Μικρό ἀφιέρωμα στὸν ποιητή Ε.Μύρωνα

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΤΑΣΑΚΟ

(Ἡ σημερινὴ παρουσίαση ἐκτείνεται κάπως περισσότερο ἀπ’ ὅσο ταιριάζει σὲ μία κριτικὴ πρὸς νέο ποιητή, καθὼς δὲν ὑπάρχουν σὲ ἔντυπη μορφὴ συγκεντρωμένα τὰ ποιήματα τοῦ Ε. Μύρωνα κι ἔτσι ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ τὰ γνωρίσει μόνο μέσα ἀπὸ τὸ διαδίκτυο καὶ σκόρπιες κριτικές. Ὅλα τα ποιήματα πολυτονίστηκαν [μὲ τὴν ἔγκριση τοῦ ποιητῆ] ἀπὸ τοὺς συνεργάτες μου, θερμά τοὺς εὐχαριστῶ, δὲν ἦταν μιὰ εὔκολη διαδικασία. Ἀπὸ τὴν παρουσίαση ἀπουσιάζουν στενὰ φιλολογικὲς παρατηρήσεις, γραμματολογικὲς ἀναφορὲς καὶ ἄλλα παρόμοια. Νομίζω πὼς ὅλα τοῦτα ἕπονται καὶ παρακολουθοῦν τὴν πορεία ἑνὸς ποιητή, ἀφοροῦν τὸ μέλλον. Τώρα ποὺ ἀκόμη εἶναι ἀρχὴ, ἃς μείνουμε στὰ οὐσιώδη, στὰ γενικὰ γνωρίσματα μιᾶς ποιητικῆς. Γιὰ ὅσους τέλος συνεχίζουν νὰ γκρινιάζουν γιὰ τὴν ἔκταση τῶν κειμένων μας, θὰ πῶ μονάχα τοῦτο. Ἡ κριτικὴ ἔχει ἀπαιτήσεις καὶ γι’ αὐτὸ ἐκτείνεται. Ὅσοι ἐπιθυμοῦν ἁπλὲς ἀναφορὲς καὶ ἀνάγνωση ὀπισθοφύλλων, εὔκολα θὰ τὰ εὕρουν ἀλλοῦ. Ἐπιμέλεια καὶ σελιδοποίηση κειμένου ἀπὸ τὸν Χρῆστο Γρηγοριάδη. Ὀρθογραφικές καὶ πολυτονικές ἀστοχίες ὀφείλονται κυρίως στόν γνωστό δαίμονα)

Louise

Αὐτὴ τὴ βάρκα πέρα ‘κεῖ

ποὺ γδέρνεται στὴν ξέρα,

γι’ ἀτμόπλοιο τὴν εἴχανε-

γιὰ πράγματα μεγάλα

καὶ σπουδαῖα.

Ἤτανε κι ὁ πατέρας της

γνωστὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς-

μὲ τοὺς ἐπιβάτες του

νύχτα-μέρα συνεπής.

Ἐκείνη τὸ πέλαγος δὲν ἄντεχε.

Ξένη σὲ θάλασσ’ ἀνοιχτή,

ἔφτιαξε ποτάμι πέτρινο

δικό της, χωμάτινο κελλί.

Θὰ ‘χε πορεία καλή…

αὐτὴ ἡ βάρκα πέρα ‘κεῖ

ποὺ ξέθωρη καὶ μόνη

χάνεται στὴν ξέρα.

Ἀλλὰ ἡ Louise ἔμεινε

ἀπ’ τὶς γραμμὲς καὶ τὶς γιορτές,

ἀπὸ καπεταναίων ἐντολές

κι ἀπ’ ὅλους, πέρα…

(δεῖτε μὲ πόση δύναμη καὶ συμμετρία – ἐπάνω της στηρίζεται ὅλο το ποίημα – ἔρχεται κι ἐπανέρχεται ἡ λέξη «πέρα». Καὶ πῶς στὸν τελευταῖο στίχο μεγεθύνεται καὶ ἀφήνει αὐτὸν τὸν μελαγχολικὸ τόνο. Ποτὲ μὴν θεωρήσετε ὅτι ὑπάρχει κάτι τὸ τυχαῖο στὴν καλὴ ποίηση. Ρυθμὸς καὶ περιεχόμενο ἔχουν πολλὲς ἀναλογίες μὲ τὸ “Ἡ “Κλεοπάτρα”, ἡ “Σεμίραμις” κ’ ἡ “Θεοδώρα”” τοῦ Ἀλέξανδρου Μπάρα)

Εἶναι κάποιες φορὲς ποὺ ἡ κριτικὴ τῆς λογοτεχνίας, ὁμοιάζει μὲ ἐκείνη τὴν δουλειὰ τοῦ ρυμουλκοῦ. Ὅπως τὸ μικρὸ σὲ μέγεθος καὶ ταπεινὸ ἐκεῖνο πλεούμενο τραβᾶ πίσω του σκαριὰ ποὺ ἀτύχησαν, ποὺ βυθίστηκαν, ποὺ ξέμειναν στὰ ρηχά, σκαριὰ ποὺ μεῖναν μοναχὰ νὰ γέρνουνε στὰ κύματα δίχως τιμόνι καὶ πυξίδα – ἔτσι καὶ ὁ κριτικὸς λογοτεχνίας ἔχει κάποτε παρόμοιο ἔργο νὰ τελειώσει. Μέσα σὲ ἕνα ἀπέραντο πλῆθος χειρογράφων ποὺ κιτρινίζουν στὸ συρτάρι του, ἡ ματιὰ του πρέπει νὰ εὕρει τὸ ἄξιο σκαρί, τὴν ἄξια ἀράδα ποὺ μισοπνίγεται στὴν ἀφάνεια, στὸν σωρό, στὴν συνάθροιση καὶ μὲ ὅση τρυφεράδα μπορεῖ, νὰ τραβήξει σὲ στέρεο πάτημα τὸν στῖχο καὶ νὰ τοῦ δώσει τὴν θέση ποὺ τοῦ πρέπει.

Σὲ ἐποχὲς ἀκρισίας καὶ ἐπικράτησης ἀπόλυτου ὑποκειμενισμοῦ, αὐτὸ τὸ ἔργο δὲν εἶναι μοναχὰ ἄχαρο καὶ κοπιῶδες, εἶναι κυρίως δύσκολο καὶ ἐπικίνδυνο. Συνηθισμένη ἡ ματιὰ στὴν μετριότητα καὶ στὴν σύμβαση, εἶναι εὔκολο νὰ παραγνωρίσει, νὰ λαθέψει, νὰ δώσει τὰ εὔσημα στὸ κίβδηλο καὶ νὰ σταθεῖ ἐχθρικὴ ἀπέναντι στὴν ποιότητα καὶ τὴν ἀξιοσύνη. Ἀκόμη καὶ τότε ποὺ ἡ κριτικὴ στὴν Ἑλλάδα ἦταν σχετικὰ συγκροτημένη καὶ πατοῦσε ἐπάνω σε θηριώδη μόρφωση – ἀκόμη καὶ τότε ξέφυγαν ποιότητες, ποιητὲς καταδικάστηκαν νὰ σηκώνουν ἐτικέττες στερεότυπες, (ἐμβληματικὸ παράδειγμα ὁ Καρυωτάκης), στίχοι πρωτοποριακοί, (σὲ μορφὴ καὶ περιεχόμενο), ἀποβλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας ὡς ἀκατανόητοι, αἱρετικοί, κάποτε ἁπλῶς διαφορετικοί.

Ποιήματα τοῦ Μύρωνα, τοῦ Ντέμη Κωνσταντινίδη καὶ λίγων ἀκόμη συμπεριλαμβάνονται στὴν ὑπὸ ἔκδοση ἀνθολογία. Εἶναι ἄγνωστη ἀκόμη ἡ ἡμερομηνία ἔκδοσης, καθώς οἱ ποιότητες σπανίζουν καὶ ἡ ἀναζήτηση στὸ διαδίκτυο χρονοβόρος καὶ ἐξαιρετικά κοπιώδης..
Δυστυχῶς ἡ κριτικὴ εἶναι ἕνα παρακολούθημα τῆς δημιουργίας, ἀκολουθεῖ τὶς διακυμάνσεις της, τρέφεται καὶ ὡριμάζει ἀπὸ τὶς ποιότητές της. Σὲ ἐποχὲς ποὺ ἡ λογοτεχνία, (καὶ ἰδιαιτέρως ἡ ποίηση) σταματᾷ νὰ κοχλάζει, σὲ μέρες ποὺ ἡ μετριότητα κυριαρχεῖ, ἡ κριτικὴ στέκει ἀμήχανη κι ἔχει δύο ἐπιλογές: εἴτε συνεχίζει νὰ ἀκολουθεῖ τὸ κείμενο, ὡς αὐλικὸς ποὺ ἀποδέχεται μισθὸ καὶ κατ’ ἐπάγγελμα κολακεύει ἀκόμη καὶ τὰ ἀνόητα, εἴτε ἀποσύρεται στὴν ἀπέναντι ὄχθη καὶ μὲ μάτι ψύχραιμο, ἀνεπηρέαστο, περιμένει τὸ γεννοβόλημα – γιατί ἀργὰ ἢ γρήγορα ὁ ἄξιος στίχος θὰ ἐμφανιστεῖ, τὸ βαθύτερο θὰ βγάλει τὸν μοναδικό του ἦχο, τὰ ἥσυχα νερὰ θ’ ἀνταριάσουν. Ὅσο τὰ νερὰ εἶναι ἥσυχα ἢ καὶ θολὰ, ὁ κριτικὸς μισοκοιμᾶται, ἀπὸ τὸν ἦχο καὶ μόνο τῆς ροῆς τὴν νοιώθει τὴν ἀποχαύνωση, τὴν ρᾳθυμία τοῦ θέρους, τὴν ἀνία τῆς ρουτίνας. Μὰ κάποια στιγμή, (καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ στιγμὴ ποὺ περιμένει, γιὰ χάρη της ζεῖ καὶ ἀναμένει..), τὸ διάφορο θὰ περάσει ἀπὸ μπροστά του, τὸ μάτι του θὰ ξεθολώσει καὶ ὅλο το φορτίο τῆς κρίσης του ξυπνᾶ, σὰν τὸν μίσχο ποὺ ἀπότομα σκάει ἀπὸ τὸ χῶμα καὶ διεκδικεῖ ζωή, ὀξυγόνο. Εἶναι τὸ νέο καράβι ποὺ φάνηκε στὸν ὁρίζοντα, ἦρθε ἡ ὥρα τὸ ρυμουλκὸ νὰ κάμει τὴ δουλειά του. Εἶναι ἁπλῶς μία ἐλπίδα – κανεὶς δὲν ξεύρει ἂν θὰ συνεχίσει νὰ ὑπάρχει αὔριο, ἂν θὰ διαψεύσει προσδοκίες, ἂν θὰ βυθιστεῖ στὸ τέλμα, ἂν θὰ παρασυρθεῖ ἀπὸ τὶς σειρῆνες τῆς εὐκολίας. Μὰ ἀκόμη κι ἂν ἐτοῦτο τὸ σκοτεινὸ σενάριο ἐπαληθευθεῖ, μικρὴ σημασία ἔχει. Ὁ κριτικὸς ἔκαμε τὴν δουλειὰ ποὺ πρέπει, θὰ γυρίσει στὸ πόστο του, ἡ θάλασσα εἶναι ἀπέραντη, κάποια στιγμὴ ἄλλο πλοῖο θὰ φανῆ νὰ προσπαθήσει..

Τὸν Ε. Μύρωνα, (προφανῶς ψευδώνυμο, εὔστοχο, Καβαφικό..), δὲν τὸν γνωρίζω προσωπικά, γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς ἡ ἀπόσταση ἀπὸ ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους γράφω εἶναι ἠθελημένη – τὸ βλέμμα πρέπει νὰ εἶναι ἀνεπηρέαστο, ἀδέκαστο, ὁ κριτικὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναγελάζεται οὔτε στὸ ἐλάχιστο μὲ τοὺς δημιουργούς. Θυμᾶμαι κάποτε, ἕναν ἀπὸ τοὺς τελευταίους σημαντικούς, (καὶ ἀθυρόστομους) κριτικούς, (ἔχει ἀπὸ καιρὸ πεθάνει..), νὰ λέει..

«..ἡ κριτική μου ματιὰ γιὰ τὸν Παλαμᾶ τὰ σκάτωσε ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μέθυσα σπίτι του μὲ κρασὶ καὶ συμπάθεια φιλική..».

Τὸν Μύρωνα λοιπόν,δὲν θὰ τὸν συναντήσετε στὶς λαμπερές προθῆκες τῶν μεγάλων βιβλιοπωλείων, δὲν θὰ τὸν ἀπαντήσετε στὶς παρουσιάσεις βιβλίων· κάποιοι ἴσως τὸν ἀνταμώσατε στὸ διαδίκτυο, μὰ ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ ἄλλους ποιητές, (Κοντόπουλος, Κωνσταντινίδης, Ραδηνός καὶ καμμιά δεκαριὰ ἀκόμη..), οἱ στῖχοι του χάνονται στὴν μᾶζα, ἡ ἐποχή ξεπερνᾶ μὲ εὐκολία τὶς ποιότητες, τὶς περισσότερες φορές δὲν τὶς ἀναγνωρίζει κἄν. Ἡ σημερινή παρουσίαση εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀδιάκοπης σάρωσης τοῦ διαδικτύου ἀπὸ τοὺς συνεργάτες μου προκειμένου νὰ ἐντοπιστοῦν φωνές ποὺ ἔχουν κάτι νὰ ποῦν, ποὺ ἔχουν κάτι ἄξιο νὰ προσφέρουν..

Γιὰ νὰ δοῦμε. Κάποιοι πρῶτοι στίχοι στὸ διαδίκτυο εἶναι ποὺ κίνησαν τὸ ἐνδιαφέρον. Ἂν θυμᾶμαι καλὰ πρέπει νὰ ἦταν τὸ ποίημα «Κρεμμύδι»..

Στὸν κ. Γιῶργο

καὶ στὶς μεγάλες, ἁπλὲς κουβέντες

Φυτεύω τὸ κρεμμύδι μου

νὰ μὴν ἔχω ἀνάγκη κανέναν –

Τὴν ἀξιοπρέπειά μου

κι ἀς δακρύζω.

Μπᾶ! Ἰδοὺ ἕξι ἀξιοπρόσεκτοι στίχοι – δύο εἰσαγωγικοὶ καὶ τέσσερις πυρηνικοί, ἐκ μεταφορᾶς ἀφομοιωμένοι ἀπὸ τὸν ποιητή..

Ἕνα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ πολλὲς φορὲς χαρακτηρίζουν τὴν καλὴ ποίηση, (κάτι ἔκδηλο ὁπωσδήποτε καὶ κυρίαρχο στὸν Μόντη, πολλὲς φορὲς ἀκόμη καὶ στὸν Καρυωτάκη..), εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ὀνομάζω «δημιουργικὴ ματιὰ στὸ ἀσήμαντο», στῖχος δηλαδὴ ποὺ πιάνει γερά το καθημερινὸ καὶ τὸ ἀναγάγει σὲ σύμβολο μοναδικό, διαχρονικὸ, καὶ ἄρα πανανθρώπινο. Θὰ πεῖ κάποιος: «ἔ, καλά, καὶ τί καινούριο μᾶς λέει δηλαδὴ ἐτοῦτο τὸ ποίημα; Καὶ γιατί εἶναι τόσο σημαντικό;..».

