Εορτάζοντας τα 101α γενέθλια του Lawrence Ferlinghetti

*Αποσπάσματα από το βιβλίο “Τι Είναι Ποίηση;” που ο Χ. Αγγελακόπουλος είχε την τιμή να μεταφράσει πέρσι για τις εκδόσεις “Bibliotheque”

Η ποίηση σαν πρώτη γλώσσα πριν τη γραφή ακόμα τραγουδάει εντός μας, μία βουβή μουσική, μία αδιαμόρφωτη μουσική.
Η ζωή που βιώνεται με ποίηση στον νου τέχνη καθ’ εαυτή.
Ποιήματα σαν πεταλουδίτσες συνωστίζονται στο παράθυρο, προσπαθώντας να αγγίξουνε τη φλόγα.
Ποίηση η κραυγή της καρδιάς που ξυπνάει αγγέλους και σκοτώνει δαιμόνια.
Ποίηση τα λευκά γράμματα στο μαύρο, τα μαύρα γράμματα στο λευκό.
Ποιήματα κρύβονται σε νυχτερινούς ουρανούς, σε ρημαγμένα οικήματα, στα φθινοπωρινά φύλλα που ανεμοσέρνονται, σε χαμένα και ανακαλυμμένα γράμματα, πρόσωπα χαμένα στο πλήθος…
Ποίηση ο πίνακας των πολιτειών του μυαλού και των αναπτυγμένων σε βάθος κατατομών.
Ποίηση μία γυναίκα γυμνή, ένας άνδρας γυμνός και η απόσταση αναμεταξύ τους.
Ποίηση η υπέρτατη μυθοπλασία.
Ποίηση τα νέα από τα όρια που ολοένα διευρύνονται στα μακρινά σύνορα της συνειδητότητας.
Ιδιωτική μοναξιά που γίνεται δημόσια.
Το φως στο τέρμα του τούνελ και το σκοτάδι εντός του.
Το πρωινό περιστέρι που θρηνεί τον έρωτα, και τίποτα δε φτάνει την κραυγή της καρδιάς.
Η ποίηση κρατάει το θάνατο σε απόσταση.
Η ποίηση δεν είναι μόνο άλογα ηρωίνης και Ρεμπώ. Είναι επίσης οι ανίσχυρες προσευχές των επιβατών αεροπλάνων που δένουν τις ζώνες τους για την τελευταία κάθοδο.
Τα ποιήματα εκπληρώνουν πόθους και αποκαθιστούν ζωές.

*Lawrence Ferlinghetti, Τι Είναι Ποίηση;- Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος, εκδ. Bibliotheque.

Ξεκλειδώνοντας τον Κλήδονα / Unlocking Klidonas

Το περιοδικό «Κλήδονας» της υπερρεαλιστικής ομάδας Αθηνών αποτελεί τη σαφέστερη μέχρι στιγμής αποτύπωση μιας δραστηριότητας που διαρκεί εδώ και δύο περίπου χρόνια, αλλά που οι ρίζες της βρίσκονται αρκετά βαθύτερα. Η ίδρυση της ομάδας και του περιοδικού οφείλονται κατ’ αρχάς στην ανάγκη κάποιων ατόμων, σε δεδομένο τόπο και χρόνο, να μετατρέψουν τις υποκειμενικές τους επιθυμίες σε συλλογικά βιώματα και διακυβεύματα, αλλά και να κοινοποιήσουν τις καταβολές, εμπειρίες και προοπτικές τους.
Σε μια χώρα βέβαια όπως η Ελλάδα, όπου ο υπερρεαλισμός έχει καταχωρηθεί ως γόνιμη επιρροή σε λογοτεχνικά και (λιγότερο) σε εικαστικά έργα, αλλά όχι ως συστηματική ομαδική δραστηριότητα, αναδεικνύεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ο κατασταλτικός ρόλος της εξειδικευμένης κριτικής απέναντι στην στοιχειωδώς αυθεντική έκφραση. Έτσι, η πρωτοβουλία ενός συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, μιας συλλογικής ένταξης στο ζωντανό υπερρεαλιστικό κίνημα, όπως συμβαίνει με την ομάδα Αθηνών και λίγο παλαιότερα με τη σουρρεαλιστική ομάδα στα Γιάννενα, προξενεί ταυτοχρόνως την υπεροπτική αναγωγή του υπερρεαλισμού από αυτόκλητους τιμητές σε ένα ένδοξο ή μη μακρινό παρελθόν, και τις σκανδαλισμένες αντιδράσεις των ίδιων τιμητών απέναντι στην αυθάδεια μιας κίνησης που δεν εντάσσεται στο αφηρημένο τους σχήμα. Το υπαρκτό αυτό φαινόμενο δεν θα έχρηζε καμίας προσοχής αν δεν αποτελούσε τμήμα μιας ευρύτερης, διεθνούς πρακτικής.

Αντικείμενο της αδυσώπητης ταξινομητικής μανίας των αισθητικών, φιλολόγων και επαγγελματιών ιστορικών της κουλτούρας, ο υπερρεαλισμός επαινείται ίσως ως μια στιγμή στην πορεία της τέχνης και, όταν υπεισέρχεται στην ακαδημαϊκή θεώρηση το στοιχείο των ιδεών, ως μια χαμένη εξέγερση που άγνωστο γιατί αδυνατεί να συνεχιστεί, μολονότι οι αιτίες της έχουν μάλλον πολλαπλασιαστεί παρά ατονήσει! Από την άλλη πλευρά, ο υπερρεαλισμός κρίνεται ανέξοδα σε μια αυτοανακυκλούμενη και θεσμικά κατοχυρωμένη σχετικοποίηση των πάντων και ένταξη μιας νοθευμένης αμφισβήτησης στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Οι προσεγγίσεις αυτές, όσο προωθημένες και αν διατείνονται ότι είναι, αδυνατούν να ξεφορτωθούν το βάρος του υπερρεαλισμού με οποιονδήποτε άλλον τρόπο εκτός από την ένταξή του στα καλούπια άψογα οριοθετημένων ιστορικών περιόδων.

Είναι βέβαια αδιανόητος ο υπερρεαλισμός ως πράξη και ως ανάγκη για τους ακαδημαϊκούς αναλυτές που τείνουν να κατέχουν το μονοπώλιο στην ευπρεπή διάδοση ή δυσφήμισή του, αφού τον έχουν γνωρίσει κατά κανόνα ως διδαχθείσα ύλη, ως τμήμα της κουλτούρας που εκείνος επεδίωξε ανέκαθεν να διαβρώσει για να επανέλθει στο πρωταρχικό ερέθισμα μιας έκφρασης αδιάφορης για πολιτιστικούς θεσμούς. Έτσι, ο υπερρεαλισμός μετατρέπεται ύπουλα σε καταναγκαστική γνώση αντί για ένδειξη προς την κατεύθυνση της επιθυμίας, και διασφαλίζεται η διαιώνιση της παραποίησής του.
Ωστόσο, η επιθυμία αυτή δεν παύει να υπάρχει. Ο υπερρεαλισμός επισημαίνει πάντα τις αρχές που τον ανήγαγαν σε οπτική γωνία, πράξη, ατομική και συλλογική εμπειρία: κατ’ αρχάς, απεριόριστη διαθεσιμότητα απέναντι στους ανεπαίσθητους ερεθισμούς που τείνουν να προσδίδουν στη ζωή, έστω και φευγαλέα, ένα νόημα πέραν αυτού που επιβάλλει η καθημερινή χρηστικότητα. Κατόπιν, συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η κοινωνική συνθήκη που απαγορεύει τις εξαιρετικές αυτές ενδείξεις χωρίς να κατορθώνει να εξαλείψει εντελώς τις ρωγμές που τις φέρνουν ενίοτε στο προσκήνιο δεν αποτελεί μεταφυσική αναγκαιότητα, καθώς και ότι η υποκειμενική επιθυμία δεν νοείται ανεξάρτητα από τη διυποκειμενική επικοινωνία. Τέλος, ανοιχτότητα που επιτρέπει τον εντοπισμό των στοιχείων της υπερρεαλιστικής θέασης και πράξης τα οποία διαστρέφονται από την ενσωμάτωσή τους στην κυρίαρχη κουλτούρα, ή περιπλέκονται από τις ιστορικές συγκυρίες. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς πολλών επαγγελματιών μελετητών του, ο υπερρεαλισμός έχει μια ισχυρότατα ανεπτυγμένη ικανότητα αυτοεξέτασης, κάτι που άλλωστε συμβαδίζει με την ερευνητική του φύση.

