Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: η επίμονη πυξίδα

Ε.ΜΥΡΩΝ

Δεν θα ‘ρθούμε.
Πέρασε η πλώρη μας στ’ ανοιχτά του μέλλοντος.

Θα αρχίσω με μια εξομολόγηση, ως είθισται στα ποιητικά πράγματα: το κείμενο δεν είναι κριτικό σημείωμα ή τυπικό αφιέρωμα στον ποιητή Λυκιαρδόπουλο, πρόκειται για μια προσωπική περιδιάβαση στους στίχους του και μια αποτύπωση όσων εισέπραξα συμβιώνοντας μαζί τους.

Αφήνοντας έξω κάθε ανάγκη εξοπλισμού και γλωσσικού σωσίβιου, αφέθηκα στα κύματα και στις τρικυμίες να με ταξιδέψουν εντός των ποιημάτων, απολαμβάνοντας την θέα απ’ αυτήν την περίοπτη και προνομιούχο θέση. Ίσως, λοιπόν, πρόκειται για το ημερολόγιο ενός πρωτάρη κολυμβητή.

Λίγα βιογραφικά για αρχή: Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, γεννηθείς το 1936, είναι διανοητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και ποιητής. Μέλος της καρποφορούσας σπάνιων ανθέων παρέας των Σημειώσεων, μαζί με τους Στέφανο Ροζάνη, Βύρωνα Λεοντάρη, Μάριο Μαρκίδη, Μάρκο Μέσκο, Παναγιώτη Κονδύλη, κ.α. Μετά τη μαύρη κι απελπιστικά σφιχτή χουντική παρένθεση η παρέα αυτή άφησε έντονο το αποτύπωμά της στα ελληνικά γράμματα: γνωρίζοντας γιατί η σκέψη πρέπει να συνομιλεί με τον εαυτό της, και γιατί η Ποίηση οφείλει να απαντά σε ερωτήματα που δεν τέθηκαν.

Ενδεικτικό της αξίας του Λυκιαρδόπουλου είναι το κείμενο του ακριβολόγου Φώτη Τερζάκη:

«Ένας παλιός σουφικός θρύλος λέει πως υπάρχουν πάντα στον κόσμο τρεις κρυφοί άγιοι που με την ύπαρξή τους τον κρατούν στην πορεία του. Αν λείψουν, θα βυθιστεί στο χάος. Είναι η μυστική θεωρία του κουτμπ (άξονας) στην αραβική παράδοση. Αν υπάρχει ένας τέτοιος αόρατος άξονας που φυλάει ό,τι εξακολουθητικά λέμε νεοελληνικό πνεύμα από την απόλυτη σήψη, ένας αφανής άτλας που σηκώνει στους λιγνούς ώμους του το βάρος τής σκέψης ενός αιώνα στις άγονες ημέρες μας, θα ήταν ένας άνθρωπος που έχουμε το προνόμιο να βαδίζει ακόμα δίπλα μας, να συνομιλεί μαζί μας, μεταγγίζοντας ακατάπαυστα στη ζωή μας πολύτιμες ποιότητες: θα ήταν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος».
(Πανοπτικόν, τεύχος 20)

Θυμάμαι την… άδολη χαρά μου όταν διάβαζα μετά μανίας τα δοκίμιά του και έπεσα πάνω στην πλήρη αποσυναρμολόγηση και απόρριψη του «Άξιον εστί» στο «Η πολιτική ουσία του λαϊκισμού» (Η Ρωμιοσύνη στον Παράδεισο, Έρασμος, 2004). Εκεί αναπτύσσει με στιβαρά επιχειρήματα την άποψη ότι το έργο του νομπελίστα Ελύτη αποτελεί μια αντανάκλαση του εθνικού μεγαλοϊδεατισμού. Γράφω για άδολη χαρά γιατί ίσως ήταν η δικαίωση μιας εφηβικής μου αντίρρησης για στίχους όπως:

Μα εσάς, ω ψεύτες, τη ζωή
που αρνιέστε να δουλέψτε,
σας έδεσα στ’ αλέτρια μου·
για ν’ ανεβείτε ένα σκαλί
και λίγη γης να οργώστε
σας κέντησα τη ράχη σας
βαθιά με τη βουκέντρα

Πολλές οι σκέψεις του διανοητή Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που με γοήτευσαν, αλλά επειδή εδώ δε φτάνει ο χώρος για ανάλογες επεκτάσεις και προσεγγίσεις, θα αρκεστώ μόνο στον θαυμαστής εμβρίθειας και οξύτατης αίσθησης στοχασμό του: «Κανένας δημοκράτης δεν ομολογεί ότι το καθεστώς που θέτει το δίλημμα: «Ή εγώ ή τα τανκς» στην πραγματικότητα κυβερνάει ήδη με τα τανκς -είτε αυτά είναι ορατά όπως στη Βαρσοβία και την Άγκυρα, είτε είναι αόρατα όπως στον «ελεύθερο κόσμο».

Όλα τα προτερήματα του στοχαστή Λυκιαρδόπουλου έχουν μετουσιωθεί στα ποιήματά του. Η φιλοσοφική ορολογία δεν του αρκεί και καταφεύγει στον ποιητικό λόγο, γιατί μ’ αυτόν μπορεί να φτάσει στον μυχό των πραγμάτων. Ποιήματα που δεν κουράζουν, καθώς έχοντας μπολιάσει τα θεμέλια τους με το ακριβό του βίωμα, δημιουργεί μια συνεχή και αξιοπρόσεχτη κίνηση του θυμικού. Δεν περιγράφει ένα συμβάν αλλά το δημιουργεί μέσα από τις λέξεις του. Γνωρίζοντας τη δύναμη της ποιητικής εικόνας, (όχι με τη ζωγραφική της έννοια..), ο στοχαστικός και εσωτερικός ποιητής μας χαρίζει στίχους όπως:

Μέσα σὲ τούτη τή σπηλιά
καίω τὶς τελευταίες μου προθεσμίες
δακρύζοντας ἀπ’ τούς καπνούς.
Κλεισούρα κρύο στήν ψυχή ἐπέτειος δίχως δόξα
– πῶς πάνε οἱ ἄλλοι ἔτσι κατάστηθα στό θάνατο
πῶς πνίγονται ἔτσι στ’ ἀνοιχτά ;
(…)

(Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)

Μιας και ο ίδιος αποφεύγει τη δημοσιότητα όπως ο… διάολος το λιβάνι, οι συλλογές του δεν είναι γνωστές στο ευρύ κοινό. Η επιλογή του αυτή είναι κομβικής σημασίας. Όπως εύστοχα γράφει κάπου ο Μάνος Τασάκος, η δουλειά του ποιητή τελειώνει με την τελεία που βάζει, δεν ενδιαφέρει τον αναγνώστη αν ο συγγραφέας έχει ξανθά μαλλιά ή μελιστάλαχτη φωνή, όπως δεν ενδιαφέρει τον κατοικούντα σε ένα διαμέρισμα η απόχρωση της κόμης του αρχιτέκτονος..

Σε μια περίοδο άγριου καταναλωτισμού και ‘’νομιμοποιημένης’’ ευκολίας στάσεις ανάλογες πρέπει να χαίρουν του σεβασμού όλων μας.

Τα ποιήματά του με έθελξαν εξαρχής. Ήταν μια περίοδος που τα κουβαλούσα παντού: στο μετρό, στο βαπόρι, στο μαξιλάρι κ.α. Αργότερα, διαβάζοντας το ποίημα του Κώστα Δεσποινιάδη:

Απόψε βρέχει
κάποιοι στον κόσμο
κρυώνουν – όπως πάντα
κλείστε τα όλα
τηλεοράσεις, κινητά, διαδίκτυο
τον θόρυβο του κόσμου
και διαβάστε
μόνοι,
παντέρημοι
Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο.

(Ζέλμπα, Πανοπτικόν, 2017)

συνειδητοποίησα αυτό που αρχικώς είχα διαισθανθεί: παντέρημος κανείς πρέπει να εισχωρήσει στα ποιητικά ύδατα του Λυκιαρδόπουλου. Χωρίς λυσάρι και έτοιμες ερμηνείες για σωσίβιο στις αποσκευές. Άλλωστε, όπως γράφει ο Βύρωνας Λεοντάρης, «Τα ποιήματα συμβαίνουν», όσο εμπιστευτούμε ένα ποίημα στ’ ανοιχτά, τόσο αυτό θα μας δείξει οάσεις και θησαυρούς.

Στην θάλασσα για αρκετά χρόνια, πρώτα ως ναύτης και μετά ως ασυρματιστής σαν τον Καββαδία, με διαφορετικό ναύλο από τον Μαραμπού, ο Λυκιαρδόπουλος γράφει για τη ματαίωση των ιδεολογιών, για την κατεδάφιση του ονείρου,

Ὅταν ἤρθαμε
ὑποχωρούσαν τὰ μεγάλα ὁράματα ἀποδεκατισμένα
στὰ ὑπόγεια καταφύγια τοῦ στίχου

τώρα μᾶς πήραν δρόμοι χωρὶς ἐπιστροφή
βήμα πρὸς βήμα συλλαβίσαμε τὴν ἔρημη δεκαετία
συλλαβίσαμε τὴ ζωή μας μὲ χαμηλὴ φωνὴ καὶ λίγο φῶς
καὶ μὲ τὸ δάκτυλο νὰ διστάζει σὲ κάθε συλλαβή
χάσαμε τὴ ζωή μας λίγο λίγο καὶ χωρὶς σκοπό

Μὰ ποῦ εἶναι οἱ μέρες ποὺ στὶς φλέβες τους κυλοῦσαν
ἄνεμοι χτεσινοὶ αὐριανὰ ποιήματα
ὅταν ἡ ἱστορία πλατάγιζε σὲ κάθε συνοικία
τραντάζοντας τὶς ρίζες τ’ οὐρανοῦ τῆς ἀδικίας τὰ μπαλκόνια

δὲν πρόλαβες τίποτα
-ἀνταύγειες μόνο
κουρέλια μουσικῆς ποὺ τὰ ξεβράζει τ’ ὄνειρο κι ἡ τρέλα
ἀνταύγειες ἀπὸ μιὰ μάχη ποὺ ἄλλοι δώσανε
καὶ χάσανε γιὰ σένα

(Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)

και την απαραίτητη ανάγκη της ουτοπίας, για την… αιμάσσουσα πληγή του συμβιβασμού, για την τάση φυγής προς το ανεκπλήρωτο, για την υπαρξιακή αναζήτηση και αγωνία, αφήνοντας τον αναγνώστη, με μοναδικό εφόδιο τους στίχους, να βρει (ή να εφεύρει) την δική του όαση.