Στοχασμοὺς γιὰ τὴν ποίηση καὶ τὴν ἀξιολόγησή της θὰ εὕρετε σὲ ἄλλα κείμενα, ὅμως ἐδῶ θὰ ἀρκεστῶ νὰ εἰπῶ τοῦτο. Εἶναι πολλὲς φορὲς ποὺ οἱ νέοι ποιητὲς νομίζουν πὼς ἡ ποίηση πρέπει νὰ εἶναι ἁπλὴ ἀποτύπωση μιᾶς σκέψης, ἑνὸς δόγματος, κάποτε μιᾶς ἰδεολογίας. Ὅμως ὁ στίχος δὲν ἔχει ἀνάγκη μοναχὰ μίαν ἀλήθεια, (βεβαίως ἀπαραίτητη γιὰ τὴν γνησιότητά του..), δὲν φτάνει ἕνας κοινότοπος στοχασμὸς γιὰ νὰ ἀποκτήσει ποιότητα – ἀπαιτεῖ ρυθμό, οἰκονομία, συμπύκνωση, ἐπιτυχημένες μεταφορὲς καὶ τὸ κυριότερο: ἀντίστιξη, ὅσο πιὸ ἔντονη εἶναι ἡ ἀντίστιξη τόσο πιὸ δυνατό το μήνυμα, τὸ εὗρος ἢ ἂν θέλετε τὸ βάθος τῆς ματιᾶς. Τὸ θαρρεῖτε εὔκολο νὰ σκύψετε πάνω ἀπὸ ἕνα ταπεινὸ κρεμμύδι καὶ νὰ διακρίνετε μέσα στὴν ταπεινότητά του (καὶ στὴν δακρυγόνο ἱκανότητά του..), ἕνα οἰκουμενικὸ μήνυμα γιὰ τὴν συνείδηση, τὴν ποιότητα, τὴν ἀντίσταση τοῦ προσώπου ἀπέναντι στὴν μᾶζα καὶ στὴν μετριότητά της; Ἡ οἰκονομία τοῦ μόλις τετράστιχου ποιήματος,εἶναι ἐπίσης ἐξαιρετική. Στὸ πρῶτο δίστιχο ἁπλῶς χαμογελᾶτε, πιστεύοντας πὼς ἡ ἀναφορὰ εἶναι καθαρὰ ὑλιστικὴ καὶ ἴσως ἀσήμαντη – φυτεύω ἕνα κρεμμύδι γιὰ νἄχω τὴν ἐπισιτιστική μου ἐπάρκεια – ὅμως στὸ δεύτερο δίστιχο νἄτο τὸ ξάφνιασμα, δεῖτε πόσο ἔξυπνα μία ἰδιότητα ποὺ ὅλοι σιχαινόμαστε, ξεφεύγει ἀπὸ τὸ συνηθισμένο, παίρνει τὸ κρεμμύδι ἀπὸ τὸ χωράφι καὶ τὸ πετᾶ σὰν σημαία, σὰν λάβαρο σὲ ὅσους νιώθουν ἕτοιμοι νὰ πληρώσουν τὸ τίμημα ἑνὸς ὀνείρου. Θυμηθεῖτε τὴν διαφορετικὴ χρήση καὶ ματιὰ στὸν Καρυωτάκη…

[ ] θάνατος οἱ γυναῖκες, ποὺ ἀγαπιοῦνται

καθὼς νὰ καθαρίζουνε κρεμμύδια…

Αὐτὴ εἶναι ἡ ποιητικὴ γλῶσσα, αὐτὸς εἶναι ὁ θαυμαστὸς κόσμος τῆς λογοτεχνίας, ποὺ πάντα ἀνακαλύπτει μιὰ διαφορετικὴ ματιὰ ἕνα γύρω, ἀκόμη καὶ ἐκείνη τὴν ὥρα ποὺ ὅλα μοιάζουν νὰ ἔχουν εἰπωθεῖ. Σύμβολο θανάτου, ρουτίνας, ἀφόρητης πλήξης στὸν Καρυωτάκη, σημαία καὶ λάβαρο στὸν Μύρωνα – πόση ἀντίστιξη, πόσο διαφορετικές, μὰ καὶ πόσο εὔστοχες ματιὲς καὶ οἱ δύο!.. Καὶ στὰ δύο ποιήματα ἡ ἔκπληξη, ἡ ἀνατροπή, αὐτὴ ἡ τόσο ξεχασμένη ἀνατροπὴ σήμερα στὴν λογοτεχνία μας..

Ἀλλὰ ἃς προχωρήσωμε.

Χρηστικότητα

Ξεκινήσαμε ρομαντικοὶ

μετρούσαμε τὰ πράγματα μὲ ἰδέες·

ἐρωτευμένοι μὲ τὸ ἀνώφελο

ζυγίζαμε μὲ ὄνειρα τὶς στιγμές.

Καταλήξαμε λογιστές,

μετρᾶμε πλέον μὲ ἀριθμοὺς-

ἡ ἔγνοια μας καρφωμένη

στὸ συμφέρον καὶ στὸ ἀπόβαρο.

Μᾶς τὰ σκοτώσανε τὰ ὄνειρα,

ἔτσι νὰ ποῦμε

ὅταν μᾶς ρωτήσουν.

Μᾶς τὰ σκοτώσανε

νὰ ποῦμε,

ὄχι πὼς δὲν τολμήσαμε.

(ὁ ποιητὴς γράφει ἑνωμένο τὸ τελευταῖο ἑξάστιχο, αὐθαιρετῶ χωρίζοντάς το σὲ δύο τρίστιχα, πιστεύοντας ὅτι ἔτσι μεγαλώνει ἡ ἀπαραίτητη παύση – στιγμιαία παρόλα αὐτὰ – πρὶν τὴν ἀνατροπὴ καὶ τὴν ἐξαιρετικὴ ἀδιόρατη εἰρωνεία καὶ μομφή..)

Πρόκειται βεβαίως γιὰ ἕνα κριτικὸ ποίημα, γιὰ τὴν ἀμφισβήτηση τῶν ἄλλοθι, τὴν μετάθεση εὐθύνης, τὴν δειλία ἐν τέλει νὰ ἐπωμιστοῦμε τὴν προσχώρηση στὴν εὐκολία, τὴν ρουτίνα, τὸ νιτερέσο. Γιὰ δεῖτε τώρα τὸ ποίημα, ἔχει καλὴ οἰκονομία, σωστὴ στίξη καὶ ὁπωσδήποτε ἕνα περιεχόμενο ἀναμφισβήτητα ἐπικριτικό τοῦ ἀκραίου ὑλισμοῦ καὶ τῆς κενότητας. Θἄλεγε κανεὶς ὅτι οἱ δύο πρῶτες στροφὲς θὰ μποροῦσαν νὰ ἀπουσιάζουν, ξεκινῆστε το ἀπὸ τὴν τρίτη στροφὴ καὶ θὰ τὸ δεῖτε ἀκέραιο μπροστά σας, ἀπόλυτα συμπυκνωμένο, δίχως τίποτα τὸ περιττό. Εἶναι βεβαίως μία ἄποψη καὶ θἄλεγα διαθέτει ἕνα δίκαιο, μία ἀναγνωστικὴ τεκμηρίωση. Παρὰ ταῦτα, προσωπικά τὸ προτιμῶ στὴν ὁλότητά του, περισσότερο δηλαδὴ σὰν ἀφηγηματικὸ ποίημα, παρὰ ὡς ἐπίγραμμα. Στὴν μία ἢ τὴν ἄλλη μορφὴ, εἶναι ἕνα καλὸ ποίημα ποὺ σῴζεται ἀπὸ τὴν σύμβαση μόλις στὴν τελευταία στροφὴ – ἴσως σὲ κάποια μελλοντικὴ ἀναθεώρηση ὁ ποιητὴς «παίξει» μὲ μία λιγότερο συμβατικὴ ἀφήγηση στὶς δύο πρῶτες στροφές.

Ἡ «χρηστικότητα» εἶναι ἐπιπλέον ἕνα ποίημα-τοποθέτηση, ἕνα πικρὸ σχόλιο σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ ἔχει πρὸ πολλοῦ ἀπωλέσει, (ἐὰν τὴν εἶχε καὶ ποτέ..) τὴν πνευματικότητά της ἢ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε καλύτερα, τὸ πρόταγμα τοῦ πνεύματος ἔναντι τῆς ὕλης, τὴν ἐπιβράβευση τῆς ἀδέκαστης συνείδησης ἀπέναντι σὲ κείνη ποὺ δωροδοκεῖται καὶ δωροδοκεῖ, ποὺ λυγίζει τὴν μέση προκειμένου νὰ παραμείνει κάτοχος ἰδιοκτησιῶν. Αὐτὴ ἡ ἐπίκριση διαπερνᾷ πολλὰ ἀπὸ τὰ ποιήματα τοῦ Μύρωνα – ἄλλοτε περισσότερο ἐπιτυχημένα, ἄλλοτε λιγότερο, ἀλλὰ πάντως δίδει ἕνα στίγμα τῆς ποιητικῆς ἀφετηρίας του, ἕνα ἀρχικὸ σταθερὸ σημεῖο.

(Σκέφτομαι καμμιὰ φορά ὅτι ὅλοι οἱ γραφιάδες [καὶ βάζω καὶ τὸν ἑαυτό μου μέσα], στήνουμε πάντοτε ἀπέναντι τὸν συμβιβασμένο, τὸν ὑπόδουλο, τὸν εὐλύγιστο. Θὰ εἶχε ἐνδιαφέρον νὰ πάρωμε κάποτε μετάθεση καὶ πρὸς ἐκείνη τὴν ὄχθη, νὰ δοῦμε τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ τὴν ὀπτική του. Δὲν εἶναι εὔκολο καὶ δυὸ τρεῖς ποιητάδες ποὺ τὸ ἐπιχείρησαν δὲν τὸ μπόρεσαν, κατάφεραν μόνο νὰ ξεπέσουν σὲ φθηνὴ διδασκαλία ἢ σὲ ἕνα ἀφόρητο μελό. Εἶναι μία πρόκληση νοηματική, μιὰ ἀνατροπὴ ποὺ ἴσως κάποτε τὴν δοῦμε νὰ πετυχαίνει..)

Ἃς δοῦμε τώρα ἕνα πολὺ καλὸ ποίημα, τὸ ἔχω συμπεριλάβει καὶ σὲ προηγούμενο ἄρθρο, τὸ δημοσιεύω καὶ πάλι γιὰ νὰ μὴν ἀνατρέχετε. Εἶναι τὸ «Ἀρχιτέκτονες οὐρανοῦ»…

Καθὼς μ’ ἕνα ξυλάκι

(ξεριζωμένο ὅπως – ὅπως),

σχεδιάζουν τὸν οὐρανὸ

σ’ ἕνα βοῦρκο μὲ λασπόνερα,

ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ μιὰ μπόρα

ἐξαφανίζει τὰ σκίτσα τους.

Κι ὅμως ἐκεῖ, στὴν ἄκρια,

ἀνάμεσα στὶς λάσπες,

ξεσκεπάζουν λίγο – λίγο

κομμάτια μεγαλείου.

Ξεθολώνουν τὸ θαῦμα.

Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι

μὲ τὸ ξυλάκι,

μὲ τὸ ξεριζωμένο κλαράκι.

Σὲ κάθε καλὸ ποίημα ὑπάρχει συνήθως μία φράση ποὺ τὴν ὀνομάζω «στῖχο – κλειδί», ἐκείνη δηλαδὴ ποὺ διαθέτει τὸ μεγαλύτερο βάθος μέσα στὸ ποίημα καὶ σηματοδοτεῖ τὴν βασική νοηματική του – σὲ ἁπλὰ ἑλληνικά, ἐκεῖνος ὁ στίχος ποὺ κουβαλᾷ τόση ἔνταση καὶ πύκνωση ποὺ κάποτε γίνεται καὶ παροιμιώδης, κάποτε καὶ γνωμικό. Ὁ στίχος «Ξεθολώνουν τὸ θαῦμα» μὲ τὶς πολλαπλὲς ἀναγνώσεις του, (δὲν εἶναι πράγματι θολό το θαῦμα μέσα στὴν ἀστραπιαῖα ταχύτητά του; δὲν εἶναι ἕνα εἶδος κρυπτογράφησης ποὺ ἐπιζητᾷ τοὺς ἀναλυτές του;..) εἶναι αὐτὴ ἡ φράση κλειδὶ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιεῖται στὴν καθημερινὸ πλέον λόγο ὡς δηλωτική τοῦ ἀκούραστου πνευματικοῦ ἐργάτη, τοῦ διανοούμενου ποὺ χωρὶς ἀνταμοιβὲς καὶ κότινους, βάλθηκε νὰ ἀποκαλύψει ἐμπρὸς μας τὸ θαῦμα τῆς δημιουργίας – τῆς ὅποιας δημιουργίας. Ἐξαιρετικὴ ἐπίσης ἡ ἐμφατικὴ ἐπανάληψη τοῦ τελευταίου στίχου ποὺ ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ ἀγῶνας, (δὲν ἔχει τόση σημασία γιὰ ποιὸ σκοπό..), εἶναι σχεδὸν πάντα μία μορφὴ δονκιχωτισμού. Δὲν εἶναι ἀσπίδες καὶ δόρατα ὅλα κεῖνα ποὺ κρατοῦν οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι, κλαράκια ἀδύναμα εἶναι ποὺ τσακίζονται καὶ τσακίζονται, ξανὰ καὶ ξανὰ καὶ κάποτε ἡ ἀξία βρίσκεται μοναχὰ στὴν ἐπιμονὴ καὶ στὸ πεῖσμα τῶν χειριστῶν τους. Ἃς εἶναι. Ἕνα πολὺ καλὸ ποίημα, ποὺ θὰ μποροῦσε ἄνετα νὰ μπεῖ καὶ στὴν ἐκπαίδευση καὶ νὰ ἀποτελέσει ἀφορμὴ γιὰ πολλὲς συζητήσεις..

Δὲν ὑπάρχει ποιητὴς ποὺ νὰ μὴν ἔχει ἀναμετρηθεῖ, (ἀναμετρᾶται εἶναι ὁ σωστὸς χρόνος, ἡ μάχη ἔχει διάρκεια ἰσόβια..), μὲ τὴν λεγόμενη ἔμπνευση, (ἀνόητη ἔκφραση), τὴν ἐπιτυχημένη δηλαδὴ ἀπόδοση στὸ χαρτὶ τοῦ στοχασμοῦ, τῆς ἰδέας. Ὁ πόλεμος μὲ τὰ νοήματα καὶ τὶς λέξεις καταλήγει τὶς περισσότερες φορὲς σὲ ἧττα. Ἐννιὰ στὶς δέκα ἀπόπειρες θὰ πᾶνε στὸν κάλαθο τῶν ἀχρήστων, κάποτε καὶ οἱ δέκα θὰ ξεχαστοῦν σὲ κάποιο συρτάρια ὡς ἐνθύμια ἀποτυχίας, ἀδεξιότητας. Δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ βασανιστικὸ γιὰ ἕναν γραφιὰ ἀπὸ τὴν σκέψη ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ εὕρει τὴν λέξη της, ἀπὸ τὴν ἰδέα ποὺ τρικλίζει καὶ κάμει γύρους πάνω στὸ χαρτὶ ἢ στὴν ὀθόνη καὶ τέλος χάνεται θανατωμένη στὸ τίποτα. Δεῖτε ἕνα ὡραῖο ποίημα γιὰ τούτη τὴν βάσανο καὶ συνεχίζουμε μετά..

Ἡ σύλληψη

Τὴν παρατηρεῖς καιρὸ

ἀπὸ ἀπόσταση.

Σπανίως τὴν βλέπεις.

Μὰ κάποια στιγμὴ

τὴν πιάνεις τὴ στιγμὴ

τοῦ πρώτου σπινθηρισμοῦ.

Καὶ τὸ δύσκολο ξεκινᾷ –

ἀποκαμωμένος, νὰ τὴ βγάλεις ἔξω

στὸν καθαρὸ ἀέρα,

χωρὶς νὰ γίνει κάρβουνο

κι ἔπειτα σκόνη, τέφρα.

Ἃς προσέξωμε λίγο ἐδῶ τὴν χρήση τῆς γλῶσσας. Εἶναι πολλοὶ πιὰ ἐκεῖνοι οἱ δῆθεν ὑπέρμαχοι τοῦ «δημοτικισμοῦ» καὶ τῆς ἁπλοποίησης, (στὴν πραγματικότητα τίποτε περισσότερο ἀπὸ τεμπέληδες της εὔφορης κοιλάδας), ποὺ ἐπιζητοῦν τὴν συγχώνευση τῶν συνωνύμων, τὴν ἀφαίρεση λέξεων ποὺ παραπέμπουν σὲ παλιότερες γλωσσικὲς μορφές. Πῶς νὰ ἐξηγήσεις σὲ ὅλους αὐτοὺς ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχουν συνώνυμα, (ἔχω ἐξηγήσει παλιότερα πὼς μόνο γραμματολογικὴ εἶναι ἡ χρήση τοῦ ὄρου) καὶ πὼς κάθε λέξη, ἀκόμη καὶ ἐκείνη ποὺ δείχνει νὰ ταυτίζεται, στὴν πραγματικότητα κουβαλᾷ ἕνα ἔστω καὶ ἀδιόρατα διαφορετικὸ νοηματικὸ φορτίο; Ἡ τέφρα εἶναι μιὰ μορφὴ σκόνης, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο αὐτό. Θὰ πεῖ κάποιος: “Στάχτη, θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιήσει τὴν λέξη στάχτη καὶ νὰ εἶναι συνώνυμη” – λάθος καὶ πάλι, νοηματικὰ ἡ τέφρα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ φυσικὸ ἀπότοκο μιᾶς καύσης διαθέτει κάτι ἐπιπλέον ποὺ παραπέμπει σὲ σκότος, σὲ ἀνυπαρξία, σὲ ἀπώλεια, ἡ φόρτισή της διαφοροποιεῖται καὶ γι’ αὐτὸ σκόνη, στάχτη, τέφρα, ἔχουν τὴν κοινή τους ἀφετηρία, μὰ ἔχουν καὶ τοὺς δικούς τους ξέχωρους δρόμους.

Ὁ τελευταῖος στίχος μὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν κλιμάκωση μὲ δύο φαινομενικὰ συνώνυμες λέξεις εἶναι ἐξαιρετικός, ἡ χρήση τοῦ κόμματος ἐπίσης σωστὴ καὶ εὔστοχη, καθὼς ὑπονοεῖ τὸ μάταιο τῆς προσπάθειας καὶ ὁδηγεῖ τὴν ἀπαγγελία νὰ γενεῖ χαμηλότονη – σύμφωνη μὲ τὴν ἀπελπισία μιᾶς ἥττας, θυμηθεῖτε ὅτι ἡ ἀποτέφρωση, (ἐκτός των ἄλλων), ἐννοεῖ καὶ τὴν ὁριστικὴ ἀπώλεια τῆς ὑπόστασης, ἀκόμη καὶ στὴν ἁπλὴ φυσική της διάσταση.