Η όποια απόπειρα ενασχόλησης με τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα σε επίπεδο σαφούς προσχώρησης και όχι αμυδρού ενδιαφέροντος που περιορίζεται σε ανασκοπήσεις και θεωρητικές ταριχεύσεις, ή έστω καλόπιστες επικλήσεις, έχει να αντιμετωπίσει δυσκολίες οι οποίες φαίνονται ίσως προφανείς αλλά κατ’ ουσίαν ανάγονται στην πνευματική ραστώνη που ευνοούν τα ιστορικά προηγούμενα. Ανταλλάσσοντας την ποιητική λειτουργία με τις μικρότητες της λογοτεχνικής παραγωγής και της διδασκαλίας της, ο κύριος όγκος των γραπτών που αναφέρονται στις εγχώριες προσλήψεις του υπερρεαλισμού παρουσιάζει την εικόνα μιας κουλτούρας ταυτοχρόνως πολύ υπανάπτυκτης για να συλλάβει τις προοπτικές και διεθνείς λειτουργίες του κινήματος, και φολκλορικά λυρικής, ώστε να αξιοποιεί στοιχεία υπερρεαλιστικής εικονοποιίας προς όφελος ενός εθνικού ιδεολογήματος.

Η αφελής χάρη μιας υποτιθέμενης Ελλάδας του 1930, κλεισμένης στον εαυτό της, που εξέπεμπε ψήγματα ενός νεότευκτου αλλά εμφατικά τοπικού λυρισμού, αγνοώντας τις διεθνείς διεργασίες και βασιζόμενη στο ατομικό έργο κάποιων λίγο-πολύ ιδιότυπων ή χαρισματικών ατόμων προϋποθέτει ασφαλώς και τη σύμφωνη μαρτυρία των νεκρών πλέον προσώπων που εισήγαγαν τον υπερρεαλισμό στη χώρα. Ωστόσο μια πρόχειρη αναδρομή στα κείμενα εκείνης της εποχής, και στις τότε απόπειρες ομαδικής δραστηριότητας, δείχνει ότι ο υπερρεαλισμός έγινε και εδώ εξ αρχής αντιληπτός ως κίνημα, ως ερευνητικό εργαλείο αλλά και διαρκής εμπειρία, που επιζητεί τη συλλογικότητα και αδιαφορεί για τις λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Ήδη στα 1939 ο Ανδρέας Εμπειρίκος χαρακτήριζε το πρώτο του βιβλίο «πράξη» του κινήματος και όχι λογοτεχνική άσκηση, ενώ προειδοποιούσε για το καθεστώς της κριτικής, η οποία υφαρπάζει τύπους έκφρασης και εμπειρίας που δεν της ανήκουν. Σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, η αποτυχία των τότε εγχώριων υπερρεαλιστών να συγκροτηθούν σε ομάδα με συστηματικές δημόσιες παρεμβάσεις ανακηρύσσεται άλλοτε αρετή, άλλοτε αναπόφευκτο μειονέκτημα και άλλοτε φόβητρο για οποιαδήποτε νεότερη απόπειρα. Το πλήθος των απελπιστικά δειλών κινήσεων προς αυτήν την κατεύθυνση που σημειώθηκαν κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες δεν δίνει το μέτρο για τη συνέχεια, αλλά μάλλον υποδεικνύει την αναγκαιότητα της ρήξης με μια παράδοση αθεράπευτης αδράνειας.

Η αναγκαιότητα, βέβαια, δεν βρίσκεται ποτέ μακριά από την τυχαιότητα. Η επιθυμία ανάπτυξης υπερρεαλιστικής δράσης στην Ελλάδα απέκτησε έκφραση τα τελευταία χρόνια, χάρη στις κινήσεις ατόμων που κατ’ αρχάς αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Το πλέγμα συμπτωματικών συναντήσεων, κινήσεων με συνέπειες άσχετες των προθέσεων που τις ενέπνευσαν, εσωτερικών αντιστάσεων και συνειδητών δεσμεύσεων που οδήγησαν στην τρέχουσα κατάσταση δεν αποτελεί δείγμα κάποιας μαγικής πανάκειας, αλλά τμήμα μιας ατέλειωτης και διόλου ευθείας πορείας που έχει πάψει από καιρό, για μας, να είναι απλώς ατομική.

Το περιοδικό Κλήδονας έτσι καταγράφει μια στιγμή στην εξέλιξη της ομάδας, στην οποία συμμετέχουν και πρώην μέλη της σουρρεαλιστικής ομάδας στα Γιάννενα που πλέον ζουν στην Αθήνα. Εκτός από κείμενα και συλλογικά παιγνίδια των δύο ομάδων, το εισαγωγικό αυτό τεύχος περιλαμβάνει μεταφρασμένα κείμενα από ομάδες και επιμέρους μέλη του διεθνούς κινήματος, κάτι που θα συνεχιστεί σε επόμενα τεύχη. Για πρώτη φορά, έτσι, παρουσιάζονται από κοινού στην ελληνική γλώσσα κείμενα της σημερινής παρισινής ομάδας, της ομάδας Τσεχίας-Σλοβακίας, της ομάδας του Σικάγου και της ομάδας του Ληντς. Η επιδίωξή μας είναι η συστηματική παρουσίαση των δραστηριοτήτων και κατευθύνσεων που έχουν αναπτυχθεί στα πλαίσια του υπερρεαλισμού από την πρώιμη μεταπολεμική περίοδο μέχρι τις μέρες μας. Πρόκειται για έναν πλούτο υλικού που παραμένει ως επί το πλείστον άγνωστο, όχι μόνο στην Ελλάδα, στο όνομα μιας προκρούστειας προσέγγισης της διεθνούς κριτικής, που έχει ανάγκη από ημερομηνίες λήξεως και που αφαιρεί από τον υπερρεαλισμό κάθε χαρακτήρα διεθνούς κινήματος, ταυτίζοντάς τον με τη ζωή και το θάνατο του κύριου θεωρητικού του, André Breton.

Η αίσθηση ενός κάποιου χρέους για ενημέρωση δεν πρέπει να εκληφθεί διόλου ως ανάγκη για αντίκρουση ενός υπαινιγμού που εύκολα συνάγεται από τέτοιου είδους πεποιθήσεις: ότι με άλλα λόγια οι εν ενεργεία υπερρεαλιστές θα πρέπει να αποδείξουν, αν όχι την ύπαρξή τους, τουλάχιστον τη συνοχή και αξία του εγχειρήματός τους. Μας είναι παντελώς αδιάφορος ένας διάλογος με όρους καλλιτεχνικού εμπορίου, στους οποίους η επίσημη απόφανση είναι ήδη εγγεγραμμένη στην ερώτηση, ενώ οι εναλλακτικές προτάσεις αποτελούν πάντα μέσο αναγωγής της διακύβευσης στην ασφαλή κατηγοριοποίηση και της εξέγερσης στην απλή εξέλιξη. Η επιδίωξή μας σε αυτόν τον τομέα —όπως φάνηκε άλλωστε και στην πρόσφατη έκθεση της υπερρεαλιστικής ομάδας Τσεχίας-Σλοβακίας που διοργάνωσε η ομάδα Αθηνών τον Οκτώβριο στα πλαίσια του φεστιβάλ του περιοδικού Βαβέλ στο Γκάζι— είναι η προώθηση της γνώσης όσον αφορά στις διεθνείς ομάδες και προοπτικές. Η γνώση ωστόσο είναι αλληλένδετη με την πράξη και την επικοινωνία, και ως προς αυτό είμαστε ανοιχτοί σε κρίσεις και προσκλήσεις σε διάλογο. Όσο για τις προσεχείς εκδόσεις και εκδηλώσεις μας, ελπίζουμε να επανέλθουμε αρκετά σύντομα.

Ιανουάριος 2007

Το παραπάνω κείμενο είναι μια συλλογική αποτίμηση της διαδικασίας συγκρότησης και της μέχρι τώρα δράσης της ομάδας και διαβάστηκε, στις εκδηλώσεις παρουσίασης του πρώτου τεύχους του «Κλήδονα».

***


Unlocking Klidonas

Klidonas, the magazine of the Athens Surrealist Group, provides the clearest, to date, outline of an activity that has so far unfurled for well over two years, yet whose roots lie deeper still. The founding of both the group and the magazine originates in the need felt by certain individuals, at a given point in time and space, to transform their subjective desires into collective adventures and risks, as well as to communicate their formative principles, experiences and perspectives.

In a country like Greece, where surrealism has been departmentalized as a fertile influence on literary and (less so) on plastic artworks, but not as a systematic collective activity, the oppressive function of specialized criticism vis-à-vis all remotely authentic expression is particularly conspicuous. Thus, the initiative of a collective self-description and adhesion to the living surrealist movement, as in the cases of the Athens group and, a few years earlier, of the Surrealist Group of Ioannina, gives rise to the haughty reduction of surrealism, by self-appointed appraisers, to a (glorious or not) distant past, as well as to the shocked reactions of the said persons against the arrogance of a gesture not quite compatible with their abstract concept. This phenomenon would be hardly worthy of attention, were it not part of a wider, indeed international, practice.