Η μάχη «που άλλοι δώσανε και χάσανε για σένα», είναι η επιτομή εκείνου του αισχρού «βλέπε, άκου, μη μιλάς». Ο κακώς εννοούμενος ατομικισμός, η αποξένωση και η απόσταση μεταξύ των ανθρώπων, (στην οποία συμβάλλει και η τρέχουσα διαίρεση σε πραγματικό και ψηφιακό εαυτό), αποτελεί πλέον μια ανεκρίζωτη τάση. Αυτή η σύγχρονη αλλά αρκούντως μεταβολισμένη μορφή βίας καταφέρνει τεχνηέντως να… εξαφανίσει και το φίδι και την τρύπα.

…πάρτε νερό άπό δῶ πού
βρέθηκε τόσο καθαρό. Ὄχι φωτογραφίες καί χαρτιά
πού κιτρινίζουν, ὅρκους και λόγια πού θά ξεχαστοῦν. Μόνο
λίγο νερό και λίγα φροῦτα γιά τίς πρώτες μέρες – ὅσο νά
συνηθίσετε ξανά στήν πείνα καί τή δίψα…

Θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
εἶναι στιγμές πού δέν τό βρίσκουν οἱ καιροί
κι ὁ ποταμός Μεκόγκ πού μέ ἀνακρίνει.
Ὁ πόλεμος δέν μοῦ πῆρε τίποτα
ἔχασα τή ζωή μου ἐν εἰρήνη
άλλάζοντας καταφύγια
ἔμαθα τον ἀποχαιρετισμό σ’ ὅλες τίς γλώσσες.
Ξέρω
τή λευτεριά δέν τήν κερδίζεις φεύγοντας
οὔτε γυρίζοντας τόν διακόπτη σβήνοντας τό μυαλό
τά δάση πού κρυβόμαστε αὔριο θά πιάσουνε φωτιά
καί μεῖς θα βγοῦμε κλαίγοντας ἔξω ἀπό τοῦτες τίς σελίδες
– ὅσοι θά ζἠσουνε θά ζήσουν ἔξω ἀπ΄τίς σπηλιές.
Ὅμως ἀπόψε
θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
βάλε τό ξυπνητήρι στίς ἑφτά
πάνω στό δέρμα σου παραμιλάει τό νερό
πάνω στά χείλια σου πεθαίνουν ὅλες μου οἱ λέξεις.
θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
(… κι ἄν κἀπου κάπου ἀνατριχιάζουν οἱ κουρτίνες
δέν εἶν’ ἀγέρας ἀπ΄τά περασμένα
τό φῶς εἶναι μονάχα
καί τῆς αὐγῆς τά ξαφνικά πουλιά…).

(Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)

Γραμμένο το 1968, 50 χρόνια πίσω κι όμως τόσο σημερινό. Διαβάζοντας το ξανά και ξανά … αντηχάει πίσω μου ο, συνήθης ύποπτος, Καρυωτάκης:

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στὸν πλατὺ κόσμο μιὰ θέση.

Με ελεύθερο στίχο εδώ (αλλού προτιμάει τον έμμετρο ομοιοκατάληκτο), ο ποιητής που «έχασε τη ζωή του εν ειρήνη» επιμένει στο δωμάτιο που δεν το βρίσκει κανείς, τις αναμνήσεις που κρατά κλειδαμπαρωμένες στα μύχια της συνείδησής του.

Μα, στην ουσία, μιλάμε για μια εμπόλεμη και στο φαινόμενο μονάχα ειρήνη

μπουζούκι και μπετόν αρμέ – κάτω απ’ αυτή την μπότα
μεγαλώσαμε

(Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)

που τον διώχνει και τον αναγκάζει «να αλλάζει καταφύγια», αλλά να καταλήγει πως «δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό» προς την ελευθερία.

Δε γίνεται με αναχρονιστικά μέσα ο πόλεμος αυτός -τρύπωσε υπογείως σε υπνωτικά ριάλιτι παιχνίδια, στην ηρωοποίηση ποδοσφαιριστών και καλλιτεχνών που αναπαράγουν τυποποιημένα μηνύματα αποβλάκωσης, στον στιγματισμό του διαφορετικού και στον εξοστρακισμό του δημιουργικού – σημαντικός σύμμαχος η ομοιομορφία -, στον ανταγωνισμό, ο οποίος με την κουκούλα της εξέλιξης, αντί για μικρογραφία σφαγής αποκαλείται… υγεία.

ΛΟΞΟΔΡΟΜΙΑ

Ι

Ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν
γιατί τά δάκρυα λάμπουν διφορούμενα
γιατί ὁ θάνατος χαμογελάει ἀπό τό μέλλον
γιατί τό ψέμα πυροβολεῖ μ᾿ εὐθύβολες ἀλήθειες
γιατί ἡ ἀλήθεια δέν προβαίνει πλέον σέ δηλώσεις

Γιατί
στό ἀγκίστρι τοῦ θανάτου
τό δόλωμα ἦταν ἡ ζωή
…ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν
πῆρες ὅ,τι σοῦ ἀνῆκε
τήν πόλη καί τή θάλασσα
τή θέα τῆς εὐτυχίας πού φεύγει

Πῆρες πολλά ἔδωσες λίγα
ἡ θάλασσα σέ πίστεψε
ἀλλά σοῦ τέλειωσαν τά λόγια

Μήν ἐνοχλεῖς τώρα τόν Κόσμο
οὔτε μέ τήν ἀγάπη

(Τά ποιήματα τοῦ μανδαρίνου, Ύψιλον, 2002)

Ο άνθρωπος, ανοιχτοχέρης στις εκπτώσεις, συνεπαρμένος από την ψευδαίσθηση του μεγαλείου (και γι’ αυτό βαρήκοος στο μοιρολόι της αλήθειας), λοιδορεί το «δούναι και λαβείν», συνθλίβει κάθε τι ατομικό μέσα του, για μια άλλη ψευδαίσθηση, αυτήν της ασφάλειας, και γίνεται έτοιμη λεία για «αθέλητες» παγιδεύσεις στα πλοκάμια ιδεολογιών και αρτηριοσκληρωτικών δογμάτων. Κι όταν τα όρια χαθούν, δε διστάζει να εξακοντίζει τη ρητορεία ενός αρτίως σχεδιασμένου, καλοζυγισμένου και επικερδούς ουμανισμού. Μη γνωρίζοντας όμως πως δεν υπάρχει πια ο στόχος…

Είναι παρήγορο να βρίσκεις τέτοια ποιήματα που η αναπνοή τους πασχίζει να τα κρατήσει όρθια μέσα στον στροβιλισμό της πραγματικότητας.

Όλα τα αληθινά ποιήματα είναι αυτόχρημα και μια πολιτική καταγγελία κι ο ποιητής, ο ταγμένος στο λειτούργημα που λέγεται Ποίηση, οφείλει να διαισθάνεται και να εκφράζει με διορατικότητα όσα οι πολιτικοί (ή πολιτικάντηδες;) και η κοινωνία αρνούνται πεισματικά να δουν, (αν και διοπτροφόροι οι πλείστοι..).

ΙΙ

Τραγούδια ποὺ ξεκίνησαν μὲ ἀνέμους στὰ κατάρτια τους
τραγούδια ποὺ στὶς φλέβες τους ἀπὸ καιρὸ σταμάτησε τὸ αἶμα
χρόνια ποὺ τὰ προσμέναμε σὰν τὰ βεγγαλικά
χρόνια ποὺ σβήσανε προτοῦ ν’ ἀνάψουν ὅλο τους τὸ μπόι
δρόμοι ποὺ θὰ ‘φέρναν στὸ μέλλον
δρόμοι ποὺ τέλειωσαν
μπροστὰ σ’ ἕνα γραφεῖο μὲ τ’ ὄνομα σου ἤ τ’ ὄνομα μου στὴν πόρτα
Ἔτσι λοιπὸν θὰ πάμε ὥς τὴν ἄκρη;
μικραίνοντας
μικραίνοντας
μικραίνοντας
ἔτσι θὰ πάμε ὥς τὴν ἄκρη τῆς ζωῆς μας;

(Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)

Η πρόοδος τελικά δεν ήταν γραμμική. Όλος ο συρφετός με τα τεχνολογικά καλούδια και τις απαστράπτουσες συσκευές που κουβαλούσε αποδείχτηκε φενάκη. Ο μικροαστισμός έγινε πλέον κανονικότητα και όλη η ορμή του ονείρου σταμάτησε απότομα σ’ ένα καμουφλαρισμένο αδιέξοδο: στην πόρτα ενός γραφείου ή ενός γυαλισμένου αυτοκινήτου. Οι τελευταίοι 5 στίχοι, με αυτό το “μικραίνοντας” να επαναλαμβάνεται σαν μαχαιριά, συμπυκνώνουν την έκβαση μιας ύπαρξης που εναντιώθηκε στη συνείδησή της για χάρη της πλαστικής άνεσης..

ΑΚΤΗ

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος γύρισε σπίτι ἐπιτέλους
ἄφησε τὴ μοναξιά του στὰ τραγούδια
ἄφησε τοὺς συντρόφους του σὲ μιὰ σχεδία
ἔκοψε τὰ γένια του χαμογελάει σὲ ὅλους.
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ πιὰ οὔτε νὰ κλάψει
γιατὶ οἱ δικοί του εἶν’ εὐτυχεῖς ποὺ τὸν κέρδισαν πάλι
γιατὶ τὸ κύμα ποὺ ‘ρθε κι ἔφυγε παίρνοντας τόση ζωή
αὐτὸν τὸ γιὸ τὸν ἄκριβὸ τὸν ξέρασε πίσω στ’ ἀκρογιάλι.
Ἐδῶ μεγάλωσε καὶ πέθανε σ’ αὐτὰ τὰ μέρη
κοντὰ στὴ μάνα του καὶ τὸν πατέρα του ἔχασε τὴν ψυχή του
ἐδῶ δίπλα στὴ θάλασσα τὸν σάπισε τὸ καλοκαίρι
κι ἡ ἄμμος ἤπιε τὴ φωνή του.

(Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)

Εδώ είναι μαζεμένη όλη η ένταση και το σφίξιμο του συμβιβασμού, «αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί πια ούτε να κλάψει». Στριμωγμένος στο κοστούμι που του φόρεσαν, ακολουθώντας ευλαβικώς καθωσπρεπισμούς και στερεότυπα, αφήνοντας πίσω τα ενδύματα του ονείρου για την θαλπωρή και την ασφάλεια, πνίγεται και ο πνιγμός αυτός είναι ο χειρότερος…

ΙΙΙ

Ὅλα παιγμένα πάνω σ᾿ ἕνα ψέμα ἀληθινό
τόσο τρυφερά
μ᾿ ἔμπειρα δάχτυλα
στό πιάνο
ὅλα παιγμένα
πάνω σ᾿ ἕνα σκοπό χωρίς σκοπό.

