής) Μπεναζίρ Χοσσαϊνί Η καινούργια μου ζωή, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των ξένων.

[4] By the time these words reach you, Parwana has probably grown a little older and has left Greece.

[5] Link to the book presentation by Parwana herself at the 10th Libertarian Book Festival: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Links to two (of many) interviews she has given (to Maria Louka and to Stavroula Poulimeni respectively): https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22/06/21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13/10/21).

[6] Meanwhile, there is definitely no harm in reading the stories of other refugee girls. I fully recommend My New Life, written by Benazir Hossaini (also seventeen and also from Afghanistan), and published in three languages (Farsi, Greek and English) by the Editions des Etrangers.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mag.frear.gr/soy-grafo-pali-apo-anagki-i-exairetiki-periptosi-tis-parvana-amiri/?fbclid=IwAR03wcTGbeQM-rX4eUDotMuDl-oCNm0F7FsGY44IcMYJDgoJfy_s-3oHlFg

Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή, “Σαλός Μαγνήτης” της Ρωξάνης Νικολάου

Γράφει ο Αναστάσης Πισσούριος*

Μια κριτική σ’ ένα λογοτεχνικό έργο έχει χρέος να γίνεται πρωτίστως με σεβασμό προς το έργο. Κατά δεύτερον, επιτάσσεται η απαραίτητη προσοχή ώστε να μην κυριαρχήσει το συναίσθημα έναντι της κριτικής ανάλυσης. Κατά συνέπεια, ο ίδιος ο κριτικός επιβάλλεται να υπαγορεύει στην κριτική του να βρίσκεται με συνέπεια όχι κάπου αλλού αλλά πάντοτε εκεί, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να επιλέξω μια ποιητική συλλογή – για παράδειγμα τη συλλογή Σαλός Μαγνήτης της Ρωξάνης Νικολάου (εκδόσεις Φαρφουλάς 2022) και να τοποθετηθώ για το συγκεκριμένο έργο με διάφορα κοσμητικά επίθετα, μ’ εντυπωσιακές ποιητικές εκφράσεις, με συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις ή και με τη συνήθη πομπώδη χρήση του λόγου. Αντί αυτού, η συγκεκριμένη κριτική – και δη η κριτική εν γένει – είναι επιβεβλημένο να πιέζει το λογοτεχνικό έργο – για παράδειγμα εδώ τα ποιήματα της Νικολάου – στη μέγγενη και στη βάσανο του κριτικού ελέγχου. Το κατάλοιπο αυτής της εξαντλητικής πίεσης δεν μπορεί να μην το βαραίνει το θραύσμα της πολιτικά ιστορικής θέσης του εκάστοτε δημιουργήματος. Ο εντοπισμός της αλήθειας ενός λογοτεχνικού έργου δεν συνίσταται βέβαια στην επικαιροποίησή του αλλά στην ανάδειξη της σχέσης του με την καθολικότητα της πολιτικής του ύπαρξης. Η ποιητική συλλογή της Νικολάου για παράδειγμα ενδείκνυται για την πολιτική της ποιητική οντολογία. Είναι προφανές ότι τα ποιήματά της δεν συγκροτούν συνθηματικό λόγο ούτε βέβαια ρομαντικό κομεντί μονόλογο. Ένα αξιόλογο στοιχείο στην ποίηση της, το οποίο αφήνει χώρο για να λειτουργήσει το πολιτικό στοιχείο, έγκειται στην χώνευση των νοημάτων, στην επεξεργασία τους και τελικά στην προσφορά τους στον αναγνώστη ως ποίηση. Η επίτευξη της ποιητικής της εργασίας απαιτεί τον χώρο μιας πραγματικότητας, πέρα δηλαδή από γλωσσικά εφέ και συγκινησιακές, μεταφυσικού τύπου, επικαλύψεις. Στη συγκεκριμένη συλλογή, Σαλός Μαγνήτης η ποιήτρια καθιστά αναγκαία τη συνθήκη της χώρας της. Με άλλα λόγια, τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως αποκωδικοποιητές του κατεσταλμένου οικείου. Η ποιήτρια εκμυστηρεύεται όχι τα δικά της μυστικά αλλά της πατρίδας της. Η γυμνή και κρύα χώρα παραμένει ενεργή παρουσία στη συλλογή, απαλλαγμένη από τις εξαρτήσεις της μητρόπολης.


Στο ποίημα Μια κοπέλα που την έλεγαν Πέτρα, διακρίνει κανείς αυτήν ακριβώς την μοιραία παρουσία της πατρίδας, όχι ασφαλώς ως κάτι που αποσπάται από την ύπαρξη αλλά ως κάτι που την καθορίζει ως πολιτικό ον· ως, δηλαδή, «σάρκα ψυχής»:

«πως έριχνα μαύρη πέτρα
στην πατρίδα
κι εξουθενωμένη
από τη νοσταλγία έφτανα
σ’ ένα café του Μονάχου

και τη μαύρη πέτρα
σκέπασαν βρύα
κι η μαύρη πέτρα
που τη σκέπασαν βρύα
έγινε η σάρκα της ψυχής.»

Ο «σαλός μαγνήτης» της Ρωξάνης είναι ο ίδιος ύπαρξη και δη πολιτική ύπαρξη. Είναι ο σαλός μαγνήτης ο οποίος:

«Έσωσε λίγη γη απ’ τα δόντια τους και μέσα της κοιμήθηκε.
Στυλώνει με τα οστά του ανήκουστη μουσική.»

Είναι ο σαλός μαγνήτης η συνείδηση εκείνη που κρατάει «σπαθί από αίμα και λάσπη (αίμα και όνειρο)». Η πρωτοτυπία της ποιητικής δημιουργίας της Νικολάου μεταξύ άλλων συγχρόνων της, που υποτάσσονται στην ασφάλεια του συμβιβασμού, έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η συνείδηση δεν είναι δανεισμένη, ούτε ντυμένη με την καθαρότητα της ιστορίας και την αποκρυσταλλωμένη της μορφή. Αυτή η ιστορική συνείδηση βρίσκεται κατά την ποιήτρια κατάχαμα, χάμω, στο πάτωμα και πάνω στις πέτρες:

«Τις πέτρες φτιάχνω για τα χαλάσματά μου που όμορφα
θα σκορπιστούν μες στ’ αγριόχορτα και τις τσουκνίδες
δεν γράφω ποιήματα.»

Και βέβαια γράφει ποιήματα αλλά και βέβαια δε γράφει. Η γλώσσα-έρημος δεν της ανήκει:

«ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:
«η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωρίζει
η έρημος που μας καταπίνει».

(Όλα θα τ’ αγαπήσει ο καιρός)

Αυτή η συνείδηση κείται μακράν τους φωτός, ακόμα αναπνέει με πείσμα μόνο χώμα:

«Αντιγράφω τα λόγια της βρύσης σου: «αφότου έφυγες
στέκω των ερειπίων μπάστακας, νερό δεν έτρεξα ξανά
μόνο χώμα».»

Εναποθέτει τις δυνάμεις στον αγώνα για την αιώνια ήττα. Δεν υπάρχει νικηφόρα έκβαση στην ποίηση της Ρωξάνης· γι’ αυτό και δεν χρειάζεται ψόφιους ήρωες:

«ΘΥΜΗΣΟΥ ΟΠΟΙΑ ΩΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΠΩΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΎΡΟΥΜΕ ΤΟ ΧΩΜΑ ΜΑΣ
Βάζω τ’ αφτί μου στην κοιλιά της γης.
Ένα καρφί γυρνά μες στην καρδιά μου
χύνεται ακόμα αίμα
κι αυτή γεννάει όλο γεννάει.»

Αφού πια δεν υπάρχουν μυστικά, η συνείδηση σπασμένη και σπαρμένη σαν το χώμα της πατρίδας της, δημιουργεί την ίδια την πατρίδα ή το παγωμένο δέρμα της ύπαρξης όπως τιτλοφορείται το ακόλουθο ποίημα:

«Φορά παράταιρα ρούχα. Στο χέρι του
κρατά πουρόπετρα του Μάμμαρι.
Παραμιλά για τα δέντρα του που έπαθαν
άνοια και κατάθλιψη που ούτε τα πουλιά
δεν τα πλησιάζουν πια,
για τον παμπάλαιο αέρα του τόπου
που κλείστηκε κι εκείνος στον εαυτό του
αφού πρώτα είπε: «αφήστε με να κοιμηθώ,
να κουρνιάσω στ’ αγαπημένο χώμα,
το άθλιο εμπόριο να ξεχάσω.»

Τέλος, αν στη συλλογή Ψαλιδιστής (εκδόσεις Τεχνοδρόμιον 2018) ξεκινάει η σύνθεση του προσώπου – του σπασμένου πάντα προσώπου:

«Συνθέτω ένα σπασμένο πρόσωπο.
Αυτό το σπασμένο πρόσωπο…»

(Παραμύθι)

τότε στο Σαλός Μαγνήτης επιτελείται μια σύνθεση της πολιτικής συνείδησης του τόπου, του Κυπριακού τόπου, του τόπου εκείνου που ακόμα δεν υπάρχει, που ακόμα τρώει χώμα και μαγνητίζει «σκουπιδάκια και χνούδια του αέρα» κι αγωνίζεται να παραμείνει σαλός αλλά «ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

«ΑΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑΛΟΣ ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΘΕΕ
ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΝΟΥΔΙΑ ΤΟΥ
ΑΕΡΑ ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

*Από το https://www.monocleread.gr