As the object of the ruthless categorizing fury of aesthetics experts, philologists and professional cultural historians, surrealism is perhaps praised as a moment in the history of art, and, when the issue of “ideas” enters the (academic) picture, as a lost revolt, which, for reasons unknown, cannot possibly continue even though its causes have multiplied rather than vanished. On the other hand, surrealism is safely judged, within a process of self-recycled, institutional trivialization, and introduction of a facile questioning into the frame of educational syllabuses. Advanced as they may claim to be, these approaches cannot get rid of surrealism’s weight in any way other than positioning it into the moulds of impeccably delineated historical periods.

To be sure, surrealism as act and need is unthinkable for those academic analysts who claim the monopoly of its civil propagation or defamation, given that the concept has been introduced to them in the form of taught material, part of the very culture it has always sought to subvert before being restored to its original urge towards an expression wholly indifferent to cultural institutions. Surrealism is thus slyly transformed into compulsory knowledge rather than being recognized as an index in the direction of desire; hence the perpetuation of its falsification is guaranteed.

Yet the said desire does not for all that cease to exist. Surrealism insists on the principles that have rendered it into a particular viewpoint, a mode of action, an individual and collective experience: firstly, limitless availability vis-à-vis the well-nigh imperceptible motives that tend to invest life, if fleetingly, with a meaning that escapes that imposed by quotidian utility; secondly, the realization of the fact that the social condition working against the flourishing of such exceptional indices without for all that succeeding in effacing once and for all the fissures through which they may become felt is by no means a metaphysical necessity, as well as that subjective desire cannot be considered independently of trans-subjective communication; finally, the openness necessary for the detection of those elements of the surrealist viewpoint and activity which are deformed through their incorporation into institutionalized culture, or complicated by historical occurrences. Contrary to what many of its professional studiers claim, surrealism contains an exceptionally developed capacity for self-examination, fully compatible with its inquisitive nature.

In Greece, any attempt towards involvement with surrealism on the level of unequivocal adhesion rather than of the faint interest proper to retrospective study and theoretical embalming, or at best good-natured evocation, comes up against the kind of difficulties that may seem obvious yet are essentially linked to the intellectual laziness encouraged by past history. By exchanging the poetic function with the pettiness of literary production and education, the vast majority of writings referring to the early indigenous assumptions regarding surrealism reproduces the picture of a culture at once too underdeveloped to comprehend the movement’s perspectives and international dynamics, and invested with a convenient folkloric lyricism via which elements of surrealist imagery could serve the interests of national ideology.

The quaint charm of a supposed 1930s Greece —the construct of a self-contained local culture, transmitting fragments of a novel yet emphatically local lyricism, ignoring international processes and relying on the individual works of some more or less idiosyncratic and/or charismatic individuals— presupposes, of course, the agreement of those (now dead) who actually introduced surrealism in the country. Yet even a rudimentary study of those distant texts, of the first attempts towards group activity, reveals that here, too, surrealism was perceived from the outset as a movement, both as a tool for research and as a perpetual adventure that seeks collectivity and remains indifferent to literary ambition. Already in 1939, Andreas Embirikos labeled his first book an “act” of the movement, rather than a literary exercise, while warning against the critical establishment’s usurpation of modes of expression and experience foreign to it. Almost seventy years later, the failure of early indigenous surrealists to maintain consistent group activity involving systematic collective public interventions is declared either a virtue or an inevitable handicap — or indeed evoked merely to scare away all who might attempt a newer venture along such lines. The many hopelessly lame moves in that direction over the course of the past four decades do not set the standard for what is to follow; rather, they serve to point out the necessity to break with a tradition of grave inertia.

Necessity, however, is never far removed from chance. The desire to develop surrealist activity in Greece attained expression in the past few years due to the acts of individuals or smaller groups who ignored each other’s presence to start with. The network of fortuitous encounters, gestures whose consequences were unrelated to their original motives, internal resistances and conscious engagements that have led to the current situation does not testify to some magic panacea; rather, it constitutes part of an endless and anything but straight route that has long ceased, for each one of us, to be merely individual.

Klidonas thus records a moment in the development of the group, to which by now have come to participate members of the Surrealist Group of Ioannina who live currently in Athens. Apart from texts and collective games by the two groups, the introductory issue of Klidonas contained translations of texts by groups and members of the international movement, something that will continue over the following issues. For the first time in the Greek language there are available in the same publication texts by the contemporary Paris group, the Czech-Slovak group, the Chicago group, as well as by groups operating in England (in Leeds and London). Our objective is the systematic presentation of activities and directions that have developed within the context of surrealism from the early post-war period onwards. This wealth of material remains for the most part unknown, not only in Greece, in the name of a procrustean approach on behalf of international criticism, whose need for sell-by dates urges it to deprive surrealism of its essential character as an international movement, by identifying it with the life and death of its major theoretician, André Breton.

The felt necessity to supply information should not at all be understood as an urge to contradict a suggestion that may easily derive from such convictions as the above: in other words, that the current surrealists should prove, if not their very existence, at least the cohesion and value of their undertaking. We are wholly indifferent to a dialogue rendered in art-market terms, whereby the official decision is already inscribed in the question, while alternative options are always means of reducing risk to safe categorization and revolution to mere evolution. Our goal regarding this sector —as witnessed in the recent Athens exhibition of the Czech-Slovak surrealist group in collaboration with the Athens group at the Babel festival— is the promotion of knowledge regarding international groups and perspectives. Yet knowledge is intertwined with practice and communication, hence our availability for criticism and invitations to dialogue. As for our future publications and manifestations, we hope to be back with more fairly soon.

January 2007

Written for the public presentations of the first issue of Klidonas and printed on issue No 2 (November 2007)

Athens Surrealist Group/Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας

Κώστας Κωνσταντινίδης, Καιροί μεταμοντέρνοι

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Πριν από λίγο καιρό διαβάσαμε την ποιητική συλλογή του Κώστα Κωνσταντινίδη «Καιροί μεταμοντέρνοι», που κυκλοφορεί σε αυτοέκδοση.

Η ποιητική συλλογή του Κώστα Κωνσταντινίδη χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μέρη: Το πρώτο μέρος έχει ένα μακροσκελές ομότιτλο ποίημα στο οποίο θα πρέπει να σταθούμε λίγο. Εδώ ο ποιητής χωρίζει το ποίημα σε έντεκα μέρη, όπου το καθένα περιλαμβάνει τρία τρίστιχα. Το κάθε τρίστιχο είναι αυστηρά μετρημένο και υπάρχει ρίμα. Ο τρόπος γραφής θυμίζει Κάλβο, αλλά η γλώσσα είναι μοντέρνα. Σε αυτό το μακροσκελές ποίημα ο Κώστας Κωνσταντινίδης παραθέτει τα κακώς κείμενα της σύγχρονης κοινωνίας και τα στηλιτεύει. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα:

Κηρύσσουν μόδες την οδό
Καταναλώνοντας θα ‘ρθει
Πληρότητα.

Φετίχ βραχύβια διαρκώς
Αλλάζουμε επιμελώς
Ανώφελα.

Σαν μαγεμένοι από αυλό
Στο φαύλο κύκλο των μωρών
Γυρίζουμε.

Όπως βλέπουμε ο ποιητής χρησιμοποιεί αρκετές φορές το α΄ ενικό πρόσωπο, συμπεριλαμβάνοντας και τον εαυτό του στα σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα. Πριν προχωρήσουμε στα επόμενα ποιήματα ας δούμε ένα ακόμα παράδειγμα:

Κλιματική καταστροφή
Παράφρονες κερδομανείς
Διαπράττουνε.

Ύβρεις με αύξοντα αριθμό
Ανέκκλητο αιτιατό
Συμφέροντος.

Σε αποψίλωση ολική
Κι αργή αυτοκαταστροφή
Βαδίζουμε.

Τα υπόλοιπα ποιήματα είναι γραμμένα κυρίως σε ελεύθερο στίχο ενώ υπάρχουν και ορισμένα με χαλαρή ρίμα και μερικά πεζοποιήματα. Ο Κώστας Κωνσταντινίδης στηλιτεύει τα κακώς κείμενα με ακόμα περισσότερη μαεστρία. Για τα θεάματα, που σερβίρονται στο «φιλοθεάμον» κοινό γράφει: «Κι άλλο σεξ / κι άλλο σεξ / Τάισε μας κι άλλο σεξ! / Αφού ‘ναι δύσκολοι καιροί / και μόν’ η μπάλα δεν αρκεί.»

