Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς…

Μάνος Τασάκος

GREEK POET MAKRIS
Γιώργος Μακρής

Χρόνια πρίν, ὅταν παιδὶ ἀκόμη ἔβλεπα τὰ ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς Ἀθήνας νὰ ἐξαφανίζονται, (μοιάζουν νὰ ἔχουν περάσει αἰῶνες…), ὑπῆρχε ἕνας μεσήλικας στὴ γειτονιὰ ποὺ συνήθιζε νὰ περπατᾷ μὲ τὶς ὧρες τὰ σοκάκια καὶ νὰ μονολογεῖ – φαινόμενο τότε σπάνιο καὶ δεῖγμα διαταραχῆς. Χάθηκε, τὴ μέρα ποὺ κατεδαφίστηκε καὶ ἡ τελευταία μαρμαρόκτιστη κατοικία ἀπὸ τὴν περιοχὴ καὶ μαζὶ ὁ κῆπος της ὅπου συνήθιζε νὰ ξαποσταίνει ἀπαγγέλοντας ρίμες. Ἀπὸ σύμπτωση, καιρὸ μετά, ἔμαθα πὼς εἶχε τρία πτυχία, μιλοῦσε τέσσερις γλῶσσες καὶ γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα ἔδειξε ποιητικὴ παρουσία ἔντονη. Ποιὰ θρυαλλίδα τὸν ὁδήγησε νὰ γίνει ἀποσυνάγωγος καὶ ποιὰ νοητικὴ θύελλα τὸν ἔστειλε στὸ περιθώριο, εἶναι ἐρωτήματα ποὺ θὰ μείνουν ἀναπάντητα.

Θυμήθηκα αὐτὴν τὴν underground φιγούρα, ὅταν πῆρα μήνυμα ἀπὸ φίλο παλιὸ στὴν Ἑλλάδα γιὰ κάποια μικρὴ ἐκδήλωση ποὺ ἑτοιμάζουν στὴν Ἀθῆνα γιὰ τὸν Γιῶργο Μακρή, ἕναν ἀκατάτακτο (λογοτεχνικὰ καὶ πολιτικὰ) διανοούμενο, ποὺ γεννήθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰῶνα, τὸ 1923 καὶ ἔπεσε στὸ κενό ἀπὸ τὴν ταράτσα τῆς πολυκατοικίας του τὸν Γενάρη τοῦ 1968. Κι ἐπειδὴ τὰ βιβλία ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ ἀπέθαντες δᾴδες ὅπου καταφεύγει ἡ μνήμη κάθε ποὺ θέλει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀσχήμια, ἄνοιξα πάλι τὸ βιβλίο “Γραπτὰ Γιώργου Β. Μακρή” , ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τῆς Ἑστίας μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ Γονατᾶ καὶ μὲ ἕνα δικό του, ὄμορφο καὶ πολὺ κατατοπιστικὸ εἰσαγωγικὸ σημείωμα.

Ἃς ἐλαφρύνω τὸ κλίμα. Πάντα πίστευα πὼς τὸ humor ἀπαιτεῖ ἐκλεπτυσμένη αἰσθητικὴ καὶ καλλιέργεια, ἰδιαίτερα στὴν ὑπαινικτικὴ καὶ δηλητηριώδη μορφή του καὶ πὼς ἔχει ἕνα μεγαλεῖο ὅταν μπορεῖ νὰ διασκεδάσει ἀκόμη καὶ τὴν τραγῳδία ἑνὸς θανάτου. Λέγεται, (μὰ ἀκόμη καὶ ἐὰν εἶναι φήμη, τίποτε δὲν χάνει σὲ ἀξία…), πώς τὴν ὥρα ποὺ ὁ Μακρὴς ἀνέβαινε στὴν ταράτσα γιὰ τὴν τελευταία διαδρομή, τὸν ρώτησε ὁ θυρωρὸς τῆς πολυκατοικίας, ἐκεῖ στὴν γωνία Μιχαλακοπούλου καὶ Σεμιτέλου: ” Θὰ ἀργήσετε κύριε Γιῶργο;” γιὰ νὰ πάρει τὴν ἀπάντηση: ” Μὴν ἀνησυχεῖς, θὰ κατέβω γρήγορα…”. Κατέβηκε πολὺ πιὸ γρήγορα ἀπὸ ὅσο μποροῦσε νὰ φανταστεῖ ὁ άνυποψίαστος θυρωρός. Ἦταν 31 Ἰανουαρίου τοῦ 1968.

Μὰ τὸν βλέπετε καὶ στὴν φωτογραφία, ροῦχα ποὺ τὸν φοροῦν καὶ δὲν τὰ φοράει, μόνιμα χωλὸς ἀπὸ ἕνα παιδικὸ ἀτύχημα, φιγούρα αἱρετικὴ γιὰ τὰ τῆς ἐποχῆς – κι ὅμως σὲ κάποιες ἄλλες φωτογραφίες ἔχει μιὰ ὀμορφιὰ περίεργη καὶ βλέμμα διαπεραστικό, ποτὲ ὅμως χολικό, ποτὲ ἀγενές, ποτὲ προσβλητικὸ ἀκόμη καὶ ὅταν ἀλαζονικὰ φοιτητάρια προσπαθοῦν νὰ διᾳκωμωδήσουν τὰ γραπτά του στὸ Brazilian καὶ σὲ ἄλλα στέκια τοῦ Κολωνακίου. Στὰ ὕστερα τῆς ζωῆς του τὸ μποὲμ τῆς φιγούρας χάνεται, τὸ πρόσωπο γερνάει ἄσκημα, ἀρχίζουν καὶ οἱ ἀπόπειρες αὐτοκτονίας. Ὁ Σαχτούρης καὶ πολλοὶ καλοὶ φίλοι καὶ θαυμαστὲς θὰ τοῦ σταθοῦν, μὰ εἶναι ἀργά….

Ὁ Μακρής, (ἀπὸ μεγαλοαστικὴ οἰκογένεια, μὰ μὲ Ἰαβέρειο πατρικὴ φιγούρα…), ἔγραφε ἀσταμάτητα σὲ ὅτι ἔβρισκε, μὰ τὰ γραπτά του δὲν εἶχαν τὴν τύχη τοῦ, ἐπίσης πολυγραφότατου, Βουτυρᾶ καὶ τὰ περισσότερα χάθηκαν ἢ καταστράφηκαν. Ἀκόμη καὶ στὸ βιβλίο ποὺ ἀναφέρω παραπάνω, τὰ διηγήματα κόβονται στὴ μέση, στὰ ποιήματα ὑπάρχουν ἄσχετες λέξεις καὶ φράσεις καὶ κομμάτια ὁλόκληρα εἶναι ἀνερμάτιστα, ἀκατανόητα, παραληρηματικά. Ἔτσι ἀκριβῶς ἦταν καὶ ἡ ζωή του, λένε μάρτυρες καὶ φίλοι του ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχή. Μποροῦσε νὰ κάθεται γιὰ 24ωρα σὲ ἕναν καφενὲ ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ φαγητὸ καὶ νὰ διαλέγεται μὲ ἀκροατήρια ἑτερόκλητα – ἄλλοτε ἀγαπημένων φίλων, ἄλλοτε φοιτητῶν ποὺ βρίσκουν τὴν αἱρετική του ματιὰ ἑλκυστικὴ κι ἀναζητοῦν ἀπαντήσεις…

Μὰ νὰ πὼς περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Γονατᾶς τούτη τὴν πυρετικὴ συγγραφικὴ δραστηριότητα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ποτὲ δὲν θεώρησε τὸν ἑαυτὸ τοῦ συγγραφέα.

” …ὑπάρχουν κείμενά του ποὺ ἔχουν γραφτεῖ σὲ κουτιὰ ἀπὸ τσιγάρα, σὲ καταλόγους ἐκθέσεων ζωγραφικῆς, σ’ ἐπιστολόχαρτα ξενοδοχείων καὶ καφενείων τοῦ Saint Germain des pres, σὲ φακέλους ἐπισκεπτηρίων, σὲ ἀκυρωμένα δελτία τροφίμων τῆς Κατοχῆς… ἕνα κείμενό του εἶναι γραμμένο πίσω ἀπὸ μιὰ κιτρινισμένη παιδική του φωτογραφία. Οἱ διαχωρισμοὶ τῶν στίχων, σὲ πολλὰ ποιήματά του, καθορίζονται ἀπὸ τὸ φάρδος τοῦ χαρτιοῦ ποὺ γράφει…. οἱ ἄθλιες συνθῆκες συντήρησης τῶν χειρογράφων του καθιστοῦν προβληματικὴ τὴν ἀνάγνωσή τους, ποὺ τὴν μεταβάλλουν συχνὰ σὲ ἀποκρυπτογράφηση…”.

Πρὶν δώσω κάνα δυὸ ποιητικὰ δείγματα (ποιήματα σκληρά, ἀδιάφορα γιὰ τὴν φόρμα, τὴν ἁρμονία, τὴν αἰσθητική του δίστιχου…), δυὸ λόγια γιὰ τὰ πεζά του ποὺ καλύπτουν καὶ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ (γνωστοῦ) ἔργου του.

Ἡ ἀνάγνωση τῶν κειμένων τοῦ Μακρὴ θέλει νεῦρα γερὰ καὶ μυαλὸ ἀνοικτό, μὰ καὶ πάλι ὁ ἀναγνώστης δὲν θ’ ἀργήσει νὰ νοιώσει πὼς πνίγεται σὲ φράσεις φαινομενικὰ ἀσύνδετες, ἄλλοτε ὑψηλοῦ λυρισμοῦ, ἄλλοτε ἀσχέτων παρενθέσεων. Νιώθεις πὼς ἀκολουθεῖς τὸν λαβύρινθο ἑνὸς μυαλοῦ ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν δική σου παρουσία, ἀνοίγει χιλιάδες πόρτες καὶ πορτάκια ἄγνωστα, μισοσκότεινα καὶ μόλις νοιώσει τὸ φῶς μιᾶς πυγολαμπίδας τὸ παραλήρημα σταματᾷ, τὸ κείμενο τελειώνει καὶ σ ἀφήνει χωρὶς ἱκανοποίηση, χωρὶς τέλος – τουλάχιστον ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε μάθει νὰ περιμένουμε ἀπὸ ἕνα διήγημα, μιὰ ἐπιστολή, μιὰ νουβέλα. Δεῖτε τώρα τὴν ἀρχὴ σὲ κείμενό του μὲ τὸν τίτλο “Ἀπολογία”..

“Τὸ νὰ μπεῖς νυχτιάτικα στὸ χτῆμα τοῦ Γεροντόκολα μὲ τὸ σκοπὸ νὰ θάψεις ἕνα ἀδειανὸ κουτὶ ἀπὸ τσίγκο, εἶναι μιὰ ὑπόθεση…”.

Ἀχά!, σκέφτεται ὁ ἀναγνώστης, νὰ μιὰ στακάτη καὶ ἐνδιαφέρουσα εἰσαγωγή. Μάλιστα. Μόνο ποὺ ἀκολουθεῖ μιὰ ἀναφορὰ στὴ φύση (ἃς τὴν ποῦμε σχετική…), ἕνα ἐπεισόδιο μὲ τὸν Rousseau, ἕνα ποίημα στὴ μέση τοῦ πουθενά. Καὶ ἰδοὺ πῶς ξεκινᾷ ἡ δεύτερη παράγραφος, πάνω ἐκεῖ ποὺ περιμένεις νὰ δεῖς τί ἔγινε μὲ τὸν ἔρμο τὸν Γεροντόκολα:

” Κάθε σκέψη ποὺ κάνουμε, σκέψη εἶναι, δηλαδὴ τρέχα γύρευε. Φεύγει ὕστερα, καὶ τὴν ἑπομένη ἔρχεται ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητας καὶ σοῦ λέει δέκα τὰ ἑκατὸ φόρο, φορώντας μιὰ πεταλοῦδα κι ἕνα παχὺ μουστάκι. Ἐσὺ πάλι πρέπει νὰ τὸ συζητήσεις τὸ πρᾶγμα…”.

Καὶ τὸ ἀποκορύφωμα, στὸ τέλος, γιὰ ὅποιον ἀντέξει νὰ φτάσει ὡς ἐκεῖ..

“Ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ ζοῦμε χωρὶς νὰ μᾶς διώχνουν ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἶναι νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο. Καὶ ὁ μόνος τρόπος νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο εἶναι νὰ μὴν τὸ βάζουμε στὸ στόμα. Στὸ χέρι μποροῦμε νὰ τὸ κρατᾶμε ὅσο θέλουμε“.