Ὅλα τοῦτα δὲν εἶναι σχολαστικισμός, καθὼς δὲν ὑπάρχει ἄξιος ποιητὴς χωρὶς βαθιὰ γλωσσικὴ παιδεία, δίχως γνώση τῆς γλώσσας στὸ σύνολό της, ποτὲ δὲν περισσεύουν οἱ λέξεις στὴν λογοτεχνία καὶ ἡ ἀναζήτησή τους γίνεται παντοῦ καὶ ἀδιακρίτως – δημοτική, καθαρεύουσα, ἰδιώματα, διάλεκτοι, αὐτὲς καὶ ἄλλες τόσες χρειαζόμαστε γιὰ νὰ ἀποδώσουμε μὲ τὴν πιὸ μεγάλη ἀκρίβεια καὶ τὴν ἐλαχίστη ἀπόχρωση στὸν στῖχο.

Τὴν ἑπομένη

Θὰ φύγουν τὰ στολίδια·

μετὰ τὶς τυπικὲς χειραψίες

τὰ πολλὰ φῶτα θὰ σβήσουν.

Τὰ πλατιὰ χαμόγελα

θὰ φορέσουν τὰ βαριά τους παλτὰ

κατὰ τὴν ἔξοδο.

Μὰ ‘κείνη ποῦ πρώτη θὰ λείψει

(ἔχοντας ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα

δραπετεύσει),

θὰ ‘ναι τῆς γιορτῆς ἡ προσμονή.

Ἡ πιὸ ἀκριβή προσκεκλημένη.

Στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνα ποίημα γιὰ τὴν διάψευση καὶ παρὰ ποὺ φαίνεται αὐτονόητη ἡ διαπίστωση, (κάθε προσδοκία εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν πραγμάτωσή της..), ἀνοίγει μία μεγάλη συζήτηση γύρω ἀπὸ τὴν ἀξία τῆς οὐτοπίας. Γιατί χτίζουμε τὸ ὄνειρο ξανὰ καὶ ξανά, ἀφοῦ ἐκ τῶν προτέρων το ξέρουμε πὼς θὰ γκρεμίσει ἀκόμη κι ἂν κάποτε τὸ ἀγγίξουμε; Ἰδοὺ μία πρόχειρη ἀπάντηση. Εἶναι γιατί τὸ ὄνειρο διαθέτει μιὰ αὐταξία καὶ μοναχά ἡ ὕπαρξή του βελτιώνει τὴν συνείδηση, προσφέρει σκοπό, σημασία, ἀκυρώνει φόβο θανάτου, ἐξυψώνει μιὰ πορεία σὲ ἀγῶνα οἰκουμενικό.

Κάποιοι ἴσως βιαστοῦν νὰ ποῦν πὼς τόση ἀπαισιοδοξία δὲν ταιριάζει σὲ νέο ποιητή, πὼς κάποτε πρέπει νὰ φανοῦν στὴν ποίηση προτάσεις στὰ ἀδιέξοδα, καταφάσεις, θετικὴ κρίση. Λησμονοῦν ὅλοι αὐτοὶ, ὅτι ὁ ποιητὴς δὲν εἶναι πολιτικός, μήτε καθοδηγητὴς στὶς κοινωνικὲς διαμορφώσεις. Ἡ ματιὰ του περνᾷ τὴν ἐπιφάνεια καὶ παλεύει μὲ ὅ,τι ὑλικὸ συναντᾷ στὸν δρόμο του. Εἶναι ἀπαισιόδοξος ὁ Καρυωτάκης, εἶναι μιὰ φύση ποὺ τὰ βλέπει ὅλα μαῦρα ἢ ὅλα γύρω του εἶναι ὄντως πηγὴ μελαγχολίας; Ἃς σταματήσωμε ἐπιτέλους τὶς ὡραιοποιήσεις καὶ ἃς ἀφήσουμε στὸ πλάι τὰ στερεοτυπικά. Ὁ ποιητής, ὁ καλὸς ποιητὴς, ἀπογυμνώνει πάντοτε τὸ καλυμμένο, τοὺς εὐφημισμούς, τὰ ἄλλοθι. Σκοπὸς του εἶναι πάντοτε ἡ πορεία, (ματωμένη ἐνίοτε..) στὸ κέντρο τῆς συνείδησης, στὰ πιὸ βαθιὰ συναισθήματα, στοὺς πιὸ ἀνείπωτους φόβους τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ καλὸς ποιητὴς εἶναι πάντοτε ἀντιπαθὴς γιατί χαλᾶ τὸ πάρτυ καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ψεύτικα καὶ ἐπιφανειακὰ ποὺ ὑπάρχουν γιὰ νὰ ξορκίζουν τὸν κόπο, τὴν δημιουργία, τὴν θαρραλέα ἀντιμετώπιση τῆς δυσκολίας καὶ τῆς φθορᾶς. Ὅταν λοιπὸν ὁ Μύρων γράφει..

Ἔμαθε

(ἀπὸ τόσος δὰ μικρὸς)

νὰ παπαγαλίζει:

«Τὶ κάνεις, καλά;»

(Ε. Μύρων, «Διπλανὸς»)

…δὲν χαριτολογεῖ ἁπλῶς, μὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἐπισήμανση μιᾶς κοινότοπης (καὶ ἐν τέλει κούφιας, ἀνούσιας) φράσης, στιγματίζει μιὰ ὁλάκερη κοινωνία ποὺ ἔχει μάθει νὰ κινεῖται μὲ συμβάσεις καὶ νὰ ἐνδιαφέρεται μοναχὰ γιὰ τὸν τύπο, νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ οὐσιῶδες. Στὴν οὐσία ἡ ἐπιγραμματικὴ ποίηση, (θὰ μιλήσωμε γι’ αὐτὴν παρακάτω..), λειτουργεῖ σὰν καμπάνα ἠχηρή, ὡς ἀφύπνιση. Καὶ ἐν τέλει, ὅταν μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ πολὺ καλὸ σὲ σύλληψη ποίημα, ξεκινήσωμε ἕναν προβληματισμό, εὔκολα θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ὁ παπαγαλισμός, ἡ ἀναπαραγωγὴ δηλαδὴ στερεότυπων ἐντελῶς ἄκριτα καὶ παθητικά, διαπερνᾷ τὸ σύνολο σχεδὸν τῆς ζωῆς μας, ἐξοντώνει κάθε ἀπόπειρα γνησιότητας, δηλητηριάζει τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη, τὴν ξεφτίζει καὶ τὴν φθηναίνει, μετατρέπει ἕναν γίγαντα (τὴν συνείδηση) σὲ ἕναν νάνο ποὺ κινεῖται καθημερινὰ ὡς κουρδισμένο ἀνθρωπάκι.

Στὸ ἴδιο κλίμα μὲ τὸ προηγούμενο καὶ τὸ ποίημα «Κοινωνικὲς ἐκδιώξεις», ὁ τελευταῖος στίχος, πέρα ἀπὸ τὴν ἀνατροπή, δηλώνει ἐκεῖνο ποὺ γράφω παραπάνω, τὴν ζωὴ ποὺ δὲν βιώνεται, μὰ πνίγεται μέσα στὸ τυπικὸ μιᾶς χειραψίας..

Κοινωνικὲς ἐκδιώξεις

Ἀπόψε ἔχω σὲ μιὰ ὑποχρέωση νὰ πάω,

ὁπότε θὰ προετοιμαστῶ.

Θὰ φορέσω τὰ κατάλληλα ροῦχα,

ξέρεις, παντελόνι μὲ τσάκιση,

πουκάμισο μεταξωτό.

Θὰ φορέσω τὸ κατάλληλο γέλιο

ξέρεις, ποὺ ἁρμόζει μὲ τὸ κλῖμα

σὰν τὴ γραβάτα σφιχτό.

Θὰ φορέσω τὶς κατάλληλες σκέψεις

καὶ μόλις βραδιάσει θὰ πάω

(εὐτυχῶς ποὺ δὲν θὰ ΄μαι ΄γώ).

Λοιπὸν τὸ ἑπόμενο ποίημα ἔχει περίεργες ἀναγνωστικὲς παρενέργειες. Ἃς τὸ δοῦμε πρῶτα.. λέγεται τὸ «Παλιομάνταλο»..

Δὲν θέλω οὐρανό,

ὕψη, κορυφὲς καὶ δόξα,

μόνο ἕνα χαμόσπιτο

μ’ ἕνα μικρὸ πορτόνι.

Νὰ κλείνει μ’ ἕνα

παλιομάνταλο,

ποὺ ὅποτε ἀνοίγει

κι ἀκούγεται ἡ σκουριά του,

νὰ ξέρω ὅτι ἔρχονται

αὐτοὶ ποὺ ἀγαπῶ.

Σὲ ἀντίθεση μὲ ποιήματα ποὺ εἴδαμε ἕως τώρα καὶ θὰ δοῦμε παρακάτω, ἐδῶ ἔχουμε ἕνα ποίημα ὑπαρξιακό, αὐτοαναφορικό, μιὰ κατάθεση προθέσεων καὶ «φιλοδοξίας». Εἶναι μιὰ προσπάθεια τοῦ Μύρωνα νὰ κτίσει ἕνα σύμπαν ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ὑλισμὸ καὶ τὴν ἐπιφάνεια καὶ νὰ περιγράψει μὲ τρόπο ἐμφατικὸ (καὶ προφανῶς τραβηγμένο στὴν ὑπερβολὴ του) τὸν τόπο τοῦ οὐσιώδους, τοῦ γνήσιου, ἐκείνου ποὺ τελικὰ καθορίζει τὴν ποιότητα μιᾶς ζωῆς.

Βεβαίως εἶναι ἕνα καλὸ ποίημα – ποιὲς εἶναι ὅμως οἱ «παρενέργειες» ποὺ γράφω παραπάνω;

Ἔχουμε τὴν χρήση λέξεων ἀπὸ τὴν δημοτικὴ ποίηση, (μάνταλο, πορτόνι), τὸ περίεργο ὅμως εἶναι πὼς τὸ ποιητικὸ μέτρο παραπέμπει τὸν ἀναγνώστη στὸν δεκαπεντασύλλαβο τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ καὶ παρόλο ποὺ ὁ ποιητὴς προτίμησε νὰ σπάσει τὰ ἡμιστίχια σὲ στίχους, στὴν ἀνάγνωση ὁ ρυθμὸς πιέζει ἐπίμονα γιὰ ν’ ἁπλωθεῖ, νὰ γενεῖ τραγοῦδι… ἃς ποῦμε, ἔτσι σὰν παιχνίδι, πρόχειρα..

Δὲν θέλω ὕψη καὶ φλουριά, βουνοκορφὲς καὶ δόξα,

μονάχα ἕνα χαμόσπιτο, μ’ ἕνα μικρὸ πορτόνι.

Νὰ κλείνει μ’ ἕνα μάνταλο, ν’ ἀκούγεται ἡ σκουριά του,

νὰ νιώθω ὅταν ἔρχονται ἐκεῖνοι π’ ἀγαπάω…

(Ἐνδιαφέρουσες οἱ παραλλαγές ἔτσι δὲν εἶναι; κάπως ἔτσι ἐξελίσσεται τὸ δημοτικό τραγούδι μέσα στὰ χρόνια, μὲ ζαβολιές καὶ αὐθαίρετες προσαρμογές..)

Ἃς ἐπιστρέψουμε σὲ λίγα ἀκόμη ποιήματα πρὶν κλείσουμε μὲ λίγες παρατηρήσεις..

Γιὰ κείνους γράφω

…ποὺ τσακώθηκαν μὲ τὴν ἄνοιξη

κι ἔζησαν μόνο χειμῶνες.

Ποὺ ἀγνοοῦν τὶς χειρολαβὲς

αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

Γιὰ τοὺς ἀπόκληρους τοῦ συρμοῦ

ποὺ κραδαίνοντας τὸ εἰσιτήριό τους,

ἤλπιζαν σ’ ἕνα βαγόνι ἑπόμενο.

Μὰ τακτοποιήθηκαν στριμωχτὰ

σὲ λίγα ἑκατοστὰ τσιμέντου.

Ξεχασμένοι ἀπ’ τὸ κομβόι

σὲ κάποιο ἀδιέξοδο,

χωρὶς κἄν μιὰ εἰδοποίηση,

ἔστω μιὰ πινακίδα ἐπικίνδυνης στροφῆς,

μιὰ ἔξοδο κινδύνου.

Κλειδὶ ὁ στίχος «Ποὺ ἀγνοοῦν τὶς χειρολαβὲς αὐτοῦ του κόσμου..». Ἂν εἶναι κάτι διακριτὸ στὴν ποίηση τοῦ Μύρωνα (καὶ ὁπωσδήποτε εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ χαρακτηριστικά τῆς ποίησής του ποὺ γεννᾷ προσδοκίες), αὐτὸ εἶναι οἱ εὔστοχες μεταφορὲς καὶ μία γλωσσικὴ ἐπάρκεια πάνω ἀπὸ τὸν μέσο ὅρο. Ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ σας φαίνεται αὐτονόητο, λυποῦμαι νὰ πῶ ὅτι στὴν πλειονότητα τῶν χειρογράφων ποὺ παραλαμβάνουμε, ἡ ἀστοχία τῶν λέξεων εἶναι τραγική, ἐνῷ ἡ γλῶσσα συνολικὰ σπάνια ἀπογειώνεται πέρα ἀπὸ τὴν ἁπλὴ καθομιλουμένη. Δυστυχῶς λοιπόν, ἐνῷ ὁ σημερινὸς κριτικὸς θὰ ἔπρεπε ὅλα τοῦτα νὰ τὰ ἔχει δεδομένα καὶ νὰ κρίνει πολὺ πιὸ συνθέτες καὶ βαθύτερες ποιητικὲς ἀναζητήσεις καὶ πειραματισμούς, ἀναγκάζεται καὶ ἐπανέρχεται στὰ αὐτονόητα. Ἃς εἶναι..

Ἕνα ἐρώτημα ποῦ ὅλοι οἱ κριτικοί τὸ νιώθουν ὑποχρεωτικὸ νὰ ἀπαντήσουν εἶναι τὸ κλασικὸ – ποιὲς ἐπιρροὲς ἔχει ὁ ποιητής; Σὲ ποιοὺς παρελθόντες στηρίζεται ἡ ποίησή του; Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἀνόητο καὶ ὑποκρύπτει μομφή, ἀλλὰ ἃς παίξωμε αὐτὸ τὸ παιχνίδι. Ὑπάρχουν λοιπὸν διακριτὲς ἐπιρροὲς στὴν ποίηση τοῦ Μύρωνα;

Φυσικὰ ὑπάρχουν, αὐτὸ δὰ ἔλειπε, μὰ τί σημασία ἔχει; Ὅταν ἡ ἐπιρροὴ ὁδηγεῖ ἁπλῶς σὲ μίμηση, σὲ ἐπιφανειακὴ δηλαδὴ ἀντιγραφὴ τῶν τεχνικῶν χαρακτηριστικῶν ἑνὸς ποιητικοῦ σώματος – τότε ναί, ἔχωμε μία ἀπομίμηση φθηνὴ χωρὶς καμία γνησιότητα. Ὅταν ὅμως μορφὴ καὶ περιεχόμενο διαθέτουν ποιότητες μοναδικὲς καὶ ὄχι δανεικές, τότε πόση σημασία ἔχει τὸ πόθεν σε ἕνα ὕφος, σὲ μιὰ ἀπόχρωση; Ὁπωσδήποτε τὸ νὰ ἀποκτήσει ἕνας ποιητὴς ὕφος ξεχωριστό, διακριτὸ καὶ ἴσως κάποτε ὕφος ποὺ ἐπιστρέφει κυρίαρχο καὶ βοηθᾷ καθοριστικά το περιεχόμενο, (ἃς δοῦμε γιὰ παράδειγμα τὸν Καβάφη..), ἐντάξει, εἶναι ἕνα ζητούμενο ὄνειρο, μιὰ τελικὴ ἐπιδίωξη. Μέχρι τότε (καὶ ἄν..) τί θέλετε νὰ κάμει ὁ καλὸς ποιητής; Νὰ κάθεται καὶ νὰ μετρᾷ τὰ τρένα ποὺ περνοῦν;

Ἃς σοβαρευθοῦμε, ἃς δοῦμε τὸ ποίημα «Ὁ ἐνοικιαστής»..

Στὴν πολυκατοικία ὅπου νοίκιασε τὸ διαμέρισμα

ἐπικρατοῦσε τάξη κι ἀσφάλεια.

Ἐπαγγέλματα καὶ ὡράρια ἐντὸς νόμου,

χρώματα καὶ διακόσμηση

φρονίμως σταθερά.

Στὴν ἀρχὴ τοὺς συνεπῆρε·

νέος ἄνθρωπος, ζωγράφος

μὲ φρέσκες ἰδέες κι ἐνδιαφέρουσες ἱστορίες.