Σε ορισμένα ποιήματα ο ποιητής εξεγείρεται οργισμένος ενάντια στους βολεμένους, που δηλώνουν «αριστεροί», ενώ στην πραγματικότητα διψούν για αξιώματα και τιμητικές θέσεις: «Μίλα μου, / μόνο, / μόνο για ρεφορμιστική αριστερά / μη μου μιλάς», γράφει, γιατί έχουμε βαρεθεί να ακούμε για κυβερνήσεις της αριστεράς, που υποτίθεται πως μπορούν να υποκαταστήσουν το εργατικό κίνημα και μόλις βρεθούν στην εξουσία, δεν διαφέρουν από τις δεξιές κυβερνήσεις. Ο Κώστας Κωνσταντινίδης με το ποίημα «Ο κόσμος να χαλάσει» αναφέρεται αρκετά ειρωνικά σε μια δήθεν αριστερή και δήθεν ποιήτρια, που διατηρεί εργαστήρι δημιουργικής γραφής και δεν καταδέχεται όσους δεν ανήκουν στην αριστοκρατία των κυκλωμάτων της ποίησης. Παρόμοια ειρωνεία υπάρχει και στο ποίημα «Άκου φίλε», όπου περιγράφεται ένας ποιητής, που σκύβει το κεφάλι μπροστά στα αφεντικά. Εδώ, ο ποιητής μας λέει και τη γνώμη του για τους πραγματικούς ποιητές: «Κι αφού λοιπόν θες να γίνεις και ποιητής, μάθε πως δεν αρκεί απλά να ‘χεις πονέσει, πρέπει να ‘χεις τη δύναμη να σκαλίζεις τις πληγές σου και γυμνός να εκτίθεσαι εντέχνως.»

Στην συγκεκριμένη ποιητική συλλογή ο Κώστας Κωνσταντινίδης μπαίνει στην ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων της σύγχρονης κοινωνίας και περιγράφει με τρόπο απλό τα αδιέξοδά τους. Έτσι στα ποιήματα «Παραλογία» και «Μελαγχολία» βρίσκουμε την σύγχρονη γυναίκα, που θεωρείται πετυχημένη να καταλήγει να κάνει γιόγκα για να διώξει τις αρνητικές σκέψεις ή ακόμα χειρότερα: «Όταν η εμμηνόπαυση της χτύπησε την πόρτα / τα σίριαλ, δεν ήταν αρκετά.» Στο ποίημα «Χωρίς αντικαταθλιπτικά» αναφέρεται στα κοινωνικά αδιέξοδα, που οδηγούν αρκετούς ανθρώπους να καταλήξουν σε χρήση ουσιών, ενώ στο ποίημα «Με Μίσος» δυο άνθρωποι ποτισμένοι με το δηλητήριο της ακροδεξιάς προπαγάνδας θα βρεθούν αντιμέτωποι σε ένα οπαδικό ραντεβού θανάτου.

Διαβάζοντας το βιογραφικό του ποιητή Κώστα Κωνσταντινίδη μάθαμε πως η ποιητική συλλογή «Καιροί μεταμοντέρνοι» είναι το δεύτερο έργο του. Μπορούμε να πούμε πως μας ξάφνιασε ευχάριστα και περιμένουμε τις νέες πνευματικές του δημιουργίες.

Διακήρυξη της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών / Declaration of the Athens Surrealist Group

Τι είναι ο υπερρεαλισμός; Το ερώτημα αυτό επανέρχεται, ογδόντα και πλέον χρόνια από την αρχική του διατύπωση, για να καταστήσει σαφές εκείνο που θα έπρεπε να είναι ήδη αυτονόητο, προφανές και σε μεγάλο βαθμό κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, στην μακρά πορεία της προς την πνευματική απελευθέρωση και την κοινωνική χειραφέτηση.
Κατ’ αρχάς είναι απαραίτητο να τονισθεί ότι ο υπερρεαλισμός δεν είναι απλώς ένα λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα της πρωτοπορίας, με συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης και λήξης όπως τον παρουσιάζουν οι εγκυκλοπαίδειες, τα λεξικά και οι ιστορίες της τέχνης και της λογοτεχνίας. Αποτελεί την συνειδητοποίηση και απόπειρα ολικής έκφρασης ενός προτάγματος που οι πρώιμοι σπινθήρες του διαύγασαν τον νυχτερινό ουρανό του νεότερου κόσμου σχηματίζοντας το μονόγραμμα μιας υπόσχεσης που ακόμη και αν η μοίρα της είναι να παραμείνει ανεκπλήρωτη—αλλά ποιος μπορεί να το πει αυτό, πριν προφερθεί η τελευταία μας λέξη;—δεν είναι λιγότερο αισθητή η επιθυμία προσέγγισης της πηγής της, εναρμονισμού με την προοπτική της.
Ως ανάγκη του ανθρώπου, ο υπερρεαλισμός δεν είναι ούτε περιορισμένος σε στενά χωρικά, κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια, αλλά ούτε και άχρονος. Αν οι ρίζες του φθάνουν πολύ μακριά, αν συστηματοποιεί ένα πλέγμα σημάτων που φαίνονταν να αναπτύσσονται αυτόνομα και τυφλά, χωρίς συνείδηση της βαθιάς τους συνάφειας, και αν οι εκφάνσεις του αγγίζουν ακόμη φευγαλέα όσους εμποδίζονται να τον αναγνωρίσουν και να τον ονομάσουν, δεν υπήρξε λιγότερο υπαρκτή η απόφαση ίδρυσής του, ούτε και άμοιρη επιρροών από τους κραδασμούς που διαπερνούσαν τότε τον πνευματικό και κοινωνικό ορίζοντα. Και αν αναδύθηκε μες από το κλίμα μιας σειράς “σχολών” ή πρωτοποριακών κινήσεων, δεν είχε καμία ψευδαίσθηση για την όποια σύγκλισή του με αυτές. Το ιστορικό πλαίσιο της πρώιμης έκφρασής του παρέσχε τις συνθήκες συνειδητοποίησης ενός δυναμικού που μόνη η διοχέτευσή του στο σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης ήταν σε θέση να αξιοποιήσει.
Ο υπερρεαλισμός έτσι βρίσκεται εντός της ιστορίας, αλλά όχι με την έννοια μιας στιγμής στην εξέλιξη των τρόπων με τους οποίους εκλαμβάνεται και λειτουργεί η τέχνη. Αυτό σημαίνει ότι το “τέλος” του, ως κινήματος, δεν εγγυάται καμιά επιβίωση της όποιας κληρονομιάς του σε μια συνεχιζόμενη επ’ αόριστον ευρύτερη “πρωτοπορία”, αφού η τελευταία αυτή, όντας μια σύλληψη αδιανόητη έξω από τις συνθήκες που την παρήγαγαν και τους περιορισμούς που συνεπάγονται αυτές, αδυνατεί να εγγυηθεί την αναγκαιότητά της σε έναν κόσμο που αλλάζει χωρίς να καταπνίγει την επιθυμία που εξακολουθεί να υποδαυλίζει το υπερρεαλιστικό πρόταγμα. Ένα τέτοιο “τέλος” δεν μπορεί εξ άλλου να αντιμετωπισθεί (όπως υποστηρίχθηκε κάποτε) ως αναπόφευκτη ολοκλήρωση ενός κύκλου στην ευρύτερη πορεία ενός “αιώνιου” υπερρεαλισμού, γιατί η μόνη δυνατή μοίρα μιας κίνησης που συγκέντρωσε τις υπάρχουσες δονήσεις σε μια πρωτόγνωρη δέσμη δυνάμεων είναι να τις διασκορπίσει οριστικά με την διακοπή της, αδιάφορη για την όποια αιωνιότητα. Υπάρχουν μόνο δύο επιλογές: ή ο υπερρεαλισμός παραμένει έτοιμος όσο πάντοτε να αναγνωρίσει το τέλος του μόνο σε μια κίνηση πιο ρηξικέλευθη, που υπερβαίνει την δική του εμβέλεια, ή επιλέγεται η απόρριψη των ίδιων του των προοπτικών, ως “ιστορικά παρωχημένων”. Όμως η ολική παραίτηση, η ακινησία των ιδεών και των αισθήσεων που συνεπάγεται μια τέτοια πεποίθηση θα αποτελούσε μια ακατανόητη επιλογή για όποιον έχει βιώσει την ακατάπαυτη μεταλλαγή των επιθυμιών του στο μήκος ενός μίτου που ξετυλίγεται στους πιο δαιδαλώδεις σχηματισμούς, κι ωστόσο ακούει ακόμη στο ίδιο όνομα.
Αντιθέτως από ό,τι θα πιστεύαμε αν δίναμε σημασία σε έναν βολικό για κάποιους κοινό τόπο, ο υπερρεαλισμός δεν αποτελεί μία απόπειρα φυγής από την πραγματικότητα ή απόδρασης από την καθημερινότητα, δεν ανάγει τα πάντα στο παράλογο, ούτε τείνει προς την διάλυση και τον κατακερματισμό κάθε γνωστικού αντικειμένου, αλλά ούτε και είναι μία τάση που επιδιώκει να αναγάγει τα ετερόκλητα γνωρίσματά της σε μια στατική κατάσταση φαινομενικής ομοιομορφίας. Αποτελεί μια συγκροτημένη θεωρία εποπτικότερης θέασης και ερμηνείας του κόσμου. Αντιπροσωπεύει έναν ιδιαίτερο τρόπο σύλληψης, κατανόησης και διαπραγμάτευσης των εκδηλώσεων της ζωής, που δίνει έμφαση σε ένα πλήθος από υποβαθμισμένα ή συκοφαντημένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης νόησης, σε μια προσπάθεια ανασύνθεσης της διασκορπισμένης και αλλοτριωμένης ανθρώπινης συνείδησης.

