Αλήτις Τσαλαχούρη, Το ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα, Εκδόσεις «Οδός Πανός»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Σπάνια αναφερόμαστε σ’ ένα βιβλίο, που έχει κυκλοφορήσει παλιότερα και για να ασχοληθούμε μ’ αυτό, θα πρέπει να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από τη αρχή μέχρι το τέλος του.

Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα», που κυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια από τις εκδόσεις «Οδός Πανός» και μας κέντρισε το ενδιαφέρον, τόσο για την πρωτοτυπία της, όσο και για την απλότητά της.

«Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι μια ποιητική συλλογή εξ’ ολοκλήρου γραμμένη σαν τηλεγράφημα. Οι στίχοι χωρίζονται με παύλες και σύμφωνα με τον υπότιτλο είναι «πεζοποίηση γραμμένη σαν τηλεγράφημα». Όμως, με τον τρόπο, που είναι γραμμένα τα ποιήματα, καταλαβαίνουμε αμέσως ότι πρόκειται για ποίηση καθώς υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και χαλαρή ως ανεπαίσθητη ομοιοκαταληξία.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο τίτλος της συλλογής είναι λίγο παραπλανητικός. Η ποίηση της Τσαλαχούρη δεν είναι απλά επαναστατική. Είναι αναρχική, τόσο για τον τρόπο με τον οποίο γράφει και τον αναλύσαμε πιο πάνω, όσο και για το περιεχόμενο των στίχων της.

Τα θέματα, που απασχολούν την ποιήτρια είναι κυρίως κοινωνικά. Η ποιητική της συλλογή ξεκινά με το «κουτσό σκυλί από πριόνι», που όλοι το διώχνουν και «πιάνει η χολή αέρα». Στα επόμενα ποιήματα συναντάμε μια λεπτή ειρωνεία: «Από ‘δώ και πέρα θα συνιστά τρομοκρατική πράξη η δημιουργία ουράνιου τόξου», αλλά και την ελπίδα, που παραμένει ακέραια στην πάλη για μια καλύτερη κοινωνία: «Η βαρβαρότητα κατατροπώνεται από τη θέληση για ελευθερία» και αλλού: «Εκτροχιασμένα βλέμματα – Θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο συθέμελα». Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες αναφέρονται σε αρκετά ποιήματα από τα οποία ξεχωρίσαμε τα: «Πατημένα γατιά», «Το δωμάτιο του Άδη» και το συγκλονιστικό «Το αγόρι με την μάινα στον ώμο».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι ένα πολύ δυνατό βιβλίο, από εκείνα, που λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και γι’ αυτό καταφέρνουν να μας εντυπωσιάσουν ευχάριστα.

*Στους συνδέσμους αυτούς θα διαβάσετε αποσπάσματα της συλλογής που δημοσιεύτηκαν στο Κόσκινο:

https://tokoskino.me/2016/11/12/%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%84%CE%B9%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/

https://tokoskino.me/2017/03/24/%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%84%CE%B9%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7-%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%AC-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/

https://tokoskino.me/2017/12/27/%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%84%CE%B9%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7-%CE%B4%CF%8D%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/

https://tokoskino.me/2018/06/02/%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%84%CE%B9%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7-%CE%B4%CF%8D%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-2/

Advertisements

Τα ρόδα της Οδού Ρόδων

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΙΟΥΛΟΣ

Γιώργος Πρεβεδουράκης
Οδός Ρόδων
Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ 2018

Είμαστε στο 2013 και ο Πρεβεδουράκης κυκλοφορεί το “Κλέφτικο”. Έχει ήδη κυκλοφορήσει το “Στιγμιόγραφο” το 2011, οπότε η παρουσία του, δεν μοιάζει κεραυνός εν αιθρία. Εδώ όμως, έχουμε μιαν άλλη ιστορία και με μιας, κάνει ένα επίτευγμα, τόσο συγγραφικά όσο και με τους νόμους και τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς που ορίζει τι είναι επιτυχία. Τα νούμερα δεν μπορούν να πουν ψέματα. Τρεις εκδόσεις (αν δεν απατώμαι), σε μια χώρα που πολλοί γράφουν, αλλά λίγοι διαβάζουν ποίηση. Το “Κλέφτικο” γίνεται θεατρικό και μελοποιείται, από τους Regressverbot, ενώ ετοιμάζεται και η αγγλική μετάφρασή του. Βρίσκει περισσότερα αυτιά, ανοίγει κι άλλες πόρτες. Γίνεται τρόπο τινά “ποπ”,για έναν κόσμο ο οποίος διασκεδάζει διαφορετικά, γυρνάει την πλάτη στο κυρίαρχο, διαβάζει διαφορετικά, εκτονώνεται διαφορετικά. Το ομώνυμο δε ποίημα της συλλογής (μεταγραφή του “Ουρλιαχτού” σε “Κλέφτικο”) , γίνεται ίσως και μια τρόπο τινά τοτέμ, για μια γενιά που ακολουθεί χρονικά τη γενιά του ίδιου του Πρεβεδουράκη και που λίγο ως πολύ το έχει για βραδινή προσευχή, κομμάτι της αυτοκριτικής της και θέμα συζήτησης με τον ψυχαναλυτή της.

Ακολουθούν τα “χαρτάκια”, που θυμίζουν τις αναζητήσεις του ποιητή στην πρώτη του συλλογή. Μικρές βραδυφλεγείς βόμβες, μα για μένα, όχι στο επίπεδο του “Κλέφτικου”., ακόμα κι αν ίσως συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Καθώς λοιπόν περιμέναμε την “Οδό Ρόδων”, είχα μια συζήτηση με μια φίλη, της οποίας τη γνώμη εκτιμώ πολύ και παίρνω πολύ στα σοβαρά. “Δύσκολα θα επαναλάβει ένα νέο “Κλέφτικο”, είναι κάτι που τον στιγμάτισε”. Από την άλλη, δεν μπορείς παρά να ονειρεύεσαι πως οι ποιητές γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, πως οι άνθρωποι γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, έστω και αν οι διαψεύσεις παραμένουν συντριπτικά περισσότερες από τις όποιες επιβεβαιώσεις.

Ήρθε λοιπόν η “Οδός Ρόδων” και όπως λέει κι ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εκδοτικό του σημείωμα για το βιβλίο, ο Πρεβεδουράκης έκανε ένα επίτευγμα. Ξεπέρασε θα πω εγώ το “Κλέφτικο” που τον όριζε και πήγε ακόμα παραπέρα ακόμα κι αν το ομώνυμο ποίημα θα μένει να πλανάται σαν ουρλιαχτό στ’ αυτιά όσων μπορούν ακόμα να ακούσουν.

“Οδός Ρόδων” λοιπόν και με ένα γρήγορο ψάξιμο στις μηχανές αναζήτησης, η πιο διάσημη, βρίσκεται στην Εκάλη. Από κει, ο Πρεβεδουράκης θα μιλήσει για όλους. Τους από δω και τους από κει, για εμάς (αν και το “εμείς” έχει πολλούς πατεράδες, όπως θα πει ο ίδιος) και για τους άλλους, για τις γενιές που φεύγουν, για τις γενιές που ήρθαν και για κείνες ακόμα που σε καροτσάκια κυκλοφορούν. Για τα μωρά των “άλλων” και για τον “δικό του” Μανώλη. Τα ποιήματα της “Οδού Ρόδων” δε θα γίνουν εύκολα συνθήματα στον τοίχο. Τα ποιήματα αυτά μοιάζουν να κατασκευάστηκαν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια κι ύστερα, σαν παζλ, κομμάτια τα έκανε και σε προκαλεί να τα συναρμολογήσεις. Για όλων τη γούνα έχει ράματα, μα πρωτίστως για τη δική του (χαμένη υπόθεση ο ποιητής Πρεβεδουράκης).

Ειρωνία, νταβάδες κι άγιοι, εικόνες, πολλές εικόνες, ένα σωρό “easter eggs”, όρεξη να ‘χεις να ψάχνεις και να περιπλανιέσαι στους δρόμους του ποιήματος, κι εκεί, σαν πινακίδες να χάσκουν τα πιο μικρά ποιήματα, βοηθήματα να μη χαθείς, ανάσες.

Η Ελλάδα που κουβαλάει ως βαρίδι την παράδοση, η Ελλάδα που ισορροπεί μεταξύ των Βαλκανίων και του να είναι ένας κράτος πλυντήριο, μα ευρωπαία καμώνεται πως είναι. Το συνάφι που κάνει κλίκες, οι άνθρωποι που ζουν λες και έχουν δεύτερη ζωή καβάτζα, οι άνθρωποι που ποτέ δεν έζησαν, οι σχέσεις μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, οι φιλίες που διαλύθηκαν στο ζόφο που ζούμε.

“Πικρά τα ρόδα του Πρεβεδουράκη”, θα αποφανθεί άνθρωπός μου που το διάβασε. Γεμάτα αίμα, θα προσθέσω εγώ. Και θα κλείσω με τον ίδιο τον ποιητή και το καταληκτικό του ποίημα, μιαν ωδή στο γίγαντα Λεοντάρη (εδώ, θα πει η ξεναγός, στέγνωσε κάποτε το αίμα των ρόδων). Κι αν απαισιόδοξο σου μοιάζει τούτο δα, σκέψου πως υπάρχει κάποιος, να πει την Ιστορία.

Dashiell Moore reviews Lionel Fogarty

Lionel Fogarty
Selected Poems 1980-2017
Philip Morrissey and Tyne Daile Sumner, eds
re.press Publishing, 2017

To begin this review, I would like to make the most important of declarations and acknowledge the Gadigal people of the Eora Nation as the traditional owners of the land on which this review was written; and would like to thank Narungga scholar, writer and poet Natalie Harkin for having assisted in the editorial process. I would also like to acknowledge and pay respects to Lionel Fogarty, the Yoogum language group from South Brisbane, and the Kidjela people of North Queensland, whose inestimable linguistic, cultural and spiritual legacy is clear in Lionel Fogarty Selected Poems 1980-2017.

The publication of this collection marks a retrospective moment for the Australian literary landscape. Lionel Fogarty, born in South Burnett in Southern Queensland, is a poet praised by John Kinsella as ‘the greatest living “Australian” poet’ (2013, 190). The controversial writer, Colin Johnston, also described Fogarty in 1990 as ‘Australia’s strongest poet of Aboriginality’ (26). (Colin Johnston is also known by the name of Mudrooroo, or Mudrooroo Narogin, an act that is seen by many as a misappropriation of the Nyoongar language.) I mention Johnston’s voice above many more fitting critics in this review to juxtapose Johnston’s and Fogarty’s fortunes in the last two decades as somewhat of a tragicomic mirror of the Australian literary landscape and our need to seek out an ‘authentic’ indigenous Australian voice. I write in heed of the deeply tenuous position Johnston occupies in Australian literature as explored by Anita Heiss in her book, Dhuuluu-Yala: To Talk Straight (2003). Heiss posits that from the time of Johnson publishing of Writing from the Fringe: A Study of Modern Aboriginal Literature in the early 1990s, ‘he was regarded as the authority on Aboriginal writing, and anything associated with it’ (4). When Johnston’s authority to speak on Indigenous Australian issues came under question in the years to come, the fallout regarding his lack of consultation and misappropriation caused an indelible impression upon our conception of indigeneity. Such debates over identity politics and cultural authenticity have changed how we read the work of Indigenous Australian writers – creating an obsessively objective distance that misleads us from the real conditions of writing, as well as obscuring the literary production of unabashedly indigenous voices. I would argue that this is certainly the case with regards to Lionel Fogarty, one of the most unrewarded and unrecognised figures in Australian and World Literature.

Continue reading

Χαρτογραφώντας το άγνωστο – Τρεις περιπτώσεις

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ*

Αντώνης Ψάλτης
Βασίλειο για ένα μολύβι
Κέδρος, 2018
Σελ. 40

Κώστας Δεσποινιάδης
Ζέλμπα
Πανοπτικόν, 2018
Σελ. 56

Ζήσης Αϊναλής
Τα παραμύθια της έρημος
Κέδρος, 2017
Σελ. 64

Τα ποιήματα των τριών υπό παρουσίαση ποιητών συμβαίνουν επαναληπτικά στον χώρο. Είτε δυναμιτίζοντας και ξεπουπουλιάζοντάς τον, ως κάτι το ξένο που πλησιάζει απειλητικά (Δεσποινιάδης) είτε υποσκάπτοντας, διασχίζοντας και αυτo-ανατρέποντάς τον (Ψάλτης) είτε επανα-σχηματίζοντάς τον σε ένα σημειωτόν στο ερημικό κενό του, σε μια περιττή αντανάκλαση (Αϊναλής).

Πρόκειται για μια μετάβαση, κοινή και στους τρεις, από τη μάταιη απόπειρα αναζήτησης, όχι πια του Θεού, αλλά του εαυτού –ως στάσης–, στη δυνατότητα ή, έστω, στην πιθανότητα να ζήσει με αξιοπρέπεια ένας άνθρωπος «σε έναν κόσμο που έχει μετατραπεί σε κόλαση». Εκεί όπου ο ποιητής-ήρωας-πρωταγωνιστής δεν επιθυμεί να κρυφτεί ή να διαφύγει από κάτι, αλλά πλησιάζοντας εκτίθεται και επιθυμεί διακαώς να ξεκαθαρίσει τα πράγματα.

Να υπογραμμιστεί εξαρχής πως κανείς τους δεν αυθιστορείται ή αυτοβιογραφείται. Ούτε καν, π.χ., όταν μας λέει ο Δεσποινιάδης: «όταν χώνω τα μούτρα μου / στα σκέλια σου / δεν σκέφτομαι καθόλου», ο Ψάλτης: «ονειροπόλος φουμάριζε τις πιο αλλόκοτες ιδέες που του περάσανε ποτέ από τον νεφελοδαρμένο του νου», ή ο Αϊναλής: «ένας στρατός εγώ οφθαλμαπάτες ξυπόλητοι και να καίει το πέλμα από χίλιες πλευρές μια ζώσα σιωπή να κυκλοφέρνουν τ’ αρπακτικά το κουφάρι μου».

Και οι τρεις χαρτογραφούν το άγνωστο. Ο Δεσποινιάδης «ήρεμα» και με υπομονή, ο Ψάλτης αυτο-υπονομευόμενος με την ειρωνεία και τον αυτοσαρκαστικό του εξοπλισμό, και ο Αϊναλής περιδινούμενος μες στο μυθοποιητικό και παραμυθιακό του σύμπαν.

Χτυπώντας το ανερμήνευτο του επίγειου βίου, την κενότητα και σαφώς τη ματαιοδοξία των μετεχόντων. Με ποικιλόθεμα ποιήματα δείχνουν προς την ανάδυση μιας «διαφορετικής», μιας άλλης στάσης, χειρονομώντας εναντίον του ομοιόμορφου και του συντονισμένου. Προτάσσοντας τη σημασία της διαφοροποίησης ή και της αποκόλλησης, ως μιας αναγκαίας προϋπόθεσης για οποιαδήποτε αλλαγή ή ως μια μορφή αντίστασης. Η ποίηση και ως ένα μάθημα ηθικής.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης (1978), ιδρυτής από το 2001 του περιοδικού και των εκδόσεων Πανοπτικόν, ποιητής και δοκιμιογράφος, ένας από τους νεότερούς μας στοχαστές, δυναμιτίζει τα πράγματα από κάτω, παραμένοντας ανθρώπινος και ζεστός στην επαφή του.

Στο λογοτεχνικό –και όχι μόνο– έργο του βρίσκεται στον τόπο μετά την καταστροφή. Θεωρώντας την απραξία ταυτόσημη με την ενοχή και άρα με τη συν-ενοχή, και αποκλείοντας τη δυνατότητα της όποιας λύτρωσης, επιλέγει, είτε πάνω σε έναν μαντρότοιχο είτε αποσυρόμενος στην οικεία των παιδικών ή των συζυγικών χρόνων, να κινηθεί στα σύνορα της αλλοτρίωσης, χωρίς να δογματίζει.

Άνθρωπος πνευματικά και ηθικά έντιμος αρνείται την «υποταγή» στις επιταγές και στους προσδιορισμούς και τους προκαθορισμούς των «άλλων» και επιλέγει να συμπορευτεί με τους διακειμενικά και δι-ιστορικά «οικείους» του.

Χωρίς να σχολιάζει ή να μεταπλάθει την εμπειρία, με αυτήν ως πρώτη ύλη πλάθει τις δικές του μορφές και τα δικά του συμβάντα, ανοίγοντας σε ένα σκηνογραφικό και σκηνοθετικό όραμα τα ποιήματά του.
Ο Αντώνης Ψάλτης (1977), με σπουδές νομικής στο ΑΠΘ και στη Χαϊδελβέργη, πόλη του ποιητή Χέλντερλιν, τον οποίο και μεταφράζει, μας δίνει την τρίτη του ποιητική κατάθεση, μετά το Ο ήρωας μέσα μου (2005) και Το καντήλι και άλλα ποιήματα (2013).

Με το νέο λυρικό του ένδυμα διαρκώς παρόν, μας παρασέρνει με την παιγνιδίζουσα σπιρτάδα του και το ειρωνικό του βάθος. Αξιοποιώντας προσφυή σχήματα και ευρηματικά λεξιπαίγνια, ισορροπεί περίτεχνα πάνω στην αμφισημία και την πολυσημία των λέξεων.

Αντιμάχεται με τα χάρτινα όπλα του (γράφει μάλιστα: «με τα όπλα του λοιπόν καθείς / ιππότης της ελεεινής γραφής») και ως άλλος Δον Κιχώτης τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια του. Μετακινούμενος από στίχο σε στίχο ή από στροφή σε (απο-)στροφή και με το δονκιχωτικό του κοντάρι, δηλ. το μολύβι του, μας παραδίδει προσχέδια του αδύνατου –οποιουδήποτε– οριστικού σχεδίου. Αρα, όχι μόνον αδυνατεί να ολοκληρώσει μια αυτο-προσωπογραφία ή ένα θέμα ή μια τοπιογραφία, αλλά αυτο-παγιδεύεται στην οντολογική του σάτιρα και προσπαθεί να κρατηθεί από τα περικείμενα.

Βάζοντας εμπόδια και τρικλοποδιές στον εαυτό του και στους άλλους, με μια ποίηση καρυωτακικο-φιλυρικής προβολής, δανείζεται στοιχεία από τον καρναβαλικό Βάρναλη, τα οποία και αναμιγνύει με τα ερωτικά ποιήματα της Παλατινής Ανθολογίας –τα οποία επίσης μεταφράζει– για να τονίσει το αδύνατο της σύμπλευσης με την εποχή.

Ο Ζήσης Αϊναλής (1982), φιλόλογος και διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Paris 1, μακριά από ψευδο-λυρισμούς και λανθασμένα ή εύκολα αποδιδόμενες φυσιολατρίες, αποφασίζει να κινηθεί στο νέο του βιβλίο κειμενολατρικά, στοχεύοντας στην αλλαγή των σκιάσεων και των τόνων των πραγμάτων.
Στα «Παραμύθια της έρημος» λοιπόν, ο Αϊναλής όχι μόνο στέλνει κατεπείγοντα τηλεγραφήματα σε άγνωστο παραλήπτη, αλλά εξερευνά τα όρη και τα όρια της δικής του ενδοχώρας, με ένα επαναληπτικό σημειωτόν στην έρημο.

Ενώ προσπαθεί να μας παρασύρει με τον ψιθυρικό μονόλογό του, χωρίς να αυτοαναφέρεται, προβάλλει ένα φανταστικό τοπίο. Με την ορμή προς το ακατάληπτο παρούσα, μας παραδίδει μια ποίηση με χρησμώδη και σκοτεινά σημεία, φορτίζοντας επιτυχώς το αδιέξοδο του σύγχρονου ποιητή και οδοιπόρου στην όποια διαδρομή του.

Γνωρίζοντας πως είναι αδύνατον να αποφανθεί τελεσίδικα, όχι μόνο κάνει σημειωτόν στην έρημο, στο άκεντρο-κέντρο μιας εαυτότητας, αλλά αξιώνει τη συστηματοποίηση του παραλόγου. Με την οραματική αναζήτηση του αγνώστου και με την αναστοχαστική του διάθεση παρούσα, δείχνει προς το ασαφές και αχανές πέρας του. Το οποίο και αποπειράται να «κεντροποιήσει».

Ακολουθώντας τη γαλλική ποιητική παράδοση και ιδίως αυτή των «καταραμένων», όχι μόνο δεν κρύβει την μποντλερική του καταγωγή, αλλά ποντάρει στην ανάγκη για μια μελαγχολική, νεορομαντικού-μεσοπολεμικού τύπου, μνημείωση, την οποία όμως ενδυναμώνει με την αμεσότητα της απεύθυνσής του.

Με το διακείμενο των ποιητικών συνθέσεων ανιχνεύσιμο (Σολωμός, Κόλεριτζ, Μαστοράκη, Αρτό, Μισό, Σινόπουλος, Δάλλας) και οργανικά αφομοιωμένο, επιτρέπει και καθοδηγεί την ανάδυση της ιδιοπροσωπίας του. Κινούμενος εντός μιας περιδίνησης και ενός παραμιλητού στο συμπαντικό –και κατά έναν τρόπο– στο ιστορικό κενό, εκεί όπου η γήινη έρημος αντιστοιχεί στο κόκκινο χώμα του πλανήτη Άρη, προδιαγράφει ίσως και ένα κοσμολογικό σχέδιο.

*Από την «Εφημερίδα των Συντακτών» στο http://www.efsyn.gr/arthro/hartografontas-agnosto

Μάξιμος Οσύρος, Οι φίλοι που με ακούν

Οι εκδόσεις «Τύρφη» σας καλούν τη Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018 και ώρα 20:00 στην παρουσίαση του ποιητή Μάξιμου Οσύρου και του νέου βιβλίου του «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΠΟΥ ΜΕ ΑΚΟΥΝ», που θα πραγματοποιηθεί στον χώρο των εκδόσεων «Les yper yper», Γ. Σταύρου 4, Θεσσαλονίκη.

Ο ποιητής Μάξιμος Οσύρος έχει εκδώσει μέχρι τώρα τα βιβλία: «Εύη j. Βουτσαρά Ι Ι» / 1978 / εκδ. Βάκων, «Το μονοπάτι της μέταξας» / 1981 / εκδ. Γνώση, «Στη νοσταλγία του ψυχιατρείου» / 1986 / εκδ. Νεφέλη, «Πολιτεία» / 1993 / εκδ. Καστανιώτη, «Η τεχνική του πραγματικού» 2008 / εκδ. Νεφέλη και το «Οι φίλοι που με ακούν» / 2018 / εκδ. Τύρφη

Ο ποιητής Μάξιμος Οσύρος, δεν φαίνεται να αγαπά την δημοσιότητα, δεν τον βρίσκουμε καλεσμένο σε ποιητικές βραδιές, σε λογοτεχνικά πάνελ και εκπομπές περί ποιήσεως και γραφής. Δεν φαίνεται να έχει λάβει μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, να έχει πάρει κάποιο βραβείο ή να ανήκει σε ενώσεις λογοτεχνών. Γύρω από την ποίησή του υπάρχουν ασθενικές αναφορές στην κριτική και τη βιβλιογραφία, ενώ για τον ίδιο και το πρόσωπό του δεν έχουμε καθόλου στοιχεία.

Παρόλα αυτά στην παρουσίαση θα προβληθούν σκίτσα του Μάξιμου Οσύρου -αφού μεταξύ άλλων πρόκειται και για έναν εξαιρετικό ζωγράφο-μερικές σπάνιες νεανικές φωτογραφίες του και ο ίδιος θα ακουστεί να διαβάζει αποσπάσματα των ποιημάτων του.

Για τον ποιητή και το βιβλίο του θα μιλήσουν η Ειρήνη Καραγιαννίδου, ο Χριστόφορος Λιοντάκης και ο Κωνσταντίνος Τέλιος. Ποιήματα από την συλλογή «Οι φίλοι που με ακούν» θα διαβάσει ο ηθοποιός Δημήτρης Τσιλινίκος. Η ποίηση του Μάξιμου Οσύρου θα πλαισιωθεί από πρωτότυπα μουσικά μέρη που έγραψε για τον σκοπό αυτό ο Γιώργος Χριστιανάκης. Την οπτική επικοινωνία έχει αναλάβει ο Απόστολος Ρίζος και την παρουσίαση προλογίζει η Μαρία Ψωμά Πετρίδου.

Η βραδιά αυτή θα είναι και η πρώτη στιγμή της εμφάνισης του βιβλίου «Οι φίλοι που με ακούν» / εκδόσεις Τύρφη, αφού μέχρι τότε δεν θα βρίσκεται και δεν θα κυκλοφορεί στο εμπόριο.

4 at Steps – Έκθεση Τέχνης, 22 – 28 Μαρτίου, 2018 – Steps Gallery, 62 Lygon Street, Carlton

Έργο της Μαίρης Ραφαήλ

Για δεύτερη κατά συνέχεια χρονιά, τέσσερις Ελληνοαυστραλοί καλλιτέχνες παρουσιάζουν έργα τους σε ομαδική έκθεση στη Μελβούρνη, στη γνωστή γκαλερί «The Steps Gallery”,(Lygon Street, Carlton). Η έκθεση περιλαμβάνει ελαιογραφίες, σκίτσα με πέννα, ψηφιακά έργα και φωτογραφία. Οι καλλιτέχνες που λαμβάνουν μέρος είναι: η Θάλεια Ανδρέου, η Μαίρη Ραφαήλ, ο Φρίξος Ιωαννίδης και ο Σταύρος Μεσσήνης.

Η Θάλεια Ανδρέου, γνωστή στην παροικία της Μελβούρνης από προηγούμενες εκθέσεις, παρουσιάζει ελαιογραφίες εμπνευσμένες από την αυστραλιανή φύση. Τα έργα της Θάλειας είναι πραγματικά εντυπωσιακά, με χρωματισμούς που παραπέμπουν σε έργα της ιμπρεσιονιστικής περιόδου. Χειρίζεται τα υλικά της τέχνης της με επιδεξιότητα, ευαισθησία αλλά και με τόλμη. Αυτά τα χαρακτηριστικά δίνουν στα έργα της Θάλειας ένα έντονο ιδιόρρυθμο χαρακτήρα. Όπως λέει η ίδια: «χρώμα, πινέλο και καμβάς είναι τα μέσα με τα οποία εκφράζω τα εσωτερικά μου αισθήματα και τον θαυμασμό μου για τη φύση. Στην κυριολεξία, τα έργα μου είναι αντιπροσωπευτικά τοπίων που με προσελκύουν για την ομορφιά τους. Ανακαλύπτω την ομορφιά που είναι κρυμμένη στα χρώματα και στα σχήματα της γύρο μου φύσης, των πάρκων, των βουνών και της θάλασσας».

Η Μαίρη Ραφαήλ, επίσης γνωστή στην παροικία της Μελβούρνης από προηγούμενες εκθέσεις, παρουσιάζει έργα εμπνευσμένα από το μακρινό τοπίο της Αυστραλιανής υπαίθρου, και πιο συγκεκριμένα από τη Κεντρική Αυστραλία. Έντονα γήινα χρώματα και συνθέσεις που παραπέμπουν σε αφηρημένη τέχνη είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των έργων της Μαίρης Ραφαήλ. Η επιδεξιότητά της με τα υλικά και τα εργαλεία της τέχνης κάνουν τα έργα της άξια θαυμασμού. Όπως λέει η ίδια «τα έργα μου εκφράζουν ηρεμία, γαλήνη, αλλά και ενέργεια. Αυτά είναι τα αισθήματα που νοιώθω ατενίζοντας τη μεγαλειότητα της φύσης. Η εργασία μου είναι μια εξερεύνηση της φύσης, εμπνευσμένη από τα ταξίδια μου στην αυστραλιανή ύπαιθρο και σε άλλες χώρες».

Ο Φρίξος Ιωαννίδης είναι γνωστός στην παροικία από ατομικές και ομαδικές εκθέσεις που είχε διοργανώσει τα τελευταία χρόνια. Αυτή τη φορά, ο Ιωαννίδης παρουσιάζει μια σειρά από πρόσφατα έργα εμπνευσμένα από την γενέτειρά του την Κύπρο. Μερικά από τα έργα είναι σκίτσα με πέννα και άλλα είναι ψηφιακά. Ασχολείται κυρίως με το τοπίο. Τα θέματα που τον ενδιαφέρουν έχουν περιβαλλοντικό χαρακτήρα. Μερικά από αυτά είναι εκφραστικά, ενώ άλλα είναι απλώς διακοσμητικά. Και το ένα είδος και το άλλο προέρχονται από προσωπικές παρατηρήσεις και αντιλήψεις που αφορούν το ανθρώπινο περιβάλλον, ένα χώρο ευάλωτο από ανθρώπινες επεμβάσεις και που τώρα παρά ποτέ άλλοτε χρειάζεται επειγόντως την προσοχή μας.

Ο Σταύρος Μεσσήνης, γνωστός από προηγούμενες εκθέσεις του, αλλά και από το δημοσιογραφικό και λογοτεχνικό του έργο, παρουσιάζει δημιουργίες του από τη σειρά «The Sovereign Sun» που είναι εμπνευσμένη από την ποιητική του σύνθεση «Έαρ το Πρώτο». Τα πέντε μεγαλύτερα έργα του στην έκθεση συνοδεύονται με ένα ποίημα από την εν λόγω ποιητική σύνθεση, εκτυπωμένο, υπογεγραμμένο και αναρτημένο δίπλα τους. Η σειρά αυτή περιλαμβάνει συνθέσεις με έντονους κυκλικούς χρωματισμούς, που απεικονίζουν το φως, το φάσμα και τα χρωματικά αποτελέσματα του διαχωρισμού του. Βασισμένα σε ειδικές φωτογραφήσεις του ήλιου, κάθε έργο δημιουργείται με ψηφιακή παρέμβαση σε μια νέα μη αντιπροσωπευτική οπτική μορφή, αποκτώντας τη δική του πραγματικότητα. Η οπτική επίδραση αυτών των νέων αφηρημένων μορφών μεγιστοποιείται από τις σκόπιμα θολές μεταβατικές ζώνες μεταξύ των χρωμάτων, δίνοντας την εντύπωση της κίνησης. Η σειρά «The Sovereign Sun» αποτελεί μέρος μιας συνεχιζόμενης εξερεύνησης της αφηρημένης φωτογραφίας και της ποίησης που εξετάζει τις δυνατότητες αφαίρεσης, χρώματος, φωτός, χώρου και μινιμαλισμού μέσω των φωτογραφικών μέσων.

*Η έκθεση θα διαρκέσει από τις 22 μέχρι τις 28 Μαρτίου.

Ώρες λειτουργίας της αίθουσας: Καθημερινά 10 πμ – 4μμ, Σάββατο και Κυριακή: 11πμ – 6μμ.

Τα εγκαίνια θα γίνουν το Σάββατο 24 Μαρτίου, και ώρα 2 μμ.
Είσοδος είναι ελεύθερη και όλοι είναι ευπρόσδεκτοι.

Έργο του Σταύρου Μεσσήνη

Ζυράννα Ζατέλη: «Τα βιβλία μου τα υπογράφουν με τις ουρές τους οι γάτες μου»

H συγγραφέας-φαινόμενο των ελληνικών γραμμάτων μιλάει για τη βάσανο του δημιουργού, τα τετράδια που καταγράφει τα όνειρά της, το επόμενο βιβλίο της τριλογίας της και φυσικά, τις γάτες της.

Συνέντευξη στη Λίνα Ρόκου – Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Χρειάστηκαν δύο συναντήσεις για να ολοκληρωθεί η συνέντευξη που ακολουθεί. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στον Φωταγωγό, αγαπημένο στέκι της Ζυράννας Ζατέλη και η δεύτερη στο σπίτι της. Ήταν αυτή, η δεύτερη που μου επέτρεψε να εισέλθω στο προσωπικό της σύμπαν, σε έναν πλανήτη μυστηριώδη αλλά ταυτοχρόνως φιλόξενο, που με βοήθησε να αποκωδικοποιήσω κάπως περισσότερο την προσωπικότητα μιας γυναίκας-ξωτικού.

Το σπίτι της δεν τολμώ καν να το περιγράψω, νομίζω ότι ο Τιμ Μπάρτον μπαίνοντας μέσα σε αυτό θα ένιωθε ένας βαρετός, συνηθισμένος άνθρωπος. Αμέτρητα μικροαντικείμενα, πλάσματα φτιαγμένα από κάθε είδους υλικό και τρεις ολοζώντανες και πανέμορφες γάτες φτιάχνουν μια μυσταγωγική ζούγκλα που συμπληρώνει επάξια την προσωπικότητα του κατοίκου της. Και φυσικά τα αμέτρητα γραπτά της.

Κάποια στιγμή μου δείχνει λίγα μόνο από τα άπειρα τετράδια της, εκεί που σημειώνει με στυλό σκέψεις, ιδέες δικές της, φράσεις που διάβασε ή άκουσε, όνειρα. Από τα τετράδια που εδώ και πολλά χρόνια καταγράφει τα όνειρά της προέκυψε και το τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο Τετράδια Ονείρων.
Continue reading