Μεθύσια τοῦ Μοντιλιάνι στὸ Παρίσι,

ὁ βίος τοῦ Βὰν Γκὸγκ στὴν Ἄρλ,

Ματίς, Μπράκ, Λεγέρ, Πόλοκ…

Γρήγορα τοὺς κούρασαν ὅλα αὐτά.

Τὰ φοβήθηκαν καὶ

τὰ ‘θελαν μακριά τους.

Μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες

(σὲ λιγότερο ἀπὸ μῆνα),

τοῦ ΄στειλαν δῶρο

μιὰ ὡραία ἀσπρόμαυρη ἔξωση

μὲ πολλὲς ὑπογραφές.

Ἢ τὸ παρακάτω..

Ταχυδακτυλουργὸς

Περνᾶμε τὶς μέρες μας

θαμπωμένοι ἀπ΄ τὴ μαγεία-

ἀποσβολωμένοι κοιτᾶμε

τ’ ἀνεξήγητο.

Δὲν τολμᾶμε, γιὰ μιὰ στιγμή,

νὰ κοιτάξουμε πίσω ἀπ’ τὰ χέρια του·

μὴ χαθεῖ ἡ μαγεία,

μὴ τυχὸν καὶ φανερωθοῦν τὰ τρίκ…

Βεβαίως Καβαφικὴ δομή. Καὶ λοιπόν; Ἀκυρώνει αὐτὴ ἡ ἀναλογία τὴν ποιότητα τοῦ στίχου; Ἢ ἃς ποῦμε στὸ ποίημα «Ἐπιμονή»…

Τὰ ὄνειρα θὰ ἐπιστρέφουν

καὶ θὰ ἐπιστρέφουν.

Δὲ φαντάζεσαι τί πεῖσμα ἔχουν!

…δὲν ὑπάρχει ὁ Κώστας Μόντης; Ά!, ὁπωσδήποτε Μόντης ἀκέραιος στὰ ἐπιγραμματικά του – καὶ λοιπόν; Ἃς ἀφήσωμε λοιπὸν τοὺς κριτικοὺς τυφλοσοῦρτες καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στερεότυπα ποὺ μάθαμε νὰ γράφουμε καὶ μάλιστα μὲ καθορισμένη σειρὰ καὶ τάξη κι ἃς μείνουμε στὴν οὐσία. Καὶ τώρα ποὺ μιλήσαμε γιὰ Μόντη, δεῖτε ἕνα ποιηματάκι τοῦ Μύρωνα ποὺ τὸ θεωρῶ ἐξαιρετικό, καὶ πιστέψτε με, δὲν κάμω συχνὰ εὔκολες κρίσεις καὶ μάλιστα θαυμαστικές..

Εἶναι αὐστηροὶ οἱ μέλλοντες.

Θὰ δεῖτε,

θὰ μᾶς τιμωρήσουν

ποὺ σπαταλᾶμε ἔτσι ἐνεστῶτες.

Ἐξαιρετικὴ χρήση τῆς γλώσσας, ἔχει καταντήσει σπάνια ἡ ἀπόλαυση λεξοπαιγνίων μὲ χρόνους, ἐγκλίσεις, μετοχὲς καὶ ἀπαρέμφατα. Ἀπὸ τὰ καλύτερα τοῦ Μύρωνα..

(Θὰ τὸ ξαναπῶ ὅτι ἡ ἐπιγραμματικὴ ποίηση εἶναι εἶδος δύσκολο, ἰδιαίτερο, ἀπαιτητικό. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ἡ ἴδια ἡ ποίηση σκοπεύει σὲ θηριώδη συμπύκνωση, κάτι ποὺ γίνεται ἀκόμη δυσκολοτερο στὸ ὀλιγόστιχο ποίημα. Δὲν ἔχει χῶρο ἐδῶ γιὰ φλυαρίες, πλατειασμούς, ἐπαναλήψεις. Μοναχά το μεδοῦλι, ὁ πυρῆνας, ἡ οὐσία στὸν βαθύτερο προορισμό της).

Θὰ πεῖ κάποιος: “ἡ ποίηση τοῦ Μύρωνα ὑποφέρει, μοιάζει νὰ φλέγεται ἀπὸ φλόγα βασανιστηρίου, ὑπάρχει ἕνας ὑπερτονισμὸς τῆς ἀπόστασης ἀνάμεσα στὸ πνεῦμα καὶ τὴν σύγχρονη κοινωνία, μιὰ ἀπόσταση ποὺ ὁλοένα μεγαλώνει”. Ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς δὲν τὸ ἀρνεῖται καὶ οἱ περιγραφές του σὲ κάθε εὐκαιρία δηλώνουν ἐτούτη τὴν ἀγωνία..

Μὴν ἐνοχλεῖς τοὺς στίχους

Ἂν δὲν εἶναι ἀπὸ ἐσωτερικὴ κάψα καὶ πυρετό,

ἄν δὲν ξυπνᾶς μὲ σκέψεις στὸ σάλιο,

ἄν τὸ ἀπόκοσμο σὲ ἔχει προσπεράσει,

ἄν δὲν ἔχεις συγγενέψει μὲ αὐτοκτόνους…

Μὴν ἐνοχλεῖς τοὺς στίχους, εἶναι τόπος μαρτυρίου…

Ἀγωνία; Ὁπωσδήποτε ναί, μὰ θἄλεγα κυρίως θυμός. Σὲ νέους καλοὺς ποιητὲς αὐτὸ ὁ θυμὸς εἶναι μεγαλύτερος, καθὼς εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ συναθροίζονται μὲ μετριότητες, στιχουργικὲς ἀνοησίες γιὰ νὰ περνᾷ ἡ ὥρα καὶ ἕνα καθημερινὸ περιβάλλον ποὺ σφίγγει ὁλοένα γύρω τους, τοὺς πνίγει, τοὺς ἀφυδατώνει. Αὐτὸ εἶναι ἕνα μεταίχμιο – ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ὁ ποιητὴς θὰ γενεῖ ἢ ἐρημίτης ἢ ἐπαναστάτης. Οἱ στίχοι του γένονται ρομφαία κατὰ ἀδίκων, μὰ πρέπει νὰ προσέξει, εἶναι εὔκολο ὁ θυμὸς νὰ γίνει μανιέρα, ἐπανάληψη, σύμβαση. Νέοι τρόποι πρέπει νὰ βρεθοῦν, νέα ἐκφραστικὰ μέσα, νέες ἰδέες καὶ στοχασμοί. Ὁ «τόπος μαρτυρίου» τοῦ Μύρωνα νομίζω πὼς αὐτὸ ὑποδηλώνει – τὴν βάσανο δηλαδὴ τοῦ ἀδιάκοπου συλλογισμοῦ, τὴν αὐτὸ – ἀμφισβήτηση, τὸ μαρτύριο μιᾶς λέξης ποὺ ποτὲ δὲν εἶναι εὔστοχη, ποτὲ δὲν τελειοῦται τὸ νόημα μέσα της. Μόνο ὅποιος ἀσχολεῖται στὰ σοβαρὰ μὲ τὴν ποίηση μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ αὐτὸν τὸν Γολγοθᾶ, τὄχει περιγράψει καὶ ὁ Πάουντ μὲ κεῖνο τὸ μαγαζάκι ποὺ ἀποζητᾷ στὴν μέση τῆς ἐρήμου, ἁπλῶς καὶ μόνο γιὰ νὰ πάψει νὰ σκέφτεται, νὰ σταματήσει νὰ φλογίζεται τὸ μυαλὸ του ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου. Ὁ Μύρων τὸ ἐπαναλαμβάνει τακτικά, ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ ποιήματά του ἀποτυπώνουν αὐτὸν τὸν δύσκολο δρόμο..

Πῶς ἀλλιῶς

Μὲ τρεμάμενα χέρια

γράφονται τὰ ποιήματα

Πῶς ἀλλιῶς;

Μὲ κόκκινο στυλὸ

σὲ σκληρὸ χαρτὶ

Μὲ ἱδρῶτα

γεμάτο οὐτοπία

Ἀπνευστί γράφονται

τὰ ποιήματα,

μὲ μιὰ βαθιὰ ἐκπνοὴ

στὸ τέλος

Ἄλλο τρόπο δὲν ξέρω.

Ὁ ἀντικομφορμισμός, ἡ μάχη κατὰ τῆς ἐπανάπαυσης καὶ κυρίως ἡ ἄρνηση ὑποταγῆς σὲ κανόνες ξένους πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ συνείδηση, εἶναι χαρακτηριστικά τῆς καλῆς ποίησης αἰῶνες τώρα. Σύμβαση καὶ ποίηση δὲν συναντῶνται ποτέ, ἔχουν δρόμους ἀντίθετους, μὰ θἄλεγα καὶ κάτι παραπάνω – εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς μὲ τὴν ζωή του, τὴν στάση του, ποὺ παραδειγματίζει, ποὺ πείθει πὼς ὁ στίχος του εἶναι γνήσιος καὶ ὄχι ἀπότοκος ἑνὸς διανοήματος, μιᾶς ἀκαδημαϊκῆς προσέγγισης τῶν πραγμάτων. Γὶ αὐτὸ καὶ καταντᾷ ἀστεῖο, (ἐκτὸς ἀπὸ ὅλα τα ὑπόλοιπα), ὅταν βλέπεις ποιητάδες νὰ καταγγέλουν μὲ τὸν πιὸ ἄγριο τρόπο τὴν ρουτίνα, τὴν ἐπιφάνεια καὶ τὰ κούφια χαμόγελα καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ στήνονται μπροστὰ στοὺς προβολεῖς χαριεντιζόμενοι, χωρὶς νὰ ἔχουν κἄν τὸ ἀνάστημα νὰ ἀντιταχθοῦν σὲ ὅσα τοὺς κάμουν μέρος τοῦ συστήματος καὶ τοὺς ψευτίζουν, τοὺς ἀκυρώνουν, τοὺς κονταίνουν. Εὐτυχῶς, (ὅσο μπορῶ νὰ γνωρίζω..), ὁ Μύρων δὲν δείχνει ὡς τὰ σήμερα παρόμοιες ἀντιφάσεις..

Χειρόγραφο Καρυωτάκη. Ὅποιος πιστεύει τὴν ποίηση εὔκολη, ρίμες τοῦ γονάτου στὸ διαδίκτυο, εἶναι πλανεμένος σὲ πλάνη ἀσύγγνωστη..

«Ὁ Ἀζὸρ» εἶναι ἕνα ποίημα ἀκριβῶς ἐπάνω σὲ τούτη τὴν ἀλύγιστη στάση πρὸς ὅ,τι προσπαθεῖ νὰ ἐντάξει τὴν συνείδηση στὴν μᾶζα, στὴν μετριότητα, στοὺς κανόνες τῆς τάξης καὶ τῆς ἀσφάλειας. Θὰ ἔλεγα καὶ κάτι παραπάνω ποὺ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικὸ – στὸ ποίημα καὶ στὸν καταληκτικό του στίχο ἀποτυπώνεται τὸ κόστος τῆς διαφορᾶς, τῆς ἀντίστασης. Σήμερα ὁπωσδήποτε οἱ διαφωνοῦντες, οἱ μοναχικὲς δυνατὲς προσωπικότητες, δὲν τιμωροῦνται μὲ μαστίγωση στὴν πλατεῖα καὶ δὲν ἐξορίζονται σὲ νησιὰ τῆς ἄγονης γραμμῆς. Τὸ κόστος ὅμως ποὺ πληρώνουν εἶναι ἴσως πολὺ πιὸ ἐπώδυνο, καθὼς κανεὶς δὲν θέλει τὴν συναναστροφὴ μαζί τους, οὐδεὶς ἀκούει ἐκεῖνα ποὺ λέγουν, ἡ ἀδιαφορία τοῦ πλήθους τοὺς ἔχει ἤδη μετατρέψει ἐξόριστους μέσα στὸ ἴδιο τους τὸ σπίτι. Εἶναι (καὶ θὰ παραμείνουν) μόνοι. Εἶναι κόστος βαρὺ – μὰ ὅλα τοῦτα τὰ ἔχουμε δεῖ πολὺ ἀναλυτικὰ καὶ σὲ ἄλλα ἄρθρα. Δεῖτε τὸ ποίημα..

Ὁ Ἀζὸρ

Δὲν εἶναι ἀπὸ pet-shop

(δὲν εἶναι κὰν ἡμίαιμος).

Δὲν τρώει σκυλοτροφὲς

οὔτε κονσέρβες.

Δὲ δέχεται λουρὶ στὸ λαιμὸ

(κι ἃς λατρεύει τὶς βόλτες).

Δὲν κουνάει τὴν οὐρά του

ὅταν χαίρεται.

Εἶναι ἀλλεργικὸς στὰ χάδια

καὶ στοὺς ἐκπαιδευτές.

Συνήθως τρέχει μονάχος

τὰ βράδια στοὺς δρόμους-

πάντα μισοῦσε τὶς ἀγέλες

ὁ μπαγάσας

-ὅσο καὶ τὸ λουρί-.

γι’ αὐτὸ δὲν ἐπωλήθη.

Κλείνοντας ἐτούτη τὴν παρουσίαση, εἶναι καιρὸς νὰ προχωρήσωμε καὶ σὲ κάποιες παρατηρήσεις.

Ἃς τὸ πῶ καθαρά. Στὸν Μύρωνα ἀχνοφέγγει μία γερή, ποιοτικὴ παρουσία στὰ ἑλληνικὰ γράμματα. Μὴν γελιέστε, ἡ ποιότητα δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ ἐκδηλώσεις, ἐκτυπώσεις, κοινωνικὲς συναναστροφές, χασκόγελᾳ στὸ διαδίκτυο. Εἶναι ἕνας νέος ποιητής, (δὲν τὸ ἐννοῶ ἡλικιακά, αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορο γιὰ τὸν στίχο..), ποὺ ἡ ποίησή του μᾶς δροσίζει εὐχάριστα, μᾶς δίνει τὴν ἐλπίδα μιᾶς δυνατῆς παρουσίας στὰ μέλλοντα. Ὑπάρχουν τρία μὲ τέσσερα ποιήματα ποὺ τὰ θεωρῶ ἐξαιρετικά, πολλὰ ἀκόμη ἄξια, ὅμως καὶ ἀρκετὰ πρωτόλεια, ποὺ εἴτε θέλουν δουλειὰ πολλὴ γιὰ νὰ ὡριμάσουν, εἴτε θὰ πρέπει νὰ φυλαχθοῦν σὲ κάποιο συρτάρι γιὰ μελλοντικὴ ἐπεξεργασία. (Μὴν σᾶς φαίνεται περίεργο – αὐτὸς εἶναι ὁ τόπος μαρτυρίου, αὐτὴ εἶναι περίπου πάντα ἡ ἀναλογία τοῦ γραφιᾶ, στὰ δέκα ποιήματα ποὺ θὰ γράψει ἕνα θὰ εὐτυχήσει, ἴσως καὶ κανένα…).

Κι ὅμως ὑπάρχουν κίνδυνοι. Καὶ ὁπωσδήποτε σημεῖα ποὺ μποροῦν νὰ βελτιωθοῦν.

Στὰ τόσα χρόνια ἔχω παρακολουθήσει ἑκατοντάδες ποιητὲς, (ἀλλὰ καὶ «ποιητὲς»), στὴν ἐξέλιξή τους, ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τους, τὸ μεγαλύτερο ἀκυρωτικὸ γιὰ τὴν ἐξέλιξή τους στάθηκε πάντοτε ἡ εὐκολία τῆς μανιέρας, ἡ ἐπανάληψη, ἡ ὑποταγὴ τοῦ περιεχομένου στὴν φόρμα τὴν γνωστὴ καὶ τὴν πεπατημένη. Νομίζω (καὶ μπορεῖ νὰ κάμω βεβαίως λάθος..), ὅτι ὁ Μύρων δὲν κινδυνεύει ἄμεσα ἀπὸ αὐτό, καθὼς πειραματίζεται, τὰ ποιήματά του περπατοῦν πολλὲς φορὲς σὲ διαφορετικὰ μονοπάτια καὶ τὸ κυριότερο: δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν κατάκτηση προσωπικοῦ ὕφους – ἀκόμη καὶ σὲ ἐκεῖνα τὰ ποιήματα ποὺ οἱ ἐπιρροὲς εἶναι ἐμφανεῖς, δὲν παύουν νὰ εἶναι ἀφομοιωμένες δημιουργικὰ καὶ νὰ ὑποτάσσονται σὲ μιὰ προσωπικὴ τεχνοτροπία – ναὶ, ἡ ἀπόσταση θαρρῶ εἶναι μικρὴ γιὰ μία προσωπικὴ ἐντελῶς ποιητικὴ ματιά, ὅμως ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ καλλιεργηθοῦν κάποια ἐργαλεῖα ποὺ ἀκόμη δείχνουν κάπως ἄγουρα, κάπως ἡμιτελῆ.

ΧΙΕΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΚΩΣΤΑ ΜΟΝΤΗ
Κώστας Μόντης, δημιουργική άφομοίωση τῆς Καβαφικῆς ποίησης. Οἱ ἀντίστοιχες ἐπιρροές στὸν Μύρωνα δὲν ἐνοχλοῦν, ὅλα δείχνουν ὅτι μελλοντικά μποροῦν νὰ ἐνσωματωθοῦν τὸ ἴδιο δημιουργικά στὴν ποιητική του..