Continue reading

Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς…

Μάνος Τασάκος

GREEK POET MAKRIS
Γιώργος Μακρής

Χρόνια πρίν, ὅταν παιδὶ ἀκόμη ἔβλεπα τὰ ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς Ἀθήνας νὰ ἐξαφανίζονται, (μοιάζουν νὰ ἔχουν περάσει αἰῶνες…), ὑπῆρχε ἕνας μεσήλικας στὴ γειτονιὰ ποὺ συνήθιζε νὰ περπατᾷ μὲ τὶς ὧρες τὰ σοκάκια καὶ νὰ μονολογεῖ – φαινόμενο τότε σπάνιο καὶ δεῖγμα διαταραχῆς. Χάθηκε, τὴ μέρα ποὺ κατεδαφίστηκε καὶ ἡ τελευταία μαρμαρόκτιστη κατοικία ἀπὸ τὴν περιοχὴ καὶ μαζὶ ὁ κῆπος της ὅπου συνήθιζε νὰ ξαποσταίνει ἀπαγγέλοντας ρίμες. Ἀπὸ σύμπτωση, καιρὸ μετά, ἔμαθα πὼς εἶχε τρία πτυχία, μιλοῦσε τέσσερις γλῶσσες καὶ γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα ἔδειξε ποιητικὴ παρουσία ἔντονη. Ποιὰ θρυαλλίδα τὸν ὁδήγησε νὰ γίνει ἀποσυνάγωγος καὶ ποιὰ νοητικὴ θύελλα τὸν ἔστειλε στὸ περιθώριο, εἶναι ἐρωτήματα ποὺ θὰ μείνουν ἀναπάντητα.

Θυμήθηκα αὐτὴν τὴν underground φιγούρα, ὅταν πῆρα μήνυμα ἀπὸ φίλο παλιὸ στὴν Ἑλλάδα γιὰ κάποια μικρὴ ἐκδήλωση ποὺ ἑτοιμάζουν στὴν Ἀθῆνα γιὰ τὸν Γιῶργο Μακρή, ἕναν ἀκατάτακτο (λογοτεχνικὰ καὶ πολιτικὰ) διανοούμενο, ποὺ γεννήθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰῶνα, τὸ 1923 καὶ ἔπεσε στὸ κενό ἀπὸ τὴν ταράτσα τῆς πολυκατοικίας του τὸν Γενάρη τοῦ 1968. Κι ἐπειδὴ τὰ βιβλία ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ ἀπέθαντες δᾴδες ὅπου καταφεύγει ἡ μνήμη κάθε ποὺ θέλει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀσχήμια, ἄνοιξα πάλι τὸ βιβλίο “Γραπτὰ Γιώργου Β. Μακρή” , ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τῆς Ἑστίας μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ Γονατᾶ καὶ μὲ ἕνα δικό του, ὄμορφο καὶ πολὺ κατατοπιστικὸ εἰσαγωγικὸ σημείωμα.

Ἃς ἐλαφρύνω τὸ κλίμα. Πάντα πίστευα πὼς τὸ humor ἀπαιτεῖ ἐκλεπτυσμένη αἰσθητικὴ καὶ καλλιέργεια, ἰδιαίτερα στὴν ὑπαινικτικὴ καὶ δηλητηριώδη μορφή του καὶ πὼς ἔχει ἕνα μεγαλεῖο ὅταν μπορεῖ νὰ διασκεδάσει ἀκόμη καὶ τὴν τραγῳδία ἑνὸς θανάτου. Λέγεται, (μὰ ἀκόμη καὶ ἐὰν εἶναι φήμη, τίποτε δὲν χάνει σὲ ἀξία…), πώς τὴν ὥρα ποὺ ὁ Μακρὴς ἀνέβαινε στὴν ταράτσα γιὰ τὴν τελευταία διαδρομή, τὸν ρώτησε ὁ θυρωρὸς τῆς πολυκατοικίας, ἐκεῖ στὴν γωνία Μιχαλακοπούλου καὶ Σεμιτέλου: ” Θὰ ἀργήσετε κύριε Γιῶργο;” γιὰ νὰ πάρει τὴν ἀπάντηση: ” Μὴν ἀνησυχεῖς, θὰ κατέβω γρήγορα…”. Κατέβηκε πολὺ πιὸ γρήγορα ἀπὸ ὅσο μποροῦσε νὰ φανταστεῖ ὁ άνυποψίαστος θυρωρός. Ἦταν 31 Ἰανουαρίου τοῦ 1968.

Μὰ τὸν βλέπετε καὶ στὴν φωτογραφία, ροῦχα ποὺ τὸν φοροῦν καὶ δὲν τὰ φοράει, μόνιμα χωλὸς ἀπὸ ἕνα παιδικὸ ἀτύχημα, φιγούρα αἱρετικὴ γιὰ τὰ τῆς ἐποχῆς – κι ὅμως σὲ κάποιες ἄλλες φωτογραφίες ἔχει μιὰ ὀμορφιὰ περίεργη καὶ βλέμμα διαπεραστικό, ποτὲ ὅμως χολικό, ποτὲ ἀγενές, ποτὲ προσβλητικὸ ἀκόμη καὶ ὅταν ἀλαζονικὰ φοιτητάρια προσπαθοῦν νὰ διᾳκωμωδήσουν τὰ γραπτά του στὸ Brazilian καὶ σὲ ἄλλα στέκια τοῦ Κολωνακίου. Στὰ ὕστερα τῆς ζωῆς του τὸ μποὲμ τῆς φιγούρας χάνεται, τὸ πρόσωπο γερνάει ἄσκημα, ἀρχίζουν καὶ οἱ ἀπόπειρες αὐτοκτονίας. Ὁ Σαχτούρης καὶ πολλοὶ καλοὶ φίλοι καὶ θαυμαστὲς θὰ τοῦ σταθοῦν, μὰ εἶναι ἀργά….

Ὁ Μακρής, (ἀπὸ μεγαλοαστικὴ οἰκογένεια, μὰ μὲ Ἰαβέρειο πατρικὴ φιγούρα…), ἔγραφε ἀσταμάτητα σὲ ὅτι ἔβρισκε, μὰ τὰ γραπτά του δὲν εἶχαν τὴν τύχη τοῦ, ἐπίσης πολυγραφότατου, Βουτυρᾶ καὶ τὰ περισσότερα χάθηκαν ἢ καταστράφηκαν. Ἀκόμη καὶ στὸ βιβλίο ποὺ ἀναφέρω παραπάνω, τὰ διηγήματα κόβονται στὴ μέση, στὰ ποιήματα ὑπάρχουν ἄσχετες λέξεις καὶ φράσεις καὶ κομμάτια ὁλόκληρα εἶναι ἀνερμάτιστα, ἀκατανόητα, παραληρηματικά. Ἔτσι ἀκριβῶς ἦταν καὶ ἡ ζωή του, λένε μάρτυρες καὶ φίλοι του ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχή. Μποροῦσε νὰ κάθεται γιὰ 24ωρα σὲ ἕναν καφενὲ ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ φαγητὸ καὶ νὰ διαλέγεται μὲ ἀκροατήρια ἑτερόκλητα – ἄλλοτε ἀγαπημένων φίλων, ἄλλοτε φοιτητῶν ποὺ βρίσκουν τὴν αἱρετική του ματιὰ ἑλκυστικὴ κι ἀναζητοῦν ἀπαντήσεις…

Μὰ νὰ πὼς περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Γονατᾶς τούτη τὴν πυρετικὴ συγγραφικὴ δραστηριότητα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ποτὲ δὲν θεώρησε τὸν ἑαυτὸ τοῦ συγγραφέα.

” …ὑπάρχουν κείμενά του ποὺ ἔχουν γραφτεῖ σὲ κουτιὰ ἀπὸ τσιγάρα, σὲ καταλόγους ἐκθέσεων ζωγραφικῆς, σ’ ἐπιστολόχαρτα ξενοδοχείων καὶ καφενείων τοῦ Saint Germain des pres, σὲ φακέλους ἐπισκεπτηρίων, σὲ ἀκυρωμένα δελτία τροφίμων τῆς Κατοχῆς… ἕνα κείμενό του εἶναι γραμμένο πίσω ἀπὸ μιὰ κιτρινισμένη παιδική του φωτογραφία. Οἱ διαχωρισμοὶ τῶν στίχων, σὲ πολλὰ ποιήματά του, καθορίζονται ἀπὸ τὸ φάρδος τοῦ χαρτιοῦ ποὺ γράφει…. οἱ ἄθλιες συνθῆκες συντήρησης τῶν χειρογράφων του καθιστοῦν προβληματικὴ τὴν ἀνάγνωσή τους, ποὺ τὴν μεταβάλλουν συχνὰ σὲ ἀποκρυπτογράφηση…”.