Δέν πάει ἄλλο τό τραγούδι σου μέ τή φωνή μου
κάποιος πρέπει νά πεῖ τήν παράφωνη ἀλήθεια
ἔστω κι ἄν εἶναι νά σωπάσουμε γιά πάντα.

(Τά ποιήματα τοῦ μανδαρίνου, Ύψιλον, 2002)

Υπάρχει μια μελαγχολική διάθεση στα ποιήματα του Λυκιαρδόπουλου, μια καλά ριζωμένη απαισιοδοξία, όχι όμως ρομαντικής χροιάς ή κουραστικής (πλέον) συναισθηματολογίας, αλλά μια συνεχής πυξίδα για το γίγνεσθαι. Ένας κώδωνας κινδύνου προς όλους εμάς τους καθημαγμένους ερασιτέχνες του Πραγματικού, που έλεγε ο Καρούζος, ώστε να αποφύγουμε τις ευκολίες και να πράττουμε κατά τον δαίμονα εαυτού.. Ο Λυκιαρδόπουλος μάς καλεί να παρακούσουμε τον καπετάνιο, να γίνουμε αποστάτες. Με ένα συνεχές κάλεσμα για εξέγερση, για ατομική επανάσταση. Η οποία δεν επιτυγχάνεται δίχως την αυτοκατάφαση και τον αυτοπροσδιορισμό. Κοντολογίς, «Γοργά προς τον εαυτό σου», που έλεγε ο Γερμανός από το Ρέκεν με το μεγάλο, θρασύτατο, μουστάκι…

* Ο Ε.Μύρων γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα και κατάγεται από τη Λευκάδα. Διατηρεί το ιστολόγιο ποίησης Ἀλέκτωρ. Εκτενές αφιέρωμα για τον ποιητή, μπορείτε να διαβάσετε στο ιστολόγιο λογοτεχνίας και ποίησης Μάνος Τασάκος.

** Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: http://www.apotipomata.com/likiardopoulos-gerasimos-afieroma-emiron/?fbclid=IwAR0AwLWA9l6YCB4KnwTXyaUSavTS8p18Bi7tqbQ1ZZYVCOmPNUZj6hUHEt8

Ο Νάνος Βαλαωρίτης γράφει για τον André Breton

Με τον Α. Breton γνωρίστηκα το 1954 και έως το 1960 διατηρήσαμε μια αρκετά στενή επαφή, συχνά καθημερινή. Βέβαια ήταν περιτριγυρισμένος από τους νεαρούς τρίτης γενεάς οπαδούς του που ήταν πολυάριθμοι, καμιά τριανταριά, με συμπαθούντες επισκέπτες κάθε τόσο στις συναντήσεις στο καφενείο, και στο σπίτι του στο Saint cirq la Popie στον ποταμό Lot, στη νότιο Γαλλία.

Εκεί, χάρις στο αυτοκίνητο της Μαρίας, της τότε φίλης και κατόπιν συζύγου μου, που με είχε φέρει σε επαφή μαζί τους στο Παρίσι, τον Οκτώβρη του 1954, εξερευνούσαμε τον ποταμό για αχάτες στην κοίτη και στις όχθες του. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άρθρο για τις πέτρες, που ο Breton δημοσίευσε στο περιοδικό του Surréalisme Même το 1955, όπου και περιέλαβε μια ανακοίνωσή μου για την ανακάλυψη ενός πιθανώς προϊστορικού γλυπτού μιας θεάς με κεφάλι νυχτερινού πουλιού, που λατρευόταν στην περιοχή. Η Μαρία είχε βρει ένα τέλειο μαύρο αυγό.

Οι μέρες αυτές με συντροφιά τον Breton, τον Peret και τους φίλους τους, θα μου μείνουν αξέχαστες. Όταν έφυγαν οι άλλοι και μείναμε με τον Breton και τη σύντροφό του Ελίσα, σε απογευματινές συναντήσεις μας σ’ ένα καφενείο του χωριού, μου εκμυστηρεύτηκε τι του είχε πει ο Paul Valéry για τα ποιήματά του: ότι μια γυναίκα είναι ωραία με λιγότερα στολίδια, – ήταν η εποχή που έγραφε μαλλαρμεϊκά ποιήματα πολύ φορτωμένα με εικόνες και μπαρόκ.

Ότι το κίνημα του Υπερρεαλισμού ποτέ δεν έχασε την αισθητική παιδεία απ’ την οποία είχε προέλθει είναι λίγο γνωστό. Συνήθως η έμφαση δίνεται στα αυτόματα κείμενα των πρώτων χρόνων – ενώ στο βάθος ο Breton ήταν ένας μεγάλος αισθητικός της γλώσσας και βασάνιζε κάθε φράση που έγραφε. Το ίδιο σε αναλογία ήταν και οι άλλοι φίλοι του, Eluard, Chart, Queneau, Desnos, Peret, Aragon, Soupault, Vitrac, Prévert, κ.τ.λ. Ότι ο Υπερρεαλισμός είναι και ένα κίνημα ανανέωσης μεν αλλά και αισθητικής της γλώσσας η απόδειξη είναι ότι οι ηλεκτρικοί ποιητές που βγαίνουν απευθείας από το γλωσσικό αισθητισμό του Υπερρεαλισμού έκαναν μια ποίηση υπερ- αισθητισμού, πιο έντονα μπαρόκ από τα κλασσικά υπερρεαλιστικά κείμενα.

Τα πεζά του Breton, είναι γραμμένα με πολύ εκτεταμένες φράσεις που μοιάζουν εκπληκτικά στο στυλ, στο ύφος του Proust, του οποίου διετέλεσε διορθωτής όταν ήταν νέος, αλλά βέβαια και της πρόζας του Mallarmé, χωρίς να είναι ο προσανατολισμός του ο ίδιος.

Μια πολύ έστω κι επιφανειακή γνωριμία με τον Breton επικυρώνει ότι ακόμα και τα αυτόματα κείμενα είναι μετατροπές κλασσικών κειμένων και δείχνουν φανερά την προέλευσή τους, και διατηρούν το γούστο και την παραδοσιακή αισθητική της γαλλικής γλώσσας. Θα παρατηρήσουμε το ίδιο φαινόμενο στην ποίηση του Εμπειρίκου, του Ελύτη, του Εγγονόπουλου, του Γκάτσου, στα οποία η ανανεωτική τους πλευρά ποτέ δεν παραβιάζει το αισθητικό αισθητήριο της γλώσσας.

Το ίδιο παρατηρείται στον αισθητισμό του εικαστικού υπερρεαλισμού από τον De Chirico, (που είναι και πολύ μεγάλος μαέστρος του ποιητικού πεζού λόγου) έως τον Matta, τον Brauner και άλλους νεότερους, που διατηρούν πάντοτε μια αισθητική της σύνθεσης της γραμμής, και του χρώματος, ακόμα και στο λεγόμενο αφαιρετικό λυρισμό. Η τεχνική τελειότητα στους Tanguy, Dali, Magritte, Picabia, Duchamp, παρ’ όλες τις ανατροπές στο περιεχόμενο, το θέμα, και την κατάργηση της απλής απεικόνισης (ρεαλισμός, νατουραλισμός) δείχνει και κατ’ αναλογία στην ποίηση μια ανάλογη προσοχή στα μεταφραστικά μέσα.

Ο Breton δεν ήταν ποτέ υπέρ του οτιδήποτε και με όποιο τρόπο. Τα κριτήριά του πολύ αυστηρότερα από των κριτικών του κανόνα, ακόμα μας εκπλήσσουν με την ορθότητα της επινόησής τους. Και το άλλο στοιχείο είναι ο σεβασμός που είχε στη φύση, στα ζώα, τα φυτά, τις πέτρες, σε όλα τα φυσικά φαινόμενα, τόσο που θα’ λεγες ότι έχεις να κάνεις μ’ έναν φυσιολόγο.

Η προήγηση των μανιφέστων και των πειραμάτων της εποχής των νταντά είχε τον χαρακτήρα της ανάγκης της ανανέωσης, που ήταν ήδη φανερή στους προδρόμους ποιητές, Jarry, Mallarmé, Apollinaire, R. Roussel, και στον πρώτο Valéry του «Κυρίου Τεστ». Η γαλλική ποιητική γραφή, όδευε προς τα εκεί, όπου τα μανιφέστα και η σύνταξη του κινήματος συστηματοποίησε την τάση στο επίπεδο της θεωρίας και των ιδεών. Ιδέες που είχαν τις ρίζες τους στο ρομαντισμό, παρνασσισμό και συμβολισμό των Baudelaire, Nerval, Rimbauld, Lautréamont, και του Huysmans, του οποίου το «Ενάντια στο ρεύμα» είναι η βίβλος και των λεγομένων αισθητικών ντεκαντάν, του Wilde και άλλων, αλλά και στέκεται ψηλά στην εκτίμηση των υπερρεαλιστών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο E. A. Poe, από τον οποίο κατάγεται ο συμβολισμός ήταν ένας μεγάλος θεωρητικός και εφαρμοστής της αισθητικής της γλώσσας, άσχετα αν τα θέματα του είχαν μια τάση προς το πεισιθάνατο, τη μελαγχολία και τη φρίκη. Η γλώσσα του δίνει ένα άλλο ζωτικό και ανυψωτικό μήνυμα. Κι αυτός ο πολύ λεπτός συνδυασμός εξηγεί πολλές πλευρές της περίπλοκης ποιητικής θεωρίας του υπερρεαλισμού.

Η ώση του παραλόγου, του ανατρεπτικού, του ασύνειδου, χωρίς αισθητικό μέτρο, οδηγεί μόνο σε προϊόντα με ψυχολογική αλλά όχι ποιητική αξία. Μόνο ο συνδυασμός των δύο αποτελεί ποιητική γραφή.

Νάνος Βαλαωρίτης
Ποιητής – ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Σαν Φρανσίσκο

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/10/andre-breton.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85%29

Χ.Π. Σοφίας, μουσώνες τα δένδρα δυσκολεύονται να ανασάνοπυν, Εκδόσεις Κουκκίδα

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Όταν μια ποιητική συλλογή εκδίδεται για δεύτερη φορά, τις περισσότερες φορές σημαίνει ότι άρεσε. Σε μια δύσκολη εποχή για την ποίηση, που σπάνια βλέπουμε δεύτερες εκδόσεις, μια β’ έκδοση ποιητικής συλλογής μας τραβάει το ενδιαφέρον για να ανακαλύψουμε τις αρετές της.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε παίρνοντας στα χέρια μας την ποιητική συλλογή του Χ.Π. Σοφία «μουσώνες τα δένδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν», που κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις «Κουκκίδα».

Μια πρώτη ματιά δείχνει ότι τα περισσότερα ποιήματα είναι πολύ μικρά σε μέγεθος. Εκτός από το ομότιτλο ποίημα της συλλογής, που είναι λίγο εκτενές, όλα τα άλλα εξαντλούν το νόημα μέσα σε λίγους μεστούς στίχους. Ποίηση λιτή χωρίς περιττά στολίδια και φιοριτούρες. Το νόημα πολλές φορές αποδίδεται σε δύο, τρεις ή τέσσερις στίχους. Θεωρούμε πολύ μεγάλη αρετή για έναν σύγχρονο ποιητή, το να καταφέρνει να χωρέσει ένα ολοκληρωμένο νόημα μέσα σε ελάχιστους στίχους.

Το ερωτικό στοιχείο υπάρχει αρκετά στην ποίηση του Χ.Π. Σοφία με μια μελαγχολία, που διαπερνά τους στίχους του: «Παραφυλάω να σε δω να φεύγεις / και τότε μπαίνω κρυφά στο σπίτι σου / και με τα δάκρυά μου ποτίζω τα λουλούδια σου / γι’ αυτό όταν γυρίζεις τα βλέπεις θλιμμένα».

Όπως γράψαμε παραπάνω ορισμένα ποιήματα του Χ.Π. Σοφία αποτελούνται από μόνο δύο στίχους. Εδώ δεν έχουμε απλώς ολιγόστιχη ποίηση, αλλά ένα είδος, που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως αποφθεγματική ποίηση. Σταχυολογούμε δύο παραδείγματα: «Τις λέξεις να τις σκάβεις / αν θες να ανθίσουνε» και «Μεγάλωσαν οι λέξεις έγιναν δάση / φοβάμαι φοβάμαι στους εμπρηστές».

Οι λέξεις, η ποίηση, οι στίχοι έχουν περίοπτη θέση στην ποιητική συλλογή του Χ.Π. Σοφία. Σύμφωνα με τον ποιητή οι λέξεις έχουν χρώματα και αν τις εμποδίσουν, περνούν στην παρανομία.

Ο Χ.Π. Σοφίας, όμως, δεν ασχολείται μόνο με τον έρωτα και τις λέξεις στην συγκεκριμένη ποιητική του συλλογή. Δεν κλείνεται στον εαυτό του, αλλά μας προσφέρει και κάποιες κοινωνικές πινελιές: «Έζησα πολύ καιρό με έναν άνθρωπο / που δεν είχε όνειρα / έζησα πολύ καιρό με έναν πεθαμένο».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Χ.Π. Σοφία «μουσώνες τα δένδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν», είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή. Έχοντας ήδη γνωρίσει τον ποιητή στο διαδίκτυο και έχοντας διαβάσει και εκεί ορισμένα όμορφα ποιήματα, τον συγχαίρουμε και περιμένουμε τις νέες πνευματικές του δημιουργίες.

Θωμάς Δ. Τυπάλδος, Κώστας Ρεούσης: Υπερρεαλισμός ή ρεουσισμός!

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης, στη Λέσχη Φίλων Μουσικής «Γιουσουρούμ», του φίλου του Πραξιτέλη Δασκαλάκη, στην παλιά πόλη της Χώρας Νήσου Κύπρου, στην οδό Άρεως … βαθιά μέσα στη νύχτα … πίνοντας μπίρες με τους ποιητές-μεταφραστές Μιχάλη Παπαντωνόπουλο και Γιάννη Ζελιαναίο (δεν διακρίνονται εδώ), στις 3 Σεπτεμβρίου 2015. Φωτογραφία: Γιώτα Παναγιώτου

Η γνωστή υπερρεαλιστική ρήση «πρέπει ν’ αλλάξει το παιχνίδι, όχι οι κανόνες του παιχνιδιού», αν βρίσκει εκφραστή στο μοντέρνο ελληνόφωνο υπερρεαλισμό, τότε τον βρίσκει με τον καλύτερο τρόπο στο πρόσωπο του Κώστα Ρεούση. Ο ποιητής των κατακλυσμιαίων εικόνων, των κοφτερών λέξεων και των φράσεων που ματώνουν πρώτα τον αμφιβληστροειδή του ματιού κι εν συνεχεία, τ’ αυλάκια του μυαλού. Ο Ρεούσης, είναι από εκείνους τους ποιητές που γνωρίζουν στο μέγιστο βαθμό τους κανόνες τόσο της ποίησης όσο και της γλώσσας, μα έχουν συνάμα ως πρό(σ)ταγμα, την ανατροπή -όχι την καταστροφή- του παιχνιδιού.

Η ποίηση του Ρεούση δεν γνωρίζει τι θα πει κομφορμισμός, τι θα πει στερεότυπα και εφησυχασμός. Τρέχουν οι λέξεις ουρλιάζοντας και κραδαίνοντας τσεκούρια. Κεφάλια παίρνουν ανέμελων και απαίδευτων αναγνωστών οι οποίοι θεωρούν πως η ποίηση είναι ματσάκια από μαδημένες μαργαρίτες και ερωτοχτυπημένες πεταλουδίτσες. Οι στιχοπλοκίες του Ρεούση είναι ένας πόλεμος, όχι αναίτιος και δίχως στόχο. Αιτία έχει το απόλυτο μηδέν που κοκορεύεται αυνανιζόμενο, κι αυτοπερνιέται για ένα, και στόχος του είναι σαπισμένα -από μια αδόκιμη ανήθικη ηθική που όλους μάς περιβάλει- μυαλά.

Όπως προείπα, ο Ρεούσης, γνωρίζει πολύ καλά τους κανόνες και το παιχνίδι στο οποίο λαμβάνει μέρος. Όσον αφορά στο «παιχνίδι» του υπερρεαλισμού, σ’ ένα και μόνο στίχο του κατάφερε ν’ αποδείξει πως το ξέρει με τον πιο περίτρανο και αδιαμφισβήτητο τρόπο: «ο υπερπραγματικός στιχοπλόκος πλοηγεί την τρέλα στην ανάσα!». Η τρέλα είναι η ελευθερία, η επανάσταση του καταπιεσμένου υπερεγώ απέναντι σε μια ρομποτοποίηση του ατομικοσυνειδησιακού παράγοντα, ενώ η ανάσα, δεν είναι παρά η αντιστεκόμενη στην «αλήθεια», αλήθεια του. Είναι αυτή η στιγμή της μεθυσμένης νηφαλιότητας που σε ξεσηκώνει την πιο περίεργη ώρα, γνωρίζοντας πως ίσως αύριο δεν θα ζεις (τουλάχιστον, όχι όπως ζούσες πριν). Αυτή η στιγμή είναι που έχεις αφεθεί να σε κατακλύσει η υπερπραγματικότητα, να σε ρουφήξει η δίνη της κι αν δεν έχεις το φόβο του άγνωστου μες στη καρδιά σου, οφείλεις ν’ αφεθείς, να μετουσιωθείς ο ίδιος σε υπερπραγματικότητα κι αν κι εφόσον δεν νιώθεις και τόσο καλός πλοηγός, μπορείς ν’ αφεθείς στα έμπειρα χέρια του Ρεούση που αυτός δεν φοβάται τις φουρτούνες, γιατί πολύ απλά, -κι αυτό να το θυμάσαι-, είναι ο ίδιος μια φουρτούνα.

Και το παιχνίδι ασταμάτητα συνεχίζεται…

Ο Ρεούσης δεν μένει στάσιμος σ’ ένα σημείο, ελίσσεται. Τον φαντάζομαι τη στιγμή που γράφει να είναι εκεί ενώ δεν είναι. Είμαι σίγουρος πως έχει ανακαλύψει μυστικές θύρες, οι οποίες τον οδηγούν σε προσωπικές, πολυεπίπεδες διαστάσεις. Εκεί, η ιδιαίτερη, ολοδική του, πρακτική χρήση της ελληνικής γλώσσας… γίνεται μία ΤΑΦΡΟΣ! Δεν χρησιμοποιώ καθόλου μα καθόλου τυχαία αυτή τη λέξη. Σε μια από τις πολλές μας αλληλογραφίες μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και λίγο πριν με τιμήσει με το να είμαι ο πρώτος αναγνώστης του ποιήματός του «ΤΑΦΡΟΣ», μου επισήμανε με τον δικό του απαράμιλλο κι εύστοχο πάντα τρόπο, ό,τι η ελληνική γλώσσα, προϋπήρχε κατά πολύ του υπερρεαλισμού. Απόδειξη για τα λεγόμενα πως έφερε τη λέξη τάφρος, λέγοντάς μου ότι εντός της εμπεριέχει άλλες δύο λέξεις, τη λέξη φάρος και τη λέξη τάφος.

Η τάφρος, ως γνωστόν, είναι μια παγίδα η οποία φέρει εντός της νερό, άρα ροή, άρα ζωή. Αν βρεθείς κάποτε παγιδευμένος -εγκλωβισμένος, μέσα σε μια τάφρο, να θυμάσαι πως έχεις τη δυνατότητα τού να μη σε σκοτώσει αρκεί να είσαι έτοιμος να γίνεις ένα με το νερό -με τη ροή- με τη ζωή… βρες την εσώτερη δύναμή σου, έτσι που να μετουσιωθείς σε αναπόσπαστο μέλος της ζωντανής αυτής ροής. Θα χτυπήσεις απεγνωσμένα τα χέρια σου πάνω στο υδάτινο στρώμα που στη καρδιά του μέσα θα βρεθείς; Θα φοβηθείς; Θα ζητήσεις βοήθεια από απόντες σωτήρες; Η τάφρος, εύκολα μετατρέπεται στον υγρό σου τάφο και το ίδιο εύκολα μετατρέπεται σε ολόφωτο φάρο. Η ροή να θυμάσαι, είναι -αν το θες- δίπλα σου, σύντροφός σου. Θα είναι πιο φίλος από τους φίλους σου και περισσότερο συγγενής από τους συγγενείς σου. Αν δεν είσαι ένα πληγωμένο και παγιδευμένο αγρίμι, αν σπρώξεις το ασυνείδητο εγώ σου προς την κατεύθυνση της ροής, αν γίνεις μες στο γλυκό νερό, ένας διψασμένος για αίμα καρχαρίας, θα έχεις βρει το νόημα και την κρυμμένη αλήθεια στης τάφρου το βυθό. Αυτή η τάφρος είναι η ποίηση του Ρεούση και όχι μόνο: είναι και εκρηκτικές εκφάνσεις βομβών νετρονίου κι όχι πυροτεχνήματα σε πανηγύρι της εσχάτης υποστάθμης.

Στο τέλος όμως μια απορία γεννάται: είναι ο ποιητής ή το ποίημα; Ο Ρεούσης είναι και τα δύο μαζί. Ο Ρεούσης γνωρίζει-αγαπά-σέβεται. Αντίθετα, δεν κολακεύει-δεν προσκυνά-δεν δέχεται ν’ ασπαστεί κανένα σύμβολο απ’ όπου κι αν αυτό προέρχεται. Μα την αλήθεια! Μου μοιάζει λες κι είχε αυτόν κατά νου ο Ρενέ Κρεβέλ, όταν σε μια στιγμή αυτόματης ειλικρίνειας, έγραφε: «Ο ποιητής δεν κολακεύει μήτε και καταφεύγει σε τεχνάσματα. Δεν αποκοιμίζει τα θηρία του για να παραστήσει το θηριοδαμαστή, αλλά, με όλα τα κλουβιά ορθάνοιχτα, με τα κλειδιά πεταμένα στον άνεμο, φεύγει, ταξειδιώτης που δεν σκέπτεται τον εαυτό του αλλά το ταξείδι, τις αμμουδιές των ονείρων, τα δάση των χεριών, τα ζώα της ψυχής, όλη την αδιαμφισβήτητη υπερπραγματικότητα», (μτφρ.: Νίκος Σταμπάκης). Το ότι ο Ρεούσης αγαπά τον υπερρεαλισμό, δεν χωρά αμφιβολία, μα χωρίς η αγάπη του αυτή, να παίρνει ποτέ κάποιες θρησκευτικές διαστάσεις. Στα ποιήματα -και τα πεζά- του Ρεούση, θα βρεις όλα αυτά τα οποία εμπεριέχει ο υπερρεαλισμός, -ασύδοτοι συνειρμοί, μαύρο χιούμορ, το θαυμαστό κ.ο.κ.-, και παρότι θα βρεις αυτά τα στοιχεία, δεν θα τα βρεις ως μια ακόμα κοινοτυπία ή ως το όποιο στερεότυπο υπερρεαλιστικού χαρακτήρα. Θα τα βρεις με την ιδιότυπη χρήση της γλώσσας από τον δημιουργό, σε ιδιάζοντα φρενήρη ρυθμό, που στην κυριολεξία, σου κόβει την ανάσα, με ηχοχρώματα τόσο πρωτόγνωρα. Εκεί που οι συλλαβές επαναδιαγράφουν την πορεία μιας αιωνιότητας καθώς χωρά σε μια σελίδα. Όπως προείπα, ο Ρεούσης δεν μένει ποτέ στάσιμος. Ο Ρεούσης είναι τάφρος, δεν είναι βάλτος.

Κλείνοντας, θα αναφερθώ στον Ν.Γ. Λυκομήτρο, ο οποίος με τον πλέον εύστοχο τρόπο, ονόμασε σε σχόλιό του σε ανάρτηση στον ιστότοπο «ΠΟΙΕΙΝ», την τεχνοτροπία του Ρεούση «ρεουσ(ε)ισμό». Και γιατί όχι; Όταν μπορεί να είναι μόνος του μια υπερρεαλιστική ομάδα, (βλπ. Υπερπραγματική Φράξια Λευκωσίας), ποιός τον εμποδίζει να ’ναι μόνος του ένα κίνημα;

Πάτρα, Αύγουστος 2016

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό, «Στάχτες» (www.staxtes.com), το Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016. Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο του Κώστα Ρεούση στο https://reousis.blogspot.com/2016/08/10_23.html?spref=fb&fbclid=IwAR0W4EJvzfhSUei3eT6sj6K_Gh81Ayqmwz2m855jFRH3bx7SpP1l0Y_GuF4

Ένας “καιόμενος”: Περιπλάνηση στην ποίηση του Νίκου Σφαμένου

Γράφει η Βάγια Κάλφα

κράτα τα καλά σου λόγια γι’ αλλού
γιατί εγώ καίγομαι

-και οι πόρτες της άνοιξης δε θ’ ανοίξουν ποτέ- Γράφει σε ένα ποίημα που αφιερώνει στον αναγνώστη του ο Νίκος Σφαμένος και θεωρώ πως αυτοί οι στίχοι χαρακτηρίζουν την ποίηση και την ποιητική του. Ποίηση ολιγόστιχη, που αποστρέφεται τη φλυαρία, το στόμφο, τις ατσαλάκωτες λέξεις: καθόλου δεν ακκίζεται. Τον Νίκο Σφαμένο δεν τον νοιάζει να αρέσει, δεν τον ενδιαφέρει να φανεί. Το αποδεικνύει μέσα από τις λέξεις του –τίποτα σπάνιο, καμιά επιτήδευση- και μέσα από την αποχή του από τα εκδοτικά πράγματα, επιλογή που με συνέπεια ως τώρα τηρεί: όπως λέει αστειευόμενος, τα ποιήματά του τα βρίσκει κανείς από τις Εκδόσεις Φωτοτυπικόν.

Ο λόγος του συνδυάζει το χαμηλόφωνο των ροκ τραγουδιών που ντροπιάζει τους εύκολους, πιασάρικους ρυθμούς του εμπορίου με τη φλογερή αλήθεια των καταραμένων ποιητών, χωρίς να εγκλωβίζεται στον δικό τους τρόπο (στο ποίημά του «Ένας άνδρας» θυμάται τον Καρυωτάκη, τον Ουράνη, το Λαπαθιώτη, τη Γώγου και το γλύπτη Χαλεπά στον οποίο και αφιερώνει ένα ποίημα- σε αυτούς θα μπορούσε κανείς να προσθέσει κι άλλους με τους οποίους ο Σφαμένος συνομιλεί, μεταξύ τους: τους Λειβαδίτη, Καρούζο, Αναγνωστάκη, Σαχούρη, Καβάφη, αλλά και με τους Μπουκόφσκι, Κέρουακ, Μπέκετ στα διαλογικά του μέρη). Είναι λόγος καίριος κι ευθύβολος, σύγχρονος και καθημερινός, προεξέχει μυτερός, σαν περιττός αριθμός, έξω απ’ τη στοίχιση. Πάνω απ’ όλα, είναι λόγος επικίνδυνος, καθότι κριτικός. Η ποίηση του Νίκου Σφαμένου δε διαβάζεται ανώδυνα: ενοχλεί και αυτή είναι η αρετή της.

Η κριτική του Σφαμένου στρέφεται στα σημεία των καιρών, συγκροτεί την κοινωνιολογία και τη φιλοσοφία του, η οποία συμπυκνώνεται στο επικούρειο λάθε βιώσας. Η ποίηση του, ωστόσο, επ’ ουδενί δεν είναι απόσυρση. Ο ίδιος συχνά επιχειρεί να δραπετεύσει από αυτήν, για να βγει στη ζωή. Ο κόσμος του Σφαμένου δεν είναι περίκλειστος στον εαυτό του. Είναι ένας κόσμος που ζητά να περιπλανήσει και να περιπλανηθεί, δεν διαφημίζεται, δεν φωνάζει, δεν παραπλανεί: νοσταλγεί με τον τρόπο που μία καρτ- ποστάλ ξέρει να κάνει στα ευαίσθητα δάχτυλα αναγνώστη παλιάς κοπής.

Στο ποίημα Νυχτερινό Δελτίο κάνει λόγο για την πρακτική των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, που μόνο ενημέρωση δεν προσφέρουν πια, τη σαχλή ιεράρχηση των ειδήσεων, όπου ξανθιές τηλεπερσόνες και μοντέλα με τα νέα τους ταίρια μπερδεύονται με φερέλπιδες νέους ποιητές, νέα σκευάσματα αδυνατίσματος στοιβάζονται κρύβοντας βιασμούς και εγκλήματα. Κάπου ανάμεσα, το μείζον θέμα της ανεργίας.

Δεν αφήνει έξω από την κριτική του τη λογοτεχνική –και ειδικότερα, την εκδοτική- πραγματικότητα του κέντρου, η οποία απέχει από τη μοναχική, ρομαντική βίωσή της στην επαρχία. Στο ποίημά του Κάτι όμορφες νύχτες ο ποιητής παρακολουθεί τον συνωστισμό στην τηλεόραση των νέων συγγραφικών ταλέντων τα οποία σπρώχνονται για να φανούν και εκείνος, στην κάμαρά του, μπροστά στα χαρτιά του που δε θα δημοσιεύσει, λάτρης συνειδητοποιημένος και συνεπής της αφάνειας («εντελώς άγνωστος -και αυτό είναι καλό-» διαβάζουμε στο ποίημα Τότε…), στήνει τη δική του άγρια εκδίκηση:

περπατάς νύχτα στους έρημους δρόμους
στο μυαλό σου στριφογυρίζουν κάτι
παράξενες λέξεις
θυμάσαι τις απορρίψεις και χαμογελάς
χλευάζεις τη ποίηση της εποχής
τραγουδάς στη σιωπή
τα αστέρια γέρνουν στον ώμο σου
απλώνεις τα χέρια σου για να εκτοξευθείς
τρέμεις για ουρανό
γελάς δυνατά

επιστρέφεις στη κάμαρα σου
σκόρπια τα βιβλία
στο πάτωμα ποιήματα που ποτέ
δε διαβάστηκαν
κατεβάζεις μια γουλιά κόκκινο κρασί ενώ
στη τηλεόραση τα ταλέντα σχηματίζουν ουρές

χα χα
κάποιες νύχτες είναι τόσο όμορφες

Στο ποίημά του Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, από τα αρτιότερα αυτής της θεματικής (της ποίησης ως μοναχικής έκφρασης αντιστικτικά προς την αντι- ποίηση της προβολής και της εμπορευματοποίησης), μιλά για την αφόρητη δέσμευση του ονόματος και όσα αυτό συνεπάγεται: ο γνήσιος ποιητής, κατά τον Σφαμένο, απέχει από πομπώδεις παρουσιάσεις και μακρόσυρτα συμπόσια, δημόσιες σχέσεις με αυτούς που δεν εκτιμά, κολακευτικές κριτικές που ζητούν ανταπόδοση, αφήνοντάς σε στο τέλος κενό:

να βρείτε μια μεγάλη αίθουσα
-με τη κατάλληλη διακόσμηση ,έτσι;-
να ετοιμάσετε πολυσέλιδες ομιλίες
και οι ηχηρές αναγνώσεις να έρθουν μετά
φροντίστε οι προσκλήσεις να φτάσουν στην ώρα τους
-ονόματα που προκαλούν ρίγος-
τηλεοπτική κάλυψη φυσικά
μα ναι πιείτε αρκετό κρασί
και αρκετές ώρες μετά να γυρίσετε
σπίτια σας
και να έχετε έναν ευχάριστο ύπνο

Στο στόχαστρό του οι λογοτεχνικοί κύκλοι, αλλά και η ματαιοδοξία του σταρ- ποιητή που κυνηγά βραβεία κι εξώφυλλα. Στην πραγματικότητα, όπως γράφει στο ποίημά του Μυστήριος, πίσω από τους άπειρους θαυμαστές στο facebook, ο ποιητής είναι σπαρακτικά μόνος κι ακατανόητος.

βάδιζε αργά στη κάμαρα του
εκείνη τη μέρα
ουρλιάζοντας από
μέσα
του
«ο βλαμμένος , πάλι θα γράφει
εκείνα τα ποιήματα!»
σκέφτηκε η νοικοκυρά
την επόμενη
τον βρήκανε
νεκρό
ελάχιστοι
κλάψανε
ακολούθησε
η δόξα
τα σίριαλ
και
αναρίθμητοι
θαυμαστές
στο
facebook

Ο Νίκος Σφαμένος δέχεται την ποίηση με την απόλυτη επίγνωση της βαριάς ευθύνης που φέρει επάνω του ως ποιητής, που πάει να πει: την νιώθει συχνά σαν βάρος. Θα προτιμούσε να είχε απαλλαγεί από αυτήν, ενώ όπως γράφει και στο ποίημα «Δώσε μου», ευχαρίστως θα άφηνε την ποίηση και τα φανταστικά της ταξίδια, προκειμένου να ταξιδέψει, σαν ένας άλλος Ρεμπώ, πραγματικά, σε πρωτόγνωρα μέρη, να εκτοξευτεί σε ουράνια (η εκτόξευση από την ασφυκτική μονοτονία της συμβατικής καθημερινότητας επανέρχεται συχνά στα ποίηματά του), να αποκτήσει τη λευκότητα του γλάρου και την ελαφρότητα του φτερού, την πρωτόγονη περηφάνια του βουνού που αγνοεί τα επιτεύγματα του «πολιτισμού», την ορμή των κυμάτων που δεν εγκλωβίζονται σε γραμματοσειρές και λέξεις. Η ποίηση, όταν τη συγκρίνει με τη ζωή, αμφισβητείται και αυτό-υπονομεύεται: αποδεικνύεται λίγη.

Στο άτιτλο ποίημα από τη συλλογή Περιμένοντας χελιδόνια τον Δεκέμβρη ο ποιητής ζητά από την αγαπημένη του να τον συγχωρέσει για το έλλειμμα δύναμης, γαλήνης και χαράς του στην πραγματική ζωή και σαν αντίδωρο της προσφέρει τα ποιήματά του, τα οποία αν και για τον ίδιο βαραίνουν, αφού σε αυτά παίρνει την εκδίκησή του, για τους άλλους που περιμένουν πράγματα ορατά φαίνονται ίσως πενιχρά.

συγχώρεσέ με ποὺ
δὲν ὑπῆρξα
ἀμόνι φωτιὰ καὶ
λιακάδα
οὐράνιο τόξο
βροχὴ
κεραυνὸς
ἀγέρας
καὶ ποὺ μόνο
ἔγραψα ποιήματα

Η άρνηση της ποίησης δεν είναι πόζα ενός ποιητή που ζητά επαίνους και ενθάρρυνση. Η ποίηση βιώνεται οδυνηρά, με την ενοχή εκείνου που συνειδητοποιεί τη ματαιότητα και την εξάντληση, παρά τον προσωρινό εξαγνισμό, των λέξεων: Αγίες, αιματόβρεχτες και άχρηστες λέξεις είναι ο τίτλος μίας συλλογής του. Στο ποίημά του Εκ βαθέων ο Σφαμένος παροτρύνει το φίλο του, ομοίως ποιητή που όμως είχε όνειρα αυτός να εκδοθεί και να αναγνωριστεί, (επομένως παροτρύνει και τον εαυτό του,) να αφήσει την ποίηση όσο είναι ακόμη νωρίς.

ε
παράτα τις λέξεις σου
όσο είναι καιρός
άκουσε με
άνοιξε τα κλειστά σου παράθυρα
βρες δροσιά
και ξέχνα τις λέξεις
ξέχνα τες
όσο είναι καιρός

Ο ίδιος νοσταλγεί τα κακά ποιήματα και τις ακόμη πιο κακές κριτικές: για εκείνον είναι απόδειξη της ανεξαρτησίας του, σημάδι πως ζει κάτι που τον υπερβαίνει του οποίου η αξία έγκειται ακριβώς στο ότι δεν μπορεί να κλειστεί σε μέτρα και σχήματα και να πιαστεί με λέξεις. Η γραφή για τον Σφαμένο σημαίνει τέλος: τέλος της ζωής, τέλος της αθωότητας και της ανένταχτης παιδικότητας. Απέναντι στα καλογραμμένα ποιήματα και την αναγνώριση των «ειδημόνων» ο Σφαμένος προκρίνει την ελευθερία, την οποία με γοητευτική αδιαλλαξία φυλά. Στο ποίημα «Σήμερα έλαβα άλλη μια κακή κριτική» ο ποιητής μετά από μία ακόμη απόρριψη κοιτάζει γύρω του την άνοιξη και αποφαίνεται:

ανοίγω το παράθυρο και τραγουδώ
ελεύθερος
όπως πάντα ήθελα

Την ίδια αξία στην ελευθερία αποδίδει και στο ποίημα Παιδί στον ήλιο, ο ποιητής, θυμίζοντάς μας την απλότητα και την ησυχία του Αυγούστου, αποδεικνύοντας πως αναγνωρίζει καλά αυτά που τελικά βαραίνουν. Το ποίημα θυμίζει πλάνο από ταινία του Αβδελιώδη: μεσημεριανή θερινή γαλήνη σε νησί, που την ταράζει ένα παιδί στο οποίο αιφνίδια αποκαλύφθηκε ο κόσμος.

η πόλη θρυμματίζεται
φλέγεται
καθώς το κεφάλι σου
αδειάζει
καβάλα σ’ ένα παλιό μηχανάκι
μυρίζεις την ήρεμη
αυγουστιάτικη θάλασσα
οι όμορφες μέρες περιμένουν
πολύχρωμες
γαλήνιες
ολοφώτιστες
παιδί στον ήλιο
του απλώνεις τα χέρια
και χάνεσαι
χάνεσαι
χάνεσαι

Στο ποίημα Death, δημοσιευμένο στο 14ο τεύχος (Δεκεμβρίου- Φεβρουαρίου 2013) του περιοδικού Σοδειά επαναπροσδιορίζει τους όρους της ουσιαστικής κριτικής. Σε αντίθεση με την τελευταία, η φιλολογική κριτική, συχνά κοντόφθαλμη και προγονόπληκτη, φιμώνει την ελεύθερη έκφραση των νέων ποιητών. Έτσι, τα αληθινά ποιήματα, αυτά στα οποία διακυβεύεται η ψυχή του δημιουργού καταστρέφονται ή μένουν στο συρτάρι, αρνούνται να γίνουν κείμενα προκειμένου να μην ευτελιστούν, αφήνοντας στη θέση τους τα ανώδυνα κι ακαδημαϊκά γραπτά, αυτά, δηλαδή, που έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να αρέσουν.

πήρε εκείνα τα ζόρικα ποιήματα
τα έκαψε
και τα υπόλοιπα τα έριξε στο ποτάμι
φαντάστηκε κάποτε να τον αναλάμβαναν οι κριτικοί
«ευαίσθητος με λίγα όμως αναγνώσματα»
«μυστήριος, ποτέ δεν εμφανίστηκε»

ω ναι
μα τι άνθρωπος ήταν

δυο νέοι επέστρεφαν εκείνο το βράδυ
ο πιτσιρίκος αγκαλιάζοντας τη δικιά του
ψιθύρισε:
«Κοίτα, ευτυχώς δεν είμαστε τόσο μόνοι όσο αυτός»

Να κι ένας σωστός κριτικός
επιτέλους

Η άρνηση για συμμετοχή στα επίσημα λογοτεχνικά πράγματα δεν είναι ήττα του δημιουργού, δεν είναι αποτυχία. Για τον Σφαμένο τα πάντα κρίνονται στη ζωή: αυτό που μένει όταν κλείνουν τα φώτα κι αποσύρονται χειρονομίες και «μπράβο» μετράει. Αποτυχία του ανθρώπου είναι η μοναξιά και βαραίνει περισσότερο από την επιτυχία του δημιουργού.

Για το Νίκο Σφαμένο Επιτυχία, όπως τιτλοφορείται και το ομώνυμο ποίημά του, είναι κάτι εντελώς άλλο από την προβολή και τη δημόσια ανάγνωση, γιατί για τον ποιητή η ποίηση οφείλει να είναι προσωπική σωτηρία και ως τέτοια δεν έχει ενδιάμεσους. Το ακριβώς αντίθετο, συντελείται ιδιωτικά. Η ποίηση γίνεται συνάντηση πνιγμένων, χιλιοσκοτωμένων που αναγνωρίζονται από τα τραύματα και όχι από το «δούναι και λαβείν» επαίνων.

μη ξεκινήσεις να γράφεις εάν δε βυθιστείς
εάν δε πεθάνεις χιλιάδες φορές
εάν δεν έχεις τίποτα να πεις για ό,τι βλέπεις
-τότε μη γράψεις-
ν’ αποφεύγεις τις ποιητικές βραδιές
κλείσου σε μια κάμαρα και δώστου να καταλάβει
να θυμάσαι πως το μεγαλύτερο μέρος της
σύγχρονης ποίησης
δεν είναι για ανάγνωση
ν’ αδιαφορείς για τους επαίνους

και ένας μοναχικός τύπος να ξετρυπώσει κάποτε
τα ποιήματα σου
και να βρει το κουράγιο
να κρατηθεί μια κρύα νύχτα
όπως και συ έκανες μ αυτά κάποτε

μόνο αυτό να σου αρκεί
-θα σημαίνει πως πέτυχες φιλαράκο-

Σαρκαστικός και αιφνιδιαστικός, καθόλου δε θαμπώνεται από τις περγαμηνές, τις διακηρύξεις ευτυχίας και την οικονομική ευμάρεια του σύγχρονου ανθρώπου «του πνεύματος»: πίσω από όλα αυτά βλέπει ανθρώπους ρηχούς που ακολουθούν ό, τι υπαγορεύει το λάιφσταιλ. Στέκεται απέναντι σε όλους τους βολεμένους και τους θυμίζει τη βεβαιότητα του θανάτου που ούτε υποψιάζονται (βλ. το ποίημα Εσείς):

Δύο μεταπτυχιακά
θέση σε κεντρική
εταιρεία
ευτυχισμένος γάμος
ξεχωριστές δημοσιεύσεις
και
ακριβό αμάξι
ταξίδια σε ευρωπαϊκές
μεγαλουπόλεις και
ενδιαφέρον για τη
τέχνη και
το σύγχρονο
λάιφστάιλ
μεγάλες γνωριμίες
δείπνα
συνεντεύξεις και
ξαφνικός
θάνατος
ειδικά αυτό το
τελευταίο
πρέπει να σου
δημιούργησε
αίσθηση

Το Νίκο Σφαμένο καίει η μοναξιά του ανθρώπου, μια μοναξιά που δεν καλλωπίζεται, όσες όμορφες λέξεις και να εφεύρει κανείς.

Διαπίστωση

όμως
τι παράξενο
να εκπέμπεις σινιάλα
κάθε βράδυ
και αυτά να εξατμίζονται
να χάνονται μονομιάς
μικρέ μου φίλε
θυμάσαι που μου χες πει χαρακτηριστικά
οι λέξεις τελικά αποδεικνύονται
μια κλανιά στο σκοτάδι;

μου πήρε σχεδόν τριάντα χρόνια να το καταλάβω

Πρόκειται για μία μοναξιά η οποία δεινοπαθεί καθηλωμένη, ενώ έξω γίνεται ο κακός χαμός.

έξω είναι οι πόλεμοι
υποθέτω όλο και πιο πολλοί
θα σκοτώνονται όσο περνά ο καιρός
στους δρόμους
στη δουλειά
στα σπίτια
στην τηλεόραση
ελάχιστοι δραπέτευσαν

πολύ λίγο ενδιαφέρον
πολύ λίγο κουράγιο
έξω οι βόμβες σκάνε
οι μέρες φεύγουν
κι εδώ δε συμβαίνει τίποτα

γράφει στο δεύτερο ποίημα της συλλογής του Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις. Στο ποίημά του «Νικημένος», δημοσιευμένο το Φεβρουάριο του 2013 στο ιστολόγιο Λογοτεχνικό Καφενείο επανέρχεται σε αυτή τη μοναξιά, η οποία πια δεν υποθέτει τον πόλεμο που γίνεται έξω: τον ζει. Ο ποιητής περιπλανιέται στο πάρκο, χωρίς θεό, χωρίς έρωτα, βλέπει την εξαθλίωση και ανακαλεί κάτι που στα αφτιά του ηχεί σαν προφητεία μοναξιάς.

στο πάρκο αυτό
σου μιλάνε για θεό
ρακένδυτοι σου ζητάνε κέρματα και
κρύβεσαι μη σε δουν
τα ερωτευμένα ζευγάρια

…Σεπτέμβρης
σβήνω το τσιγάρο μου
η λεωφόρος απέραντη
τα παλιά ρούχα και
η μυρωδιά απ το κρασί και
τα λόγια σου

Θα μείνεις πάντα μόνος.

Η ποίηση του Σφαμένου, ειρωνική και αυτό- υπονομευτική, ισορροπημένη ανάμεσα στη δωρικότητα και τον λυρισμό, με τις κάποιες εμμονές της (εμμονές που υπάρχουν σε κάθε ποιητή και αποδεικνύουν εκτός των άλλων την επίπονη προσπάθεια να αποδοθούν κατά το δυνατόν εναργέστερα μέσω των διαδοχικών καταγραφών και των επανεγγραφών τους), χαμηλόφωνη και επικίνδυνη, θέλει να παρηγορήσει -τον ίδιο πρωτίστως αλλά και τον αναγνώστη του με τα ίδια βιώματα- αλλά δεν παρηγορεί. Όχι από αστοχία. Είναι από ειλικρίνεια που δεν δίνει απαντήσεις. Ο Σφαμένος δεν αναζητά ούτε προσφέρει ψεύτικους εξαγνισμούς. Έχει επίγνωση της φλυαρίας της εποχής του, στην οποία, όπως γράφει και σε ένα άτιτλο ποίημα του από τη συλλογή Αγίες, αιματόβρεχτες και άχρηστες λέξεις, κυριαρχούν οι νταήδες, οι γνωριμίες και η εικόνα. Και έτσι προχωρά. Σε πείσμα αυτών, αναζητώντας και κρατώντας δίπλα του μόνο αυτούς που «καίγονται» όπως αυτός.

Κλείνω τη σύντομη παρουσίαση του ως τώρα έργου του με ένα νέο, αδημοσίευτο ποίημα του. Του εύχομαι δύναμη.

Let love in

H πινακίδα
έξω απ το σπίτι της
έγραφε
… «let love in»
ξεκινήσαμε και
σ όλη τη διαδρομή
μου μιλούσε για
τον έρωτα
«είναι υπέροχο να αγαπάς και
να σ αγαπάνε
πιστεύω αυτό σου λείπει
αν κάποτε θα το χεις
ίσως όλα να πάνε καλά»
«ίσως»
απάντησα
«είναι όλα τόσο ωραία
γράψε για τις χαρές της ζωής
πλησιάζει και η άνοιξη!»
«θα προσπαθήσω»
της είπα

φτάσαμε μετά από ώρα
στον προορισμό μας
την αποχαιρέτησα
με αποχαιρέτησε

καλή κοπέλα
αλλά ποτέ δεν θα
ταιριάζαμε

εγώ ήμουν με αυτούς που
καιγόταν

Ο Νίκος Σφαμένος γεννήθηκε το 1982 στη Μυτιλήνη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές: Ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι (2007), Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών (2007), Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως (2008), Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις (2008), Ανθισμένες νύχτες (2010), Περιμένοντας χελιδόνια το Δεκέμβρη (Λογοτεχνικά Σημειώματα, 2011). Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Ίαμβος, Ένεκεν, Νέα Αριάδνη, καθώς επίσης και στο διαδίκτυο.

*Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν εδώ: https://www.vakxikon.gr/%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7/

«Ο ξεχασμένος ποιητής Γιάννης Αλύτης μεταφράζεται στα ιταλικά»

Ανθούλα Δανιήλ*

Εκεί στην αλλότροπη ζωή του ουρανού ας σταματήσουν οι λυγμοί των αγγέλων αίνιγμα επίμονο θυμοειδές αστραποβόλημα που μίσεψες στους ατέρμονες ασφοδελούς της Αχερουσίας.
(Γιάννης Αλύτης)

Ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας γεννήθηκε στη Μυτιλήνη στις 2 Φεβρουαρίου 1907 και πέθανε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 1999. Στο Γυμνάσιο της Μυτιλήνης ευτύχησε να έχει σπουδαίους δασκάλους, που συνέβαλαν στην καλλιέργειά του. Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε στη Νομαρχία Λέσβου ως υπάλληλος της στατιστικής υπηρεσίας. Στη συνέχεια, μετατάχτηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (Πρωτοδικείο Μυτιλήνης), απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 1965. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση στα Γράμματα έγινε τον Ιανουάριο του 1939 στην εφημερίδα Τρίβολος της Μυτιλήνης, όπου με το ψευδώνυμο «Γιάννης Αλύτης» έδωσε τους πρώτους υπερρεαλιστικούς του στίχους. Τα Ποιήματά του (1937-1977) εκδόθηκαν αρχικά το 1987 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και στη συνέχεια, στο σύνολό τους, από τις Εκδόσεις Σμίλη το 2007. Ο Αλύτης-Βόμβας συνεργάστηκε με όλες τις εφημερίδες της Μυτιλήνης, καθώς και με το Δελτίο της Λεσβιακής Παροικίας, από τα μαθητικά του χρόνια μέχρι και το τέλος της ζωής του.

Μετά τον θάνατό του, με το έργο του ασχολήθηκε εκτενώς το περιοδικό Αιολικά Γράμματα στο τεύχος 250 (Ιούλιος-Αύγουστος 2011), στο αντίστοιχο αφιέρωμά του. Ο Βαγγέλης Καραγιάννης, Μυτιληνιός λόγιος, είχε επισημάνει τα υπερρεαλιστικά στοιχεία της ποίησης του Αλύτη-Βόμβα, όπως προκύπτει από την πρώτη έκδοση στον Καστανιώτη, το φθινόπωρο του 1987, πολύ πριν μιλήσουν οι Γάλλοι επιφανείς του κινήματος και οι δικοί μας Ελύτης και Εμπειρίκος, και είχε τονίσει εμφατικώς διακριτά εμπειρικικά, αριστοφανικά, «στοιχεία σεξουαλισμού, πριαπισμού» και άλλα «που προκαλούν το αβίαστο γέλιο του αναγνώστη».

Με τον τίτλο FERMENTI κυκλοφορεί στην Ιταλία λογοτεχνικό περιοδικό το οποίο, μεταξύ άλλων, φιλοξενεί ξένες ενδιαφέρουσες ποιητικές φωνές. Στο τεύχος Anno XLIX N.248, των 500 σελίδων περίπου, που έχουμε στα χέρια μας, ανθολογούνται και δύο Έλληνες ποιητές. Ο Γιάννης Δάλλας, του οποίου η παρουσία είναι γνωστή στον φιλολογικό και λογοτεχνικό χώρο και τιμά τα Γράμματά μας, με το σύνολο του έργου του, ο οποίος έχει πολλάκις ανθολογηθεί και έχει πάρει τη θέση του στην ποιητική μας Ιστορία. Ο έτερος Έλληνας ποιητής, για τον οποίο όλοι ελάχιστα ξέρουμε –κι εδώ το περιοδικό αποκαθιστά μια αδικία στην Ιστορία της νεότερης Ποίησής μας– είναι ο ποιητής Γιάννης Αλύτης, κατά κόσμον Ιωάννης Βόμβας, ο οποίος με τα ποιήματά του κίνησε το ενδιαφέρον του γνωστού Ελληνιστή και μεταφραστή Crescenzio Sangiglio, θηρευτή ταλέντων και αφανών μαργαρίτων.

Φαίνεται πως ο Θεός της Ποίησης αργεί, αλλά δεν λησμονεί.
Ο διαπρεπής μελετητής και μεταφραστής της ελληνικής ποίησης Crescenzio Sangiglio αναζήτησε τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη, αφορμής δοθείσης από ένα κείμενο δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό Frear, το οποίο διευθύνει ο ποιητής Δημήτρης Αγγελής και στο οποίο κείμενο γινόταν λόγος για αγνοημένους Λέσβιους ποιητές, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Γιάννης Αλύτης. Το κείμενο είχε γράψει η υποφαινομένη, που είχε μελετήσει τα ποιήματα, καθώς και τα άλλα κείμενα του Γιάννη Αλύτη από τις Εκδόσεις Σμίλη. Ο μεταφραστής παρουσιάζει στο ιταλικό λογοτεχνικό κοινό τον Γιάννη Αλύτη με τον τίτλο: «La riverlazione di un quasi ignoto poeta Greco: il sorgivo surrealismo di Jiannis Alitis-Vomvas, a cura di Crescenzio Sangiglio (con postfazione di Anthula Daniil)».

Τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη είχα παρουσιάσει στο Diastixo, την 1-11-2015, ενώ για τον ξεχασμένο ποιητή ανάμεσα σε άλλους Λέσβιους λογοτέχνες έγραψα, όπως είπαμε, στο ηλεκτρονικό Frear, στις 8-4-2017. Η ιστορία είναι λεπτομερώς καταγεγραμμένη και σ’ αυτήν έχουν μερίδιο πολλά πρόσωπα. Αρχίζω από τον γιο του ποιητή, Βάσο Βόμβα, που κρατά στα χέρια του πολύτιμο αρχειακό λεσβιακό υλικό και, φυσικά, όλο το αρχείο του πατέρα του. Ο Κώστας Μίσσιος, που είναι ο «διάδοχος» του Βαλέτα όσον αφορά τα λεσβιακά Γράμματα και την αποθησαύριση κάθε λέξης και κειμένου που αφορά τη Λέσβο, παραχώρησε σημαντικές σελίδες και πληροφορίες. Άλλα πολλά γνωστά και επιφανή ονόματα της Λεσβιακής Άνοιξης εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, που δεν είναι της παρούσης, κι έχουν ήδη κατατεθεί στο δημοσιευμένο κείμενο στο Frear. Της παρούσης είναι ο Γιάννης Αλύτης, ο οποίος εκτιμήθηκε από έναν ξένο μελετητή, ενώ είναι σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα και σχεδόν ξεχασμένος και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Λέσβο, όπου εκτός από ποιητής ήταν και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Τρίβολος του Στρατή Παπανικόλα, και διοργανωτής των ιδιαίτερης σημασίας δρωμένων του Κλήδονα, καθώς και δημιουργός των ποιηματιδίων, γνωστών ως «στιχάκια», γεμάτα σκαμπρόζικο, πικάντικο, διονυσιακό ύφος. Έκδοση σχετική έγινε από τον Δρα Παναγιώτη Σκορδά, με τίτλο Αδιάντροπα του Κλήδονα και παρουσίασή της από το Diastixo στις 17-07-2017. Τα «στιχάκια» προέρχονται από δύο αρχεία, εκ των οποίων το ένα ανήκει στον Βάσο Βόμβα, φυσικό κληρονόμο του δημιουργού και Κληδονάρχη Γιαννακού-Γιάννη Αλύτη-Βόμβα. Πρόκειται, λοιπόν, για πολυτάλαντο και εμπνευσμένο άνθρωπο, που αναβαθμίζει με το έργο του την πνευματική μας παραγωγή.

Ο Crescenzio Sangiglio διέγνωσε την αξία της ποίησης του Αλύτη, ο οποίος τραμπαλίζεται ανάμεσα σε δυο διαφορετικού επιπέδου στοιχεία. Το ένα είναι το όνομα του συντοπίτη του, σχεδόν συνομήλικου ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, τον οποίο θαυμάζει και με του οποίου το, επίσης, ψευδώνυμο παίζει, συμπλέει ή παραπλέει ποιητικά, και το άλλο είναι ότι σαν Αλήτης –που καθόλου δεν είναι, αντίθετα, αστός και αριστοκράτης είναι– περιπλανιέται σε όλη την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, χωρίς να κάνει ρούπι από τα λεσβιακά χωρικά του ύδατα.

Ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας έγραψε ποίηση υπερρεαλιστική που μπορεί να σταθεί –ως έναν βαθμό– πλάι στον προαναφερθέντα Ελύτη, αλλά και πλάι στον Ανδρέα Εμπειρίκο και στον Νίκο Εγγονόπουλο, για να στηριχτώ μόνο σε δύο πολύ χαρακτηριστικούς για το είδος και το ύφος του στίχου τους δημιουργούς.

Ο Crescenzio Sangiglio έγραψε εισαγωγή στα ιταλικά (μιλάει απταίστως ελληνικά και ζει στην Ελλάδα), μετέφρασε τα ποιήματα και συμπεριέλαβε και τη δική μου μελέτη, την οποία μετάφρασε επίσης, ως Επίμετρο, στη δική του δουλειά. Αυτή τη στιγμή έχουμε στα χέρια μας όλα τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη (1937-1977), Εισαγωγή και Επίμετρο στα ιταλικά.

Ο υιός, Βάσος Βόμβας, κι εγώ αντιλαμβανόμαστε ότι η τιμή ανήκει στην ελληνική Ποίηση. Σε μας ανήκει η χαρά που ένας ακόμα σπουδαίος ποιητής προστέθηκε στην 2.500 χρόνων ιστορία ελληνικής Ποίησης και στον μεταφραστή, που σαν γνήσιος αδαμαντωρύχος έφερε στο φως τους απαστράπτοντες στίχους του Γιάννη Αλύτη-Βόμβα. Φαίνεται πως ο Θεός της Ποίησης αργεί, αλλά δεν λησμονεί. Σε ένα ερωτικό του ποίημα ο Γιάννης Αλύτης γράφει:

Και θέλω να σε ζήσω ολάκερη

fermentiΤη ζωή την έζησε, την Ποίηση δεν πρόλαβε, αλλά έχει και η ζωή τα δικά της μυστήρια και τους δικούς της δρόμους προς το υπερπέραν, όπου ελπίζουμε να ταξιδεύει το ιταλικό FERMENTI και να μεταφέρει τα νέα περί της Ποιήσεως του ευτυχούς – Γιάννη Αλύτη-Βόμβα.

*Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

**Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://diastixo.gr/epikaira/apopseis/12139-alyths-metafrash-italika?utm_source=MailingList&utm_medium=email&utm_content=troaditisdimitris%40gmail.com&utm_campaign=Newsletter_15_4_2019_17_37

Introduction to Charmaine Papertalk Green’s Nganajungu Yagu

By Anita Heiss, Charmaine Papertalk Green and Zoë Sadokierski

Since Charmaine Papertalk Green’s poetry was first published in The Penguin Book of Australian Women Poets in 1986, her voice on the page has been consistent: eloquently powerful, respectfully challenging and true to her role in life as a Yamaji Nyarlu. Nganajungu Yagu is no different, considering, as it does, respect for ancestors, connection to country, the role of the poet and Yamaji identity.

The writing in Nganajungu Yagu is dedicated to Papertalk Green’s mother, and is built around a series of selected correspondence between her and her mother; each provides a deeply personal insight into not only their relationship, but the cultural, political and social landscape of her Yamaji country during the 1970s.

As Papertalk Green writes, these are ‘not just letters’. Rather, they create a tangible story and bond between Yagu and Daughter, and gently remind us of the sacrifices made by most of our matriarchs over time. Each letter and response provide not only a ‘mark of existence’ for the writer but a medium for mother and daughter to connect while at a distance. Her gift is one that makes us pause and reflect on our own behaviours. The love and respect penned here will inspire readers of any age and identity to think about the ways we engage people we love through words. Or, more importantly, the ways we should engage.

The revival of letters here not only reminds me of the nearly lost art of letter-writing, but the impact a letter has on its receiver. ‘I could feel the love hugs springing off the paper’, she writes in ‘Paper Love’.

I challenge any reader to put this book down and not feel compelled to write a letter to someone in their life – past or present.

It is through the bilingual poem ‘Walgajunmanha All Time’ that Papertalk Green clarifies her role as a First Nations writer, and I honour her for keeping our people, our stories and the Yamaji language on the literary radar and accessible to all readers through her poetry. When the academy, the literati and festival directors discuss Australian poetry in the years to come, they should all have Nganajungu Yagu on the top of their lists, and Papertalk Green as a key voice in the poetic landscape.

In the United Nations International Year of Indigenous Languages, Nganajungu Yagu is a work of cultural significance and educational influence. As I closed this book for the first time, I found myself circling back in my mind to a number of phrases. Those that keep recurring are –

Yagu, I always remembered the beauty of our culture
despite the racism seen in every step I took along years
culture love was and is the anchor for everything done.
This entry was posted in GUNCOTTON and tagged Anita Heiss, Charmaine Papertalk-Green, Zoë Sadokierski. Bookmark the permalink.
Anita Heiss is the author of non-fiction, historical fiction, commercial women’s fiction, poetry, social commentary and travel articles. She is a Lifetime Ambassador of the Indigenous Literacy Foundation and a proud member of the Wiradjuri nation of central NSW. She was a finalist in the 2012 Human Rights Awards and the 2013 Australian of the Year Awards. She lives in Brisbane.

http://www.anitaheiss.com/

More by Anita Heiss on Cordite Poetry Review →
Charmaine Papertalk Green is from the Wajarri, Badimaya and Southern Yamaji peoples of Mid West Western Australia. She has lived and worked in rural Western Australia (Mid West and Pilbara) most of her life, and within the Aboriginal sector industry as a community agitator, artist/poet, community development practitioner and social sciences researcher. Her poetry has appeared in Antipodes, Artlink Magazine, Cordite Poetry Review, The Kenyon Review and The Lifted Brow, as well as in the anthologies The Fremantle Press Anthology of Western Australian Poetry, Inside Black Australia: An Anthology of Aboriginal Poetry, Ora Nui: A Collection of Maori and Aboriginal Literature, The Penguin Book of Australian Women Poets and Those Who Remain Will Always Remember: An Anthology of Aboriginal Writing. She lives in Geraldton, Western Australia.

More by Charmaine Papertalk Green on Cordite Poetry Review →
Zoë Sadokierski is a Sydney-based designer and writer. She has designed more than 250 books for various Australian publishers, and is Vice President of the Australian Book Designers Association. Zoë lectures in the School of Design at the University of Technology, Sydney, where she runs the Page Screen research studio, experimenting with publication models for limited edition print and digital books. She also writes a column on book culture and reading in a digital age for The Conversation.

http://www.zoesadokierski.com/

Introduction to Charmaine Papertalk Green’s Nganajungu Yagu