Τὸ πρῶτο, ἡ γλῶσσα, αὐτὴ ἡ βασανιστικὴ καὶ ἀπέραντη γλῶσσα. Ἡ ποίηση τοῦ Μύρωνα ἔχει ἐλάχιστα λάθη, χειρίζεται τὴν γλῶσσα μὲ ἐπάρκεια καὶ κάποιες φορὲς δίδει λαμπρὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι ἐπαρκὴς εἶναι καὶ σχετικὰ εὔκολο (ὅσο καὶ ἀπαραίτητο) νὰ διευρυνθεῖ, νὰ καταδυθεῖ σὲ βάθος ἀκόμη μεγαλύτερο. Δὲν εἶναι θέμα δημοτικῆς, καθαρεύουσας ἢ ἀρχαίας, ἀλλὰ μελέτης κειμένων (καὶ ἰδιαίτερα ποιημάτων), γνώσης τῆς ἐτυμολογίας καὶ ἀφομοίωσης τῶν πιὸ ἄξιων κειμένων, ἑλληνικῶν καὶ ξένων. Αὐτὴ βεβαίως εἶναι μιὰ διαδικασία ποὺ δὲν τελειώνει ποτὲ γιὰ ἕναν ποιητή, ἀλλὰ ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι ἐὰν ὁ Μύρων ἐργασθεῖ πολὺ ἐπάνω στὸν ἐμπλουτισμὸ τῆς ποιητικῆς του γλώσσας ἠμπορεῖ νὰ δώσει ἐξαιρετικὸ στίχο. Θὰ ἔλεγα ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἀκόμη λείπει ἀπὸ τὴν καλή του ποίηση, εἶναι ἡ ἐμμονὴ στὴν λεπτομέρεια τοῦ ρυθμοῦ, στὰ σημεῖα στίξης, σὲ μικρὲς ἀλλαγὲς ποὺ μποροῦν νὰ βελτιώσουν τὸν ρυθμὸ καὶ τὴν οἰκονομία στὰ κείμενά του.

Τὸ δεύτερο, καὶ αὐτὸ τὸ λέγω γενικότερα, εἶναι σημεῖο ἀδύναμο πολλῶν ποιητῶν – οἱ τίτλοι. Εἶναι καλὸ νὰ θυμόμαστε ὅτι ὁ τίτλος σὲ ἕνα ποίημα εἶναι κι αὐτὸς στίχος ποὺ πρέπει νὰ δουλευτεῖ μὲ τὴν ἴδια μανία, μὲ τὴν ἴδια βάσανο τοῦ ὑπόλοιπου περιεχομένου. Ἀκόμη καὶ ἡ ἀπουσία τίτλου μπορεῖ νὰ εἶναι δηλωτικὴ ἑνὸς νοήματος ἢ νὰ λειτουργεῖ ὡς ὑπογράμμιση μιᾶς ἀφήγησης in media res. Τέλος πάντων, σὲ κάθε περίπτωση ἕνας τίτλος μπορεῖ νὰ εἶναι καταδεικτικός, ἀποπροσανατολιστικὸς ἢ ἀκόμη καὶ ἀκυρωτικὸς (ἕνα κλείσιμο ματιοῦ) στὸ περιεχόμενο ποὺ ἀκολουθεῖ. Ὅπως καὶ νάχει, νομίζω ὅτι σὲ πολλὰ ἀπὸ τὰ ποιήματα τοῦ Μύρωνα, σὲ τοῦτο τὸ θέμα θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε δοθεῖ μεγαλύτερη προσοχὴ καὶ κυρίως νὰ εἶχαν ἀποφευχθεῖ κάποιες συμβάσεις.

Νὰ τώρα, ποὺ μιλᾶμε γιὰ συμβάσεις – ἰδοὺ ἡ μεγάλη παγίδα γιὰ κάθε νέο ποιητή, ἀπὸ τὴν μαγεία της δὲν κατόρθωσαν νὰ ξεφύγουν σημαντικὰ ὀνόματα τῆς νεοελληνικῆς ποίησης, ἰδιαίτερα οἱ πολυγράφοι, Παλαμᾶς, Ρίτσος, Βάρναλης, Βρεττάκος – ὅλοι τους ἔχουν γράψει καὶ ποιήματα τόσο συμβατικὰ ποὺ σὲ κάμουν νὰ βαριέσαι ἀφόρητα. Εἶναι ἕνα σημεῖο ποὺ πρέπει νὰ προσεχθεῖ, δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι σὲ ὀλιγογράφους ποιητές, (Καρυωτάκης, Καβάφης, Παπατζώνης ἐν μέρει, Σεφέρης καὶ ἄλλοι..) οἱ ποιότητες εἶναι πιὸ σφιχτές, ἡ ἐπεξεργασία πιὸ δυνατή, τὸ ἀποτέλεσμα ἐμφανῶς ἐλεγχόμενο καλύτερα. Τὸ λέω σὲ κάθε νέο ποιητή, τὸ γραφεῖο μου εἶναι γεμάτο ἀπὸ ποιήματα γιὰ τὴν εἰρήνη, τὴν δικαιοσύνη, τὴν ἐντιμότητα, τὴν ἐπανάσταση. Μὴν γράφετε γιὰ ἐκεῖνα ποὺ ὅλοι συμφωνοῦμε, σὲ τέτοιο μάλιστα βαθμὸ ποὺ ἡ συζήτησή τους εἶναι ἄσκοπη καὶ ἀνούσια, ἢ κι ἂν θέλετε νὰ γράψετε γι’ αὐτὰ κάνετέ το μὲ ἕναν τρόπο ἀνατρεπτικό, μέσα ἀπὸ μία νέα διάσταση, φωτογραφίστε μιὰ πλευρὰ ποὺ ἀκόμη εἶναι στὴν σκιά. Ἃς ποῦμε τὸ ποίημα παρακάτω…

Ξόρκι

Θὰ σκύψω μόνο γιὰ νὰ

φιλήσω τὸν οὐρανό,

γιὰ κανένα ἄλλο λόγο

γιὰ κανένα ἱερὸ χῶμα.

Κι ἂν δὲ μοῦ κάνει,

θὰ σκάψω μέσα του

νὰ βρῶ ἄλλον,

μὲ καινούργιο χρῶμα.

…εἶναι ἕνα ποίημα ποὺ πραγματεύεται θέμα χιλιοειπωμένο, ἡ ἀξία τοῦ ὅμως εἶναι στὶς ἀντιθέσεις, (σκύψω – οὐρανός..), στὶς συνθέσεις (χῶμα – χρῶμα) καὶ βέβαια στὴν δύναμη τῆς δήλωσης, στὸ πεῖσμα τοῦ στίχου.

Προχωρῶ, ἕνα ἄλλο θέμα εἶναι ἡ χρονολόγηση. Τὸ νομίζω συνετὸ ὁ Μύρων νὰ σημαδεύει τὰ ποιήματά του μὲ χρονολογία, τὸ θέμα δὲν εἶναι τυπικό. Εἶμαι ὁ πρῶτος ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ποίηση εἶναι καὶ ἄχρονη καὶ ἄτοπη – ἀλλὰ αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ σημάνσεις. Ὅμως στὴν κριτικὴ μελέτη, στὴν παρακολούθηση μιᾶς ποιητικῆς, ὁ χρόνος ἔχει σημασία, ἀπὸ ἐκεῖ θὰ κατανοήσωμε τὴν ἐξέλιξη, τὴν ὡρίμανση, τὶς συνθῆκες τῆς ἐποχῆς. Εἶναι βεβαίως μιὰ γνώμη ποὺ ὁπωσδήποτε δὲν ὑποχρεώνει..

Ἃς δοῦμε καὶ κάτι ἀκόμα. Ὅλα (σχεδὸν) τὰ ποιήματα ποὺ ἔχω στὰ χέρια μου τὰ διαπερνᾷ μιὰ κόκκινη κλωστή, ἕνα μοτίβο – εἶναι καταγγελτικὰ μιᾶς κοινωνίας, ἀνατρεπτικὰ μιᾶς συμπεριφορᾶς, καταδεικτικὰ μιᾶς ὑποκρισίας. Ὅλα καλὰ ἕως ἐδῶ. Νομίζω πὼς εἶναι καιρὸς ὁ Μύρων, (καὶ σὲ συνδυασμὸ μὲ ὅλα τα παραπάνω), νὰ σκύψει λίγο βαθύτερα καὶ νὰ δώσει περισσότερο χῶρο σὲ κεῖνο ποὺ ὀνομάζουμε ὑπαρξιακὴ ποίηση. Ἐδῶ τα πράγματα δὲν εἶναι εὔκολα, ἀλλὰ σὲ πολλὰ ποιήματά του ἀνιχνεύονται ἤδη ἐπιτυχημένες ἀπόπειρες νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν συνείδηση, τὰ διλήμματά της, τοὺς φόβους, τὰ συναισθήματα. Λείπουν ἀκόμη στίχοι γιὰ τὸν θάνατο, τὴν προσωπικὴ μάχη, τὶς συνέπειες μιᾶς ἀπόφασης – πρέπει θὰ ἔλεγα νὰ διευρυνθεῖ ἡ πνευματικὴ διάσταση τῶν πραγμάτων, ἡγούμενος σὲ τούτη τὴν πνευματικότητα ὁ Παπατζώνης καὶ τὸν ἀναφέρω μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ καταλάβετε τί ἐννοῶ καὶ νὰ ἀποφύγω περισσότερη ἀνάπτυξη στὸ θέμα. Ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι κάτι ποὺ τὸ κατακτᾷς σὲ μιὰ μέρα, εἶναι δρόμος πολὺ δύσκολος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ Μύρων ἔχει δυνητικὰ τὶς προϋποθέσεις ἔστω τῆς ἀνίχνευσής του.

Ἄφησα τελευταῖο ἕνα δύσκολο ζήτημα, ἐκεῖνο τοῦ ὁμοιοκατάληκτου στίχου, εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἔχω ἀναφερθεῖ πολλὲς φορὲς στὴν γυμναστική του ἱκανότητα. Σὲ κάποια λιγοστὰ ποιήματα τοῦ Μύρωνα, διακρίνονται ἀπόπειρες μιᾶς ρίμας, ὅμως εἶναι γεγονὸς ὅτι πολλοὶ νέοι ποιητὲς φοβοῦνται τὴν ἀναμέτρηση μαζί της. Ἔχουν ἕνα δίκαιο σὲ τοῦτο – ἡ ὁμοιοκαταληξία περιορίζει, καταπιέζει, πολλὲς φορὲς καταλήγει σὲ ἀφόρητο φορμαλισμὸ ἢ ἀναζήτηση μιᾶς λέξης ποὺ ὁμοιοκαταληκτεῖ μὲ τρόπο σχολικό, ἄνευρο καὶ ἀποτυχημένο. Ὅμως παρόλα αὐτά, νομίζω ὅτι ἀπόπειρες γύρω ἀπὸ τὸ σονέτο καὶ ἄλλες ποιητικὲς μορφὲς εἶναι καλὸ νὰ ἀρχίσουν νὰ ἐπανέρχονται στοὺς νέους καὶ καλοὺς ποιητές μας. Δὲν εἶναι μοναχὰ ὅτι ἔτσι θὰ ἐκπαιδευτοῦν σὲ μία ἀπαιτητικὴ φόρμα ποὺ ἀπαιτεῖ καὶ πλοῦτο λεξιλογίου καὶ αἴσθηση ρυθμοῦ καὶ ὑψηλὴ αἰσθητική, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι ἡ ρίμα στὸ καθεαυτὸ ποιητικὸ ἀποτέλεσμα μπορεῖ νὰ δώσει ἐξαιρετικὲς ποιότητες (ὅταν βέβαια εὐτυχήσει..).

Δύσκολος, πολύ δύσκολος, ὡς ὁ πνευματικότερος τῶν ποιητῶν μας, ὁ ὁρισμός τῆς ὑπαρξιακῆς ποίησης..

Τί ἀπομένει; Μὰ ὅ,τι ἀπομένει δὲν σχετίζεται μέ μᾶς, ἐμένα ποὺ γράφω κι ἐσᾶς ποὺ διαβάζετε, ὅλα τοῦτα εἶναι μοναχὰ ἡ εἰσαγωγή. Ἐμεῖς ἁπλῶς διακρίνουμε στὸν Μύρωνα μιὰ σπίθα, μιὰ φωτιὰ ποὺ κατακαίει καὶ τὸ κάμει μὲ τρόπο ἀρκετὰ ἐπιτυχημένο, μὲ μία σεμνότητα ξένη πρὸς τὴν ἐποχὴ καὶ ποιότητες ποὺ δημιουργοῦν ἐλπίδες. Τὸ ἐὰν ὅλα αὐτὰ θὰ ἐξελιχθοῦν, τὸ ἐὰν ἐτούτη ἡ ποίηση ποὺ ἀκόμη σὲ πολλὰ εἶναι σπερματικὴ θὰ ἐξελιχθεῖ – ἐ, αὐτὸ πιὰ εἶναι θέμα τοῦ ποιητῆ. Ἔρχεται πάντα ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄξιος ποιητὴς πρέπει νὰ ἀποφασίσει. Μπορεῖ νὰ ἐπαναπαυθεῖ σὲ πρόσκαιρες δάφνες καὶ χειροκροτήματα, μπορεῖ γρήγορα νὰ ἐξαργυρώσει μιὰ ἐπιτυχία ποὺ μεταφράζεται σὲ κάποια ἀναγνώριση, σὲ ἕνα χτύπημα στὴν πλάτη. Εἶναι δρόμος εὔκολος, ἀπὸ πεῖρα θὰ πῶ ὅτι ἡ συντριπτικὴ πλειονότητα αὐτὸν ἐπιλέγει νὰ περπατήσει…

Εἶναι βεβαίως καὶ ἡ ἄλλη ἀπόφαση, ὁ στέφανος ἐξ ἀγκαθῶν.. εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ποιητὴς ποὺ γράφει μὲ τὸ αἷμα του, ἐπιλέγει ἂν θὰ ταυτιστεῖ μὲ τὴν ποίησή του, ἂν ἡ ζωή του ἡ ἴδια θὰ ἀποτελέσει προέκταση τοῦ στίχου του, τοῦ στοχασμοῦ, τῆς ἀγωνίᾳς του. Ἐλάχιστοι γραφιάδες περπάτησαν ἐτοῦτο τὸν δρόμο. Οἱ περισσότεροι λείπουν, δὲν μποροῦμε κἄν νὰ τοὺς ρωτήσαμε ἂν ἄξιζε ἡ ἀνηφόρα.

Μποροῦμε ὅμως νὰ κρίνουμε ἀπὸ τὸ ἔργο. Καὶ πράγματι. Ἂν κάτι ἔμεινε πίσω κι ἐπανέρχεται πεισματικὰ κάθε φορά ποὺ μιὰ κοινωνία βυθίζεται σὲ κρίση πνευματική, εἶναι οἱ στίχοι καὶ τὰ κείμενα ἀνθρώπων καταραμένων, ποιητῶν τῆς ἀπέναντι ὄχθης, ἐκείνων ποὺ ἀπαρνήθηκαν τὴν σύμβαση γιὰ νὰ ζήσουν μιὰ οὐτοπία. Ἂν στοὺς καιροὺς τοῦ Καρυωτάκη ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν δρῶσα κοινωνία συνιστοῦσε μιὰ θυσία, σήμερα συνιστᾶ ἐπανάσταση. Στὸ κάτω – κάτω ἡ θλίψη τῆς Πρέβεζας ἀγκάλιαζε τότε πολλούς, ἡ μιζέρια ἦταν διάχυτη ἕνα γύρω, ἡ ὑποκρισία ὁρατὴ μακρόθεν – σήμερα οἱ βιτρίνες λάμπουν σαγηνευτικά, ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἠμπορεῖ νὰ ἀπαρνηθεῖ εὔκολα τὴν λάμψη τους, τὴν ὑπόσχεσή τους;..