Πρὶν δώσω κάνα δυὸ ποιητικὰ δείγματα (ποιήματα σκληρά, ἀδιάφορα γιὰ τὴν φόρμα, τὴν ἁρμονία, τὴν αἰσθητική του δίστιχου…), δυὸ λόγια γιὰ τὰ πεζά του ποὺ καλύπτουν καὶ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ (γνωστοῦ) ἔργου του.

Ἡ ἀνάγνωση τῶν κειμένων τοῦ Μακρὴ θέλει νεῦρα γερὰ καὶ μυαλὸ ἀνοικτό, μὰ καὶ πάλι ὁ ἀναγνώστης δὲν θ’ ἀργήσει νὰ νοιώσει πὼς πνίγεται σὲ φράσεις φαινομενικὰ ἀσύνδετες, ἄλλοτε ὑψηλοῦ λυρισμοῦ, ἄλλοτε ἀσχέτων παρενθέσεων. Νιώθεις πὼς ἀκολουθεῖς τὸν λαβύρινθο ἑνὸς μυαλοῦ ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν δική σου παρουσία, ἀνοίγει χιλιάδες πόρτες καὶ πορτάκια ἄγνωστα, μισοσκότεινα καὶ μόλις νοιώσει τὸ φῶς μιᾶς πυγολαμπίδας τὸ παραλήρημα σταματᾷ, τὸ κείμενο τελειώνει καὶ σ ἀφήνει χωρὶς ἱκανοποίηση, χωρὶς τέλος – τουλάχιστον ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε μάθει νὰ περιμένουμε ἀπὸ ἕνα διήγημα, μιὰ ἐπιστολή, μιὰ νουβέλα. Δεῖτε τώρα τὴν ἀρχὴ σὲ κείμενό του μὲ τὸν τίτλο “Ἀπολογία”..

“Τὸ νὰ μπεῖς νυχτιάτικα στὸ χτῆμα τοῦ Γεροντόκολα μὲ τὸ σκοπὸ νὰ θάψεις ἕνα ἀδειανὸ κουτὶ ἀπὸ τσίγκο, εἶναι μιὰ ὑπόθεση…”.

Ἀχά!, σκέφτεται ὁ ἀναγνώστης, νὰ μιὰ στακάτη καὶ ἐνδιαφέρουσα εἰσαγωγή. Μάλιστα. Μόνο ποὺ ἀκολουθεῖ μιὰ ἀναφορὰ στὴ φύση (ἃς τὴν ποῦμε σχετική…), ἕνα ἐπεισόδιο μὲ τὸν Rousseau, ἕνα ποίημα στὴ μέση τοῦ πουθενά. Καὶ ἰδοὺ πῶς ξεκινᾷ ἡ δεύτερη παράγραφος, πάνω ἐκεῖ ποὺ περιμένεις νὰ δεῖς τί ἔγινε μὲ τὸν ἔρμο τὸν Γεροντόκολα:

” Κάθε σκέψη ποὺ κάνουμε, σκέψη εἶναι, δηλαδὴ τρέχα γύρευε. Φεύγει ὕστερα, καὶ τὴν ἑπομένη ἔρχεται ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητας καὶ σοῦ λέει δέκα τὰ ἑκατὸ φόρο, φορώντας μιὰ πεταλοῦδα κι ἕνα παχὺ μουστάκι. Ἐσὺ πάλι πρέπει νὰ τὸ συζητήσεις τὸ πρᾶγμα…”.

Καὶ τὸ ἀποκορύφωμα, στὸ τέλος, γιὰ ὅποιον ἀντέξει νὰ φτάσει ὡς ἐκεῖ..

“Ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ ζοῦμε χωρὶς νὰ μᾶς διώχνουν ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἶναι νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο. Καὶ ὁ μόνος τρόπος νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο εἶναι νὰ μὴν τὸ βάζουμε στὸ στόμα. Στὸ χέρι μποροῦμε νὰ τὸ κρατᾶμε ὅσο θέλουμε“.

Φυσικὰ γίνομαι λίγο provocateur, διάλεξα πολὺ χαριτωμένα ἐδάφια, ἡ περιδιάβαση στὰ ἐνδιάμεσα εἶναι κατὰ πολὺ δυσκολοτερη, ὡς καὶ ἐπίπονη. Μὰ γιατί, θὰ ἀναρωτηθοῦν πολλοὶ, νὰ σκύψουμε πάνω ἀπὸ ἕνα βιβλίο ποὺ ἀπαιτεῖ μόχθο γιὰ τὴν κατανόησή του καὶ ποὺ πιθανῶς δὲν θὰ μᾶς δώσει καμία αἰσθητικὴ ἀπόλαυση; Εἶναι μιὰ δικαιολογημένη ἐρώτηση ποὺ δέχομαι συχνὰ σὲ παρουσιάσεις παρόμοιες, μά, ἃς τὸ πῶ χωρὶς καθυστέρηση, βρίσκω πάντα πὼς ἔχει μιὰ ἀξία νὰ χτυπιέμαι μὲ σχολές, ρεύματα καὶ γραφὲς πολὺ μακρινὲς ἀπὸ τὶς δικές μου ἀντιλήψεις καὶ κυρίως μὲ τρόπους σκέψης καὶ συγγραφῆς ποὺ ἀποδομοῦν τὸν κανόνα, τὸ κυρίαρχο κοινωνικά, τὸ ἀναμενόμενο. Κι ἃς διαφωνῶ. Κι ἃς δυσανασχετῶ στὴν ἀνάγνωση. Μὰ πάντα ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ διαβάσεις ἐκείνη τὴ σκέψη ποὺ ἐσὺ δὲν θάκαμες ποτέ, νὰ ἀπαγγείλεις ἕνα ποίημα ποὺ ποτὲ δὲν θάγραφες. Στὸν καθρέφτη εἶναι κουραστικὸ νὰ βλέπεις τὸ εἴδωλό σου, καλύτερα μιὰ μορφὴ ἔκπληξη, ἕνα κείμενο ἄγνωστο, μιὰ γραφὴ ποὺ ζητᾷ ἀποκρυπτογράφηση…

Ἃς κλείσω μὲ ποίηση. Ὁ Μακρὴς μοίραζε χαρτάκια δεξιὰ κι ἀριστερὰ μὲ στίχους κι ἀποφθέγματα, νὰ ἕνα ποὺ γράφτηκε σὲ κουτὶ ἀπὸ τσιγάρα τὸ 1965. Ἦταν στὰ γαλλικά, μὰ ἃς κερδίσουμε χρόνο μὲ μιὰ πρόχειρη μετάφραση..

τί μαλακίες χρειάζεται νὰ πεῖς
γιὰ ν ἀτενίσεις ἀπ’ τὰ βάθη ἑνὸς κρεβατιοῦ
ἕνα σουτιὲν σὲ μιὰ καρέκλα
ἕνα ζευγάρι κάλτσες στὸ χαλὶ

Καὶ τὸ πιὸ γνωστό του (θάλεγα καὶ τὸ πιὸ συμβατικό του), ἕνα (οἰονεί) ποιητικὸ μανιφέστο, μὲ τίτλο “Ἐμεῖς οἱ λίγοι”. Ἀπὸ τὸ 1950…

Εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀνειροπαρμένοι τρελλοὶ τῆς γῆς
μὲ τὴ φλογισμένη καρδιὰ καὶ τὰ ἔξαλλα μάτια.
Εἴμαστε οἱ ἀλύτρωτοι στοχαστὲς καὶ οἱ τραγικοὶ ἐρωτευμένοι.
Χίλιοι ἥλιοι κυλοῦνε μὲς στὸ αἷμα μας
κι ὁλοῦθε μᾶς κυνηγᾷ τὸ ὅραμα τοῦ ἀπείρου.
Ἡ φόρμα δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς δαμάσει.
Ἐμεῖς ἐρωτευθήκαμε τὴν οὐσία τοῦ εἶναι μας
καὶ σ’ ὅλους μας τοὺς ἔρωτες αὐτὴν ἀγαποῦμε.
Εἴμαστε οἱ μεγάλοι ἐνθουσιασμένοι κι οἱ μεγάλοι ἀρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τὸν κόσμο ὅλο καὶ δὲν εἴμαστε τίποτα ἀπ’
αὐτὸν τὸν κόσμο
Οἱ μέρες μας εἶναι μιὰ πυρκαγιὰ κι οἱ νύχτες μας ἕνα πέλαγο
Γύρω μας ἀντηχεῖ τὸ γέλιο τῶν ἀνθρώπων.
Εἴμαστε οἱ προάγγελοι τοῦ χάους.

Δεῖτε κι αὐτό, ξεχασμένο κι ἀπαρατήρητο, μὰ θαρρῶ ἀπὸ τὰ ποιὸ αἰχμηρά του..

Ὂλ’ αὐτὰ τὰ βλέπει ὁ πικραμένος
κάθεται σ ἕναν φτωχικὸ ἀπόπατο μιλάει μὲ τὸν Θεὸ
δείχνει μὲ τὰ μάτια τὰ εἰρηνικὰ ἔντομα
τ ἀπόκοσμα χαρτιὰ γεμάτα ἀπὸ ἴσκιο
ὁ πικραμένος αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε κάμποσα χρόνια
ὕστερα ἀπὸ κεῖνον ποὺ βρῆκε κι ἀπὸ κεῖνον ποὺ ἔχασε
στέρεψε πιὰ ἀφοῦ βασανίστηκε νὰ βρεῖ μίαν ἔξοδο.
Τέλος ἡ μόνη ἔξοδος δὲν ἦταν παρὰ
ἡ ἀκινησία του.

Ἀκόμη αὐτό, ἀπὸ ὅπου καὶ ὁ τίτλος τῆς ἀνάρτησης, ἀπόσπασμα…

Ἐλάχιστος κόσμος, ἐπικρατεῖ νέκρα ποὺ μάταια
προσπαθεῖ νὰ καλύψει ἡ ἄγονη τούτη μουσικὴ
κι αὐτὸ τὸ λικὲρ κακῆς ποιότητας
γεμίζοντας τὸ δωμάτιο μὲ ψεύτικα γέλια.
Τὰ ἑτοιμοθάνατα τοῦτα γκαρσόνια
φέρνουν στὶς φλέβες τους μιὰ δηλητηριασμένη ἄνοιξη
καὶ στὶς τσέπες τους μικρὰ κατάστιχα
καὶ πένθιμα ρινόμακτρα.
Ἄχ! Ποὺ ναι ἡ μικρὴ ἀνθισμένη λεπτομέρεια
ποὺ θὰ φέρει τὸν ἀέρα μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πρώτη ἐντὺπωση
τῆς ποθητῆς ἐπιστροφῆς.
Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς.

Σημαντικὲς λογοτεχνικὲς μορφὲς τοῦ μεταπολέμου θεωροῦν τὸν Μακρὴ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ σημαντικοὺς διανοούμενους τῆς ἐποχῆς – μὰ τὰ ἀκατανόητα γιὰ τοὺς πολλοὺς μονοπάτια τῆς σκέψης του καὶ κυρίως ἡ ἄρνηση νὰ παίξει μὲ τοὺς κανόνες τοῦ σιναφιοῦ τὸν ἔσπρωξαν ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ στὸ περιθώριο. Χτυπήθηκε καὶ περιφρονήθηκε ἀπὸ πολλοὺς – ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὴν κατοχή, ἀπὸ τὴν χούντα, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἀριστερά, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη διανόηση. Μὰ ἀγαπήθηκε καὶ μὲ πολλὴ τρυφεράδα ἀπὸ ἀνοικτὰ μυαλά. Ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα τμήματα τοῦ βιβλίου εἶναι ἐκεῖνο ποὺ γράφουν γὶ αὐτὸν ὁμότεχνοί του καὶ φίλοι – ὁ Ταχτσής, ὁ Φραγκόπουλος, ὁ Βαλαωρίτης. Ἀπ’ αὐτὸν τὸν τελευταῖο μιὰ συμπύκνωση γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν διανοούμενο…

« Ὁ Γιῶργος Μακρὴς ὑπῆρξε στὴν ζωὴ του ἕνας δανδής. Περιφρονοῦσε τὰ πεπατημένα. Προκαλοῦσε τὴν καταστροφή. Εἶχε μιὰ μεγαλοπρέπεια ποὺ λίγοι ἄνθρωποι τὴν ἔχουν. Ἔπαιρνε τὴ ζωή του στὰ σοβαρά, ἐνῷ ἄλλοι τὴν ὑποτιμᾶνε ἐπίτηδες γιὰ νὰ ἐπιζήσουν. Μὲ κάποιον τρόπο ὁ καθένας μας, παρόλο ποὺ χανόμαστε σὰν ἄτομα, συνεχιζόμαστε μὲς στοὺς ἄλλους. Ἔτσι καὶ σὲ μᾶς συνεχίζεται μιὰ πλευρὰ τοῦ Γιώργου Μακρή, διαφορετικὴ γιὰ τὸν καθένα. Γιὰ τὸν ἕναν ἦταν ὁ ξενύχτης ποὺ τριγύριζε σὲ ἀπίθανα μέρη, ὁ νομαδικὸς περιπλανώμενος, γιὰ ἄλλον ἦταν ὁ τσίφτης, ὁ διανοούμενος φιλόσοφος, ὁ περιπατητικός, γιὰ ἕναν τρίτον ἦταν ὁ σύντροφος ὁ πολυδιαβασμένος, γὶ ἄλλους ἡ γοητεία, τὸ πνεῦμα του. Ἡ ἀγάπη μου γὶ αὐτὸν παραμένει ἀμείωτη μὲ τὰ χρόνια…»

Τέλος, νὰ καὶ τὸ ἑξάστιχο στὴν μνήμη τοῦ Μακρῆ ἀπὸ τὸν Μίλτο Σαχτούρη..

Ἔζησα κοντὰ στοὺς ζωντανοὺς ανθρώπους
κι ἀγάπησα τοὺς ζωντανοὺς ἀνθρώπους
Ὅμως ἡ καρδιά μου ἦταν πιὸ κοντὰ
στοὺς ἄγριους ἄρρωστους μὲ τὰ φτερὰ
στοὺς μεγάλους ἀπεριόριστους τρελλοὺς
κι ἀκόμα στοὺς θαυμάσια πεθαμένους

Ὡς συνήθως, παρέλειψα τυπικὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα, τὴν περιβόητη πρόταση τοῦ Μακρὴ νὰ γκρεμιστοῦν ὅλα τα ἀρχαῖα μνημεῖα ποὺ ἔκαμε τόσο ντόρο, (ἀκραία κραυγὴ κατὰ τῆς ἀρχαιολατρίας ποὺ σκέπαζε τότε τὰ πάντα), τὴ συμμετοχή του σὲ περιοδικὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ποὺ εὔκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ στὸ διαδίκτυο. Ὁ ἴδιος φίλος ποὺ ὀργάνωσε τὴν ἐκδήλωση στὴ μνήμη του μὲ ἐνημερώνει πὼς τὸ βιβλίο ἀπὸ τὴν Ἑστία κυκλοφορεῖ στὰ βιβλιοπωλεῖα μὲ ἐλάχιστη (ἐκπτωτικὴ) τιμή..

Τόγραψα καὶ παραπάνω, ἡ γραφή του δὲν ἔχει τὴν κοινὴ αἰσθητική, μὰ θάλεγα νὰ μὴν τὸ περιφρονήσετε ἐὰν βρεθεῖ μπροστά σας. Δὲν εἶναι ἀδιάφορο σὲ κάθε βιβλιοθήκη νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ παράδοξο, τὸ ἐναλλακτικό, γραφὴ τόσο διάφορη καὶ μοναδικὴ – ἕνα μονοπάτι δύστροπο ποὺ ἴσως κάποια στιγμή, χορτασμένοι ἀπὸ ὁμοιόμορφες λεωφόρους, σκεφτοῦμε νὰ δοκιμάσουμε τὴ διαδρομή του…

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.tasakos.gr/%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B5-%CF%84%E1%BD%B4%CE%BD-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%E1%BD%BA%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF/?fbclid=IwAR16pM8OWV8yE6_Ot3teP3TWECtMzr9JN1b6mPc6RQSfKs-axjG9HNR6nB4

Lola Ridge, Αναρχική και ποιήτρια

Η Lola Ridge υπήρξε κοντινή φίλη της Emma Goldman και άλλων γνωστών αναρχικών καθώς και γνωστών συγραφέων και ποιητών όπως των William Carlos Williams, Kenneth Rexroth και Marianne Moore. Σε αντίθεση με αρκετούς ριζοσπάστες συγγραφείς του καιρού της είχε ιδίαν αντίληψη και αυθντική εμπειρία από τη ζωή της εργατικής τάξης, την οποία απέκτησε από νεαρή ηλικία κατά τη διάρκεια της παραμονής της στα χωριά και τις μικρές κωμοπόλεις των ανθρακωρύχων στις δυτικές ακτές της Νέας Ζηλανδίας. Αλλά, πάνω από όλα, αφιερώθηκε στη σύνδεση της avant-garde λογοτεχνίας με την πολιτικήη δράση.

Γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1873, όταν ο πατέρας της ήταν φοιτητής Ιατρικής. Μετά τον πρώιμο θάνατό του, με την μητέρα της εγκαταστάθηκαν στη Νέα Ζηλανδία, όταν η ίδια ήταν πέντε ετών. Η μητέρα της Emma είχε συγγενείς στη Δυτική Ακτή της χώρας αυτής και το 1880 παντρεύτηκε έναν χρυσοθήρα στην Hokitika.