Φυσικὰ γίνομαι λίγο provocateur, διάλεξα πολὺ χαριτωμένα ἐδάφια, ἡ περιδιάβαση στὰ ἐνδιάμεσα εἶναι κατὰ πολὺ δυσκολοτερη, ὡς καὶ ἐπίπονη. Μὰ γιατί, θὰ ἀναρωτηθοῦν πολλοὶ, νὰ σκύψουμε πάνω ἀπὸ ἕνα βιβλίο ποὺ ἀπαιτεῖ μόχθο γιὰ τὴν κατανόησή του καὶ ποὺ πιθανῶς δὲν θὰ μᾶς δώσει καμία αἰσθητικὴ ἀπόλαυση; Εἶναι μιὰ δικαιολογημένη ἐρώτηση ποὺ δέχομαι συχνὰ σὲ παρουσιάσεις παρόμοιες, μά, ἃς τὸ πῶ χωρὶς καθυστέρηση, βρίσκω πάντα πὼς ἔχει μιὰ ἀξία νὰ χτυπιέμαι μὲ σχολές, ρεύματα καὶ γραφὲς πολὺ μακρινὲς ἀπὸ τὶς δικές μου ἀντιλήψεις καὶ κυρίως μὲ τρόπους σκέψης καὶ συγγραφῆς ποὺ ἀποδομοῦν τὸν κανόνα, τὸ κυρίαρχο κοινωνικά, τὸ ἀναμενόμενο. Κι ἃς διαφωνῶ. Κι ἃς δυσανασχετῶ στὴν ἀνάγνωση. Μὰ πάντα ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ διαβάσεις ἐκείνη τὴ σκέψη ποὺ ἐσὺ δὲν θάκαμες ποτέ, νὰ ἀπαγγείλεις ἕνα ποίημα ποὺ ποτὲ δὲν θάγραφες. Στὸν καθρέφτη εἶναι κουραστικὸ νὰ βλέπεις τὸ εἴδωλό σου, καλύτερα μιὰ μορφὴ ἔκπληξη, ἕνα κείμενο ἄγνωστο, μιὰ γραφὴ ποὺ ζητᾷ ἀποκρυπτογράφηση…

Ἃς κλείσω μὲ ποίηση. Ὁ Μακρὴς μοίραζε χαρτάκια δεξιὰ κι ἀριστερὰ μὲ στίχους κι ἀποφθέγματα, νὰ ἕνα ποὺ γράφτηκε σὲ κουτὶ ἀπὸ τσιγάρα τὸ 1965. Ἦταν στὰ γαλλικά, μὰ ἃς κερδίσουμε χρόνο μὲ μιὰ πρόχειρη μετάφραση..

τί μαλακίες χρειάζεται νὰ πεῖς
γιὰ ν ἀτενίσεις ἀπ’ τὰ βάθη ἑνὸς κρεβατιοῦ
ἕνα σουτιὲν σὲ μιὰ καρέκλα
ἕνα ζευγάρι κάλτσες στὸ χαλὶ

Καὶ τὸ πιὸ γνωστό του (θάλεγα καὶ τὸ πιὸ συμβατικό του), ἕνα (οἰονεί) ποιητικὸ μανιφέστο, μὲ τίτλο “Ἐμεῖς οἱ λίγοι”. Ἀπὸ τὸ 1950…

Εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀνειροπαρμένοι τρελλοὶ τῆς γῆς
μὲ τὴ φλογισμένη καρδιὰ καὶ τὰ ἔξαλλα μάτια.
Εἴμαστε οἱ ἀλύτρωτοι στοχαστὲς καὶ οἱ τραγικοὶ ἐρωτευμένοι.
Χίλιοι ἥλιοι κυλοῦνε μὲς στὸ αἷμα μας
κι ὁλοῦθε μᾶς κυνηγᾷ τὸ ὅραμα τοῦ ἀπείρου.
Ἡ φόρμα δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς δαμάσει.
Ἐμεῖς ἐρωτευθήκαμε τὴν οὐσία τοῦ εἶναι μας
καὶ σ’ ὅλους μας τοὺς ἔρωτες αὐτὴν ἀγαποῦμε.
Εἴμαστε οἱ μεγάλοι ἐνθουσιασμένοι κι οἱ μεγάλοι ἀρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τὸν κόσμο ὅλο καὶ δὲν εἴμαστε τίποτα ἀπ’
αὐτὸν τὸν κόσμο
Οἱ μέρες μας εἶναι μιὰ πυρκαγιὰ κι οἱ νύχτες μας ἕνα πέλαγο
Γύρω μας ἀντηχεῖ τὸ γέλιο τῶν ἀνθρώπων.
Εἴμαστε οἱ προάγγελοι τοῦ χάους.

Δεῖτε κι αὐτό, ξεχασμένο κι ἀπαρατήρητο, μὰ θαρρῶ ἀπὸ τὰ ποιὸ αἰχμηρά του..

Ὂλ’ αὐτὰ τὰ βλέπει ὁ πικραμένος
κάθεται σ ἕναν φτωχικὸ ἀπόπατο μιλάει μὲ τὸν Θεὸ
δείχνει μὲ τὰ μάτια τὰ εἰρηνικὰ ἔντομα
τ ἀπόκοσμα χαρτιὰ γεμάτα ἀπὸ ἴσκιο
ὁ πικραμένος αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε κάμποσα χρόνια
ὕστερα ἀπὸ κεῖνον ποὺ βρῆκε κι ἀπὸ κεῖνον ποὺ ἔχασε
στέρεψε πιὰ ἀφοῦ βασανίστηκε νὰ βρεῖ μίαν ἔξοδο.
Τέλος ἡ μόνη ἔξοδος δὲν ἦταν παρὰ
ἡ ἀκινησία του.

Ἀκόμη αὐτό, ἀπὸ ὅπου καὶ ὁ τίτλος τῆς ἀνάρτησης, ἀπόσπασμα…

Ἐλάχιστος κόσμος, ἐπικρατεῖ νέκρα ποὺ μάταια
προσπαθεῖ νὰ καλύψει ἡ ἄγονη τούτη μουσικὴ
κι αὐτὸ τὸ λικὲρ κακῆς ποιότητας
γεμίζοντας τὸ δωμάτιο μὲ ψεύτικα γέλια.
Τὰ ἑτοιμοθάνατα τοῦτα γκαρσόνια
φέρνουν στὶς φλέβες τους μιὰ δηλητηριασμένη ἄνοιξη
καὶ στὶς τσέπες τους μικρὰ κατάστιχα
καὶ πένθιμα ρινόμακτρα.
Ἄχ! Ποὺ ναι ἡ μικρὴ ἀνθισμένη λεπτομέρεια
ποὺ θὰ φέρει τὸν ἀέρα μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πρώτη ἐντὺπωση
τῆς ποθητῆς ἐπιστροφῆς.
Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς.

Σημαντικὲς λογοτεχνικὲς μορφὲς τοῦ μεταπολέμου θεωροῦν τὸν Μακρὴ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ σημαντικοὺς διανοούμενους τῆς ἐποχῆς – μὰ τὰ ἀκατανόητα γιὰ τοὺς πολλοὺς μονοπάτια τῆς σκέψης του καὶ κυρίως ἡ ἄρνηση νὰ παίξει μὲ τοὺς κανόνες τοῦ σιναφιοῦ τὸν ἔσπρωξαν ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ στὸ περιθώριο. Χτυπήθηκε καὶ περιφρονήθηκε ἀπὸ πολλοὺς – ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὴν κατοχή, ἀπὸ τὴν χούντα, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἀριστερά, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη διανόηση. Μὰ ἀγαπήθηκε καὶ μὲ πολλὴ τρυφεράδα ἀπὸ ἀνοικτὰ μυαλά. Ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα τμήματα τοῦ βιβλίου εἶναι ἐκεῖνο ποὺ γράφουν γὶ αὐτὸν ὁμότεχνοί του καὶ φίλοι – ὁ Ταχτσής, ὁ Φραγκόπουλος, ὁ Βαλαωρίτης. Ἀπ’ αὐτὸν τὸν τελευταῖο μιὰ συμπύκνωση γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν διανοούμενο…

« Ὁ Γιῶργος Μακρὴς ὑπῆρξε στὴν ζωὴ του ἕνας δανδής. Περιφρονοῦσε τὰ πεπατημένα. Προκαλοῦσε τὴν καταστροφή. Εἶχε μιὰ μεγαλοπρέπεια ποὺ λίγοι ἄνθρωποι τὴν ἔχουν. Ἔπαιρνε τὴ ζωή του στὰ σοβαρά, ἐνῷ ἄλλοι τὴν ὑποτιμᾶνε ἐπίτηδες γιὰ νὰ ἐπιζήσουν. Μὲ κάποιον τρόπο ὁ καθένας μας, παρόλο ποὺ χανόμαστε σὰν ἄτομα, συνεχιζόμαστε μὲς στοὺς ἄλλους. Ἔτσι καὶ σὲ μᾶς συνεχίζεται μιὰ πλευρὰ τοῦ Γιώργου Μακρή, διαφορετικὴ γιὰ τὸν καθένα. Γιὰ τὸν ἕναν ἦταν ὁ ξενύχτης ποὺ τριγύριζε σὲ ἀπίθανα μέρη, ὁ νομαδικὸς περιπλανώμενος, γιὰ ἄλλον ἦταν ὁ τσίφτης, ὁ διανοούμενος φιλόσοφος, ὁ περιπατητικός, γιὰ ἕναν τρίτον ἦταν ὁ σύντροφος ὁ πολυδιαβασμένος, γὶ ἄλλους ἡ γοητεία, τὸ πνεῦμα του. Ἡ ἀγάπη μου γὶ αὐτὸν παραμένει ἀμείωτη μὲ τὰ χρόνια…»

Τέλος, νὰ καὶ τὸ ἑξάστιχο στὴν μνήμη τοῦ Μακρῆ ἀπὸ τὸν Μίλτο Σαχτούρη..

Ἔζησα κοντὰ στοὺς ζωντανοὺς ανθρώπους
κι ἀγάπησα τοὺς ζωντανοὺς ἀνθρώπους
Ὅμως ἡ καρδιά μου ἦταν πιὸ κοντὰ
στοὺς ἄγριους ἄρρωστους μὲ τὰ φτερὰ
στοὺς μεγάλους ἀπεριόριστους τρελλοὺς
κι ἀκόμα στοὺς θαυμάσια πεθαμένους

Ὡς συνήθως, παρέλειψα τυπικὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα, τὴν περιβόητη πρόταση τοῦ Μακρὴ νὰ γκρεμιστοῦν ὅλα τα ἀρχαῖα μνημεῖα ποὺ ἔκαμε τόσο ντόρο, (ἀκραία κραυγὴ κατὰ τῆς ἀρχαιολατρίας ποὺ σκέπαζε τότε τὰ πάντα), τὴ συμμετοχή του σὲ περιοδικὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ποὺ εὔκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ στὸ διαδίκτυο. Ὁ ἴδιος φίλος ποὺ ὀργάνωσε τὴν ἐκδήλωση στὴ μνήμη του μὲ ἐνημερώνει πὼς τὸ βιβλίο ἀπὸ τὴν Ἑστία κυκλοφορεῖ στὰ βιβλιοπωλεῖα μὲ ἐλάχιστη (ἐκπτωτικὴ) τιμή..

Τόγραψα καὶ παραπάνω, ἡ γραφή του δὲν ἔχει τὴν κοινὴ αἰσθητική, μὰ θάλεγα νὰ μὴν τὸ περιφρονήσετε ἐὰν βρεθεῖ μπροστά σας. Δὲν εἶναι ἀδιάφορο σὲ κάθε βιβλιοθήκη νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ παράδοξο, τὸ ἐναλλακτικό, γραφὴ τόσο διάφορη καὶ μοναδικὴ – ἕνα μονοπάτι δύστροπο ποὺ ἴσως κάποια στιγμή, χορτασμένοι ἀπὸ ὁμοιόμορφες λεωφόρους, σκεφτοῦμε νὰ δοκιμάσουμε τὴ διαδρομή του…

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.tasakos.gr/%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B5-%CF%84%E1%BD%B4%CE%BD-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%E1%BD%BA%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF/?fbclid=IwAR16pM8OWV8yE6_Ot3teP3TWECtMzr9JN1b6mPc6RQSfKs-axjG9HNR6nB4

Lola Ridge, Αναρχική και ποιήτρια

Η Lola Ridge υπήρξε κοντινή φίλη της Emma Goldman και άλλων γνωστών αναρχικών καθώς και γνωστών συγραφέων και ποιητών όπως των William Carlos Williams, Kenneth Rexroth και Marianne Moore. Σε αντίθεση με αρκετούς ριζοσπάστες συγγραφείς του καιρού της είχε ιδίαν αντίληψη και αυθντική εμπειρία από τη ζωή της εργατικής τάξης, την οποία απέκτησε από νεαρή ηλικία κατά τη διάρκεια της παραμονής της στα χωριά και τις μικρές κωμοπόλεις των ανθρακωρύχων στις δυτικές ακτές της Νέας Ζηλανδίας. Αλλά, πάνω από όλα, αφιερώθηκε στη σύνδεση της avant-garde λογοτεχνίας με την πολιτικήη δράση.

Γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1873, όταν ο πατέρας της ήταν φοιτητής Ιατρικής. Μετά τον πρώιμο θάνατό του, με την μητέρα της εγκαταστάθηκαν στη Νέα Ζηλανδία, όταν η ίδια ήταν πέντε ετών. Η μητέρα της Emma είχε συγγενείς στη Δυτική Ακτή της χώρας αυτής και το 1880 παντρεύτηκε έναν χρυσοθήρα στην Hokitika.

Η έφεση της Lola Ridge στο γράψιμο εμφανίστηκε νωρίς και το πρώτο ποίημά της δημοσιεύθηκε σε μια εφημερίδα του Canterbury όταν ήταν μόλις 19 ετών. Αργότερα άλλα έργα της εμφανίστηκαν σε άλλα περιοδικά της Νέας Ζηλανδίας καθώς και στο Australian Bulletin. Όταν ήταν 22 ετών, η Lola παντρεύτηκε έναν ανθρακωρύχο, τον Peter Webster, που ήταν και συνέταιρος σε ένα χρυσοχοΐο στον μικρό οικισμό του Kaniere, κοντά στο Hokitika. Ο γάμος τους δεν ευδοκίμησε. Ο Webster φαίνεται ότι ήταν αλκοολικός και σε ηλικία 30 ετών η Lola χώρισε και μετακόμισε με τη μητέρα και τον τότε τρίχρονο γιο της στο Σίδνεϊ, όπου σπούδασε Ζωγραφική και συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα αλλά και διηγήματα. Όταν η μητέρα της πέθανε λίγα χρόνια αργότερα, η Lola και ο γιος της μετακόμισαν ξανά, αυτή τη φορά στις ΗΠΑ.

Εγκαταστάθηκαν στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης και η Lola δραστηριοποιήθηκε στο αναρχικό κίνημα. Το 1909 το ποίημά της «The Martyrs of Hell» («Οι μάρτυρες της κόλασης») εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του μηνιαίου αναρχικού περιοδικού «Mother Earth» («Μητέρα Γη») που εξέδιδε η Emma Goldman.

Η Ridge πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στις ΗΠΑ, και αναδείχθηκε σε διάσημη προσωπικότητα της ριζοσπαστικής λογοτεχνικής σκηνής της Νέας Υόρκης. Για να υποστηρίξει τη γραφή της, εργάστηκε αρχικά ως εργοστασιακή εργάτρια, αλλά και μοντέλο καλλιτεχνών. Σύντομα έγινε οργανώτρια του αμερικανικού ριζοσπαστικού εκπαιδευτικού κινήματος, μέσα από το Ferrer Association που ιδρύθηκε από τους οπαδούς του ισπανικού αναρχικού Francisco Ferrer (Σύνδεσμος Ferrer). Από τους πρώτους υποστηρικτές της εκπαίδευσης ως απελευθερωτικής δραστηριότητας, ο Ferrer εκτελέστηκε το 1909 κατά τη διάρκεια ενός πογκρόμ εναντίον του αναρχικού κινήματος στην Καταλονία. Μέσω του Ferrer Association, η Ridge συναντήθηκε με τον David Lawson, έναν νεαρό Σκωτσέζο αναρχικό, μηχανικό στο επάγγελμα. Έζησαν μαζί για δέκα σχεδόν χρόνια πριν παντρευτούν.

Το ζευγάρι έγινε το επίκεντρο της επαναστατικής κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά τη διάρκεια και μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το “μεγάλο, ελάχιστα επιπλωμένο και με κρύο νερό πατάρι … στο κέντρο του Μανχάταν” έγινε σημείο συνάντησης της ριζοσπαστικής διανόησης της Νέας Υόρκης… Η Lola κάθε φορά που πoυλούσε ένα ποίημα ή ένα άρθρο οργάνωνε εκεί πάρτι. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων της, «The Ghetto», εμφανίστηκε το 1918 και περιέγραψε τη ζωή των Εβραίων μεταναστών της εργατικής τάξης που έβλεπε γύρω της στην ανατολική πλευρά της Νέας Υόρκης. Δύο χρόνια αργότερα μια άλλη συλλογή ποιημάτων, «Sun-up», ανέδειξε πτυχές της ασυνήθιστης παιδικής της ηλικίας στην Ιρλανδία και της παραμονής της στους Αντίποδες (στμ. Νέα Ζηλανδία και Αυστραλία). Τα δύο αυτά βιβλία καθιέρωσαν το όνομά της σε σχέση με τον κοινωνικά αφοσιωμένο ελεύθερο στίχο.

Ενώ η γραφή της θαυμαζόταν ευρέως, η εκπληκτικά έντονη προσωπικότητά της και ο επαναστατικός της ζήλος συνέβαλαν στη φήμη της. Το όνομά της ήταν συνεχώς στην επικαιρότητα. Ήταν από τις πρώτες υπέρμαχους των δικαιωμάτων των γυναικών, των ομοφυλοφίλων και των μαύρων, των Εβραίων και άλλων ομάδων μεταναστών, και χρησιμοποίησε την ποίησή της για να υποστηρίξει δημόσια και ανοιχτά τις υποθέσεις τους κάτι που πάντα έκανε με πάθος.

Το «Firehead», που δημοσιεύτηκε το 1929, είναι μια μακρά ποιητική αλληγορία για την εκτέλεση των Ιταλών αναρχικών Sacco και Vanzetti. Οι δύο άνδρες κατηγορήθηκαν για ληστεία τράπεζας στην οποία σκοτώθηκαν δύο φύλακες, δικάστηκαν σε μια γελοία δίκη και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μια παγκόσμια εκστρατεία και μια πλήρης εξομολόγηση από τον πραγματικό ληστή απέτυχαν να αποτρέψουν την εκτέλεσή τους. Τη νύχτα πριν από την εκτέλεση τον Δεκέμβριο του 1927, η Ridge με μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων ξενύχτησε έξω από τη φυλακή του Charleston στη Βοστώνη. Η έφιππη αστυνομία τους απώθησε.

Την ίδια εποχή η Ridge, ανάμεσα σε άλλους, συνεργάστηκε με τον, κατά το ήμιση Ινδιάνο, εργατικό αγωνιστή και μέλος των IWW, Frank Little. Και οι δύο συμμετείχαν ή οργάνωσαν πάμπολλέες διαμαρτυρίες και άλλες εκδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο. Τον Ιούνη του 1917, ο Frank Little απήχθη από μια ομάδα μπράβων, βασανίστηκε και λυντσαρίστηκε μέχρι θανάτου. Η Lola Ridge έγραψε γι’ αυτό το ποίημα «Frank Little at Calvary».

Κατά την ίδια περίοδο της υστερικής καταστολής, ένας άλλος εργατικός οργανωτής, ο εργαζόμενος στα ποταμόπλοια του Σαν Φρανσίσκο, Tom Mooney, κατηγορήθηκε για μια βομβιστική επίθεση που σκότωσε δέκα ανθρώπους κατά τη διάρκεια μιας στρατιωτικής παρέλασης. Ο Mooney είχε προειδοποιήσει νωρίτερα ότι οι διάφοροι πράκτορες και μπράβοι θα μπορούσαν να διαταράξουν την παρέλαση για να κηλιδώσουν το εργατικό κίνημα. Καταδικάστηκε με βάση καταγγελλόμενη ψευδορκία και πλαστά αποδεικτικά στοιχεία και καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που στη συνέχεια έγινε ισόβια κάθειρξη. Η μακρά εκστρατεία για την απελευθέρωσή του έκανε τον Mooney ίσως τον πιο διάσημο πολιτικό κρατούμενο στις ΗΠΑ. Ως μέρος της εξαιρετικά δημιουργικής εκστρατείας υπεράσπισής του κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Λος Άντζελες το 1932, έξι νέοι μπήκαν στο στάδιο με σήματα που έλεγαν «Free Tom Mooney» στις αθλητικές τους προθήκες και έτρεξαν γύρω από το κομμάτι φωνάζοντας αυτό το σύνθημα μέχρι να συλληφθούν.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν ο Mooney βρισκόταν στη φυλακή του San Quentin για πάνω από δέκα χρόνια, η Lola Ridge έγραψε ένα ποίημα γι’ αυτόν με τίτλο «Stone Face», το οποίο τυπώθηκε και διανεμήθηκε εν είδει προκήρυξης, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε άλλες χώρες. Έγινε αφίσα και επιγραφή που διακόσμησε χώρους εργατικών συνελεύσεων και συνδικάτων κλπ. Τελικά, ο Mooney απελευθερώθηκε επί προεδρίας Ρούσβελτ μετά από 23 χρόνια.

Η Lola Ridge περιγράφηκε από τον φίλο της και εκδότη ως «ο πιο εύθραυστος άνθρωπος από φυσικής πλευράς και ο φτωχότερος από οικονομικής». Σπάνια η υγεία της ήταν καλή και πέθανε από φυματίωση το 1941, σε ηλικία 67 ετών. Σε μια νεκρολογία στην εφημερίδα «New York Times» χαρακτηρίστηκε ως μια από τις «κορυφαίες σύγχρονες ποιήτριες» της Αμερικής. Η φήμη της αναβίωσε τα κατοπικά χρόνια στις ΗΠΑ με πολλά από τα ποιήματά της να επανεκδίδονται, αλλά είναι ελάχιστα γνωστή στις χώρες όπου μεγάλωσε.

*Η σύντομη αυτή βιογραφία είναι παρμένη από το έντυπο «Where the Light of their Glory Leads – the international context of the Blackball strike», που δόθηκε ως ομιλία για την εκατονταετηρίδα της απεργίας του BlackBerry Strike του 1908, στο Blackball, στις 23 Μάρτη 2008 από τον Mark Derby.

**Μετάφραση Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης.

Νάνος Βαλαωρίτης: Ανδρέας Εμπειρίκος και Άγγελος Σικελιανός, μια εισαγωγή

Νάνος Βαλαωρίτης*

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο Σεφέρης, έγινε το επίκεντρο της αντίφασης που κατά κάποιο τρόπο σηματοδότησε τον διαχωρισμό των ομάδων που τάσσονταν υπέρ ή κατά της Πειραματικής avant-garde γραφής στην Ελλάδα. Αυτήν τη φορά, μέσω της αντιφατικής ερωτικής του νουβέλας οχτώ τόμων Μέγας Ανατολικός που τοποθετείται στα χρόνια του Ιουλίου Βερν και είναι γραμμένη προς το τέλος της ζωής του. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει μια τέτοια αντίφαση. Στα 1935, η εκπληκτική απάντηση, αρνητική, χλευαστική, με σατιρικές παρωδίες κ.λπ., γύρω στα 300 άρθρα και επιπλέον στιγμιότυπα από κωμικές σκηνές σε δημοφιλείς θεατρικές κριτικές χαιρέτισαν τα πρώτα σουρεαλιστικά «αυτόματα» κείμενα του Εμπειρίκου με τίτλο Υψικάμινος. Η έκρηξη συνεχίστηκε μέχρι το 1939, κατά τη διάρκεια του οποίου δύο άλλοι σουρεαλιστές ποιητές, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμπεριελήφθησαν στη διαμάχη. Η ποίηση του τελευταίο επαναπαρήχθη στο σύνολό της καθημερινά με χλευαστικά σχόλια στη συντηρητική εφημερίδα Ακρόπολις. Ο Α. Τριβιζάς, στο βιβλίο του Το σουρεαλιστικό σκάνδαλο συγκέντρωσε όλα αυτά τα άρθρα, τα οποία και προσφέρονται ως ευχάριστο ανάγνωσμα.

Δεν εννοώ πως οι Έλληνες αδυνατούσαν να αναγνωρίσουν στη δεκαετία του ’30 τη σημασία που η Μοντέρνα ποίηση και πεζογραφία θα είχαν μακροπροθέσμως. Αλλά είχαν αναπτύξει μια προκατάληψη αναφορικά με το τι ήταν ποιητικό και τι όχι. Αυτήν την περίοδο η Σχολή του Παλαμά, του μεγάλου δημοτικιστή ποιητή, και το παρακλάδι της των Νέο-Συμβολιστών ήταν στο φόρτε τους, και αυτοί ήταν οι ποιητές που διδασκόμασταν στο σχολείο από τους «προοδευτικούς» δασκάλους. Αυτό ήταν ήδη μια επανάσταση, παρά το ότι δεν ήταν ένα αληθινό ξέκομμα από τους δημοτικιστές ποιητές του παρελθόντος, τον Σολωμό και τη Σχολή του, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και ακόμη τον καθαρευουσιάνο Κάλβο. Κι αυτό έλαβε χώρα μεσούσης ακόμα της διαμάχης με την αρχαΐζουσα γλώσσα που χρησιμοποιούνταν παντού στο δημόσιο βίο και τους σχολαστικούς που κυριαρχούσαν εξ ίσου στα Γυμνάσια και στα Πανεπιστήμια. Και το να είναι κανείς δημοτικιστής εκείνες τις μέρες ήταν από μόνο του πολύ τολμηρό.

Στην σουρεαλιστική ατμόσφαιρα δύο γλωσσών που αντιμάχονταν η μια την άλλη, η είσοδος των πρώτων σουρεαλιστών ποιητών, που έγραψαν υπό την πρόκληση ή ακόμα ένα είδος δανδισμού σε άκρατη καθαρεύουσα ήταν ένα είδος πραξικοπήματος. Την ίδια χρονιά, το 1935, εμφανίστηκε και η συλλογή ποιημάτων του Καβάφη, όμως δεν αποτέλεσαν καινοτομία, καθώς τα τευχίδια των ποιημάτων του ήταν ήδη πολύ γνωστά σ’ ένα επιλεγμένο κοινό πολύ νωρίτερα. Το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Μυθιστόρημα», που εκδόθηκε την ίδια χρονιά, σηματοδότησε την εποχή, όπως είχε κάνει 15 χρόνια νωρίτερα η Έρημη Χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ. Ο Γ. Σεφέρης, παρά το ότι χτυπήθηκε σκληρά από τους κριτικούς, ποτέ δεν έγινε αντικείμενο χλευασμού ή οργής, αλλά μάλλον απορίας και εχθρότητας εξαιτίας των σκοτεινών μηνυμάτων του νέου του στυλ, του ελεύθερου στίχου. Η περίφημη πρώιμη καθαρή ποίησή του είχε γίνει καλώς αποδεκτή. Επηρεασμένος από τον Paul Valery υπήρξε αξιοσημείωτη λόγω της ανανέωσης που επέφερε στον παραδοσιακό στίχο, παρά το ότι τα μηνύματά της ήταν συχνά σκοτεινά.

Υπήρχε όμως και κάποιος άγνωστος στο προσκήνιο ήδη από το 1909, όταν τυπώθηκε σε μια πολυτελή έκδοση το ποίημα «Αλαφροΐσκιωτος» ο Άγγελος Σικελιανός, του οποίου η ποίηση, παρά το ότι δανείστηκε στοιχεία από το επίσημο κίνημα των δημοτικιστών στο ύφος αλλά και στο λεξιλόγιο, ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Η ποίηση αυτή, πολύ περισσότερο σκοτεινή και ερμητική, στόχευσε σε κάτι το διαφορετικό: στην ανανέωση της αντίληψης περί παγανιστικών, διονυσιακών και απολλωνιακών αποκαλύψεων στη ζωή και στη φύση του ελληνικού τοπίου και των ανθρώπων. Αυτή την εποχή, ως τη δεκαετία του ’30 ήταν κυρίως γνωστός ως ο προαγωγός του Δελφικού κινήματος, της αναγεννήσεως του αρχαίου ελληνικού δράματος. Ήταν στο νεωτεριστικό περιοδικό Τα Νέα Γράμματα του 1935, που φιλοξενούσε νέους ποιητές, όπου η ποίησή του εμφανιζόταν ταχτικά και άρχισε να ‘χει μια παρουσία και μια επίδραση, και μέχρι το 1947 όταν οι τρεις τόμοι του Λυρικού Βίου που συγκέντρωναν όλα τα προηγούμενα ποιήματα εκδόθηκαν, τέσσερα μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1951 […]

Η ποίηση του Σικελιανού γράφτηκε στη ρωμαλέα μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας, της οποίας ήταν μεγάλος τεχνίτης. Η συχνή επίκληση στο έργο του αρχαίων παγανιστικών θεοτήτων, καθώς και χριστιανικών μορφών τον σηματοδοτεί ως συμφιλιωτή θρησκειών και φιλοσοφιών. To χάρισμά του αυτό, συνδυαζόμενο με την ερμητική του φιλοσοφία, συνιστούν ένα μοναδικό αμάλγαμα στάσεων που επίσης δημιούργησαν την αναγέννηση του αρχαίου ελληνικού δράματος στους Δελφούς, γνωστό ως Δελφικό Κίνημα. Η Αμερικανίδα σύζυγός του Εύα Πάλμερ συνέβαλε στην καινοτόμο χορογραφία του χορού και υποστήριξε το όλο εγχείρημα όχι μόνο πνευματικά, αλλά και οικονομικά. Και οι δύο πίστευαν πως οι Δελφοί θα μπορούσαν να γίνουν το Παγκόσμιο Επίκεντρο της πνευματικής αναγέννησης του σύγχρονου κόσμου, όπως το μαντείο είχε υπάρξει για τον αρχαίο κόσμο. Από τότε οι Δελφοί έγιναν το πολιτιστικό κέντρο που φιλοξενούσε έναν αριθμό συμποσίων επί διαφόρων θεμάτων, περισσότερο στην πραγματική σύγχρονη έννοιά τους παρά στον υψηλά πνευματικό μαντικό ρόλο που ο ίδιος ο ποιητής με τη γυναίκα του είχαν ονειρευτεί. […]

Συγκρινόμενη με την ποιητική, πολύ πλούσια και ρητορική γλώσσα του Σικελιανού, ο Εμπειρίκος χαράσσει ένα πολύ ηπιότερο ποιητικό προφίλ. Η ποίησή του είναι μοντέρνα, δανειζόμενη πολλές εκφράσεις από την καθημερινή γλώσσα, και εστιάζεται κυρίως στον ερωτικό πόθο. Ωστόσο, κάποιοι κριτικοί έχουν συγκρίνει στιγμές έξαρσης στην ποίηση του Εμπειρίκου με διονυσιακά θέματα, υπαινιγμούς και αναφορές από το έργο του Σικελιανού. Επίσης, τα πεζά του Εμπειρίκου Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (Amour Amour στη μετάφραση) και οι συχνές εμφανίσεις αρχαίων ελληνικών θεοτήτων και μυθικών μορφών σχετίζονται με τις εμφανίσεις και επικλήσεις θεοτήτων και μυθικών μορφών στην ποίηση του Σικελιανού. Σε κάθε περίπτωση και οι δύο ποιητές μοιράζονται ένα ξεχείλισμα εκφραστικότητας, κάτι με το οποίο οι Αμερικανοί είναι εξοικειωμένοι από την ποίηση του Walt Whitman. Ειδικά η ύστερη πεζή ποίηση του Εμπειρίκου, συγκεντρωμένη σε έναν τόμο υπό τον τίτλο Οκτάνα είναι καθαρά μεσσιανική σε τόνο και στυλ, φέρνοντας τους δύο ποιητές ακόμη εγγύτερα. Η φιλοσοφία του σουρεαλισμού που στόχευε στην ανανέωση της πνευματικής καλλιτεχνικής και ποιητικής έκφρασης σε όλους τους χώρους και στην καθημερινή ζωή, προσεγγίζει αυτό που ο Σικελιανός ήλπιζε να πετύχει με την ποίησή του και το Δελφικό Κίνημα.

*Απόσπασμα από το πρώτο μέρος της διάλεξης που έδωσε ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στη Ν. Υόρκη στα αγγλικά στις 22.4.2001. Μετάφραση στα ελληνικά: Δήμητρα Σ. Καλλιγέρη, Master Κλασικής φιλολογίας & Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ολόκληρο το πρώτο μέρος της διάλεξης πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 54 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2001).

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/10/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

“Το μερίδιο των Αγγέλων” της Άννας Νιαράκη

Γράφει η Ευσταθία Δήμου

Σε μια συλλεκτική έκδοση 300 αντιτύπων επανακυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2019 η ποιητική συλλογή της Άννας Νιαράκη, Το μερίδιο των αγγέλων από τις εκδόσεις Bibliotheque. Η συλλογή είχε πρωτοεκδοθεί το 2012 και η επανέκδοση της καταδεινύει όχι μόνο την υψηλή ποιότητα του ποιητικού λόγου, αλλά και την αντοχή του στο χρόνο, ιδιαίτερα μέσα σε μία εποχή που οι ποιητικές συλλογές διαδέχονται η μία την άλλη με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα.

Το σύνολο των ποιημάτων χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες που φέρουν διαδοχικά τους τίτλους «Άνοιξη εντός», «Το στοίχημα», «Το μερίδιο των αγγέλων» και «Αντί σημειώματος». Στην πρώτη ενότητα περιλαμβάνονται δεκατέσσερα ελευθερόστιχα ποιήματα, τα περισσότερα πολύστιχα, η θεματική των οποίων περιστρέφεται γύρω από τα γνωστά θέματα του έρωτα, ιδωμένου την στιγμή του τέλους του, ενός τέλους που, σαν έκρηξη, διαλύει τα πάντα, του χρόνου που μεταφράζεται σε Στιγμές εγκιβωτισμένες σε πάγο, όπως λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Αποκεφαλισμοί», της ποιητικής δημιουργίας και της ίδιας της ποίησης, η αναμέτρηση με την οποία αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια της πάνω στην ψυχή και το σώμα της δημιουργού. Το κλίμα και η διάθεση που επικρατεί στην ενότητα αυτή είναι σαφώς απαισιόδοξο. Νότες θλίψης και απογοήτευσης ακούγονται εδώ κι εκεί στους στίχους και η θλίψη αυτή, που σηματοδοτεί την πτώση, φαίνεται να είναι και η σωτηρία από τη ζάλη του ύψους. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το ποίημα «Κατά βάθος»

Η πτώση
Ω! ναι. Αυτή.
Αυτή μας σώζει από τα ύψη.
Από τα βάθη δεν έχει ακόμα
ανακαλυφθεί σωτήρας.

(«Κατά βάθος»)

Άλλα ποιήματα περιστρέφονται γύρω από το θέμα της μοναξιάς, ως αποτέλεσμα της απουσίας του αγαπημένου προσώπου, του θανάτου, της ανίας που γίνεται ιδιαίτερα έντονη και βασανιστική την αργία της Κυριακής, του φόβου μπροστά στο μέλλον, της μνήμης και της λήθης. Έκδηλη είναι η συγγένεια με την ποίηση του Α. Τραϊανού στον οποίο άλλωστε είναι αφιερωμένο και ένα από τα ποιήματα της ενότητας. Εικόνες θανάτου, εικόνες ζοφερές που προξενούν την φρίκη εναλλάσσονται εδώ με σκέψεις που δείχνουν έναν άνθρωπο στα όρια του εαυτού του. Από αυτή την άποψη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια παράλληλη ανάγνωση των δύο ποιητών, όχι όμως υπό το πρίσμα της σύγκρισης αλλά της σύγκλισης αφού είναι προφανές ότι η ποίηση της Νιαράκη είναι εμποτισμένη από μια γνήσια γυναικεία ευαισθησία και από έναν ερωτισμό που τη διαφοροποιεί σημαντικά από την ποίηση του Τραϊανού.

Στη δεύτερη ενότητα, «Το στοίχημα», το κλίμα είναι κάπως διαφορετικό. Εδώ υπάρχουν ποιήματα για την ποίηση, για την ουσία και τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, όπως το «ab initio»

Στης χορτασμένης επιθυμίας
την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.
Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα
και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά
ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.
Αναπτήρας και ποίημα
γλιστράνε στο συρτάρι μου
στο πρώτο φως της μέρας.

(«ab initio»)

Παράλληλα, ο έρωτας προβάλλει εδώ ως το καταλυτικό εκείνο συναίσθημα που καταργεί τη μοναξιά αλλά και τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Άλλοτε πάλι το θέμα αυτό παίρνει την απόχρωση μιας αναζήτησης που εκτείνεται πέρα από το χρόνο και το χώρο. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το ποίημα «Σε ψάχνω»

Σε ψάχνω
ντυμένη στα λευκά
σε μια πόλη γεμάτη από
ν
ύ
χ
τ
ε
ς…

(«Σε ψάχνω»)

Ο έρωτας που γίνεται ανάμνηση, ο έρωτας που αποκτά τη διάρκεια του μέσα από τη μετουσίωσή του σε αγάπη, ο έρωτας που αποτυπώνεται μέσα στην ποιητική δημιουργία, η ερωτική απουσία που δίνει την αφορμή για μια φαντασιακή εμπειρία συνεύρεσης και η αίσθηση της εκκρεμότητας που αποπνέει κάθε σχέση πριν την ολοκλήρωσή της είναι μερικές από τις κατευθύνσεις στις οποίες στρέφεται το θέμα αυτό.

Η τρίτη ενότητα που τιτλοφορείται «Το μερίδιο των αγγέλων» αποπνέει έντονη την αίσθηση ενός κενού, μιας απουσίας καίριας και καταλυτικής που ταλανίζει την ποιήτρια και την κάνει να αιωρείται ανάμεσα στο τότε, το τώρα και το μετά. Η αίσθηση του θανάτου είναι και εδώ υπαρκτή ως μια απειλή για κάτι αναπόφευκτο και τελεσίδικο. Στο ποίημα «Κατάδυση» για παράδειγμα αποδίδεται αυτή ακριβώς η αίσθηση

Ό,τι σπείραμε, το ξερίζωσε ο άνεμος.
Ποιος ξέρει τα σπόρια μας ως που ταξίδεψαν
προτού να αγγίξουν ξένα χώματα.
Ποιος ξέρει αν φύτρωσαν ξανά
κουβαλώντας κάτι από το χάδι μας
ή αν βαθιά μέσα στη γη κοιμούνται ακόμη,

ξεγελώντας αθώα έναν βέβαιο θάνατο.
(«Κατάδυση»)

Η συλλογή κλείνει με δύο ποιήματα που λειτουργούν αντιθετικά και συμπληρωματικά ταυτόχρονα. Από τη μία η βαθιά συνείδηση του τέλους, η βεβαιότητα του θανάτου και από την άλλη η ελπίδα, μια ελπίδα που καταλύει το φόβο και εν τέλει τον ίδιο το θάνατο.

Στη ζωή μου δεν θα ’θελα
να χάσω ούτε μια Άνοιξη.
Δεν θα μπορούσα ποτέ
να προδώσω τον Μάη.

Αυτό το φως
είναι ο δικός μου θεός.

Ελευθερία.
(«Ρυ Τουρνεφόρ»)

Το μερίδιο των αγγέλων προσφέρει μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία σε όποιον θελήσει να σταθεί πάνω στους στίχους του. Στίχοι θραυσματικοί, ανολοκλήρωτοι πολλές φορές, αλλά τόσο δυνατοί όσο και το συναίσθημα ή το βίωμα το οποίο τους ενέπνευσε. Η Άννα Νιαράκη έχει αναμετρηθεί με τους προκατόχους της Τραϊανό, Καρυωτάκη, Πολυδούρη, Κακναβάτο, έχει χωνέψει καλά τα ποιητικά τους διδάγματα και έχει κατορθώσει να αποκτήσει τη δική της ποιητική φυσιογνωμία μέσα στο νεοελληνικό ποιητικό τοπίο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.vakxikon.gr/niarakh-review/

Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς..

Μάνος Τασάκος
18 Σεπτεμβρίου 2016

Χρόνια πρίν, ὅταν παιδὶ ἀκόμη ἔβλεπα τὰ ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς Ἀθήνας νὰ ἐξαφανίζονται, (μοιάζουν νὰ ἔχουν περάσει αἰῶνες…), ὑπῆρχε ἕνας μεσήλικας στὴ γειτονιὰ ποὺ συνήθιζε νὰ περπατᾷ μὲ τὶς ὧρες τὰ σοκάκια καὶ νὰ μονολογεῖ – φαινόμενο τότε σπάνιο καὶ δεῖγμα διαταραχῆς. Χάθηκε, τὴ μέρα ποὺ κατεδαφίστηκε καὶ ἡ τελευταία μαρμαρόκτιστη κατοικία ἀπὸ τὴν περιοχὴ καὶ μαζὶ ὁ κῆπος της ὅπου συνήθιζε νὰ ξαποσταίνει ἀπαγγέλοντας ρίμες. Ἀπὸ σύμπτωση, καιρὸ μετά, ἔμαθα πὼς εἶχε τρία πτυχία, μιλοῦσε τέσσερις γλῶσσες καὶ γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα ἔδειξε ποιητικὴ παρουσία ἔντονη. Ποιὰ θρυαλλίδα τὸν ὁδήγησε νὰ γίνει ἀποσυνάγωγος καὶ ποιὰ νοητικὴ θύελλα τὸν ἔστειλε στὸ περιθώριο, εἶναι ἐρωτήματα ποὺ θὰ μείνουν ἀναπάντητα.

Θυμήθηκα αὐτὴν τὴν underground φιγούρα, ὅταν πῆρα μήνυμα ἀπὸ φίλο παλιὸ στὴν Ἑλλάδα γιὰ κάποια μικρὴ ἐκδήλωση ποὺ ἑτοιμάζουν στὴν Ἀθῆνα γιὰ τὸν Γιῶργο Μακρή, ἕναν ἀκατάτακτο (λογοτεχνικὰ καὶ πολιτικὰ) διανοούμενο, ποὺ γεννήθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰῶνα, τὸ 1923 καὶ ἔπεσε στὸ κενό ἀπὸ τὴν ταράτσα τῆς πολυκατοικίας του τὸν Γενάρη τοῦ 1968. Κι ἐπειδὴ τὰ βιβλία ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ ἀπέθαντες δᾴδες ὅπου καταφεύγει ἡ μνήμη κάθε ποὺ θέλει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀσχήμια, ἄνοιξα πάλι τὸ βιβλίο «Γραπτὰ Γιώργου Β. Μακρή» , ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τῆς Ἑστίας μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ Γονατᾶ καὶ μὲ ἕνα δικό του, ὄμορφο καὶ πολὺ κατατοπιστικὸ εἰσαγωγικὸ σημείωμα.

Ἃς ἐλαφρύνω τὸ κλίμα. Πάντα πίστευα πὼς τὸ humor ἀπαιτεῖ ἐκλεπτυσμένη αἰσθητικὴ καὶ καλλιέργεια, ἰδιαίτερα στὴν ὑπαινικτικὴ καὶ δηλητηριώδη μορφή του καὶ πὼς ἔχει ἕνα μεγαλεῖο ὅταν μπορεῖ νὰ διασκεδάσει ἀκόμη καὶ τὴν τραγῳδία ἑνὸς θανάτου. Λέγεται, (μὰ ἀκόμη καὶ ἐὰν εἶναι φήμη, τίποτε δὲν χάνει σὲ ἀξία…), πώς τὴν ὥρα ποὺ ὁ Μακρὴς ἀνέβαινε στὴν ταράτσα γιὰ τὴν τελευταία διαδρομή, τὸν ρώτησε ὁ θυρωρὸς τῆς πολυκατοικίας, ἐκεῖ στὴν γωνία Μιχαλακοπούλου καὶ Σεμιτέλου: » Θὰ ἀργήσετε κύριε Γιῶργο;» γιὰ νὰ πάρει τὴν ἀπάντηση: » Μὴν ἀνησυχεῖς, θὰ κατέβω γρήγορα…». Κατέβηκε πολὺ πιὸ γρήγορα ἀπὸ ὅσο μποροῦσε νὰ φανταστεῖ ὁ άνυποψίαστος θυρωρός. Ἦταν 31 Ἰανουαρίου τοῦ 1968.

Μὰ τὸν βλέπετε καὶ στὴν φωτογραφία, ροῦχα ποὺ τὸν φοροῦν καὶ δὲν τὰ φοράει, μόνιμα χωλὸς ἀπὸ ἕνα παιδικὸ ἀτύχημα, φιγούρα αἱρετικὴ γιὰ τὰ τῆς ἐποχῆς – κι ὅμως σὲ κάποιες ἄλλες φωτογραφίες ἔχει μιὰ ὀμορφιὰ περίεργη καὶ βλέμμα διαπεραστικό, ποτὲ ὅμως χολικό, ποτὲ ἀγενές, ποτὲ προσβλητικὸ ἀκόμη καὶ ὅταν ἀλαζονικὰ φοιτητάρια προσπαθοῦν νὰ διᾳκωμωδήσουν τὰ γραπτά του στὸ Brazilian καὶ σὲ ἄλλα στέκια τοῦ Κολωνακίου. Στὰ ὕστερα τῆς ζωῆς του τὸ μποὲμ τῆς φιγούρας χάνεται, τὸ πρόσωπο γερνάει ἄσκημα, ἀρχίζουν καὶ οἱ ἀπόπειρες αὐτοκτονίας. Ὁ Σαχτούρης καὶ πολλοὶ καλοὶ φίλοι καὶ θαυμαστὲς θὰ τοῦ σταθοῦν, μὰ εἶναι ἀργά….

Ὁ Μακρής, (ἀπὸ μεγαλοαστικὴ οἰκογένεια, μὰ μὲ Ἰαβέρειο πατρικὴ φιγούρα…), ἔγραφε ἀσταμάτητα σὲ ὅτι ἔβρισκε, μὰ τὰ γραπτά του δὲν εἶχαν τὴν τύχη τοῦ, ἐπίσης πολυγραφότατου, Βουτυρᾶ καὶ τὰ περισσότερα χάθηκαν ἢ καταστράφηκαν. Ἀκόμη καὶ στὸ βιβλίο ποὺ ἀναφέρω παραπάνω, τὰ διηγήματα κόβονται στὴ μέση, στὰ ποιήματα ὑπάρχουν ἄσχετες λέξεις καὶ φράσεις καὶ κομμάτια ὁλόκληρα εἶναι ἀνερμάτιστα, ἀκατανόητα, παραληρηματικά. Ἔτσι ἀκριβῶς ἦταν καὶ ἡ ζωή του, λένε μάρτυρες καὶ φίλοι του ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχή. Μποροῦσε νὰ κάθεται γιὰ 24ωρα σὲ ἕναν καφενὲ ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ φαγητὸ καὶ νὰ διαλέγεται μὲ ἀκροατήρια ἑτερόκλητα – ἄλλοτε ἀγαπημένων φίλων, ἄλλοτε φοιτητῶν ποὺ βρίσκουν τὴν αἱρετική του ματιὰ ἑλκυστικὴ κι ἀναζητοῦν ἀπαντήσεις…

Μὰ νὰ πὼς περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Γονατᾶς τούτη τὴν πυρετικὴ συγγραφικὴ δραστηριότητα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ποτὲ δὲν θεώρησε τὸν ἑαυτὸ τοῦ συγγραφέα.

» …ὑπάρχουν κείμενά του ποὺ ἔχουν γραφτεῖ σὲ κουτιὰ ἀπὸ τσιγάρα, σὲ καταλόγους ἐκθέσεων ζωγραφικῆς, σ’ ἐπιστολόχαρτα ξενοδοχείων καὶ καφενείων τοῦ Saint Germain des pres, σὲ φακέλους ἐπισκεπτηρίων, σὲ ἀκυρωμένα δελτία τροφίμων τῆς Κατοχῆς… ἕνα κείμενό του εἶναι γραμμένο πίσω ἀπὸ μιὰ κιτρινισμένη παιδική του φωτογραφία. Οἱ διαχωρισμοὶ τῶν στίχων, σὲ πολλὰ ποιήματά του, καθορίζονται ἀπὸ τὸ φάρδος τοῦ χαρτιοῦ ποὺ γράφει…. οἱ ἄθλιες συνθῆκες συντήρησης τῶν χειρογράφων του καθιστοῦν προβληματικὴ τὴν ἀνάγνωσή τους, ποὺ τὴν μεταβάλλουν συχνὰ σὲ ἀποκρυπτογράφηση…».

Πρὶν δώσω κάνα δυὸ ποιητικὰ δείγματα (ποιήματα σκληρά, ἀδιάφορα γιὰ τὴν φόρμα, τὴν ἁρμονία, τὴν αἰσθητική του δίστιχου…), δυὸ λόγια γιὰ τὰ πεζά του ποὺ καλύπτουν καὶ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ (γνωστοῦ) ἔργου του.

Ἡ ἀνάγνωση τῶν κειμένων τοῦ Μακρὴ θέλει νεῦρα γερὰ καὶ μυαλὸ ἀνοικτό, μὰ καὶ πάλι ὁ ἀναγνώστης δὲν θ’ ἀργήσει νὰ νοιώσει πὼς πνίγεται σὲ φράσεις φαινομενικὰ ἀσύνδετες, ἄλλοτε ὑψηλοῦ λυρισμοῦ, ἄλλοτε ἀσχέτων παρενθέσεων. Νιώθεις πὼς ἀκολουθεῖς τὸν λαβύρινθο ἑνὸς μυαλοῦ ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν δική σου παρουσία, ἀνοίγει χιλιάδες πόρτες καὶ πορτάκια ἄγνωστα, μισοσκότεινα καὶ μόλις νοιώσει τὸ φῶς μιᾶς πυγολαμπίδας τὸ παραλήρημα σταματᾷ, τὸ κείμενο τελειώνει καὶ σ ἀφήνει χωρὶς ἱκανοποίηση, χωρὶς τέλος – τουλάχιστον ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε μάθει νὰ περιμένουμε ἀπὸ ἕνα διήγημα, μιὰ ἐπιστολή, μιὰ νουβέλα. Δεῖτε τώρα τὴν ἀρχὴ σὲ κείμενό του μὲ τὸν τίτλο «Ἀπολογία»..

«Τὸ νὰ μπεῖς νυχτιάτικα στὸ χτῆμα τοῦ Γεροντόκολα μὲ τὸ σκοπὸ νὰ θάψεις ἕνα ἀδειανὸ κουτὶ ἀπὸ τσίγκο, εἶναι μιὰ ὑπόθεση…».

Ἀχά!, σκέφτεται ὁ ἀναγνώστης, νὰ μιὰ στακάτη καὶ ἐνδιαφέρουσα εἰσαγωγή. Μάλιστα. Μόνο ποὺ ἀκολουθεῖ μιὰ ἀναφορὰ στὴ φύση (ἃς τὴν ποῦμε σχετική…), ἕνα ἐπεισόδιο μὲ τὸν Rousseau, ἕνα ποίημα στὴ μέση τοῦ πουθενά. Καὶ ἰδοὺ πῶς ξεκινᾷ ἡ δεύτερη παράγραφος, πάνω ἐκεῖ ποὺ περιμένεις νὰ δεῖς τί ἔγινε μὲ τὸν ἔρμο τὸν Γεροντόκολα:

» Κάθε σκέψη ποὺ κάνουμε, σκέψη εἶναι, δηλαδὴ τρέχα γύρευε. Φεύγει ὕστερα, καὶ τὴν ἑπομένη ἔρχεται ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητας καὶ σοῦ λέει δέκα τὰ ἑκατὸ φόρο, φορώντας μιὰ πεταλοῦδα κι ἕνα παχὺ μουστάκι. Ἐσὺ πάλι πρέπει νὰ τὸ συζητήσεις τὸ πρᾶγμα…».

Καὶ τὸ ἀποκορύφωμα, στὸ τέλος, γιὰ ὅποιον ἀντέξει νὰ φτάσει ὡς ἐκεῖ..

«Ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ ζοῦμε χωρὶς νὰ μᾶς διώχνουν ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἶναι νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο. Καὶ ὁ μόνος τρόπος νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο εἶναι νὰ μὴν τὸ βάζουμε στὸ στόμα. Στὸ χέρι μποροῦμε νὰ τὸ κρατᾶμε ὅσο θέλουμε«.

Φυσικὰ γίνομαι λίγο provocateur, διάλεξα πολὺ χαριτωμένα ἐδάφια, ἡ περιδιάβαση στὰ ἐνδιάμεσα εἶναι κατὰ πολὺ δυσκολοτερη, ὡς καὶ ἐπίπονη. Μὰ γιατί, θὰ ἀναρωτηθοῦν πολλοὶ, νὰ σκύψουμε πάνω ἀπὸ ἕνα βιβλίο ποὺ ἀπαιτεῖ μόχθο γιὰ τὴν κατανόησή του καὶ ποὺ πιθανῶς δὲν θὰ μᾶς δώσει καμία αἰσθητικὴ ἀπόλαυση; Εἶναι μιὰ δικαιολογημένη ἐρώτηση ποὺ δέχομαι συχνὰ σὲ παρουσιάσεις παρόμοιες, μά, ἃς τὸ πῶ χωρὶς καθυστέρηση, βρίσκω πάντα πὼς ἔχει μιὰ ἀξία νὰ χτυπιέμαι μὲ σχολές, ρεύματα καὶ γραφὲς πολὺ μακρινὲς ἀπὸ τὶς δικές μου ἀντιλήψεις καὶ κυρίως μὲ τρόπους σκέψης καὶ συγγραφῆς ποὺ ἀποδομοῦν τὸν κανόνα, τὸ κυρίαρχο κοινωνικά, τὸ ἀναμενόμενο. Κι ἃς διαφωνῶ. Κι ἃς δυσανασχετῶ στὴν ἀνάγνωση. Μὰ πάντα ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ διαβάσεις ἐκείνη τὴ σκέψη ποὺ ἐσὺ δὲν θάκαμες ποτέ, νὰ ἀπαγγείλεις ἕνα ποίημα ποὺ ποτὲ δὲν θάγραφες. Στὸν καθρέφτη εἶναι κουραστικὸ νὰ βλέπεις τὸ εἴδωλό σου, καλύτερα μιὰ μορφὴ ἔκπληξη, ἕνα κείμενο ἄγνωστο, μιὰ γραφὴ ποὺ ζητᾷ ἀποκρυπτογράφηση…

Ἃς κλείσω μὲ ποίηση. Ὁ Μακρὴς μοίραζε χαρτάκια δεξιὰ κι ἀριστερὰ μὲ στίχους κι ἀποφθέγματα, νὰ ἕνα ποὺ γράφτηκε σὲ κουτὶ ἀπὸ τσιγάρα τὸ 1965. Ἦταν στὰ γαλλικά, μὰ ἃς κερδίσουμε χρόνο μὲ μιὰ πρόχειρη μετάφραση..

τί μαλακίες χρειάζεται νὰ πεῖς
γιὰ ν ἀτενίσεις ἀπ’ τὰ βάθη ἑνὸς κρεβατιοῦ
ἕνα σουτιὲν σὲ μιὰ καρέκλα
ἕνα ζευγάρι κάλτσες στὸ χαλὶ

Καὶ τὸ πιὸ γνωστό του (θάλεγα καὶ τὸ πιὸ συμβατικό του), ἕνα (οἰονεί) ποιητικὸ μανιφέστο, μὲ τίτλο «Ἐμεῖς οἱ λίγοι». Ἀπὸ τὸ 1950…

Εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀνειροπαρμένοι τρελλοὶ τῆς γῆς
μὲ τὴ φλογισμένη καρδιὰ καὶ τὰ ἔξαλλα μάτια.
Εἴμαστε οἱ ἀλύτρωτοι στοχαστὲς καὶ οἱ τραγικοὶ ἐρωτευμένοι.
Χίλιοι ἥλιοι κυλοῦνε μὲς στὸ αἷμα μας
κι ὁλοῦθε μᾶς κυνηγᾷ τὸ ὅραμα τοῦ ἀπείρου.
Ἡ φόρμα δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς δαμάσει.
Ἐμεῖς ἐρωτευθήκαμε τὴν οὐσία τοῦ εἶναι μας
καὶ σ’ ὅλους μας τοὺς ἔρωτες αὐτὴν ἀγαποῦμε.
Εἴμαστε οἱ μεγάλοι ἐνθουσιασμένοι κι οἱ μεγάλοι ἀρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τὸν κόσμο ὅλο καὶ δὲν εἴμαστε τίποτα ἀπ’
αὐτὸν τὸν κόσμο
Οἱ μέρες μας εἶναι μιὰ πυρκαγιὰ κι οἱ νύχτες μας ἕνα πέλαγο
Γύρω μας ἀντηχεῖ τὸ γέλιο τῶν ἀνθρώπων.
Εἴμαστε οἱ προάγγελοι τοῦ χάους.

Δεῖτε κι αὐτό, ξεχασμένο κι ἀπαρατήρητο, μὰ θαρρῶ ἀπὸ τὰ ποιὸ αἰχμηρά του..

Ὂλ’ αὐτὰ τὰ βλέπει ὁ πικραμένος
κάθεται σ’ ἕναν φτωχικὸ ἀπόπατο μιλάει μὲ τὸν Θεὸ
δείχνει μὲ τὰ μάτια τὰ εἰρηνικὰ ἔντομα
τ ἀπόκοσμα χαρτιὰ γεμάτα ἀπὸ ἴσκιο
ὁ πικραμένος αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε κάμποσα χρόνια
ὕστερα ἀπὸ κεῖνον ποὺ βρῆκε κι ἀπὸ κεῖνον ποὺ ἔχασε
στέρεψε πιὰ ἀφοῦ βασανίστηκε νὰ βρεῖ μίαν ἔξοδο.
Τέλος ἡ μόνη ἔξοδος δὲν ἦταν παρὰ
ἡ ἀκινησία του.

Ἀκόμη αὐτό, ἀπὸ ὅπου καὶ ὁ τίτλος τῆς ἀνάρτησης, ἀπόσπασμα…

Ἐλάχιστος κόσμος, ἐπικρατεῖ νέκρα ποὺ μάταια
προσπαθεῖ νὰ καλύψει ἡ ἄγονη τούτη μουσικὴ
κι αὐτὸ τὸ λικὲρ κακῆς ποιότητας
γεμίζοντας τὸ δωμάτιο μὲ ψεύτικα γέλια.
Τὰ ἑτοιμοθάνατα τοῦτα γκαρσόνια
φέρνουν στὶς φλέβες τους μιὰ δηλητηριασμένη ἄνοιξη
καὶ στὶς τσέπες τους μικρὰ κατάστιχα
καὶ πένθιμα ρινόμακτρα.
Ἄχ! Ποὺ ναι ἡ μικρὴ ἀνθισμένη λεπτομέρεια
ποὺ θὰ φέρει τὸν ἀέρα μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πρώτη ἐντὺπωση
τῆς ποθητῆς ἐπιστροφῆς.
Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς.

Σημαντικὲς λογοτεχνικὲς μορφὲς τοῦ μεταπολέμου θεωροῦν τὸν Μακρὴ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ σημαντικοὺς διανοούμενους τῆς ἐποχῆς – μὰ τὰ ἀκατανόητα γιὰ τοὺς πολλοὺς μονοπάτια τῆς σκέψης του καὶ κυρίως ἡ ἄρνηση νὰ παίξει μὲ τοὺς κανόνες τοῦ σιναφιοῦ τὸν ἔσπρωξαν ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ στὸ περιθώριο. Χτυπήθηκε καὶ περιφρονήθηκε ἀπὸ πολλοὺς – ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὴν κατοχή, ἀπὸ τὴν χούντα, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἀριστερά, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη διανόηση. Μὰ ἀγαπήθηκε καὶ μὲ πολλὴ τρυφεράδα ἀπὸ ἀνοικτὰ μυαλά. Ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα τμήματα τοῦ βιβλίου εἶναι ἐκεῖνο ποὺ γράφουν γὶ αὐτὸν ὁμότεχνοί του καὶ φίλοι – ὁ Ταχτσής, ὁ Φραγκόπουλος, ὁ Βαλαωρίτης. Ἀπ’ αὐτὸν τὸν τελευταῖο μιὰ συμπύκνωση γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν διανοούμενο…

« Ὁ Γιῶργος Μακρὴς ὑπῆρξε στὴν ζωὴ του ἕνας δανδής. Περιφρονοῦσε τὰ πεπατημένα. Προκαλοῦσε τὴν καταστροφή. Εἶχε μιὰ μεγαλοπρέπεια ποὺ λίγοι ἄνθρωποι τὴν ἔχουν. Ἔπαιρνε τὴ ζωή του στὰ σοβαρά, ἐνῷ ἄλλοι τὴν ὑποτιμᾶνε ἐπίτηδες γιὰ νὰ ἐπιζήσουν. Μὲ κάποιον τρόπο ὁ καθένας μας, παρόλο ποὺ χανόμαστε σὰν ἄτομα, συνεχιζόμαστε μὲς στοὺς ἄλλους. Ἔτσι καὶ σὲ μᾶς συνεχίζεται μιὰ πλευρὰ τοῦ Γιώργου Μακρή, διαφορετικὴ γιὰ τὸν καθένα. Γιὰ τὸν ἕναν ἦταν ὁ ξενύχτης ποὺ τριγύριζε σὲ ἀπίθανα μέρη, ὁ νομαδικὸς περιπλανώμενος, γιὰ ἄλλον ἦταν ὁ τσίφτης, ὁ διανοούμενος φιλόσοφος, ὁ περιπατητικός, γιὰ ἕναν τρίτον ἦταν ὁ σύντροφος ὁ πολυδιαβασμένος, γὶ ἄλλους ἡ γοητεία, τὸ πνεῦμα του. Ἡ ἀγάπη μου γὶ αὐτὸν παραμένει ἀμείωτη μὲ τὰ χρόνια…»

Τέλος, νὰ καὶ τὸ ἑξάστιχο στὴν μνήμη τοῦ Μακρῆ ἀπὸ τὸν Μίλτο Σαχτούρη..

Ἔζησα κοντὰ στοὺς ζωντανοὺς ανθρώπους
κι ἀγάπησα τοὺς ζωντανοὺς ἀνθρώπους
Ὅμως ἡ καρδιά μου ἦταν πιὸ κοντὰ
στοὺς ἄγριους ἄρρωστους μὲ τὰ φτερὰ
στοὺς μεγάλους ἀπεριόριστους τρελλοὺς
κι ἀκόμα στοὺς θαυμάσια πεθαμένους

Ὡς συνήθως, παρέλειψα τυπικὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα, τὴν περιβόητη πρόταση τοῦ Μακρὴ νὰ γκρεμιστοῦν ὅλα τα ἀρχαῖα μνημεῖα ποὺ ἔκαμε τόσο ντόρο, (ἀκραία κραυγὴ κατὰ τῆς ἀρχαιολατρίας ποὺ σκέπαζε τότε τὰ πάντα), τὴ συμμετοχή του σὲ περιοδικὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ποὺ εὔκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ στὸ διαδίκτυο. Ὁ ἴδιος φίλος ποὺ ὀργάνωσε τὴν ἐκδήλωση στὴ μνήμη του μὲ ἐνημερώνει πὼς τὸ βιβλίο ἀπὸ τὴν Ἑστία κυκλοφορεῖ στὰ βιβλιοπωλεῖα μὲ ἐλάχιστη (ἐκπτωτικὴ) τιμή..

Τόγραψα καὶ παραπάνω, ἡ γραφή του δὲν ἔχει τὴν κοινὴ αἰσθητική, μὰ θάλεγα νὰ μὴν τὸ περιφρονήσετε ἐὰν βρεθεῖ μπροστά σας. Δὲν εἶναι ἀδιάφορο σὲ κάθε βιβλιοθήκη νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ παράδοξο, τὸ ἐναλλακτικό, γραφὴ τόσο διάφορη καὶ μοναδικὴ – ἕνα μονοπάτι δύστροπο ποὺ ἴσως κάποια στιγμή, χορτασμένοι ἀπὸ ὁμοιόμορφες λεωφόρους, σκεφτοῦμε νὰ δοκιμάσουμε τὴ διαδρομή του…

*Το άρθρο του Μάνου Τασάκου και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από την ιστοσελίδα του συγγραφέα: https://www.tasakos.gr/%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B5-%CF%84%E1%BD%B4%CE%BD-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%E1%BD%BA%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF/?fbclid=IwAR3vHNXYiZCC4S2Ut5ALm8zMf2W2v5NM6MyxFI4dBOiUZAn3zP4sgkcHrAU

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: η επίμονη πυξίδα

Ε.ΜΥΡΩΝ

Δεν θα ‘ρθούμε.
Πέρασε η πλώρη μας στ’ ανοιχτά του μέλλοντος.

Θα αρχίσω με μια εξομολόγηση, ως είθισται στα ποιητικά πράγματα: το κείμενο δεν είναι κριτικό σημείωμα ή τυπικό αφιέρωμα στον ποιητή Λυκιαρδόπουλο, πρόκειται για μια προσωπική περιδιάβαση στους στίχους του και μια αποτύπωση όσων εισέπραξα συμβιώνοντας μαζί τους.

Αφήνοντας έξω κάθε ανάγκη εξοπλισμού και γλωσσικού σωσίβιου, αφέθηκα στα κύματα και στις τρικυμίες να με ταξιδέψουν εντός των ποιημάτων, απολαμβάνοντας την θέα απ’ αυτήν την περίοπτη και προνομιούχο θέση. Ίσως, λοιπόν, πρόκειται για το ημερολόγιο ενός πρωτάρη κολυμβητή.

Λίγα βιογραφικά για αρχή: Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, γεννηθείς το 1936, είναι διανοητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και ποιητής. Μέλος της καρποφορούσας σπάνιων ανθέων παρέας των Σημειώσεων, μαζί με τους Στέφανο Ροζάνη, Βύρωνα Λεοντάρη, Μάριο Μαρκίδη, Μάρκο Μέσκο, Παναγιώτη Κονδύλη, κ.α. Μετά τη μαύρη κι απελπιστικά σφιχτή χουντική παρένθεση η παρέα αυτή άφησε έντονο το αποτύπωμά της στα ελληνικά γράμματα: γνωρίζοντας γιατί η σκέψη πρέπει να συνομιλεί με τον εαυτό της, και γιατί η Ποίηση οφείλει να απαντά σε ερωτήματα που δεν τέθηκαν.

Ενδεικτικό της αξίας του Λυκιαρδόπουλου είναι το κείμενο του ακριβολόγου Φώτη Τερζάκη:

«Ένας παλιός σουφικός θρύλος λέει πως υπάρχουν πάντα στον κόσμο τρεις κρυφοί άγιοι που με την ύπαρξή τους τον κρατούν στην πορεία του. Αν λείψουν, θα βυθιστεί στο χάος. Είναι η μυστική θεωρία του κουτμπ (άξονας) στην αραβική παράδοση. Αν υπάρχει ένας τέτοιος αόρατος άξονας που φυλάει ό,τι εξακολουθητικά λέμε νεοελληνικό πνεύμα από την απόλυτη σήψη, ένας αφανής άτλας που σηκώνει στους λιγνούς ώμους του το βάρος τής σκέψης ενός αιώνα στις άγονες ημέρες μας, θα ήταν ένας άνθρωπος που έχουμε το προνόμιο να βαδίζει ακόμα δίπλα μας, να συνομιλεί μαζί μας, μεταγγίζοντας ακατάπαυστα στη ζωή μας πολύτιμες ποιότητες: θα ήταν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος».
(Πανοπτικόν, τεύχος 20)

Θυμάμαι την… άδολη χαρά μου όταν διάβαζα μετά μανίας τα δοκίμιά του και έπεσα πάνω στην πλήρη αποσυναρμολόγηση και απόρριψη του «Άξιον εστί» στο «Η πολιτική ουσία του λαϊκισμού» (Η Ρωμιοσύνη στον Παράδεισο, Έρασμος, 2004). Εκεί αναπτύσσει με στιβαρά επιχειρήματα την άποψη ότι το έργο του νομπελίστα Ελύτη αποτελεί μια αντανάκλαση του εθνικού μεγαλοϊδεατισμού. Γράφω για άδολη χαρά γιατί ίσως ήταν η δικαίωση μιας εφηβικής μου αντίρρησης για στίχους όπως:

Μα εσάς, ω ψεύτες, τη ζωή
που αρνιέστε να δουλέψτε,
σας έδεσα στ’ αλέτρια μου·
για ν’ ανεβείτε ένα σκαλί
και λίγη γης να οργώστε
σας κέντησα τη ράχη σας
βαθιά με τη βουκέντρα

Πολλές οι σκέψεις του διανοητή Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που με γοήτευσαν, αλλά επειδή εδώ δε φτάνει ο χώρος για ανάλογες επεκτάσεις και προσεγγίσεις, θα αρκεστώ μόνο στον θαυμαστής εμβρίθειας και οξύτατης αίσθησης στοχασμό του: «Κανένας δημοκράτης δεν ομολογεί ότι το καθεστώς που θέτει το δίλημμα: «Ή εγώ ή τα τανκς» στην πραγματικότητα κυβερνάει ήδη με τα τανκς -είτε αυτά είναι ορατά όπως στη Βαρσοβία και την Άγκυρα, είτε είναι αόρατα όπως στον «ελεύθερο κόσμο».

Όλα τα προτερήματα του στοχαστή Λυκιαρδόπουλου έχουν μετουσιωθεί στα ποιήματά του. Η φιλοσοφική ορολογία δεν του αρκεί και καταφεύγει στον ποιητικό λόγο, γιατί μ’ αυτόν μπορεί να φτάσει στον μυχό των πραγμάτων. Ποιήματα που δεν κουράζουν, καθώς έχοντας μπολιάσει τα θεμέλια τους με το ακριβό του βίωμα, δημιουργεί μια συνεχή και αξιοπρόσεχτη κίνηση του θυμικού. Δεν περιγράφει ένα συμβάν αλλά το δημιουργεί μέσα από τις λέξεις του. Γνωρίζοντας τη δύναμη της ποιητικής εικόνας, (όχι με τη ζωγραφική της έννοια..), ο στοχαστικός και εσωτερικός ποιητής μας χαρίζει στίχους όπως:

Μέσα σὲ τούτη τή σπηλιά
καίω τὶς τελευταίες μου προθεσμίες
δακρύζοντας ἀπ’ τούς καπνούς.
Κλεισούρα κρύο στήν ψυχή ἐπέτειος δίχως δόξα
– πῶς πάνε οἱ ἄλλοι ἔτσι κατάστηθα στό θάνατο
πῶς πνίγονται ἔτσι στ’ ἀνοιχτά ;
(…)

(Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)

Μιας και ο ίδιος αποφεύγει τη δημοσιότητα όπως ο… διάολος το λιβάνι, οι συλλογές του δεν είναι γνωστές στο ευρύ κοινό. Η επιλογή του αυτή είναι κομβικής σημασίας. Όπως εύστοχα γράφει κάπου ο Μάνος Τασάκος, η δουλειά του ποιητή τελειώνει με την τελεία που βάζει, δεν ενδιαφέρει τον αναγνώστη αν ο συγγραφέας έχει ξανθά μαλλιά ή μελιστάλαχτη φωνή, όπως δεν ενδιαφέρει τον κατοικούντα σε ένα διαμέρισμα η απόχρωση της κόμης του αρχιτέκτονος..

Σε μια περίοδο άγριου καταναλωτισμού και ‘’νομιμοποιημένης’’ ευκολίας στάσεις ανάλογες πρέπει να χαίρουν του σεβασμού όλων μας.

Τα ποιήματά του με έθελξαν εξαρχής. Ήταν μια περίοδος που τα κουβαλούσα παντού: στο μετρό, στο βαπόρι, στο μαξιλάρι κ.α. Αργότερα, διαβάζοντας το ποίημα του Κώστα Δεσποινιάδη:

Απόψε βρέχει
κάποιοι στον κόσμο
κρυώνουν – όπως πάντα
κλείστε τα όλα
τηλεοράσεις, κινητά, διαδίκτυο
τον θόρυβο του κόσμου
και διαβάστε
μόνοι,
παντέρημοι
Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο.

(Ζέλμπα, Πανοπτικόν, 2017)

συνειδητοποίησα αυτό που αρχικώς είχα διαισθανθεί: παντέρημος κανείς πρέπει να εισχωρήσει στα ποιητικά ύδατα του Λυκιαρδόπουλου. Χωρίς λυσάρι και έτοιμες ερμηνείες για σωσίβιο στις αποσκευές. Άλλωστε, όπως γράφει ο Βύρωνας Λεοντάρης, «Τα ποιήματα συμβαίνουν», όσο εμπιστευτούμε ένα ποίημα στ’ ανοιχτά, τόσο αυτό θα μας δείξει οάσεις και θησαυρούς.

Στην θάλασσα για αρκετά χρόνια, πρώτα ως ναύτης και μετά ως ασυρματιστής σαν τον Καββαδία, με διαφορετικό ναύλο από τον Μαραμπού, ο Λυκιαρδόπουλος γράφει για τη ματαίωση των ιδεολογιών, για την κατεδάφιση του ονείρου,

Ὅταν ἤρθαμε
ὑποχωρούσαν τὰ μεγάλα ὁράματα ἀποδεκατισμένα
στὰ ὑπόγεια καταφύγια τοῦ στίχου

τώρα μᾶς πήραν δρόμοι χωρὶς ἐπιστροφή
βήμα πρὸς βήμα συλλαβίσαμε τὴν ἔρημη δεκαετία
συλλαβίσαμε τὴ ζωή μας μὲ χαμηλὴ φωνὴ καὶ λίγο φῶς
καὶ μὲ τὸ δάκτυλο νὰ διστάζει σὲ κάθε συλλαβή
χάσαμε τὴ ζωή μας λίγο λίγο καὶ χωρὶς σκοπό

Μὰ ποῦ εἶναι οἱ μέρες ποὺ στὶς φλέβες τους κυλοῦσαν
ἄνεμοι χτεσινοὶ αὐριανὰ ποιήματα
ὅταν ἡ ἱστορία πλατάγιζε σὲ κάθε συνοικία
τραντάζοντας τὶς ρίζες τ’ οὐρανοῦ τῆς ἀδικίας τὰ μπαλκόνια

δὲν πρόλαβες τίποτα
-ἀνταύγειες μόνο
κουρέλια μουσικῆς ποὺ τὰ ξεβράζει τ’ ὄνειρο κι ἡ τρέλα
ἀνταύγειες ἀπὸ μιὰ μάχη ποὺ ἄλλοι δώσανε
καὶ χάσανε γιὰ σένα

(Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)

και την απαραίτητη ανάγκη της ουτοπίας, για την… αιμάσσουσα πληγή του συμβιβασμού, για την τάση φυγής προς το ανεκπλήρωτο, για την υπαρξιακή αναζήτηση και αγωνία, αφήνοντας τον αναγνώστη, με μοναδικό εφόδιο τους στίχους, να βρει (ή να εφεύρει) την δική του όαση.

Η μάχη «που άλλοι δώσανε και χάσανε για σένα», είναι η επιτομή εκείνου του αισχρού «βλέπε, άκου, μη μιλάς». Ο κακώς εννοούμενος ατομικισμός, η αποξένωση και η απόσταση μεταξύ των ανθρώπων, (στην οποία συμβάλλει και η τρέχουσα διαίρεση σε πραγματικό και ψηφιακό εαυτό), αποτελεί πλέον μια ανεκρίζωτη τάση. Αυτή η σύγχρονη αλλά αρκούντως μεταβολισμένη μορφή βίας καταφέρνει τεχνηέντως να… εξαφανίσει και το φίδι και την τρύπα.

…πάρτε νερό άπό δῶ πού
βρέθηκε τόσο καθαρό. Ὄχι φωτογραφίες καί χαρτιά
πού κιτρινίζουν, ὅρκους και λόγια πού θά ξεχαστοῦν. Μόνο
λίγο νερό και λίγα φροῦτα γιά τίς πρώτες μέρες – ὅσο νά
συνηθίσετε ξανά στήν πείνα καί τή δίψα…

Θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
εἶναι στιγμές πού δέν τό βρίσκουν οἱ καιροί
κι ὁ ποταμός Μεκόγκ πού μέ ἀνακρίνει.
Ὁ πόλεμος δέν μοῦ πῆρε τίποτα
ἔχασα τή ζωή μου ἐν εἰρήνη
άλλάζοντας καταφύγια
ἔμαθα τον ἀποχαιρετισμό σ’ ὅλες τίς γλώσσες.
Ξέρω
τή λευτεριά δέν τήν κερδίζεις φεύγοντας
οὔτε γυρίζοντας τόν διακόπτη σβήνοντας τό μυαλό
τά δάση πού κρυβόμαστε αὔριο θά πιάσουνε φωτιά
καί μεῖς θα βγοῦμε κλαίγοντας ἔξω ἀπό τοῦτες τίς σελίδες
– ὅσοι θά ζἠσουνε θά ζήσουν ἔξω ἀπ΄τίς σπηλιές.
Ὅμως ἀπόψε
θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
βάλε τό ξυπνητήρι στίς ἑφτά
πάνω στό δέρμα σου παραμιλάει τό νερό
πάνω στά χείλια σου πεθαίνουν ὅλες μου οἱ λέξεις.
θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
(… κι ἄν κἀπου κάπου ἀνατριχιάζουν οἱ κουρτίνες
δέν εἶν’ ἀγέρας ἀπ΄τά περασμένα
τό φῶς εἶναι μονάχα
καί τῆς αὐγῆς τά ξαφνικά πουλιά…).

(Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)

Γραμμένο το 1968, 50 χρόνια πίσω κι όμως τόσο σημερινό. Διαβάζοντας το ξανά και ξανά … αντηχάει πίσω μου ο, συνήθης ύποπτος, Καρυωτάκης:

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στὸν πλατὺ κόσμο μιὰ θέση.

Με ελεύθερο στίχο εδώ (αλλού προτιμάει τον έμμετρο ομοιοκατάληκτο), ο ποιητής που «έχασε τη ζωή του εν ειρήνη» επιμένει στο δωμάτιο που δεν το βρίσκει κανείς, τις αναμνήσεις που κρατά κλειδαμπαρωμένες στα μύχια της συνείδησής του.

Μα, στην ουσία, μιλάμε για μια εμπόλεμη και στο φαινόμενο μονάχα ειρήνη

μπουζούκι και μπετόν αρμέ – κάτω απ’ αυτή την μπότα
μεγαλώσαμε

(Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)

που τον διώχνει και τον αναγκάζει «να αλλάζει καταφύγια», αλλά να καταλήγει πως «δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό» προς την ελευθερία.

Δε γίνεται με αναχρονιστικά μέσα ο πόλεμος αυτός -τρύπωσε υπογείως σε υπνωτικά ριάλιτι παιχνίδια, στην ηρωοποίηση ποδοσφαιριστών και καλλιτεχνών που αναπαράγουν τυποποιημένα μηνύματα αποβλάκωσης, στον στιγματισμό του διαφορετικού και στον εξοστρακισμό του δημιουργικού – σημαντικός σύμμαχος η ομοιομορφία -, στον ανταγωνισμό, ο οποίος με την κουκούλα της εξέλιξης, αντί για μικρογραφία σφαγής αποκαλείται… υγεία.

ΛΟΞΟΔΡΟΜΙΑ

Ι

Ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν
γιατί τά δάκρυα λάμπουν διφορούμενα
γιατί ὁ θάνατος χαμογελάει ἀπό τό μέλλον
γιατί τό ψέμα πυροβολεῖ μ᾿ εὐθύβολες ἀλήθειες
γιατί ἡ ἀλήθεια δέν προβαίνει πλέον σέ δηλώσεις

Γιατί
στό ἀγκίστρι τοῦ θανάτου
τό δόλωμα ἦταν ἡ ζωή
…ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν
πῆρες ὅ,τι σοῦ ἀνῆκε
τήν πόλη καί τή θάλασσα
τή θέα τῆς εὐτυχίας πού φεύγει

Πῆρες πολλά ἔδωσες λίγα
ἡ θάλασσα σέ πίστεψε
ἀλλά σοῦ τέλειωσαν τά λόγια

Μήν ἐνοχλεῖς τώρα τόν Κόσμο
οὔτε μέ τήν ἀγάπη

(Τά ποιήματα τοῦ μανδαρίνου, Ύψιλον, 2002)

Ο άνθρωπος, ανοιχτοχέρης στις εκπτώσεις, συνεπαρμένος από την ψευδαίσθηση του μεγαλείου (και γι’ αυτό βαρήκοος στο μοιρολόι της αλήθειας), λοιδορεί το «δούναι και λαβείν», συνθλίβει κάθε τι ατομικό μέσα του, για μια άλλη ψευδαίσθηση, αυτήν της ασφάλειας, και γίνεται έτοιμη λεία για «αθέλητες» παγιδεύσεις στα πλοκάμια ιδεολογιών και αρτηριοσκληρωτικών δογμάτων. Κι όταν τα όρια χαθούν, δε διστάζει να εξακοντίζει τη ρητορεία ενός αρτίως σχεδιασμένου, καλοζυγισμένου και επικερδούς ουμανισμού. Μη γνωρίζοντας όμως πως δεν υπάρχει πια ο στόχος…

Είναι παρήγορο να βρίσκεις τέτοια ποιήματα που η αναπνοή τους πασχίζει να τα κρατήσει όρθια μέσα στον στροβιλισμό της πραγματικότητας.

Όλα τα αληθινά ποιήματα είναι αυτόχρημα και μια πολιτική καταγγελία κι ο ποιητής, ο ταγμένος στο λειτούργημα που λέγεται Ποίηση, οφείλει να διαισθάνεται και να εκφράζει με διορατικότητα όσα οι πολιτικοί (ή πολιτικάντηδες;) και η κοινωνία αρνούνται πεισματικά να δουν, (αν και διοπτροφόροι οι πλείστοι..).

ΙΙ

Τραγούδια ποὺ ξεκίνησαν μὲ ἀνέμους στὰ κατάρτια τους
τραγούδια ποὺ στὶς φλέβες τους ἀπὸ καιρὸ σταμάτησε τὸ αἶμα
χρόνια ποὺ τὰ προσμέναμε σὰν τὰ βεγγαλικά
χρόνια ποὺ σβήσανε προτοῦ ν’ ἀνάψουν ὅλο τους τὸ μπόι
δρόμοι ποὺ θὰ ‘φέρναν στὸ μέλλον
δρόμοι ποὺ τέλειωσαν
μπροστὰ σ’ ἕνα γραφεῖο μὲ τ’ ὄνομα σου ἤ τ’ ὄνομα μου στὴν πόρτα
Ἔτσι λοιπὸν θὰ πάμε ὥς τὴν ἄκρη;
μικραίνοντας
μικραίνοντας
μικραίνοντας
ἔτσι θὰ πάμε ὥς τὴν ἄκρη τῆς ζωῆς μας;

(Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)

Η πρόοδος τελικά δεν ήταν γραμμική. Όλος ο συρφετός με τα τεχνολογικά καλούδια και τις απαστράπτουσες συσκευές που κουβαλούσε αποδείχτηκε φενάκη. Ο μικροαστισμός έγινε πλέον κανονικότητα και όλη η ορμή του ονείρου σταμάτησε απότομα σ’ ένα καμουφλαρισμένο αδιέξοδο: στην πόρτα ενός γραφείου ή ενός γυαλισμένου αυτοκινήτου. Οι τελευταίοι 5 στίχοι, με αυτό το “μικραίνοντας” να επαναλαμβάνεται σαν μαχαιριά, συμπυκνώνουν την έκβαση μιας ύπαρξης που εναντιώθηκε στη συνείδησή της για χάρη της πλαστικής άνεσης..

ΑΚΤΗ

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος γύρισε σπίτι ἐπιτέλους
ἄφησε τὴ μοναξιά του στὰ τραγούδια
ἄφησε τοὺς συντρόφους του σὲ μιὰ σχεδία
ἔκοψε τὰ γένια του χαμογελάει σὲ ὅλους.
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ πιὰ οὔτε νὰ κλάψει
γιατὶ οἱ δικοί του εἶν’ εὐτυχεῖς ποὺ τὸν κέρδισαν πάλι
γιατὶ τὸ κύμα ποὺ ‘ρθε κι ἔφυγε παίρνοντας τόση ζωή
αὐτὸν τὸ γιὸ τὸν ἄκριβὸ τὸν ξέρασε πίσω στ’ ἀκρογιάλι.
Ἐδῶ μεγάλωσε καὶ πέθανε σ’ αὐτὰ τὰ μέρη
κοντὰ στὴ μάνα του καὶ τὸν πατέρα του ἔχασε τὴν ψυχή του
ἐδῶ δίπλα στὴ θάλασσα τὸν σάπισε τὸ καλοκαίρι
κι ἡ ἄμμος ἤπιε τὴ φωνή του.

(Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)

Εδώ είναι μαζεμένη όλη η ένταση και το σφίξιμο του συμβιβασμού, «αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί πια ούτε να κλάψει». Στριμωγμένος στο κοστούμι που του φόρεσαν, ακολουθώντας ευλαβικώς καθωσπρεπισμούς και στερεότυπα, αφήνοντας πίσω τα ενδύματα του ονείρου για την θαλπωρή και την ασφάλεια, πνίγεται και ο πνιγμός αυτός είναι ο χειρότερος…

ΙΙΙ

Ὅλα παιγμένα πάνω σ᾿ ἕνα ψέμα ἀληθινό
τόσο τρυφερά
μ᾿ ἔμπειρα δάχτυλα
στό πιάνο
ὅλα παιγμένα
πάνω σ᾿ ἕνα σκοπό χωρίς σκοπό.

Δέν πάει ἄλλο τό τραγούδι σου μέ τή φωνή μου
κάποιος πρέπει νά πεῖ τήν παράφωνη ἀλήθεια
ἔστω κι ἄν εἶναι νά σωπάσουμε γιά πάντα.

(Τά ποιήματα τοῦ μανδαρίνου, Ύψιλον, 2002)

Υπάρχει μια μελαγχολική διάθεση στα ποιήματα του Λυκιαρδόπουλου, μια καλά ριζωμένη απαισιοδοξία, όχι όμως ρομαντικής χροιάς ή κουραστικής (πλέον) συναισθηματολογίας, αλλά μια συνεχής πυξίδα για το γίγνεσθαι. Ένας κώδωνας κινδύνου προς όλους εμάς τους καθημαγμένους ερασιτέχνες του Πραγματικού, που έλεγε ο Καρούζος, ώστε να αποφύγουμε τις ευκολίες και να πράττουμε κατά τον δαίμονα εαυτού.. Ο Λυκιαρδόπουλος μάς καλεί να παρακούσουμε τον καπετάνιο, να γίνουμε αποστάτες. Με ένα συνεχές κάλεσμα για εξέγερση, για ατομική επανάσταση. Η οποία δεν επιτυγχάνεται δίχως την αυτοκατάφαση και τον αυτοπροσδιορισμό. Κοντολογίς, «Γοργά προς τον εαυτό σου», που έλεγε ο Γερμανός από το Ρέκεν με το μεγάλο, θρασύτατο, μουστάκι…

* Ο Ε.Μύρων γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα και κατάγεται από τη Λευκάδα. Διατηρεί το ιστολόγιο ποίησης Ἀλέκτωρ. Εκτενές αφιέρωμα για τον ποιητή, μπορείτε να διαβάσετε στο ιστολόγιο λογοτεχνίας και ποίησης Μάνος Τασάκος.

** Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: http://www.apotipomata.com/likiardopoulos-gerasimos-afieroma-emiron/?fbclid=IwAR0AwLWA9l6YCB4KnwTXyaUSavTS8p18Bi7tqbQ1ZZYVCOmPNUZj6hUHEt8

Ο Νάνος Βαλαωρίτης γράφει για τον André Breton

Με τον Α. Breton γνωρίστηκα το 1954 και έως το 1960 διατηρήσαμε μια αρκετά στενή επαφή, συχνά καθημερινή. Βέβαια ήταν περιτριγυρισμένος από τους νεαρούς τρίτης γενεάς οπαδούς του που ήταν πολυάριθμοι, καμιά τριανταριά, με συμπαθούντες επισκέπτες κάθε τόσο στις συναντήσεις στο καφενείο, και στο σπίτι του στο Saint cirq la Popie στον ποταμό Lot, στη νότιο Γαλλία.

Εκεί, χάρις στο αυτοκίνητο της Μαρίας, της τότε φίλης και κατόπιν συζύγου μου, που με είχε φέρει σε επαφή μαζί τους στο Παρίσι, τον Οκτώβρη του 1954, εξερευνούσαμε τον ποταμό για αχάτες στην κοίτη και στις όχθες του. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άρθρο για τις πέτρες, που ο Breton δημοσίευσε στο περιοδικό του Surréalisme Même το 1955, όπου και περιέλαβε μια ανακοίνωσή μου για την ανακάλυψη ενός πιθανώς προϊστορικού γλυπτού μιας θεάς με κεφάλι νυχτερινού πουλιού, που λατρευόταν στην περιοχή. Η Μαρία είχε βρει ένα τέλειο μαύρο αυγό.

Οι μέρες αυτές με συντροφιά τον Breton, τον Peret και τους φίλους τους, θα μου μείνουν αξέχαστες. Όταν έφυγαν οι άλλοι και μείναμε με τον Breton και τη σύντροφό του Ελίσα, σε απογευματινές συναντήσεις μας σ’ ένα καφενείο του χωριού, μου εκμυστηρεύτηκε τι του είχε πει ο Paul Valéry για τα ποιήματά του: ότι μια γυναίκα είναι ωραία με λιγότερα στολίδια, – ήταν η εποχή που έγραφε μαλλαρμεϊκά ποιήματα πολύ φορτωμένα με εικόνες και μπαρόκ.

Ότι το κίνημα του Υπερρεαλισμού ποτέ δεν έχασε την αισθητική παιδεία απ’ την οποία είχε προέλθει είναι λίγο γνωστό. Συνήθως η έμφαση δίνεται στα αυτόματα κείμενα των πρώτων χρόνων – ενώ στο βάθος ο Breton ήταν ένας μεγάλος αισθητικός της γλώσσας και βασάνιζε κάθε φράση που έγραφε. Το ίδιο σε αναλογία ήταν και οι άλλοι φίλοι του, Eluard, Chart, Queneau, Desnos, Peret, Aragon, Soupault, Vitrac, Prévert, κ.τ.λ. Ότι ο Υπερρεαλισμός είναι και ένα κίνημα ανανέωσης μεν αλλά και αισθητικής της γλώσσας η απόδειξη είναι ότι οι ηλεκτρικοί ποιητές που βγαίνουν απευθείας από το γλωσσικό αισθητισμό του Υπερρεαλισμού έκαναν μια ποίηση υπερ- αισθητισμού, πιο έντονα μπαρόκ από τα κλασσικά υπερρεαλιστικά κείμενα.

Τα πεζά του Breton, είναι γραμμένα με πολύ εκτεταμένες φράσεις που μοιάζουν εκπληκτικά στο στυλ, στο ύφος του Proust, του οποίου διετέλεσε διορθωτής όταν ήταν νέος, αλλά βέβαια και της πρόζας του Mallarmé, χωρίς να είναι ο προσανατολισμός του ο ίδιος.

Μια πολύ έστω κι επιφανειακή γνωριμία με τον Breton επικυρώνει ότι ακόμα και τα αυτόματα κείμενα είναι μετατροπές κλασσικών κειμένων και δείχνουν φανερά την προέλευσή τους, και διατηρούν το γούστο και την παραδοσιακή αισθητική της γαλλικής γλώσσας. Θα παρατηρήσουμε το ίδιο φαινόμενο στην ποίηση του Εμπειρίκου, του Ελύτη, του Εγγονόπουλου, του Γκάτσου, στα οποία η ανανεωτική τους πλευρά ποτέ δεν παραβιάζει το αισθητικό αισθητήριο της γλώσσας.

Το ίδιο παρατηρείται στον αισθητισμό του εικαστικού υπερρεαλισμού από τον De Chirico, (που είναι και πολύ μεγάλος μαέστρος του ποιητικού πεζού λόγου) έως τον Matta, τον Brauner και άλλους νεότερους, που διατηρούν πάντοτε μια αισθητική της σύνθεσης της γραμμής, και του χρώματος, ακόμα και στο λεγόμενο αφαιρετικό λυρισμό. Η τεχνική τελειότητα στους Tanguy, Dali, Magritte, Picabia, Duchamp, παρ’ όλες τις ανατροπές στο περιεχόμενο, το θέμα, και την κατάργηση της απλής απεικόνισης (ρεαλισμός, νατουραλισμός) δείχνει και κατ’ αναλογία στην ποίηση μια ανάλογη προσοχή στα μεταφραστικά μέσα.

Ο Breton δεν ήταν ποτέ υπέρ του οτιδήποτε και με όποιο τρόπο. Τα κριτήριά του πολύ αυστηρότερα από των κριτικών του κανόνα, ακόμα μας εκπλήσσουν με την ορθότητα της επινόησής τους. Και το άλλο στοιχείο είναι ο σεβασμός που είχε στη φύση, στα ζώα, τα φυτά, τις πέτρες, σε όλα τα φυσικά φαινόμενα, τόσο που θα’ λεγες ότι έχεις να κάνεις μ’ έναν φυσιολόγο.

Η προήγηση των μανιφέστων και των πειραμάτων της εποχής των νταντά είχε τον χαρακτήρα της ανάγκης της ανανέωσης, που ήταν ήδη φανερή στους προδρόμους ποιητές, Jarry, Mallarmé, Apollinaire, R. Roussel, και στον πρώτο Valéry του «Κυρίου Τεστ». Η γαλλική ποιητική γραφή, όδευε προς τα εκεί, όπου τα μανιφέστα και η σύνταξη του κινήματος συστηματοποίησε την τάση στο επίπεδο της θεωρίας και των ιδεών. Ιδέες που είχαν τις ρίζες τους στο ρομαντισμό, παρνασσισμό και συμβολισμό των Baudelaire, Nerval, Rimbauld, Lautréamont, και του Huysmans, του οποίου το «Ενάντια στο ρεύμα» είναι η βίβλος και των λεγομένων αισθητικών ντεκαντάν, του Wilde και άλλων, αλλά και στέκεται ψηλά στην εκτίμηση των υπερρεαλιστών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο E. A. Poe, από τον οποίο κατάγεται ο συμβολισμός ήταν ένας μεγάλος θεωρητικός και εφαρμοστής της αισθητικής της γλώσσας, άσχετα αν τα θέματα του είχαν μια τάση προς το πεισιθάνατο, τη μελαγχολία και τη φρίκη. Η γλώσσα του δίνει ένα άλλο ζωτικό και ανυψωτικό μήνυμα. Κι αυτός ο πολύ λεπτός συνδυασμός εξηγεί πολλές πλευρές της περίπλοκης ποιητικής θεωρίας του υπερρεαλισμού.

Η ώση του παραλόγου, του ανατρεπτικού, του ασύνειδου, χωρίς αισθητικό μέτρο, οδηγεί μόνο σε προϊόντα με ψυχολογική αλλά όχι ποιητική αξία. Μόνο ο συνδυασμός των δύο αποτελεί ποιητική γραφή.

Νάνος Βαλαωρίτης
Ποιητής – ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Σαν Φρανσίσκο

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/10/andre-breton.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85%29