Νάντια Ανζουμάν | Ξένια Καλαϊτζίδου

το σκοτεινό λουλούδι που κόπηκε νωρίς
Από παντού διωγμένη όπως είμαι,
της ποίησης ο ψίθυρος
μες στην ψυχή μου πέθανε.
Χαράς ουσία σε μένα μην αναζητείτε,
κάθε χαρά στην καρδιά μου έσβησε.
Στα μάτια μου αν ψάχνετε για αστέρια,
να ξέρετε πως παραμύθι είναι, δεν υπάρχουν.
Με το παραπάνω απόσπασμα πρωτοσυναντάμε την Νάντια Ανζουμάν τον Δεκέμβριο του 2001 στους New York Times και σε άρθρο της Έιμι Ουόλντμαν (Amy Waldman), όπου η δημοσιογράφος αναφέρεται σε γυναικεία λογοτεχνικά εργαστήρια, τα οποία λειτουργούσαν υπό κάλυψη κατά τη διάρκεια του προηγούμενου καθεστώτος των Ταλιμπάν και συχνά αποτελούσαν, για όσες τα παρακολουθούσαν, τη μόνη δημιουργική και ζωτική ενασχόληση, καθώς είχαν στραφεί στην γραφή για να διασκεδάσουν και να επικοινωνήσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Όπως είπε χαρακτηριστικά η Ζένα Καραμζαντέ (Zena Karamzade), φοιτήτρια ιατρικής πριν την άνοδο των Ταλιμπάν, «μόνο στα μαθήματα νιώθαμε ανθρώπινα όντα», ενώ όλες τις υπόλοιπες ώρες «μέναμε στα δωμάτιά μας σαν τις αγελάδες».
Την εποχή λίγο πριν από τη συγγραφή του άρθρου, ο Μουχαμάντ Αλί Ραχιάμπ (Muhammad Ali Rahyab), καθηγητής λογοτεχνικής θεωρίας και μεθοδολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χεράτ, παρέδιδε μαθήματα λογοτεχνίας στο σπίτι του σε περίπου 30 γυναίκες, με κίνδυνο της ζωής του και όσων συμμετείχαν, ενώ η πινακίδα έξω από το οίκημα διαφήμιζε μαθήματα ραπτικής. Ο ίδιος ο καθηγητής, υποκινούμενος εν μέρει από τις τρεις κόρες του οι οποίες ήθελαν να ασχοληθούν με τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία, δήλωσε ότι πιστεύει στη δύναμη της λογοτεχνίας, ακόμη και σε μια κοινωνία όπου οι αναλφάβητοι πλειοψηφούν, καθώς η υφιστάμενη προφορική παράδοση καθιστά ακόμα και τη δραστηριότητα μιας μικρής ομάδας αναγνωστών ικανή να διασπείρει ταχύτατα τα οφέλη της τέχνης του λόγου. Η πεποίθησή του αυτή, αλλά και η παρατήρηση ότι οι Αφγανοί εν γένει ανταποκρίνονται πιο εύκολα στην ποίηση παρά στην πολιτική ανάλυση, σε τέτοιο βαθμό που «ένας στίχος μπορεί να δώσει λύση σε ένα οικογενειακό πρόβλημα ή ακόμη και σε κάποιο πρόβλημα ενός χωριού», συνέβαλε στη δημιουργία μιας δυναμικής ομάδας γυναικών που, υπό την καθοδήγηση του Ραχιάμπ, σχολίαζαν και συζητούσαν σε εβδομαδιαία βάση κάποιο λογοτεχνικό έργο που διάβαζαν εκ των προτέρων η καθεμία μόνη σπίτι της, από συγγραφείς όπως ο Τολστόι, ο Μπαλζάκ και ο Ντίκενς, καθώς και τα δικά τους ποιήματα και πεζά. Έτσι αναδείχθηκαν αρκετές ταλαντούχες πεζογράφοι και ποιήτριες, μεταξύ των οποίων ήταν και η Νάντια Ανζουμάν, η οποία ζούσε στην ίδια γειτονιά με τον καθηγητή.
Η Ουόλντμαν περιγράφει την Ανζουμάν ως «μαυροντυμένη και κουλουριασμένη σαν γάτα στο γραφείο του καθηγητή της κοπέλα, με λεπτή φωνή και με κατάμαυρα σπινθηροβόλα μάτια που σε κοίταζαν θαρρείς από πρόσωπο ξωτικού». Είκοσι ετών τότε (γεννηθείσα το 1980), είχε γράψει 60 με 70 ποιήματα, και συνάμα είχε σταθεί αρκετά τυχερή ώστε να κερδίσει, ύστερα από πολύ αγώνα, τη συνεργασία της οικογένειάς της που δεν είχε καμία σχέση με τη λογοτεχνία, και να αναβάλει το γάμο της, όταν τα περισσότερα κορίτσια στον τόπο της παντρεύονται στα 14 ή 15 τους. Στα ποιήματά της έγραφε κυρίως για τη ζωή των γυναικών, όπως είχε πει και η ίδια, «επειδή έχουμε υποφέρει πολύ». Mετά την πτώση του καθεστώτος των Ταλιμπάν, η Νάντια Ανζουμάν ξεκίνησε εκ νέου και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο λύκειο θηλέων «Μεχμπούμπε Χεράουι» και έγινε μία από τις πρώτες εισακτέες στο Πανεπιστήμιο της Χεράτ και τη σχολή λογοτεχνίας. Εκεί γνώρισε τον πτυχιούχο φιλόλογο και λέκτορα Φαρίντ Αχμάντ Ματζίντ Μία (Farid Ahmad Majid Mia), με τον οποίο, παρά τη δυσαρέσκεια της μητέρας του, παντρεύτηκαν και απέκτησαν έναν γιο. Εντωμεταξύ, η Νάντια, λάτρης της μεσαιωνικής περσικής ποίησης, ωρίμαζε και η ίδια ποιητικά, κι έτσι σύντομα κυκλοφόρησε η πρώτη και μοναδική ποιητική συλλογή της «Ανθός στον καπνό» (γνωστή ως «Κόκκινο σκούρο λουλούδι», Κάπα Εκδοτική, 2017, σε μετάφραση Γιάννη Σουλιώτη) που έκανε θραύση στο Αφγανιστάν και στο γειτονικό Ιράν.  
Για να κατανοήσουμε την τραγική εξέλιξη που ακολούθησε, πρέπει να σημειώσουμε ότι η Ανζουμάν ήταν λάτρης της μεσαιωνικής περσικής ποίησης και πως πολλά από τα ποιήματά της είναι γραμμένα σε παραδοσιακές περσικές φόρμες, όπως το γκαζάλ και το ναζμ. Στο πρώτο εξ αυτών, μάλιστα, θεωρούνταν από την αφγανική λογοτεχνική κοινότητα ως μία από τις λαμπρότερες και πιο εξειδικευμένες ποιητικές φωνές της γενιάς της. Το γκαζάλ (ghazal, غَزَل) είναι μία φόρμα ερωτικής ποίησης που αποτελείται από 5 ως 15 δίστιχες στροφές, προερχόμενη από την αραβική ποίηση του 7ου αιώνα, και συγκεκριμένα από την κασίντα (qaṣīda, قصيدة) που ήταν μια μορφή ωδής, ενώ τεχνικά θυμίζει το ιταλικό σονέτο, καθώς ακολουθεί ένα αυστηρό μετρικό μοτίβο, χρησιμοποιώντας ένα ρεφρέν (μια ομοιοκαταληξία ή ολόκληρη λέξη) που κλείνει κάθε στροφή. Ένα γκαζάλ μπορεί να νοηθεί ως μια ταυτόχρονη ποιητική έκφραση τόσο του πόνου της απώλειας ή του χωρισμού, όσο και της ομορφιάς της αγάπης, παρόλο τον πόνο αυτό. Το γκαζάλ διαδόθηκε στην Ασία τον 12ο αιώνα μέσω του σουφιστικού ρεύματος του Ισλάμ, εξού και η πνευματική, κατά κανόνα, θεματική της θείας εξιδανικευμένης αγάπης, που σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, είναι αμφίσημη παρέχοντας τη δυνατότητα να συγκαλύπτει το πραγματικό ερωτικό αντικείμενο. Από την άλλη, το ναζμ (nazm, نظم) είναι ένα είδος ποίησης, κυρίως στην γλώσσα Ουρντού, διαδεδομένο εξίσου με το γκαζάλ, με έμμετρο ή ελεύθερο στίχο, αντικείμενο του οποίου είναι η ανάλυση προσωπικών σκέψεων και συναισθημάτων που μπορεί να οδηγεί σε λογικό συμπέρασμα.
Γίνεται ξεκάθαρο, λοιπόν, γιατί η επιτυχία της Νάντια έριξε λάδι στη φωτιά στην ήδη τεταμένη κατάσταση στο νέο της σπίτι, όπου οι συγκρούσεις με την πεθερά της ήταν καθημερινές. Η Χεράτ, τρίτη σε πληθυσμό πόλη του Αφγανιστάν (τα αρχαία Αρτακόανα ή Αρτίκαυδνα επί Μεγάλου Αλεξάνδρου) που οι διάδοχοι του Ταμερλάνου έκαναν πρωτεύουσα των τεχνών, παρέμενε μια βαθιά συντηρητική, παραδοσιακή, κοινωνία, ενώ το πέρασμα των Ταλιμπάν έκανε τους φόβους και τις προκαταλήψεις της να φουντώσουν. Το να εκφράζει μια Αφγανή, πόσο μάλλον παντρεμένη, ερωτικά συναισθήματα, έστω και υπό καθεστώς αμφισημίας, σε γραπτό λόγο και να τα δημοσιεύει, ώστε να μεταφέρονται από στόμα σε στόμα, θεωρούνταν ύψιστη ντροπή για την οικογένειά της, που μονάχα με το αίμα της θα μπορούσε να ξεπλυθεί. Έτσι, στις 4 Νοεμβρίου 2005, λίγο πριν από τα εικοστά πέμπτα γενέθλιά της και ημέρα μουσουλμανικής γιορτής Ιντ (Μπαϊράμι), η Νάντια Ανζουμάν, τριτοετής φοιτήτρια και μητέρα έξι μηνών βρέφους, γρονθοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τον σύζυγό της, με τον οποίο τους ένωνε το πάθος για τη λογοτεχνία. Τα ακριβή αίτια του θανάτου της παραμένουν ανεξιχνίαστα, διότι η οικογένεια του συζύγου της δεν επέτρεψε να διεξαχθεί η νεκροψία, παρόλο που ήταν πρόδηλο ότι παρέμεινε πολλές ώρες χτυπημένη και αβοήθητη, και ο σύζυγός της δήλωσε ότι απλά την χαστούκισε εν μέσω καυγά και έπειτα αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή της «από ντροπή» λαμβάνοντας χάπια. Ο οποίος, αφότου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει κάνοντας ένεση με κηροζίνη από τη θερμάστρα που υπήρχε στο κελί του. Εντούτοις, νοσηλεύτηκε επιτυχώς και συνέχισε να εκτίει την ποινή του.
Ο τραγικός θάνατος της Νάντια Ανζουμάν συγκλόνισε την παγκόσμια λογοτεχνική κοινότητα, οδηγώντας ορισμένα δυτικά περιοδικά να υποστηρίξουν πως «ανάλογη απώλεια έχει να σημειωθεί από την εκτέλεση του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα». Τα ποιήματα της Νάντια Ανζουμάν έκτοτε επανεκδίδονται τακτικά και μεταφράζονται και σε άλλες γλώσσες, ενώ το λογοτεχνικό εργαστήρι της πόλης της φέρει πλέον το όνομά της, Anjuman-e Adabīye Herat. Παρά ταύτα, η ποίηση παραμένει απαγορευμένη και επικίνδυνη για της γυναίκες του Αφγανιστάν, επιβιώνοντας μόνο εν μέσω των «κρυφών σχολειών» και της προφορικής παράδοσης των δίστιχων ποιημάτων λαντάι. Μολονότι την περίοδο της παρουσίας των Αμερικανών τα λογοτεχνικά εργαστήρια δεν ήταν παράνομα για να μεταμφιέζονται σε συλλόγους ραπτικής, η απροκάλυπτη δραστηριοποίηση σε αυτά μπορούσε κάλλιστα να αποβεί μοιραία. Έτσι, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο της Νάντια Ανζουμάν, η δεκαεξάχρονη Ζαρμίνα Σεχάντι (Zarmina Shehadi), η οποία επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τη λέσχη ανάγνωσης Μιρμάν Μπαχίρ (Mirman Baheer) που αριθμεί πάνω από 300 μέλη σε ολόκληρη τη χώρα, πιάστηκε για πολλοστή φορά από τους γονείς της να διαβάζει ποιήματα και, αφότου την τιμώρησαν και την απείλησαν, λούστηκε με λάδι και αυτοπυρπολήθηκε. Μολοταύτα, οι γονείς της όχι μόνο αρνούνται το γεγονός της αυτοκτονίας της, αλλά ακόμη και το γεγονός ότι έγραφε ποίηση.
Στο πείσμα των καιρών, η ποίηση παραμένει το μόνο πράγμα που συνδέει πολλές νέες γυναίκες του Αφγανιστάν με τον έξω κόσμο και οφείλει να επικοινωνηθεί. Κατά την απόδοση δειγμάτων κλασικής φόρμας, όπως στην περίπτωση της Νάντια Ανζουμάν, ο μεταφραστής καλείται να αντιμετωπίσει την πρόκληση της διατήρησης ή της αναδόμησης της μορφής του στίχου. Στην ακόλουθη επιλογή ποιημάτων επιχειρώ να βρω μια χρυσή τομή, προσεγγίζοντας τους ήχους και τους ρυθμούς του πρωτοτύπου, εξίσου με τα προσιτά σημαινόμενα στις μορφές που λειτουργούν για την ελληνική γλώσσα.

Ποιήματα
Άνευ νοήματος (γκαζάλ)
Άνευ νοήματος πια η μουσική
-προς τί να πω τραγούδια νέα;
Μισητή μες στη λήθη του χρόνου,
τραγουδώ ή καρτερώ σιωπηλά.
Τάχα λόγια γλυκά να γευτώ πώς μπορώ,
με το στόμα γεμάτο φαρμάκι;
Τους σκοπούς μου να σβήνει,
η πιο τρανή του τυράννου μου μαστοριά.
Συντροφιά στη ζωή μου καμιά, και κανέναν δεν μέλλει,
άμα κλαίω ή γελώ, αν πεθαίνω ή κάθομαι στη σιγαλιά
στο κελί μου αυτό, σαν αιχμάλωτη θρήνου και λύπης·
και προς τί η ζωή, με σφραγισμένο το στόμα βουβά;
 
Μην προτρέχεις, καρδιά,
τα εαρινά πρωτοβρόχια να καλωσορίσεις,
το εφήμερο πάθος θα δαμάσουν μεμιάς
τα σπασμένα φτερά.
Από μνήμη, πλήρη σιωπής, στερέψανε πια οι μελωδίες,
μα σκοποί χαμηλόφωνοι ηχούνε βαθιά στην καρδιά.
Νοερά σα θωρώ τη στιγμή, το κλουβί μου να σπάω,
σαν τους ξέγνοιαστους μέθυσους, τερετίζω ξανά.
Ας το μάθουν, ανεμόδαρτη ιτιά πως δεν είμαι –
Ότι μέλπω τον θρήνο, όπως κόρη Αφγανή τραγουδά!
(η μετάφραση έγινε από συνδυασμό τριών αγγλικών μεταφράσεων: την απόδοση της Αφγανοαμερικανής ποιήτριας και μεταφράστριας Farzana Marie, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cordite Poetry Review με έδρα την Αυστραλία, αλλά και στην ανθολογία Load Poems Like Guns: Women’s Poetry from Herat, Afghanistan που η ίδια επιμελήθηκε το 2015· την απόδοση της Ιρανοαμερικανής ποιήτριας και μεταφράστριας Mahnaz Badihian, που δημοσίευσε το διαδικτυακό περιοδικό ποίησης The HyperTexts· και την απόδοση της Parwana Fayyaz για την μελοποίηση του εν λόγω ποιήματος από την Shahla Zaland που υπάρχει και στο YouTube με τίτλο Dukht-e-Afghan, δηλαδή Αφγανή κόρη)
Ανθός στον καπνό
Το μέσα μου βρίθει κενού
κενού που πλημμυρίζει.
Πείνα παράφορη
στους πυρετώδεις με βράζει αγρούς της ψυχής,
και τούτη η άνυδρη παράξενη ζέση
τις οπτασίες αιφνιδιάζει στο ποίημά μου
προς τη ζωή.
Κι ως εκ θαύματος, μια μορφή νεογνή,
ρόδο κάλλους ασύγκριτου
στη σελίδα φουντώνει!
 
Μα με το που γεύτηκε την πρώτη του ανάσα,
οι βουρδουλιές καπνού αρχίσαν μονομιάς,
το πρόσωπό του για να κρύψει κι οι αναθυμιάσεις
το ευωδιαστό του δέρμα να καταβροχθίσουν.
(από την απόδοση στην αγγλική της Farzana Marie)
 
Από χειλιών μου κύπελλο (γκαζάλ)
Από χειλιών μου κύπελλο, κυλάει ο σκοπός μου,
Την ωδική ψυχή μου εναγκαλίζεται ο σκοπός μου.
Έκστασης νόημα θωρώ όπου η χαρά πεθαίνει,
Όπου η χαρά μου πένθος γίνεται, σκοπέ μου.
Όμως αν δεις ομμάτων μου κουβέντα να ξεφεύγει,
Τη ρέμβη μου υπαίτια θεώρησε, σκοπέ μου.
Αγάπης λόγια μη γυρεύεις να σου πω!
Για σένα η μιλιά τους,
Μα όσα ξεστομίζω τρυφερά, υμνούν τον θάνατο,
σκοπέ μου.
Κι αυτόν μονάχα λαχταρώ, πιότερο από άνθη,
Και των ματιών μου στάλα δεν αρκεί καμιά,
σκοπέ μου.
Κασίντα ή γκαζάλ θα τραγουδά
τούτου του τόπου η κόρη,
Πού το φαρμάκι στις απόκοσμες αράδες της,
σκοπέ μου;
Ω, άφατη χαρά μου κηπουρός δε θα νοήσει,
Ω, νιότης άφθονες ματιές μη μου ζητάς, σκοπέ μου. 
Πόσο παράξενο θαρρώ, που σύγκορμοι,
με λόγια τούτα
Χαράζουν τ’ όνομά μου στην ταφόπλακα της νιότης μου, σκοπέ μου.
(από την απόδοση στην αγγλική της Πακιστανής ποιήτριας Khizra Aslam για το διαδικτυακό περιοδικό ποίησης The HyperTexts)
 
Πέφτει η νύχτα (γκαζάλ)
Πέφτει η νύχτα κι αυτά τα λόγια έρχονται σε μένα,
Στο κάλεσμά μου, σαν φωνάξω, έρχονται σε μένα.
Τί είδους φλόγα μέσα μου φουντώνει,
νερό τί είδους να κομίσω;
Μεσ’ απ’ το σώμα, της ψυχής μου ευωδιά
ανέρχεται σε μένα.
Πώς κι από πού κουβέντες θαυμαστές σε μένα φτάνουν, δεν γνωρίζω,
Όμως ο ζέφυρος τη μοναξιά παίρνει μακριά από μένα.
Τούτο το φως από νεφέλες π’ αντιφέγγουν, κατεβαίνει
Κι άλλη επιθυμία δεν υπάρχει πια για μένα
Και της καρδιάς μου η φωνή σαν άστρο λαμπυρίζει
Και σαν πουλί πετούμενο τον ουρανό αγγίζω –
Όμοια της τρέλας μου αυτής μονάχα
στο βιβλίο Του θα βρείτε –
Ω, Κύριε, μη μ’ αρνηθείς, ρίξε ΄να βλέμμα και σε μένα!
 
Λες κι ήρθε η μέρα της Μεγάλης Κρίσης,
Ειν’ όλα με συντέλειας σιωπή τριγυρισμένα,
Μα είμαι ευτυχής μ’ αυτής της χίμαιρας μετάξι
Γιατί όλη νύχτα στίχοι έρχονται σε μένα.
(από την απόδοση στην αγγλική της Khizra Aslam)
 
Μνήμες του γαλάζιου (ναζμ)
Ω, εσείς που στο βουνό της λήθης βρήκατε κρυψώνα!
Εσείς που τ’ ονομάτων σας μαργαριτάρια
μες στης σιωπής τον βούρκο κείτονται!
Εσείς που οι μνήμες σας, οι μνήμες του γαλάζιου,
έχουν σβήσει
Στις συνειδήσεις, μες στα πελάγη λησμονιάς
από το κύμα θολωμένες!
Που είναι το καθάριο λαγαρό νερό των ιδεών σας;
Τ’ ονείρων σας τ’ ολόχρυσο άγαλμα,
ποιο χέρι ληστρικό έχει λεηλατήσει;
Σ’ αυτή τη θύελλα την απηνή που καταπίεση γεννάει,
Που χάθηκε η γαλήνια βάρκα σας
από ασήμι της σελήνης;
Μετά από τούτη τη θανατηφόρα παγωνιά –
Εάν η θάλασσα καταλαγιάσει,
Αν οι νεφέλες τη σφιγμένη πίκρα της καρδιάς
ελευθερώσουν,
Αν της σελήνης κόρη, χαμόγελου σας δώσει ευλογιά
κι αγάπη φέρει,
Αν μαλακώσουν τα βουνά, με φρέσκο πράσινο ντυθούν
Και με καρπούς γεμίσουν –
Δικό σας όνομα απ’ τις κορφές πιο πάνω άραγε θ’ ανέβει
Σαν ήλιος απαστράπτον;
Άραγε οι αναστημένες μνήμες σας,
Του γαλανού οι μνήμες,
Στα μάτια των ψαριών
απ’ την πλημμύρα εξαντλημένων,
Που σκιάζονται τη ζοφερή βροχή,
Μπορούν ελπίδας φως να καθρεφτίσουν;
Ω, στο βουνό, εσείς εξόριστοι, της λήθης!
(από την απόδοση στην αγγλική της Khizra Aslam, σε συνδυασμό με την απόδοση του Αφγανού David Tayyari, αλλά και αυτή των Zuzanna Olszewska και Belgheis Alavi για το ιστολόγιο UniverseOfPoetry.org)
 
Άφωνη κραυγή
Βροχή των πράσινων βημάτων είν’ ο ήχος.
Ιδού, από τον δρόμο έρχονται:
Ψυχές διψασμένες και ποδιές
όλο σκόνη απ’ την έρημο,
Η αναπνοή τους καίει,
μ’ οφθαλμαπάτες μπερδεμένη,
Τα στόματα ξερά και βουλωμένα μ’ άμμο.
Ιδού, από τον δρόμο έρχονται, πλησιάζουν:
Κορμιά βασανισμένα, κόρες
στον πόνο αναθρεμμένες,
Τα πρόσωπά τους εγκατέλειψε η χαρά,
Και οι καρδιές τους γέρικες μα και χαρακωμένες,
Και των χειλιών τους μαύρα πέλαγα χαμόγελο
δεν βρέθηκε εισέτι να ταράξει,
Δάκρυ ουδέν απ’ των ματιών τις
αποστεγνωμένες κοίτες.
Ω Θε μου!
Γιατί να αγνοώ, εάν οι άφωνες κραυγές τους
φτάσουν στα σύννεφα,
στων ουρανών τους θόλους;
Βροχή, το άκουσμα των πράσινων βημάτων.
(από την απόδοση στην αγγλική των Zuzanna Olszewska και Belgheis Alavi)
 
Είθε (γκαζάλ)
Είθε απ’ το κρασί της ομορφιάς του
να μπορούσα να χορτάσω
ή να καώ στις φλόγες της αγάπης του
και κυριεύσω την καρδιά του
Είθε στο πρόσωπό του δάκρυ να ήμουνα που θάλλει
ή ένας βόστρυχος από τα μοσχομυριστά μαλλιά του
Είθε σκόνη στο δρόμο του που είχε καθιζάνει να ‘μουν,
αυτή που σιγολιώνει κάτω απ’ τον ήλιο της ματιάς του
Κάποια παρέλαση είθε να ήμουν μυστική μπροστά του
ή στ’ ασάλευτα χείλη του η σπάνια μιλιά του
Είτε σκιά, τον φίλο μου να συνοδεύω σε κάθε του ανάσα,
ή ξάγρυπνη ως τα παράωρα να παραμένω,
ενεή απ’ τη θωριά του
Τον νου μου αφιερώνω στην ελπίδα της καρδιάς μου, που απ’ τον χωρισμό ραγίζει,
Κλείνω τη θύρα μου στη θλίψη, γίνομαι πλέρια σεληνόφως στην υγειά του.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Στη συντροφιά της Κόρης της Άνοιξης
Τραγουδιστή βροχή σε έφερε εδώ
Και τις ματιές μου έκανες να επιταχύνουν.
Η όψη σου εγείρει ταραχή,
Έφερες αλλαγή στον κήπο του ονείρου.
Τί ρίγος είσαι; Τί είδους αρμονία, που η μορφή σου
Κάνει το κάθε φύλλο σου με τον εαυτό του να χορεύει;
Τα ερωτικά μπουμπούκια σου κι η συστολή,
ο αέρας και το φως:
Δουλεύουν όλα με προσήλωση,
το βλέμμα μου αγνοώντας.
Πώς γνώρισες το περιστέρι τόσο καλά
που μυστικά του θα σου πει, μόλις σε αντικρίσει;
Κι αν, πονηρή, ήμουνα φίλη σου εγώ;
Θα μου ‘λεγες, ποια σοφία σου ‘χε τραγουδήσει;
Κι αν, οικοδέσποινα, το ποίημα σου ‘ναι αρεστό,
Κάτω από σκιά κυπαρισσιού προσκάλεσέ με,
Να με καθίσεις σε χαλί από τριφύλλι πλουμιστό,
Και δυο γλυκούς βασιλικούς για δώρο πρόσφερέ μου.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Αιώνιος λάκκος
Κάποτε με τα οικεία ήταν πλήρης.
Τα χέρια της βλαστάρι φύτεψαν άνευ ριζών
με τη διαίσθηση-
ούτω θα τρανέψει.
Κάποτε, στου νου της έαρ φωτεινό
έτρεχαν τόσες μεγάλες σκέψεις.
Κάποτε και κατά καιρούς
δέντρα δια χειρός ημέρευε.
Κάποτε, ήταν υπάκουα ακόμη και τα σωθικά της,
ίσως τη δύναμή της έτρεμαν.
Όμως τώρα
άχρηστα πια τα χέρια κι αδρανή,
οι οφθαλμοί, καμένες κόγχες,
και οι λαμπρές της σκέψεις, θαμμένες σ’ ένα βάλτο,
ξεθωριάζουν.
Ούτε τα πόδια της δεν εμπιστεύεται
γιατί την αψηφούν,
την πάνε εκεί που δεν επιθυμεί να πάει.
Και έτσι κάθεται σε μία σιωπηρή γωνιά
χαμένη σε μια θάλασσα του σκότους
άδεια από αίσθηση του χρόνου
σε κείνον
τον αιώνιο λάκκο.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Τραγικές ιστορίες
Ω ιστορίες τραγικές,
στις καρδιές μας ενδιαίτημα έχετε κάνει.
Τα μάτια αυτά τα θλιβερά, τα μάγουλα
κίτρινα και βαθουλωμένα,
είναι της παρουσίας σας τα ζοφερά σημάδια.
Ω μελαγχολικά κλαδιά!
Άνοιξες και φθινόπωρα εκατό έρχονται
και φεύγουν,
μαραίνονται μπουμπούκια
με σημαδεμένες τις καρδιές,
αίρονται πολιορκίες εκατό,
καραβάνια εκατό περνούνε,
ο Φαραώ πεθαίνει και τελειώνει η ιστορία του Νεμρώδ–
κι εσείς εκεί, ακόμα πράσινα και φρέσκα,
λες κι από κήπου μήτρα μόλις ξεπροβάλατε.
Ω δυστυχία που καψαλίζει!
Φύγε μακριά απ’ τα όρια των καρδιών μας–
δεν είναι τα μόνα πράγματα που αξίζει να καούν,
για μια φορά, πέρνα από κάποιου άλλου σπίτι!
Ω τραγικές ιστορίες,
μας κατακλύζει πια η συντροφιά σας.
Αν δεν αναζητάτε νέο σπίτι, φυλαχτείτε:
αύριο θα διαβούμε τα θλιβερά ερείπια της ζωής–
και τότε, άθλιες κι εκτεθειμένες
θα μείνετε στο κολαστήριο του χρόνου
δίχως στέγη.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Πλούτος
Μια μέρα, οι σκέψεις μου, αντί γι’ αέρα παγερό,
πυροτεχνήματα θα γίνουν.
Μια μέρα, τα μάτια μου ορθάνοιχτα θα είναι,
τόσο που
στη θέα των φύλλων που σμπαράλιασε ο ωκεανός,
θα πλέουν όπως πρώτα.
Μια μέρα, τα χέρια μου θα γίνουν υφαντές
και στης επίγειας ζωής την παντέρημη χώρα
θα φτιάξουν φόρεμα από σιτάρι και άνθη.
Μια μέρα, ένα νανούρισμα
θα φέρει ύπνο στων άστεγων παιδιών
τα κουρασμένα μάτια.
Μια μέρα θα υμνήσω
το πνεύμα της φωτιάς
με της βροχής τα απαλά τραγούδια.
Τη μέρα εκείνη
θα γράψω ένα πλούσιο και εξυψωμένο ποίημα
που θα ‘χει του καρπού γλυκύτητα
και του φεγγαριού ομορφιά.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
Στη μνήμη της Νάντια Ανζουμάν
 
Thomas Kerrigan
Η πτώση του κορυδαλλού
«Δεμένα τα φτερά μου… Να πετάξω δεν μπορώ»,
Έγραψε εκείνη, πριν κατακορύφως πέσει,
Πλάσμα που ανήκε λιγότερο στη γη από τον ουρανό,
Κορυδαλλός θαρρείς από νταήδες σκοτωμένος,
Έπεσε καταγής, και σίγησε η φωνή της,
Έμεινε θλιβερός σωρός οστών θρυμματισμένων.
Όμοιό της χάρισμα, τι υπομένει μια ζωή
Εκεί που η άγνοια λιθοβολεί την τέχνη,
Και οι θρασύδειλοι, της κόβουν τη φωνή;
Θέλει βουλή η επιλογή να τραγουδάει·
Πρέπει να γνώριζε ενστικτωδώς:
Πρώτο σκοτώνουν το πουλί που κελαηδάει.
 
Michael R. Burch
Η τραγουδοποιός
Κλεισμένη σε θώρακα κατάλευκο, η καρδιά
να φτερουγίζει άγρια, ω! και πάντοτε να τραγουδά
ενάντια στο πνιγηρό σκοτάδι: αυτό μονάχα ξέρει
ώσπου εν τέλει αισθανθεί κεντρί να την μουδιάζει
του θανάτου. Τότε, σύντομο όραμα ζωής περνά σαν αστραπή,
τη νύχτα επιβάλλοντας σε όποιον βλέμμα έχει εναργές.
    
Την φωτεινή καρδιά σου άρπαξε ο θάνατος, κρατώντας τη σφιχτά, ώσπου το στόμα του–
φαρμακερό, με δόντια κοφτερά– ολόκληρο το δέος σoυ κατάπιε.
Κι όμως δεν ήταν τόσο o θάνατος όσο εσύ
που σφράγισες τη μοίρα σου· δεν μπόρεσες να μην τραγουδάς
και να σιωπήσεις. Και τώρα, ιδού του τάφου σου
λευκό αλαβάστρινο κλουβί: χλωμό, άθλιο πράγμα!
 
Όμως δε θα ‘ναι η φυλακή σου εδώ, σοφό πουλί!
Τα λόγια σου ελεύθερα κυλούν· σήκω, τραγούδα, πέτα, ζήσε πάλι.
 
Ξένια Καλαϊτζίδου
Πρώτη δημοσίευση, Λογοτεχνικό Δελτίο, τεύχος 22ο, Ιούνιος 2022, Φιλολογικός Όμιλος Θεσσαλονίκης

https://filologikosomilos.com

Συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια

[Αθηνά Βογιατζόγλου, Ερωτοπαίγνια, Κέδρος 2019]

Κριτικό σημείωμα του Χρήστου Νιάρου

Όσο μπορώ θα ερωτευτώ
μες στα σεντόνια,
θ´αφήσω το μυαλό μου να αγαπήσει
πολύ.
Κι οι συνειρμοί,της μνήμης οι λεπτές
επιθυμίες, οι παράτολμες του πόθου
δυνατότητες
θα απλουστευτούν σαν βότσαλα
κάτω απ´ το πόδι.

 
 
          Γλυκιές, παλλόμενες τρυφέροτητες συνειρμών και επιθυμίες σε μια ακόμη βιωματική γραφή της Αθηνάς Βογιατζόγλου αποτυπώνονται στο βιβλίο αυτό. Τα Ερωτοπαίγνια είναι μια ποιητική συλλογή που όταν την ξεκινήσεις θέλεις να τη διαβάσεις ως τη  τελευταία σελίδα. Το παιγνίδι του έρωτα είναι αθώο στον πυρήνα του, αυθόρμητο και με πολλά βέλη και φωνήεντα και η κάθε του προσέγγιση έχει πάντοτε ένα ενδιαφέρον. Είναι κάτι που δεν σταματάει, δεν εξαντλείται στο διάβα του χρόνου και στην πορεία της ανθρώπινης περιπέτειας πάνω στη γη. Σαν παιγνίδι είναι  ο έρωτας, που δεν έχει τέλος, αλλά ούτε αρχή. Τα θέλω και τα μπορώ του έρωτα πάντα σε κουβέντα. Είναι η πιό μεγάλη συνάντηση του μέσα της ψυχής του ενός με τον άλλο. Ένα ραντεβού διαρκείας, εγρήγορσης, συνεύρεσης, στοχασμών, αισθήσεων, βιώματος που περνά από αρκετούς σταθμούς, με σκιές, εξάψεις, σκοπούς ανάλαφρους και χρόνους ονειρικούς, και μας κοιτάει με τα μάτια της ψυχής.
          Αυτό κάνει και η δημιουργός του βιβλίου. Ξεκινώντας με το ποίημα  «Αυτοπροσωπογραφία», σαν εισαγωγή και προειδοποίηση για το τι θα επακολουθήσει, μας δίνει μια πρόγευση για το τι έπεται στις σελίδες του βιβλίου.  Μιλάει και μονολογεί για τις πτώσεις, τις στιγμές αλλά και τα ατυχήματα του έρωτα και των πόθων, όπως τα ένιωσε στον χορό ,στην τροχιά και στον χώρο των εποχών που βρέθηκε και έζησε . 
Μαγικό φίλτρο και συνταγολόγιο για αυτά δεν υπάρχει. Γιατί οι έρωτες έχουν τα έργα και τα λόγια τους χαραγμένα, φανερά και αφανέρωτα, στην κάθε συνάντηση ψυχής και σώματος. Σημειώνει σε ένα ποίημά της: «Οι αρμονίες μου αποδημητικά πουλιά./ Πως να τις φτάσω, ο άνεμος δεν δίνει διαβατήριο/ στα φύλλα μου» . Και ανοίγει τα κιτάπια της η δημιουργός στο άγγιγμα και στην δίνη του έρωτα, στην χλωρίδα, στην πανίδα, στην γεύση και στην επίγευσή του, αυτού του τόσο κρίσιμου προαπαιτούμενου ζωής.
          Ήρεμη ποιητική γραφή, που όμως επωάζει, υπόκωφα, σιωπές και πόθους. Η θηλυκή δημιουργός παραπονιέται, σκιρτά, διευσδύει στον μανδύα της μοναξιάς, απλώνεται και μαζεύεται με στίχους και στροφές πολλών προβολών -φωνών, στο άπειρο, στη νύχτα, στα λιβάδια, στην καθημερινότητα της πόλης, στη ματιά του άλλου. Κάθε συνομιλία έχει και κάτι το ιδιαίτερο και όμορφο .Ένα διαρκές ταξείδι με ό,τι την εχει συνεπάρει, ό,τι έχει φωτογραφίσει με τις λέξεις της στη ροή του χρόνου και της ζωής.ξεδιπλώνεται και αφήνεται στο χαρτί με σαγήνη και ρυθμό. Το εγώ που γίνεται εσύ, μαζί και αιωρούμενο συστατικό της ζωής αλλά και συμπερασματικό και λυτρωτικό αναδύεται, εκπέμπεται, πίνεται και μας αγγίζει γραμμή την γραμμή και σε αυτό το βιβλίο της συγγράφεως και πανεπιστημιακού Αθηνάς Βογιατζόγλου. Ως τα πιο μυστικά βάθη της ψυχής της όλος ο κόσμος σκηνοθετείται, ομολογείται, ταξιδεύει, άλλοτε φανερά και άλλοτε υπαινικτικά, άλλοτε άμεσα κατανοητά κι άλλοτε κρυπτικά. Δεν είναι όλα όμως στο συννεφάκι του πάνω ορόφου της καρδιάς ρόδινα και χαρωπά. Από την πρώτη μέρα που είδε το φώς στην ζωή ετούτη μέχρι το τώρα υπάρχουν πολλές εικόνες και συναισθήματα που ζητούν μια δεύτερη ερμηνεία και προσέγγιση. Επομένως είναι κάτι το επίπονο και αληθινό.  
Υπάρχουν δε και οι πτώσεις και οι πόθοι των στιγμών στην πορεία της ζωής· όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η ποιήτρια στο μέσον της «Αυτοβιογραφίας»: «ποτέ δεν τα τιθάσευα. / Μ’ έκαναν πάντα να ντρέπομαι για το / θράσος τους. Αγριεύουν στον άνεμο, / μα πιό πολύ στο μαξιλάρι» – είναι πιθανό οι στίχοι αυτοί να αφορούν τα μαλλιά της, σύμβολο θηλυκότητας και εντέλει σεξουαλικότητας, την οποία η ποιήτρια εμφανίζεται να μην μπορεί να ελέγξει όσο θα ήθελε. Δεν είναι όλα υπό έλεγχο στον έρωτα.
          Οι ενότητες της ποιητικής αυτής σύνθεσης φέρουν, διαδοχικά, τους τίτλους: Είσοδος, Αμφίφυλο, Μοναχικό, Βουκολικό, Πατρικό, Ακαδημαϊκό, Συζυγικό, Μητρικό, Έξοδος, διαγράφοντας την πορεία του βίου της δημιουργού με βάση τον έρωτα, που περιλαμβάνει ακόμη και τη σχέση με τον πατέρα της και, αργότερα, την κόρη της. Όλες οι σχέσεις με τα βασικά πρόσωπα της ζωής της χρωματίζονται, λοιπόν, και ερωτικά. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πατέρα της, πρόωρα όπως φαίνεται χαμένο, στον οποίο αναφέρονται και τρία από τα ποιήματα. Από το ποίημα «Έξοδος», που κλείνει το βιβλίο, επιλέγω τους στίχους: «Καλά περνούσα με τις σκοτεινές κηλίδες μου / τις δήθεν αστρικές / με τις φακίδες και τα ερωτηματικά / που λέρωσαν τόσο χαρτί επίμονων εραστών. / Πρός τι οι διαφάνειες; Με κυρίεψε / ο δαίμονας της ανθρωπιάς. /Ας γινόμουν τουλάχιστον καθρέφτης σε σαλόνι. / Όχι αυτό το σελοφάν. / Που κανείς δεν ξέρει / πόσο επίπονα είναι χειροποίητο».
          Η αυλαία και η παράσταση των ποιημάτων, που μοιάζουν αυτοβιογραφικά και με αλήθεια δοσμένα, μας ανοίγει έναν διάλογο με τα δικά μας πεπραγμένα, βιώματα, στιγμές, και από την άλλη μας ξεδιπλώνει με πυκνότητα λόγου και με  λυρισμό αναπολήσεις, ερωτηματικά αλλά και συμπερασμάτα για τη μέχρι τώρα πορεία της γυναίκας – δημιουργού, που με δικό της τρόπο, ακόμη και πίσω από μάσκες μερικές φορές, αποκαλύπτεται, με τόλμη τη σωματική, συγκινησιακή και διανοητική αλήθεια της στα δρώμενα και στις γραμμές του βιβλίου. Μια συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια μένει στα θετικά της γραφής ,της επικοινωνίας και των στοχασμών ,για πολλές αναγνώσεις . Μια ποίηση που δείχνει αντοχή και χαρακτήρα αλλά και ρέει αυθόρμητα ,πάντοτε μας συναντάει.

Ποίηση σημαίνει επίθεση | ο ποιητής Jazra Khaleed

από το βυτίο

Τυχαία, από ένα παλιό κείμενο, έπεσα πάνω στη φράση ενός ποιητή. «Ποίηση σημαίνει επίθεση». Έφτασα στο όνομα Jazra Khaleed (Γιάζρα Χάλεντ). Στην αρχή, σκέφτηκα, υπάρχουν δύο τρόποι να προσεγγίσεις αυτόν τον ποιητή. Μπορώ να πω, να, άλλη μια ιστορία ενός ανθρώπου που βραβεύεται στο εξωτερικό, που το έργο του μεταφράζεται στα γερμανικά και στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες, δημοσιεύεται σε λογοτεχνικά περιοδικά σε όλο τον κόσμο και που ο έξω κόσμος τον διαβάζει. Ο ποιητής Jazra Khaleed λοιπόν, γράφει ποίηση, αυτοσχεδιάζει, είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Τεφλόν και μέλος των εκδόσεων Τοποβόρος, μεταφράζει ποιήματα αγνώστων σε μας ποιητών και συζητιέται στο εξωτερικό. Ο ποιητής Jazra Khaleed γεννήθηκε στην Τσετσενία, ζει εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Ελλάδα, αλλά ευτυχώς δεν κινδυνεύει να βραβευτεί ποτέ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που συνηθίζει να βραβεύει μετανάστες όταν αυτή η κίνηση εξυπηρετεί τα Μέσα, τη συγκυρία και την (όπως έχει αποδειχτεί, αρκετά ελαστική όταν χρειάζεται) εθνική υπερηφάνεια.

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου
(δεν έχω πατρίδα)
Είμαι μια υγειονομική απειλή
Ένα μίασμα
Δεν ανήκω σε καμιά πολιτισμένη φυλή
Τι χαλάει την εικόνα της χώρας σας;
Το χρώμα ή τα δόντια μου;
Στο στήθος μου γεμάτα μετανάστες
Ξωκοίλουνε τα σαπιοκάραβα
Στην πλάτη μου ξεκινάνε εμφύλιοι πόλεμοι
Αντάρτες ξεπηδούν από τα πλευρά μου
Γιατροί με τη συνοδεία μπάτσων
Βάζουν αγγελίες θανάτου στο κορμί μου
Επικηρύσσουν την κάθε μου έκκριση
Την ώρα που εγώ επανεφεύρω τη σύφιλη
Αυτοί διαλαλούνε την ασφάλεια
Επιτροπές κατοίκων ετοιμάζουν πογκρόμ
Τα μεροκάματα πέφτουν
Οι εργολάβοι αγοράζουν
Η σιωπηλή πλειοψηφία αλλάζει κανάλι
Mε τα χέρια γεμάτα αίμα
Οι καλοί και ευαίσθητοι άνθρωποι
Αγοράζουν το φόβο σε μπουκαλάκια
Φυλάνε το σώμα τους στην τράπεζα για τόκο
Ο ιμπεριαλισμός των μικροαστών

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Σ’ αυτή τη χώρα
Βιάζουν τους μετανάστες
Καίνε τους ποιητές
Ο μπαλτάς της ελληνικής δημοκρατίας
Τεμαχίζει, τεμαχίζει, τεμαχίζει
Κάτω από την κόψη του σπαθιού
Την τρομερή
Θα ζήσετε
Χίλια χρόνια
Καθαροί

Ή μπορώ να πω ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ποιητής Jazra Khaleed. Δεν υπάρχει ποιητής από την Τσετσενία ή τα Εξάρχεια. Υπάρχει μόνο η σκιά της σκιάς, μια φωνή που βγαίνει από το κέντρο της πόλης, μια φωνή που δεν ανήκει πουθενά, μόνο παριστάνει τον ποιητή Jazra Khaleed. Αυτή η φωνή είναι απλά ένα beat, μια σφαίρα από λέξεις και ρίμες που εκτοξεύει ζωή, ιστορία και αίμα στα μούτρα μας. Αυτή η φωνή δεν διστάζει επιτέλους να δει χωρίς γυαλιά ηλίου, χωρίς παραμορφωτικά γυαλιά, χωρίς τα γυαλιά του τουρίστα και χωρίς τα γαλανόλευκα γυαλιά, το Αιγαίο πέλαγος. Το Αιγαίο λοιπόν δεν μπορεί να βρεθεί στο Instagram, ούτε πια μπορεί να αναζητηθεί σε ένα ποίημα του Ελύτη ή κάποιο παλιό φωτογραφικό άλμπουμ. Δεν υπάρχουν διακοπές στο Αιγαίο. Τα ποιήματα του Jazra Khaleed επιχειρούν να μας το παραδώσουν όπως είναι και όπως αρνούμαστε επίμονα να παραδεχτούμε ότι μοιάζει. Γεμάτο θάνατο, φυλακές και αδιαφορία.

το αιγαίο είναι μια υγειονομική βόμβα

οροθετικές πόρνες

παιδιά με τυμπανισμό

μουσουλμάνοι φυματικοί

ροφοί με ουλίτιδα (ή στα κάρβουνα

στο νησί «φιλοξενία παράνομων μεταναστών» ο δήμαρχος είναι επιχειρηματίας, ο παπάς είναι επιχειρηματίας, ο μπάτσος είναι επιχειρηματίας, ο χρυσαυγίτης είναι επιχειρηματίας, ο επιχειρηματίας είναι επιχειρηματίας, ο ροφός είναι επιχειρηματίας (όλοι ολίγον τι φασίστες επιχειρηματίες

28ος μεσημβρινός (ο σκληρός

27ος μεσημβρινός (ξηρά εμπρός

26ος μεσημβρινός (ύφαλος!

25ος μεσημβρινός (το καΐκι μπάζει νερά

24ος μεσημβρινός και 36ος παράλληλος γωνία (στα βαθιά

στο νησί «πνίξτε τους σύριους» κάθε χωριό είναι κι ένα περιστατικό δυσκοιλιότητας, κάθε στρατόπεδο συγκέντρωσης και μια ευκαιρία για μπάρμπεκιου, κάθε κρατητήριο κι ένας χώρος γυμναστικής, η ελευθερία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μεταφραστικό λάθος (τούρκικα μόνο μιλάει ο ροφός


Μιλάμε για την ποίηση και το δρόμο, τη δύναμη των στίχων.Ο Jazra Khaleed λέει: «Το ποίημα δεν υπάρχει μόνο του, δεν έχει γραφτεί για να υπάρξει μόνο του. Είναι μέρος ενός λόγου, που υπάρχει αυτή τη στιγμή και βρίσκεται σε ποιήματα, σε αφίσες, στο δρόμο. Ένα ποίημα είναι το κομμάτι μιας μεγαλύτερης εικόνας. Δεν γίνεται να το αποκόψεις από το κοινωνικό περιβάλλον. Παλεύει μαζί με όλα τα υπόλοιπα κομμάτια, στο επίπεδο του λόγου». Δεν έχει νόημα να κάνεις ερωτήσεις για την πολιτική κατάσταση, η ποίησή του δίνει τις απαντήσεις. Μου λέει απλά «ο φασισμός είναι επίσημη κρατική πολιτική».

Τον ρωτάω για τους μετανάστες, αν τελικά υπάρχει πάντα μια απόσταση ανάμεσα σ’ εμάς που περιγράφουμε και σε αυτούς που ζούνε. «Προφανώς δεν μπορούμε να μπούμε μέσα σ’ αυτό που ζούνε οι μετανάστες, αλλά μπορούμε να επιλέξουμε και επιλέγουμε τις πράξεις μας, το τι κάνουμε. Και αυτό είναι κάτι που έχει συνέπειες». Στα ποιήματά του, σε διάφορα σημεία, φαίνεται μια κριτική στην αριστερά ως προς το ζήτημα των μεταναστών. «Η αριστερά θέλει να κάνει συναυλίες έξω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, θέλει να μοιράσουμε σαπούνια. Να μην τους πνίξουμε πολύ, να τους πνίξουμε λίγο».

Όλοι τον ρωτάνε πώς γίνεται και δημοσιεύεται στα σημαντικότερα λογοτεχνικά του εξωτερικού και όχι εδώ. Μόλις ρωτάω συνειδητοποιώ και εγώ ότι αυτή την ερώτηση δεν την απευθύνει κανείς στον ποιητή, αλλά στον εκδότη, εκτός αν θέλει να εκμαιεύσει μια δήλωση για να βάλει τίτλο. Όμως ο Jazra Khaleed είναι άνετος, μου λέει πως δεν τον ενοχλεί, δεν είναι κάτι με το οποίο ασχολείται και μοιάζει να λέει αλήθεια. «Στο εξωτερικό άμα τους αρέσει κάτι και άμα τους ταιριάζει, δημοσιεύεται. Δεν επιλέγεται κάτι ανάλογα με το πολιτική του στάση ή με βάση το socializing. Σήμερα, οι καλύτεροι απ’ αυτούς που γράφουν ελληνικά ποιήματα, δεν μπορούν να βγάλουν βιβλία». Μου μιλάει για την Τρίτη γενιά Ανατολικογερμανών ποιητών, για το πώς ενάντια στη λογοκρισία και την καταστολή, ήρθαν σε ρήξη με τον κυρίαρχο λόγο και δημιούργησαν τον δικό τους δημόσιο λόγο. Είχαν γράψει γι’ αυτούς στο Τεφλόν. Όπως έχουν γράψει και για την ποίηση των Αβορίγινων. Απ’ αυτά και μόνο, φαίνεται το ενδιαφέρον για την γλώσσα που συγκρούεται με τον κυρίαρχο λόγο σε όλο τον κόσμο. Του μιλάω για το φαινόμενο οι ποιητές να εκδίδουν ποιητικές συλλογές πληρώνοντας οι ίδιοι κάποιον εκδοτικό οίκο. Μου λέει απλά: «Βρισκόμαστε σ’ αυτό σημείο, οι εργάτες να πληρώνουν τα αφεντικά».

Λέει ότι μόλις βρισκόταν στο Βερολίνο, όπου συμμετείχε (και βραβεύτηκε, όχι πως έχει σημασία) σε ένα διαγωνισμό, στον οποίο οι ποιητές καλούνταν να αυτοσχεδιάσουν με θέμα τη Συρία. Υπήρχε μια database με ποιήματα γραμμένα από Αραβίνες ποιήτριες που γράφουν στα αγγλικά και μια άλλη με tweets δημοσιευμένα με το hashtag #syria. Έβγαιναν λοιπόν στην οθόνη τυχαία tweets και στίχοι και έπρεπε με βάση αυτά να αυτοσχεδιάσεις. «Είναι δύσκολο από άποψη ποιητικής, είναι μια πρόκληση. Πρέπει να προσαρμοστείς, αφού μπαίνει ο παράγοντας τυχαιότητα, να βάλεις τις λέξεις σε μια σειρά και τελικά παράγεις έναν λόγο επιθετικό προς τον κυρίαρχο λόγο». Ο Jazra Khaleed μου λέει ότι βγήκε ένα φοβερό αποτέλεσμα, του έλεγαν θεατές μετά ότι απ’ την ένταση δεν μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ. Το σώμα ένιωσε την ποίηση στο πετσί του.

Από τις μεταφράσεις που έχει κάνει με παραπέμπει στο έκτο τεύχος του Τεφλόν. Στο ποίημα του Bert Papenfuß «πείνα δίψα και ντρόγκα» υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα ανάλυση που μπορείτε να δείτε εδώ.


Διαβάζοντας τον ποιητή και πυγμάχο (όπως λέει χαρακτηριστικά σε ένα ποίημά του) Jazra Khaleed νιώθω τα γραπτά του να χωρίζονται σε τρεις ομάδες. Στα ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα η επίθεση στην πραγματικότητα μοιάζει να εκκινεί από τη ματιά ή απ’ το ίδιο το σώμα ενός τυχαίου μετανάστη, ενσωματώνοντας μια πικρή διάθεση, αλλά και ισόποσες δόσεις ήττας και λύσσας. Τα ποιήματα μοιάζουν με ένα άνθρωπο που στέκεται στο φανάρι γέρνοντας πάνω σ’ ένα δέντρο περιμένοντας να τελειώσει το πράσινο. Δίπλα του ο κουβάς με τη σαπουνάδα για τα τζάμια, και αυτός λέει:

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
–κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
———-μόνο πέτρες.
(Ίσως θα έπρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)

Σε όσα ποιήματα υπάγονται στο The New Beat η επίθεση είναι ολική, δίχως δεύτερη σκέψη ή δισταγμό. Οι λέξεις φτιάχνουν μια σύγκρουση με 200 χλμ την ώρα και δεν υπάρχει ούτε το ελάχιστο ίχνος φρένου. Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο λόγος γίνεται όντως beat. Τα ποιήματα μοιάζουν με ένα νεαρό που στέκεται σε μια μικρή σκηνή. Τα φώτα παίζουν, από κάτω καμιά εκατοστή άτομα κουνάνε τα χέρια τους ρυθμικά, και αυτός λέει:

ποιητάδες, μείνετε σπίτι. εύθραυστοι σαν κυκλάμινα, μια ζωή στην ήττα και την άμυνα. ξοφλημένοι αριστεροί, μπουρζουάδες του ποιείν. στο μακελειό σκορπάτε σαν τα ποντίκια απ’ το σάμινα. νεκρά φύση. εγώ εκπαιδεύω λέξεις φενταγίν. δε γράφω ποίηση, γράφω προκηρύξεις. να δούμε πού θα είστε όταν το αίμα στο δρόμο πήξει.

Τέλος αναγνωρίζω μια τρίτη ομάδα ποιημάτων, κρυφών και υπόγειων, σχεδόν ύπουλων. Σ’ αυτά, η επίθεση κρύβεται πίσω από μια ανεξιχνίαστη γωνία. Η επίθεση είναι μια έκπληξη, σε πιάνει απ’ το γιακά και σου ζητάει ευγενικά αλλά χωρίς πολλά πολλά να ρίξεις το βλέμμα σου στη μητρόπολη, στην πλατεία Ομονοίας, στις λεωφόρους και τις πολυκατοικίες. Τα ποιήματα μοιάζουν με έναν άνθρωπο που στέκεται στα σκαλιά του μετρό. Παρατηρεί τα παιδιά με τα σκέιτ που κάνουν τα δικά τους, ο κόσμος πηγαινοέρχεται γεμάτος τσαντίλα, κολλάει μανία την παλάμη του στην ασφάλεια του Κινητού, και αυτός λέει:

Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες
Γράφω ένα ποίημα κάθε φορά που πηγαίνω από το σπίτι μου στο μετρό
Αναμένω μια συγκίνηση

και αλλού

Διασχίζω την πόλη πάνω σε ένα σκεϊτ
Γυμνός
Με τα κορδόνια λυμένα
Γίνομαι αόρατος
Κάμερες ή όπλα, ένα από τα δύο θα με σκοτώσει
Υπάρχει ένας δρόμος, αλλά δεν υπάρχει ελευθερία


Φυσικά δεν έγινα κριτικός λογοτεχνίας ή ειδικός στην ποίηση, για να με ενδιαφέρει ή να μπορώ να κάνω μια αποτίμηση του ποιητή και να καταλήξω σε συμπεράσματα για την ποιότητα των γραπτών του οποιουδήποτε. Άλλωστε ξέρουμε ότι τίποτα που να αξίζει δε μπορεί να μετρηθεί. Με ενδιαφέρει όμως ο λόγος, αυτό το κομμάτι της ευρύτερης ζωής και που αποτελεί το εργαλείο για να δούμε λίγο καθαρότερα αυτό που συμβαίνει γύρω μας και μέσα μας. Αν ο Πρεβεδουράκης με το «Κλέφτικο» μιλάει για τους 30αρηδες που ματαιώθηκαν, απέτυχαν (τουλάχιστον με το μέτρο που είχε ορίσει το φαντασιακό των χρόνων της ισχυρής Ελλάδας), αναγκάστηκαν να αλλάξουν και ζορίζονται σήμερα εντός της αντίφασής τους, ο Khaleed ρίχνει τον προβολέα λίγο πιο δίπλα. Ενώ εμείς διστάζουμε για όλα και ριχνόμαστε στο μπέρδεμά μας άφραγκοι πια, δίπλα μας ορθώνονται τα τείχη των στρατοπέδων συγκέντρωσης και στοιβάζονται στον αιγαιοπελαγίτικο βυθό σωροί τα πτώματα. Τα ημιυπόγεια ξεχειλίζουν απελπισία, οι business ανθίζουν, οι εργοδότες αγριεύουν. Ο Jazra Khaleed, κι ας ακούγεται υπερβολικό, μιλάει για τον καπνό που βγαίνει απ’ την καμινάδα της εποχής μας. Η ποίησή του καταφέρνει να πυροβολήσει ρίμες για μια πόρνη απ’ τη Σενεγάλη που βρέθηκε πεταμένη στον ακάλυπτο. Η ποίηση του Jazra Khaleed πρέπει να φυλαχθεί, μαζί με τόσα άλλα πολύτιμα, γιατί μας βοηθάει να αφηγηθούμε τη ζωή στην Ελλάδα, ενάντια στην κυρίαρχη αφήγηση που συσκοτίζει, εντείνει τη σύγχυση και καθησυχάζει τρομάζοντας.

Ακούω τα ποιήματά του δυνατά. Μου λένε, πολύ θυμός. Κι όμως, σκέφτομαι, ότι δεν πρόκειται για θυμό, δεν πρόκειται για μια οργισμένη ευκολία που βρίζει ή καταφέρεται κατά ενός παντοδύναμου και αυταρχικού αντιπάλου. Ο Jazra Khaleed αφηγείται την ιστορία των χρόνων μας, οπωσδήποτε δυσάρεστη, αχώνευτη και πιεστική. Και αυτή η ιστορία, μόλις κάποιος την αντιληφθεί με όλες του τις αισθήσεις, μόλις αποτυπωθεί με σαφήνεια σε ένα κομμάτι χαρτί, δεν σταματάει να ζητάει τα ρέστα για την ανοχή και την υπομονή μας. Η ποίηση του Jazra Khaleed δεν μας τραβάει απ’ το μανίκι, απλά ανοίγει μπροστά μας την (μισοδιάφανη έτσι κι αλλιώς) κουρτίνα. Κοιτάξτε και μη φοβάστε τις λέξεις, μη φοβάστε την ορμή, μη φοβάστε το θυμό. Κοιτάξτε.

Θα χρειαστεί να δώσουμε μεγάλες μάχες με τους εαυτούς μας κάποτε για να εξηγήσουμε και να χωνέψουμε όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Καλό είναι σε αυτή τη μάχη να κατέβουμε με σύμμαχο τις λέξεις. Κι ας λέει κάπου ο Jazra Khaleed:

Το χτύπημα των πλήκτρων δεν μπορεί να σωπάσει

την παρέλαση των αρβυλών

Ένα απείθαρχο ποίημα δεν μπορεί να σώσει

έναν υποταγμένο ποιητή

Οι λέξεις αποβαίνουν πολύτιμες για τις πιο σκληρές μάχες. Ποίηση σημαίνει επίθεση.


Το βλογ του Jazra: http://jazrakhaleed.blogspot.gr/

Το περιοδικό Τεφλόν: http://teflon.wordpress.com/

Οι εκδόσεις Τοποβόρος: topovoros.gr

*Από εδώ: https://thecricket.gr/2014/10/about-jazra-khaleed/?fbclid=IwAR3wdGo-gU545Qw9WAqZmHU5KBoIyzisbiwb4shOimCzK2sx05dBVZJsbds

Ο μαχητής – “Με μια εμμονή στην κωλότσεπη” – Μια προσέγγιση  

Γράφει η Μαρία Πανούτσου

Στα ποιήματα της συλλογής αυτής, ο ποιητής είναι ξεκάθαρος. Απόλυτα ειλικρινής, κρατά τον χάρακα και βάζει ο ίδιος πρώτος τα όρια της επικοινωνίας. Συνεσταλμένος για να μην μας τρομάξει, με έναν ρυθμό υπόγειο που μας ηρεμεί. Ξεδιπλώνει αργά αργά, από στίχο σε στίχο και από θεματολογία σε θεματολογία, όλα όσα τον απασχολούν. Μιλάει για τις χαμένες πατρίδες, τα χαμένα ιερά για ό,τι έχασε και ό,τι κέρδισε ο άνθρωπος μέσα στους αιώνες για ό,τι κέρδισε και έχασε ο ίδιος…

Προσεχτικός, δεν αφήνει την νοσταλγία να τον ημερέψει, ημερεύει μόνο εκφράζοντας τον εσωτερικό αγώνα και ισορροπεί την ζωή του με μια εξωτερική δράση καλά μελετημένη.

Η ποίησή του, είναι η ζωή του σε στίχους. Μας επαναφέρει με την επιλογή των λέξεων στην πραγματικότητα, μέσα στην οποία έχει σκοπό να κινηθεί και δεν θέλει να αφήσει τον πόνο να τον κατευθύνει, αλλά εκείνος να κατευθύνει μέσα από τον ρυθμό της ποίησης, τον πεζό του λόγο και τις επιλογές του.

Η ποίησή του δεν αποσκοπεί να αρέσει όσο να επικοινωνήσει. Δεν μεγαλοστομεί έχει μια ταπεινότητα που την έθρεψε η δική του προσωπική πορεία στην ζωή. Πίσω από την νηφάλια προσωπίδα του, στεγάζεται ένας ευαίσθητος μαχητής της ζωής. Πετάει τα βαρίδια της επιτυχίας και ζητά να τον δούμε, να τον κοιτάξουμε στο πρόσωπο και όταν θυμώνει και όταν απελπίζεται και όταν ριγά από πόνο. Η πιο ώριμη ποιητική συλλογή του ποιητή κατά την γνώμη μου. Με ιδιαίτερη ισορροπία κινείται ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό τοπίο με μια συνείδηση της πραγματικότητας χωρίς ψευδαισθήσεις και καμώματα. Η ποίηση του δεν δείχνει την αθέατη πλευρά της ζωής -αν υπάρχει- δείχνει και θίγει με ρεαλισμό και πάθος, τα πάθη της καθημερινότητας. Επιλέγω οχτώ ποιήματα από την συλλογή των 44 ποιημάτων. Εκτιμώ και θαυμάζω τον Δημήτρη Τρωαδίτη και με συγκινεί η ποίησή του.

ΝΕΑ ΟΝΕΙΡΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΟΥΝ
Αλαλάζοντες με υπόσταση
η θλίψη μάς ξέρει πολύ καλά
και την ξέρουμε
τα βήματά μας διαθλώνται
στις καθημερινές μας πράξεις
σαν τους υπνοβάτες
η ισορροπία μας γίνεται απέριττη
χορεύουμε σε αναμμένα κάρβουνα
τρεκλίζουμε σε τεντωμένο σκοινί.
Ωστόσο, δεν μας καταβάλλει καμία πτώση
τα όνειρα αναπροσαρμόζονται
αποδιώχνουν νυχτερινές αμαρτίες
οπτασίες σε καιόμενες βάτους
τα πολύχρωμα φωτάκια του μυαλού
όλα σε συγχρονισμό
ταυτίζουν τους ιλίγγους με τις ηδονές
το ένα συμπληρώνει το άλλο
νέα όνειρα φτερουγίζουν.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Ποια αληθινή ελευθερία διακυβεύεται
μ’ αυθαίρετη δύναμη ξένη από μας;
Ποιος μας καταδικάζει να μένουμε
στάσιμοι μ’ απονεκρωμένες κεραίες;
Ποιος μας τυραννά εμποδίζοντάς μας
να γίνουμε αφέντες του εαυτού μας;

ΣΤΙΓΜΙΑΙΕΣ ΑΝΑΣΕΣ
Ι
αυτός που μας ελέγχει
τρεκλίζει
από προκλητική μέθη

II
τα φώτα μιας μεγάλης πόλης
υποδέχονται το φεγγάρι
που μόλις ξεμύτισε

III
κάποιοι
κοινωνικά ατημέλητοι
καμώνονται τους ευγενείς

IV
η σκόνη μας ακολουθεί
από το ένα μέρος
στο άλλο

V
οι θεσμοί
κοιτούν επίμονα
προς τη μεριά μου

VI
ένας σκάβει τον λάκκο του
κι επτά άλλοι
του ρίχνουν χώμα

VII
μας ήρθε μια ανάπηρη
λιακάδα μετά από
μια όξινη βροχή

VIII
στον επαρχιακό σταθμό
ένας μόνος του
μοιρολογούσε

IX
ψηλαφώντας σε πυκνή
ομίχλη
να ψάχνεις για το τίποτα

X
σε πιάνει ίλιγγος
στις χιονισμένες
βουνοκορφές

ΧΙ
σε πλημμυρισμένα χωράφια
οδηγείς ποδήλατο
φορώντας βατραχοπέδιλα

ΧΙΙ
η βροχή συνεχίζει
και τα μάτια μου
ξεραίνονται

ΧΙΙΙ
τα γέρικα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
φεγγοβολούν

ΧΙΙΙ
τα νοτισμένα μαξιλάρια
της πάχνης
περιμένουν τη δύση

XIV
ένα ποταμίσιο μονοπάτι
η μόνη διέξοδος
προς την ανατολή

XV
η φύση ολόγυρα
σηκώνει
έναν υπνάκο

XVI
κάποιοι ήχοι
μπερδεύουν
τη διάθεσή μου

XVII
σε μια γκρίζα αυγή
τα όνειρα
δεν έχουν καμία θέση

XVIII
στην πρωινή ομήγυρη
τα μυρμήγκια έχουν ήδη
πιάσει δουλειά

XIX
είναι κάτι σπίτια
με τα παραθυρόφυλλα
πάντα ανοιχτά

ΕΞΑΓΓΕΛΙΑ
Θα καταργήσω
τις στάσεις
των λεωφορείων
θα τις κάνω
κρυψώνες
ενάντια
στους χάρτινους πύργους
των εμμονών μας
γιατί η ποίηση
ή θα γίνει επανάσταση
ή δεν θα υπάρξει ποτέ

ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ
Οι πατρίδες
ξεπουλημένα γραμμάτια
στην αγορά της υποκρισίας
σκυλιά που εξακοντίζουν άγος
στις παραληρούσες μάζες
οι πατρίδες
λίστες φοροφυγάδων
αμείλικτων πολιτικών
που αγορεύουν
σε ρημαγμένους δρόμους
οι πατρίδες
μοιάζουν με νύχτες
ξέχειλες από αγυρτείες
ανέξοδα μεθύσια
ανύπαρκτες ηδονές

ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ
Θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που πέφτουν τα φύλλα
για τον τρόπο που πέφτει μια σταγόνα ιδρώτα
στο ξέφωτο στήθος σου
για τον τρόπο
που κάθεσαι απέναντί μου
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που δίνουμε υποσχέσεις
σαν τους μεγάλους
που όλο μιλούν για ειρήνη
και διαφυγόντα κέρδη
θα ήθελα να μιλήσω
για τις αποβάθρες
τις πλατφόρμες
τα μουχλιασμένα από την πολυκαιρία
και την εγκατάλειψη διαμερίσματα
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που διασταυρώνονται
τα συνοικιακά λεωφορεία
φρακαρισμένα από ιδρωμένες γραβάτες
και σκονισμένα παπούτσια
αγχωμένων δημοσίων υπαλλήλων
τα απογεύματα
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που καταλαβαίνουμε τον καιρό
στα πρώην εργατικά μαυσωλεία
στις λέσχες βιομηχάνων
και τα κρατικά μπουρδέλα
όπου συνωστίζονται έγχρωμες
αλαφιασμένες μετανάστριες
θα ήθελα να μιλήσω
για τις σκληρές μέρες
των οικονομικών κρίσεων
και τις σκοτεινές νύχτες
των ξεχειλισμένων ερώτων.

ΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΑΥΛΟΠΟΡΤΑ
Είναι ώρες που σκέφτομαι
ότι γεννήθηκα σε κάποιο άπειρο
ένα σύμπαν απροσδιόριστο
κι ότι κάποια στιγμή χάθηκα μαζί του
είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα
μες στα σκισμένα ρούχα μου
και τις λάγνες παρωπίδες
κλείσε την αυλόπορτα
έχω κρυφτεί στο απέναντι στενό
να παραφυλάξω τη θετή μου οπτασία
να κρυφακούσω τους εμπόρους
του μαύρου θανάτου
κλείσε την αυλόπορτα
όπως κλείνεις τα μάτια
στις γραφίδες που εξουσιάζουν
κι αιματοκυλούν το μυαλό μας

Η ΠΟΛΗ
Η πόλη αυτή
κινείται χωρίς εμάς
κι ας νιώθουμε δυνατοί
η πόλη αυτή
είναι φιγούρες
ασπρόμαυρες
σε ρυθμό
αργόσυρτο
εξαρτημένο
ανασφάλεια απ’ όπου
οι τοίχοι δανείζονται
το χρώμα
παίρνουμε τους δρόμους
της πόλης αυτής
ενάντια στις θέσεις
της Κεντρικής Επιτροπής
των φίλων
ενάντια στην εξουσία
των υπονοούμενων
έτσι κι αλλιώς
οι συναινέσεις
δεν θα έρθουν ποτέ
δολοφονήθηκαν
κι οι κυκλοθυμίες
της εργατικής τάξης
είναι σαν κοιλιές
και στόματα ορθάνοιχτα
με πνευμόνια πνιγμένα
στις υποσχέσεις
των πολιτικάντηδων
οι ήλιοι αυτής της πόλης
απόκαμαν να περιμένουν
την ευημερία
στον τριακοστό τρίτο
τετραγωνική ρίζα του δύο
δια τέσσερα
δρόμο για
τον σοσιαλισμό

Rory Green Reviews Theory of Colours by Bella Li

Theory of Colours by Bella Li
Vagabond Press, 2021

Bella Li’s hybrid poetics of text and image are instantly recognisable. Her third collection Theory of Colours follows on structurally and stylistically from her well-received earlier works: Argosy (2017, Vagabond Books) and Lost Lake (2018, Vagabond Books). Here, as with her previous collections, alchemical concoctions of form and genre blend source materials into sequences with a commitment to the surreal and uncanny. Theory of Colours extends this eclectic approach into what is arguably the most thematically cohesive collection Li has published thus far, delicately threading abstraction and narrative immersion. It is a meticulous book-object, with her attention to detail extending even to the design of the cover and internal typesetting.

The collection’s title is borrowed from poet and polymath Johann Wolfgang von Goethe’s 1810 treatise. Goethe’s Theory of Colours is a renowned historical oddity: part challenge of Isaac Newton’s physical theory of light and colour, part catalogue of colour experiments, and part philosophical reflection on the experience of colour. Goethe’s ‘theory’ is less scientific and more perceptual – his colour wheel contains a subsection for allegorical, symbolical, and mystical applications of colour. In contrast to the Newtonian view of colour as a subset of white light, Goethe argues that colour is the result of interactions between dark and light, and that ‘colour itself is a degree of darkness’.

Just as Goethe sees colour as emergent from the mixing of light and dark, Li’s readers find meaning and appreciation in the recomposition of contrasting elements and forms. Absence, and what we piece together in its stead, runs as an underlying theme across the book’s three sections. In the first and titular section, Li relates Goethe’s perceptual colour theory to photography and ghost stories. ‘Coloured Objects’, the entirely visual opening poem, consists of nine image collages in sequence. Each image juxtaposes colour theory diagrams and block colour swatches with black and white photos of drawn from a historical overview of New Zealand photography: sweeping natural vistas and portraits of well-dressed people sitting for the emerging technology are subsumed by the schematics of colour, obscuring faces and bodies and sometimes whole landscapes. One double-fold shows men in suits pose for a group portrait, their faces almost entirely obscured by coloured index tabs. In a later spread, women in light full-length dresses stand in a field of daisies, their bodies all but obliterated by a triptych diagram visualising the phenomena of refraction, where light through a prism splits into its composite colour frequencies.

In this quietly striking poem Li deploys several inversions that grapple with absence. Most prominent is the striking contrast between the black and white photographs and the bright yet constrained colour palette of the interpolated images – the subjects drained of colour by the technology of the early camera are refracted back into colour, but illegibly so. The title too suggests an inversion of the ‘subject’ nominally linked to the portraiture style dominant in the late 1800s; in this visual bricolage they are now objects, mere embodiments of colour phenomena in a scientific positivist lens.

Considering the Aotearoan context of the source images, a colonial spectre pervades this inversion. The early history of photography is interwoven with that of the racial sciences that pervaded the colonial empires of Europe in the late 19th and early 20th centuries. As advances in physiology challenged the reliability of human visual perception, photographs were purported to depict an empirical truth that was frequently used to justify notions of racial superiority and the wider colonial apparatus. When ethnic or Indigenous minorities were represented on film, it was typically either as evidence for racial science purposes or as an idealised exotic figure to export back to the white motherland. This exclusion has been continually baked into the technology of photography itself, from the ‘Shirley card’ swatch of a white woman which was for decades the sole measurement for colour photo processing to the computer vision algorithms which misidentify non-white faces due to their omission from data sets used to train these algorithms. Placed in this context, ‘Coloured Objects’ emphasises photography as a vehicle for the erasure of Indigenous culture by forming an erasure of the idyllic colonial vision itself. The well-to-do European subjects of this poem are engulfed in colour theory, transformed into objects of pseudoscientific obsession. This anticolonial reading is no doubt shaped by Li’s renowned poem ‘Pérouse, ou, Une semaine de disparitions’ in her first collection Argosy, which Aden Rolfe suggested ‘can be read as a kind of Pacific revenge against Europe, the natural world reclaiming the civilised, the colony subsuming the coloniser’.

Later in this first section, Li explores colour through a gothic bent with ‘Chroma’, a story in which colour is presented as a supernatural force. In this piece, describing an abandoned mansion which is ‘set back a safe distance’ from a ‘ruined and populous village’ and the wealthy family that once lived there, Li pushes her visual practice to new levels of experimental abstraction, with a sequence of pages consisting only of a hollow rectangle against a bright yet monochrome background. Li’s notes cite Edgar Allen Poe’s ‘The Masque of the Red Death’ here, but while the coloured rooms in Poe’s plague tale are sequential, the speaker in Li’s poem describes the rooms as part of a clockwise, circular sequence. The reframing of this textual allusion gives a sense of inevitability to the demise of the wealthy family to ‘chroma’, which ‘starts in the blood’ and ‘macerates the vein’. Reading between Poe’s and Li’s texts, I can’t help but think of the Silicon Valley billionaires buying up New Zealand land and building bunkers to wait out the climate apocalypse. At a time when it appears the rich might escape the worst of impending global catastrophe, there’s a slightly mean thrill in this dark story of collapse, where the demise emerges from within, and the colourful riches of the family aren’t enough to save them.

Li is at her strongest in ‘Hotel Avenir’, a hybrid prose/collage poem in which careful interventions in both text and image produce an eerie reflection on capitalism’s absences on its deathbed. Part of the final sequence of the collection, in this poem the speaker takes refuge from the apocalypse where ‘the fires had gone out, one by one along the coast’ in a hotel. The full-page images depict a grand and ornately decorated interior, but for the speaker this place is maze-like and disorientating, inducing anxiously cyclical habits:

There were hallways and staircases leading to hallways and staircases. The occasional abyss, missing steps. I developed, in this time, a habit of leaping, from time to time, across. Vast distances and from time to time. Developing a pervasive, a persistent sense of vertigo

I’m particularly taken with a wordless double-page spread around the poem’s midpoint, where Li has superimposed fragments of the same interior image on itself to create a warped, Escher-esque landscape that in greyscale almost eludes a cursory eye. This vision brings to mind shopping malls, department stores and other familiar landscapes of late capitalism where the imperative of relentless growth turns inwards and generates an architecture like a fractal tumour – solipsistic and beyond spatial logic.

As the poem progresses, the images begin to feature white empty rectangles increasing in size. Like the Nothing in Michael Ende’s The Neverending Story, this is an embodied absence that invades the Hotel Avenir. Li published an earlier version of this piece in Going Down Swinging and it’s interesting to see how the poem has been refined for this collection: previously these absences marred the poem from the beginning, but in this version the empty rectangles don’t appear until several pages in. This restraint and slow build of visual tension of what we see in Theory of Colours feels much more in line with the horror genre that Li draws from both thematically and in repurposed text throughout this collection.

Li’s image-text sequences engender a swayed reading, a kind of trance for the reader flipping back and forth between images or disjunctive blocks of prose, scanning for associations between each poem’s suite of vignettes. This is undoubtedly a core intention of Li’s overall practice: in a paper on Lost Lake, Amelia Dale paraphrases a conference talk from Li in which she describes collages as ‘inducing backwards, forwards and circular temporal movements’. There’s a specific pleasure in this multiple, circuitous mode, where a reader will make connections not just between the many elements of the poem (themselves a collage of found text and images repurposed by Li), but between their perceptual experience of the poetry and their own contextual understandings of the many objects and symbols placed before them. Like additive colours, the superimposition of various textual sources produces effects that are not simply the sum of their parts, but something else entirely.

Works cited

Del Barco, Mandalit. ‘How Kodak’s Shirley Cards Set Photography’s Skin-Tone Standard.’ NPR, 13 November 2014, online.

Goethe, Johannes Wolfgang von. Theory of Colours. John Murray, 1810.

Li, Bella. Argosy. Vagabond Books, 2017.

Li, Bella. Lost Lake. Vagabond Books, 2018.

Li, Bella. ‘Hotel Avenir.’ Going Down Swinging, vol. 40, 2020, Clifton Hill.

Li, Bella. Theory of Colours. Vagabond Books, 2021.

Najibi, Alex. ‘Racial Discrimination in Face Recognition Technology.’ Science in the News Boston, 24 October 2020, online.

Poe, Edgar Allan. ‘The Masque of the Red Death.’ The Complete Works of Edgar Allan Poe, edited by James A. Harrison, vol. 4, Thomas Y. Crowell, 1902, pp. 250–58. HathiTrust Digital Library, online.

Rolfe, Aden. ‘What Makes Something a Poetry Collection: A Review of Bella Li’s “Argosy”’, by Aden Rolfe.’ The Lifted Brow, 19 January 2018, online.

*Taken from Cordite at http://cordite.org.au/reviews/green-li/

Κριτική ποπ ή εμένα οι φίλες μου είναι ροζ αγκαλιά

(Σκέψεις & παρασκέψεις για τη βουκαμβίλια ποπ της μκχ)

Της Γιώτας Τεμπρίδου*

Το πρώτο βιβλίο της μκχ το περίμενα καιρό και, απ’ όσο ξέρω, δεν το περίμενα μόνο εγώ. Η μκχ τυγχάνει να έχει πολλά ονόματα, είναι και μαρίνα και μαρία και μαρίκα, το βιβλίο της όμως έχει μόνο ένα, είναι η βουκαμβίλια ποπ – ένα ροζ βιβλίο με ποιήματα ποπ. Στον τίτλο θ’ αναφερθώ μετά, πρώτα θα μοιραστώ μία μου χαρά: Η φιλία μου με τη μαρίνα βοήθησε ώστε να έχω στη διάθεσή μου τα ποιήματά της πολύ πριν από την έκδοσή τους. Μολονότι κυκλοφόρησαν, απ’ το περιοδικό τεφλόν βεβαίως βεβαίως, τον μάιο του 2022 τελικά, προσωπικά έχω μοιραστεί κάποια απ’ αυτά, με διάφορες αφορμές, πάντα όμως με την άδειά της φυσικά, ήδη από την άνοιξη του 2021. Αν δεν σας ενδιαφέρουν οι σχετικές λεπτομέρειες, συνιστάται να προχωρήσετε απευθείας στο 2 – θα βρείτε εκεί σχόλια για το εξώφυλλο και τον τίτλο της συλλογής. Αν δεν κρατιέστε να μπείτε στα ποιήματα, κάντε ένα άλμα μέχρι το 4.

1.1 Κατά το εαρινό εξάμηνο του 2021, στο πλαίσιο του γσγ 292 – στοπ για εξηγήσεις: Το αρκτικόλεξο γσγ (διάβασε: γου-σου-γου) σημαίνει γενική & συγκριτική γραμματολογία και το γσγ 292 είναι κωδικός ενός προπτυχιακού μαθήματος ειδίκευσης του τμήματος φιλολογίας του απθ, με γενικό τίτλο «προβλήματα (πολυ)πολιτισμικών σχέσεων ΙΙΙ». Διδάσκω το συγκεκριμένο μάθημα στο συγκεκριμένο τμήμα τα τελευταία πέντε χρόνια (ιδέαν ουκ έχω αν θα [το] διδάσκω και τα επόμενα [σχόλιο για την επισφάλεια: τσεκ]) και το εξάμηνο στο οποίο αναφέρομαι ο ειδικός τίτλος του ήταν «ο ελύτης μεταφραστής: θέατρο, ποίηση, φιλοσοφία».

Κατά το εαρινό εξάμηνο του 2021 λοιπόν, στο πλαίσιο του γσγ 292 που είχε ως αντικείμενο το μεταφραστικό έργο του ελύτη, σε μια από τις πρώτες συναντήσεις μας, κατά τις οποίες βάζαμε κάποιες βάσεις και γνωριζόμασταν με τον ποιητή, καλέσαμε τη μαρίνα – στοπ για πικάντικες (ή πάντως βαριές) λεπτομέρειες: Λέω για τη δεύτερη στη σειρά συνάντησή μας που έλαβε χώρα στις 5/3. Θυμίζω πως δεν υπήρχε τότε η επιλογή του διά ζώσης μαθήματος, είχαμε υποχρεωθεί στο εξ αποστάσεως, οι φοιτήτριες, οι φοιτητές κι εγώ ήμασταν σπίτια μας. Εκείνοι που δεν ήταν σπίτια τους εκείνον τον καιρό είναι οι ματατζήδες. Ο πρύτανης παπαϊωάννου είχε γράψει ήδη την αρχή μιας απολύτως τραγικής ιστορίας που κρατάει ως τις μέρες μας, όσο κι αν προσπαθούμε να τελειώνουμε μ’ αυτήν. Με τα ματ εντός του campus, το τμήμα τελούσε, όπως είναι φυσικό, υπό κατάληψη, άρα μαθήματα δεν γίνονταν ούτε από μακριά. Εμείς όμως είχαμε καλεσμένη τη μέρα εκείνη: Η πρώτη συνάντηση του εξαμήνου είχε κλείσει με μια διαφάνεια στην οποία υπήρχε ένα και μόνο ποίημα· ένα ποίημα που δεν ήταν του ελύτη. Έφερε την υπογραφή «μκχ» και την επισήμανση «αδημοσίευτο». Ζητούμενο ήταν να το διαβάσουμε με την ησυχία μας, να το σκεφτούμε και να ετοιμαστούμε ώστε να το συζητήσουμε με την ίδια τη μκχ μια βδομάδα μετά. Έτσι έγινε και συνδεθήκαμε στο ζουμ στις 5 μαρτίου για να βεβαιωθούμε πως ήμαστε όλ@ καλά και για να τιμήσουμε το ποιητικό ραντεβού μας. Με όλα τα υπόλοιπα ασχοληθήκαμε ξανά μετά τη λήξη της κατάληψης, που δυστυχώς, παρά τα καλά αντανακλαστικά και τη δυναμικότητα του φοιτητικού κινήματος, δεν έφερε λύση στα προβλήματά μας (τώρα που γράφω, έναν χρόνο μετά και ιούλιο μήνα, τα ματ καλά κρατούν στο απθ).

Καλέσαμε τη μαρίνα λοιπόν να συζητήσουμε με αφορμή ένα άτιτλο ποίημά της στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο απευθύνει ερώτημα σε κάποιον «φίλο σαπουνοποιό», που δεν (μπορεί να) είναι άλλος από τον οδυσσέα ελύτη, ο πατέρας του οποίου διέθετε εργοστάσιο σαπωνοποιίας. Το εν λόγω ποίημα αφορά την πολύωρη εργασία και τα πρησμένα πόδια, την επισφάλεια των πολλών και τις ταξικές διαφορές και κλείνει με την «ομορφιά του αιγαίου μας». Φίλος καλείται ο σαπουνοποιός, αλλά εδώ αμφισβητείται, κάποια έμμεση κριτική φαίνεται να του ασκείται. Είναι άραγε ο υμνητής της ομορφιάς του αιγαίου απ’ αλλού φερμένος; Αν είναι, θα ’πρεπε ο αναγνώστης του να είναι πειραγμένος; Τι είναι αυτό που ζητάμε απ’ την ποίηση; Να μας κρατήσει προσγειωμένες ή να μας δώσει φτερά; Να μας θυμίσει τις δυσκολίες που ποτέ δεν ξεχάσαμε ή ν’ ανοίξει πόρτες που ποτέ δεν περάσαμε; Πολλά τα ζητήματα και ικανά να πυροδοτήσουν ένα σωρό συζητήσεις. Σ’ εκείνη τη συνάντηση βέβαια ξεκινήσαμε απ’ το ποίημα και καταλήξαμε στο κουίρ. Ούτε που θυμάμαι πώς περάσαμε απ’ το ένα στο άλλο. Θυμάμαι όμως την οικειότητα που ένιωσαν πολύ γρήγορα οι φοιτήτριες με τη μαρίνα, το αμοιβαίο της κατάστασης, τη λαχτάρα γι’ ανταλλαγές, τον γενικό ενθουσιασμό.

Το ποίημα βρίσκεται τώρα στη σελίδα 13 της βουκαμβίλιας ποπ, προσωπικά μου αρέσει πολύ και μ’ ενδιαφέρει επιπλέον στο πλαίσιο μιας μελέτης που κάνω από καιρό πάνω στην παρουσία του ελύτη, ως ποιητή του κανόνα, στην ποίηση που γράφεται σήμερα. Όσο για τη μαρίνα, «απέρριψα τον κανόνα και τα λεξικά», γράφει μία μόλις σελίδα μετά τα του ελύτη και τραβάει γραμμές πάνω από ορισμούς του τεγόπουλου-φυτράκη, για την περίπτωση που δεν την πιστεύουμε. Δοκιμάζω κι εγώ, με ορισμό του τριανταφυλλίδη τώρα: επίδραση η [epíδrasi]: ενέργεια, συνήθ. αργή και ανεπαίσθητη, που ασκείται σε κπ. ή σε κτ. με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η διαμόρφωση, η λειτουργία ή η συμπεριφορά του: Aσκείται ~ σε κπ. / σε κτ. Δέχομαι επιδράσεις από κπ. / από κτ. Yλικές / πνευματικές / ιδεολογικές επιδράσεις. Aσήμαντη / μικρή / μεγάλη / σοβαρή ~.

1.1.1 Ανάγκη πάσα για ένα συμπλήρωμα εδώ: Για τη γενικότερη σχέση της μκχ με τον ελύτη, δεν υπάρχει αρμοδιότερη να μιλήσει απ’ την ίδια τη μκχ. Μπορούμε πάντως να είμαστε σίγουρες πως τον γνώρισε στο σχολείο, όπως όλες μας. Μπορούμε να υποθέσουμε πως αργότερα πήρε τον χρόνο να σκεφτεί αρκετά από εκείνα που της είχαν μάθει στο σχολείο, μαζί και τον ελύτη. Πως τον ξαναδιάβασε και πως συνάντησε, ως ενήλικη πια, τ’ όνομά της στην ποίησή του (τ’ όνομά της υπάρχει και στη δική της ποίηση – αν το ψάξετε, θα το βρείτε). Και μπορούμε να είμαστε σίγουρες πως υπήρξαν στιγμές που τον σκεφτόταν ενώ έγραφε το πρώτο της βιβλίο, πράγμα που δεν το λες και μικρό. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να τον σκεφτούμε κι εμείς καθώς διαβάζουμε τη βουκαμβίλια ποπ, όχι μόνο με αφορμή το ποίημα που αναφέρω παραπάνω. Σε ένα άλλο, με τίτλο «έχεις μιλήσει ποτέ με άνθρωπο για τα πιο βαθιά τραύματά του;», υπάρχουν δυο αναφορές στις μικρές κυκλάδες. Η μκχ αναφέρεται στα νησιά και όχι στη φερώνυμη ποιητική ενότητα που ανοίγει τα ρω του έρωτα. Αλλά πάλι, και για τον ελύτη τα ίδια αυτά νησιά δεν υπήρξαν η αφορμή; Και επίσης: Πόσο τυχαίος μπορεί να είναι ο τίτλος ενός άλλου ποιήματος της μκχ «τραγούδια σε λα του έρωτα»;

1.2 Θα πω πάλι για το ίδιο ποίημα (αν νιώθετε πως διαβάσατε ήδη αρκετά, προχωρήστε στο 1.5) και το ίδιο τμήμα. Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2021-22 μου άλλαξαν λίγο το πρόγραμμα. Τίποτα σπουδαίο: Το γσγ 292 (ξανά: για τον ελύτη μεταφραστή) μεταφέρθηκε στο χειμερινό εξάμηνο. Το περιεχόμενο άλλαξε λίγο κι αυτό, με δική μου πρωτοβουλία. Το προσαρμόζω κάθε φορά, να μη βαριέμαι, φρόντισα να χωρέσω όμως ξανά το, αδημοσίευτο ακόμα, ποίημα της μαρίνας σε μια διαφάνεια. Το σκεπτικό ήταν το ίδιο. Το ποίημα δόθηκε στο κλείσιμο της πρώτης συνάντησης με σκοπό να συζητηθεί στο άνοιγμα της δεύτερης. Τα μαθήματα γίνονταν διά ζώσης πια, πράγμα, εννοείται, καλό. Το μόνο κακό ήταν που δεν μπορέσαμε να έχουμε κοντά μας τη μαρίνα. Η συζήτηση ήταν γόνιμη, κράτησε όμως αναγκαστικά λίγο, αφού μας περίμενε μια περιδιάβαση στο ποιητικό έργο του ελύτη αμέσως μετά. Στις 22 οκτωβρίου έγιναν αυτά.

1.3 Θα πω πάλι για το ίδιο ποίημα (αν βαρεθήκατε, σας ξαναλέω να προχωρήσετε στο 1.5) και το απθ (αν αυτό δεν σας νοιάζει, σας προτείνω το 1.4 και στη συνέχεια το 2). Κατά το εαρινό εξάμηνο του 2022 με κάλεσε η λία γυιόκα (η λία είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας και θεωρίας της τέχνης και του πολιτισμού στο απθ και μια αγαπημένη) στην αρχιτεκτονική, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού μαθήματος «ιστορία της τέχνης και διατομεακές προσεγγίσεις του φύλου», να πούμε για το φύλο και τη λογοτεχνία. Ετοίμασα μια παρουσίαση με ασόβαρο τίτλο και πήγα: «la literatura será feminista o no será: λογοτεχνικά έμφυλα». Την πρωταπριλιά του 22 αυτά.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης αναφερθήκαμε σε δεκάδες ελληνίδες πεζογράφους και ποιήτριες (δίνοντας λίγο χώρο παραπάνω στη μάτση χατζηλαζάρου και τη ζωή καρέλλη), συζητήσαμε για το πηγάδι της μοναξιάς και την ερωμένη της, σταθήκαμε στη βιρτζίνια γουλφ και την πατ πάρκερ, σχολιάσαμε όρους όπως γυναικεία γραφή, φεμινιστική κριτική, κουίρ και κλείσαμε την κουβέντα μας με μερικές στάσεις στο σήμερα, συζητώντας γύρω από ερωτήματα όπως «με τι όρους ξαναγράφονται σήμερα κείμενα της παράδοσης (εφόσον ξαναγράφονται);» (με κουίρ όρους, απαντάω στα γρήγορα, έχοντας κατά νου παραδείγματα παρμένα απ’ τη γλυκερία μπασδέκη και τον μάριο χατζηπροκοπίου) και «τι είδους κριτική ασκείται σήμερα στον κανόνα (εφόσον ασκείται);».

Ως προς το τελευταίο, η γνώμη μου είναι πως η πιο ενδιαφέρουσα κριτική στον κανόνα ασκείται από ποιήτριες και έρχεται μέσα από την ίδια την ποίηση, όχι από κείμενα θεωρητικά. Αυτό ακριβώς υποστηρίζοντας, έφερα τρία ποιητικά παραδείγματα που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζονται με τον ελύτη (όχι επειδή έχω καμιά εμμονή μαζί του, αλλά γιατί σ’ αυτόν είναι που είμαι ειδική, όπως τους αρέσει να λένε): το προαναφερθέν, αδημοσίευτο και άτιτλο, ποίημα της μαρίνας, απόσπασμα από το «μάθημα ιστοριογεωγραφίας» (από το ίδιο ποίημα) της πρόκνης και απόσπασμα από το «τι της έχω κάνει της μαλακισμένης (της ελληνικής γλώσσας)» (από το μια και ολόκληρη, μια χαψιά) της ντιάνας μάνεση. Μολονότι ήταν αρκετό το υλικό και διαφόρων ειδών τα ερεθίσματα, με κίνδυνο να χαθεί κάθε ενδιαφέρον στο τέλος, έμεινα με την εντύπωση πως το είδος αυτό της ποιητικής κριτικής τράβηξε την προσοχή των μεταπτυχιακών φοιτητριών. Ένιωσα με δυο λόγια πως τόσο το ποίημα της μαρίνας όσο και τα δυο ποιητικά αποσπάσματα άρεσαν.

1.4. Θα πω πάλι για το ίδιο ποίημα, για τελευταία τώρα φορά. Στις 11 απριλίου 2022 ήμουν καλεσμένη της ζωής κόκκα (που ακούει και στο μαρή κουλή), στη δραματική σχολή πειραϊκού συνδέσμου, όπου διδάσκει ιστορία της λογοτεχνίας, να μιλήσω για τον ελύτη, στο πλαίσιο της γνωριμίας των σπουδαστ(ρι)ών με τη γενιά του 30. Μίλησα λοιπόν για τον ελύτη και μετά άφησα και μερικά ποιήματα να μιλήσουν γι’ αυτόν· το της μκχ και τα εξής ποιητικά αποσπάσματα: «ελύτη το αιγαίο σου βρωμάει ελλάδα» (από το μα είν’ αυτό ποίηση;) του jazra khaleed, «Λέσβος./ Σφουγγαρίζω τα πλακάκια/ των μεγάλων αντρών του έθνους.» της πρόκνης, «είμαι εγώ που φωνάζω, είμαι εγώ που κλαίω, μπουμπουνίζει, χύθηκε το γάλα, παράβρασε με την πέτσα του, κωλοπετσωμένη» της ντιάνας μάνεση. Σπουδάστριες και σπουδαστές υπήρξαν λαλίστατ@ σ’ αυτή την περίπτωση και το πιο ενδιαφέρον είναι πως ένιωσαν την ανάγκη να μπουν σε θέση άμυνας: Τι μας έχει κάνει ο ελύτης επιτέλους και του φερόμαστε έτσι; Δεν είπα(με) όμως ποτέ πως κάτι μας έκανε. Πάμπολλες κοιμούνται με το εικόνισμά του (κοσμεί και το δικό μου γραφείο) στο προσκεφάλι τους και φαντάζομαι πως οι αιώνιες θαυμάστριές του είναι περισσότερες από εκείνες που τον αμφισβητούν στα ποιήματά τους.

Απ’ την άλλη, η αμφισβήτηση δεν συνεπάγεται ντε και καλά απόρριψη και η ποίηση δεν τελείωσε ευτυχώς με τον ελύτη. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τον κανόνα (και πώς αλλιώς θα τον αντιμετωπίσουμε;), πρέπει να κοιτάξουμε και το αποτύπωμά του στο τώρα. Έχει σημασία να δούμε πόσο συχνά (πολύ συχνά, σας βεβαιώ) και με τι τρόπους μνημονεύεται ο ελύτης στη σημερινή ποίηση, μπορεί να έχει σημασία και πόσο συχνά τον βλέπουμε στον ύπνο μας. Ν’ αναμετριόμαστε με τις επιρροές μας, να σκαλίζουμε τις ρίζες μας, άχρηστο, μάταιο, κακό δεν είναι.

Έτσι που λέτε η μκχ: Και στον πειραιά διαβάστηκε και κουβέντες άνοιξε και ενστάσεις γέννησε σε εκκολαπτόμεν@ ηθοποιούς. Πριν καν κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο.

1.5 Ποιήματα της μκχ διαβάσαμε και σε μια αντιμπατσική συνάντηση που κάναμε ένα μεσημέρι κυριακής στα γρασίδια της φιλοσοφικής. Είναι μια συνήθεια που ξεκίνησε ένα χρόνο πριν, με τον μπαμπούλα του εξ αποστάσεως πάνω απ’ το κεφάλι μας: Μαζευόμασταν τις κυριακές και διαβάζαμε ποίηση, μιλούσαμε για την ποίηση, καμιά φορά παίζαμε και λίγο βόλεϊ. Αυτή τη χρονιά, με τον καραμπαμπούλαρο των ματ πάνω απ’ το κεφάλι μας, μια συνάντηση κάναμε όλη κι όλη: Στις 15 μαΐου βρεθήκαμε, καθίσαμε σε κύκλο και διαβάσαμε, όχι λίγα, ποιήματα κατά της αστυνομίας. Διαβάσαμε επίσης ελάχιστα πεζά, ακούσαμε το «bye» των chraja και dolly vara, τραγουδήσαμε τον «κουκουλοφόρο» του σπύρου γραμμένου, συνοδεία της κιθάρας της αγαθής.

Μια μέρα πριν τη συνάντηση (γιατί τότε το θυμήθηκα), επικοινώνησα με τη μαρίνα και τη ρώτησα αν θα ήθελε να μου στείλει κάποιο δικό της ποίημα, για να διαβαστεί στα γρασίδια. Ανταποκρίθηκε αμέσως, μου έστειλε τέσσερα, όχι μόνο ένα, μου είπε και «ρε συ πριν λίγο έμαθα ότι τη δευτέρα κυκλοφορεί το βιβλίο»! Την επομένη απολαύσαμε τα αντιμπατσικά ποιήματα, αναφερθήκαμε φυσικά και στην επικείμενη έκδοση. Με μικρή καθυστέρηση κατάλαβα πως τα ποιήματα που μοιράστηκε μαζί μας η μαρίνα δεν συμπεριλαμβάνονται στη βουκαμβίλια ποπ· πως υπάρχει κι άλλο υλικό, εκτός βιβλίου. Η βουκαμβίλια δεν κυκλοφόρησε τελικά εκείνη τη δευτέρα, αλλά αργότερα μες στον μάιο.

1.6 Τέλη μαΐου κυκλοφόρησε πια η βουκαμβίλια ποπ, πατώντας με στιλ στο ροζ χαλί που της είχαμε στρώσει. Στο μεταξύ, αυτό το εξάμηνο στη σχολή είχα το γσγ 288, με γενικό τίτλο «προβλήματα διακειμενικών σχέσεων ΙΙ» και ειδικό «νίκος καρούζος: ύπαρξη, ποίηση, φιλοσοφία». Και ενώ είχαμε διανύσει ένα ευχάριστο, νομίζω, και εποικοδομητικό (εντός της αιθούσης εννοώ, στα εκτός καλύτερα άλλο να μην αναφερθώ) εαρινό, στα τελειώματα τέθηκε από έναν φοιτητή, τον νίκο, το αγωνιώδες ερώτημα «η ποίηση δεν είναι πάντα φιλοσοφική;». Οπότε και στην επόμενη συνάντησή μας, που ήταν και η τελευταία πριν απ’ την εξεταστική, δεν πήγα μόνη, αλλά με τις χατζηλαζάρου, μαστοράκη, σιώζιου, μπασδέκη και μκχ. Ήθελα παραδείγματα καλών ποιημάτων που δεν έχουν κάτι το φανερά φιλοσοφικό και αυτές στάθηκαν στο πλευρό μου. Διάλεξα αποκλειστικά γυναίκες, για να τους δώσουμε λίγο χώρο, μετά από όλον αυτό τον καρουζικό καιρό, και σίγουρα όχι επειδή είναι λιγότερο φιλοσοφική η ποίησή τους (!). Από τη βουκαμβίλια διάλεξα ένα άτιτλο ποίημα που ανοίγει με τους στίχους «τα ρούχα των κοριτσιών/ δεν έχουν τσέπες» και αφορά εν ολίγοις τις σερβιέτες. Καθώς έλεγα δυο λόγια για την έκδοση, μια φοιτήτρια, η σέβη ίσως ή η αθανασία, ρώτησε: «αυτή δεν είναι που τη διαβάσαμε τότε στα γρασίδια;». Κι ύστερα, αφού έκαναν τη γύρα τους τα βιβλία, μια άλλη φοιτήτρια, η παναγιώτα νομίζω, είπε «εμένα μου άρεσε εκείνο το ροζ», δείχνοντας προς τη βουκαμβίλια. Τότε μου πέρασε φευγαλέα απ’ το μυαλό πως το ροζ είναι ποπ.

Θεωρώ τη βουκαμβίλια ποπ κομψοτέχνημα, με τα ροζ, τα πιο ροζ και τα λευκά της και επίσης βρίσκω τον τίτλο της εξαιρετικό. Βέβαια, με μια βιαστική ματιά μπορεί και να μην διακρίνεται καθαρά, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του πρώτου «β» και του «μ» της βουκαμβίλιας. Μπορεί όμως να πρόκειται για τρικ – πετυχημένο εκ του αποτελέσματος, αφού το βιβλίο κερδίζει εύκολα τις επόμενες ματιές μας. Ο τίτλος είναι έτσι γραμμένος που καλύπτει όλο το εξώφυλλο (όταν λέμε όλο, εννοούμε όλο). Και πού μπαίνει τότε το «μκχ»; Μέσα σ’ έναν κύκλο· μέσα στο «ο» του «ποπ», κάτω δηλαδή και κεντρικά. Γράφεται με λευκά γράμματα, όπως και το «τεφλόν» που φιγουράρει στο οπισθόφυλλο μόνο του (κάτω και αριστερά αυτό), σε αντίθεση με τον τίτλο που είναι καταρόζ. Μιλώντας για γράμματα: Στο εξώφυλλο είναι όλα κεφαλαία. Μέσα στο βιβλίο αντίθετα δεν υπάρχει ούτε ένα κεφαλαίο: Τα κύρια ονόματα γράφονται με πεζό αρχικό (αυτή την τακτική ακολουθώντας γράφω κι εγώ απθ, ελύτης κ.λπ. παραπάνω), μετά τις τελείες (γιατί υπάρχουν κάποιες τελείες, μία στη σελίδα 6, ας πούμε, και αρκετές στην 31, δεν θέλω όμως τώρα να μετράω τελείες) ακολουθεί και πάλι πεζό.
Όπως είπα, βρίσκω τον τίτλο εξαιρετικό, πράγμα που σημαίνει πως είναι του γούστου μου, αλλά μπορεί και να μην σημαίνει μόνο αυτό. Τι περιμένουμε από έναν τίτλο συνήθως; Να τον θυμόμαστε εύκολα ίσως, να μην θυμίζει άλλους (όχι χωρίς να το θέλει τουλάχιστον), ν’ ακούγεται ωραία όταν τον ζητάμε απ’ τον βιβλιοπώλη μας: «μια βουκαμβίλια θα ήθελα παρακαλώ – ποπ!». Fun fact: Ρώτησα κάποια στιγμή τον λευτέρη στις ακυβέρνητες πολιτείες πώς και έφυγε η βουκαμβίλια απ’ τη βιτρίνα (είχαν σωθεί τ’ αντίτυπα τελικά) και, αφού έμεινε για λίγο απορημένος με την απορία μου, μου είπε «νόμισα πως αναφέρεσαι στη γλάστρα», που ήταν, παρατήρησα μετά, στ’ αριστερά της βιτρίνας και ευτυχώς δεν είχε κάνει φτερά.

Πώς προέκυψε όμως ο τίτλος; Υπάρχει καμιά βουκαμβίλια στο βιβλίο; Υπάρχει μία και εμφανίζεται λίγο πριν το κλείσιμο: «προσπαθώ να κάνω το ατελείωτο φούξια της βουκαμβίλιας ποπ». Αυτό τώρα μπορεί να μοιάσει ασαφές, μπορεί να θεωρηθεί και ακατόρθωτο, ας υποθέσουμε πως υπήρξε κάποια που τα κατάφερε όμως, για να κρατάω στα χέρια μου σήμερα τη βουκαμβίλια ποπ. Όσο για μας, μπορούμε να μείνουμε ν’ αναρωτιόμαστε πώς γίνεται το φούξια ποπ, να θεωρήσουμε πως η μαρίνα έγραψε ολόκληρο βιβλίο όχι για να δείξει τον τρόπο, για ν’ αποδείξει ότι γίνεται μόνο και μόνο, ν’ αποδεχτούμε πως μόνο αυτή ξέρει τότε το πώς, να φανταστούμε μια βουκαμβίλια π.ο.π., ξέροντας πως αυτό σημαίνει άλλο πράγμα, αλλά μήπως και ποπ είναι για όλ@ μας το ίδιο;

Στο σχετικό ποίημα θα επιστρέψω αργότερα, γιατί είναι το προτελευταίο του βιβλίου και δεν είναι ανάγκη να βιάζομαι. Κατά τα άλλα θα ήθελα από τώρα να πω πως μουρμούρισα λίγο στην αρχή: «ορίστε, περιμέναμε ένα βιβλίο κουίρ και μας ήρθε ένα βιβλίο ποπ», αν και δεν είμαι σίγουρη πως ξέρω τι ακριβώς εννοούσα μ’ αυτό. Είμαι σίγουρη για κάτι άλλο: Στην πορεία μόνο ζημιωμένη δεν ένιωσα διαβάζοντας τη βουκαμβίλια ποπ. Μου φάνηκε μάλιστα πως η μαρίνα ήξερε τι περίπου περίμενα και με πασάλειψε με τις ενστάσεις μου πριν καν τις διατυπώσω, γράφοντας: «ποπ σκέτο ποπ, χωρίς δείγμα κουίρ» (75).

Η βουκαμβίλια ποπ κυκλοφόρησε μαζί με το σεξ είναι έρημος της γκαλίνα ρίμπου, που το μετέφρασε από τα ρωσικά η νίκη καραγεώργου. Τόσο τη μκχ όσο και τη ρίμπου τις είχαμε συναντήσει σε σελίδες του τεφλόν νωρίτερα, τη μαρίνα την είχαμε βρει και στο yusra, ποιήματά της ανεβάζει επίσης συχνά στο fb, αν και εκεί τη λένε μαρία. Το μοντέλο ένα ελληνικό και ένα μεταφρασμένο βιβλίο ποίησης που βγαίνουν μαζί στην αγορά το είχε δοκιμάσει και παλιότερα η ομάδα του τεφλόν, με το μα είν’ αυτό ποίηση του jazra khaleed και το σφυρί της adelaide ivanova, με μεγάλη επιτυχία, κατά τη γνώμη μου – κρίνω πως καλά έκανε και το ακολούθησε ξανά. Και, εντάξει, το θέμα μου εδώ είναι η μκχ και η βουκαμβίλια της, θα πρέπει όμως επιτέλους να πούμε κάποια στιγμή πόσα χρωστάμε στο τεφλόν, πόσα μας έχει μάθει, πόσα μας χάρισε μες στα χρόνια με τις προτάσεις, τα αφιερώματα, τα μεταφράσματά του. Γιατί δεν είναι μόνο που μεταφράζει ακάματα η τεφλονομάδα, είναι και που συστηματικά μελετά, επιλέγει και προτείνει καινούρια ονόματα. Που πλαισιώνει τα μεταφράσματα με διαφωτιστικά εισαγωγικά σημειώματα. Που προσφέρει δίγλωσσα αφιερώματα, σπουδαίο κι αυτό. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στο τεφλόν από μένα λοιπόν· για την pat parker, για την athena farrokhzad, για τη ρωσόφωνη ποίηση και γι’ άλλες πολλές. Για να επανέλθω όμως στη ρίμπου, πριν επανέλθω στη μκχ: Το σεξ είναι έρημος είναι το μόνο βιβλίο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά, αξίζει οπωσδήποτε την προσοχή μας, προσωπικά το κατασπάραξα, με ώθησε και σε ένα διακειμενικό ταξίδι (αλλιώς: παιχνίδι). Αν αυτό σας είναι αδιάφορο, συνιστάται να προχωρήσετε απευθείας στο 4.
3.1 Το δεύτερο στη σειρά ποίημα του βιβλίου της ρίμπου το σεξ είναι έρημος έχει τίτλο «το μουνί μου», εκτείνεται σε έξι σελίδες, αφορά το σεξ, την περίοδο, τη γέννα και το μετά τη γέννα και περιλαμβάνει διατυπώσεις όπως «εκείνη την εποχή δεν ήξερα ότι έπεφτε λόγος σε όλους για το μουνί μου», «να κάνεις επανάσταση με το μουνί», «το μουνί μου είναι αγάπη, ιστορία, πολιτική». Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το ποίημα, απ’ την πρώτη φορά μου άρεσε πολύ, ψάχνω τώρα πίσω απ’ τις λέξεις, σκέφτομαι σε πόσα πράγματα απαντάνε οι στίχοι, πόσο δικούς μου νιώθω μερικούς, πόσο ενδυναμωτικοί μπορεί να είναι. Κι εκεί που έχω την ηρεμία που μου προσφέρει η ποίηση που μ’ αρέσει, διαισθάνομαι μια παρέμβαση, σαν κάτι να προσπαθεί να τρυπώσει στο κεφάλι μου. Είναι η ανάμνηση ενός άλλου ποιήματος, από τη ζέλμπα του κώστα δεσποινιάδη. Ενός ποιήματος για μια όμορφη γυναίκα που μιλάει στο ποιητικό υποκείμενο για συγγραφείς, φιλοσόφους και ό,τι «λάτρεψ[ε] στη ζωή [τ]ου» και κείνο την «ακού[ει] με θαυμασμό·/ δεν παύ[ει] όμως στιγμή/ να φαντάζ[εται] το μουνί της». Και, εντάξει, ο δεσποινιάδης δεν αναφέρεται στης γκαλίνα το μουνί, είμαι σίγουρη. Μήπως όμως θ’ άρεσε και σε σας να φανταστείτε τη γκαλίνα να διαβάζει δεσποινιάδη πριν γράψει «το μουνί μου»;

Η βουκαμβίλια ποπ είναι χορταστικότατη, κοντά ογδόντα σελίδες. Κάποια ποιήματά της έχουν τίτλο, ενίοτε μάλιστα εκτενή (π.χ. «ένα ποίημα για τα κορίτσια που κλαίνε με μάτια μελανιασμένα σε φυσικό μπλε»), τα άτιτλα όμως είναι πολύ περισσότερα. Περιεχόμενα δεν υπάρχουν, το ξέρω επειδή τ’ αναζήτησα και τ’ αναζήτησα επειδή έχω συνηθίσει να τα βρίσκω σε συλλογές τέτοιας έκτασης – σιγά μην ψάχνουμε τα συνηθισμένα όμως στα ποιητικά βιβλία. Η έκταση των ποιημάτων ποικίλλει, περιλαμβάνονται τετράστιχα αλλά και ποιήματα που γεμίζουν ολόκληρες σελίδες. Πάντως η μαρίνα μοιάζει να νιώθει πιο άνετα με τη μεγάλη φόρμα και μόνο κατ’ εξαίρεση να αξιοποιεί τη μικρή.
Το βιβλίο αφορά εμπειρίες κοριτσιών αλλά και την πάλη των τάξεων, το κυνηγητό στους δρόμους της αθήνας, τη σχέση ανθρώπου και τόπου: «ογδόντα τετραγωνικά/ για να μη σε χωράει/ ο τόπος» (52). Η μκχ γράφει για τις ανθρώπινες σχέσεις, που δεν είναι πάντα στρωμένες με ροδοπέταλα, και για τους βιασμούς, που καλά θα κάνουμε να τους λέμε με τ’ όνομά τους· για τους μπάτσους, τ’ αφεντικά και άλλα δεινά· για το ροχαλητό (!) και τον «πραγματικό θάνατο» (40). Αντλεί υλικό απ’ τα βιώματά της – το υλικό της όμως δεν είναι ανεπεξέργαστο και τα βιώματά της δεν είναι απαραίτητα ατομικά. Καταγράφει σκηνές που (όμοιές τους) έχουμε ζήσει[1]: «περπατάω/ στο ένα χέρι έχω το κινητό/ το άλλο μπουνιά να κρύβει τον σουγιά» (56)· ατάκες που (όμοιές τους) έχουμε ακούσει[2]: «μπορεί και να είσαι/ λίγο υπερβολική» (25)· αλλά δεν τις καταγράφει απλώς, συναισθάνεται τη σημασία τους, τις ξορκίζει, τις κάνει, με φροντίδα, ποίηση. Το έμφυλο (π.χ. «κάποιες από εμάς/ απειλήθηκαν/ από δολοφόνους/ και τότε η ώρα σταμάτησε για όλες μας», 57), το ταξικό («τι ακριβώς/ περιμένουν/ από ένα κορίτσι/ της τάξης μου/ […]/ ότι επιβίωσε/ μόνο με γλύκα και νάζι;», 72), το φυλετικό («με εξυπηρέτησαν πρώτη/ ήμουν η μόνη λευκή», 62) είναι όλα εδώ. Ανάμικτα με κάτι στίχους για τον ήλιο, το καλοκαίρι, τη θάλασσα, που λες και είναι γραμμένοι από άλλη: «μπορώ αν θες/ να περπατήσω στο νερό/ για ένα σου (τελευταίο) φιλί», «και βρεφικά αμόλυντη/ να υποδεχτώ/ τον ήλιο του καλοκαιριού» (20 & 35, αντίστοιχα).

Πιο ειδικά, το βιβλίο ανοίγει με μια «διαθήκη» (έτσι επιγράφεται το πρώτο ποίημα, ας έχουμε συνηθίσει οι διαθήκες να δηλώνουν κάποιο τέλος), την οποία και παραθέτω, καθώς είναι συντομότατη: «αφήνω/ στις φίλες μου/ την ελπίδα/ για το μέλλον του κόσμου». Η «διαθήκη» στοιχίζεται οριζοντίως και καθέτως στο κέντρο, θέση που μοιράζεται με άλλο ένα μόνο ποίημα της συλλογής (34)[3], που είναι κι αυτό τετράστιχο και αφορά επίσης τις φίλες. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως οι φίλες αποτελούν την κινητήρια δύναμη της βουκαμβίλιας ποπ. Γι’ αυτές πρωτίστως φαίνεται πως νοιάζεται το ποιητικό υποκείμενο, σ’ αυτές βασίζεται, μ’ αυτές ανταλλάζει τάπερ (66)[4]. Οι φίλοι, γένος αρσενικό, όχι ανυπεράσπιστο, είναι μια άλλη ιστορία: «ήταν τρεις/ ήταν φίλοι μου/ ήρθαν σπίτι/ τους είπα όχι», «–οι φίλοι πιο συχνά–/ ξεχνάνε τον φόβο μου» (26 & 57, αντίστοιχα)[5].

Ανέφερα προηγουμένως το κυνηγητό στους δρόμους της αθήνας. Προσθέτω τώρα και το κρυφτό και τις βόλτες και την επιβίωση στους δρόμους της αθήνας – και όχι σε οποιουσδήποτε δρόμους. Έχει μια άνεση η μαρίνα με την πόλη, τη γνωρίζει καλά, την έχει προφανώς ζήσει και περπατήσει. Η συλλογή της είναι γεμάτη με σημεία της: δρόμους[6], όπως η γλάδστωνος, η αραχώβης και άλλοι πολλοί, περιοχές, όπως η κυψέλη, τα εξάρχεια και όχι μόνο, πλατείες, όπως η πλατεία καρύτση και η πλατεία θεάτρου – έτσι που τα ποιητικά ίχνη της μοιάζουν με πινέζες σε χάρτη[7]. Νομίζω πως τη μαρίνα την ενδιαφέρει γενικότερα ο τόπος: το σπίτι, ο χώρος εργασίας, ο εξωτερικός χώρος, όχι όμως ανεξάρτητα απ’ τους ανθρώπους (του). Τα μέσα μαζικής μεταφοράς και το πεζοδρόμιο την απασχολούν ως τόποι συνάντησης. Η πόλη της μόνο έρημη δεν είναι, περνάνε απ’ αυτήν: «ο airbnb νοικάρης», ένας βρεγμένος ντελιβεράς, μια σεξεργάτρια, ξυπόλητοι μπαγκλαντεσιανοί, ένα προσφυγόπουλο και ο βέρος αθηναίος, αρκετοί άστεγοι, ο ινδός καταστηματάρχης και ο ασφαλίτης στη γωνία, ένα πιτσιρίκι με κίτρινο μπουφάν, ένας ξεναγός κ.ά.

Οι άνθρωποι της βουκαμβίλιας ποπ, αξεχώριστοι απ’ την πόλη που τους φιλοξενεί, «είναι/ αστικά στολίδια»8: τη ζωντανεύουν, την ομορφαίνουν, της δίνουν νόημα, χάνοντας ίσως εκείνοι το δικό τους, τα μέσα τους, μένοντας μόνο με το δέρμα τους. Απ’ όταν πρωτοκοίταξα την εικόνα του ανθρωποστολιδιού της μκχ, μου φάνηκε οικεία, σαν κάπου, κάπως, κάποτε να είχα δει κι άλλα τέτοια. Θυμήθηκα τελικά κάτι στίχους, προγενέστερους, μιας άλλης ποιήτριας, της ελένης χριστοπούλου, απ’ την ωραία της συλλογή παιδικοχαρίτες: «Εκεί, πόσους άστεγους χωρά/ ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο;» (16). Τόσο ομαλά μ’ έβγαλε η μια ποιήτρια στην άλλη, τόσο συγγενικές μού φάνηκαν οι δυο εικόνες που, να δείτε, κάποιος δεσμός θα ενώνει μαρίνα και ελένη – δεν ξέρω αν υπάρχει όμως λόγος να σταθώ παραπάνω σ’ αυτό(ν).

Εκείνο που θα ήθελα να πω είναι τι βρήκα μες στη βουκαμβίλια ποπ εκτός από φίλες και μια πυκνοκατοικημένη πόλη. Βρήκα τραύματα[9], «ψηλοτάκουνες γόβες/ και ψεύτικες βλεφαρίδες»10, δακρυγόνα, κρότου λάμψης και γκλομπ[11], πριγκίπισσες και δράκους, το αντρικό βλέμμα, το αντρικό πανοπτικόν, αντρικά προνόμια και την πούτσα του νίκου. Στιγμές πόνου: «κοιτάζω στα σεντόνια/ κομμάτια αίμα» (46)· τρυφερότητας[12]: «μήπως αν την πάρουμε αγκαλιά/ θα γίνει καλά, ε μαμά» (65)· αγανάκτησης (και ασυνεννοησίας): «κάποιος ξαφνιάστηκε/ που έβαλα τις φωνές/ ενάντια/ στον σεξισμό του» (72). Βρήκα την άντζελα ντέιβις, την κέιτ μος, τον μαλάκα τον αίσωπο, τον κάρβερ. Έναν/τον πατέρα που πέθανε, μια/τη γιαγιά που πέθανε[13], τον βακαλόπουλο που πέθανε. Έναν νάνο[14], μερικά κακοπαθημένα ζώα (μια όμορφη ελαφίνα που «πέθανε γιατί την τάισαν/ […]/ ζαμπόν, γαριδάκια και τυρόπιτα», έναν πετροβολημένο γλάρο, έναν πατημένο σκαντζόχοιρο, «νεκρές γάτες/ στην άσφαλτο»[15]) και πολλά έντομα.

Τα έντομα επιστρατεύονται αρχικά για να συστηθούν οι φίλες (!): οι «οργανωτικές» φίλες-μυρμήγκια, οι «ορεξάτες» φίλες-τζιτζίκια, οι «αξιαγάπητες» φίλες-πεταλούδες, οι κρυμμένες φίλες-κατσαρίδες (10). Στη συνέχεια όμως αναλαμβάνουν κι άλλους ρόλους, οι δυο πιο ενδιαφέροντες απ’ τους οποίους μοιράζονται κατά τη γνώμη μου στην πεταλούδα της νύχτας και στην πασχαλίτσα. Στις πεταλούδες της νύχτας πέφτει το απλούστατο ζήτημα του κύκλου της ζωής: Μπαίνουν στο σπίτι, η γιαγιά δεν επιτρέπει να τις πειράξουνε, προμηνύουν ερχομό, λέει, αλλά μετά η γιαγιά πεθαίνει, οι πεταλούδες ξαναμπαίνουν στο σπίτι και μετά πεθαίνουν κι αυτές και τελικά δεν είναι πεταλούδες (απ’ αυτές που τις τραγουδάμε), αλλά σκόροι (απ’ αυτούς που αντιμετωπίζουμε και καταπολεμάμε), και η αναγνώστρια μένει ν’ αναρωτιέται αν είναι αυτή η ανατροπή του ποιήματος ή που το μήνυμά τους «δεν είναι ερχομός/ μα θάνατος» (41).

Έπειτα «η πασχαλίτσα είναι η πρώτη επαφή/ με την αισθητική» (45). Στο ποίημα «στη λαϊκή» το ποιητικό υποκείμενο αγοράζει μια πασχαλίτσα μαζί με τα ροδάκινα, σκέφτεται να την επιστρέψει, γιατί ο παππούς μάλλον δεν τη ζύγισε, κάνει ένα φλας μπακ και περιγράφει μια νύχτα με μια νυχτοπεταλούδα στο ασανσέρ: της ανοιγόκλεινε επί ώρα την πόρτα, να διαλέξει το μέσα ή το έξω, μέχρι που είδε μια νεκρή κατσαρίδα στο πάτωμα («καλύτερη περιγραφή για τη ζωή μου δεν υπάρχει») και (τέλος φλας μπακ, αλλαγή χρόνου) αφήνει την πασχαλίτσα στο ασανσέρ. Τώρα όποι@ μπει στο ασανσέρ θα έχει το δικαίωμα να κάνει μια ευχή, εφόσον βρει την πασχαλίτσα ζωντανή.

Και έρχομαι, μετά απ’ όλα αυτά τα ζουζούνια, στα δυο τελευταία ποιήματα της συλλογής. Και να ένα απόσπασμα απ’ το προτελευταίο που είναι και το μόνο που αναφέρεται στο ποπ και άρα πιθανότατα το μόνο που μπορεί να προσφέρει μια εξήγηση του τίτλου βουκαμβίλια ποπ (αν υποθέσουμε πως τη χρειαζόμαστε). Δικό του τίτλο δεν έχει, περιλαμβάνει όμως το σχεδίασμα ενός άλλου ποιήματος που τιτλοφορείται «πού είσαι τώρα που θέλω να σε φιλήσω»: «όμως κάποια μου φωνάζει από το δωμάτιο να μη χρονοτριβώ γιατί δεν μπορώ να την βγάλω όλη μέρα στο μπαλκόνι, και της φωνάζω και εγώ πως προσπαθώ να κάνω το ατελείωτο φούξια της βουκαμβίλιας ποπ και να με αφήσει ήσυχη, και ύστερα έχω να κάνω το μπλε του αιγαίου ποπ, σκέτο ανόθευτο ποπ, χωρίς εθνική νοσταλγία, γιατί είμαι πεπεισμένη πως αν το καταφέρω θα έρθεις στ’ αλήθεια να σε φιλήσω, και ίσως φτάνουμε στο ποπ όπως κυκλοφορούμε όλη μέρα με τα βρακιά μας, αλλά όχι το καθαρό ποπ, γιατί τότε θα έπρεπε να έχουμε το στήθος καλυμμένο, και να αποδεχτούμε το φλερτ του μαλάκα στις ύστερες αφηγήσεις μας σε μια αθήνα ποπ, με φτηνές μπίρες και τη βεβαιότητα πως η πόλη μάς ανήκει περισσότερο απ’ ό,τι ανήκε ποτέ στις κατοίκους της, χωρίς καμία να κάνει σχόλιο για την πολιτική, τον ζόφο, τις ζωές μας, μονάχα καθαρό ξέγνοιαστο ποπ, και είδες πάλι ξεφεύγω, ενώ θέλω να σου γράψω μονάχα για το ποπ χωρίς κριτική, κουίρ, πολιτική, αλλά δεν είσαι εδώ τώρα που θέλω να σε φιλήσω, γιατί όταν σε φιλάω όλα αυτά δεν υπάρχουν».

Λόγος πυκνός, οριακά παραληρηματικός, στίχοι που μένουν αχώριστοι, ανάσες που πρέπει να βιαστούν, εξηγήσεις που (δεν) δίνονται, ερωτήματα που απαντώνται και άλλα που γεννώνται. Το μπλε του αιγαίου μπορεί να θυμίσει διακοπές, πνιγμένους ή/και τον ελύτη. Το εθνικό μπορεί να έχει κάτι το ψευτο-υψηλό (λέμε και κανένα χαζό), τα βρακιά και οι φτηνές μπίρες κάτι το ψευτο-ταπεινό (το αυτό). Μακριά πολύ απ’ «το φλερτ του μαλάκα», στόχος είναι το φιλί, ένα συγκεκριμένο φιλί – το ποίημα το πιστοποιεί. Το ίδιο ποίημα που αποτελεί την κατάθεση της μκχ στον βωμό του ποπ, είναι το πιστεύω-σε-ένα-ποπ της, ο μπούσουλας και ο ναός της. Ή μπορεί να είναι και το εξομολογητήριό της. Δεν είναι όμως το ποίημα που κλείνει τη συλλογή.

Το τελευταίο ποίημα της βουκαμβίλιας ποπ είναι πολύ συντομότερο, στοιχισμένο δεξιά[16], χωρισμένο σε στίχους, κάποιοι απ’ τους οποίους αποτελούνται από μια μόνο λέξη, και μας μεταφέρει σε κάποιο νησί. Όλα ξεκινούν απλά, με το «όλα εδώ είναι απλά» – «δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά», που έλεγε ο έτερος μεγάλος της γενιάς του 30, συνειρμός που μου θυμίζει πως μου εδόθη πρόσφατα η χάρη ν’ ακούσω αγαπημένη φίλη να μου εξηγεί πως βρίσκει τον σεφέρη με το μαγιό του κουίρ[17]. Αν αυτό σας φαίνεται άσχετο, θυμίζω πόσο σημαντικές είναι οι φίλες στη βουκαμβίλια, παραθέτω και τους επόμενους στίχους του ποιήματος: «είμαστε στρέιτ/ ή κραγμένες αδερφές// δεν υπάρχει φάσμα» (της μκχ είναι οι στίχοι προφανώς, αν χρειάζεται διευκρίνιση, όχι του σεφέρη!). Στη συνέχεια το ποίημα μας βγάζει σε μια εκκλησία· η εκκλησία είναι γαλανόλευκη, σαν ελληνική σημαία, και κανείς δεν την επισκέπτεται, όχι επειδή έχει καταρρεύσει η ελληνικότητα (καταρρέει η ελληνικότητα;), όχι επειδή έχει ηττηθεί η ορθοδοξία (ηττάται η ορθοδοξία;), μα επειδή η αγία «μάλλον/ ήταν λεσβία/ και την απομόνωσαν». Έτσι (και μ’ εμένα ν’ αναφωνώ «αγία λεσβία μου!») κλείνει πια η συλλογή[18].

Τα ποιήματα της βουκαμβίλιας ποπ είναι πολλαπλών χρήσεων ή προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις τέλος πάντων. Κάποιος τα διάβασε και ήθελε να γράψει, άλλος τα διάβασε και ήθελε να κλάψει. Γνώρισα έναν τύπο τις προάλλες και πιάσαμε κουβέντα για τα εκδοτικά. Κάποια στιγμή δεν του άρεσε αυτό που του έλεγα και με ρώτησε, ελαφρώς προκλητικά, «κι εσύ πού το ξέρεις;»· «όλες μου οι φίλες/ γράφουνε βιβλία/ τις μούσες τις σκοτώσαμε/ δεν κάναμε κηδεία» (34), είπα από μέσα μου κι ένιωσα τον θρίαμβο να με κατακλύζει. Την επόμενη φορά θα το πω και απ’ έξω μου.
Για να τελειώνω κάποτε, γιατί αντιλαμβάνομαι πως και πολλά είπα και αν έγραφα έκθεση θα είχα βγει εκτός θέματος (ήθελα όμως να δείξω πόσα πορτάκια μου άνοιξε ένα βιβλίο-λουλούδι-ποπ). Η μαρίνα συνεχίζει να γράφει, κατά πάσα πιθανότητα έχει ήδη κάποιο καινούριο πρότζεκτ κατά νου κι εγώ ανυπομονώ γι’ αυτό, δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω, ανυπομονώντας, πως η βουκαμβίλια ποπ είναι κάτι παραπάνω από ένα δουλεμένο, δυνατό και ολοκληρωμένο πρώτο βιβλίο, το οποίο και σας συστήνω ανεπιφύλακτα. Έχω την υποψία πως μπορεί να μην αρέσει στους cis straight άντρες, αλλά αυτό για μένα δεν αποτέλεσε πρόβλημα – και επίσης: ξέρω τουλάχιστον έναν που του άρεσε. Απ’ την άλλη ποντάρω πως θα σας αρέσει αν αγαπάτε, μισείτε ή απλώς ανέχεστε την αθήνα, αν προσδοκούσατε ένα ποίημα για τον ντελιβερά στη βροχή, αν ψάχνετε στήριγμα σ’ αυτό που το λένε ζωή, αν λαχταράτε ποιήματα για (τις) φίλες. Ας είμαστε ειλικρινείς, εμένα μ’ ενθουσίασε και επειδή τρελαίνομαι να μου αφιερώνουν ωραία ποιήματα οι φίλες.

Τι έχω κάνει τώρα λοιπόν εδώ; Πήρα κι έγραψα για το βιβλίο μιας φίλης, δηλώνοντας εξαρχής πως είναι το βιβλίο μιας φίλης. Και άνοιξα και διάφορες παρενθέσεις, προκειμένου να θίξω διάφορα ζητήματα που μ’ απασχολούν, παίρνοντας μακρινές πασούλες απ’ την μαρίνα και μην έχοντας ζητήσει προηγουμένως την άδειά της. Με δυο λόγια, έκανα του κεφαλιού μου. Είναι που μ’ αρέσει να σκέφτομαι πως η ποίηση είναι πλαστελίνη στα χέρια μας και πως οι κανόνες σπάνε (επειδή δεν μας χωράνε). Βάφτισα μάλιστα το κείμενό μου «κριτική ποπ»· επειδή αφορά ένα βιβλίο ποπ κι επειδή προσπάθησα να πάρω μια κριτική και να την κάνω ποπ. Μπορεί όμως όλα αυτά να είναι περιττά, ν’ αρκεί το «ποπ χωρίς κριτική» (76), όπως το θέτει η μαρίνα. Οπότε: Απολαύστε το βιβλίο της κι ύστερα αφήστε το να πέσει στα πόδια σας, κάνοντας ποπ.

Είπα πως τελείωσα και δεν το παίρνω πίσω, μου φάνηκε χρήσιμο απλώς να παραθέσω εδώ τα πλήρη βιβλιογραφικά στοιχεία των βιβλίων που ανέφερα παραπάνω. Δεν είναι και πολλά για να χαθείτε, παρατίθενται πάντως με τη σειρά που μνημονεύτηκαν. Τόπο δεν σημειώνω, είναι παντού η αθήνα, που τόσο καλά την ξέρει η μαρίνα, με εξαίρεση μια θεσσαλονίκη, που την ξέρω καλούτσικα εγώ. Τα λεξικά αποφάσισα να μην τα συμπεριλάβω (στον τριανταφυλλίδη πάντως η πρόσβαση είναι πανεύκολη μέσα από την «πύλη για την ελληνική γλώσσα»: https://www.greek-language.gr/).

-μκχ, βουκαμβίλια ποπ. τεφλόν 2022.
-οδυσσέας ελύτης, τα ρω του έρωτα. αστερίας 1972 (και τώρα ύψιλον).
-ράντκλιφ χολ, το πηγάδι της μοναξιάς, μτφ. νίκη σταυρίδη. κουκκίδα 2013.
-ντόρα ρωζέττη, η ερωμένη της. μεταίχμιο 2005 (11929).
-πρόκνη, το ίδιο ποίημα. queer ink 2019.
-ντιάνα μάνεση, μια και ολόκληρη, μια χαψιά. queer ink χ.χ.
-jazra khaleed, μα είν’ αυτό ποίηση; τεφλόν 2020.
-γκαλίνα ρίμπου, το σεξ είναι έρημος. τεφλόν 2022.
-adelaide ivánova, το σφυρί. τεφλόν 2020.
-κώστας δεσποινιάδης, ζέλμπα. πανοπτικόν 2017.
-ελένη χριστοπούλου, παιδικοχαρίτες: στίχοι και ημερολόγια από τον δρόμο. redmarks 2019.
-κατερίνα γώγου, απόντες. καστανιώτης 1986.
-γιώργος σεφέρης & κωνσταντίνος τσάτσος, ένας διάλογος για την ποίηση. ερμής 1975.

[1] Και μερικές αλήθειες: «ο αγώνας, φίλε μου, ξεκινά στο πρώτο χούφτωμα σε λεωφορείο: χρονών πέντε» (26).

[2] Και όρους που όλο κι έχει πάρει το αυτί μας και σχετίζονται με συμπεριφορές που όλο κι έχουν τσουτσουριάσει το κορμί μας: «mansplaining/ gaslighting/ χειραγώγηση/ μάτσο συμπεριφορά» (24).

[3] Βλ. όμως κι ένα ποίημα μέσα σε ποίημα στη σ. 67.

[4] Αν χρειάζεστε περισσότερες φίλες, κοιτάξτε στις σ. 7, 10, 24, 25, 27, 34, 40, 43, 49, 73, 75.

[5] Πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις και μπορείτε να ανατρέξετε στις σ. 27-29 για μία απ’ αυτές.

[6] Και επίσης διασταυρώσεις: «βερανζέρου και τρίτης σεπτεμβρίου», «μεσολογγίου και τζαβέλλα γωνία» (σ. 58 & 59, αντίστοιχα).

[7] Βλ. «το βέλος στο google map» και τους ανθρώπους «που διαβάζουν χάρτες/ στα τρόλεϊ» στις σ. 59 και 60 (όπου και «ένας μεταλλικός χάρτης της αφρικής/ στον λαιμό» μιας γυναίκας).

[8] Άλλοτε γίνονται τόποι κι αυτοί: «τα όρια των ανθρώπων είναι σύνορα» (26).

[9] Αλλά κι εκείνο το «χωρίς τραύματα» της σ. 76.

[10] Και επίσης σερβιέτες, που δεν βρίσκω πολύ συχνά στην ποίηση. Υπάρχουν βέβαια και στο ποίημα της ρίμπου που σχολίασα παραπάνω. Ύστερα είναι κι εκείνες οι «ανέλπιδες σερβιέτες» (από τους απόντες) της Κατερίνας Γώγου, που (δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά) την απηχεί και ο τίτλος μου.

[11] Από κοντά κι ο σκωπτικός πολιτικός σχολιασμός: «όμως φταίμε/ κι εμείς. πρέπει απλώς/ να μένουμε σπίτι. όλο κάνουμε το λάθος να/ προσφέρουμε τα δικά μας σώματα/ στα γκλομπ, τις δικές μας μύτες στα δακρυγόνα» (32).

[12] Βλ. όμως και τον στίχο «αντιστέκομαι στην τρυφερότητα» (63).

[13] Αλλά και μια ολοζώντανη μάνα, μητέρα, μαμά στις σ. 18, 40, 46, 49.

[14] Και το καθόλου τυχαίο ερώτημα: «νάνε, εσύ έχεις φίλες;» (43).

[15] Βλ. σ. 12, 39, 50 & 51, αντίστοιχα.

[16] Δεν είναι το μόνο: η βουκαμβίλια φυτρώνει σε όλα τα μέρη της σελίδας, τακτική που μπορεί να θυμίσει και τα τεύχη του Τεφλόν.

[17] Οπωσδήποτε ένα απ’ τα πιο απολαυστικά πράγματα που έχω ακούσει τελευταία (Νίκη, σ’ ευχαριστώ!). Τα δικά σας συμπεράσματα μπορείτε να βγάλετε κάνοντας αναζήτηση εκεί έξω με τους όρους «σεφέρης μαγιό» ή/και βλέποντάς τον να πλατσουρίζει στην ακροθαλασσιά παρέα με τον τσάτσο, στο οπισθόφυλλο που γνωστού (και σοβαρότατου) έργου τους ένας διάλογος για την ποίηση. Εκεί βέβαια το μαγιό δεν φαίνεται, το κρύβει το κύμα. Μπορεί να χρειαζόμαστε κι άλλα τέτοια οπισθόφυλλα, τι να πω.

[18] Το μόνο που έπεται είναι η αναφορά στα περιοδικά που πρωτο-δημοσίευσαν ορισμένα από τα ποιήματα της βουκαμβίλιας και οι εγκάρδιες ευχαριστίες της μκχ σε ζωάκια, φιλαράκια, ανθρωπάκια.

20 Ιουλίου 2022

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://alterthess.gr/kritiki-pop-i-emena-oi-files-moy-einai-roz-agkalia-tis-giotas-tempridoy/?fbclid=IwAR1keynR58C9dEXkXNsU5zPtD9xIX7nWLJ2DJEfamkytF5JNMhmIcoayVaE

Η Έλευση της Γυναίκας στη Γραφή

Παρουσίαση, ερμηνεία και ανάλυση της ποιητικής ανθολογίας «Ηρωικά Κορίτσια» της Μαρίας Ταταράκη. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο λογοτεχνικό περιοδικό Οδός Πανός (έτος 37o, τχ. 180 Οκτώβριος – Δεκέµβριος 2018).

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ανθολογία «Ηρωικά Κορίτσια» δεν πρόκειται για μια έκδοση απάντων, ή για το επόμενο βιβλίο στη σειρά διαφόρων άλλων που έχουν ήδη κυκλοφορήσει. Είναι το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Ταταράκη που κυκλοφορεί ποτέ. Και αυτό γίνεται σχεδόν 7 χρόνια μετά τον θάνατό της. Ελάχιστες τέτοιες περιπτώσεις έχουμε στην παγκόσμια λογοτεχνία, με πιο γνωστό παράδειγμα ίσως την περίπτωση της Emily Dickinson.

Εμένα μου έλαχε η ευθύνη να αναλάβω μετά τον θάνατο της μητέρας μου να εκδώσω το έργο της. Η Μαρία αυτοκτόνησε πριν από οχτώ χρόνια. Τα συρτάρια της, τα τετράδιά της και τα περιθώρια των σελίδων των βιβλίων της, ήταν γεμάτα από ποιήματα. Όλα σχεδόν ανέκδοτα, εκτός από ελάχιστα που είχαν δημοσιευθεί σε εφημερίδες ή μοιραστεί χέρι με χέρι σε διαδηλώσεις. Τα συγκέντρωσα, τα δακτυλογράφησα, τα ξεδιάλεξα. Συγγραφικό υλικό τριών δεκαετιών που έφτανε για πλήθος συλλογών.

Κάποια από τα ποιήματα αυτά είχαν χαρακτήρα ελεγειακό και μιλούσανε για κορίτσια ηρωικά και πένθιμα. Έπλεξα ένα στεφάνι με αυτά τα άνθη και σας το προσφέρω. Μην νομίσετε όμως σε καμιά περίπτωση ότι πρόκειται για κάποιο μνημόσυνο. Οι λέξεις της Μαρίας Ταταράκη είναι ένα κάλεσμα για εξέγερση και για έναν βαθύ και συγκλονιστικό αναστοχασμό της ύπαρξής μας.

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

Το ποιητικό έργο της Μαρίας Ταταράκη ήταν μέχρι πολύ πρόσφατα εντελώς άγνωστο. Όχι μόνο στους λογοτεχνικούς κύκλους και στο αναγνωστικό κοινό, αλλά ακόμα και στους φίλους της. Οι ελάχιστες φορές, οι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, που η Μαρία είχε δημοσιεύσει κάτι, ήταν σε εφημερίδες της Αριστεράς, με αφορμή κυρίως κάποια μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση των εκπαιδευτικών. Το ποιητικό της Σύμπαν ωστόσο ξεπερνάει κατά πολύ τον πολιτικό και εργασιακό της χώρο.

Η Μαρία Ταταράκη, δεν αποφάσισε να στραφεί στην ποίηση μετά από κάποια μεγάλη απογοήτευση, προσωπικής, επαγγελματικής ή ιδεολογικής φύσεως. Δεν άρχισε να γράφει ξαφνικά το 1997 (που είναι η ημερομηνία δημοσίευσης στην εφημερίδα «Η Εποχή» του πρώτου κειμένου της ανθολογίας αυτής, του «Άει Ρόζα Λούξεμπουργκ»). Και σε καμία περίπτωση, το έργο της δεν εξαντλείται σε αυτήν εδώ την ανθολογία.

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» είναι μια επιλογή ποιημάτων της Μαρίας Ταταράκη με βάση ορισμένα συγκεκριμένα κριτήρια τα οποία θα αναλύσουμε παρακάτω. Είναι καλό όμως να γνωρίζουμε εκ των προτέρων, ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο που έγραφε ποίηση σε όλη τη διάρκειά της ενήλικης ζωής του. Και που δεν δημοσίευσε ποτέ σχεδόν τίποτα. Σας παραθέτω εδώ, για παράδειγμα, ένα ποίημα που έγραψε η Μαρία στις αρχές της δεκαετίας του 80:

τώρα εγώ κατοικώ εν γαλήνη στην κρυστάλλινη σπηλιά μου
φορώ το πέπλο μου
χορεύω χορό παράνοιας
βρίσκομαι κατ’ ουσίαν μετ’ εμαυτής
τρώω τα νύχια μου
φρικιώ
σκίζομαι σαν μάνα να γεννήσω βρυκόλακες
συνομιλώ με τη σελήνη
λαχταρώ ένα χάδι ανθρώπινο
τώρα εγώ σιωπώ
εκστασιάζομαι
γίνομαι μεταξοσκώληκας
κάνω ψυχανάληση
τώρα εγώ δεν έχω μνήμη σαν πεταλούδα
τώρα εγώ κατεβαίνω στα τάρταρα
τώρα εγώ έχω αποκλειστεί
βγάζω τη γλώσσα μου στις χυδαίες γλώσσες της γης
αυτοσαρκάζομαι (!)
τώρα εγώ χαϊδεύω στοργικά τα μαλιά μου
τώρα εγώ παίζω με τη φωτιά
μισιέμαι θανάσιμα με τις σειρήνες του κόσμου
τώρα εγώ μεταλαμβάνω (σ.μ. πεοθηλάζω)
τώρα νανουρίζω στο κόρφο μου το παιδί μου
τώρα ρουφώ ενα ζεστό νες με γάλα
βάφω τις βλεφαρίδες μου
καμαρώνω τα όμορφα στήθια μου
τώρα θυμάμαι τον φίλο μου τον πέτρο και δακρύζω
τώρα δεν μπορώ να κάνω πίσω γιατί θα γίνω στήλη άλατος

Και άλλο ένα ποίημα της ίδιας περιόδου:

δεν πονώ. δεν ουρλιάζω
δεν πονώ
το μηδέν
το απόλυτο μηδέν
η καρδιά, τα μάτια, το αίμα
το αίμα
μια οπτασία, ένα φάντασμα, ένας βρυκόλακας
μεταλλάξεις
χορός χρωμάτων και φως
άπειρο φως
κάτω απ το φως μιας λάμπας 60 κεριών
πως χώθηκες έτσι μέχρι τον εγκέφαλο
μέσα σε τούτο το κενό
θυμάσαι μήπως ποιοι δολοφόνησαν τον caspar
απ’ την αρχή ως το τέλος μια απόγνωση. δεν νομίζεις
Ή
πως θα μπορούσα να ξεπλύνω
αυτόν τον γκρίζο λεκέ
στο κέντρο του σύμπαντος;

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» καλύπτουν την περίοδο 1997 – 2010, δεν εξαντλούν όμως το εύρος της ποιητικής παραγωγής της Μαρίας εκείνο το διάστημα. Για παράδειγμα, μεταξύ 2005 με 2009, έγραψε μια ωραιότατη σειρά ποιημάτων, σημειώσεων και χαϊκού, ημερολογιακού και αυτοβιογραφικού χαρακτήρα. Πολλά από αυτά έχουν να κάνουν με την ψυχική νόσο (με την οποία η Μαρία Ταταράκη έδωσε σκληρή μάχη για 15 χρόνια). Εδώ είναι ένα από αυτά τα ποιήματα, γραμμένο στις 2 Δεκεμβρίου 2005:

~ ~ ~ έχω την τιμή να νοσώ ψυχικά.
Ή θάπρεπε να ξεχάσω τους σκοτωμένους φίλους
μου στο δάσος με τα κυκλάμινα και τις λέξεις
να χαζεύω εκεί στα βασίλεια των ανθρωπο-
φάγων με τη λάμψη στα μάτια, βουλιμικά θαρρείς,
το ψυχορράγημα του σφαγίου.
να υποπτεύομαι την ηδονή,
την μετριοπάθεια,
την πικροδάφνη στα μάτια μιας Πέτρας,
το σινεμά και τους μυρτώους έρωτες
που μέσα του ευδοκιμούν.
Θα πρεπε να προσπερνώ αδιάφορα
χρυσοκοντυλλένια χειρόγραφα διότι είναι
της δικαιοδοσίας των αρμοδίων φιλο-
λόγων κι εκτός διδακτέας εξάλλου
να μην είναι ούτε μια νύχτα με φεγγάρι
να μαρέσει γιατί πάντα φοβόμουνα τα
πλάσματά της
θα πρεπε πάντα διαχυτικός, ατακαδόρος
και ξύπνιος να τρέχω λόγου χάριν στο σφύριγμα
του κέρδους και να λέω στην ικεσία πως
έχω εγώ τα δικά μου σπαρτά.

~ . ~ . ~ φιγούρες πλώρης, να απορώ, α, αυτοί
οι ακίνητοι οι μέτριοι κι ο βραχνός
προφήτης να υπομένει με το
φέρσιμο των ανέμων και των δέντρων
της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Ή θα πρεπε, εγώ ο υγιής, να περνώ ήσυχες
νύχτες, γνωρίζοντας ότι ο πάσχων της αρμοδιότητός
μου έχει υποχρεωθεί να περιφέρεται μ ένα
κουτί στα χέρια, τι τα θέλουμε εμείς
τα ηλεκτροσόκ ας βυθίσουμε την τρέλλα
στη δική μας τρέλλα.
Μην αποσύρεσαι, να λεγα στον τρελλό
της επικράτειας μου, σε χρειάζομαι
να σκιάζω τους τολμηρούς.
Αλλά μόνο έτσι σε χρειάζομαι σαν
γυμνό κερί που έλιωσε ερήμην μου.
Εγώ, τί, εγώ σε συνταγογραφούσα.
Σου ανέθετα χρέη γραμματέως στο σχολείο μου
Σου έκανα διάλογο αντίστασης και προοπτικής
… Ας πήγαινες διακοπές κι εσύ
το καλοκαίρι όπως και κάθε
εχέφρων αδειούχος.

Θα αναρωτιέται ίσως κανείς γιατί δεν εμφανίστηκε στα γράμματα νωρίτερα η Μαρία Ταταράκη. Δεν ήθελε; Δεν την ενδιέφερε να δημοσιευτεί; Υπάρχει ένα τετράδιό της με ποιήματα από το 1984, που μαρτυρά το αντίθετο. Το τετράδιο αυτό έχει ένα σχόλιο επάνω από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο:

«Μαρία Ταταράκη

ευγενικά αισθήματα κι ευαισθησία
που και που μερικοί καλοί στίχοι
θέλει όμως πολλή εξάσκηση στο γράψιμο,
γιατί μόνο με έρωτα δε γίνεται το ποίημα.»

Γνωρίζοντας τα αυστηρά κριτήρια του Ντίνου, το σχόλιο αυτό σε μια 25χρονη ποιήτρια, δεν φαντάζει και τόσο κακό. Και σίγουρα το ποιητικό της έργο από εκεί κι έπειτα δεν χτίστηκε μόνο πάνω σε ερωτική θεματολογία. Η αλήθεια είναι ότι από το 1987 μέχρι και το 1995 έχουμε ένα μικρό κενό, αν όχι στην παραγωγή ποιητικού έργου, τότε σίγουρα στην προσπάθειά της Μαρίας να το επικοινωνήσει με άλλους.

Ήταν τότε που γεννήθηκα εγώ, που η Μαρία παντρεύτηκε και παράλληλα ξεκίνησε να εργάζεται στη μέση εκπαίδευση ως καθηγήτρια φιλόλογος. Είναι γενικά καλό, όταν ασχολούμαστε με μια εργαζόμενη γυναίκα, που γράφει ποίηση, πριν κάνουμε τις υποθέσεις μας για το έργο της, να λαμβάνουμε υπόψιν και τις οικονομικές, εργασιακές και οικογενειακές συνθήκες της ζωής της.

Η Μαρία επέλεξε να γίνει μητέρα μου κατ’ αρχάς, και να τιμήσει αυτό τον ρόλο, όπως επέλεξε επίσης να υπηρετήσει το λειτούργημα της δασκάλας στα σχολεία. Εκεί λοιπόν επικέντρωσε τις δημιουργικές της δυνάμεις για 25 χρόνια, παρά στην προώθηση του ονόματός της και του ποιητικού της έργου. Ωστόσο δεν σταμάτησε στιγμή να μελετά, να γράφει και να εργάζεται σκληρά πάνω στον λόγο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 90 η Μαρία γνώρισε τον Μάριο Μαρκίδη, ο οποίος ήταν ψυχίατρός της και του οποίου το λογοτεχνικό έργο εκτιμούσε ιδιαίτερα, όντας η ίδια και φανατική αναγνώστρια του περιοδικού Σημειώσεις. Έχω επίσης αλληλογραφία της από το 2004 με τον παππού μου Κάρολο Τσίζεκ και την τότε σύζυγο του, Μαρία Καραγιάννη, οι οποίοι σχολιάζουν αναλυτικά ορισμένα ποιήματα που τους είχε στείλει η μητέρα μου.

Τα αναφέρω όλα αυτά, γιατί θεωρώ ότι έχουμε μπροστά μας το έργο μιας εξαιρετικής ποιήτριας. Η οποία, αν και πολύ διακριτική, δεν ήταν κρυψίνους, από ό,τι φανερώνεται. Και με ενδιαφέρουν οι λόγοι για τους οποίους, ένα τέτοιο έργο, όσο η δημιουργός του ακόμα ήταν εν ζωή, αντιμετωπίστηκε κυρίως με συγκατάβαση, αυστηρότητα ή αδιαφορία. Πώς το χάσαμε; Πώς μας διέφυγε;

Τα πράγματα άλλαξαν λίγο μετά τον θάνατο της Μαρίας, το 2010. Κάποια από τα τελευταία ποιήματά της, που τα είχα στείλει στον Κάρολο Τσίζεκ και τη Μαρία Καραγιάννη, εκτιμήθηκαν πολύ. Ο Κάρολος με τη Μαριέττα αφιερώσανε μερόνυχτα στο να τα επιμεληθούν, και να τα στείλουνε στον Γιώργο Κορδομενίδη, ο οποίος τα εξέδωσε στο περιοδικό Εντευκτήριο το 2012. Με το έργο της Μαρίας ασχολήθηκαν επίσης με θέρμη και μεράκι η Μαίρη Κλιγκάτση, ο Βασίλης Ρούβαλης, ο Τάσος Σαγρής, η Σίσσυ Δουτσίου, η Μελίτα Κάραλη και άλλοι, και ενδιαφέρθηκαν, ο καθένας με τον τρόπο του, να δημοσιεύσουν ή να διαδώσουν το υλικό της.

Το 2017 αγκάλιασαν την ποίηση της Μαρίας Ταταράκη οι συνεργατικές Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Θέλω να ευχαριστήσω τον Χρήστο Μανούκα και τα υπόλοιπα παιδιά που πήρανε πάνω τους αφιλοκερδώς και με αυταπάρνηση την έκδοση αυτής της ανθολογίας και που επιτέλους δώσανε σε μια λαμπρή ποιητική φωνή το κατάλληλο βήμα για να ακουστεί.

Δεν το θεωρώ τυχαίο που τελικά έγινε έτσι η πρώτη δημοσίευση του έργου της Μαρίας, από έναν εκδοτικό οίκο που διέπεται από πνεύμα αλληλεγγύης και αυτοδιαχείρισης, όπου δεν υπάρχει καμία σχέση μισθωτής εργασίας-εξάρτησης, κάθε μέλος είναι ισότιμο με τα άλλα, εφαρμόζεται άμεση δημοκρατία σε όλες τις αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται μέσω της Γενικής Συνέλευσης των εργαζομένων.

Ίσως οι λέξεις της Μαρίας Ταταράκη, οι οποίες κατοικούνε στην κόψη της Ουτοπίας, να περιμένανε ένα τέτοιο ουτοπικό εγχείρημα, όπως οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, να ωριμάσει, για να μπορέσουνε και αυτές να τυπωθούνε στο χαρτί.

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΤΙΤΛΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ
Τα κριτήρια λοιπόν με τα οποία επιλέχθησαν τα ποιήματα που απαρτίζουν την παρούσα ανθολογία είναι τα εξής.

Στο επίκεντρο κάθε ποιήματος βρίσκεται κάποιος γυναικείος χαρακτήρας (από την ιστορία, την ελληνική μυθολογία ή τον κοινωνικό κύκλο της ποιήτριας).
Τα ποιήματα της ανθολογίας είναι ελεγείες (με την έννοια του θρηνητικού και στοχαστικού ποιήματος που ο όρος αυτός απέκτησε στην αγγλική λογοτεχνία μετά τον 16ο αιώνα).
Ο τίτλος «Ηρωικά Κορίτσια» προέρχεται από στίχο της ποιήτριας που λέει:

«Ηρωικά Κορίτσια οι λέξεις μου
τραβούν ολόισια στον κίνδυνο
τω όντι αγαπημένα από αγαπημένους.»

Εδώ η ποιήτρια χρησιμοποιεί ως αναφορά τα τελευταία λόγια της Ισμήνης στην αδερφή της Αντιγόνη, την ώρα που η Αντιγόνη φεύγει για να θάψει τον αδελφό της Πολυνείκη, αψηφώντας το διάταγμα του Κρέοντα και πενθώντας παραβατικά. Σε ένα άλλο ποίημα, το «Κατά Συνθήκην Λέξεις», η ποιήτρια κάνει απευθείας αναφορά στην Αντιγόνη, με τον στίχο:

«Κι εσύ μια πέτρα ή μια σιωπή εκεί
μικρή σαν κυκλάμινο Αντιγόνη.»

Ο στίχος «μικρή σαν κυκλάμινο Αντιγόνη» συνοψίζει κατά τη γνώμη μου το μεδούλι της έμβιας ύλης και των ανθρώπινων αγώνων. Αν τον αντιπαραβάλλουμε με τους στίχους από το λιανοτράγουδο «Κουβέντα με ένα Λουλούδι» του Γιάννη Ρίτσου μπορούμε να δούμε πιο καθαρά τί εννοεί η Μαρία. Ότι καθετί το όμορφο γεννιέται στις ρωγμές του κατεστημένου. Ότι ο δρόμος της εξέλιξης εμποδιζόταν πάντα από τεκτονικές πλάκες απάθειας. Ότι η ζωή πάντα ήταν – και δεν μπορεί να είναι άλλο από – παραβατική.

Το κυκλάμινο είναι μια Αντιγόνη, που γεννήθηκε στη ρωγμή ενός βράχου, παραβιάζοντας τη ρητή εντολή του κόσμου των πιθανοτήτων. Έτσι, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει που στη σημερινή Ευρώπη η απολυταρχία των τραπεζών συνθλίβει τις δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας. Στο ερώτημα επανάσταση ή αυτοκτονία η φύση απάντησε αιώνες πριν με το λουλούδι. Είναι σαν να μας λέει εδώ η ποιήτρια: ανθίστε σαν την Αντιγόνη και η ζωή θα βρει τον δρόμο της.

ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΑΤΑΡΑΚΗ

Σε ένα άλλο ποίημα, η Μαρία λέει: «Κορίτσια οι λέξεις μου». Δεν υπάρχει πιο φεμινιστικός στίχος από αυτόν. Με αυτό τον στίχο το γυναικείο σώμα συγχωνεύεται με την ίδια τη γραφή. Η Ταταράκη συγχωνεύει τον εαυτό της με το έργο της, επιδιώκοντας έτσι την ενότητα με τον κόσμο. Γιατί το πρώτο υποκείμενο στον κόσμο είναι η μητέρα. Η πρώτη μαθητεία στη γλώσσα γίνεται αρχικά μέσα από το σώμα της μητέρας και έπειτα μέσα από το νόμο του πατέρα – του κόσμου δηλαδή των ενηλίκων που δίνει περισσότερη εξουσία στους άνδρες, παρά στις γυναίκες. Η Ταταράκη επεκτείνεται στο παρελθόν και στα βάθη της προοιδιπόδειας ομιλίας και με αυτό τον τρόπο αντιστέκεται στην φαύλη πρακτική της πατριαρχίας, δηλαδή της ψυχικής βίας που προσπαθεί να πείσει πάνω από τον μισό ανθρώπινο πληθυσμό του πλανήτη ότι είναι λιγότερο έξυπνες και ότι οφείλουν να είναι υποταγμένες.

Σύμφωνα με τη Marianne DeKoven, μπορούμε να διακρίνουμε δύο γλώσσες: τη συμβατική, πατριαρχική ομιλία μας και μια πειραματική, αντιπατριαρχική. Η πρώτη εξυμνεί το θρίαμβο του αρσενικού έναντι του θηλυκού, του μεταοιδιπόδειου έναντι του προοιδιπόδειου, του λεξικού του πατέρα έναντι του σώματος της μητέρας, του νοήματος έναντι των πραγμάτων, της γραμμικότητας έναντι του πολυδιάστατου – με δυο λόγια του σημαινόμενου έναντι του σημαίνοντος.

Απορρίπτοντας λοιπόν την καταπιεστική πατριαρχική γλώσσα, τοποθετώντας τον εαυτό της στην ψυχοκοινωνική θέση των γυναικών, αγαπώντας το παιχνίδι του σημαίνοντος, η Ταταράκη επανακτά επίσης το σώμα της μητέρας.

Η ίδια έχει γράψει ότι «η ποίηση είναι γένους θηλυκού». Μια ισχυρή διατύπωση, με την οποία κάποιοι ίσως διαφωνήσουν, ως προς την καθολικότητά της, αλλά η οποία σίγουρα ισχύει όσον αφορά συγκεκριμένα την ποίηση της Μαρίας Ταταράκη. Χαρακτηριστική είναι η επιλογή της να παρουσιάζει ξαναγραμμένες, εκθηλυμένες εκδοχές των κλασικών και των χριστιανικών μύθων, με έναν τρόπο που φέρνει στο νου τo έργο «Αντάρτισσες» (Les Guerilleres) της γαλλίδας φεμινίστριας συγγραφέως Monique Wittig.

Στα «Ηρωικά Κορίτσια», βλέπουμε την ανάδειξη μιας γλώσσας «κοντά στο γυναικείο σώμα», μιας σωματοποίησης της Ελληνικής γλώσσας, που συνδέεται με τη φωνή και το σώμα της μητέρας, και αφήνει την «αγριότητα» του ασυνειδήτου να αναδυθεί και να υπερισχύσει της εξημερωμένης λογικής του υπερεγώ ή του Νόμου.

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» είναι εξ’ ορισμού παραβατικές υπάρξεις, είναι αντάρτισσες Αντιγόνες και η γλώσσα τους είναι γλώσσα παραβατική, αντιεξουσιαστική και αντιπατριαρχική.

Έτσι η Μαρία Ταταράκη, ως ποιήτρια αλλά και ως διανοήτρια, συναντάει την παράδοση των Γαλλίδων συγγραφέων που αναδείχτηκαν ως πρότυπα στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν μια νέα γλώσσα προκειμένου να μιλήσουν για το γυναικείο σώμα και να τη συγχωνεύσουν με μια ριζοσπαστική, γυναικοκεντρική πολιτική. Συγγραφείς όπως η Monique Wittig, η Helene Cixous και η Luce Irigaray.

Η Irigaray ισχυρίζεται ότι η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας του γυναικείου ερωτισμού αναγκαστικά συνεπάγεται την παραδοχή μιας ιδιαιτερότητας στη σχέση των γυναικών με τη γλώσσα. Σε αντίθεση με τη λογική του «φαλλικού» λόγου – ο οποίος χαρακτηρίζεται από γραμμικότητα, συγκρότηση, βεβαιότητα υπεροχής, αυθεντίας και πάνω απ’ όλα ενότητας -, ο φεμινιστικός λόγος πρέπει να αγωνιστεί για να μιλήσει διαφορετικά.

«Αν δεν επινοήσουμε μια γλώσσα, αν δεν βρούμε τη γλώσσα του, το σώμα μας θα διαθέτει πολύ λίγες χειρονομίες για να συνοδεύσει την ιστορία του», λέει η Irigaray. Η σιωπή δεν είναι λύση για τις γυναίκες.

Στο δοκίμιο «La Jeune Nee [Η νεογέννητη γυναίκα ή Η ξαναγεννημένη γυναίκα], η Helene Cixous λέει πως «Γράφοντας τον εαυτό της η γυναίκα θα γυρίσει σ’ αυτό το σώμα το οποίο κατά το μεγαλύτερο μέρος της έχει αφαιρεθεί. Λογοκρίνοντας το σώμα, λογοκρίνουμε την ίδια στιγμή την αναπνοή και την ομιλία.»

Η Cixous ασχολήθηκε επισταμένως με την εγγραφή του γυναικείου σώματος και της γυναικείας διαφοράς στη γλώσσα και στο κείμενο. Δημιουργεί μια γραφή που καλεί σε επιστροφή στη «Σκοτεινή ήπειρο» της γυναικείας σεξουαλικότητας. Μια ουτοπική επιστροφή στη φαντασιακή προοιδιπόδεια τάξη μέσα από την ανάμνηση του σώματος της μητέρας που μπορεί να εκφραστεί μέσα από μια γραφή σωματική, αίροντας κάθε απαγόρευση και καταργώντας το Νόμο του Πατέρα. Είναι η «έλευση της γυναίκας στη γραφή» που δημιουργεί τα «sexts», δηλαδή τα κείμενα που συνδέονται με την ερωτική επιθυμία και το φύλο.

Η Μαρία Ταταράκη, στο ποίημα «Αγχιβασίης Αμυθήτου, Γόνιμος Γραμμή», μιλάει για αυτήν ακριβώς την έλευση. Μας λέει την ιστορία της Χριστίνας, μιας δασκάλας τεχνικών εκπαιδευτηρίων που δίδαξε στην άγονη γραμμή των συνοικιών που βρίσκονται κάτω από την Αχαρνών. Η Χριστίνα λάτρεψε τους μαθητές της και στην «κόψη της ουτοπίας», στη «συνουσία» που ήταν η μεταξύ τους σχέση, γεννήθηκε η ψυχή των πραγμάτων κι η φωτεινή ιστορία του ανθρώπου. «Εξαιτίας ενός έρωτα που σκάβει το πρόσωπο».

Η ποιήτρια μας λέει πως η ψυχή της Χριστίνας ήταν «Ελευσία» και πως μάλιστα η Χριστίνα παραστάθηκε στη γέννηση του Απόλλωνος, παρηγορώντας τη μάνα του, τη Λητώ, στις ωδίνες της. Αποκαλεί την Χριστίνα «Ειλειθυία», Μεγάλη Ερωτική.

Η Ειλειθυία, ή Ελευθώ, ήταν η θεά της γέννησης και των πόνων του τοκετού. Βοηθούσε τις γυναίκες να γεννήσουν και ν’ αντέχουν τους πόνους της γέννας. Κατά την αρχαία παράδοση το όνομα αυτό οφείλεται σε ικετευτική κραυγή των επιτόκων: «Ελθέ!», «Ελθέ!» με την οποία καλούσαν τη θεά σε βοήθεια.

Από εκεί βγαίνει ετυμολογικά και η λέξη ελευθερία. Βλέπουμε δηλαδή ότι μέσα από το ποίημα αυτό, η Μαρία Ταταράκη «εκμαιεύει» την έννοια της ελευθερίας μέσα από την έλευση της γυναίκας στη γραφή. Μέσω της επινόησης δηλαδή μιας γλώσσας του γυναικείου σώματος, που επιτρέπει σε πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο στις συνειδήσεις των ανθρώπων να απεγκλωβιστούν από λανθάνουσες πατριαρχικές και φασιστικές αντιλήψεις και να ξαναγεννηθούν στο ουτοπικό φως του μέλλοντος.

«Αλλά την ώρα την πολυάνθεμο, τη δενδρώτιδα ώρα, θα φανεί στο
φως αρτιωμένος ο Ορφέας.
Γιατί τη νεράιδα που παραστάθηκε στη γέννησή του, οι παλαιοί
την είπαν Ελευθώ – Ένα όνειρο στα κύματα της μοίρας-
Κορίτσι που φύλαξες το μυστικό σου στα χίλια χρώματα των πέπλων
σου.
Για να σωθεί το αίνιγμα, για να μην απομαγευθεί η πλάση.»

Ξεκινώντας λοιπόν από την έκκληση των Γαλλίδων φεμινιστριών συγγραφέων για την επινόηση μιας γλώσσας του γυναικείου σώματος, βλέπουμε τη Μαρία Ταταράκη να φτάνει τελικά στο να υπηρετεί και το όραμα του κινήματος του υπερρεαλισμού για επαναμάγεμα του κόσμου μέσω της δημιουργίας του νέου μύθου.

Απορρέει από αυτή την αναπάντεχη σύγκλιση ότι η κριτική της πατριαρχίας που κάνει ο φεμινισμός και η κριτική του καπιταλισμού που κάνει ο υπερρεαλισμός (μέσα από τη στενή σχέση του με τον μαρξισμό) κάποτε αναπόφευκτα συναντιούνται.

Ο υπερρεαλισμός είναι απαραίτητος σε μια κοινωνία όπου δεν θέλουμε να ξαναϋπάρξουν Άουσβιτς, Νταχάου και Μπέργκεν-Μπέλσεν. Σε μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος δεν θα αναχθεί ξανά σε αριθμό. Σε μια τέτοια κοινωνία, είναι απαραίτητο το επαναμάγεμα του κόσμου που αποπειράται ο υπερρεαλισμός.

Και για να γίνει αυτό σήμερα, στον 21ο αιώνα, τον χωρίς συλλογικά οράματα, είναι απαραίτητη η δημιουργία του νέου μύθου – η διάσωση του μύθου από τη ναζιστική κηλίδα, με το ουτοπικό φως του μέλλοντος. Όπως λέει ο Michael Löwy, ο υπερρεαλισμός είναι το ακονισμένο στιλέτο που επιτρέπει να κόψουμε τα νήματα του αριθμητικού ιστού της αράχνης, του πνεύματος του ορθολογιστικού απολογισμού κερδών και απωλειών.

Στην κόψη αυτού του στιλέτου κατοικεί η ποίηση της Μαρίας Ταταράκη, κι εκεί μας καλεί να ζήσουμε: στην κόψη της Ουτοπίας.

ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΣΩΜΑ

Τα Ηρωικά Κορίτσια είναι οι εξεγερμένες υπάρξεις και τα εκστατικά υποκείμενα μιας τέτοιας μετα-καπιταλιστικής πραγματικότητας. Η έλευση της γυναίκας στην γραφή αναπόφευκτα ανατρέπει το κυρίαρχο αφήγημα του δυτικού πολιτισμού και μπορεί να επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές στην παιδεία και στην παθιασμένη με τα όπλα μαζικής καταστροφής κουλτούρα μας. Αν τα όρια της γλώσσας μας ορίζουν τα όρια του κόσμου μας και όσα ξέρουμε είναι αυτά για τα οποία έχουμε λέξεις, τότε μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Γιατί είναι μια γλώσσα που δεν φοβάται να θέσει ερωτήματα όπως: με ποιο τρόπο η ακεραιότητα αντιμετωπίζει την καταπίεση; Τι κάνει η τιμιότητα όταν έρχεται αντιμέτωπη με την προσβολή; Με ποιον τρόπο η αρετή αντιμετωπίζει την ωμή επιβολή δύναμης;

Μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα, είναι μια γλώσσα που μαρτυρά την ομορφιά που υπάρχει στο να φλέγεσαι για δικαιοσύνη. Γιατί είναι μια γλώσσα που αποκαλύπτει ότι «είμαι αυτός που είμαι επειδή κάποιος με αγάπησε». Και η δικαιοσύνη, κατά τον Αφροαμερικανό φιλόσοφο Cornel West, είναι η όψη της αγάπης στον δημόσιο βίο.

Γιατί είναι μια γλώσσα που καθιστά σαφές ότι η κατάσταση της αλήθειας είναι να επιτρέπει στον πόνο να μιλήσει. Και δεν επιτρέπει η γλώσσα αυτή να μιλάμε περί αλήθειας, χωρίς να εστιάσουμε σε αυτούς που, όπως λέει ο Malkolm X, «ζούνε την κόλαση».

Μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα, είναι μια γλώσσα τρυφερότητας. Αν η δικαιοσύνη είναι η όψη της αγάπης στον δημόσιο βίο, η τρυφερότητα είναι η όψη της αγάπης στον ιδιωτικό μας βίο.

Και η ανθολογία της Μαριάς Ταταράκη, είναι μια απόπειρα να αποκτήσει ξανά η ελληνική γλώσσα την Στρατευμένη Τρυφερότητα, την Ανατρεπτική Γλυκύτητα και τη Ριζοσπαστική Ευγένεια που είχε η φωνή του Γιάννη Ρίτσου, του Μάνου Χατζηδάκι, του Μάνου Κατράκη, της Ρόζας Εσκενάζυ, της Φλέρυς Νταντωνάκη, της Σωτηρίας Μπέλλου, της Μαρίας Δημητριάδη, η φωνή των πολιτικών κρατούμενων όταν τραγουδούσαν στα ξερονήσια και τις φυλακές και οι φωνές των νέων όταν ανέτρεπαν μια δικτατορία.

Τρυφερότητα, γλυκύτητα, ευγένεια. Αυτές είναι οι πρώτες ύλες της ριζοσπαστικής μας ανάλυσης του νεοφιλελευθερισμού, του μεγάλου κεφαλαίου και της σύγχρονης πλουτοκρατίας.

Ανατρεπτική γλυκύτητα είναι η εύψυχη μουσική, η εύψυχη αλληλεπίδραση, είναι το να μοιραζόμαστε μια καταπραϋντική γλυκύτητα μπροστά στην απειλή της καταστροφής που έρχεται καταπάνω μας. Είναι το να ονειρευόμαστε αλληλουχίες, να συμπονούμε αλαφροϊσκιωτους, να δακρύζουμε και να αρτιωνόμαστε «κατά τον τρόπο των κυκλαμίνων», όπως λέει η ποιήτρια. «Σθεναρά. Εξαίσια. Απρόβλεπτα».

Με τον τρόπο αυτό στον Επιτάφιο του Ρίτσου ο θρήνος της μάνας του νεκρού νεαρού στην διαδήλωση των καπνεργατών μετουσιώνεται σε κάλεσμα για ξεσηκωμό, και ο γιος της ανασταίνεται μέσα στις φλέβες όλων.

«Γλυκέ μου, ἐσὺ δέ χάθηκες, μέσα στὶς φλέβες μου εἶσαι.
Γιέ μου, στὶς φλέβες ὁλουνῶν, ἔμπα βαθιά καὶ ζῆσε.»

*Το κείμενο το πήραμε από εδώ: https://cizek.wordpress.com/

Παρουσίαση βιβλίου: «αποσπάσματα» του Κ ω σ τ ή, απ’ τις εκδόσεις «Εξάρχεια»

Από την Αικατερίνη Τεμπέλη*

Με μεγάλη χαρά, παρουσιάζω σήμερα, αυτό το βιβλίο του Κ ω σ τ ή, στο blog. Πρόσφατο, πολύτιμο απόκτημα, η δεύτερη έκδοση των αποσπασμάτων του απ’ την περίοδο 1967-1973, που κυκλοφόρησε το 2015 σε πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου. Τα πώς και τα γιατί, θα τα πληροφορηθείτε απ’ τις σχετικές παραπομπές. Έτσι κι εγώ, ως είθισται θ’ αρχίσω απ’ την αρχή… Γιατί η αλήθεια είναι ότι πριν ακόμη ξεκινήσω την ανάγνωση, παρατήρησα τις πολλές λεπτομέρειες του εξωφύλλου. Μια φωτογραφία, όπως αυτή που βλέπετε παραπάνω, δεν αρκεί παρά μόνο για να σας δώσει μια γενική ιδέα, ακόμη κι αν τη δείτε σε πλήρες μέγεθος. Όταν πάρετε όμως το βιβλίο στα χέρια σας, θα καταλάβετε πόσο λεπτοδουλεμένο είναι το συγκεκριμένο σχέδιο.

Και φυσικά, διαβάζοντας τα περιεχόμενά του, στάθηκα σε πολλά σημεία… Οι πολιτικές προκλήσεις και το κλίμα της ταραχώδους εκείνης εποχής αποτυπώνονται με την πρωτοποριακή Oπτική (και δε χρησιμοποιώ τυχαία τη λέξη) του γράφοντα, αλλά δημιουργούνται ταυτόχρονα και γόνιμοι, διαλεκτικοί, συνειρμοί με το σήμερα. Έτσι, το ιστορικό πλαίσιο, αν και σφραγίζει τα ποιήματα, δε λειτουργεί σε καμία περίπτωση ασφυκτικά, εγκιβωτίζοντάς τα στο παρελθόν, γι’ αυτό και μπορούμε λοιπόν να ταυτιστούμε με πάμπολλους στίχους του Κ ω σ τ ή, που αντανακλούν τόσο σύγχρονους προβληματισμούς σχετικά με τη θέση μας στον κόσμο, το ρόλο της τέχνης, της ποίησης, κ.α. Η δε «Καθημερινή Ηλέκτρα» του, θα μπορούσε αύριο ν’ ανέβει ως μονόλογος σε μια θεατρική σκηνή. Τη λάτρεψα κι αυτήν την ενότητα.

Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, ο Κ ω σ τ ή ς εξηγεί από ποιες συλλογές προέκυψαν αυτά τα εκρηκτικά ποιήματα και πώς εν μέρει, προέκυψαν. Κι εδώ, στο δικό του ιστότοπο υπάρχει μία σχετική ανάρτηση που αξίζει οπωσδήποτε να διαβάσετε, μιας κι όχι μόνο θα καταλάβετε έτσι καλύτερα το σκεπτικό του, την πορεία του, αλλά θα έχετε την ευκαιρία και να διαβάσετε επιλεγμένα ποιήματα απ’ αυτήν την έκδοση. Όσο για το δημιουργό τους, του αφήνω δικαιωματικά, τον επίλογο: «μαρέσει να δοκιμάζω όλα όσα κανένας δε μου έμαθε. σε τίποτα δεν είμαι ειδικός. νομίζω πώς όλα μπορώ να τα κάνω άμα γουστάρω τη ζωή που ζω…». Και παρακάτω συμπληρώνει «η διαδικασία συνεχίζεται ζώντας. συνεχίζεται και μέσα απ’ τα σχέδια και τα γλυπτά. συνεχίζεται μέσα από τα δοκίμια τους ήχους κι ό,τι άλλο μπορώ να γλεντήσω σαυτό τον πλανήτη…».

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: https://aikaterinitempeli.wordpress.com/2022/06/24/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85/

Κατερίνα Λιάτζουρα: Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες | Δίγλωσση ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης

Παρουσίαση από την Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου

Ι.
Η αρχαιότερη γνωστή στις μέρες μας απεικόνιση ενός διερμηνέα ή μεταφραστή προέρχεται από την Αίγυπτο του 1330 π.Χ. Πρόκειται για ένα ανάγλυφο από την ζωφόρο του τάφου του ανώτατου αξιωματούχου και κατοπινού Φαραώ Χορεμχέμπ στην νεκρόπολη της αρχαίας Μέμφιδας, το οποίο βρίσκεται σήμερα στην πόλη Leiden της νότιας Ολλανδίας. Το «Ανάγλυφο του Διερμηνέα», όπως αποκαλείται, απαρτίζεται από τρεις φιγούρες: τον ίδιο τον Χορεμχέμπ, μια ομάδα ξένων απεσταλμένων και έναν διερμηνέα.

Ο εκπρόσωπος του Φαραώ έχει στο ανάγλυφο το διπλάσιο μέγεθος του διερμηνέα, ενώ υπερέχει κατά ένα τρίτο περίπου και σε σχέση προς τους ξένους αξιωματούχους.

Οι τελευταίοι παριστάνονται γονυπετείς επειδή ικετεύουν τον βασιλιά να τους προστατεύσει από εχθρικές εισβολές. Το μικρότερο μέγεθός τους οφείλεται στο γεγονός ότι στην αρχαία Αίγυπτο η ιδιότητα του «ανθρώπου» ήταν τίτλος τιμής που αποδιδόταν μόνο στους κατοίκους της, ενώ οι ξένοι θεωρούνταν ως κατώτεροι και «βάρβαροι». Η διαφορά μεγέθους αντιστοιχεί όμως και σε μια ιεράρχηση της αξίας και της ισχύος των γλωσσών: τα αιγυπτιακά είναι ανώτερα και ισχυρότερα των ξένων ιδιωμάτων.

Η ιεράρχηση των γλωσσών αποτυπώνεται και στην καθοδική κατεύθυνση των επικοινωνιακών χειρονομιών στο ανάγλυφο. Στο υψηλότερο σημείο βρίσκεται το χέρι του εκπροσώπου του Φαραώ με το αιγυπτιακό διάταγμα· χαμηλότερα το υψωμένο χέρι του διερμηνέα που το παραλαμβάνει από το προηγούμενο και ο οποίος, αφού στραφεί προς την άλλη πλευρά, παραδίδει το μεταφρασμένο πλέον μήνυμα με το κατεβασμένο χαμηλότερα τώρα χέρι στους ξένους, τα χέρια των οποίων βρίσκονται ακόμη πιο χαμηλά.

Ο διερμηνέας/μεταφραστής, ο οποίος κυρίως ενδιαφέρει εδώ, βρίσκεται στη μέση και αποτελεί το επίκεντρο του ανάγλυφου, και απεικονίζεται σε δύο στάσεις: στην πρώτη εμφανίζεται στραμμένος προς τον ίδιο τον ύπατο εκπρόσωπο του Φαραώ Τουταγχαμών, τον Χορεμχέμπ, από τον οποίον δέχεται το διάταγμα του βασιλιά στα αιγυπτιακά. Στην δεύτερη έχει στραφεί προς τους ξένους «μεταφέροντας» και μεταφράζοντας το φαραωνικό διάταγμα στην γλώσσα τους. Είναι μικρότερος σε μέγεθος όχι μόνο από τον Χορεμχέμπ, αλλά και από τους ξένους, μολονότι συνομιλεί ως ίσος προς ίσον με αυτούς. Χαρακτηριστική είναι επίσης η σκυφτή στάση του σώματός του.

Το μικρό μέγεθος του διερμηνέα/μεταφραστή παραπέμπει στην χαμηλή κοινωνική θέση που είχε ο ίδιος και η δραστηριότητά του στην Αρχαία Αίγυπτο. Ταπεινότητα, υποτέλεια, υποταγή και αυθυποβιβασμό δηλώνει και το σκυφτό του σώμα. Η «κίνησή» του, τέλος, μεταξύ των δύο σταθερών πόλων του ανάγλυφου που αποδίδεται με την διπλή απεικόνισή του, αισθητοποιεί προσφυώς την λειτουργία του διερμηνέα ως απλού «μέσου» και μεταβατικού σταδίου, που πάει να πει: νόημα και αξία έχει το μήνυμα που μετα-φέρει και μεταφράζει, όχι αυτός ο ίδιος. Ο μεταφραστής επομένως δεν είχε αυτοτελή και αυτόνομο λόγο ύπαρξης, επειδή – για να χρησιμοποιήσω μια φράση της Κατερίνας Λιάτζουρα [εφεξής = Κ.Λ.] από τον «Πρόλογο» στην Ανθολογία της – «δεν έχει να πει» κάτι ο ίδιος, αλλά υπηρετεί απλώς την επικοινωνία μεταξύ ετερόγλωσσων ανθρώπων που «έχουν να πουν» πράγματα ο ένας στον άλλο.

  • Μα καλά, θα αναρωτηθεί κανείς εδώ, τι νόημα έχει η αναφορά σε ένα ανάγλυφο 3000 ετών; Δεν έχει αλλάξει η κατάσταση στις μέρες μας; Και μάλιστα ριζικά;

Η απάντηση είναι: δυστυχώς όχι, και κυρίως: δυστυχώς όχι στην χώρα μας. Ή τουλάχιστον: όχι σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται και αξιολογείται ο διερμηνέας/μεταφραστής και η ερμηνευτική και μεταφραστική δραστηριότητα, και τον οποίο τόσο «εύγλωττα» αναδεικνύει το αρχαίο ανάγλυφο. Σε ορισμένα χαρακτηριστικά αυτού του τρόπου εστιάζονται οι ακόλουθες σύντομες παρατηρήσεις μας, οι οποίες προέκυψαν από την ανάγνωση της ανθολογίας της Κ.Λ..

ΙΙ.
Το πρώτο από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι η τάση «συρρίκνωσης», η απαξίωση και ο υποβιβασμός του ρόλου του μεταφραστή και της μεταφραστικής δραστηριότητας για τον πολιτισμό μιας χώρας και τις σχέσεις της με άλλες χώρες και τον πολιτισμό τους. Μολονότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης θα προσδοκούσε κανείς να υπάρξει μια αναβάθμιση, η τάση συρρίκνωσης κυριαρχεί και στην σύγχρονη λογοτεχνική ζωή. Αρκεί μια ματιά στην τυπογραφική διαμόρφωση των εξωφύλλων μεταφρασμένων βιβλίων για να διαπιστώσει κανείς τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Το όνομα του μεταφραστή γράφεται συνήθως με τα μικρότερα δυνατά στοιχεία, – αν υπάρχει καν στο εξώφυλλο, διότι πολύ συχνά κρύβεται στις πρώτες εσωτερικές σελίδες.

Μια τέτοια πρακτική υπαγορεύεται ασφαλώς από τις ανάγκες της αγοράς, οι αναγνώστες, όπως λέγεται συνήθως, προσελκύονται «φυσικά» από «διάσημους συγγραφείς» και όχι από «άσημους μεταφραστές». Ωστόσο η αξιολόγηση και ιεράρχηση σε «διάσημους συγγραφείς» και «άσημους μεταφραστές» δεν είναι τόσο «φυσική» και αυτονόητη, αλλά επιβάλλεται συνήθως από την βιβλιοκριτική που ασκείται από δημοσιογράφους και ακαδημαϊκούς, οι οποίοι με την σειρά τους στηρίζονται ρητά ή υπόρρητα σε σχετικές γλωσσολογικές ή λογοτεχνικές θεωρίες.

Βέβαια τελευταία δεν λείπουν οι θεωρητικές προσπάθειες που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, την αποκατάσταση και αναβάθμιση δηλαδή του μεταφραστή και του έργου του, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν ακόμη ευρεία απήχηση. Οι θεωρίες αυτές, οι οποίες στρέφουν την προσοχή τους στην μεταφραστική πράξη, αναγνωρίζουν την εξαιρετική δυσκολία της μετάφρασης, προπαντός της λογοτεχνίας και ιδιαίτερα της ποίησης. Εκκινώντας από εδώ, προτείνουν οι μεταφράσεις στον εν λόγω τομέα να προσεγγίζονται και να κρίνονται ως πρωτογενείς δημιουργίες, ως ιδιόμορφα, αυτόνομα λογοτεχνήματα και όχι μόνο ως απλές αναπαραγωγές των πρωτότυπων έργων σε άλλη γλώσσα. Αντίστοιχα αναβαθμίζονται και οι μεταφραστές από αμελητέους παραγωγούς δευτερογενών κειμένων σε αυθεντικούς δημιουργούς.

Κατά τη μελέτη της μεταφραστικής πράξης οι νεότερες αυτές θεωρίες δεν περιορίζονται στην σύγκριση ενός μεμονωμένου μεταφρασμένου κειμένου με το πρωτότυπο, αλλά διευρύνουν την έρευνά τους στο σύνολο των διεργασιών που καθορίζουν την μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων. Στο πλαίσιο αυτό θέτουν μεταξύ άλλων και ερωτήματα όπως τα εξής:

  • Ποιος επιλέγει τους συγγραφείς και τα έργα που πρέπει να μεταφραστούν;
  • Πώς εκτυλίσσεται ειδικότερα τούτη η διαδικασία και ποιοι παράγοντες την διαμορφώνουν;
  • Ποιος είναι ο ρόλος των συμμετεχόντων προσώπων και θεσμών, όπως εκδοτικοί οίκοι, επιμελητές, λογοτεχνική κριτική, ξένα πολιτιστικά ινστιτούτα, βραβεία και υποτροφίες για μεταφραστές, ακαδημίες, φεστιβάλ ποίησης;

Κρίσιμα και χρήσιμα είναι τέτοιου είδους ερωτήματα, επειδή οδηγούν στην ανάδειξη και κατανόηση μηχανισμών εξουσίας που δεν καθορίζουν μόνο την θέση και την αξία της μετάφρασης και των μεταφραστών, αλλά και επειδή επιβάλλουν έναν κανόνα συγγραφέων και κειμένων που αξίζουν να μεταφραστούν με όχι πάντα διαφανή κριτήρια.

ΙΙΙ.
Μία από τις αρετές που διακρίνουν τη δίγλωσση ανθολογία της Κ.Λ. είναι ότι αποτελεί ένα αντιπαράδειγμα στις προαναφερθείσες αδιαφανείς πρακτικές. Η κεντρική λέξη και έννοια είναι εδώ η «υποκειμενικότητα», στην οποία, όπως ομολογεί η ίδια στον «Πρόλογο» του βιβλίου, στηρίζεται όλο το εγχείρημά της: η διατύπωση κριτηρίων, η ανάγνωση, η επιλογή αλλά και η απόρριψη ποιητών και ποιημάτων, ο προσδιορισμός του τρόπου μετάφρασης. «Υποκειμενικότητα» σημαίνει πρώτα από όλα – αρνητικά – απουσία γενικών κανόνων που εγγυώνται την διυποκειμενική ισχύ, την αντικειμενικότητα και την βεβαιότητα των προτάσεων μας ή αλλιώς απουσία επιστήμης, και επομένως ένα άλμα στην αβεβαιότητα. «Υποκειμενικότητα» σημαίνει όμως ακολούθως – και θετικά – θάρρος, τόλμη και εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και την – αισθητική, στην προκειμένη περίπτωση, – κρίση μας. Τούτη η στάση και η μέθοδος κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι στην εποχή της επιστήμης της μεταφρασεολογίας και της στηριζόμενης σε αυτήν «επιστημονικής» λογοτεχνικής μετάφρασης.

Η μεταφρασεολογία μπορεί να είναι χρήσιμη για τους μεταφραστές και την μετάφραση στο μέτρο που – όπως οι προαναφερθείσες έρευνες – στρέφεται ρητά προς την μεταφραστική δραστηριότητα και αναδεικνύει την σημασία της. Τέτοιες θεωρίες συμβάλλουν στην αναίρεση της «συρρίκνωσης» και της υποβάθμισης του μεταφραστή και της μετάφρασης που κυριαρχεί ακόμη και στην εποχή μας. Από την άλλη, ωστόσο, ο αρχικός προσανατολισμός της μεταφρασεολογίας προς τους υπολογιστές και την αυτόματη μεταγλώττιση και η συνακόλουθη τάση να τους εξισώνει με τον άνθρωπο και την ανθρώπινη μετάφραση (humantranslator) συνεχίζει και επιτείνει την «συρρίκνωση» και την απαξίωση του μεταφραστή.

Στη συνάφεια αυτή ανήκει και η «υποκειμενικότητα» της μετάφρασής της, για την οποία η Κ.Λ. κάνει λόγο στην τελευταία σελίδα του «Προλόγου» της. «Υποκειμενικότητα» σημαίνει, όπως είδαμε, απουσία γενικών κανόνων και επιστήμης, και επομένως άλμα στην αβεβαιότητα και αποδοχή της δυνατότητας σφάλματος κατά την άσκηση της μεταφραστικής δραστηριότητας. Τούτο το άλμα στην αβεβαιότητα δεν είναι όμως τυφλό, αλλά ακολουθεί ορισμένους ιδιόμορφους κανόνες. Οι κανόνες της υποκειμενικής μετάφρασης δεν διατυπώνονται πριν και ανεξάρτητα από την μεταφραστική δραστηριότητα και εφαρμόζονται κατόπιν σε αυτήν· σχηματίζονται κατά την επιτέλεση της ίδιας της μεταφραστικής πράξης μέσω μιας δημιουργικής ενόρασης του μεταφραστή και ισχύουν μόνο για την μεμονωμένη περίπτωση, δεν επιδέχονται δηλαδή γενίκευση. Με άλλα λόγια: σε κάθε βήμα της μετάφρασης παρουσιάζονται εντελώς νέα και διαφορετικής υφής προβλήματα, επειδή ο μεταφραστής διατυπώνει μόνος του τους κανόνες και τις προδιαγραφές που ακολουθεί για να τα λύσει.

Η δημιουργική αυτή ενορατική ικανότητα δεν μπορεί να διατυπωθεί ρητά σε ένα σύστημα κανόνων και να διδαχθεί, καλλιεργείται όμως και εκμαθαίνεται μέσω της συνεχούς μεταφραστικής πράξης. Η Κ.Λ. δεν είναι αρχάρια, αλλά έχει ήδη μια αξιοσημείωτη πορεία στον χώρο της μετάφρασης και, όπως αποδεικνύει η παρούσα δίγλωσση ανθολογία, διαθέτει χωρίς αμφιβολία την δημιουργική ενόραση που χαρακτηρίζει κάθε ικανό μεταφραστή. Μολονότι δεν είναι εύκολο να προσεγγίσει κανείς μια υποκειμενική μεταφραστική μέθοδο από έξω, θα παραθέσουμε, κλείνοντας, ορισμένες προτάσεις του Bertolt Brecht:
«Αυτό που βλάπτει περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο τα ποιήματα κατά την μετάφρασή τους σε μια άλλη γλώσσα, είναι ως επί το πλείστον η προσπάθεια να μεταφράσουμε περισσότερα από όσα πρέπει. Ίσως θα έπρεπε να αρκεστούμε στην μετάφραση των διανοημάτων και της στάσης του ποιητή. Από το πρωτότυπο οφείλουμε να προσπαθήσουμε να μεταφράσουμε μόνο ό,τι στον ρυθμό του αποτελεί στοιχείο της στάσης του γράφοντος, και τίποτε άλλο.» [Gedichte werden bei der Übertragung in eine andere Sprache meist dadurch am stärksten beschädigt, dass man zu viel zu übertragen sucht. Man sollte sich vielleicht mit der Übertragung der Gedanken und der Haltung des Dichters begnügen. Was im Rhythmus des Originals ein Element der Haltung des Schreibenden ist, sollte man zu übertragen suchen, nicht mehr davon. (Bertolt Brecht: Über Lyrik, Frankfurt a.M. 1975)]

Οι επιγραμματικές αυτές προτάσεις, στις οποίες ο μεγάλος Γερμανός ποιητής συνοψίζει την δική του μέθοδο μετάφρασης, μας φαίνεται ότι πλησιάζουν αρκετά τον υποκειμενικό τρόπο με τον οποίο μεταφράζει η Κ.Λ. Οι ανθολογούμενοι ποιητές πρέπει να αισθάνονται τυχεροί που τα έργα τους αποδόθηκαν από μια τέτοια μεταφράστρια σε μια από τις ισχυρές γλώσσες του σύγχρονου κόσμου.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi/lexeis-aihmires-san-prokes-parousiasi-apo-tin-hristina-grammatikopoulou.html?fbclid=IwAR2Cse7ekjd71ZhVKe7HQwohrD-f4ghJodinyCnJWqgo5ftvpunwmtvXq4M

Μητέρα πάντων η συνείδηση…

Σύντομη παρουσίαση τής πρώτης έντυπης ποιητικής συλλογής τού Ε. Μύρωνα, “Γράμμα στη Μητέρα”

(Το σημερινό κείμενο λόγω ανυπέρβλητων τεχνικών προβλημάτων, δημοσιεύεται μονοτονισμένο, κάτι αρκετά ειρωνικό, καθώς ο Μύρων είναι από τους ελάχιστους ποιητές που γράφει τα κείμενά του στο πολυτονικό. Ελπίζουμε το πρόβλημα να διορθωθεί στο μέλλον, έτσι ώστε και τα ποιήματά του να αποτυπωθούν στην αυθεντική αρχική μορφή τους)

Πέρασαν χρόνια από τότε που, (εντελώς τυχαία…), έφτασαν στο γραφείο μου κάποιοι στίχοι τού Μύρωνα. Ένα εξασκημένο βλέμμα, (και θέλω να πιστεύω ότι το δικό μου κατέχει πιά αυτό το ένστικτο μετά τόσα έτη), μπορεί αν διακρίνει σχεδόν αμέσως τον διάφορο στίχο, εκείνον που προσπαθεί να εμβαθύνει και το κυριότερο εκείνον που χαρακτηρίζεται από γνησιότητα. Σε παρόμοιες περιπτώσεις νιώθεις αυτήν την απόλαυση τού κειμένου, (μα πόσο σπάνιο πλέον!..), την υποψία ενός ταλέντου, το ακατέργαστο μέταλλο μιάς ποιητικής φυσιογνωμίας.

Έκτοτε ξεκίνησε μια αλληλογραφία, (θα τολμούσα να πώ μία διαδικτυακή φιλία…), με συζητήσεις για την ποίηση, την λογοτεχνία, την ουσία τού στίχου, μα και τα τεχνικά του ελαττώματα, την οικονομία τού κειμένου, τις ποιητικές συμβάσεις και άλλα πολλά και διάφορα. Όλο αυτό το υλικό, όλη αυτή η ενασχόληση, (μέσα δυστυχώς σε περιορισμένο ελεύθερο χρόνο), κατέληξε στο πρώτο μου αφιέρωμα στον Μύρωνα – ακόμη επάνω σε αδημοσίευτους στίχους, σε ακατέργαστο υλικό, σε πειραματισμούς, σε ανησυχίες, αμφιβολίες και προβληματισμούς.

Και ιδού που, μετά από όλο αυτό το βάσανο τού ποιητή, η πρώτη ποιητική του συλλογή είναι πια πραγματικότητα. Δυστυχώς δεν αμφιβάλλω για την τύχη της – η σκόνη σε κάποιο ράφι, (αν υπάρχει κι αυτό…), είναι πλέον η πιο φιλική συντροφιά για τις εκδόσεις ποιημάτων. Δεν αμφιβάλλω μήτε και για την ακρισία τού φιλότεχνου κοινού, που καιρό τώρα έχει εθιστεί στο φευγαλέο και το στερεότυπο, δηλαδή το ρηχό και το ανούσιο. Όμως όλα τούτα ελάχιστη σημασία έχουν στην ιστορία τής γραμματείας – η έντυπη έκδοση παραμένει ένα ντοκουμέντο για την συνείδηση τού συγγραφέα της, μία πρόταση αλλαγής, μια απόπειρα καταγραφής συναισθημάτων και στοχασμών, μια εξερεύνηση τής προσωπικής ουτοπίας. Η πρώτη συλλογή είναι πάντα ένα πυρηνικό τής συνείδησης απόσταγμα, μια διαφορετική ματιά στον κόσμο, στην πραγματικότητα μία πρόταση.

(Μικρή παρένθεση. Η ποίηση από την πλειονότητα αντιμετωπίζεται ως διάλειμμα, ως ανάπαυλα ενός κουραστικού βίου, στην καλύτερη περίπτωση ως δείγμα μιάς καλαισθησίας και ευγενούς απασχόλησης, περίπου ως πολυτέλεια. Μα είναι το εντελώς αντίθετο, είναι εκπαίδευση βίου και συνείδησης, στάση ζωής, οδοδείκτης πορείας, δοκιμιακή έρευνα τού οντολογικού ζητήματος, αναπόσπαστο μέρος τού καθημερινού στοχασμού. Φυσικά και αισθητική, οπωσδήποτε και τέχνη. Αντιλαμβάνομαι πως είναι κατά πολύ ευκολότερη η ανάγνωση τού Δροσίνη από τους στίχους τού Καρυωτάκη, αλλά με τον πρώτο στην καλύτερη περίπτωση έχουμε αισθητική απόλαυση, με τον δεύτερο σφυρηλάτηση συνείδησης μοναδικής και ασυμβίβαστης. Τυχαία φυσικά τα ονόματα.)

Φυσιολογική λοιπόν η κάποια συγκίνηση όταν η συλλογή «Γράμμα στη Μητέρα» έφθασε στο γραφείο μου, ταχυδρομημένη από τον ίδιο τον ποιητή και διακοσμημένη με μία όμορφη προσωπική αφιέρωση. Πριν δούμε τα ζητήματα ουσίας, ας ρίξουμε μια ματιά στα εξωτερικά χαρακτηριστικά τής έκδοσης.

Η συλλογή εκδόθηκε από τον οίκο «Αρμίδα», εκδότης με έδρα την Λευκωσία στην Κύπρο. Το εξώφυλλο διακοσμείται από ζωγραφικό έργο τού ίδιου τού Μύρωνα, ο τίτλος και το όνομα τού συγγραφέα είναι ευδιάκριτα επάνω στο λευκό φόντο, ενώ το κόκκινο λογότυπο των εκδόσεων αχνοφαίνεται στο κάτω μέρος τού εξωφύλλου, (ας πάρουν κάποιο μάθημα από αυτό ορισμένοι «δικοί μας»
εκδοτικοί οίκοι που υπερκαλύπτουν τα εξώφυλλά τους με την επωνυμία τους. Ακόμη και η τεχνική τής τυπογραφίας διαθέτει τους συμβολισμούς της και τις ιεραρχήσεις της).

Στο οπισθόφυλλο ελάχιστες γραμμές και είναι αλήθεια πως αυτό είναι προτιμότερο από ένα φλύαρο κείμενο γεμάτο από μεγαλοστομίες, κάτι που επίσης είναι σχεδόν κανόνας στις ελληνικές εκδόσεις των τελευταίων δεκαετιών. Μια παρατήρηση μόνο προς τον εκδότη, τους αναγνώστες, όλους μας – το όνομα Μύρων κλίνεται, έχει γενική, έχει αιτιατική. Είναι κρίμα να χαλά η συνολικά καλή εικόνα μιάς έκδοσης με κείνο το ακαλαίσθητο τής αιτιατικής «από τον Ε. Μύρων (α)…». Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενα υπάρχουν κάποια μικρά, (τυπογραφικά κυρίως) λάθη που έχουν επίσης ξεφύγει από την επιμέλεια κειμένου και σχετίζονται κυρίως με τον τονισμό τού πολυτονικού.

Από την συλλογή απουσιάζει οποιαδήποτε εισαγωγή ή προλεγόμενα, εκτός από ένα σημείωμα τού ίδιου τού Μύρωνα για την πνευματική του σχέση με τον Κώστα Μόντη, σχέση που εν πολλοίς υπαγόρευσε την υιοθέτηση τίτλου ανάλογου με έργο εκείνου και ύφος πολύ συγγενικό με το δικό του. Είναι αλήθεια ότι πάντοτε ήμουν υπέρ των λιτών εκδόσεων, ιδιαίτερα των ποιητικών εκείνων. Όμως σήμερα με την άγνοια που επικρατεί περί ποιητικής, την απαιδεία γύρω από τα ουσιώδη τής ποίησης και την κατάργηση κάθε κρίσης και κριτικής, το θαρρώ πια ωφέλιμο κάθε αξιόλογη ποιητική έκδοση να συνοδεύεται από ένα κριτικό ή διερμηνευτικό έστω σημείωμα, προλεγόμενο ή επιλεγόμενο. Θα μπορούσε να υπάρχει και την παρούσα έκδοση, (ή μπορεί να υπάρξει σε κάποια μεταγενέστερη), αν και βέβαια η έλλειψή του δεν μειώνει την αξία τού έργου.

Σήμερα δεν θέλω να σταθώ επισταμένως στις αναλογίες τής συλλογής με τους στίχους τού Μόντη, κάτι τέτοιο θα καταντούσε συγκριτική και σχολαστική φιλολογία και δεν θα είχε κανένα νόημα. Το έχω γράψει πολλές φορές – οι επιρροές ή η μίμηση ενός ποιητή, (μα πόσες χιλιάδες οι «Καβαφιστές» και πόσα τα ανάλογα Καβαφικά ποιήματα!..για να μην μιλήσουμε για Καρυωτάκη που επιπλέον είναι και αδύνατον να τον μιμηθεί κανείς!..) δεν είναι πάντοτε επικριτέα, το γράφω γιατί στην κριτική μας οι επιρροές θεωρούνται πάντοτε δείγμα ποιητικής ατελείας και ατελέσφορης προσπάθειας. Και όμως δεν υπάρχει ποιητής στον ελληνικό χώρο, (με ελάχιστες εξαιρέσεις…), που να μην πέρασε τα ποιήματά του μέσα από τεχνικές προγενέστερων λογοτεχνών. Και αναφέρομαι σε ποιήματα γερά, αυτόνομα σε αξία περιεχομένου.

Βεβαίως οι αναφορές στον Μόντη είναι αναπόφευκτες, μα όχι σαν σύγκριση για βραβεία και επαίνους, αλλά μόνο και μόνο για να διαπιστώσουμε διαφορές εποχών, αντιλήψεων και ποιητικής τεχνικής.

Γράμμα στη Μητέρα λοιπόν, για να ξεκινήσωμε από τον τίτλο, και βεβαίως (όπως άλλωστε και ο ανάλογος τού Μόντη…), τίτλος προσχηματικός, σκηνικό θεάτρου, σκηνικό μονολόγου, που όμως έχει ανάγκη στις εξάρσεις του έστω και έναν ακροατή. Ποια είναι η Μητέρα, (με κεφαλαίο το αρχίγραμμα…) εν τω προκειμένω; Η φυσική αρχέγονη και πάντα σοφή στα παιδικά μας μάτια Μάνα του καθενός; Ένα παρελθόν εξιδανικευμένο στο οποίο δίνουμε αναφορά των παρόντων; Ένα καταφύγιο οικειότητας και ασφάλειας;

Μα δεν το πιστεύω τόσο απλό. Νομίζω ότι και στις δύο περιπτώσεις των ποιητών μας η Μητέρα σηματοδοτεί εκείνο που έχω ονομάσει «ζώσα ουτοπία», μια αντίληψη για τον κόσμο τόσο ελκυστική στην συνείδηση τού καθενός μας που την πιστεύουμε πια πραγματικότητα, κάτι που υπήρχε στο παρελθόν και δεν υπάρχει πια. Όλες μας οι αξίες, όλες μας οι ιδέες για μια καλύτερη κοινωνία, όλη μας η εικόνα για το πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, εμπερικλείονται μέσα στην λέξη «Μητέρα», σύμβολο πάντοτε τού ηθικού, τού βέλτιστου, τής αυτοθυσίας και τής προσφοράς, θα έλεγα υπέρτατο σύμβολο όλων των παρόμοιων ανθρωπιστικών εννοιών. Μητέρα λοιπόν είναι ο παράδεισος τού καθενός μας, ένας κόσμος οπού η συνείδησή μας δεν απαιτεί καθημερινές συγκρούσεις ή άμυνες για να επιβιώσει, ένα ποθούμενο που το έχουμε αγαπήσει τόσο ώστε να το θεωρούμε υπάρχον, λειτουργικό, ακοίμητο οδηγό μας.

Όσο και εάν φαίνεται περίεργο κάτω από αυτήν την οπτική, ένα γράμμα στην Μητέρα, είναι πρωτίστως ένα γράμμα προς την συνείδησή μας και φυσικά την συνείδηση όλων εκείνων προς τους οποίους απευθύνεται και για να το γράψω ορθότερα, ένα γράμμα προς τις καλύτερες πνευματικές στιγμές όλης τής ανθρωπότητας, (την άποψη πολλών κριτικών για την Μητέρα-Φύση στο έργο τού Μόντη δεν την θεωρώ ορθή, καθώς δεν νομίζω ότι καλύπτει αποκλειστικά την ερμηνεία τού τίτλου).

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία τού Μόντη, είναι η επανάληψη λέξεων και στίχων ολόκληρων μέσα στην ποίησή του. Η κλασική επανάληψη στην ποίηση, (για παράδειγμα επανάληψη τού πρώτου δίστιχου στην τελευταία στροφή…), θεωρείται φιλολογικά ελάττωμα τού στίχου, αλλά στον Μόντη ξεφεύγει κατά πολύ από ετούτη την στερεότυπη τεχνική, οι επαναλήψεις του είναι εντελώς φυσικές, (θα τολμούσα να πω μουσικές, ρυθμικές…) και στην πραγματικότητα είναι αυτές που καθιερώνουν ύφος και τονίζουν τα βασικά νοήματα στην ποιητική του.

Ο Μύρων, (όπως γράφει και ο ίδιος στο εισαγωγικό του σημείωμα στην συλλογή), έχει διαβάσει τόσο εμμονικά και πυρετικά τον Μόντη, έχει σε τέτοιο βαθμό «συγγενέψει» μαζί του, που κατάφερε να τον μιμηθεί, δίχως αυτή η μίμηση να γίνει αντιληπτή ή έστω ενοχλητική για τον αναγνώστη, δύσκολα μπορεί να συμβεί αυτό και πράγματι σπάνια έχει συμβεί στην νεοελληνική μας ποίηση. Η επανάληψη είναι παρούσα και στον Μύρωνα στις σωστές «δόσεις», λίγο παραπάνω και θα κούραζε, λίγο λιγότερο και θα φαινόταν παράταιρη με το υπόλοιπο ποίημα. Έχωμε λοιπόν ισορροπία και η επανάληψη επιτονίζει εκεί που πρέπει, αλλά θα τα δούμε όλα αυτά μέσα από τους καλύτερους στίχους τής συλλογής.

Μία διαφορά, κατά την γνώμη μου όχι ασήμαντη, είναι ότι ενώ ο Μόντης χρησιμοποιεί επαναληπτικά μέσα σε κάθε ποίημα την λέξη «Μητέρα», ο Μύρων επιλέγει την πιο λαϊκότροπη λέξη «Μάνα». Αμφιβάλλω ότι ετούτη η διαφορά εξηγείται μοναχά από τις διαφορετικές εποχές συγγραφής, (άλλωστε το τρίτο γράμμα τού Μόντη δεν γράφτηκε δα και τόσο παλιά), ή από τις διαφορετικές τοπικές συνήθειες. Σχετίζεται νομίζω με δύο στοιχεία που ήθελε συνειδητά ή ασυνείδητα να τονίσει ο Μύρων – το ένα είναι μία απόγνωση που έχει πλέον παγιωθεί, (το μάνα είναι πάντοτε πιο σπαρακτικό, πιο απελπισμένο από το Μητέρα) και το δεύτερο η πολυσημία, μάνα η δική μου, η δική του, η δική σου, μάνα όλου τού κόσμου, μάνα όλων των ανθρώπων.

Σε συνέχεια αυτής τής ερμηνείας, διαπιστώνω μία ακόμη διαφορά ανάμεσα στους δύο ποιητές που την νομίζω σημαντική, καθώς μπορεί να σταθεί αφορμή, (σε έναν άλλο κόσμο, σε ένα άλλο σχολειό οπού η ποίηση θα είχε πρωτεύουσα θέση…), για πολύωρες αναζητήσεις και συζητήσεις γύρω από την σημερινή λογοτεχνία.

Ο Μόντης σε πολλά ποιήματά του, (μα όχι τόσο στα Γράμματα στην Μητέρα), έχει ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, από τα μοναδικά επίσης στην νεοελληνική ποίηση. Την ίδια στιγμή που ο στίχος του είναι βαθύς και ασχολείται με ζητήματα τραγικά, (και κυρίως τον θάνατο), την ίδια στιγμή δεν απελπίζει, μια έστω και αμυδρή αχτίδα αισιοδοξίας σού μένει στο τέλος τής ανάγνωσης, ένα ίχνος ελπίδας. Το πώς το καταφέρνει αυτό ο Μόντης είναι αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης που δεν χωράει εδώ, (αλλά έχει πολύ ενδιαφέρον), όμως το στοιχείο αυτό απουσιάζει παντελώς από τον Μύρωνα. Εδώ ο πόλεμος είναι πόλεμος, ο θάνατος είναι θάνατος, τίποτε δεν θεωρείται φυσικό και οπωσδήποτε τίποτα δεν αντιμετωπίζεται στωικά ή έστω με ένα πικρό χαμόγελο. Από αυτήν την άποψη ο Μύρων είναι εγγύτερα στην γενιά τού μεσοπολέμου παρά στον Μόντη. Οι στίχοι του δεν έχουν παράθυρα, δεν έχουν φως, μήτε μια χαραμάδα να μάς δώσει μιαν ανάσα. Θάλεγε κανείς, (έστω και κάπως υπερβάλλοντας…), πως διαβάζει γράμματα που γράφτηκαν σε κελί φυλακής.

(Ακόμη μία παρένθεση – οι παραλληλισμοί πολλών τάχα ειδικών για Σεφέρη και Μόντη ως προς την μικρή έστω αισιοδοξία που επιτρέπουν στον στίχο τους, είναι πρόχειρη και άστοχη, παρά το ό,τι έχει επικρατήσει, {αρχής γενομένης από Κατσίμπαλη και Θεοτοκά}, η ποίηση τού Σεφέρη εν τη ουσία της είναι πλησιέστερα στον Καρυωτάκη παρά στον Μόντη ή οποιονδήποτε άλλον. Ακόμη ένα ενδιαφέρον ζήτημα και μύθος στην Ελληνική λογοτεχνία έως και σήμερα…).

Τέλος και για να τελειώνουμε με τα φιλολογικά – βρίσκονται όλα τα ποιήματα τής συλλογής στο ίδιο ύψος; Ή πρόκειται για εκείνο που η κριτική συνήθως ονομάζει «συλλογή άνιση»;

Φυσικά και δεν είναι και όλα τα ποιήματα τής ίδιας αξίας, σε κανέναν ποιητή δεν συμβαίνει αυτό. Ακόμη-ακόμη και μέσα στο ίδιο ποίημα υπάρχουν διαφορές ποιότητας, κάποιοι χειρισμοί τής γλώσσας που θα μπορούσαν να ήσαν καλύτεροι, ιδίως στα ρήματα και σε λίγα επίθετα. Κανείς δεν ισχυρίζεται, (και οπωσδήποτε θα ήμουν από τους τελευταίους), ότι εδώ έχωμε μία «ανυπέρβλητη συλλογή», «ένα αριστούργημα», ένα «μέγιστο ποιητικό ανάστημα» και άλλα τέτοια ανόητα που ακούω καθημερινά στις παρουσιάσεις των εκδόσεων ποίησης. Έχωμε απλώς στιγμές καλής και αξιόλογης ποίησης, έχωμε σοβαρή ενασχόληση με τον στίχο και ένα βλέμμα που αξίζει να παρακολουθήσωμε. Δεν ξεύρω εάν όλα αυτά είναι το πρώτο Καβαφικό σκαλί τής ποίησης, αλλά οπωσδήποτε είναι αρκετά και εν ανεπαρκεία στην σημερινή πραγματικότητα.

Με βάση όλα αυτά, (και πολλά ακόμη που θα μπορούσαν να ειπωθούν…), ας δούμε κάποιους στίχους τής συλλογής.

Έχωμε 24 ποιήματα χωρισμένα απλώς με τα γράμματα τού ελληνικού αλφαβήτου, δεν υπάρχει άλλο διακριτικό, δεν υπάρχει φυσικά τίτλος, καθώς όλο το έργο κατατίθεται ως μία ενότητα διαχωρισμένη απλώς θεματικά.

Ας ξεκινήσωμε από το Α που τυχαίνει να συγκαταλέγεται στα πολύ αξιόλογα τής συλλογής…

Α.

Απόσπασμα

[ ]

Και μην ανησυχείς, δεν κάνει κρύο πια

Βρέθηκαν λύσεις σε όλα.

Δεν κάνει ψύχρα πιά

μα δεν είναι ούτε ζεστά,

Ένα περίεργο ενδιάμεσο κάνει

που μάς ανακατεύει

που μάς αποπροσανατολίζει.

Δεν ξέρουμε τι να φορέσουμε,

πώς να φερθούμε τού καιρού.

Ξεμείναμε κι από κρύο κι από ζέστη.

Εξαιρετικά εύστοχη αποτύπωση τού μετεωρισμού μιάς ολόκληρης εποχής. Τεχνικά ένα από τα καλύτερα ποιήματα τής συλλογής κυρίως σε εκφραστικά μέσα – το μεσαίο τρίστιχο με πολύ απλό τρόπο δημιουργεί την αίσθηση ανθρώπου που κινείται ως άθυρμα στον άνεμο, επάνω σε ένα ενδιάμεσο δίχως προορισμό, δίχως σκοπό και στην ουσία δίχως κίνηση. Πολύ καλός επίσης και ο ρυθμός τού στίχου. Δεν ξεύρω γιατί, αλλά εδώ βρίσκω περισσότερες αναλογίες με το Σεφερικό «Θεατρίνοι Μ.Α», (φυσικά ώς αίσθηση και όχι ως τεχνική), παρά με τον Μόντη. Οπωσδήποτε είναι ατόφιος Μύρων και μάλιστα σε μία πολύ καλή στιγμή του.

Ε.

(απόσπασμα)

[ ]

Ό,τι δεν παράγει κέρδος το σκοτώνουν, μάνα,

σαν κουτσό άλογο τής φέρονται τής ποίησης.

Και πληγώνεται εκείνη

και μαζεύεται μόνη της

και αποσύρεται

και δε μάς μιλάει.

Φυσικά το «…δε μάς μιλάει» στην Ελληνική γλώσσα είναι αμφίσημο. Θα έλεγα μάλιστα πως αμφίσημο είναι ολάκερο το ποίημα. Εδώ μέσα είναι η πληγωμένη περηφάνεια των ποιητών που δεν έχουν άλλο τρόπο να προστατευθούν από την άγνοια τού πλήθους, εδώ μέσα είναι το χάσμα ανάμεσα στην ποίηση και την ζώσα κοινωνία, εδώ και η πλήρης απαξίωσή της στις συνειδήσεις. Ο Καρυωτάκης θα αντιμετώπιζε το ίδιο θέμα με σαρκασμό, ο Καβάφης με ένα μικρό θεατρικό, ο Μύρων φαινομενικά απλώς το καταγράφει ως γεγονός διαρκείας, πίσω όμως από τις λέξεις αναπηδά ένα «κατηγορώ», ο φόβος και η λύσσα μαζί ενός πληγωμένου ζώου. Και πού μάς παραπέμπει αλήθεια ένα κουτσό άλογο; Έτσι όπως σε ένα άλογο η αναπηρία ακυρώνει ολάκερη την ύπαρξή του και οδηγεί αναπόφευκτα στον θάνατο, έτσι και μια ποίηση μόνο για τους ποιητές είναι μια αναπηρία που αχρηστεύει, που ακυρώνει τον ίδιο τον σκοπό της. Ποίηση εξόριστη δεν είναι ποίηση, μα κραυγή εν τη ερήμω. Ένα καλό ποίημα που λέει περισσότερα με αυτά που παραλείπει, παρά με εκείνα που εκφράζονται.

Μ.

Έψαξα για την Λευκάδα μας

στο διαδίκτυο, μάνα,

δεν τη βρήκα πουθενά.

Στην αναζήτηση τού χωριού μας

«Δεν βρέθηκαν καταχωρήσεις».

Δεν δέχτηκε να κλειστεί σε λίγες ίντσες.

Είναι περήφανη η Λευκάδα,

πώς το ‘ λεγες; Είναι στραβόξυλο,

δεν επιτρέπει στη θέα της να κλειστεί σε μια φωτογραφία.

Δεν χωρά σε μια φωτογραφία.

( Στην έντυπη έκδοση στον δεύτερο στίχο υπάρχει τελεία αντί για κόμμα).

Εδώ πια έχωμε καθαρό το ύφος τού Μόντη – μα και τι σύμπτωση το αρχίγραμμα τής Λευκάδας, (τόπος καταγωγής τού Μύρωνα), να είναι το ίδιο με εκείνο τής Λευκωσίας!.. Όπως και στον Μόντη, έτσι και στον Μύρωνα μια πόλη δεν είναι απλώς οι γεωγραφικές συντεταγμένες της, ο πληθυσμός της και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά που μαθαίναμε στην σχολική γεωγραφία. Η πόλη προσωποποιείται ακριβώς γιατί εν τω συνόλω της κινείται ως πρόσωπο, δίνει και παίρνει συναισθήματα, ακμάζει και παρακμάζει, ελκύει και αποδιώχνει. Δεν είναι η Πόλη με την έννοια που είχε στην Αρχαία Ελλάδα (εκείνη στεκόταν πάνω από τα πρόσωπα), δεν είναι όμως και η πόλη η απρόσωπη, η στεγνή και η άχρωμη με τις μυρωδιές μιάς μεγαλούπολης. Είναι περισσότερο μια ζεστή και εύπλαστη αγκαλιά, ένα αποκούμπι για τα στερνά μας, ένα όνειρο που αφήσαμε πίσω. Και ακριβώς γιατί μέσα μας κατέχει τόσο μεγάλο μέγεθος και βάρος, είναι αδύνατον να χωρέσει σε πέντε αράδες και μάλιστα εγκυκλοπαιδικές. Παρά το σκωπτικό περιεχόμενο, πρόκειται για ένα τραγικό ποίημα, το οποίο εκτός από το κύριο νόημά του στραβοκοιτά και την τεχνολογία – των μαθηματικών και των τετραγώνων, εκείνη που όμως δεν ημπορεί να χωρέσει το αχανές τού συναισθήματος, αυτό μοναχά η ποίηση, (και αυτή όχι πάντοτε με επιτυχία) μπορεί να εκφράσει.

Ο.

Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα,

πώς γίνεται ένας άνθρωπος λαθραίος;

Λαθραία ξέρω τα εμπορεύματα…

Και το Αιγαίο πώς μπορεί και τους πνίγει

πώς αντέχει και τους πνίγει

κι έπειτα βάζει τα καλά του

και φρεσκολουσμένο

δεξιώνεται ιστιοφόρα τα καλοκαίρια,

κι έπειτα βάζει τα καλά του

και υποδέχεται τουρίστες τα καλοκαίρια;

Αλλιώς ζωγράφισες για μένα το Αιγαίο, μάνα…

Ένα από τα κορυφαία ποιήματα τής συλλογής, κλασικός Μόντης τής επαναλήψεως, μα και κλασικός Μύρων. Φυσικά δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία εάν πρόκειται για την θάλασσα τής Κερύνειας ή το Αιγαίο εν τω συνόλω του ή για τον Ατλαντικό ωκεανό. Όπως έγραφα και σε ένα μικρό αφιέρωμα στον Μόντη, εδώ έχουμε μία πυρηνική μεταλλαγή, μία ανατροπή των πραγμάτων εν γένει. Ό,τι έχει σηματοδοτηθεί ως αγκαλιά, γαλήνη, απεραντοσύνη, ισορροπία με την φύση, τώρα ανατρέπεται, η φιλτάτη θάλασσα μεταλλάσσεται από αγκαλιά σε φονιά, από περήφανη μητέρα πάντων σε παράρτημα τού γραφείου τουρισμού, από σύμβολο γλυκιάς περιπέτειας σε τάφο. Η μεταλλαγή αυτή στον Μόντη είναι πιο σπαρακτική, (βεβαίως εισβολή, βεβαίως πόλεμος…), μα και στον Μύρωνα κάτω από τον πικρόχολο στίχο υπονοείται ο θάνατος μιάς ολάκερης εποχής με εξέχοντα θύματα τα προτάγματα τού ανθρωπισμού. Το ποίημα στην ουσία του είναι ένας πικρός αποχαιρετισμός στο φως τής παιδικής ηλικίας, στην ουτοπία τής νιότης, στο τελευταίο καταφύγιο που έχει ένας άνθρωπος ατενίζοντας το γαλανό απέραντο. Αυτή η θάλασσα δεν είναι πια καταφύγιο, έχασε για πάντα την παρθενικότητα τής φύσης, μολύνθηκε από θάνατο και ανθρώπινη εκμετάλλευση. Ένα-ένα τα σύμβολα καταρρέουν και, αλίμονο, ακόμη και τα σύμβολα έχουν την αξία τους ως οδοδείκτες τής συνείδησης.

Εξαιρετικός και ο τελευταίος στίχος, αποχαιρετισμός στην αθωότητα πολλών γενεών, που μετά τον πόλεμο πάλεψαν και μάτωσαν στην υπεράσπιση ουμανιστικών αξιών.

Για να έχετε μία εικόνα των αναλογιών, μα και τής πολύ επιτυχημένης αφομοίωσης τού Μόντη από τον Μύρωνα, δείτε ένα απόσπασμα από το αντίστοιχο ποίημα τού πρώτου…

Είναι δύσκολο να πιστέψω πως

μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,

είναι δύσκολο να πιστέψω πως

μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

Πικρή θάλασσα της Κερύνειας

που πρέπει να αποσύρουμε πια

τους στίχους που σου γράψαμε.

[ ]

Διαφορετικές οι συνθήκες και οι πυροδοτήσεις, μα ίδιος ο στοχασμός. Και στο ένα και στο άλλο ποίημα, έχωμε μία από τις πλέον επιτυχείς προσωποποιήσεις στην Ελληνική ποίηση. Η επανάληψη τού στίχου λειτουργεί εξαιρετικά ισορροπημένα για τον επιτονισμό στην πραγματικότητα μιας τραγωδίας, (η επανάληψη ως εργαλείο χρησιμοποιείται και σε άλλες τέχνες, κορυφαίος στην χρήση της στο ελληνικό θέατρο υπήρξε ο Βασίλης Λογοθετίδης).

Οι διαφορές των δύο ποιητών που προαναφέραμε είναι εμφανείς και εδώ. Στον Μόντη επιβιώνει ακόμη μία τρυφερότητα, μία ελάχιστη ανοχή, θα έλεγα υπονοείται ακόμη και μία συγχώρεση για την αγαπημένη του θάλασσα που έγινε εργαλείο θανάτου. Στον Μύρωνα υπάρχει θυμός που σιγοβράζει, πρόσωπο συνοφρυωμένο, λόγος κατηγορηματικός. Και αυτή είναι μία διαφορά μόνιμη σε στο σύνολο τής συλλογής.

Υ.

Μάνα, δεν μάς αξίζει η ποίηση που μάς έδωσες

δεν μάς αξίζει τέτοια προίκα.

Δεν βλέπεις πώς δεν εμφανίζεται πουθενά

σαν το δάκρυ που ξέρει

πώς θα το περάσουν για σταγόνα βροχής

και κρύβεται μέσα απογοητευμένο.

Δεν βλέπεις πώς δεν εμφανίζεται

αντικρύζοντας όλα αυτά;

Αντικρύζοντάς μας να βαριόμαστε

να γινόμαστε κουφοί μάρτυρες

να γινόμαστε άβουλα στρατιωτάκια;

Την κάναμε αλλόγλωσση επειδή μάς βόλευε,

για να ησυχάσουμε από δαύτην.

Ας προσέξουμε λιγάκι εδώ τα υπονοούμενα. Πρόκειται για ένα πολύ καλό ποίημα, ένα σχόλιο για μία ακόμη κατάρρευση, για μία ακόμη μεταλλαγή – εκείνη τής ποίησης, (θυμηθείτε ότι η λέξη ποίηση στην ευρύτερη έννοιά της σημαίνει και δημιουργία, ατομική κατασκευή). Από την ώρα που καταργήθηκε η κρίση και επομένως η διάκριση, η καλή ποίηση, (η προίκα), βρέθηκε στην ίδια μοίρα με τις κακές απομιμήσεις της, με τις χειρότερες στιγμές της. Δεν υπάρχει λόγος πλέον να εκτίθεται, να συνομιλεί με τους αναγνώστες της, να διεκδικεί ερμηνεία και κατανόηση. Από την ώρα που όλοι έγιναν Καρυωτάκηδες και Καβάφηδες, η αξία τού αυθεντικού κειμένου έγινε αόρατη, συναθροίστηκε, έχασε τον παραλήπτη της.

Προσέξτε στο ποίημα την διάκριση ανάμεσα στην σταγόνα βροχής, (ίδια και απαράλλαχτη με όλες τίς άλλες, απλό νεράκι χωρίς κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό) και στο δάκρυ, (σύμβολο ατομικού συναισθήματος, νερό φορτισμένο με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τού φορέα του), επιτυχημένη μεταφορά για την διάκριση ανάμεσα στην αδιάφορη και κακή ποίηση που δεν λέει τίποτα και τον άξιο στίχο.

Εξαιρετικά εύστοχο και το τελευταίο δίστιχο. Αλλόγλωσση η καλή ποίηση, καθώς μήτε καταλαβαίνουμε την γλώσσα της πιά, μήτε την κατανοούμε, άρα είναι πλέον έξω από την ζωή μας, από την σκέψη μας, από την συνείδησή μας. Διατηρώ την ίδια άποψη και το έχω ξαναγράψει – δεν έχωμε πλέον μία ποίηση δύσκολη που απαιτεί εκπαίδευση και κόπο η κατανόησή της, έχωμε αντιθέτως ένα χάσμα, μία οριστική ρήξη με ό,τι επί αιώνες αντιλαμβανόμασταν ως καλή ποίηση και γενικότερα ως λογοτεχνία.

Εάν οι στίχοι 9-11 ήσαν περισσότερο δουλεμένοι εκφραστικά, θα μιλούσαμε για ένα εξαιρετικό ποίημα, αλλά και χωρίς αυτό παραμένει ένα από τα κορυφαία τής συλλογής.

Αντί επιλόγου
Δεν θα παραθέσω άλλα ποιήματα, άλλωστε μπορείτε να αγοράσετε την συλλογή και να έχετε μία συνολική άποψη τού έργου. Λίγα λόγια μόνο ακόμη και, ας μού επιτραπεί η τόλμη, κάποιες ελάχιστες προτάσεις.

Η πρώτη συλλογή ενός ποιητή μπορεί να γεννήσει ελπίδες, μπορεί να περάσει αδιάφορη, μπορεί ακόμη, (και δυστυχώς αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές), να συναθροιστεί με τις χιλιάδες των υπολοίπων, κυρίως γιατί περιέχει στίχους αδιάφορους, κακούς και στερεότυπους. Το ότι μπορεί ο καθείς πλέον να εκδίδει ποίηση, δεν είναι δείγμα δημοκρατίας όπως ισχυρίζονται οι αφελείς και επιπόλαιοι, αντιθέτως πλήττει καίρια κάθε έννοια ποιότητας και διάκρισης. Τα λίγα καλά και άξια χάνονται στον σωρό, οι ελάχιστοι καλοί στίχοι περνούν απαρατήρητοι και ανερμήνευτοι, οι αναγνώστες εθίζονται σ’ αυτό που ένας παλαιότερος ποιητής έχει εύστοχα γράψει – είμαστε όλοι σαν το γρασίδι που το κουρεύουν ομοιόμορφα.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο Μύρων στην πρώτη του συλλογή «προστατεύεται» πίσω από μία ξένη ποιητική φόρμα και ότι στην πραγματικότητα δεν εκτίθεται ο ίδιος με ύφος ξέχωρο και μοναδικό. Εκτός από όσα έγραψα στην αρχή τού σημερινού σημειώματος, θα ήθελα επάνω σ’ αυτό να πω τούτο – στα δικά μου μάτια αυτή η κίνηση είναι δείγμα προσοχής, πορείας που δεν βιάζεται, ποιητή που δεν αδημονεί για δόξα και αναγνώριση, συνείδησης χαμηλόφωνης. Το να περπατάς σε χνάρια γνωστά προσθέτοντας και το δικό σου αποτύπωμα σ’ αυτά, είναι κατ’ αρχάς σεβασμός στην «προίκα», συνέχιση μιάς διαδρομής, σύνδεση με ό,τι πιο ποιοτικό μάς έχει δώσει η νεοελληνική γραμματεία. Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά την φόρμα, (όχημα άλλωστε…), αλλά το περιεχόμενο, το διαφορετικό βλέμμα, το βάθος και την οπτική.

Προσωπικά αντικρύζω την συλλογή «Γράμμα στη Μητέρα» ως έναν πολύ καλό πρόλογο, ως υπόσχεση για τα μελλούμενα. Εκείνο που αποδεικνύουν οι στίχοι της είναι πως ο Μύρων διαθέτει το κύριο τάλαντο για έναν ποιητή – δηλαδή την ικανότητα να διαμορφώνει ένα διαφορετικό βλέμμα για πράγματα κοινά, καθημερινά, για πράγματα τέλος πάντων που έχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα, (ή έτσι θεωρούμε κάθε φορά…). Αυτό είναι το λεγόμενο ξάφνιασμα, εκεί που πιστεύεις πως δεν έχει τίποτα παραπάνω να γραφτεί για τον θάνατο, τον έρωτα, το προσφυγικό, την πολιτική και χιλιάδες άλλα ζητήματα, ιδού ένας στίχος νέος, φρέσκος, διαφορετικός, ίσως και βαθύτερος επάνω σε ουσία που δεν είχαμε ποτέ σκεφθεί.

Το δεύτερο είναι η παιδεία, η μελέτη, αυτή η ανεξάντλητη μελέτη επάνω στο χάος τής γραμματείας, ελληνικής και ξένης. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως κάποιοι ξεκινούν να γράφουν δίχως να έχουν διαμορφώσει έναν όγκο γνώσης για την φιλολογία, την γλώσσα, την λογοτεχνία. Μα φυσικά είναι ο ρυθμός και η απαίτηση τής εποχής – συγγραφείς τής μίας νύχτας που με παρουσιάσεις, πληρωμένες καταχωρήσεις και εμπορικές προωθήσεις καθιερώνονται σαν γραφίδες σημαντικές. Στον Μύρωνα αυτό δείχνει να απουσιάζει sui generis, υπάρχει μία συστολή και αυτοσυγκράτηση, αποτέλεσμα τής επίγνωσης ότι ακόμη έχει δρόμο να διανύσει στα μονοπάτια τής ποίησης και συνολικότερα τής γραφής.

(Δυστυχώς εκεί έχουμε οδηγηθεί σήμερα, να χαρακτηρίζουμε sui generis το αυτονόητο, εκείνο που θα έπρεπε να είναι κοινό χαρακτηριστικό όσων ασχολούνται με την πνευματική δημιουργία.)

Βεβαίως είναι φυσικό να υπάρχει μία αμφιταλάντευση, δεν είναι καθόλου εύκολο να αντιστέκεσαι στην αντίληψη μιας ολόκληρης εποχής, στην απαίτηση για «επιτυχία» γρήγορη, δόξα, αναγνώριση. Γνωρίζω εξ’ ιδίων πόση δύναμη χρειάζεται για να αρνηθείς συνεντεύξεις σε ανόητες εκπομπές, τον διακοσμητικό ρόλο σε παρουσιάσεις βιβλίων, την σιωπή για συγγραφείς κακούς και ατάλαντους, με άλλα λόγια να επιβάλλεις τον βηματισμό σε δικό σου μονοπάτι σύμφωνο με την συνείδησή σου και την κρίση σου. Έως και σήμερα τουλάχιστον, ο Μύρων δείχνει να αντιμετωπίζει όλη αυτή την πίεση διατηρώντας ένα μετερίζι στην ελάχιστη δυνατή γραμμή άμυνας. Περισσότερο σκέφτεται και γράφει, παρά μιλά. Περισσότερο στοχάζεται, παρά φλυαρεί. Περισσότερο μελετά, παρά εμφανίζεται. Είναι μια καλή αρχή.

Όταν εμφανίζεται μία συλλογή πολλά υποσχόμενη για το μέλλον, θα ήταν παράλειψη να μην στοχαστούμε επάνω σ’ εκείνα που θα βοηθούσαν να εκπληρωθεί αυτή η υπόσχεση. Υπάρχουν αδυναμίες σ΄ ετούτη την πρώτη συλλογή; Περιθώρια βελτίωσης; Ζητήματα που πρέπει να συζητηθούν, σημεία που θα μπορούσαν να είχαν βασανιστεί περισσότερο;

Αλίμονο!.. τέτοιες ερωτήσεις μόνο ως ρητορικές μπορούν να χαρακτηριστούν. Δεν θα μπω σε φιλολογικούς σχολαστικισμούς, άδικη και ανώφελη κούραση για τους αναγνώστες αυτού τού σημειώματος. Θα μείνω μοναχά σε δύο ευρύτερα ζητήματα.

Το πρώτο είναι η γλώσσα. Κατά την γνώμη μου η επιλογή τού πολυτονικού από τον Μύρωνα είναι μία πολύ καλή επιλογή που θα πρέπει να συνεχιστεί. Έχω γράψει σε πολλά άλλα σημειώματα τους λόγους για τους οποίους υπερασπίζομαι την παλαιότερη ορθογραφία και στίξη, ότε δεν θα επεκταθώ περισσότερο. Για να μπορέσει όμως το συγκεκριμένο σύστημα να αναδείξει στον μέγιστο βαθμό την εργαλειακή και εννοιολογική του χρησιμότητα, πιστεύω ότι ο Μύρων θα πρέπει να συνεχίσει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση την μελέτη τής γλώσσας στο σύνολό της. Παρά το ότι καλός χρήστης τής γλώσσας, παρά την απουσία σοβαρών λαθών, από ένστικτο πιστεύω πως έχει την ανάγκη ενός πλουσιότερου λεκτικού στην ποίησή του. Θα τον βοηθήσει να εκφράσει ακριβέστερα τον στοχασμό του, θα τον βοηθήσει όμως και στους λυρικούς του στίχους. Προς το παρόν έχω την αίσθηση ότι ο στοχασμός του βρίσκεται πρωτοπόρος με την γλώσσα να ακολουθεί. Αυτή η απόσταση έχω την βεβαιότητα ότι στο μέλλον θα μικραίνει ολοένα.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ, είναι η επέκταση σε βάθος, η φιλοσοφική διάσταση των στίχων, η διεύρυνση των θεματικών οριζόντων. Νομίζω πως είναι καιρός, έστω και με βήματα δειλά και πειραματισμούς, να ξεκινήσει την επεξεργασία μιάς βαθύτερης ματιάς σε ζητήματα οντολογικά. Υπάρχουν βεβαίως στιγμές στην ποίησή του που ο στίχος είναι βαθύτερος και πιο απαιτητικός, όπως για παράδειγμα στο ποίημα Ψ τής συλλογής – και εδώ το διαφορετικό είναι εμφανές, καθώς το ποίημα δείχνει ξέχωρο και κάπως μοναχό μέσα στην υπόλοιπη ενότητα -, αλλά νομίζω ότι πρόκειται πλέον για μία ανάγκη που ζητά εντονότερα να εκφραστεί στο μέλλον.

Αλλά ας μην επεκταθούμε περισσότερο.

Μητέρα πάντων η συνείδηση, ετούτο το απλό μα και τόσο δυσεύρετο δείχνει να φωνάζει ετούτη η πρώτη έντυπη συλλογή τού Μύρωνα. Οι αρετές της είναι πολλές, οπωσδήποτε τόσες ώστε να αξίζει η αγορά της και η τοποθέτησή της στα ράφια τής βιβλιοθήκη σας. Ακόμη περισσότερες οι υποσχέσεις της. Για τις οποίες ανυπόμονα περιμένουμε και ευλόγως ελπίζουμε στο μέλλον.

Μάνος Τασάκος

*Το κείμενο το πήραμε από εδώ: https://www.tasakos.gr/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%83%CE%B7/