Η έφεση της Lola Ridge στο γράψιμο εμφανίστηκε νωρίς και το πρώτο ποίημά της δημοσιεύθηκε σε μια εφημερίδα του Canterbury όταν ήταν μόλις 19 ετών. Αργότερα άλλα έργα της εμφανίστηκαν σε άλλα περιοδικά της Νέας Ζηλανδίας καθώς και στο Australian Bulletin. Όταν ήταν 22 ετών, η Lola παντρεύτηκε έναν ανθρακωρύχο, τον Peter Webster, που ήταν και συνέταιρος σε ένα χρυσοχοΐο στον μικρό οικισμό του Kaniere, κοντά στο Hokitika. Ο γάμος τους δεν ευδοκίμησε. Ο Webster φαίνεται ότι ήταν αλκοολικός και σε ηλικία 30 ετών η Lola χώρισε και μετακόμισε με τη μητέρα και τον τότε τρίχρονο γιο της στο Σίδνεϊ, όπου σπούδασε Ζωγραφική και συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα αλλά και διηγήματα. Όταν η μητέρα της πέθανε λίγα χρόνια αργότερα, η Lola και ο γιος της μετακόμισαν ξανά, αυτή τη φορά στις ΗΠΑ.

Εγκαταστάθηκαν στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης και η Lola δραστηριοποιήθηκε στο αναρχικό κίνημα. Το 1909 το ποίημά της «The Martyrs of Hell» («Οι μάρτυρες της κόλασης») εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του μηνιαίου αναρχικού περιοδικού «Mother Earth» («Μητέρα Γη») που εξέδιδε η Emma Goldman.

Η Ridge πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στις ΗΠΑ, και αναδείχθηκε σε διάσημη προσωπικότητα της ριζοσπαστικής λογοτεχνικής σκηνής της Νέας Υόρκης. Για να υποστηρίξει τη γραφή της, εργάστηκε αρχικά ως εργοστασιακή εργάτρια, αλλά και μοντέλο καλλιτεχνών. Σύντομα έγινε οργανώτρια του αμερικανικού ριζοσπαστικού εκπαιδευτικού κινήματος, μέσα από το Ferrer Association που ιδρύθηκε από τους οπαδούς του ισπανικού αναρχικού Francisco Ferrer (Σύνδεσμος Ferrer). Από τους πρώτους υποστηρικτές της εκπαίδευσης ως απελευθερωτικής δραστηριότητας, ο Ferrer εκτελέστηκε το 1909 κατά τη διάρκεια ενός πογκρόμ εναντίον του αναρχικού κινήματος στην Καταλονία. Μέσω του Ferrer Association, η Ridge συναντήθηκε με τον David Lawson, έναν νεαρό Σκωτσέζο αναρχικό, μηχανικό στο επάγγελμα. Έζησαν μαζί για δέκα σχεδόν χρόνια πριν παντρευτούν.

Το ζευγάρι έγινε το επίκεντρο της επαναστατικής κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά τη διάρκεια και μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το “μεγάλο, ελάχιστα επιπλωμένο και με κρύο νερό πατάρι … στο κέντρο του Μανχάταν” έγινε σημείο συνάντησης της ριζοσπαστικής διανόησης της Νέας Υόρκης… Η Lola κάθε φορά που πoυλούσε ένα ποίημα ή ένα άρθρο οργάνωνε εκεί πάρτι. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων της, «The Ghetto», εμφανίστηκε το 1918 και περιέγραψε τη ζωή των Εβραίων μεταναστών της εργατικής τάξης που έβλεπε γύρω της στην ανατολική πλευρά της Νέας Υόρκης. Δύο χρόνια αργότερα μια άλλη συλλογή ποιημάτων, «Sun-up», ανέδειξε πτυχές της ασυνήθιστης παιδικής της ηλικίας στην Ιρλανδία και της παραμονής της στους Αντίποδες (στμ. Νέα Ζηλανδία και Αυστραλία). Τα δύο αυτά βιβλία καθιέρωσαν το όνομά της σε σχέση με τον κοινωνικά αφοσιωμένο ελεύθερο στίχο.

Ενώ η γραφή της θαυμαζόταν ευρέως, η εκπληκτικά έντονη προσωπικότητά της και ο επαναστατικός της ζήλος συνέβαλαν στη φήμη της. Το όνομά της ήταν συνεχώς στην επικαιρότητα. Ήταν από τις πρώτες υπέρμαχους των δικαιωμάτων των γυναικών, των ομοφυλοφίλων και των μαύρων, των Εβραίων και άλλων ομάδων μεταναστών, και χρησιμοποίησε την ποίησή της για να υποστηρίξει δημόσια και ανοιχτά τις υποθέσεις τους κάτι που πάντα έκανε με πάθος.

Το «Firehead», που δημοσιεύτηκε το 1929, είναι μια μακρά ποιητική αλληγορία για την εκτέλεση των Ιταλών αναρχικών Sacco και Vanzetti. Οι δύο άνδρες κατηγορήθηκαν για ληστεία τράπεζας στην οποία σκοτώθηκαν δύο φύλακες, δικάστηκαν σε μια γελοία δίκη και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μια παγκόσμια εκστρατεία και μια πλήρης εξομολόγηση από τον πραγματικό ληστή απέτυχαν να αποτρέψουν την εκτέλεσή τους. Τη νύχτα πριν από την εκτέλεση τον Δεκέμβριο του 1927, η Ridge με μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων ξενύχτησε έξω από τη φυλακή του Charleston στη Βοστώνη. Η έφιππη αστυνομία τους απώθησε.

Την ίδια εποχή η Ridge, ανάμεσα σε άλλους, συνεργάστηκε με τον, κατά το ήμιση Ινδιάνο, εργατικό αγωνιστή και μέλος των IWW, Frank Little. Και οι δύο συμμετείχαν ή οργάνωσαν πάμπολλέες διαμαρτυρίες και άλλες εκδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο. Τον Ιούνη του 1917, ο Frank Little απήχθη από μια ομάδα μπράβων, βασανίστηκε και λυντσαρίστηκε μέχρι θανάτου. Η Lola Ridge έγραψε γι’ αυτό το ποίημα «Frank Little at Calvary».

Κατά την ίδια περίοδο της υστερικής καταστολής, ένας άλλος εργατικός οργανωτής, ο εργαζόμενος στα ποταμόπλοια του Σαν Φρανσίσκο, Tom Mooney, κατηγορήθηκε για μια βομβιστική επίθεση που σκότωσε δέκα ανθρώπους κατά τη διάρκεια μιας στρατιωτικής παρέλασης. Ο Mooney είχε προειδοποιήσει νωρίτερα ότι οι διάφοροι πράκτορες και μπράβοι θα μπορούσαν να διαταράξουν την παρέλαση για να κηλιδώσουν το εργατικό κίνημα. Καταδικάστηκε με βάση καταγγελλόμενη ψευδορκία και πλαστά αποδεικτικά στοιχεία και καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που στη συνέχεια έγινε ισόβια κάθειρξη. Η μακρά εκστρατεία για την απελευθέρωσή του έκανε τον Mooney ίσως τον πιο διάσημο πολιτικό κρατούμενο στις ΗΠΑ. Ως μέρος της εξαιρετικά δημιουργικής εκστρατείας υπεράσπισής του κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Λος Άντζελες το 1932, έξι νέοι μπήκαν στο στάδιο με σήματα που έλεγαν «Free Tom Mooney» στις αθλητικές τους προθήκες και έτρεξαν γύρω από το κομμάτι φωνάζοντας αυτό το σύνθημα μέχρι να συλληφθούν.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν ο Mooney βρισκόταν στη φυλακή του San Quentin για πάνω από δέκα χρόνια, η Lola Ridge έγραψε ένα ποίημα γι’ αυτόν με τίτλο «Stone Face», το οποίο τυπώθηκε και διανεμήθηκε εν είδει προκήρυξης, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε άλλες χώρες. Έγινε αφίσα και επιγραφή που διακόσμησε χώρους εργατικών συνελεύσεων και συνδικάτων κλπ. Τελικά, ο Mooney απελευθερώθηκε επί προεδρίας Ρούσβελτ μετά από 23 χρόνια.

Η Lola Ridge περιγράφηκε από τον φίλο της και εκδότη ως «ο πιο εύθραυστος άνθρωπος από φυσικής πλευράς και ο φτωχότερος από οικονομικής». Σπάνια η υγεία της ήταν καλή και πέθανε από φυματίωση το 1941, σε ηλικία 67 ετών. Σε μια νεκρολογία στην εφημερίδα «New York Times» χαρακτηρίστηκε ως μια από τις «κορυφαίες σύγχρονες ποιήτριες» της Αμερικής. Η φήμη της αναβίωσε τα κατοπικά χρόνια στις ΗΠΑ με πολλά από τα ποιήματά της να επανεκδίδονται, αλλά είναι ελάχιστα γνωστή στις χώρες όπου μεγάλωσε.

*Η σύντομη αυτή βιογραφία είναι παρμένη από το έντυπο «Where the Light of their Glory Leads – the international context of the Blackball strike», που δόθηκε ως ομιλία για την εκατονταετηρίδα της απεργίας του BlackBerry Strike του 1908, στο Blackball, στις 23 Μάρτη 2008 από τον Mark Derby.

**Μετάφραση Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης.