Μητέρα πάντων η συνείδηση…

Σύντομη παρουσίαση τής πρώτης έντυπης ποιητικής συλλογής τού Ε. Μύρωνα, “Γράμμα στη Μητέρα”

(Το σημερινό κείμενο λόγω ανυπέρβλητων τεχνικών προβλημάτων, δημοσιεύεται μονοτονισμένο, κάτι αρκετά ειρωνικό, καθώς ο Μύρων είναι από τους ελάχιστους ποιητές που γράφει τα κείμενά του στο πολυτονικό. Ελπίζουμε το πρόβλημα να διορθωθεί στο μέλλον, έτσι ώστε και τα ποιήματά του να αποτυπωθούν στην αυθεντική αρχική μορφή τους)

Πέρασαν χρόνια από τότε που, (εντελώς τυχαία…), έφτασαν στο γραφείο μου κάποιοι στίχοι τού Μύρωνα. Ένα εξασκημένο βλέμμα, (και θέλω να πιστεύω ότι το δικό μου κατέχει πιά αυτό το ένστικτο μετά τόσα έτη), μπορεί αν διακρίνει σχεδόν αμέσως τον διάφορο στίχο, εκείνον που προσπαθεί να εμβαθύνει και το κυριότερο εκείνον που χαρακτηρίζεται από γνησιότητα. Σε παρόμοιες περιπτώσεις νιώθεις αυτήν την απόλαυση τού κειμένου, (μα πόσο σπάνιο πλέον!..), την υποψία ενός ταλέντου, το ακατέργαστο μέταλλο μιάς ποιητικής φυσιογνωμίας.

Έκτοτε ξεκίνησε μια αλληλογραφία, (θα τολμούσα να πώ μία διαδικτυακή φιλία…), με συζητήσεις για την ποίηση, την λογοτεχνία, την ουσία τού στίχου, μα και τα τεχνικά του ελαττώματα, την οικονομία τού κειμένου, τις ποιητικές συμβάσεις και άλλα πολλά και διάφορα. Όλο αυτό το υλικό, όλη αυτή η ενασχόληση, (μέσα δυστυχώς σε περιορισμένο ελεύθερο χρόνο), κατέληξε στο πρώτο μου αφιέρωμα στον Μύρωνα – ακόμη επάνω σε αδημοσίευτους στίχους, σε ακατέργαστο υλικό, σε πειραματισμούς, σε ανησυχίες, αμφιβολίες και προβληματισμούς.

Και ιδού που, μετά από όλο αυτό το βάσανο τού ποιητή, η πρώτη ποιητική του συλλογή είναι πια πραγματικότητα. Δυστυχώς δεν αμφιβάλλω για την τύχη της – η σκόνη σε κάποιο ράφι, (αν υπάρχει κι αυτό…), είναι πλέον η πιο φιλική συντροφιά για τις εκδόσεις ποιημάτων. Δεν αμφιβάλλω μήτε και για την ακρισία τού φιλότεχνου κοινού, που καιρό τώρα έχει εθιστεί στο φευγαλέο και το στερεότυπο, δηλαδή το ρηχό και το ανούσιο. Όμως όλα τούτα ελάχιστη σημασία έχουν στην ιστορία τής γραμματείας – η έντυπη έκδοση παραμένει ένα ντοκουμέντο για την συνείδηση τού συγγραφέα της, μία πρόταση αλλαγής, μια απόπειρα καταγραφής συναισθημάτων και στοχασμών, μια εξερεύνηση τής προσωπικής ουτοπίας. Η πρώτη συλλογή είναι πάντα ένα πυρηνικό τής συνείδησης απόσταγμα, μια διαφορετική ματιά στον κόσμο, στην πραγματικότητα μία πρόταση.

(Μικρή παρένθεση. Η ποίηση από την πλειονότητα αντιμετωπίζεται ως διάλειμμα, ως ανάπαυλα ενός κουραστικού βίου, στην καλύτερη περίπτωση ως δείγμα μιάς καλαισθησίας και ευγενούς απασχόλησης, περίπου ως πολυτέλεια. Μα είναι το εντελώς αντίθετο, είναι εκπαίδευση βίου και συνείδησης, στάση ζωής, οδοδείκτης πορείας, δοκιμιακή έρευνα τού οντολογικού ζητήματος, αναπόσπαστο μέρος τού καθημερινού στοχασμού. Φυσικά και αισθητική, οπωσδήποτε και τέχνη. Αντιλαμβάνομαι πως είναι κατά πολύ ευκολότερη η ανάγνωση τού Δροσίνη από τους στίχους τού Καρυωτάκη, αλλά με τον πρώτο στην καλύτερη περίπτωση έχουμε αισθητική απόλαυση, με τον δεύτερο σφυρηλάτηση συνείδησης μοναδικής και ασυμβίβαστης. Τυχαία φυσικά τα ονόματα.)

Φυσιολογική λοιπόν η κάποια συγκίνηση όταν η συλλογή «Γράμμα στη Μητέρα» έφθασε στο γραφείο μου, ταχυδρομημένη από τον ίδιο τον ποιητή και διακοσμημένη με μία όμορφη προσωπική αφιέρωση. Πριν δούμε τα ζητήματα ουσίας, ας ρίξουμε μια ματιά στα εξωτερικά χαρακτηριστικά τής έκδοσης.

Η συλλογή εκδόθηκε από τον οίκο «Αρμίδα», εκδότης με έδρα την Λευκωσία στην Κύπρο. Το εξώφυλλο διακοσμείται από ζωγραφικό έργο τού ίδιου τού Μύρωνα, ο τίτλος και το όνομα τού συγγραφέα είναι ευδιάκριτα επάνω στο λευκό φόντο, ενώ το κόκκινο λογότυπο των εκδόσεων αχνοφαίνεται στο κάτω μέρος τού εξωφύλλου, (ας πάρουν κάποιο μάθημα από αυτό ορισμένοι «δικοί μας»
εκδοτικοί οίκοι που υπερκαλύπτουν τα εξώφυλλά τους με την επωνυμία τους. Ακόμη και η τεχνική τής τυπογραφίας διαθέτει τους συμβολισμούς της και τις ιεραρχήσεις της).

Στο οπισθόφυλλο ελάχιστες γραμμές και είναι αλήθεια πως αυτό είναι προτιμότερο από ένα φλύαρο κείμενο γεμάτο από μεγαλοστομίες, κάτι που επίσης είναι σχεδόν κανόνας στις ελληνικές εκδόσεις των τελευταίων δεκαετιών. Μια παρατήρηση μόνο προς τον εκδότη, τους αναγνώστες, όλους μας – το όνομα Μύρων κλίνεται, έχει γενική, έχει αιτιατική. Είναι κρίμα να χαλά η συνολικά καλή εικόνα μιάς έκδοσης με κείνο το ακαλαίσθητο τής αιτιατικής «από τον Ε. Μύρων (α)…». Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενα υπάρχουν κάποια μικρά, (τυπογραφικά κυρίως) λάθη που έχουν επίσης ξεφύγει από την επιμέλεια κειμένου και σχετίζονται κυρίως με τον τονισμό τού πολυτονικού.

Από την συλλογή απουσιάζει οποιαδήποτε εισαγωγή ή προλεγόμενα, εκτός από ένα σημείωμα τού ίδιου τού Μύρωνα για την πνευματική του σχέση με τον Κώστα Μόντη, σχέση που εν πολλοίς υπαγόρευσε την υιοθέτηση τίτλου ανάλογου με έργο εκείνου και ύφος πολύ συγγενικό με το δικό του. Είναι αλήθεια ότι πάντοτε ήμουν υπέρ των λιτών εκδόσεων, ιδιαίτερα των ποιητικών εκείνων. Όμως σήμερα με την άγνοια που επικρατεί περί ποιητικής, την απαιδεία γύρω από τα ουσιώδη τής ποίησης και την κατάργηση κάθε κρίσης και κριτικής, το θαρρώ πια ωφέλιμο κάθε αξιόλογη ποιητική έκδοση να συνοδεύεται από ένα κριτικό ή διερμηνευτικό έστω σημείωμα, προλεγόμενο ή επιλεγόμενο. Θα μπορούσε να υπάρχει και την παρούσα έκδοση, (ή μπορεί να υπάρξει σε κάποια μεταγενέστερη), αν και βέβαια η έλλειψή του δεν μειώνει την αξία τού έργου.

Σήμερα δεν θέλω να σταθώ επισταμένως στις αναλογίες τής συλλογής με τους στίχους τού Μόντη, κάτι τέτοιο θα καταντούσε συγκριτική και σχολαστική φιλολογία και δεν θα είχε κανένα νόημα. Το έχω γράψει πολλές φορές – οι επιρροές ή η μίμηση ενός ποιητή, (μα πόσες χιλιάδες οι «Καβαφιστές» και πόσα τα ανάλογα Καβαφικά ποιήματα!..για να μην μιλήσουμε για Καρυωτάκη που επιπλέον είναι και αδύνατον να τον μιμηθεί κανείς!..) δεν είναι πάντοτε επικριτέα, το γράφω γιατί στην κριτική μας οι επιρροές θεωρούνται πάντοτε δείγμα ποιητικής ατελείας και ατελέσφορης προσπάθειας. Και όμως δεν υπάρχει ποιητής στον ελληνικό χώρο, (με ελάχιστες εξαιρέσεις…), που να μην πέρασε τα ποιήματά του μέσα από τεχνικές προγενέστερων λογοτεχνών. Και αναφέρομαι σε ποιήματα γερά, αυτόνομα σε αξία περιεχομένου.

Βεβαίως οι αναφορές στον Μόντη είναι αναπόφευκτες, μα όχι σαν σύγκριση για βραβεία και επαίνους, αλλά μόνο και μόνο για να διαπιστώσουμε διαφορές εποχών, αντιλήψεων και ποιητικής τεχνικής.

Γράμμα στη Μητέρα λοιπόν, για να ξεκινήσωμε από τον τίτλο, και βεβαίως (όπως άλλωστε και ο ανάλογος τού Μόντη…), τίτλος προσχηματικός, σκηνικό θεάτρου, σκηνικό μονολόγου, που όμως έχει ανάγκη στις εξάρσεις του έστω και έναν ακροατή. Ποια είναι η Μητέρα, (με κεφαλαίο το αρχίγραμμα…) εν τω προκειμένω; Η φυσική αρχέγονη και πάντα σοφή στα παιδικά μας μάτια Μάνα του καθενός; Ένα παρελθόν εξιδανικευμένο στο οποίο δίνουμε αναφορά των παρόντων; Ένα καταφύγιο οικειότητας και ασφάλειας;

Μα δεν το πιστεύω τόσο απλό. Νομίζω ότι και στις δύο περιπτώσεις των ποιητών μας η Μητέρα σηματοδοτεί εκείνο που έχω ονομάσει «ζώσα ουτοπία», μια αντίληψη για τον κόσμο τόσο ελκυστική στην συνείδηση τού καθενός μας που την πιστεύουμε πια πραγματικότητα, κάτι που υπήρχε στο παρελθόν και δεν υπάρχει πια. Όλες μας οι αξίες, όλες μας οι ιδέες για μια καλύτερη κοινωνία, όλη μας η εικόνα για το πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, εμπερικλείονται μέσα στην λέξη «Μητέρα», σύμβολο πάντοτε τού ηθικού, τού βέλτιστου, τής αυτοθυσίας και τής προσφοράς, θα έλεγα υπέρτατο σύμβολο όλων των παρόμοιων ανθρωπιστικών εννοιών. Μητέρα λοιπόν είναι ο παράδεισος τού καθενός μας, ένας κόσμος οπού η συνείδησή μας δεν απαιτεί καθημερινές συγκρούσεις ή άμυνες για να επιβιώσει, ένα ποθούμενο που το έχουμε αγαπήσει τόσο ώστε να το θεωρούμε υπάρχον, λειτουργικό, ακοίμητο οδηγό μας.

Όσο και εάν φαίνεται περίεργο κάτω από αυτήν την οπτική, ένα γράμμα στην Μητέρα, είναι πρωτίστως ένα γράμμα προς την συνείδησή μας και φυσικά την συνείδηση όλων εκείνων προς τους οποίους απευθύνεται και για να το γράψω ορθότερα, ένα γράμμα προς τις καλύτερες πνευματικές στιγμές όλης τής ανθρωπότητας, (την άποψη πολλών κριτικών για την Μητέρα-Φύση στο έργο τού Μόντη δεν την θεωρώ ορθή, καθώς δεν νομίζω ότι καλύπτει αποκλειστικά την ερμηνεία τού τίτλου).

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία τού Μόντη, είναι η επανάληψη λέξεων και στίχων ολόκληρων μέσα στην ποίησή του. Η κλασική επανάληψη στην ποίηση, (για παράδειγμα επανάληψη τού πρώτου δίστιχου στην τελευταία στροφή…), θεωρείται φιλολογικά ελάττωμα τού στίχου, αλλά στον Μόντη ξεφεύγει κατά πολύ από ετούτη την στερεότυπη τεχνική, οι επαναλήψεις του είναι εντελώς φυσικές, (θα τολμούσα να πω μουσικές, ρυθμικές…) και στην πραγματικότητα είναι αυτές που καθιερώνουν ύφος και τονίζουν τα βασικά νοήματα στην ποιητική του.

Ο Μύρων, (όπως γράφει και ο ίδιος στο εισαγωγικό του σημείωμα στην συλλογή), έχει διαβάσει τόσο εμμονικά και πυρετικά τον Μόντη, έχει σε τέτοιο βαθμό «συγγενέψει» μαζί του, που κατάφερε να τον μιμηθεί, δίχως αυτή η μίμηση να γίνει αντιληπτή ή έστω ενοχλητική για τον αναγνώστη, δύσκολα μπορεί να συμβεί αυτό και πράγματι σπάνια έχει συμβεί στην νεοελληνική μας ποίηση. Η επανάληψη είναι παρούσα και στον Μύρωνα στις σωστές «δόσεις», λίγο παραπάνω και θα κούραζε, λίγο λιγότερο και θα φαινόταν παράταιρη με το υπόλοιπο ποίημα. Έχωμε λοιπόν ισορροπία και η επανάληψη επιτονίζει εκεί που πρέπει, αλλά θα τα δούμε όλα αυτά μέσα από τους καλύτερους στίχους τής συλλογής.

Μία διαφορά, κατά την γνώμη μου όχι ασήμαντη, είναι ότι ενώ ο Μόντης χρησιμοποιεί επαναληπτικά μέσα σε κάθε ποίημα την λέξη «Μητέρα», ο Μύρων επιλέγει την πιο λαϊκότροπη λέξη «Μάνα». Αμφιβάλλω ότι ετούτη η διαφορά εξηγείται μοναχά από τις διαφορετικές εποχές συγγραφής, (άλλωστε το τρίτο γράμμα τού Μόντη δεν γράφτηκε δα και τόσο παλιά), ή από τις διαφορετικές τοπικές συνήθειες. Σχετίζεται νομίζω με δύο στοιχεία που ήθελε συνειδητά ή ασυνείδητα να τονίσει ο Μύρων – το ένα είναι μία απόγνωση που έχει πλέον παγιωθεί, (το μάνα είναι πάντοτε πιο σπαρακτικό, πιο απελπισμένο από το Μητέρα) και το δεύτερο η πολυσημία, μάνα η δική μου, η δική του, η δική σου, μάνα όλου τού κόσμου, μάνα όλων των ανθρώπων.

Σε συνέχεια αυτής τής ερμηνείας, διαπιστώνω μία ακόμη διαφορά ανάμεσα στους δύο ποιητές που την νομίζω σημαντική, καθώς μπορεί να σταθεί αφορμή, (σε έναν άλλο κόσμο, σε ένα άλλο σχολειό οπού η ποίηση θα είχε πρωτεύουσα θέση…), για πολύωρες αναζητήσεις και συζητήσεις γύρω από την σημερινή λογοτεχνία.

Ο Μόντης σε πολλά ποιήματά του, (μα όχι τόσο στα Γράμματα στην Μητέρα), έχει ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, από τα μοναδικά επίσης στην νεοελληνική ποίηση. Την ίδια στιγμή που ο στίχος του είναι βαθύς και ασχολείται με ζητήματα τραγικά, (και κυρίως τον θάνατο), την ίδια στιγμή δεν απελπίζει, μια έστω και αμυδρή αχτίδα αισιοδοξίας σού μένει στο τέλος τής ανάγνωσης, ένα ίχνος ελπίδας. Το πώς το καταφέρνει αυτό ο Μόντης είναι αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης που δεν χωράει εδώ, (αλλά έχει πολύ ενδιαφέρον), όμως το στοιχείο αυτό απουσιάζει παντελώς από τον Μύρωνα. Εδώ ο πόλεμος είναι πόλεμος, ο θάνατος είναι θάνατος, τίποτε δεν θεωρείται φυσικό και οπωσδήποτε τίποτα δεν αντιμετωπίζεται στωικά ή έστω με ένα πικρό χαμόγελο. Από αυτήν την άποψη ο Μύρων είναι εγγύτερα στην γενιά τού μεσοπολέμου παρά στον Μόντη. Οι στίχοι του δεν έχουν παράθυρα, δεν έχουν φως, μήτε μια χαραμάδα να μάς δώσει μιαν ανάσα. Θάλεγε κανείς, (έστω και κάπως υπερβάλλοντας…), πως διαβάζει γράμματα που γράφτηκαν σε κελί φυλακής.

(Ακόμη μία παρένθεση – οι παραλληλισμοί πολλών τάχα ειδικών για Σεφέρη και Μόντη ως προς την μικρή έστω αισιοδοξία που επιτρέπουν στον στίχο τους, είναι πρόχειρη και άστοχη, παρά το ό,τι έχει επικρατήσει, {αρχής γενομένης από Κατσίμπαλη και Θεοτοκά}, η ποίηση τού Σεφέρη εν τη ουσία της είναι πλησιέστερα στον Καρυωτάκη παρά στον Μόντη ή οποιονδήποτε άλλον. Ακόμη ένα ενδιαφέρον ζήτημα και μύθος στην Ελληνική λογοτεχνία έως και σήμερα…).

Τέλος και για να τελειώνουμε με τα φιλολογικά – βρίσκονται όλα τα ποιήματα τής συλλογής στο ίδιο ύψος; Ή πρόκειται για εκείνο που η κριτική συνήθως ονομάζει «συλλογή άνιση»;

Φυσικά και δεν είναι και όλα τα ποιήματα τής ίδιας αξίας, σε κανέναν ποιητή δεν συμβαίνει αυτό. Ακόμη-ακόμη και μέσα στο ίδιο ποίημα υπάρχουν διαφορές ποιότητας, κάποιοι χειρισμοί τής γλώσσας που θα μπορούσαν να ήσαν καλύτεροι, ιδίως στα ρήματα και σε λίγα επίθετα. Κανείς δεν ισχυρίζεται, (και οπωσδήποτε θα ήμουν από τους τελευταίους), ότι εδώ έχωμε μία «ανυπέρβλητη συλλογή», «ένα αριστούργημα», ένα «μέγιστο ποιητικό ανάστημα» και άλλα τέτοια ανόητα που ακούω καθημερινά στις παρουσιάσεις των εκδόσεων ποίησης. Έχωμε απλώς στιγμές καλής και αξιόλογης ποίησης, έχωμε σοβαρή ενασχόληση με τον στίχο και ένα βλέμμα που αξίζει να παρακολουθήσωμε. Δεν ξεύρω εάν όλα αυτά είναι το πρώτο Καβαφικό σκαλί τής ποίησης, αλλά οπωσδήποτε είναι αρκετά και εν ανεπαρκεία στην σημερινή πραγματικότητα.

Με βάση όλα αυτά, (και πολλά ακόμη που θα μπορούσαν να ειπωθούν…), ας δούμε κάποιους στίχους τής συλλογής.

Έχωμε 24 ποιήματα χωρισμένα απλώς με τα γράμματα τού ελληνικού αλφαβήτου, δεν υπάρχει άλλο διακριτικό, δεν υπάρχει φυσικά τίτλος, καθώς όλο το έργο κατατίθεται ως μία ενότητα διαχωρισμένη απλώς θεματικά.

Ας ξεκινήσωμε από το Α που τυχαίνει να συγκαταλέγεται στα πολύ αξιόλογα τής συλλογής…

Α.

Απόσπασμα

[ ]

Και μην ανησυχείς, δεν κάνει κρύο πια

Βρέθηκαν λύσεις σε όλα.

Δεν κάνει ψύχρα πιά

μα δεν είναι ούτε ζεστά,

Ένα περίεργο ενδιάμεσο κάνει

που μάς ανακατεύει

που μάς αποπροσανατολίζει.

Δεν ξέρουμε τι να φορέσουμε,

πώς να φερθούμε τού καιρού.

Ξεμείναμε κι από κρύο κι από ζέστη.

Εξαιρετικά εύστοχη αποτύπωση τού μετεωρισμού μιάς ολόκληρης εποχής. Τεχνικά ένα από τα καλύτερα ποιήματα τής συλλογής κυρίως σε εκφραστικά μέσα – το μεσαίο τρίστιχο με πολύ απλό τρόπο δημιουργεί την αίσθηση ανθρώπου που κινείται ως άθυρμα στον άνεμο, επάνω σε ένα ενδιάμεσο δίχως προορισμό, δίχως σκοπό και στην ουσία δίχως κίνηση. Πολύ καλός επίσης και ο ρυθμός τού στίχου. Δεν ξεύρω γιατί, αλλά εδώ βρίσκω περισσότερες αναλογίες με το Σεφερικό «Θεατρίνοι Μ.Α», (φυσικά ώς αίσθηση και όχι ως τεχνική), παρά με τον Μόντη. Οπωσδήποτε είναι ατόφιος Μύρων και μάλιστα σε μία πολύ καλή στιγμή του.

Ε.

(απόσπασμα)

[ ]

Ό,τι δεν παράγει κέρδος το σκοτώνουν, μάνα,

σαν κουτσό άλογο τής φέρονται τής ποίησης.

Και πληγώνεται εκείνη

και μαζεύεται μόνη της

και αποσύρεται

και δε μάς μιλάει.

Φυσικά το «…δε μάς μιλάει» στην Ελληνική γλώσσα είναι αμφίσημο. Θα έλεγα μάλιστα πως αμφίσημο είναι ολάκερο το ποίημα. Εδώ μέσα είναι η πληγωμένη περηφάνεια των ποιητών που δεν έχουν άλλο τρόπο να προστατευθούν από την άγνοια τού πλήθους, εδώ μέσα είναι το χάσμα ανάμεσα στην ποίηση και την ζώσα κοινωνία, εδώ και η πλήρης απαξίωσή της στις συνειδήσεις. Ο Καρυωτάκης θα αντιμετώπιζε το ίδιο θέμα με σαρκασμό, ο Καβάφης με ένα μικρό θεατρικό, ο Μύρων φαινομενικά απλώς το καταγράφει ως γεγονός διαρκείας, πίσω όμως από τις λέξεις αναπηδά ένα «κατηγορώ», ο φόβος και η λύσσα μαζί ενός πληγωμένου ζώου. Και πού μάς παραπέμπει αλήθεια ένα κουτσό άλογο; Έτσι όπως σε ένα άλογο η αναπηρία ακυρώνει ολάκερη την ύπαρξή του και οδηγεί αναπόφευκτα στον θάνατο, έτσι και μια ποίηση μόνο για τους ποιητές είναι μια αναπηρία που αχρηστεύει, που ακυρώνει τον ίδιο τον σκοπό της. Ποίηση εξόριστη δεν είναι ποίηση, μα κραυγή εν τη ερήμω. Ένα καλό ποίημα που λέει περισσότερα με αυτά που παραλείπει, παρά με εκείνα που εκφράζονται.

Μ.

Έψαξα για την Λευκάδα μας

στο διαδίκτυο, μάνα,

δεν τη βρήκα πουθενά.

Στην αναζήτηση τού χωριού μας

«Δεν βρέθηκαν καταχωρήσεις».

Δεν δέχτηκε να κλειστεί σε λίγες ίντσες.

Είναι περήφανη η Λευκάδα,

πώς το ‘ λεγες; Είναι στραβόξυλο,

δεν επιτρέπει στη θέα της να κλειστεί σε μια φωτογραφία.

Δεν χωρά σε μια φωτογραφία.

( Στην έντυπη έκδοση στον δεύτερο στίχο υπάρχει τελεία αντί για κόμμα).

Εδώ πια έχωμε καθαρό το ύφος τού Μόντη – μα και τι σύμπτωση το αρχίγραμμα τής Λευκάδας, (τόπος καταγωγής τού Μύρωνα), να είναι το ίδιο με εκείνο τής Λευκωσίας!.. Όπως και στον Μόντη, έτσι και στον Μύρωνα μια πόλη δεν είναι απλώς οι γεωγραφικές συντεταγμένες της, ο πληθυσμός της και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά που μαθαίναμε στην σχολική γεωγραφία. Η πόλη προσωποποιείται ακριβώς γιατί εν τω συνόλω της κινείται ως πρόσωπο, δίνει και παίρνει συναισθήματα, ακμάζει και παρακμάζει, ελκύει και αποδιώχνει. Δεν είναι η Πόλη με την έννοια που είχε στην Αρχαία Ελλάδα (εκείνη στεκόταν πάνω από τα πρόσωπα), δεν είναι όμως και η πόλη η απρόσωπη, η στεγνή και η άχρωμη με τις μυρωδιές μιάς μεγαλούπολης. Είναι περισσότερο μια ζεστή και εύπλαστη αγκαλιά, ένα αποκούμπι για τα στερνά μας, ένα όνειρο που αφήσαμε πίσω. Και ακριβώς γιατί μέσα μας κατέχει τόσο μεγάλο μέγεθος και βάρος, είναι αδύνατον να χωρέσει σε πέντε αράδες και μάλιστα εγκυκλοπαιδικές. Παρά το σκωπτικό περιεχόμενο, πρόκειται για ένα τραγικό ποίημα, το οποίο εκτός από το κύριο νόημά του στραβοκοιτά και την τεχνολογία – των μαθηματικών και των τετραγώνων, εκείνη που όμως δεν ημπορεί να χωρέσει το αχανές τού συναισθήματος, αυτό μοναχά η ποίηση, (και αυτή όχι πάντοτε με επιτυχία) μπορεί να εκφράσει.

Ο.

Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα,

πώς γίνεται ένας άνθρωπος λαθραίος;

Λαθραία ξέρω τα εμπορεύματα…

Και το Αιγαίο πώς μπορεί και τους πνίγει

πώς αντέχει και τους πνίγει

κι έπειτα βάζει τα καλά του

και φρεσκολουσμένο

δεξιώνεται ιστιοφόρα τα καλοκαίρια,

κι έπειτα βάζει τα καλά του

και υποδέχεται τουρίστες τα καλοκαίρια;

Αλλιώς ζωγράφισες για μένα το Αιγαίο, μάνα…

Ένα από τα κορυφαία ποιήματα τής συλλογής, κλασικός Μόντης τής επαναλήψεως, μα και κλασικός Μύρων. Φυσικά δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία εάν πρόκειται για την θάλασσα τής Κερύνειας ή το Αιγαίο εν τω συνόλω του ή για τον Ατλαντικό ωκεανό. Όπως έγραφα και σε ένα μικρό αφιέρωμα στον Μόντη, εδώ έχουμε μία πυρηνική μεταλλαγή, μία ανατροπή των πραγμάτων εν γένει. Ό,τι έχει σηματοδοτηθεί ως αγκαλιά, γαλήνη, απεραντοσύνη, ισορροπία με την φύση, τώρα ανατρέπεται, η φιλτάτη θάλασσα μεταλλάσσεται από αγκαλιά σε φονιά, από περήφανη μητέρα πάντων σε παράρτημα τού γραφείου τουρισμού, από σύμβολο γλυκιάς περιπέτειας σε τάφο. Η μεταλλαγή αυτή στον Μόντη είναι πιο σπαρακτική, (βεβαίως εισβολή, βεβαίως πόλεμος…), μα και στον Μύρωνα κάτω από τον πικρόχολο στίχο υπονοείται ο θάνατος μιάς ολάκερης εποχής με εξέχοντα θύματα τα προτάγματα τού ανθρωπισμού. Το ποίημα στην ουσία του είναι ένας πικρός αποχαιρετισμός στο φως τής παιδικής ηλικίας, στην ουτοπία τής νιότης, στο τελευταίο καταφύγιο που έχει ένας άνθρωπος ατενίζοντας το γαλανό απέραντο. Αυτή η θάλασσα δεν είναι πια καταφύγιο, έχασε για πάντα την παρθενικότητα τής φύσης, μολύνθηκε από θάνατο και ανθρώπινη εκμετάλλευση. Ένα-ένα τα σύμβολα καταρρέουν και, αλίμονο, ακόμη και τα σύμβολα έχουν την αξία τους ως οδοδείκτες τής συνείδησης.

Εξαιρετικός και ο τελευταίος στίχος, αποχαιρετισμός στην αθωότητα πολλών γενεών, που μετά τον πόλεμο πάλεψαν και μάτωσαν στην υπεράσπιση ουμανιστικών αξιών.

Για να έχετε μία εικόνα των αναλογιών, μα και τής πολύ επιτυχημένης αφομοίωσης τού Μόντη από τον Μύρωνα, δείτε ένα απόσπασμα από το αντίστοιχο ποίημα τού πρώτου…

Είναι δύσκολο να πιστέψω πως

μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,

είναι δύσκολο να πιστέψω πως

μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

Πικρή θάλασσα της Κερύνειας

που πρέπει να αποσύρουμε πια

τους στίχους που σου γράψαμε.

[ ]

Διαφορετικές οι συνθήκες και οι πυροδοτήσεις, μα ίδιος ο στοχασμός. Και στο ένα και στο άλλο ποίημα, έχωμε μία από τις πλέον επιτυχείς προσωποποιήσεις στην Ελληνική ποίηση. Η επανάληψη τού στίχου λειτουργεί εξαιρετικά ισορροπημένα για τον επιτονισμό στην πραγματικότητα μιας τραγωδίας, (η επανάληψη ως εργαλείο χρησιμοποιείται και σε άλλες τέχνες, κορυφαίος στην χρήση της στο ελληνικό θέατρο υπήρξε ο Βασίλης Λογοθετίδης).

Οι διαφορές των δύο ποιητών που προαναφέραμε είναι εμφανείς και εδώ. Στον Μόντη επιβιώνει ακόμη μία τρυφερότητα, μία ελάχιστη ανοχή, θα έλεγα υπονοείται ακόμη και μία συγχώρεση για την αγαπημένη του θάλασσα που έγινε εργαλείο θανάτου. Στον Μύρωνα υπάρχει θυμός που σιγοβράζει, πρόσωπο συνοφρυωμένο, λόγος κατηγορηματικός. Και αυτή είναι μία διαφορά μόνιμη σε στο σύνολο τής συλλογής.

Υ.

Μάνα, δεν μάς αξίζει η ποίηση που μάς έδωσες

δεν μάς αξίζει τέτοια προίκα.

Δεν βλέπεις πώς δεν εμφανίζεται πουθενά

σαν το δάκρυ που ξέρει

πώς θα το περάσουν για σταγόνα βροχής

και κρύβεται μέσα απογοητευμένο.

Δεν βλέπεις πώς δεν εμφανίζεται

αντικρύζοντας όλα αυτά;

Αντικρύζοντάς μας να βαριόμαστε

να γινόμαστε κουφοί μάρτυρες

να γινόμαστε άβουλα στρατιωτάκια;

Την κάναμε αλλόγλωσση επειδή μάς βόλευε,

για να ησυχάσουμε από δαύτην.

Ας προσέξουμε λιγάκι εδώ τα υπονοούμενα. Πρόκειται για ένα πολύ καλό ποίημα, ένα σχόλιο για μία ακόμη κατάρρευση, για μία ακόμη μεταλλαγή – εκείνη τής ποίησης, (θυμηθείτε ότι η λέξη ποίηση στην ευρύτερη έννοιά της σημαίνει και δημιουργία, ατομική κατασκευή). Από την ώρα που καταργήθηκε η κρίση και επομένως η διάκριση, η καλή ποίηση, (η προίκα), βρέθηκε στην ίδια μοίρα με τις κακές απομιμήσεις της, με τις χειρότερες στιγμές της. Δεν υπάρχει λόγος πλέον να εκτίθεται, να συνομιλεί με τους αναγνώστες της, να διεκδικεί ερμηνεία και κατανόηση. Από την ώρα που όλοι έγιναν Καρυωτάκηδες και Καβάφηδες, η αξία τού αυθεντικού κειμένου έγινε αόρατη, συναθροίστηκε, έχασε τον παραλήπτη της.

Προσέξτε στο ποίημα την διάκριση ανάμεσα στην σταγόνα βροχής, (ίδια και απαράλλαχτη με όλες τίς άλλες, απλό νεράκι χωρίς κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό) και στο δάκρυ, (σύμβολο ατομικού συναισθήματος, νερό φορτισμένο με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τού φορέα του), επιτυχημένη μεταφορά για την διάκριση ανάμεσα στην αδιάφορη και κακή ποίηση που δεν λέει τίποτα και τον άξιο στίχο.

Εξαιρετικά εύστοχο και το τελευταίο δίστιχο. Αλλόγλωσση η καλή ποίηση, καθώς μήτε καταλαβαίνουμε την γλώσσα της πιά, μήτε την κατανοούμε, άρα είναι πλέον έξω από την ζωή μας, από την σκέψη μας, από την συνείδησή μας. Διατηρώ την ίδια άποψη και το έχω ξαναγράψει – δεν έχωμε πλέον μία ποίηση δύσκολη που απαιτεί εκπαίδευση και κόπο η κατανόησή της, έχωμε αντιθέτως ένα χάσμα, μία οριστική ρήξη με ό,τι επί αιώνες αντιλαμβανόμασταν ως καλή ποίηση και γενικότερα ως λογοτεχνία.

Εάν οι στίχοι 9-11 ήσαν περισσότερο δουλεμένοι εκφραστικά, θα μιλούσαμε για ένα εξαιρετικό ποίημα, αλλά και χωρίς αυτό παραμένει ένα από τα κορυφαία τής συλλογής.

Αντί επιλόγου
Δεν θα παραθέσω άλλα ποιήματα, άλλωστε μπορείτε να αγοράσετε την συλλογή και να έχετε μία συνολική άποψη τού έργου. Λίγα λόγια μόνο ακόμη και, ας μού επιτραπεί η τόλμη, κάποιες ελάχιστες προτάσεις.

Η πρώτη συλλογή ενός ποιητή μπορεί να γεννήσει ελπίδες, μπορεί να περάσει αδιάφορη, μπορεί ακόμη, (και δυστυχώς αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές), να συναθροιστεί με τις χιλιάδες των υπολοίπων, κυρίως γιατί περιέχει στίχους αδιάφορους, κακούς και στερεότυπους. Το ότι μπορεί ο καθείς πλέον να εκδίδει ποίηση, δεν είναι δείγμα δημοκρατίας όπως ισχυρίζονται οι αφελείς και επιπόλαιοι, αντιθέτως πλήττει καίρια κάθε έννοια ποιότητας και διάκρισης. Τα λίγα καλά και άξια χάνονται στον σωρό, οι ελάχιστοι καλοί στίχοι περνούν απαρατήρητοι και ανερμήνευτοι, οι αναγνώστες εθίζονται σ’ αυτό που ένας παλαιότερος ποιητής έχει εύστοχα γράψει – είμαστε όλοι σαν το γρασίδι που το κουρεύουν ομοιόμορφα.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο Μύρων στην πρώτη του συλλογή «προστατεύεται» πίσω από μία ξένη ποιητική φόρμα και ότι στην πραγματικότητα δεν εκτίθεται ο ίδιος με ύφος ξέχωρο και μοναδικό. Εκτός από όσα έγραψα στην αρχή τού σημερινού σημειώματος, θα ήθελα επάνω σ’ αυτό να πω τούτο – στα δικά μου μάτια αυτή η κίνηση είναι δείγμα προσοχής, πορείας που δεν βιάζεται, ποιητή που δεν αδημονεί για δόξα και αναγνώριση, συνείδησης χαμηλόφωνης. Το να περπατάς σε χνάρια γνωστά προσθέτοντας και το δικό σου αποτύπωμα σ’ αυτά, είναι κατ’ αρχάς σεβασμός στην «προίκα», συνέχιση μιάς διαδρομής, σύνδεση με ό,τι πιο ποιοτικό μάς έχει δώσει η νεοελληνική γραμματεία. Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά την φόρμα, (όχημα άλλωστε…), αλλά το περιεχόμενο, το διαφορετικό βλέμμα, το βάθος και την οπτική.

Προσωπικά αντικρύζω την συλλογή «Γράμμα στη Μητέρα» ως έναν πολύ καλό πρόλογο, ως υπόσχεση για τα μελλούμενα. Εκείνο που αποδεικνύουν οι στίχοι της είναι πως ο Μύρων διαθέτει το κύριο τάλαντο για έναν ποιητή – δηλαδή την ικανότητα να διαμορφώνει ένα διαφορετικό βλέμμα για πράγματα κοινά, καθημερινά, για πράγματα τέλος πάντων που έχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα, (ή έτσι θεωρούμε κάθε φορά…). Αυτό είναι το λεγόμενο ξάφνιασμα, εκεί που πιστεύεις πως δεν έχει τίποτα παραπάνω να γραφτεί για τον θάνατο, τον έρωτα, το προσφυγικό, την πολιτική και χιλιάδες άλλα ζητήματα, ιδού ένας στίχος νέος, φρέσκος, διαφορετικός, ίσως και βαθύτερος επάνω σε ουσία που δεν είχαμε ποτέ σκεφθεί.

Το δεύτερο είναι η παιδεία, η μελέτη, αυτή η ανεξάντλητη μελέτη επάνω στο χάος τής γραμματείας, ελληνικής και ξένης. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως κάποιοι ξεκινούν να γράφουν δίχως να έχουν διαμορφώσει έναν όγκο γνώσης για την φιλολογία, την γλώσσα, την λογοτεχνία. Μα φυσικά είναι ο ρυθμός και η απαίτηση τής εποχής – συγγραφείς τής μίας νύχτας που με παρουσιάσεις, πληρωμένες καταχωρήσεις και εμπορικές προωθήσεις καθιερώνονται σαν γραφίδες σημαντικές. Στον Μύρωνα αυτό δείχνει να απουσιάζει sui generis, υπάρχει μία συστολή και αυτοσυγκράτηση, αποτέλεσμα τής επίγνωσης ότι ακόμη έχει δρόμο να διανύσει στα μονοπάτια τής ποίησης και συνολικότερα τής γραφής.

(Δυστυχώς εκεί έχουμε οδηγηθεί σήμερα, να χαρακτηρίζουμε sui generis το αυτονόητο, εκείνο που θα έπρεπε να είναι κοινό χαρακτηριστικό όσων ασχολούνται με την πνευματική δημιουργία.)

Βεβαίως είναι φυσικό να υπάρχει μία αμφιταλάντευση, δεν είναι καθόλου εύκολο να αντιστέκεσαι στην αντίληψη μιας ολόκληρης εποχής, στην απαίτηση για «επιτυχία» γρήγορη, δόξα, αναγνώριση. Γνωρίζω εξ’ ιδίων πόση δύναμη χρειάζεται για να αρνηθείς συνεντεύξεις σε ανόητες εκπομπές, τον διακοσμητικό ρόλο σε παρουσιάσεις βιβλίων, την σιωπή για συγγραφείς κακούς και ατάλαντους, με άλλα λόγια να επιβάλλεις τον βηματισμό σε δικό σου μονοπάτι σύμφωνο με την συνείδησή σου και την κρίση σου. Έως και σήμερα τουλάχιστον, ο Μύρων δείχνει να αντιμετωπίζει όλη αυτή την πίεση διατηρώντας ένα μετερίζι στην ελάχιστη δυνατή γραμμή άμυνας. Περισσότερο σκέφτεται και γράφει, παρά μιλά. Περισσότερο στοχάζεται, παρά φλυαρεί. Περισσότερο μελετά, παρά εμφανίζεται. Είναι μια καλή αρχή.

Όταν εμφανίζεται μία συλλογή πολλά υποσχόμενη για το μέλλον, θα ήταν παράλειψη να μην στοχαστούμε επάνω σ’ εκείνα που θα βοηθούσαν να εκπληρωθεί αυτή η υπόσχεση. Υπάρχουν αδυναμίες σ΄ ετούτη την πρώτη συλλογή; Περιθώρια βελτίωσης; Ζητήματα που πρέπει να συζητηθούν, σημεία που θα μπορούσαν να είχαν βασανιστεί περισσότερο;

Αλίμονο!.. τέτοιες ερωτήσεις μόνο ως ρητορικές μπορούν να χαρακτηριστούν. Δεν θα μπω σε φιλολογικούς σχολαστικισμούς, άδικη και ανώφελη κούραση για τους αναγνώστες αυτού τού σημειώματος. Θα μείνω μοναχά σε δύο ευρύτερα ζητήματα.

Το πρώτο είναι η γλώσσα. Κατά την γνώμη μου η επιλογή τού πολυτονικού από τον Μύρωνα είναι μία πολύ καλή επιλογή που θα πρέπει να συνεχιστεί. Έχω γράψει σε πολλά άλλα σημειώματα τους λόγους για τους οποίους υπερασπίζομαι την παλαιότερη ορθογραφία και στίξη, ότε δεν θα επεκταθώ περισσότερο. Για να μπορέσει όμως το συγκεκριμένο σύστημα να αναδείξει στον μέγιστο βαθμό την εργαλειακή και εννοιολογική του χρησιμότητα, πιστεύω ότι ο Μύρων θα πρέπει να συνεχίσει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση την μελέτη τής γλώσσας στο σύνολό της. Παρά το ότι καλός χρήστης τής γλώσσας, παρά την απουσία σοβαρών λαθών, από ένστικτο πιστεύω πως έχει την ανάγκη ενός πλουσιότερου λεκτικού στην ποίησή του. Θα τον βοηθήσει να εκφράσει ακριβέστερα τον στοχασμό του, θα τον βοηθήσει όμως και στους λυρικούς του στίχους. Προς το παρόν έχω την αίσθηση ότι ο στοχασμός του βρίσκεται πρωτοπόρος με την γλώσσα να ακολουθεί. Αυτή η απόσταση έχω την βεβαιότητα ότι στο μέλλον θα μικραίνει ολοένα.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ, είναι η επέκταση σε βάθος, η φιλοσοφική διάσταση των στίχων, η διεύρυνση των θεματικών οριζόντων. Νομίζω πως είναι καιρός, έστω και με βήματα δειλά και πειραματισμούς, να ξεκινήσει την επεξεργασία μιάς βαθύτερης ματιάς σε ζητήματα οντολογικά. Υπάρχουν βεβαίως στιγμές στην ποίησή του που ο στίχος είναι βαθύτερος και πιο απαιτητικός, όπως για παράδειγμα στο ποίημα Ψ τής συλλογής – και εδώ το διαφορετικό είναι εμφανές, καθώς το ποίημα δείχνει ξέχωρο και κάπως μοναχό μέσα στην υπόλοιπη ενότητα -, αλλά νομίζω ότι πρόκειται πλέον για μία ανάγκη που ζητά εντονότερα να εκφραστεί στο μέλλον.

Αλλά ας μην επεκταθούμε περισσότερο.

Μητέρα πάντων η συνείδηση, ετούτο το απλό μα και τόσο δυσεύρετο δείχνει να φωνάζει ετούτη η πρώτη έντυπη συλλογή τού Μύρωνα. Οι αρετές της είναι πολλές, οπωσδήποτε τόσες ώστε να αξίζει η αγορά της και η τοποθέτησή της στα ράφια τής βιβλιοθήκη σας. Ακόμη περισσότερες οι υποσχέσεις της. Για τις οποίες ανυπόμονα περιμένουμε και ευλόγως ελπίζουμε στο μέλλον.

Μάνος Τασάκος

*Το κείμενο το πήραμε από εδώ: https://www.tasakos.gr/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%83%CE%B7/

Λογοτεχνία εν είδει πολιτισμικής γραφής – «Αυστραλία: Δέκα Ιστορίες», του Κώστα Κατσάπη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΔΙΤΗΣ

Συνήθως, τα βιβλία που διαβάζουμε για την ελληνική μετανάστευση και γενικά την ελληνική Διασπορά ανά τον κόσμο, είναι κυρίως ιστορικά και δεν μιλούν περιληπτικά για την καθημερινή ζωή και για τα επιτεύγματα ή μη των Ελλήνων μεταναστών στις χώρες υποδοχής τους. Ή ελάχιστα είναι εκείνα τα βιβλία και οι εργασίες που εμπίπτουν ακόμα και στην κατηγορία της προφορικής ιστορίας.

Όμως στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας Κώστας Κατσάπης, διαχειρίζεται την ξενιτιά, τη φτώχεια, την ξενοφοβία, τα ήθη, τα έθιμα και τις όποιες ριζωμένες προκαταλήψεις, με άκρως λογοτεχνικό τρόπο εν είδει πολιτισμικής γραφής. Γιατί το βιβλίο «Αυστραλία: Δέκα Ιστορίες» είναι λογοτεχνία και όχι σκέτη ιστορία ή μια επιστημονικά δομημένη ανάλυση. Είναι δέκα ιστορίες που πραγματεύονται λογοτεχνικά και όχι με τον τρόπο των ιστορικών και των αναλυτών, τα προσωπικά αφηγήματα που ξεδιπλώνονται στις σελίδες του.

Οι εποχές που διαπερνούν τις ιστορίες που παρατίθενται εδώ, είναι η μεταπολεμική Ελλάδα και η μαζική μετανάστευση στην Αυστραλία. Είναι ένα «ανακάτωμα» -με την καλή και δημιουργική έννοια- τόσο πραγματικών όσο και φανταστικών στοιχείων. Μάλιστα, ο συγγραφέας το επισημαίνει αυτό στον πρόλογό του, λέγοντας ακόμα και το ότι υπήρξαν και οι γονείς του μετανάστες στην Αυστραλία και ότι το κυρίως υλικό για τη συγγραφή του βιβλίου αντλήθηκε τόσο από το ιστορικό αρχείο της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Νέας Νότιας Ουαλίας όσο και από υλικό που βρίσκεται στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και αφορά την ελληνική μετανάστευση στην Αυστραλία.

Το βασικό στοιχείο που, κατά τη γνώμη μου, αναδεικνύεται από την ανάγνωση του βιβλίου είναι ότι οι ήρωες των δέκα διαφορετικών αφηγημάτων είναι μεν διαφορετικοί, όμως έχουν τόσα κοινά στοιχεία μεταξύ τους, και αυτά αφορούν τη νοσταλγία και τη σκέψη για την πατρίδα που έμεινε πίσω, και την προσκόλληση ή την εμμονή σε κάθε τι το ελληνικό. Φυσικά, συναντάμε ανάγλυφα όλα όσα αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι στην Ελλάδα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ώστε η μετανάστευση να αποτελεί για πολλούς από αυτούς μονόδρομο.

Διαβάζοντας αυτές τις δέκα ιστορίες ζούμε και οι ίδιοι τους ρυθμούς και την καθημερινή ζωή της παροικίας-«γκέτο» την περίοδο του ’50-’60 στο Σίδνεϊ. Μια άλλη Ελλάδα σε μικρογραφία στην άλλη άκρη της Γης, με ό,τι αυτό μπορούσε να σημαίνει. Ένα μεγάλο ελληνικό χωριό, όπου σχεδόν όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και τους ήταν αδύνατον να «ανοιχτούν» στην υπόλοιπη Αυστραλία, γιατί πρώτα απ’ όλα δεν γνώριζαν καν τη γλώσσα… Εκεί εξακολουθούσαν να τηρούνται οι παλιές συνήθειες, γεγονός το οποίο ξαφνιάζει τον αναγνώστη, καθώς θα περίμενε ότι η διαμονή σε μια άλλη χώρα ίσως «άλλαζε» όλους αυτούς που παρέμεναν προσκολλημένοι σε αναχρονιστικές απόψεις και πρακτικές όπως το ξυλοφόρτωμα των παιδιών, οι ενδοοικογενειακοί καυγάδες και το κουτσομπολιό.

Συνειδητοποιούμε, βέβαια, από τη μια, το θάμπωμα από τα χρήματα που είχαν κάνει μερικοί και τον νέο τρόπο ζωής, που σε καμία περίπτωση δεν θύμιζε τη φτωχή Ελλάδα με τις παντοειδείς στερήσεις και κακουχίες, όμως, την ίδια στιγμή, και το γεγονός ότι η ανοχή της διαφορετικότητας και της άλλης άποψης είναι ακόμα έννοιες «ξένες» για πολλούς της παροικίας. Το ότι εμποδίστηκε να προχωρήσει και τελικά να θαφτεί η σχέση μιας νεαρής Ελληνίδας με έναν Αυστραλό, είναι κραυγαλέο παράδειγμα που συνηγορεί σε αυτό τον ισχυρισμό.

Μέχρι και η πολιτική κατάσταση που υπήρχε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, μεταφέρθηκε αυτούσια και στην παροικία του Σίδνεϊ και αποτέλεσε αναπόσπαστο σημείο τριβής των σχέσεων του ενός με τον άλλο στα στενά ενδοπαροικιακά δρώμενα. Από τη μια, οι αριστεροί και, από την άλλη, οι «εθνικόφρονες» και με ό,τι αυτό συνεπάγεται στ όρια μιας παράλληλης μικροκοινωνίας.

Το βιβλίο «Αυστραλία: Δέκα Ιστορίες» εκδόθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο από τις Eκδόσεις/Βιβλιοπωλείο «Μωβ Σκίουρος», στην Αθήνα. Στο εξώφυλλο του βιβλίου διακρίνεται Έλληνας μετανάστης στην παραλία Manly του Σίδνεϊ το 1971.

Ο Κώστας Κατσάπης (Αθήνα, 1973) είναι καθηγητής Πολιτισμικής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Δημόσιας Ιστορίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Από τις ίδιες Εκδόσεις κυκλοφόρησε το 2020 και το βιβλίο του «Λέξεις της φωτιάς – Νεανική ριζοσπαστικοποίηση και ημερολογιακή γραφή την αυγή της Μεταπολίτευσης».

Μια γόνιμη ποιητική συνεργασία: Χρήστος Νιάρος, Δημήτρης Τρωαδίτης, «Σύμπραξη Χρόνου»

ΑΘΗΝΑ ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ*

Γράφει το λεξικό για την ερμηνεία της λέξης «σύμπραξη»: α) συνεργασία και επίτευξη κοινού στόχου, β) ένωση ανθρώπων υπό κοινές ιδέες, ιδεολογίες, σκοπούς, γ) συμμαχία. Και οι τρεις έννοιες ταιριάζουν στο συντροφικό ποιητικό εγχείρημα του Χρήστου Νιάρου και του Δημήτρη Τρωαδίτη, που ένωσαν σε ένα χαρμάνι, για την ακρίβεια σε ένα λιτό βιβλίο των εκδόσεων Στοχαστής, τις ποιητικές φωνές και ευαισθησίες τους. Ποιος είναι, εντέλει, ο κοινός τους στόχος; Και εναντίον τίνος συμμαχούν; Την απάντηση μάς τη δίνει η δεύτερη λέξη του τίτλου της συλλογής τους: «Σύμπραξη χρόνου», καθώς και το εξώφυλλο του βιβλίου, όπου φιγουράρουν οι δείκτες ενός αόρατου ρολογιού: μαύροι και κομψά διακοσμημένοι ο κοντός δείκτης (της ώρας), και ο λεπτοδείκτης (των λεπτών), κόκκινος, απέριττος και δραματικός ο δείκτης των δευτερολέπτων. Οι δυο ποιητές, λοιπόν, συμμαχούν ενάντια στον χρόνο, καθώς έτσι κι αλλιώς η τέχνη πάντα ενάντια στον χρόνο τίθεται, εξ ορισμού· στην ακινητοποίησή του στοχεύει, στην αθανασία. «Οι λεπτοδείκτες αμείλικτοι και η αγάπη άφαντη», γράφει ο Τρωαδίτης στο εισαγωγικό ποίημά του. Για «ειρωνεία του χρόνου» κάνει λόγο ο Νιάρος. Όμως δεν επαναπαύονται.

Οι δυο δημιουργοί έχουν διανύσει διαφορετικές διαδρομές: ο Τρωαδίτης έχει δημοσιεύσει αρκετές ποιητικές συλλογές, ο Νιάρος αποτολμά για πρώτη φορά να βγάλει ποιήματά του σε βιβλίο, αλλά κάθε άλλο παρά απουσιάζει από τον χώρο του λόγου, καθώς δημοσιεύει συχνά ποιήματα και πεζά σε εφημερίδες και στο διαδίκτυο, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες όπου το ελληνικό στοιχείο είναι ισχυρό: Γερμανία, Καναδά, Αυστραλία. Αλλά και ο τρόπος που γράφουν οι δυο «σύμμαχοι» είναι διαφορετικός: πιο ορμητικός, πιο εξωστρεφής/διαλογικός, πιο συνειρμικός ο Χρήστος Νιάρος, περισσότερο συγκρατημένος, πιο ερμητικός και πικρός στην εξομολόγησή του ο Δημήτρης Τρωαδίτης. Κι ωστόσο τους δυο ποιητές συνδέει κάτι κρίσιμο: η κοινή μοίρα του μετανάστη, καθώς εδώ και δεκαετίες είναι εγκατεστημένοι στη Μελβούρνη. Κι έτσι οι φωνές τους συντονίζονται, θα λέγαμε, στην κόψη δυο τόπων και δυο ημισφαιρίων (πατρίδας και Αυστραλίας), δυο χρόνων (των παιδικών αναμνήσεων από την Ελλάδα και του παρόντος στην ξένη χώρα), δυο καταστάσεων: πραγματικότητας και ονείρου, ρεαλισμού και πόθου για υπέρβαση της σκληρής καθημερινότητας. Ακροβατούν και οι δυο στους στίχους τους ανάμεσα στην αγάπη και τη μοναξιά, τον πόθο για επικοινωνία και τη διάψευση.

Έτσι, μολονότι ο Τρωαδίτης λέει αποφασιστικά:

Καλά κάναμε και φύγαμε
καλά κάναμε και μισέψαμε

[…]
δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε
δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε
καλά κάναμε και αποστατήσαμε

(«…Καλά κάναμε»)

συγχρόνως, και εξ αντιθέτου, συνεχίζει να αναπολεί το μητρικό παρελθόν και πάνω σε αυτή την κόψη πατρίδας και τόπου μετανάστευσης, παιδικότητας και ενηλικίωσης, ισορροπεί, εντέλει, επώδυνα ίσως μα και λυτρωτικά, μέσα από την ποιητική γραφή:

Τις νύχτες επιδιώκω
να πετάξω σ’ αναπολήσεις
σ’ εκείνο το πεύκο
που χάθηκε ένα πρωί
στην αυλή της εγκατάλειψης

[…]
να ισορροπήσω στον κοφτερό
τεθλασμένο ιστό της ζήσης μου.

(«Νυχτερινές προσδοκίες»)

«Η ένταση των ακροδαχτύλων», γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα «Καταλάγιασμα» (εννοώντας ασφαλώς τα ακροδάχτυλά του που γράφουν στίχους, στο χαρτί ή στον υπολογιστή) «συμβιβάζεται με την ξενιτιά μου / στη νυχτωδία αυτής της εξορίας / εξακολουθώ να ερωτεύομαι / τα ανείπωτα και τα ευτελή […] έξω από την ηχώ των ορίων μου». Τόπος διαφυγής λοιπόν η ποίηση, οδηγεί από την «εξορία» της «ξενιτιάς» έξω από τα όρια του τόπου και του χρόνου…

Ο Χρήστος Νιάρος, από τη μεριά του, συμπυκνώνει καίρια τον διχασμό ανάμεσα στα δυο ημισφαίρια, ανάμεσα στις δυο ζωές της ψυχής:

Λήθη και νοσταλγία
με βάλανε στη γωνία
δύο πατρίδες φιλοξενία,
μια καρδιά φιλοδοξία.

(«Έμμετρα»)

Και μολονότι συμπεραίνει ότι «δεν κόβεται και ο άρτος ο επιούσιος / στις εξορίες και στις μοναξιές», επιμένει να παλεύει ενάντια στη λήθη, μερικές φορές ακόμη και με μια έξαρση ενθουσιασμού, όπως στο εναρκτήριο ποίημα του βιβλίου:

ταξιδέψανε οι αναμνήσεις
με ταχύτητα επισκεπτηρίου
δοξαστικών δευτερολέπτων

(«Εποχιακό σεντόνι ΙΙ»)

Mε έναν ακόμη τρόπο, όμως, πιο υπόγειο, βάζει ο Νιάρος δόσεις πατρίδας στην ξενιτεμένη ποίησή του: συνομιλώντας με σημαντικούς Έλληνες ποιητές. Έτσι, για παράδειγμα, γράφοντας για το «σαλπάρισμα ματιών και πανιών» ότι

πάντα ένα μαντίλι
θα σε κρατάει
για να μην πας στον πάτο

(«Ασυνόδευτη βαλίτσα επιπλέει στο νερό»)

μας θυμίζει την ξενιτεμένη «Ξανθούλα» του Διονύσιου Σολωμού. Γράφοντας εμφατικά «δεν έχω άλλο χρόνο» θυμίζει ένα από τα τελευταία ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, την «Έλλειψη χρόνου» («Δεν έχω – λέει – καιρό. Δεν έχω καιρό»). Γράφοντας

ονόματα και πράγματα
ανακατεύτηκαν

[…]
ξεφτίζονται τα ονόματα και τα πράγματα
όταν δεν φρεσκάρονται οι σιγουριές τους

(«Χώματα και πράγματα με το μικρό τους όνομα σε βάφουν»)

απηχεί τόσο τον όψιμο Ρίτσο («Τα ονόματα δεν εφαρμόζουν πια πάνω στα πράγματα») όσο και τον Ελύτη των Ελεγείων της Οξώπετρας. («Δεν / Υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους»).

Κι ωστόσο με την ποίησή του – γιατί αυτό πάντα κάνει η ποίηση – ο Νιάρος παλεύει να βρει τα ονόματα, τις λέξεις τις σωστές, που θα εφαρμόσουν πάνω στα πράγματα, και θα μας κάνουν έτσι να ηχήσουμε αυθεντικοί εις πείσμα των δύσκολων καιρών. Οι καιροί στον Νιάρο δεν είναι δύσκολοι μόνο λόγω της ξενιτιάς, της μοναξιάς, των διαψεύσεων του έρωτα και της κοινωνικής υποκρισίας, αλλά και λόγω της κρίσης που έχει φέρει στην ανθρώπινη επικοινωνία το διαδίκτυο, στον αχανή χώρο του οποίου οι άνθρωποι μοιάζει να επικοινωνούν περισσότερο απο ποτέ, αλλά συγχρόνως και λιγότερο από ποτέ – κάτι από την ουσία έχει χαθει, μαζι με την επαφή της ζωντανής σάρκας… Είναι πραγματική μνήμη, αναρωτιέται ο ποιητής, οι φωτογραφίες μέσα στα κινητά μας τηλέφωνα; Η μνήμη των μηχανών ταυτίζεται με την ανθρώπινη μνήμη;

όλα τρέχουν γρήγορα
στις εικόνες
που κρατάς
τις αποθηκευμένες στη μνήυμη του κινητού

(«Εικόνα»)

Είναι οι καθιερωμένες τελετουργίες του Facebook ουσιαστική επαφή;

Λυπημένες Λαμπρές
τα likes και τα loves σου

[…]
οι ληγμένες λήψεις τους
λαμβανονται λειψά.

(«Κάποια λάμδα στο laptop»)

Θα κλείσω τα παραδείγματά μου με το ποίημα του Νιάρου «Ζωές απλές», όπου όπως προχωράμε από τον πρώτο στίχο προς τον τελευταίο οι λέξεις και οι συλλαβές μειώνονται, για να καταλήξουν στο κοφτό, τυπικό «γειά» του τελευταίου στίχου – πολύ δραστικός τρόπος για να δηλωθεί, ακόμη και τυπογραφικά η συρρίκνωση της ανθρώπινης επαφής, που με την πρόφαση ενός σημειώματος στο messenger κρύβει τη φτώχια της, την απουσία ουσιαστικής διάδρασης με τον άλλον:

ΖΩΕΣ ΑΠΛΕΣ

Συναντηθήκαμε στην είσοδο πολυκαταστήματος,
είσαι δεν είσαι, τι κάνεις, δεν άλλαξες,
χάρηκα που τα είπαμε,
σε ποια σελίδα θα σε βρω,
τα λέμε στο messenger,
καλό υπόλοιπο,
να μου γράφεις,
χαθήκαμε,
γεια.

Ενώ όμως υπάρχει προβληματισμός, συνειδητοποίηση, θλίψη για τα τρωτά του υπερσύγχρονου κόσμου μας, παραίτηση δεν υπάρχει στο βιβλίο Σύμπραξη χρόνου. Η ίδια η «σύμπραξη» των δυο ομοτέχνων είναι μια δύναμη, ένα αίτημα, που μένει στον αναγνώστη να το εισπράξει και να το μετατρέψει σε νίκη επικοινωνίας, ολοκληρώνοντας τον προορισμό του ποιητικού λόγου. «Αυτοσχεδιάζω φάλτσα τα χρώματα / πέφτοντας στα δίχτυα του ηλιοβασιλέματος», γράφει ο Νιάρος. «Να φιλήσεις τα βλέφαρα της κόρης / για να λυθούν τα… μάγια», γράφει ο Τρωαδίτης. Ο λυρισμός, η ομορφιά της φύσης, η μαγεία, συγχωνεύονται στο βιβλίο τους με πινελιές ωμού ρεαλισμού, ειρωνείας και αυτοειρωνείας, ανοίγοντας μια μεγάλη βεντάλια ποιητικών τόνων, τρόπων και αισθημάτων. Ο χρόνος, για λίγο, ακινητεί μέσα στην ποικιλία των εικόνων τους· ο λεπτοδείκτης πετρώνει ανακουφιστικά.

*H Aθηνά Bογιατζόγλου γεννήθηκε στην Aθήνα το 1966. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Kρήτης και εκπόνησε το διδακτορικό της στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (1989-1993). Δίδαξε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Kρήτης και της Πάτρας και το 2001 εξελέγη λέκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Iωαννίνων όπου σήμερα υπηρετεί ως αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας. Για το συγγραφικό της έργο ανατρέξτε εδώ: https://biblionet.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF/?personid=17270

Τάσου Λειβαδίτη, Enchiridion Euthanasiæ (Εγχειρίδιο Ευθανασίας)

Αυτή είναι η πρώτη ολοκληρωμένη αγγλική μετάφραση της συλλογής πεζών-ποιημάτων του Τάσου Λειβαδίτη, Enchiridion Euthanasiæ (Εγχειρίδιο Ευθανασίας), που κυκλοφόρησε αρχικά στα ελληνικά το 1979 και τού απονεμήθηκε εκείνη τη χρονιά με την υψηλότερη διάκριση της Ελλάδας στην ποίηση, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης.


Ο Λειβαδίτης, γεννημένος στην Αθήνα το 1922, είχε βιώσει μέχρι την έκδοση του βιβλίου την καταστροφή της γερμανικής κατοχής κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο ακολούθησε γρήγορα ένας ακόμη πιο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος με τη σειρά του οδήγησε σε δεκαετίες αυταρχικής δεξιάς κυριαρχίας με αποκορύφωμα την στρατιωτική δικτατορία του 1967-74. Αυτές οι εμπειρίες απάλλαξαν τον Λειβαδίτη από τον νεανικό του ιδεαλισμό, αλλά και τον βύθισαν στο σκοτάδι και την απόγνωση, από την οποία προέκυψαν μερικά από τα ωραιότερα ποιήματά του, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος «εγχειριδίου», ενός είδους εγχειριδίου λειτουργίας, που μας δίνει τα εργαλεία για να ζήσουμε και να πεθάνουμε καλά.

Μεταφράστηκε με εισαγωγή του Ν. Ν. Τρακάκη και εκδόθηκε στον περιορισμένο αριθμό των 75 χειρόδετων αντιτύπων.

Ο Νικόλαος Ν. Τρακάκης διδάσκει Φιλοσοφία στο Australian Catholic University (Αυστραλιανό Καθολικό Πανεπιστήμιο) και έχει μεταφράσει στο παρελθόν τον The Blind Man with the Lamp (Denise Harvey, 2014) Τυφλό με τη Λάμπα του Λειβαδίτη (Denise Harvey, 2014), Violets for a Season (Red Dragonfly Press, 2017) και Autumn Manuscripts (Smokestack Books, 2020)

2901 Indiana Street, #336, Dallas, Texas | humansidepress.com | info@humansidepress.com

“Dada” – Λογοτεχνική και καλλιτεχνική συλλογή

Διεύθυνση: Tristan Tzara, Τεύχος 6 “Δελτίο Dada “, χωρίς όνομα εκδότη, Παρίσι, χ.χ. [Φεβρουάριος 1920].

Τεύχος που δημοσιεύθηκε με την ευκαιρία της εκδήλωσης Dada της 5ης Φεβρουαρίου 1920 στο Salon des Indépendants και περιέχει το πρόγραμμα των αναγνώσεων των μανιφέστων του Francis Picabia, Georges Ribemont-Dessaignes, André Breton, Paul Dermée, Paul Éluard, Louis Aragon και Tristan Tzara.

Το κείμενο αποτελείται από αποσπάσματα των μανιφέστων, των αφορισμών, έναν κατάλογο με 76 ονόματα των μελών της ομάδας, διαφημίσεις για τα βιβλία και τα περιοδικά τους, την ανακοίνωση της δεύτερης εκδήλωσης του Χρυσού Τμήματος στγν γκαλερί La Boétie, στις 2 Μαρτίου κλπ

*Πηγή: Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας.

Στον αστερισμό του φυλετικού χρωμοσώματος Χ

Μαριάννα Πλιάκου, «Χ»

Εκδόσεις Βακχικόν.

Αθήνα, 2021

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη*

Το «Χ» της Μαριάννας Πλιάκου ξενίζει και από τον τίτλο και από τις αφιερώσεις της συγγραφέως του γιατί μας εισαγάγει κατ’ ευθείαν στο κυρίως θέμα. Τουτέστιν στο φυλετικό χρωμόσωμα ‘Χ’ που αφορά, για τους μη έχοντες τις ανάλογες ειδικές γνώσεις στην επιστήμη της γενετικής, την κληρονομικότητα και το φύλο του ατόμου, αλλά την ίδια στιγμή και τις σχέσεις, εν προκειμένω, την ανθρώπινη εμπειρία από την ένωση με το θήλυ φύλο. Για την Jane λοιπόν και στον Νικόλα τους είναι αφιερωμένη ετούτη η έκδοση. Στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή όλα τα παραπάνω εμπλέκονται, συναλλάσσονται και συναινούν με το απομονωμένο νησί Γκέρνσι (Guernsey) το οποίο μαζί με τα άλλα τρία κατοικημένα, τα Χερμ, Τζετού και Λίχου, βρίσκονται μέσα στα στενά της Μάγχης.

Από το πρώτο, ήδη, ποίημα της συλλογής (‘ΤΟ ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΜΕΝΩ’), ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός του γεωγραφικού τοπίου στο οποίο διαβιεί η ποιήτρια και στο οποίο κατά κύριο λόγο αναφέρονται οι στίχοι των ποιημάτων της:

«είναι στη μέση του πουθενά./ Ο ουρανός του/τετράδιο μιλιμετρέ/ ευθείες αεροπλάνων που διασταυρώνονται./ Ουρανός–Σημείο-Χ./Και Γη-Χ./ Αποδημητικά πουλιά σταματούν εδώ/πριν συνεχίσουν για άλλα γεωγραφικά πλάτη./Το ίδιο και εμείς.

Νησί καταφύγιο/Ανάμεσα/σε τούτο και εκείνο,/στο σημείο Χ/που μπασταρδεύονται οι πορείες μας/και ομοιοκαταληκτούμε.».

Στο βιβλίο, ακολουθούν οι ειδικότερες και απαραίτητες γνώσεις και ποιητικές επεξηγήσεις που αφορούν τον γεωγραφικό ιστό και τους ανθρώπους του νησιού, όχι μόνο τους παρόντες αλλά και όσους πέρασαν από εκεί και έζησαν για άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα απολαμβάνοντας την ηρεμία της φύσης του. Στα μέρη του έζησε μεταξύ των άλλων και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Συγκεκριμένα στην Οικία Ωτβίλ, από το 1856 έως το 1870. Μάλιστα, στην οικία αυτή ο μεγάλος συγγραφέας έγραψε πολλά από τα αριστουργήματά του, όπως: ΄Οι Άθλιοι΄ (1862), ΄Οι Εργάτες της Θάλασσας΄ (1866), ΄Ο Άνθρωπος που γελά΄ (1869), την ποιητική συλλογή ‘Ο Θρύλος των Αιώνων’ (1859), και άλλα. Η Πλιάκου δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη ούτε και ασυγκίνητη σε εκείνο το ιστορικό κτίριο με τους σπουδαίους κήπους και αναφέρεται σε κάποιες λεπτομέρειες του βίου του εκεί, όταν εκείνος βρισκόταν στο νησί αλλά είχε το νου του αλλού, ατενίζοντας απέναντι, στις Γαλλικές ακτές. Το ποίημα ‘ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ HUGO’, με απλούς αφηγηματικούς τόνους μας υπενθυμίζει:

«Ο Hugo έζησε 15 χρόνια/εξόριστος εδώ./Πούλησε τις Ενατενίσεις και/αγόρασε το σπίτι/στο οποίο θα έγραφε τους Άθλιους./Με θέα το λιμάνι/και προοπτική τις κοντινές γαλλικές ακτές/κάθε πρωί θα δούλευε στο γραφείο του -/το ένα πόδι εδώ, το άλλο εκεί.

Η απόσταση/κράτησε το Παρίσι/ατόφιο μέσα του.

Η απόσταση/ σκιά που φωτίζει/καθώς τόσοι πλενόμαστε/στο φώσφορό της/Προσευχή/με βλέμμα καθένας/στη δική του φωτεινή πόλη».

Ίσως, κατά μία έννοια, οι κάτοικοι του νησιού να είναι όλοι προσωρινοί και «…Αποδημητικά πουλιά σταματούν εδώ/πριν συνεχίσουν για άλλα γεωγραφικά πλάτη./Το ίδιο και εμείς…», όπως δηλώνει στο προαναφερόμενο ποίημά της. Η ίδια, για την ώρα, ζει εδώ με την σύντροφό της όπως διαβάζω σε σχετική ιστοσελίδα και τον Νικόλα τους, πριν αποφασίσουν να μετεγκατασταθούν σε άλλα αγαπημένα τους μέρη. Στη συλλογή φυσικά δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν τα κάστρα, τα λιβάδια που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα, τα μικρά λιμανάκια με τα καράβια τους, κάποια οχυρωματικά έργα που σημάδεψαν το παρελθόν, λίγα εστιατόρια και ξενώνες, με κουλτούρα εκκρεμές ανάμεσα στις δύο χώρες ένθεν κακείθεν, τουτέστιν τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ένα «νησί από νωρίς/σημείο διεκδίκησης/μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας… Νησί εκκρεμές/ μετρονόμος/που σταμάτησε/και ξεκουράζεται/στη μέση».

Οι ποιητικές εικόνες των ποιημάτων της, οι άφθονες παραλίες κυριολεκτικοί πίνακες ζωγραφικής, αφού εδώ, «…ο ήλιος δεν βιάζεται να δύσει/καθώς πίνουμε καφέ από το θερμός./ Πολύ βαθιά μέσα/η υποψία ενός πλοίου/διασχίζει τη Μάγχη». Οι ιστορικές αναφορές αφθονούν με πληθώρα στοιχείων άγνωστων κατά κανόνα στους περισσότερους εξ’ ημών. Παντού όμως, καταλήγουν στην επιθυμητή και διαφαινόμενη ένωση των ανθρώπων, γιατί όπως προτάσσει τους στίχους «…οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε /μια θέση/στη ζωή/ των άλλων…» του Τάσου Λειβαδίτη στο δικό της ποίημα ‘Nexus’, έτσι και τούτο το νησί τώρα, μας λέει «… ήταν κάποτε δύο νησιά./Το μικρό, βόρειο κομμάτι/συνδέονταν με το νότιο με/μια γέφυρα, the Bridge/ ώσπου κάποια στιγμή/ γέμισαν το κενό με πέτρες και τούβλα/φτιάχνοντας αναχώματα και κανάλια/ώστε σήμερα/ελάχιστα να θυμίζουν την παλαιότερη διαίρεση./ Γιατί/πάντα αποζητούμε την ένωση./Αυτή μας φέρνει στη ζωή, μέχρι/να ξεχωρίσουμε απ’ τη μάνα μας/και ψάχνουμε από τότε/νέο ομφάλιο λώρο/προς κάτι μεγαλύτερο από εμάς»!

Η ποιήτρια δείχνει την ευγνωμοσύνη της για την παραμονή και φιλοξενία της σε εκείνο το απομονωμένο μέρος της Μάγχης, αλλά παράλληλα θυμάται τη χώρα της έστω και μέσα από αφηγήσεις ή αναφορές άλλων. Έτσι αρέσκεται στο άκουσμα των αγγλικών λέξεων ‘antidote’, ‘epidermis’, και ‘microscope’ από την προσωπική της γιατρό, αλλά όπως υπερθεματίζει στο ‘THESAURUS’, «… Τέτοιες στιγμές νιώθω ότι/αν φωνάξω/Psyche, Anthropos, Cosmos / κάποιοι/θα με καταλάβουν./Αυτοί/που ξέρουν πως/η Ψυχή, και ο Άνθρωπος και ο Κόσμος/έχουν/ παντού/την ίδια/γεύση», φέρνοντας στο προσκήνιο τις έννοιες της πολυπολιτισμικότητας με την συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών από τη μια μεριά της παγκοσμιοποίησης, της οικουμενικότητας και της αποδοχής, της κατανόησης και ανοχής των ιδιαιτεροτήτων και της κουλτούρας ενός εκάστου. Του άλλου!

«…Ο γρανίτης επιμένει κάτω/από τα βότσαλα./Οι αιχμηρές γωνίες/καμουφλαρισμένες από/την απαλή στρογγυλάδα/θα τραυματίσουν/τον ανύποπτο επισκέπτη…», γράφει στο ποίημά της που φέρει τον τίτλο ‘ΠΑΡΑΛΙΑ PEMBROKE, ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ’, με την ελπίδα της οι απόψεις, οι βαθύτερες σκέψεις και οι συμπεριφορές των ανθρώπων να μην επιμένουν όπως ο γρανίτης κάτω από τα βότσαλα και τραυματίσουν τις ψυχές των άλλων ανθρώπων. Η συλλογή της ετούτη, όπως εξομολογείται η ίδια, έχει σκοπό να «…χαρτογραφήσει καταστάσεις του είναι και να συνδέσει το τοπικό με το οικουμενικό και το προσωπικό με το συλλογικό…».

Η Μαριάννα Πλιάκου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1976. Σπούδασε Ιστορία, Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία και Ψυχολογία. Ζει κι εργάζεται στο νησί Γκέρνσι (Guernsey). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές ‘Σιωπή’ (εκδόσεις Πολύτροπον 2015) και ‘2017’ (εκδόσεις Κύφαντα, 2019). Τώρα επιστρέφει στην επικαιρότητα με τη νέα της ποιητική συλλογή ‘Χ’ που μόλις κυκλοφόρησε από τις φιλόξενες Εκδόσεις Βακχικόν.

*Από εδώ: https://www.fractalart.gr/x-marianna-pliakoy/

Μάνθος Λύκαμνος, «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας», Εκδόσεις Libris X Machina

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχει παρατηρηθεί αρκετές φορές η προσπάθεια αρκετών ποιητών να αποδώσουν μια ποίηση εντελώς ελεύθερη χωρίς περιορισμούς. Άλλοι πέτυχαν να δώσουν κάτι ξεχωριστό και άλλοι όχι.
Έχουμε, λοιπόν, στα χέρια μας την ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Libris X Machina.
Το πρώτο, που παρατηρούμε είναι ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή έχει μια ιδιαίτερη ορθογραφία, που θα την χαρακτηρίζαμε πιο ελεύθερη. Ο στίχος αλλού είναι ελεύθερος και αλλού ακολουθεί πιο παραδοσιακή φόρμα με χαλαρές ρίμες και έναν εσωτερικό ρυθμό, που κάνει τα ποιήματα να διαβάζονται αβίαστα ενώ αρκετά από αυτά θα μπορούσαν να μελοποιηθούν.
Η ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου είναι χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες: Σεληνιασμοί και σπιτικές ιερουργίες, Μότο-ποίηση, εξεγερτική ποίηση, ζωική ποίηση. Τέσσερις ενότητες, τέσσερα ρέκβιεμ, που θρηνούν για όσα βλέπει ο ποιητής να συμβαίνουν γύρω του αρχίζοντας από το προσωπικό. Το προσωπικό, που αρχίζει από τον έρωτα, που μπορεί να επιβιώσει ενάντια στις αντιξοότητες: «κι αν ειν’ τα σπιτια μας κλειστα και μπορες τα χτυπανε / θαρθουν παιδια στην πορτα σου που ξερουν να αγαπανε». Όμως, ο έρωτας μπορεί να χαθεί ή να έχει τραγική κατάληξη. Τότε ο ποιητής συνεχίζει να δημιουργεί μοναχικά και περήφανα. Μοναχικός σαν λύκος, περήφανος σαν αετός και ταξιδιάρικος σαν γκιώνης. Να γίνει Απάτσι των τρώγλεων και να σηκώσει τα μαύρα λάβαρα των υπονόμων. Ο μοναχικός λύκος, που θα ανέβει στην μοτοσυκλέτα σαν σύγχρονος κουρσάρος, σαν τσιγγάνος, που αλλάζει συνέχεια κατοικία, σαν ινδιάνος της ασφάλτου, νοσταλγεί μια επιστροφή στη φύση, στην αθωότητα και στην αγνότητα, που διακρίνει τους αμνούς. Εδώ μπορεί να ταιριάξει και το επώνυμο Λύκαμνος. Λύκος μοναχικός, αλλά και αγνός σαν αμνός. Ένας λύκαμνος, που ψάχνει καταφύγιο σε μια πόλη που δεν κοιμάται. Που λαχταρά μια γλυκιά κουβέντα, ένα χάδι, όμως, δεν βρίσκει ανταπόκριση γιατί «τα φωτα της ραμπας εκλεισαν / μηπως ηταν απο παντα σβηστα?»
Όμως, ο ποιητής ψάχνει να βρει διέξοδο κι αναρωτιέται: «Πες μου πως δραπετεύουμε στ’ ονειρο του φυγά / του αετού του αρχέγονου. / Δείξε μου τον τρόπο να γίνουμε πάλι παιδιά / παιδιά ατελή και άχρονα. / ζώα ουτοπικά. / Να μην λοξοδρομήσουμε στον δρόμο του φονιά.» Κι όμως, υπάρχει διέξοδος. Υπάρχει λύση. Αρκεί να το συνειδητοποιήσουν όσο περισσότεροι γίνεται: «το ξαναλεω πως η πορτα της φυλακης ειναι ανοιχτη / γνωριζουμε τον δισταγμό για το μεγαλο άλμα / ενα σαλτο ομως ειναι η εφοδος στον ουρανο».
Πριν κλείσουμε αξίζει μια αναφορά και στα σκίτσα που στολίζουν το εξώφυλλο και αρκετές σελίδες της ποιητικής συλλογής του Μάνθου Λύκαμνου. Πρόκειται για έργα του ίδιου του ποιητή, που με την ψυχεδελική τους ατμόσφαιρα συνοδεύουν υποβλητικά τα ποιήματα.
Συμπερασματικά, από την ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου “Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας», αναδεικνύονται οι τέσσερις άξονες των ανθρώπινων αξιών, που είναι ο έρωτας, η ελευθερία της ταχύτητας, η εξέγερση και η αδερφική αγάπη για τα ζώα. Ο ποιητής ως άλλος λυπημένος στρατιώτης με αυτό το έργο του καταφέρνει «να κάνει σαματά να διώξει τα πουλιά / μη τα βρει ο δολοφόνος στην πρώτη τους φωλιά.»

Ο Γιώργος Βέης για τη «Σύμπραξη χρόνου»

Χρήστος Νιάρος – Δημήτρης Τρωαδίτης
Σύμπραξη χρόνου
Εκδόσεις Στοχαστής

Αμφότεροι ζουν κι εργάζονται επί έτη στη Μελβούρνη. Η νοσταλγία για την αρχική πατρίδα είναι βεβαίως αναμενόμενη. Οι εγγενείς αντιφάσεις, οι αμφιβολίες, οι όποιοι αιτιολογημένοι επαναπροσδιορισμοί, οι δημιουργικές αποδομήσεις και οι σχεδόν καθημερινοί έλεγχοι των επακόλουθων ψευδαισθήσεων ανιχνεύονται αμέσως. Την ίδια ακριβώς στιγμή οι μηχανισμοί της ικανής και αναγκαίας εκείνης προσαρμογής στο θετό χωροχρόνο επενεργούν μεθοδικά. Ο διάλογος με την ετερότητα επιβάλλει προοδευτικά και συναινετικά, εννοείται, τους δικούς του κανόνες.

Ο λόγος πηγάζει λοιπόν από μια νέα ταυτότητα. Έτσι π. χ. ακούω ευκρινώς τον Χρήστο Νιάρο: «Δεν έβγαλα λόγο στην Πνύκα ούτε στη Βαρβάκειο/δεν είχα να προσθέσω ούτε να αγοράσω κάτι/δεν κοίταξα στα μάτια τα αγάλματα/δεν έφυγα σε ταξίδια που ονειρεύτηκα/δεν πέταξα ένα ξερό «τα πάντα ρει»/δεν άκουσα τη σιωπή στο λιμάνι/δεν έριξα ακόμη άγκυρα/δεν έστειλα μήνυμα/δεν το είπα/δεν το έκανα/δεν απουσιάζω/δεν κρατώ ημερολόγιο/δεν μοιάζει η κάθε νύχτα με την επόμενη/δεν αναρωτιέμαι πια/δεν έχω άλλο χρόνο, άλλωστε,/δεν είμαι ο ίδιος πια».

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης επισημαίνει, αντιστοίχως, ορισμένες διακλαδώσεις των διαλεκτικών εναλλαγών του βίου. Παραπέμπω στα εξής χαρακτηριστικά σημεία των πηγαίων, αναπόφευκτων εν τέλει εξομολογήσεων «Καλά κάναμε και φύγαμε/καλά κάναμεκαι μισέψαμε/καλά κάναμε και μοιράσαμε/τα υπάρχοντά μας/καλά κάναμε και δεν επιστρέψαμε/στις καιόμενες πόλεις/τα γεφύρια είχαν κοπεί πίσω μας/τα δάση είχαν γίνει στάχτη/κι οι εαυτοί μας χάθηκαν/με την έλευση του απόβραδου/τα ταξίδια μας ήταν νηστικά/και διψασμένα/δεν είχαμε νερό πια/δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε/δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε/καλά κάναμε και αποστατήσαμε».

Το τραύμα μάλλον δεν πρόκειται να κλείσει. Η γραφή έχει εν τω μεταξύ αναλάβει το πρόσθετο βάρος να εκλογικεύσει, στο μέτρο του δυνατού, ορισμένες τυπικές εμπειρίες στην Πέμπτη Ήπειρο.

Γιώργος Βέης
«ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ» τεύχος 44

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μαρμαρογλυφείο [Shine] (εκδόσεις Στίξις)

Αντώνης Χαριστός

Εάν η ποιήτρια Θεοδώρα Βαγιώτη έγραφε στις αρχές του 19ου αιώνα και δη στη Γαλλία, θα εντάσσονταν με χαρακτηριστική άνεση στην κατηγορία του πρώιμου ρεαλισμού. Στο ίδιο αυτό λογοτεχνικό ρεύμα στο οποίο, τη δεκαετία του 1830, εμφανίζονται οι πρόδρομοι του ρεαλισμού και συγκεκριμένα οι Stendhal και Balzac, αντιμετωπίζοντας το λόγο ως καθρέφτη των ηθών της εποχής.

Ως στάση και θέση μέσα στη λογοτεχνία ο ρεαλισμός αποκρυσταλλώνει τα διακριτά του χαρακτηριστικά ταυτόχρονα με σειρά κοινωνικών γεγονότων, μέσω των οποίων μεταβάλλονται τόσο η οπτική θέασης των πραγμάτων όσο και αποτύπωσή τους στο δημόσιο χώρο. Ανάμεσά τους καταγράφονται η επανάσταση του 1848 η οποία επανάφερε στο προσκήνιο το περιεχόμενο της λαϊκής βούλησης, αλλά και υπέδειξε τα όρια των μαζών· η ανακάλυψη της φωτογραφίας που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έβλεπαν τον κόσμο· η ζωγραφική του Courbet, ο οποίος αντιτάχθηκε σε μεθοδεύσεις εξιδανίκευσης της τέχνης· ο θετικισμός του Comte κ.α. Προφανώς, δεν θα επεκταθούμε στον επιστημονισμό συνώνυμο του οποίου υπήρξε η αντίληψη περί ρεαλισμού. Θα περιοριστούμε στα δεδομένα τα οποία η τέχνη του λόγου όρισε ως αυστηρό πλαίσιο αυτού.

Κι αν ο Damian Grant, στο έργο του «Ρεαλισμός», (εκδ. Ερμής, Αθήνα 1988 (2η έκδ.), 91-92) γράφει: «Η μελέτη του ρεαλισμού αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση […] μέρος του γενικότερου προβλήματος των σχέσεων ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. […] ο απλοϊκός ρεαλιστής φαντάζεται ότι μπορεί να γίνει η αναπαράσταση του κόσμου με λέξεις, ή με κάποιο άλλο μέσον, κι ότι μπορεί να επιτύχει την αναπαράσταση αυτή δηλώνοντας ότι το κάνει, κι υποσχόμενος να εργαστεί με απλότητα κι ειλικρίνεια. […] Μα είναι εύκολο να αποδειχτεί πως η αναπαράσταση αυτή είναι ακατόρθωτη τόσο τεχνικά όσο και φιλοσοφικά», ευτυχώς η ποίηση τον διαψεύδει και μάλιστα εκδικητικά. Εάν στην εγχώρια παραγωγή η ποίηση έχει βυθιστεί άνευ χάρτη και προορισμό στο συναίσθημα και την απαξίωση της εικόνας, ορισμένοι επιμένουν να δημιουργούν με γνώμονα την αυστηρή ανάλυση των δεδομένων της πραγματικότητας.

Ανάμεσά τους η ποιήτρια Θεοδώρα Βαγιώτη. Αναπαριστά την εικόνα της βιωμένης εμπειρίας με τέχνη εικαστικής λεπτομέρειας. Προσεγμένη στο μέγεθος της ποιητικής ταυτότητας και με χρονική καταγραφή μίας συντελεσμένης ενέργειας σε διάσταση από τον παρελθόντα χρόνο, η ποιήτρια κυριολεκτικά μαγνητίζει πρόσωπα, καταστάσεις και διαδραματιζόμενα γεγονότα. Δεν επιτρέπει στο συναίσθημα να τυφλώσει την κρίση της. Έχει λάβει αποστάσεις ασφαλείας, τέτοιες που αντικειμενικά πια προσεγγίζει τα υπαρξιακά φερέφωνα της σκέψης. Τα δεδομένα με τα οποία συγκολλά τις πτυχές μιας προσωπικότητας στο λόγο είναι αυθεντικά. Δεν αφήνεται να παρασυρθεί από τον κρότο των ψυχικών αντιθέσεων. Έχει μεσολαβήσει ανάμεσα στην επιθεώρηση των αισθήσεων και την κριτική δομή των προσλήψεων. «Επισκέπτομαι τον τάφο/του πατέρα κάθε/ψυχοσάββατο, του φτιάχνω/στάρι, τον ταΐζω στο στόμα/τον φιλώ στο μέτωπο» (σελ. 19) και η περιγραφή/οι περιγραφές που ακολουθεί/ούν είναι συγκλονιστικές μιας ζώσας πραγματικότητας. Στη θέση της φαντασίας τοποθετεί την εξονυχιστική παρατήρηση. Δεν καταλήγει στην απομόνωση της οπτικής των αιτιών. Αντίθετα, με αφετηρία τις αισθήσεις, υπερβαίνει τον στενό ορίζοντα των συναισθηματικών απολήξεων και αναπλάθει το περιεχόμενο της πράξης στον καμβά του χωροχρόνου. Αφαιρεί το πλαίσιο για να ανακαλύψει, με θάρρος, την προοπτική που κρύβεται πίσω από την συντελεσμένη ενέργεια των προσώπων.

Θέτει μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της ευθύνης. Ποιος/α διαθέτει τα εχέγγυα να αναμετρηθεί το περιεχόμενο της λέξης, προτού αυτή αποκτήσει σάρκα και οστά στις δράσεις των υποκειμένων της ιστορίας; Και απαντά η ποιήτρια, δεν στέκεται μετέωρη στο διάβα της ιστορικής μνήμης. Τι κι αν η ήττα, τόσο ατομική όσο και συλλογική, γυροφέρνει τις επιθυμίες; Εκείνη έχει αναγνώσει την ιστορία απ’ την ανάποδη τροχιά. Εκκινά με γνώμονα την απώλεια για να περισώσει τα θύματά της (βλ. ιστορία), όπως αυτά τεκμηριώνουν την ουσία της αποξένωσης. Όχι απλά δεν ξεθωριάζει την αντοχή της, αλλά παρεμβαίνει με τρόπο άμεσο και δεικτικό στις εξελίξεις. Αναμετράται με τον θάνατο, τον ξεμπροστιάζει στο μεγαλείο της ανθρώπινης ουδετερότητας προκειμένου να μετατρέψει τα συνθετικά του υλικά σε υποκείμενα μίας επερχόμενης καταιγίδας. Καταιγίδας ψυχικών συγκρούσεων, διότι η ποιήτρια επιθυμεί τη ζωή. Προβάλει και προωθεί το αίτημα αυτής σε διαστολή με την συνολική υπονόμευση την οποία αντιμετωπίζει στον εξωτερικό περιβάλλοντα χώρο.

Το πρόσωπο του πατέρα, για παράδειγμα, φέρει μέσα του την σκληρή γειτνίαση του ενστίκτου της επιβίωσης. Και αυτή η σχέση έχει μετατραπεί σε Αχίλλειο πτέρνα της έκφανσης των σωμάτων. Για το λόγο αυτό η ποιητική ωδή της δημιουργού επικεντρώνεται στην αποδέσμευση απ’ τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της πατρικής εστίας (κάθε άμεσης ή έμμεσης αντιστοιχίας με την έννοια και την δέσμη αξιών πατρικής εστίας) και υψώνει ανάστημα. «Όλα στο σφυρί/για λίγο ψωμί και ελευθερία/η βάσανος που μ’ έσφιξε στην πείνα και τον θάνατο» (σελ. 44) και το Μαρμαρογλυφείο αποκτά ουσία. Μετατρέπεται σε πεδίο αναφοράς για μία τεθλασμένη πρόσοψη της πραγματικότητας. Έχει μεταφερθεί πλέον σε νέα διάσταση η αίσθηση της υπόστασης. Δεν αρκούν οι λέξεις. Δεν αρκούν οι εικόνες. Απαιτεί η ποιήτρια φως. Οι στίχοι βρίθουν από την πηγαία ανάγκα για φως. Το παρελθόν της παιδικής ηλικίας μεταβαίνει στο παρόν της ενηλικίωσης, σε έναν κόσμο μόνιμης αποκτήνωσης.

Μα, δε σωπαίνει. Αποτυπώνει μία ιδιότυπη, κοινωνιολογικής και ψυχολογικής υφής, αιτιότητα στην ακρίβεια της περιγραφής και μετασχηματίζει την επικοινωνία σε τάση απογύμνωσης και αποκάλυψης. Η στιγμή αναγνωρίζεται ως πίνακας ζωγραφικής απεικόνισης. Κάθε στιγμή συμβολίζει την ισορροπία ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Η ίδια ακροβατεί πότε στη μία και πότε στην άλλη πλευρά της ιστορίας, δίχως ποτέ να αστοχήσει στις απαιτήσεις της προσωπικής της αντήχησης. Δεν αναμένει τη μεταφυσική απάντηση στα ερωτήματα τα οποία η ζωή θέτει με κόπο στον καθημερινό μόχθο της. Ταυτίζεται μαζί της και ανασκευάζει την προώθηση του μέλλοντος σε καιρούς δύσβατους. Κάθε τόσο αναπολεί, αλλά δεν ματαιοπονεί στη μονοτονία. Αναπολεί περασμένες στιγμές σε έναν χρονικό ορίζοντα μεγεθυμένων προθέσεων· ακριβώς, επειδή τις ίδιες στιγμές θα επεδίωκε να αναπαραστήσει σε κάθε δεύτερη, ίσως, ευκαιρία. Και καταλήγει να μετρά, στα δάκτυλα του ενός χεριού, τις αληθινές συσπάσεις της επιθυμίας, που η ζωή απλόχερα της χάρισε.

Το Μαρμαρογλυφείο, λοιπόν, καθρεφτίζει τα όνειρα και τις εμπειρίες της ψυχικής αφρόκρεμας των ανθρώπων, που ο χρόνος δεν υπονόμευσε την αλήθεια τους.

*Από εδώ: https://tetragwno.gr/vivlio/poiisi/kritiki-theodora-vagioti-marmaroglyfeio-shine-ekdoseis-stixis?fbclid=IwAR1My_QAKgmILBFVtVD6-Zn6yV0BsDRm3Bb3Aj6vW5MOWV-FyHdi9sSfc0M

«Μαύρες Ρίζες» – Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΤΕΜΠΕΛΗ*

Το βιβλίο, για το οποίο σήμερα γίνεται λόγος εδώ και κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις «Στοχαστής», μου κράτησε συντροφιά αρκετές μέρες του Φλεβάρη (περίοδο, συμπτωματικά, κατά την οποία η Αμερική γιόρταζε το Black History Month) και το διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον, ομολογουμένως. Κι εκείνος που έκανε τη μετάφραση και την ανθολόγηση αυτής της συλλογής, όπου παρουσιάζονται δεκαοχτώ Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου, δεν είναι άλλος απ’ το Νίκο Λάιο, κοινωνικό ανθρωπολόγο, με τον οποίο είχα ήδη συζητήσει κάποια πράγματα που μπορείτε να διαβάσετε κι εσείς σ’ αυτήν την ανάρτηση.

Παρά το ότι όμως, είχε αναφερθεί στις επιλογές του τότε, το πόσο βαθιά βούτηξε – ή να γράψω καλύτερα έσκαψε;- στην ελληνική γλώσσα, για να διαλέξει μία μία τις κατάλληλες λέξεις, ώστε να μεταφράσει αυτά τα ποιήματα, δε μπορούσα να το φανταστώ. Το μεράκι κι η αφοσίωση του, εύκολα συνάγονται πάντως, απ’ το αποτέλεσμα. Και τι κέρδος για ‘μας που διαβάζουμε αυτό το βιβλίο, το να θυμόμαστε λέξεις που τείνουν να εκλείψουν, το να ψάχνουμε τη σημασία άλλων… Πρωτίστως βέβαια κι απείρως σημαντικότερο, είναι το ότι τον δικαιώνει αυτή η στάση του. Ο μόχθος του αποδίδει επειδή δε μεταφράζει απλώς, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα γήινη, ιδιωματική, μεστή, με μελωδικότητα, αλλά εξοικειώνοντας μας έτσι και με το ύφος των εκπροσώπων μιας εποχής που τόσα κοσμοϊστορικά γεγονότα και τόσα κοινωνικά κινήματα την καθόρισαν. Μας κάνει ν’ «ακούμε» τη φωνή τους, γυρίζοντας μας πίσω στο χρόνο και ρίχνοντας μια σημαντικότατη γέφυρα, έτσι, διαλεκτικής θα έλεγα, επικοινωνίας, με το παρόν που βρίθει συγκρούσεων και διλημμάτων.

Στο σημείωμα του μεταφραστή που υπάρχει στην αρχή του βιβλίου, εξηγεί μεταξύ άλλων, με ποιο τρόπο δούλεψε: «κοιτάξαμε να αξιολογήσουμε άντρες και γυναίκες, χωρίς φιλτραρίσματα στη βάση ιδεολογικών ή άλλων πεποιθήσεων. Όπου στάθηκε δυνατό, προτιμήσαμε ποιήματα μικρά σε έκταση, κάνοντας χώρο για περισσότερους ποιητές και ποιήτριες, οπτικές και θέματα.

Περιοριστήκαμε, ακόμα, σε ποιητές και ποιήτριες που βοηθάνε μιαν ιδέα «γενιάς», «φουρνιάς» του Μεσοπολέμου, με κριτήριο την «ποιητική» ηλικία πιο πολύ, παρά τη φυσική…» Έτσι, βρήκα ποιήματα που περίμενα όπως αυτά των: Λάνγκστον Χιουζ, της Ανν Σπένσερ, κ.α. Έχοντας διαβάσει μάλιστα, ορισμένα, όπως αυτά του Κάουντέη Κάλλεν στο πρωτότυπο (μου έρχονται στο νου, πάντως κι άλλα, όπως το «Quashie to Buccra» του Κλωντ Μακ Κέϋ που έχει ανάλογες ιδιαιτερότητες με το «Ο Γέρο-Ρήγας Μπάμπακας» του Στέρλινγκ ‘Αλλεν Μπράουν), έχω και μια ιδέα, του πόσο δύσκολο ήταν το έργο του.

Ο Στέλιος Ελληνιάδης, με τη σειρά του, σε μια εξαιρετικά εμπεριστατωμένη εισαγωγή, μας θυμίζει ποιες ήταν οι κοινωνικές αναπαραστάσεις της εποχής για τους μαύρους, πόσες διακρίσεις αντιμετώπιζαν καθημερινά και σε πόσα επίπεδα έπρεπε ν’ αγωνιστούν για να πετύχουν τις όποιες αλλαγές συντελέστηκαν, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι και στις μέρες μας δεν αντιμετωπίζονται συχνότατα ως υποδεέστεροι, ως πολίτες β’ κατηγορίας (και μόνο τα περιστατικά όπου υφίστανται αλόγιστη αστυνομική βία ν’ ανακαλέσουμε, με πιο πρόσφατη την υπόθεση Τζορτζ Φλόιντ, αρκεί).

Μιας και υπάρχει εδώ στο blog πάντως, απόσπασμα απ’ το σπουδαίο κείμενο του Γουίλιαμ Έντουαρντ Μπέρχαρν Ντυ Μπουά, «Strivings of the Negro People», στο οποίο περιέγραφε τι σήμαινε για ‘κείνον να ορίζεται ως ..πρόβλημα εξαιτίας του χρώματος του δέρματός του κι αναγνώριζε την υπαρκτή διττότητα του να είναι Αμερικανός Νέγρος (η λέξη δεν είχε τότε τις σημερινές απαξιωτικές συνδηλώσεις, κάτι που εξηγεί κι ο Λάιος με άλλη αφορμή στο βιβλίο), θα σας προτείνω να το διαβάσετε επικουρικά. Αναλύει άλλωστε τις υπαρκτές προκλήσεις μιας ολόκληρης εποχής, απ’ την οπτική εκείνων που πρωτίστως τις βίωναν.

Και συνεχίζοντας, θ’ αναφέρω ότι βρήκα πολύ χρήσιμη – κι όχι απλά λογικά αναμενόμενη-, την επιλογή του κυρίου Ελληνιάδη, ν’ αναλύσει τη σχέση της τζαζ μουσικής και περισσότερο αυτής των μπλουζ, με την λογοτεχνική παραγωγή (αρκετά άλλωστε απ’ τα ποιήματα της συλλογής, έχουν μελοποιηθεί και τόνισε κι ο μεταφραστής της στην κουβέντα μας, αυτή τη σύνδεση). Κι ενώ θα μπορούσα να παραθέσω περισσότερα από ένα αποσπάσματα, θα περιοριστώ εσκεμμένα σ’ αυτές τις λίγες γραμμές όπου η ουσία συμπυκνώνεται σ’ ένα συμπέρασμα και μια σχεδόν ρητορική, ερώτηση: «όποιο ήχο που έχει παγκόσμια διάχυση κι αν σηκώσεις στην Αμερική θα βρεις από κάτω μία μαύρη ρίζα. Ή, όπως μας το έθεσε ένα απόγευμα την άνοιξη του 1990, πίνοντας καφέ στο Σύνταγμα, ο μεγάλος σαξοφωνίστας Άρτσι Σεπ, «πώς θα ήταν ο κόσμος αν δεν υπήρχαν οι μαύροι;»

Η λαϊκή, ανεπιτήδευτη ποίηση των μπλουζ με τη λιτότητα των εκφραστικών της μέσων, την υποβλητική επαναληπτικότητα και το σπαρακτικό – συχνά – ρυθμό της, ήταν επόμενο να επηρεάσει τους δημιουργούς του Μεσοπολέμου. Όπως έχει σχολιάσει, μάλιστα, ο Έρικ Τζ. Χομπσμπομ στο βιβλίο του «Η σκηνή της τζαζ» («Εξάντας», 1988): «Η αντίληψη για τη ζωή που εκφράζουν τα μπλουζ είναι ώριμη, ειλικρινής, χωρίς αυταπάτες και υποκρισία και γι’ αυτό η ποίηση τους θυμίζει τόσο συχνά τους στίχους του Μπρεχτ, ο οποίος έχει κι αυτός εμπνευστεί από την αμεσότητα του λαϊκού τραγουδιού…»

Αυτές οι εκλεκτικές συγγένειες, δε μπορούν λοιπόν, θεωρώ, να αποδοθούν στα ελληνικά, με μια γλώσσα ανάρμοστα σύγχρονη. Τα ποιήματα που κουβαλούν μνήμες δουλείας, κάματου, τρόμου, φρίκης, αλλά και φλογερής αντίστασης, ακόμη ακόμη και αισθήματα μεγάλης ψυχικής ανάτασης – πότε με όχημα ντοπιολαλιές του Νότου και πότε με τη μητροπολιτική αργκό -, δε θα μπορούσαν να τύχουν μοντέρνας μετάφρασης και να παρουσιαστούν έτσι, αναπόφευκτα, αποκαθαρμένα κατά κάποιο τρόπο, απ’ το ιστορικό τους παρελθόν και τις ιδεολογικόπολιτικές τους φορτίσεις. Εξάλλου, τα νοήματά τους είναι σημερινά κι αυτό είναι που μετράει περισσότερο. Ψάχνουμε κι εμείς τη θέση μας στον κόσμο, μ’ έναν παρόμοιο τρόπο, με τους δημιουργούς της συλλογής. Μοιραζόμαστε κοινές αγωνίες, διαχειριζόμαστε ποικίλες ματαιώσεις, κρατάμε ψηλά, μα καθημερινή προσπάθεια, λάβαρα ελπίδων. Σπουδαία δουλειά έκανε λοιπόν, απ’ αυτή την άποψη, με την ανθολόγηση και τη μετάφρασή του ο Λάιος και πολύ χαίρομαι, που κυκλοφορεί ένα τέτοιο βιβλίο στη χώρα μας.

Ξεχώρισα πολλά ποιήματα, ειν’ η αλήθεια, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, όπως το «Φλάμπουρο» της Τζέσση Ρέντμον Φώσετ, τα «Άσπρα πράγματα» της Ανν Σπένσερ, το «Σαν πρέπει να πεθάνουμε» και το «Λυντσάρισμα» του Κλωντ Μακ Κέϋ, το «Πορτραίτο» της Ανίτα Σκοτ Κόλμαν, το «Χαιρετισμό στη σημαία» και την «Εναποθήκευση» της Έστερ Πόπελ Σω, το «Μέρα και Νύχτα» του Λούις Γράντισον Αλεξάντερ, το «Γεροί άντρες» και το «Ο Γέρο-Λεμ» του Στέρλινγκ ‘Αλλεν Μπράουν, το «Ανάμεσα στον κόσμο και σε μένα» του Ρίτσαρντ Ράϊτ, κ.α. Ίσως, άλλη στιγμή, να επανέλθω, δημοσιεύοντας κάποιο απ’ αυτά που δεν αναφέρω.

Ο μεταφραστής της συλλογής, έχει φροντίσει επίσης, ώστε να υπάρχουν τα βιογραφικά όλων των δημιουργών, βαλμένα μάλιστα, πριν απ’ τα ποιήματά τους, κι έχει παραθέσει σημειώσεις με τη μορφή υποσέλιδων παραπομπών όπου χρειάζονταν, ώστε όλα μας να καταλαβαίνουμε τα σημασιολογικά φορτία συγκεκριμένων λέξεων και να μας είναι σαφείς οι μεταφραστικές του επιλογές.

Έτσι, σε δεύτερο επίπεδο, διαπιστώνουμε και το ρόλο που έπαιξαν περιοδικά όπως το «The Crisis» της διαφυλετικής συλλογικότητας NAACP (National Association for the Advancement of Colored People), συσπειρώνοντας διανοητές και ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών.

Γενικά, η έκδοση που σχεδίασε ο Λουκάς Αξελός, είναι πολύ προσεγμένη και χάρηκα που παρατήρησα τα μικρά κοσμήματα στους αριθμούς των σελίδων και κάτω απ’ τα ονόματα των συγγραφέων. Το εξώφυλλο επιμελήθηκε η Χριστίνα Ανδρέου και τις τυπογραφικές διορθώσεις έκανε η Δάφνη Ανδρέου.

Στο βιβλίο παρουσιάζονται κατά σειρά ποιήματα των: Τζόρτζιας Ντάγκλας Τζόνσον, Τζέσσης Ρέντμον Φώσετ, Ανν Σπένσερ, Έφι Λη Νιούσαμ, Κλωντ Μακ Κέϋ, Αννίτας Σκοτ Κόλμαν, Τζην Τούμερ, Έστερ Πόπελ Σω, Λούις Γκράντισον Αλεξάντερ, Στέρλινγκ Άλλεν Μπράουν, Λάνγκστον Χιουζ, Γκουέντολιν Μπεννέτας Μπέννετ, Άρνα Γουέντελ Μπόντομ, Κάουντεη Κάλλεν, Φρανκ Μάρσαλ Ντέηβις, Έλλην Τζόνσον, Ρίτσαρντ Ράϊτ, Μέης Βιρτζίνια Κάουντερυ.

Και αντί επιλόγου, θα σας αφήσω με λίγες γραμμές απ’ το ποίημα «Μαύρα χέρια έχω δει» του Ρίτσαρντ Ράϊτ:

«Είμαι μαύρος κι έχω μαύρα χέρια δει, μιλιούνια και μιλιούνια

από δαύτα,

Από μιλιούνια μάλλινους σωρούς και φανελένιους μικρούλια

μαύρα δάχτυλα έχουν απλώσει ανάστατα και πεινασμένα,

ν’ αρπάξουν τη ζωή…»

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο της Αικατερίνης Τεμπέλη εδώ: https://aikaterinitempeli.wordpress.com/2022/03/02/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B5%CF%82-%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CF%86%CF%81/?fbclid=IwAR1jYkVtLLu5JzFyf_hF9fURyVndolLJka4R33n325eWH1-6V_x501qh3wk