Δὲν ξεύρω ἐὰν ποτὲ θὰ ἐκδοθοῦν τὰ ποιήματα τοῦ Μύρωνα ἀπὸ κάποιον ἐκδοτικὸ οἶκο καὶ εἰλικρινὰ λίγο μ’ ἐνδιαφέρει, ἡ ἔκδοση ἔχει πρὸ πολλοῦ πάψει νὰ ἀποτελεῖ τεκμήριο ποιότητας καὶ ἀξίας. Δὲν μ’ ἐνδιαφέρει ἐὰν τὸν Μύρωνα τὸν διαβάσουν δέκα, εἴκοσι, ἑκατὸ ἄνθρωποι, ἂν ἡ ποίησή του ἔχει τὴν μοῖρα κάθε καλῆς ποίησης καὶ ζεῖ μέσα στὴν ἐρημία τοῦ πλήθους, ἄγνωστη, παραμελημένη, ὑποτιμημένη. Ἐκεῖνο ποὺ προσωπικὰ μὲ καίει καὶ πρὸς τοῦτο βέβαια ἡ σημερινὴ παρουσίαση, εἶναι ἐτούτη ἡ καλὴ ἀρχὴ νὰ ἐξελιχθεῖ, νὰ γιγαντώσει, ἡ σπίθα νὰ γενεῖ φωτιά, ὁ στίχος του νὰ φτάσει νὰ γενεῖ ἀλέτρι ποὺ θὰ σκάψει βαθιά, πρωτότυπα καὶ δημιουργικά τὸ ἄγονο χῶμα τῶν γραμμάτων μας. Ἡ ἀγωνία μου εἶναι νὰ δῶ ἕναν ποιητὴ νὰ ξεφεύγει ἐπιτέλους ἀπὸ τὴν σύμβαση καὶ τὴν μετριότητα καὶ ν’ ἀνοίγει δρόμους μοναδικοὺς στὴν λογοτεχνία. Πόσα χρόνια ἔχουμε νὰ τὸ δοῦμε αὐτό, πόσα χρόνια ἔχουμε νὰ πάρουμε ἀνάσα βαθιὰ ἀπὸ μία γερὴ ποιητικὴ παρουσία; Γιατί στὸ τέλος – τέλος εἶναι ἀσήμαντο καὶ καμιὰ σημασία δὲν κουβαλᾷ τὸ ἐὰν ὁ Μύρων, ὁ Κοντόπουλος, ὁ Κωνσταντινίδης πετύχουν, ἀναγνωριστοῦν, δοξαστοῦν, βραβευθοῦν ἢ πλουτίσουν. Τὸ μόνο ποὺ μετρᾶ εἶναι νὰ ἀφήσουν πίσω ἀράδες ποὺ χαράσσουν βαθιὰ τὴν ἀνθρώπινη συνείδηση, στίχο γραμμένο σὲ πέτρα, στοχασμὸ ἱκανὸ νὰ ἀφυπνίσει, νὰ κάψει, νὰ προχωρήσει ἕνα μέτρο παραπέρα τὴν περπατησιὰ τῆς σκέψης καὶ τῆς δημιουργίας.

Θὰ γενῶ κι ἐγὼ συμβατικός, θὰ κλείσω μὲ ἕνα ποίημα τοῦ Μύρωνα ποὺ μ’ ἀρέσει πολύ, πάντα μὲ γοήτευαν τὰ ποιήματα μὲ κήπους. Ἴσως γιατί οἱ κῆποι ἔχουν συνήθως μυστικὲς γωνιές, ἀρώματα, ἀπομόνωση καὶ μιὰ ἐλπίδα ἀναγέννησης μέσα ἀπὸ τὸ βρεγμένο χῶμα.. “Φαντασία”..

Σὰν συμμαζευτοῦν τὰ σύννεφα,

νὰ τοὺς ἀνοίξουμε μιὰ τρῦπα

νὰ πέσουν οἱ κεραυνοὶ

πρὶν ζωντανέψουν.

Νὰ τοὺς γραπώσουμε μὲ τὰ μάτια –

νὰ δοῦμε λίγο παραπέρα.

Ἅ! Τί βάλσαμο!..

Πόσο μαλάκωσαν τὰ μάτια,

πόσα καλοκαίρια βλέπουμε

ἐνῶ κοπανιοῦνται ἔξω χειμῶνες;

Νὰ κρατήσει κι ἄλλο ἡ μαγεία αὐτή!..

Νὰ τὴν κρατήσουμε κι ἄλλο τὴ μαγεία αὐτὴ,

σ’ ἕναν κῆπο νὰ τὴ φροντίζουμε,

ν΄ἀνθίσει…

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.tasakos.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CF%8C-%E1%BC%80%CF%86%CE%B9%CE%AD%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1-%CF%83%CF%84%E1%BD%B8%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE-%CE%B5-%CE%BC%CF%8D%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B1/

Το deBόp συναντά τις εκδόσεις: Ο Φαρφουλάς

Στην Αθήνα υπάρχουν πάρα πολλοί εκδοτικοί οίκοι, μικροί και μεγάλοι, πάρα πολλοί άνθρωποι που ασχολούνται με το βιβλίο και αν πάρουμε ως δεδομένο ότι η οικονομική και κοινωνική συγκυρία που βιώνουμε εξανάγκασε πολλά μεγάλα βιβλιοπωλεία και μεγάλους εκδοτικούς οίκους να κλείσουν, είναι σημαντικό το ότι η τέχνη του βιβλίου εξακολουθεί να ανακινείται. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο σε ανθρώπους που έκαναν την αγάπη τους για το βιβλίο πράξη και με επιμονή και πείσμα πάνε κόντρα στους καιρούς. Τέτοια εγχειρήματα θα παρουσιάσουμε εδώ, ξεκινώντας από τον Διαμαντή Καράβολα και τις εκδόσεις Φαρφουλάς (Μαυρομιχάλη 18, Εξάρχεια). Ας τους ανακαλύψουμε λοιπόν:

Σε τι συνίσταται η εκδοτική σας πρόταση;

Οι εκδόσεις Φαρφουλάς, που κλείνουν φέτος 10 χρόνια λειτουργίας, εστιάζουν στην επανέκδοση έργων συγγραφέων που παραμένουν αγνοημένοι ή στο περιθώριο της σημερινής λογοτεχνικής ζωής, και που πιστεύουμε ακράδαντα ότι αξίζει να ξαναανακαλυφθούν και να ξαναδιαβαστούν. Βουτυράς, Ζάρκος, Βέλμος, Βελλούδιος, Αρκάδιος Λευκός, Γιώργης Τσουκαλάς είναι μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις Ελλήνων συγγραφέων και δημιουργών που έχουμε ανασύρει από τη λήθη. Επίσης έχουμε εκδώσει έργα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το διεθνές κίνημα του Υπερρεαλισμού. Μας ενδιαφέρουν επίσης και νέοι συγγραφείς που επιλέγουν να ρισκάρουν με τη γραφή τους. Όλα αυτά περνάνε ως ενδιαφέροντα πεδία άσκησης και έρευνας στο περιοδικό που εκδίδουμε, τον Φαρφουλά, όπου λειτουργεί ως ένα πειραματικό εργαστήριο ή προθάλαμος για τα βιβλία που βγάζουμε.

Τι σας διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους οίκους;

Ο εκδοτικός χώρος στην Ελλάδα είναι αρκετά μεγάλος, μιλάμε για εκατοντάδες εκδοτικούς οίκους, με μεγάλη ποικιλία σε σχέση με τα ενδιαφέροντα αλλά και τάξη μεγέθους του κάθε ενός. Επομένως είναι φυσικό να διαφοροποιούμαστε με τις περισσότερες αλλά και να συγγενεύουμε με ορισμένες άλλες εκδοτικές προσπάθειες, που κινούμαστε σε σχετικά πεδία ενδιαφερόντων. Νομίζω, ότι το ιδιαίτερο στίγμα μας σε σχέση με τον περισσότερο εκδοτικό χώρο είναι ότι ξεκινήσαμε ως ερασιτέχνες των εκδόσεων, έχοντας ως κίνητρο κάποιες δημιουργικές μας εμμονές, τις οποίες εξακολουθούμε να υπηρετούμε με συνέπεια αλλά και να διευρύνουμε προσεκτικά, χωρίς να παρασυρόμαστε από το όποιο κλίμα της εποχής.

Ποιες είναι οι τελευταίες κυκλοφορίες σας τις οποίες θα χαρακτηρίζατε ενδεικτικές του ύφους σας;

Το τελευταίο τεύχος του Φαρφουλά στο οποίο ανατυπώνουμε ένα θρυλικό περιοδικό του μεσοπολέμου το Φραγγέλιο, που έβγαζε για 3 χρόνια (1927-1930) ο Νίκος Βέλμος (1890-1930), καθώς και η έκδοση ενός βιβλίου για τη ζωή και το έργο αυτού του σημαντικού πολύπλευρου επαναστάτη-δημιουργού, αποτέλεσμα πολύχρονης έρευνας και μελέτης του ερευνητή Νίκου Λογοθέτη είναι απ’ τα πιο χαρακτηριστικά του εκδοτικού μας στίγματος. Ο τίτλος του είναι: Νίκος Βέλμος, ο γυιος της απωλείας.

Δεδομένου ότι μιλάμε για εγχειρήματα «μεσαίου κυβισμού», ποιος είναι ο ιδεατός στόχος σας; Σε τι κοινό σκοπεύετε να φτάσετε, σε μια εποχή που τα μεγάλα έντυπα και η κριτική απουσιάζουν εν πολλοίς.

Είμαστε ένας πομπός που εκπέμπει ανεξαρτήτου προσδοκίας μεγάλων ή πλατιών ακροατηρίων. Είμαστε του «Όσοι πιστοί…» που λέει ο λόγος.

Θα κάνατε υποχωρήσεις από τον αρχικό σχεδιασμό και εκπτώσεις για οποιοδήποτε λόγο;

Αυτή η ερώτηση θα έχει απαντηθεί από μόνη της όταν συνταξιοδοτηθούμε.

Η ανάπτυξη του ίντερνετ, των social media και της ηλεκτρονικής αγοράς σε ποια σημεία σας βοηθάει και σε ποια όχι;

Βοηθάει αρκετά, ιδιαίτερα μάλιστα όταν θέλει κανείς να ανοίξει τους δικούς του δρόμους, και επομένως δεν μπορεί να βασίζεται στα κατεστημένα μέσα προώθησης και προβολής, που κατά βάση διακατέχονται από έναν συντηρητισμό όσο αφορά τις επιλογές τους, δηλαδή προβάλουν αυτά που ξέρουν και τους είναι οικεία, ή ακόμα αυτά που έχουν ήδη διαμορφώσει ένα πλέγμα σχέσεων (οικονομικών, ιδεολογικών, αισθητικών κλπ.). Πάνω σ’ αυτή την κατάσταση έχουμε, δυστυχώς, αρκετή πικρή εμπειρία. Ενδεικτικά αναφέρω δύο σημαντικά βιβλία που έχουμε εκδώσει, Τα γραπτά της α-νοησίας του Edward Lear, και το βιβλίο της Παταφυσικής του Πράξεις και απόψεις του Δρ. Φαουστρόλλ του Alfred Jarry, που αν και υπήρξε ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλία στην παγκόσμια λογοτεχνία και πέρα απ’ αυτήν, η εδώ βιβλιοκριτική στάθηκε απέναντί του επιεικώς αμήχανη…

Με ποια κριτήρια επιλέγετε τους τίτλους που θα εκδώσετε;

Τα βιβλία των εκδόσεων μας θέλουμε να δημιουργούν έναν ιστό, όπου το κάθε βιβλίο να συνδέεται με έστω και ένα αδιόρατο νήμα, με τουλάχιστον κάποιο άλλο προηγούμενο βιβλίο μας ή συγγραφέα που αγαπάμε. Να υπάρχουν «εκλεκτικές συγγένειες», αδιάφορο αν αυτές θα είναι ευδιάκριτες ή όχι. Π.χ.: Πρόσφατα επανεκδώσαμε τον Φάουστ του Γκαίτε στην αριστουργηματική μετάφραση του Αριστομένη Προβελέγγιου (1887). Η απόφασή μας καθορίστηκε εν πολλοίς και από το γεγονός ότι ο Δημοσθένης Βουτυράς στη σάτιρά του «Μέσα στην Κόλαση» (1927), που επίσης έχουμε εκδώσει, τοποθετεί τον Προβελέγγιο, μαζί με άλλους δύο ακόμα, ως τους μόνους Έλληνες λογοτέχνες που είναι στον Παράδεισο, δείγμα τις μεγάλης εκτίμησης που έτρεφε γι’ αυτόν. Ο άλλος ένας απ’ την παρέα του Παραδείσου, ήταν ο ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης, του οποίου, κατά μία έννοια, πνευματικά τέκνα ήταν ο Βέλμος και η παρέα του που έβγαζαν το Φραγγέλιο, το οποίο, όπως προανέφερα, ανατυπώσαμε. Κάπου μέσα στο Φραγγέλιο, αυτή η ατίθαση παρέα, εκφράζεται πολύ κολακευτικά για το «Μέσα στην Κόλαση» του Βουτυρά που ό,τι είχε κυκλοφορήσει στην εποχή τους.

Ποιοι είναι οι συγγραφείς, Έλληνες και μη, τους οποίους θαυμάζετε και ενδεχομένως να θέλετε να εντάξετε στο εκδοτικό σας πρόγραμμα;

Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα το ότι θαυμάζω κάποιον συγγραφέα και θέλω να εκδώσω έργα του, δεν σημαίνει και αυτονόητα ότι είναι εφικτό σύμφωνα με τις εκδοτικές μου δυνατότητες. Μια περίπτωση όμως, που θαυμάζω απεριόριστα και σκοπεύω να εκδώσω τα κείμενα του, είναι ο «Ποιητής» του συγκροτήματος των «Αέρα Πατέρα», ή, κατά κόσμον Μιχάλης Κρίαλης.

Πώς βρίσκετε το δρόμο σας μέσα στη δύσκολη οικονομική συγκυρία που ζούμε; Ποια «ρεφλέξ» αναπτύξατε ώστε να επιβιώσετε;

Η μάχη επιβίωσης για έναν εκδοτικό οίκο, που δεν θέλει να κολακέψει κανένα εκ των προτέρων έτοιμο και διαμορφωμένο αναγνωστικό κοινό, είναι ένας διαρκής κλεφτοπόλεμος, που σημαίνει καλή στάθμιση κάθε φορά του τι κάνω, πότε το κάνω και με ποια μέσα.

Τι σχεδιάζετε για το μέλλον;

Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ το να συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε, ίσως με λίγο μεγαλύτερη πυκνότητα και ένταση.

Πες μας ενδεικτικές προτάσεις του οίκου του Φαρφουλά!

Για τους παλιούς που επανεκδίδουμε τα έργα τους είπαμε κάποια πράγματα. Αξίζει όμως να προσεχτούν και οι νεότεροι συγγραφείς που έχουμε εκδώσει έργα τους στην ειδική σειρά Λοξή γραφή. Ενδεικτικά, για να μην σας κουράσω με πολλά ονόματα, θα αναφέρω τον Νίκο Σταμπάκη που είναι και εξέχων μεταφραστής των εκδόσεών μας, τον θεσσαλονικιό Λεωνίδα Βασιλειάδη, τον λαρισαίο Θοδωρή Νταλούση, τους κύπριους ποιητές Γιώργο Καλοζώη και Κώστα Ρεούση, καθώς και την πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια Κατερίνα Αγυιώτη. Για όλους αυτούς, είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι το στίγμα του έργου τους, αν μη τι άλλο, δεν θα είναι πρόσκαιρο.

Το βιβλίο θα είναι πάντα το πιο όμορφο ταξίδι που μπορεί να χαρίσει ο καθένας στον εαυτό του αλλά και στους άλλους. Ανακαλύψτε τα δικά σας ταξίδια με μια βόλτα στην πόλη.

Τη σειρά συνεντεύξεων για τους εκδοτικούς οίκους της Αθήνας επιμελούνται και παρουσιάζουν από κοινού οι συντάκτες: Χρυσού Έφη και Μπιστολάς Ηλίας.

*Αναδημοσίευση από το http://www.debop.gr/deBlog/interviews/to-debop-synada-tis-ekdoseis-o-farfoulas

Κούκος μονός αβολοντέ

Αρκετά χρόνια πίσω καθόμουν σε μια μπάρα – σιγά την είδηση. Είχα πιει μερικά, αλλά ήμουν σε καλή κατάσταση, νηφάλιος. Κάποια στιγμή βγαίνοντας από το μέρος, πέφτω πάνω σε μία κυρία, την είδα στον καθρέπτη δηλαδή και σάμπως να παρεξηγήθηκε – τύπου την ενόχλησε η μούρη μου και μπήκε κλείνοντας με δύναμη και φόβο θα έλεγα την πόρτα. Δεν μου άρεσε. Βγαίνοντας με κάλεσε ή την κάλεσα, δεν θυμάμαι, για εξηγήσεις.

Μου ζήτησε μετ’ επιτάσεως συγγνώμη, γνωριστήκαμε, ήταν από το χωριό μου, την έλεγαν Ελλάδα (!) Σ. Ηταν της γενιάς μου, είχε πολύ καλή κουβέντα, ήταν ουδέτερα νοσταλγική προς τα ξερόβραχα της πατρίδας μας, ήταν καλή πότης, ήταν ίσια στο βλέμμα.

Κάτσαμε κάνα δυο ώρες, δεν ανταλλάξαμε καν τηλέφωνα θεωρώντας –καθότι πελάτες και εμφανώς γνώριμοι των προσώπων εκεί– αμφότεροι δεδομένο ότι θα ξανασυναντηθούμε στο ίδιο μέρος σύντομα.

Ποτέ.

Πέρασαν καιροί πολλοί. Το συζήτησα κάποια στιγμή με τον ιδιοκτήτη και φίλο, δεν μου το επιβεβαίωσε ότι σύχναζε τέτοιο πρόσωπο εκεί -το όνομα είναι εξαιρετικά σπάνιο και εντελώς ξένο στα μέρη μου, άσχετο αλλά σχετικό- κι αυτό με έβαλε σε σκέψεις.

Μπορεί όλη αυτή η ιστορία να μην υπάρχει; Να ‘ταν τέτοιο το παιχνίδι του μυαλού μου; Τα γεγονότα προς τα κει κατευθύνουν (ληξιαρχεία στο χωριό βέβαια δεν πήγα να ψάξω, αλλά τώρα που το σκέφτομαι), προς ένα μυστήριο. Υπάρχει η Ελλάδα Σ.;

Η Πελαγία Φυτοπούλου κατέβηκε από την Κατερίνη πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια για να παλέψει με τις τέχνες.

Με την ευγενική χορηγία της γιαγιάς Πελαγίας, σπούδασε ηθοποιία-σκηνοθεσία και όταν έγραφε, κάτι ώρες δύσκολες, τα αποταμίευσε στο συρτάρι.

Εχει παίξει θέατρο και κινηματογράφο, έχει σκηνοθετήσει, έχει δημοσιεύσει πρόπερσι το πολιτικό παραμύθι «Το Ραβδί των Καλικαντζάρων» και πρόσφατα έπεσε στα βαθιά.

Η ποιητική συλλογή «ΚΟΥΚΟΣ» έρχεται να μουδιάσει το πίσω μέρος του μυαλού, να γρατσουνίσει τα καθωσπρέπει, να προβοκάρει την κανονικότητα, να παίξει την μπάλα κάθετα.

Κάτι σαν μια τρυφερή μπαλάντα στους ποιητές, παράδοξοι που ‘ναι.

Αλλά πάλι, η ποίηση υπάρχει; Τα ποιήματα υπάρχουν ή είναι μια εφεύρεση των μορφωμένων για να με κάνουν να νιώθω αμήχανα;

Οταν όμως γράφει η Πελαγία Φυτοπούλου, την άκουσα/κατέβηκα στο λιμάνι/αγόρασα χρώμα/ έγινα ζωγράφος τότε η ποίηση υπάρχει. Παραδοχή-επαφή-επικοινωνία-όραμα-ευθύτητα-καθαρότητα-ταχύτατα. Στο λιμάνι ο καθένας ζει το όνειρο. Και ο ψαράς και ο ζωγράφος και ο ποιητής και ο αυτόχειρας.

Σπάνια διαβάζω ποίηση, όπως καταλάβατε, αλλά όταν το κάνω δεν περιμένω να χαρώ κιόλας. Από περιέργεια ξεκινάω και συνήθως μ’ αυτήν καταλήγω. Οταν όμως διάβασα «ο λόγος τους λυσσώδης/ξαγρυπνά πάνω από τα βρέφη/που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις/θα τα στείλουν πίσω», κατάλαβα.

Υπάρχει μια ποίηση με λόγο ανατρεπτικό για να μας θυμίζει πως δεν μας περισσεύει πολύς καιρός για γέλια. Μας πήραν στο κατόπι τ’ αρπακτικά του κόσμου μας και δεν προλάβαμε να οχυρωθούμε. Και τώρα δεν υπάρχει άλλος να τρέχει για μας. Μήπως και να ‘πρεπε να σταθούμε να κοιτάξουμε τα θηρία στα μάτια;

Υπάρχει κι άλλη ποίηση, χαρούμενη όχι, αισιόδοξη ίσως. Οταν πάλι γράφει: Υπάρχουν πολλές τρυφερότητες/κάτι λίγες δεν ξυπνούν ποτέ/ ονειρεύονται τον Λόρκα/ Αμίγκο, να την προσέχεις την ποίηση/ μια μέρα θα μας ξεκάνει όλους.

Εμ, αυτά είναι που φοβάμαι…

Και να που η ποίηση υπάρχει – όπως και η Ελλάδα Σ.- τώρα το ξέρω…

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/koykos-monos-avolonte

Η Ανάσταση με μια Κόκκινη Ανάταση του Δημήτρη Τρωαδίτη

Αν δεν ήταν αδιαφορία σίγουρα θα ήταν υποτιμητικό στη συνείδησή μου να αδιαφορήσω στη φιλική διάθεση, αλλά και ιδιαίτερα στην επίσκεψη που μου έκανε ο ποιητής και γνωστός δημοσιογράφος Δημήτρης Τρωαδίτης δέκα μέρες νωρίτερα να μου δωρίσει με θερμή αφιέρωση μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Με μια κόκκινη ανάταση». ‘Ενα από τα ποιήματά του έτυχε να ακούσω από συνέντευξη στο 3ZZZ στην εκπομπή του Δρ. Χρήστου Φίφη. Αφάνταστα δυνατά μου προκάλεσε ενδιαφέρον και του τηλεφώνησα.

Όλα τ’ άλλα ήταν εύκολα.

Απασφαλίζοντας τη θύρα εισόδου στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη χρειάζεται πυκνή σκέψη στις επιμέρους αναγνώσεις όπως, ανθρωπογνωσία, συναισθηματικό «πολυμερισμό», ιδεαλισμό, ευαισθησία, αισιοδοξία, υπαρξιακά, οργή, αμοραλισμό, αμφιβολία, ηθική, συμβιβασμό, κρίση, αδράνεια, απαξίωση κ.τ.λ.

Στο ποίημα «Οι τόποι μου» σ.7-11 και στους ορισμένους στοίχους γράφει:
σε αποπνικτικές ατμόσφαιρες/ σε φωτιές που θεριεύουν/ βλέμματα κατακερματισμένα/ σε κοινούς κατατρεγμούς/ και ακρωτηριασμούς σωμάτων/ μορφές μα βαθουλωμένα μάτια/ από την πείνα/ και τις αγρύπνιες/ πολιτείες που γκρεμίστηκαν/ εκ των έσω/ και έμειναν πένθιμες/ διαλύονται εξοστρακίζονται/ καρμανιόλες σε πλήρη ανάπτυξη/ ……

Η παραστατική και ποιητική δεξιότητα διατρέχοντας τον κίνδυνο παρεξηγημένης εκτίμησης αποφεύγει την αισθητική καλαισθησία μεταμόρφωσης, παρουσιάζοντας σε πιθανή εμπειρική ανάλυση το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο ρυθμικός πνευματικός βηματισμός αφαιρεί δυναμικά την ρεμβώδη (ονειροπόληση) παρουσία σε ακραία μορφή αντικειμενισμού ώστε, μετριάζοντας το μέγεθος της αλήθειας να γίνει αρεστός. Αυθόρμητος και ως ένα βαθμό αναχαίτιστος στην οργιλότητα, καταγράφει αυτά που νιώθει για την σύνδεση του αναγνώστη στην αμεσότητα της κρίσης.

Στο «Κατά μέτωπο» ποίημα σ.12-16 γράφει:
τα βρώμικα λιμάνια ποικίλων ψυχοτρόπων/ οι θλιβερές χοάνες ψυχών εν αφθονία/ οι τόποι οι αλλόφρονες/ όταν αλλοτινοί σύντροφοι ολόγυμνοι/ μπροστά σε ξετσίπωτες ντιρεκτίβες/ κεντρικών επιτροπών νταβατζήδων/ σαν δημοσιογράφος με υπονοούμενα/ σαν την κακιά μητριά/ μεθυσμένοι από ανύπαρκτη έξη/ μπάτσοι επί σκοπώ/ οδοκαθαριστές επί ματαίω/ που στοιχειώνουν τις πόλεις/ ταξιαρχίες μίσους/ προσποιούμενες τις υπέρτατες αρετές/ παραστάσεις εξορίας/ των κακών πνευμάτων/…..

Λάβρος καταγγελτικός κρανιοσκόπος που σπάζοντας το κέλυφος της οστρακοειδούς θηριωδίας αποφεύγει και σ’ αυτό το ποίημα τις «περιτομές» εξευμενισμού ή τοτεμισμού, βεβαιώνοντας ότι δεν είναι διαβάτης συνηθισμένης καθημερινότητας και εναντιώνεται στο σύστημα των αρνητικών εικόνων και ψευδαισθήσεων.

Στη σχετική ανεπάρκεια συνείδησης του περίγυρου, του προξενεί συγκεκριμένη συναισθηματική φόρτιση, με αποτέλεσμα από τα συντρίμμια του παρδαλόκοσμου να αδειάζει στο φως με λογοτεχνικές μεταφορές την συνισταμένη επιδίωξη δικαίου.

Ισορροπώντας τις έντονες εικόνες κρίσης με την ελευθερία λόγου, θυμίζει Μοντεσκιέ στην ομιλία του περί δικαιωμάτων του πολίτου το 1789 στην γαλλική επανάσταση.

Στο συγκεκριμένο ποίημα ο ποιητής απόλυτα και βαθμιαία, έρχεται σε αντίθεση με την εξάρτηση των ιδιοτήτων αντινομίας λογικής στις δομές των ομάδων, «group structures» οι συνέπειες των οποίων θέτουν κατά την κρίση του ποιητού σε πλήρη κοινωνική περιθωριοποίηση.

Στο έρεβος της αποκτήνωσης ή και «αποβλάκωσης» ο ποιητής δια της προσωπικής παρουσίας ή ενόρασης είναι μάρτυρας ενός άκρατου αμοραλισμού «άρνηση της κάθε ηθικής» που χωρίς γραμματικό «θεοδόλιχο» συντεταγμένων γραμματικών παρατηρήσεων με έμφαση σημειώνει την ψυχική νοσηρότητα ή χειμέρια νάρκη του κοινωνικού συνόλου.

«Με μια κόκκινη ανάταση» σ.25.
Αυτή η μακρά πορεία/ προς το θάνατο/ πρέπει ν’ ανακοπεί/ τα μαβιά κατάμαυρα σημάδια της σκοτοδίνης/ πρέπει ν’ αλλάξου χρώμα// αυτή η απαρασάλευτη οδύνη/ πάνω απ’ τις στέγες/ των καρδιών μας/ πρέπει να μεταλλαχτεί/ σε εκρηκτική σκέψη/ έμμονη και φλογερή/ πυρωμένη/ ΣΤΟ ΑΜΟΝΙ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ/ αναμενόμενη σαν ανατολή/ καυτή σαν το δάκρυ/ στο μάγουλό μας/ μετά το μεροκάματο/ του τρόμου// αυτή η άγρια πορεία/ προς το θάνατο/ πρέπει να ανακοπεί/ με μια θεσπέσια χαραυγή/ των απόκληρων με την κόκκινη ΑΝΑΤΑΣΗ/ της ψυχής/ που δεν θα επιτρέψει/ στα προοίμια της αδικίας/ να γίνουν τόμοι αναλγησίας.

Αντιτάσσοντας την πραγματοκρατία «ρεαλιστική κατάθεση» στην προτεινόμενη χειρολαβή ζωής της σύγχρονης συγκυρίας, ο ποιητής Δημήτρης Τρωαδίτης κοινωνός γνώσεων πολιτικής κοινωνιολογίας, σφυρηλατεί στην ταξική πάλη πληρέστερα απ’ οτιδήποτε άλλο λόγο που δεν γνωρίζει όρια ερμήνευσης το οικουμενικό ισοδύναμο ανάμεσα στην κατανόηση αμάθειας και αδιαφορίας στην ανάσταση της ουμανιστικής σημαίας στο έργο του με μια Κόκκινη Ανάταση. Όπως και ο Αριστοτέλης είχε πει:
Ο άνθρωπος με την δράση του και την καθοδήγηση της λογικής του, δίνει ζωή στις δυνατότητες εκείνες που είναι χαρακτηριστικές για τον άνθρωπο. «Ηθικά Νικομάχεια 1098α, 8».

Αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι η ανατάραξη των ψυχικών διαθέσεων του αναγνώστη σε ρεαλιστική συμμετοχή με το ασυμβίβαστο πνεύμα απέναντι στα ομαδικά ή γενικότερα κοινωνικά πάθη σαν ρυθμιστής κοινωνικής ηθικής για όλους.

Ο Μαρξ έγραφε στο «Κεφάλαιο»:
Για να μάθει κανείς τι είναι ωφέλιμο για το σκύλο πρέπει να μελετήσει την φύση του σκύλου.

Ο ποιητής συνεχίζοντας μια πορεία στο υπόλοιπό του έργο του, με περιφρόνηση στα στολίδια ύφους λογοτεχνικής ακροβασίας ή ακριβέστερα ενοράσεις πτήσεων είναι σε ετοιμότητα στην θέση κωπηλάτη αναμένοντας ως γνωστών το παράγγελμα «επί τας κώπας και εν όψει» διότι η πυροστιές του Τρωαδίτη δεν περιμένουν φωτιά για να ζεστάνουν τον λογισμό του και πάλι.

Διονύσης Παρασκευάτος
Μελβούρνη

3+1 Ποιητικές συλλογές

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

Ντίνα Γεωργαντοπούλου «Απροσποίητα», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 58

Είναι σημαντικό η ποίηση να βρίσκεται δίπλα στην ανθρώπινη ψυχή για να γίνεται αόρατος ο καιρός! Απροσποίητα η Ντίνα Γεωργαντοπούλου καταθέτει τις λέξεις τις που «θυμούνται να νιώσουν» οι ίδιες και θυμούνται να συνδεθούν με τον σύγχρονο αναγνώστη σε τόνους ειλικρινείς και συνάμα αισθαντικούς. «Καμιά σιωπή δεν θα ‘ναι άηχη/ καμιά σκιά δεν θα τρομάζει το παρόν.  Κυρίως σε πρώτο πρόσωπο καταφεύγει σε μια διαρκή εξομολόγηση σκέψεων, ιδεών και συναισθημάτων χωρίς όμως να τείνει προς το μελό, ή να πέφτει στην παγίδα της υπερβολής.«Σήμερα, σε πρώτο πρόσωπο αποφασίζω να παραμείνω/ γυναίκα των επιθέτων/ ντροπαλή, μελαγχολική και αβέβαιη».
Μικρές πινελιές ζεστασιάς και προσμονής που φανερώνουν πόσο η ποιήτρια αγαπά τη μαγεία. Μάλιστα γράφει χαρακτηριστικά: «Πάντα ήταν ζητούμενο να μοσχοβολούν/ οι αμίλητες αισθήσεις»
Μια γυναίκα που γράφει για το μέσα της τοπίο, για το βλέμμα της που οι άλλοι δεν θα μπορούσαν αλλιώς να ξεκλειδώσουν. Γράφει για τις σκοτεινές, μύχιες πλευρές της. Αγαπά, θυμάται, φοβάται, ονειρεύεται εξαγνίζεται. Αλλά έχει τον τρόπο της να τα διαχειρίζεται όλα αυτά μέσω της γραφής. Και πάντα θυμάται πως «υπάρχουν χρώματα που φτιάχνονται κάθε στιγμή» και έτσι πορεύεται. Τελευταίοι στίχοι του βιβλίου: «Σε παρακαλώ, μή με αναλύεις, χωράω ολόκληρη σε ένα φιλί, που δεν στριμώχνει την ψυχή.
Εξαιρετικό το ποίημα με τίτλο «Λάνσελοτ μού λείπεις».
 

Νίκη Κωνσταντοπούλου «Εγώ, απέναντι», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 40

Συνήθως οι νέοι ποιητές καταπιάνονται με τον έρωτα ή με τα προσωπικά τους βιώματα. Αυτά θεωρούν ως πιο πρόσφορα υλικά για να τα κάνουν αντικείμενο στην ποίησή τους! Όμως είναι δύσκολο τελικά να γράφεις για τον έρωτα, ή τουλάχιστον δεν είναι εύκολο να εισάγεις το νέο αναφορικά με ένα τέτοιο θέμα ,αν κρίνεις ότι άπειρα πράγματα έχουν ειπωθεί. Όσο για τα προσωπικά βιώματα, αν τα βάλεις χωρίς επεξεργασία μέσα στους στίχους σου, κινδυνεύεις να γίνεις μελό, κάτι που σίγουρα δεν είναι ζητούμενο στην ποίηση.
Ευτυχώς η Νίκη Κωνσταντοπούλου δεν γαντζώνεται από το θέμα του έρωτα. Μιλάει για θέματα υπαρξιακά κυρίως, για το ανικανοποίητο της ψυχής, για το νόημα που έχει να υπάρχει στη ζωή μας μια κάποια αισθητική. Στίχοι απλοί, άμεσοι, σταθεροί, νηφάλιοι, που δεν έχουν ως στόχο τους τον εύκολο εντυπωσιασμό. Τα αισθήματα της ματαίωσης, της ματαιότητας, της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας διασχίζουν τα ποιήματα με τρόπο τέτοιο που θα τον «ζήλευε κι ο διάολος», για να δανειστώ στίχους της ποιήτριας. Βρίσκεται σε καλό δρόμο με την έννοια ότι έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις που διαθέτουν συνοχή και αλήθεια, έχουν κάτι να πουν, χωρίς να καταχρώνται τις μοντέρνες υπερβολές, ή τα ναρκισσιστικά γλωσσικά πυροτεχνήματα προκειμένου να γίνουν αρεστά. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: το Βουνό, η Αιτία, το Βιογραφικό, Μάσκες.
 
Με μάσκες ήρθαμε 
Με μάσκες φεύγουμε
Κάποιοι στο ενδιάμεσο  μάς τις τράβηξαν
Κι έτσι μπορούμε να δούμε κάτι απ’ τον εαυτό μας.
 
[σελ.31]
 
 

Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδ. Στοχαστής, σελ. 50

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη. Το 2016 εξέδωσε στην Ελλάδα δύο βιβλία ποίησης. Τη μοναξιά του χρόνου  από τις εκδόσεις Οδός Πανός και το βιβλίο Με μια κόκκινη ανάταση από τις εκδόσεις Στοχαστής. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης «Το Κόσκινο». Η ποίησή του υπαρξιακή και κυρίως κοινωνική. Το βλέμμα του στραμμένο στον άνθρωπο, τις αγωνίες, τις ιδέες και κυρίως, στους αγώνες του. Ο Τρωαδίτης καταγγέλλει το σαθρό σύστημα, την απόγνωση του κόσμου, τους παρωχημένους ηθικούς κώδικες, το μετέωρο εγώ του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Στο ποίημα Οι τόποι μου γράφει : […] «XII  οι τόποι μου /ρευστοί σαν το φως/των κεριών/σε ανταύγειες/σε αβέβαια τραγούδια/»Τίποτα δεν περνάει απαρατήρητο απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω του. Ο ποιητής βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, το οποίο φιλτράρει με τον τρόπο του και μιλά γι’ αυτό στους στίχους του. Τον ενδιαφέρει η πορεία που έχει πάρει ο κόσμος, τον ενδιαφέρει η ίδια η ζωή και πώς αυτή κυλάει στην ουσία. Με «αλήτικη διάθεση» ξεστρατίζει «να διασπάσει τις αδάμαστες/κορνίζες των καιρών/να τους δώσει υπόσταση/στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου»(Δες με, σελ. 19). Με τρεμάμενα αισθήματα στέλνει «στον αγύριστο» τους «μεσίτες της ζωής μας.» Ο εμφύλιος, η αιώνια ταξική πάλη, τα τραγούδια που βράχνιασαν, η κοινωνική ευαισθησία, το ανελέητο παιχνίδι ανάμεσα σε αλήθειες και ψέματα, οι ηγέτες του βροντερού τίποτα, το ξεθώριασμα των ιδεών, οι ιδεολογίες που αποδεικνύονται φενάκη αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της θεματικής προσέγγισης μέσα στο ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Τρωαδίτη. Με παλμό ,υψώνει φωνή, τίθεται υπέρ του κριτικού ελέγχου, της ανατροπής, της επανάστασης. Γράφει: «Δες με που βρίζω ασύστολα/βωμούς και θεούς/απαστράπτουσες προσωπικότητες/σιντεφένια πλαστικά/είδωλα των θεαμάτων/της πεντάρας/που προκαλούν /ημίγυμνα/τις μνήμες μας/δες με που πασχίζω μια/καθοριστική κλοτσιά να δώσω/στ’ αγάλματα και τις ρύμες/που  καμώνονται την ποίηση/δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου/σε παράταξη μάχης/στ’ αλώνια του χρόνου/με την κραυγή» (σελ.18-19). Διάθεση να μπει φωτιά στο όποιο κατεστημένο, εξέγερση των αισθήσεων, ψυχή πάλλουσα, διακαής πόθος για ατέρμονη αντίσταση σε ό,τι καταπατά την ανθρώπινη ελευθερία ( «[…]αγκαλιασμένοι να αντιστεκόμαστε στις δίνες που θα φτάνουν » (Το φως του κεριού)]. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: H σιωπή, Αγώνας, Όταν γράφουμε ποίηση, Το σύμπαν είναι άναρχο.
Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρό το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
 
όταν γράφουμε ποίηση
τ’ αποκαμωμένα βήματά μας 
σεργιανούν στο άπειρο
 
[…]
 
όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
 
όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.
 
 

Νεκταρία Μενδρινού «Κοχύλια από χρόνο», εκδ. Κέδρος, 2014, σελ. 120

Koχύλια από χρόνο  η δεύτερη ποιητική  συλλογή της Νεκταρίας Μενδρινού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Απαλά σαν χάδι νοσταλγικά ποιήματα που φλερτάρουν με την θλίψη, αλλά, ευτυχώς όχι με την κατάθλιψη. Στίχος απλός, άμεσος, άλλοτε «αφηγηματικός», άλλοτε «εξομολογητικός». Εσωτερικός ρυθμός, νότες χαμηλόφωνες. Αν αυτός ο στίχος ήταν εποχή, θα ήταν το Φθινόπωρο. Αν ήταν χρώμα, θα ήταν σίγουρα κάποιο γήινο χρώμα. (Μη γελιέσαι, δεν υπάρχουν /φυσιολογικές ζωές/μετρημένες λύπες/υπάρχουν μόνο/και μυστικά /του ενός…/). Η θεματική της ποιήτριας είναι διαχρονική, οι στίχοι εύθραυστοι, που διαδηλώνουν πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ψυχή, καθώς και «πόσο φαύλος κύκλος» είναι αυτή, ειδικά όταν η αλήθεια μπλέκεται συνεχώς με το ψέμα.
Η μνήμη(« […]μήτε να ζήσω/μπορώ/μήτε να ξεχάσω», Οβολός, σελ.99), τα γηρατειά, η ματαίωση, η Φύση, ο χρόνος ([…] ο χρόνος/δεν έχει  ακόμα/αρχίσει να μετρά/έχει μασκαρευτεί/και αυτός/σε αιωνιότητα…/[…], Απόκριες, σελ.67», ο έρωτας ([…] τα βράδια /σαν άλλη Πηνελόπη, σβήνω/σειρά σειρά/το ημερολόγιο καταστρώματος/δεν βρήκα ακόμη/προορισμό να με προσμένεις […] Προορισμοί, σελ. 70-71),το Όνειρο, η μοναξιά ([…] καμιά αιωνιότητα/που να χωρά/στα ανθρώπινα,/καμιά αλήθεια/παντοτινή/καμιά ηχώ /δυνατότερη/από την  μοναξιά σου…[…], Όνειρα, σελ.60)   και η απώλεια είναι κυρίως τα θέματα που την απασχολούν. Ξεχωρίζουν για την οικονομία και την αλήθεια τους του τα ποιήματα: Όσο, Μυθολογίες, Απογοητευμένο, Κρυφτό, Ευκαιρίες, Σαν.

*Αναδημοσίευση από το fractalart στο http://fractalart.gr/3-syn-1-poiitikes-sylloges/

Ποιητική Συλλογή: Ο “Κούκος”

Εισαγωγικό σημείωμα: Νίκος Κατσιαούνης*

Ο Κούκος (εκδ. Θράκα) αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου. Μέσα από ένα νεορομαντικό, αλλά και ρεαλιστικό, πλαίσιο τα ποιήματα της Φυτοπούλου έρχονται να διαταράξουν με άμεσο τρόπο την κανονικότητα της καθημερινής ζωής. Συνειδητό και ασυνείδητο, ρεαλισμός και φαντασία, πρόζα και αλληγορία συνυπάρχουν αρμονικά μέσα στον Κούκο. Παίζοντας με διάφορα μοτίβα ποιητικής αποτύπωσης, με έναν συνδυασμό σκληρού και παράλληλα ευαίσθητου λεξιλογίου, με (α)ναρχικά και (ά)ναρχα ποιήματα, με επιρροές από τους μπήτνικ αλλά και τον Καρούζο, η Φυτοπούλου μάς παραδίδει μια αρκετά ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή που αξίζει να διαβαστεί. Δημοσιεύουμε στη Βαβυλωνία δύο ποιήματα από τη συλλογή της και την ευχαριστούμε για την παραχώρηση.

Ε

ο κόσμος μας δεν υπάρχει
ούτε εμείς είμαστε άνθρωποι
ψάρια είμαστε
οργώνουμε ένα κομμάτι γαλάζιο
ο ουρανός μάς ταΐζει ακρωτηριασμένα πόδια
βιάζεται να μεγαλώσει
η πολιτεία ορθοπόδησε
κοκκίνισε επαίνους
σύντομα όμως θα μας ζητήσουν
τα πόδια πίσω
και η πολιτεία θα πέσει
σαν αδούλευτη αστραπή
πάνω στα γραφούμενά μας
η ποίηση θα συρθεί
σαν φίδι που δεν του δόθηκε
η δέουσα προσοχή
και τότε θα βγάλει χέρια
και τα χέρια όταν θέλουν
χτυπάνε στην καρδιά

ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΑΣ

ελεύθερη διακίνηση ιδεών. προσβλέπω σ’ αυτό. γράφω
γι’ αυτό. έχω μια ακρίδα στο στόμα. πηδάει από δόντι
σε δόντι. από σύμφωνο σε σύμφωνο. πάει πέρα δώθε.
κάνει τραμπάλα πάνω στα λόγια σας. προσβάλλει την
αλφαβήτα σας. είμαι η ένοπλη πάλη των αυτιστικών.
έχω μια ακρίδα στο στόμα. ομοφυλόφιλη. απ’ τη
μέση και πάνω. παίρνουμε δωρεάν εισιτήρια για
τις ταινίες του Αλμοδόβαρ. μας μυρίστηκαν οι μητριές
(μπάτσοι). καρφωτή. με ψάχνουν εξονυχιστικά. η
ακρίδα κρύβεται στη δεξιά κουφάλα. το προτελευταίο
δόντι. απ’ τη μάνα μου το ’χω σακάτικο. το μικρό μου
μνήμα. γιατί πάντα ένας τάφος μένει ανοιχτός. δε βρήκαν
τίποτα. έχουμε ξανακρύψει εβραίο. ο Τζων Γουέιν με
πλησιάζει. γελάει. και λέει στους σερίφηδες. όρνια
ε, όρνια, δε βλέπετε; είναι παιδί με ειδικές ανάγκες.
παρά ταύτα με απέλασε. τελευταίο γαλόνι για τη
σύνταξη.
οι ποιητές μάς ξεναγούν στην απαγορευμένη ζώνη.
εκεί που ο Θεός επέτρεψε μονάχα ένας να περπατήσει.
ο παραμικρός αναστεναγμός μπορεί να σε συντρίψει.
κρατούν καλαθάκια με σερβιέτες, δημητριακά και
αγκινάρες Πρεβέζης. εγώ παριστάνω το Χριστό. (κι ας
μην ξέρω το Φ.Π.Α. μιας τέτοιας επιχειρηματικής
δραστηριότητας). θέλω να βιώσω εκείνον τον πρώτο
κομμουνισμό. τον ημίγυμνο. τον πρωτόγονο. να
καμαρώσω κρεμασμένο στον ουρανό το υπαρξιακό
προβάδισμα. εγώ! είμαι μπροστά ακόμη και στη
φάση που ο γαλανομάτης αποδίδει τα του Καίσαρα.
εγώ του σήκωσα το χέρι. απολαμβάνω το παρακράτος.
το σπίτι του Γκοντό είναι μικρό.
ω, μεταμοντέρνα χαρά
γύρνα και δες τα χθεσινά.
ο σκώληξ γυρεύει συντροφιά.
τέτοια ώρα τα νεκροτομεία είναι κλειστά.
σε κάποιον έπεσε βαρύ το ανθρώπινο κρέας.
δυο χιλιάδες χρόνια σε τραγουδάω και συ
ψηφίζεις κ.κ.ε.
άλλοι πετούν αποτσίγαρα στους δρόμους
για τα πρεζόνια.
άλλοι φτιάχνουν χιονάνθρωπο από παιδικά οστά.
κι εγώ μαζεύω Τρωαδίτισσες στη βροχή.
το ποιητικό μου ζώο είναι μικρό. χωράει στην κιβωτό σας.
κάνω λάθος; τι; δε δέχεστε ακρίδες με κουσούρι;
μα, είμαι κούκος, Κύριε.
αχ, πόσο μου λείπει ο Βαραββάς.

*Αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική σελίδα του περιοδικού ‘Βαβυλωνία” στο http://www.babylonia.gr/2017/02/11/o-koukos-piitiki-sillogi/

Nila Northsun, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΦΕΡΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟ ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ

δεν μπορώ να μιλήσω για
πολλά φεγγάρια
καθώς μεταφέρονταν οι καταυλισμοί (1)
δεν μπορώ να πω για
την τελευταία σπουδαία μάχη
να εξιστορήσω άθλους ή
να πω πώς παίρνεις τα σκαλπ
δεν ξέρω πώς ήταν να
κυνηγάς βουβάλια
ή να χορεύεις τον χορό των πνευμάτων
μα
μπορώ να δω έναν αετό
σχεδόν σβησμένο
πάνω σε γελοία πλαστικά κυπελλάκια
μπορώ να ταξιδέψω σε ανταμώματα (2)
κατασκηνωτών και winnebagos (3)
μπορώ να φάω κρέας βουβαλιού
στο τουριστικό κιόσκι με μπέργκερς
μπορώ να χορέψω σε ινδιάνικη μουσική
το ροκ εν ρολ χέι-α χέι-ο
μπορώ,
και δυστυχώς
το κάνω

***

51weoonholl-_sx310_bo1204203200_

ΗΛΙΘΙΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Μετά από μια ολόκληρη ζωή γεμάτη ηλίθιες ερωτήσεις
θα νόμιζε κανείς ότι θα είχα γίνει
πιο ανεκτική, πιο υπομονετική
ή τουλάχιστον θα μπορούσα να απαντώ σβέλτα
είσαι στ’ αλήθεια ινδιάνα;
(όχι, έτσι το λέω για να μπορείς να μου κάνεις ανόητες ερωτήσεις)
δεν μοιάζεις με ινδιάνα
(εννοείς ότι δεν μοιάζω με κείνον τον τύπο στο νόμισμα (4))
πάντως σίγουρα είσαι μια όμορφη ινδιάνα
(λες και όμορφη ινδιάνα είναι οξύμωρο)
ξέρεις, η προγιαγιά μου ήταν ινδιάνα πριγκίπισσα
(ξέρεις, θα πρέπει να ήταν και γαμώ τις πουτάνες
γιατί όλοι έχουν την ίδια αυτή προγιαγιά)
είσαι υποχρεωμένη να μένεις στον καταυλισμό;
θα σε αφήσουν να φύγεις;
(όχι, είμαι εκεί για να μην αφήσουμε εσένα να μπεις)
ξέρεις, όταν ήμουν παιδί,
παρίστανα τον ινδιάνο
(κι εγώ τις αποκριές ντυνόμουν γιάπης
και κανείς δεν καταλάβαινε ότι ήμουν μεταμφιεσμένη)
πραγματικά νιώθω συμπόνια για τον τρόπο που
φέρθηκαν στους Ινδιάνους, την αρπαγή γης, την καταπάτηση συνθηκών
(ωραία, αυτό σημαίνει ότι κάνεις γενναιόδωρες προσφορές
στον πιο κοντινό σου καταυλισμό; ότι δίνεις χρήματα
για υποτροφίες; ότι προσφέρεις γαλοπούλες στους
μεγαλύτερους στη γιορτή των Ευχαριστιών για να έχουν
κάτι να φάνε; ότι δίνεις κονσέρβες σε σχολικά προγράμματα
για να μπορέσουν αυτοί να βοηθήσουν άλλους; ότι είσαι
ανάδοχος ενός παιδιού ή μιας οικογένειας τα χριστούγεννα, ώστε
να μπορούν να πάρουν ένα ζεστό πανωφόρι ή ένα παιχνίδι;)
γάμησέ τα,
μη σπαταλάς την ανάσα μου,
βάλε τα λεφτά σου εκεί που είναι το στόμα σου,
στείλε βιβλία, δωρεές, το χρόνο σου, τη συμμετοχή σου
στον πιο κοντινό σου καταυλισμό
ονόμασέ το
«εις μνήμην της ινδιάνας πριγκίπισσας γιαγιάς μου»

1.Travois: αυτοσχέδιο μεταφορικό μέσο των ινδιάνων.
2.Pow-wow: συγκέντρωση αυτοχθόνων της βορείου Αμερικής.
3. Φυλή αυτοχθόνων Αμερικανών που ζούσαν στην περιοχή Πράσινος Όρμος του Γουισκόνσιν, σήμερα μοιράζονται σε Γουισκόνσιν και Νεμπράσκα.
4. Στη μια πλευρά του νομίσματος των πέντε cents που κυκλοφόρησε μεταξύ 1913-1938 απεικονίζεται η μορφή ενός ινδιάνου.

51wv8dm9t9l

*H Nila Northsun είναι ποιήτρια, φωτογράφος, καλλιτέχνιδα, ιστορικός και ακτιβίστρια στον αγώνα για τη χειραφέτηση των Ινδιάνων. Γεννήθηκε στο Σουρζ της Νεβάδα το 1951. Ινδιάνα της φυλής των Shoshone και των Chippewa. Μεγάλωσε στο Σαν Φρανσίσκο, μα επέστρεψε στον καταυλισμό της για ν’ αναθρέψει την οικογένειά της στο Φάλον της Νεβάδα, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Η ποίησή της δονείται από τις παραδόσεις της κληρονομιάς της και εκφράζει τόσο τη φυλετική της ταυτότητα όσο και τη ζωή τής σύγχρονης αμερικανίδας γυναίκας. Σημαντική συγγραφέας του δεύτερου κύματος της Αναγέννησης των Αυτοχθόνων Αμερικανών και από τις πιο πολυδιαβασμένες ποιήτριες ανάμεσά τους.

**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα, Οκτώβρης 2013, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή.