Οι «Σημειωμένες διαφάνειες» του Νίκου Νομικού

ΤΗΣ BRIANNA BULLEN. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ*

Noted Transparencies by Nikos Nomikos
Trans. George Mouratidis
Owl Publishing, 2016

Αυτά τα συμβάντα που λέγει, η πένα της ζωής μου, είναι προσωπικές διαφάνειες που σημειώνουν, την βαθιά φωνή της καρδιάς, μέσα στο κύλισμα του χρόνου, κάτω από το φως της θείας οικονομίας.

Ειλικρίνεια, οικειότητα και διαφάνεια είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τις Σημειωμένες Διαφάνειες του Νίκου Νομικού.
Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934, ο Νομικός έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, με τις Σημειωμένες διαφάνειες να αποτελεί την τελευταία δουλειά του ώριμου αυτού καλλιτέχνη. Η ωριμότητα δημιουργεί μια αίσθηση της ζωής που έζησε, με ένα παρελθόν στοιχειωμένο στο παρόν. Η συλλογή περιέχει 30 ποιητικά χρονογραφήματα, όλα, με μία εξαίρεση, αποκαλυπτόμενα και γραμμένα στις βουβές ώρες μιας μόνο νύχτας. Σ’ αυτές τις νυχτερινές εξάρσεις έρχεται η ανάμνηση της διαμόρφωσης της παιδικής ηλικίας σε μια άκρη του Νείλου.
Η συλλογή αυτή εκδόθηκε ως δίγλωσση από τις Owl Publishing, όπου το πρωτότυπο ελληνικό έργο παρατίθεται δίπλα, παράλληλα με την αγγλική του μετάφραση, σηματοδοτώντας την πρώτη φορά που έργο του Νομικού διατίθεται στα αγγλικά, ενώ δίνεται έμφαση στο ότι όσα παρατίθενται στην εν λόγω έκδοση δεν είναι παρά η ανασυγκρότηση του οράματος του Νομικού. Η μετάφραση έγινε από τον Γιώργο Μουρατίδη, ώστε να μεταφερθεί και διατηρηθεί η όλη αφήγηση στον ρυθμό.

Κινείται ανάμεσα σε δυϊσμούς, αποκαλύπτοντάς τους ως να πρέπει ο ένας να περιλαμβάνει τον άλλον στο παράδοξο: νεότητα και γήρας, απλοποίηση και υπερβατικότητα, μνήμη και πραγματικότητα, δημιουργία και καταστροφή, μια ζωή μέσα σε μια μόνο νύχτα. Η απλότητα της γλώσσας του Νομικού οδηγεί σε έναν θρησκευτικό και κοσμικό εμπλουτισμό που έρχεται από την παγκόσμια γνώση. Μυστικισμός που περιέχεται σε έναν υλικό κόσμο. Η απουσία γίνεται παρουσία, η νοσταλγία για ένα φανταστικό παρελθόν μια ευχάριστη τιμωρία. Η «ρόδινη χρωματιστή άνοιξη» μεταφέρει «τον χειμώνα της Περσεφόνης», κάνοντας τη ζωή και το τέλος της να αποτελούν αμοιβαίες δυνάμεις και όχι διακριτές οντότητες.

Το έργο του Νομικού χαρακτηρίζεται από επιστροφή στην παιδική ηλικία, σ’ εκείνη τη στιγμή στο Νείλο, σε μακρινές εποχές, στους δασκάλους, στις δυνατότητες και τις πατρίδες που ποτέ δεν βίωσε και τελικά στο Θεό. Ο Νομικός ανήκει σε δύο εξέχουσες παραδόσεις γραφής: την Αλεξανδρινή-Ελληνική ποίηση και την ποίηση της «πρώτης γενιάς» των Ελλήνων μεταναστών στην Αυστραλία. Η εμπειρία της μετανάστευσης και της διασποράς είναι αναπόσπαστο μέρος της απόλυτης έννοιας της επιστροφής του ποιητή, γράφοντας με μια αποσπασματική και αυτοαποξενωμένη διαδικασία που πρέπει να αντιμετωπιστεί και να συμφιλιωθεί (με το παρόν).

Πάντως, όποιον και να ρώτησα, κανείς δεν ήξερε να μου πει γιατί
μας κάλεσαν, σ’ αυτόν τον αλλιώτικο διαφορετικό τόπο.

Μια διαδικασία που ο ίδιος ο Νομικός προσφέρει για συμφιλίωση είναι μέσω της θρησκείας. Σχήματα, πρακτικές και σύμβολα από την Ελληνική Ορθοδοξία είναι θραύσματα σε μια συρραφή. Κεντρικό ρόλο στο όραμα του Νομικού είναι η φυσιογνωμία του πανύψηλου άρχοντα, όπως ο άνθρωπος «με το χρυσωμένο περιστέρι στο στήθος του». Αν και αυτή η φυσιογνωμία τον κάνει να αισθάνεται σαν ένα «μυρμήγκι» φέρνοντας μαζί του το πανέμορφο άγνωστο και ακατανόητο, παλιό, ευτυχισμένο κόσμο στον οποίο (ο Νομικός) ανήκε κάποτε, αυτή η φυσιογνωμία δεν είναι εγγενώς αρνητική. Αυτή η αμφίσημη φυσιογνωμία υπόσχεται μια πεπερασμένη σύνδεση, έναν καθησυχασμό και ένα τέλος της υλικής επιθυμίας. Σε αυτό το όραμα, όλα κινούνται προς την κατεύθυνση μιας Αποκάλυψης. Αλλά ακόμα και αυτή η αποκάλυψη γίνεται πιθανό σημείο επιστροφής και κοινής σύνδεσης μεταξύ της ανθρωπότητας.
Ενώ η πίστη είναι αναπόσπαστο μέρος της όλης εμπειρίας του Νομικού όσον αφορά τον κόσμο, ο ίδιος αναγνωρίζει ότι ο εαυτός (το «εγώ») αλλάζει με την πάροδο του χρόνου, του κόσμου και της τύχης:

Μπορεί να ήταν διαφορετικό, των ημερών μου
το ταξίδι, κι επομένως να ήταν και η ζωή μου, σε
άλλη πορεία πλεύσης, όμως λόγω του πολέμου του
1940, και τα τραγικά του γεγονότα, είχα ταλαιπωρήσει
τον προσωπικό μου ναυαγοσώστη, καλή του ώρα

Εδώ, θρησκεία, μύθος και μνήμη δημιουργούν και επικεντρώνουν σε έναν πολύ προσωπικό κόσμο, επινοώντας και ερμηνεύοντας τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν. Ενώ μερικοί χρησιμοποιούν αυτές τις αφηγήσεις για να παρηγορήσουν και να προστατεύουν, άλλοι, όπως φαίνεται στο ένα από τα πιο εντυπωσιακά του κομμάτια, τις χρησιμοποιούν για να ζητήσουν συγγνώμη και να αποκρύψουν κάτι:

Με τον ανάρμοστο πόλεμο, για τα χριστά ήθη, κατά
του πρώην Παραδείσου, της Μεσοποταμίας, το Ιράκ,
αισθάνθηκα τον ίδιο πόνο, που μαυρίζει τις καρδιές του
κόσμου, σαν τρέχουν να κρυφτούν, από τους σωτήριους
βομβαρδισμούς, και βέβαια εις το όνομα του Θεού, όπως
συνήθως μας λένε οι μεγάλοι εγκληματίες

Ένας τρόπος για να ξεπεραστεί η εγωιστική απανθρωπιά προσφέρεται μέσω της αυτοπαραίτησης. Παραθέτοντας τον Νίκο Καρούζο, έναν άλλο Έλληνα ποιητή με τον οποίο ο Νομικός ευτύχησε να συναντηθεί, «δεν έχω τίποτα και είμαι ανάλαφρος», τονίζει ο Νομικός για την πρακτική του κοσμικού ασκητισμού, που διαπερνά τους στίχους του. Διαλογιζόμενος «σε πόσο ύψος, μπορεί να φτάσει το ανάστημά του ο άνθρωπος, μέσα από τα χτυπήματα που του προσφέρει με αγάπη, η καλομοίρα του». Ίσως ο Νομικός εικάζει ότι μόνο με αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς στο «εγώ», γιατί μόνο αυτό «μπορεί πραγματικά να αποκαλυφθεί και δεδομένου του χώρου για να περιφέρονται ελεύθερα στην ευπρέπεια του πνευματικού φωτός. Αυτό συνοψίζεται στην περιγραφή του δωματίου: «τρία επί τρία, / μα με πελώριες ασκητικές διαστάσεις, / γεμάτες φωτιές και πάθη».

Το ρητό «Ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων», του Πρωταγόρα, μια ανθρωπιστική ερμηνεία του ατόμου και όχι μια απόλυτη αλήθεια, είναι το δεύτερο δόγμα της ποίησης και της κοσμοθεωρίας του Νομικού. Ο Νομικός σέβεται τα «μόνιμα κιάλια» μέσα από τα οποία βλέπει τη ζωή, «παντού και πάντα, μέσα στα όρια του δικού μου κόσμου». Αυτό οδηγεί σε μια λογοδοσία και ηθική δυνατότητα να διαβάσει τον εαυτό του.

Η σοφία και οι κλασικά εκλεπτυσμένοι στίχοι του Νομικού φτιάχνουν μια όμορφη εμπειρία ανάγνωσης. Προσπάθειες, όπως αυτή των Owl Publishing να διατηρηθεί η αρχική ελληνική γλώσσα του Νομικού, είναι ευπρόσδεκτες, αλλά θα ήταν κάτι παραπάνω από χαρά μας να δούμε περισσότερη από τη βιωματική εργασία του εν λόγω ποιητή να διατίθεται ευρύτερα μέσω της μετάφρασης.

*Η Brianna Bullen είναι υποψήφια διδάκτωρ Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Deakin. Η διατριβή της επικεντρώνεται στους κλώνους, τα ρομπότ και τις τέχνες. Ποίηση και άλλα γφατά της έχουν δημοσιευτεί σε διαφορα λογοτεχνικά περιοδικά στην Αυστραλία. Η παρούσα κριτική δημοσιεύθηκε στο αυστραλιανό περιοδικό ποίησης Cordite Poetry Review, το οποίο μπορεί να βρεθεί στη διεύθυνση http://www.cordite.org.au Στην παρουσα μετάφραση το κείμενο δημοσιεύεται και στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης ‘Νέος Κόσμος’, την Πέμπτη, 25 Μάη 2017.

Η Θάλασσα με τα 150 επίπεδα, Φάνης Παπαγεωργίου

Γράφει ο Θάνος Γώγος

Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα (εκδόσεις κουκούτσι) είναι το δεύτερο βιβλίο του Φάνη Παπαγεωργίου (προηγήθηκε το πλυντήριο άστρων, εκδόσεις λογότεχνον).

Έναν ποιητή πρέπει να τον απασχολεί όχι μόνο το τι θέλει να πει , αλλά πώς θα εκφράσει αυτό που θέλει να πει και είναι αυτό ακριβώς το πώς για εμένα που διαχωρίζει την ποίηση από απόπειρες ποίησης και ποιητικές σκέψεις .Αυτό που εδώ ονομάζω πώς , μπορώ να το χωρίσω στα δύο. Από τη μία τα καθαρά τεχνικά χαρακτηριστικά (η ροή του λόγου, η αφαιρετικότητα, η επιλογή της δομής του λόγου, με λίγα λόγια το καλούπι που θα μπει μέσα η ουσία, το σχήμα των ποιημάτων.) Το δεύτερο πώς είναι η μορφή της έκφρασης. Το αν θα στοχαστεί και θα γράψει στίχους με πλήρη συνείδηση, αυτό που νομίζει πως γνώρισε μέσα από τη παρατήρηση και την ερμηνεία , αυτό που ένοιωσε και η ανάλυση του. Ή θα γράψει μέσα από τις αισθήσεις, συνδυάζοντας κομμάτια συνειδητής σκέψης και αφήνοντας παρορμητικές εικόνες ελεύθερες , χωρίς να γνωρίζει και ο ίδιος γιατί ακριβώς σε κάθε σημείο έδεσαν συγκεκριμένες λέξεις και εικόνες. Αν αυτό το πώς είναι επιτυχημένο θα πρέπει το αποτέλεσμα να είναι προσιτό στις αισθήσεις και ως ένα σημείο προσιτό στη λογική, όση προσιτή είναι μια πράξη που συμβαίνει μπροστά μας και μας προκαλεί κάποια παραπάνω σκέψη ή συναίσθημα χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα άλλο. Το δεύτερο πώς ωστόσο πρέπει να μπει μέσα στο πρώτο , το ελεύθερο το ασυγκράτητο πρέπει να μπει μέσα στην αυστηρότητα της δομής . Να συνυπάρξουν σε ένα

Συνήθως στα πρώτα βήματα ενός ποιητή αναγνωρίζουμε την ποιότητα στο τι θα πει και βλέπουμε τη δυσκολία στο πώς. Μάλιστα το καθαρά τεχνικό τμήμα του λόγου είναι συνήθως αυτό που δυσκολεύει περισσότερο έναν νέο ποιητή .Η περίπτωση του Φάνη Παπαγεωργίου ωστόσο είναι διαφορετική. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του πρώτου του βιβλίου είναι τόσο ώριμα που σπάνια συναντώνται σε βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου . Στο τι ήθελε να πει και η μορφή της έκφρασης παρουσίαζαν μια μικρή αδυναμία. Ο Παπαγεωργίου με το βιβλίο του η θάλασσα με τα 150 επίπεδα πετά από πάνω του αυτές τις αδυναμίες και δεν βρίσκω κανένα λόγο αν ένα βιβλίο το κρίνουμε ως μόνο, χωρίς ηλικιακά κριτήρια( κριτήρια που αγαπούν πάρα πολλοί στην Ελλάδα)να αναφερόμαστε σε ποίηση νέου λογοτέχνη. Είναι μια ποιητική συλλογή ώριμη από κάθε άποψη, από κάθε γωνία.

Η Θάλασσα με τα 150 επίπεδα είναι ξεκάθαρα πρώτα ποίηση από τις αισθήσεις για τις αισθήσεις. Η επιθυμία ανταγωνίζεται την πραγματικότητα και ανά στιγμές δημιουργεί τον τρόπο αποδοχής της πραγματικότητας .Όλα τα στοιχεία της φύσης, οι δρόμοι των πόλεων στέκονται σαν φόντο ή σαν βάση της δράσης. Χιλιάδες μικρά εργαλεία γύρω μας να χτίζουν τη σκηνή να χρωματίζουν τον ψυχικό κόσμο του ποιητή και των υποκειμένων που καταπιάνεται. Ακόμα και η μελαγχολία ή ήττα , συναντούν αισθητικά τον τρόπο που χάνουν οι επαναστάτες ή οι ερωτευμένοι

“Η γυναίκα μου…. ..

Όταν πεθάνει θα της ράψουν τα μάτια
Και θα τις καρφώσουν από ένα φεγγάρι σε κάθε ένα
Για να έχει νόημα η νύχτα

———–

“Σε λίγο ο δρόμος θα ξεφόρτωνε οχήματα
Ο ουρανός θα ξεφόρτωνε άστρα
Ο λόφος θα ξεφόρτωνε βουνά
Το χρέος θα ξεφόρτωνε ανθρώπους
Η γη θα ξεφόρτωνε τη κίνηση της

Μόνο φως κι ούτε σκιά
Ούτε φιλιά ούτε τίποτα

Το Βερολίνο δεν υπήρχε
Ούτε και το τείχος “

Η παραδοχή πως το φως μπορεί να είναι η πραγματικότητα
Άρα η αλήθεια άρα η ήττα

Ο Φάνης Παπαγεωργίου μέσα από την ποίηση του δείχνει τις καταβολές του. Ανήκει στην τελευταία γενιά ανθρώπων στη χώρα μας που πολέμησαν στον δρόμο για τις ιδέες τους. Μέσα από εικόνες δεν αποδέχεται την κοινωνία της εικόνας. Η διαφορά είναι πως όλο αυτό έρχεται επαγωγικά, το νοιώθει ο αναγνώστης. Ο ποιητής δεν είναι σίγουρος , δεν μας ωθεί προς κάποια κατεύθυνση συνειδητά και αυτό κάνει την ποίηση του και τη κουλτούρα του για τον έρωτα και την επανάσταση πολύ πιο αυθεντική από κάποιον που γράφει αυτό που αποκαλούν στρατευμένη ποίηση

Η επανάσταση και ο έρωτας και η απώλεια είναι η βάση ατέλειωτων ποιητικών συλλογών. Είναι όμως και η βάση αναρίθμητων ανθρώπων. Πάντα η ποίηση θα έλκεται ή θα πενθεί ή θα προσπαθεί να ερμηνεύει, να καταγράφει, όσο οι άνθρωποι ερωτεύονται χωρίζουν επαναστατούν ονειρεύονται ,πενθούν και πεθαίνουν. Στο συγκεκριμένο βιβλίο ο ποιητής δείχνει να έχει χάσει την πίστη του στην επανάσταση, στα κινήματα και ωθείται πιο δυναμικά στον έρωτα, όπου και εκεί δεν υπάρχει καμια σιγουριά παρά μόνο χαρές λύπες απελπισία και ελπίδα . Πιστεύω πως το ερωτικό στοιχείο της συλλογής είναι κυρίαρχο και αυτό γιατί ο έρωτας και η επιθυμία για επανάσταση είναι συνδεδεμένες .Το προβληματικό για τον ποιητή και όχι για την ποίηση του, είναι, πως ο ποιητής δεν έχει χάσει την πίστη του στις ιδέες αλλά στους φορείς τους, στους ανθρώπους και στον εαυτό του , σε όσους απέτυχαν και η κοινή λογική έρχεται πως κι o έρωτας είναι ακόμα πιο ανθρώπινος.

*Από την Θράκα στο http://www.thraca.gr/2017/05/150.html

Brianna Bullen reviews Nikos Nomikos’s Noted Transparencies

Noted Transparencies
by Nikos Nomikos
Trans. George Mouratidis
Owl Publishing, 2016

These events told by, the pen of my life, are personal transparencies
that note, the deep voice of the heart, as the years roll by, beneath the
light of divine economy.

Honest and intimate, transparency is the term and practice giving Nikos Nomikos’s Noted Transparency (or Σημειωμένες Διαφάνειες, pronounced ‘Simiomenes Diafaneies’) its immediate impact. Born in Alexandria, Egypt in 1934, Nomikos has published nine poetry collections, with Noted Transparencies the later work of a mature artist. The maturity invoked creates a sense of life lived, of a past haunting a present. The collection contains 30 poetic vignettes, all, with one exception, revealed and written ‘in the mute hours’ of a single night. Out of these night surges the remembrance of a formative childhood moment on the edge of the Nile. Published bilingually by Owl Publishing, its original Greek has been placed parallel to its translated English, marking the first time Nomikos’s work has been available in English, while emphasising that what is being read is a mediated reconstruction of Nomikos’s vision. It has been collaboratively translated by George Mouratidis to convey storytelling over the rhythm.

It moves between dualisms, revealing them to be encompassing each other in paradox: youth and age, liminality and transcendence, memory and reality, creation and destruction, a lifetime held within a single night. The simplicity of Nomikos’s language opens up to a religious enrichment and complex worldly knowledge. Mysticism is contained within the corporeal world. Absence becomes a presence, nostalgia for an imagined past a pleasurable punishment. The ‘rosy coloured springtime’ carries ‘the winter of Persephone’: life and its end mutually constituting forces, not discrete entities.

Nomikos’s work is one of return: to childhood, to that moment on the Nile, to faraway times, teachers, possibilities and homelands he has never experienced, and ultimately to God. Nomikos belongs to two prominent writing traditions: Alexandrian-Greek poetry, and ‘first-generation’ Greek-Australian migrant writing. The experience of migration and diaspora is integral to his ultimate concept of return, written as a fragmentary and self-alienating process that needs to be addressed and reconciled.

In any case, no matter whom I asked, nobody knew to tell me, why
they invited us, to this different land.

One process Nomikos offers for reconciliation is through religion. Figures, practices and symbols from Greek Orthodoxy suture the fragments. Central to Nomikos’s vision is the figure of a ‘towering lord-like man, with a parchment spread across his chest.’ Although this figure makes him feel like an ‘ant,’ bringing with him the unknown sublime and ungraspable ‘old, happy world to which (Nomikos) once belonged,’ this figure is not intrinsically negative. This ambivalent figure promises finitude, connection, reassurance and an end to material desire. In this vision, all are moving towards an apocalypse. But even this apocalypse becomes a potential point of return and shared connection between humankind.

While faith is integral to Nomikos’s experience of the world, he acknowledges that the self shifts with time, the world, and chance:

It might have been different, my days’
journey, and subsequently my life might also have been, at
a different course, but due to the war of
1940, and its tragic events, I had put to great trouble
my personal lifeguard, bless him.

Here, religion, myth, and memory create and centre a very personal world, inventing and interpreting both the past and present. While some use these narratives to console and protect, others, as shown in one of his more striking fragments, use them to excuse and conceal:

With the unjustifiable War, for commonplace morality, against
the former Paradise, of Mesopotamia, Iraq,
I felt the same pain, which blackens the hearts of
people, as they run to hide, from the salvational
bombings, and of course in the name of God, as
the great criminals usually tell us.

One way of overcoming selfish inhumanity is offered through self-renunciation. Quoting Nikos Karouzos, another Greek poet Nomikos chanced to meet, ‘I have nothing and I am free,’ Nomikos’s highlights his practice of worldly asceticism, which permeates the pieces. Contemplating ‘at which height is a human being able to / reach his stature, amidst the blows lovingly proffered to him by his good / fortune,’ perhaps Nomikos speculates that it is only with self-imposed limitations on the self that ‘self’ can truly be revealed and given the space to roam free in ‘the decency of spiritual light.’ This is encapsulated in the physicality of his study-room: ‘three by three, / but with vast ascetic dimensions, / full of fires and passions.’

Protagoras’s ‘Man is the measure of all things,’ a humanist standpoint of individual, not absolute truth, is the second tenet of Nomikos’s poetry and worldview. Nomikos is respectful of the ‘permanent binoculars’ (29) through which life is viewed, ‘everywhere and always, within the boundaries of my own/world.’ This leads to accountability and the ethical ability to read the self. The wisdom and classically refined lines of Nomikos make for a beautiful reading experience. Efforts such as these of Owl Press should be made to retain Nomikos’s original Greek, but it would be a welcome joy to see more of this poet’s experiential work become available to a wider audience through translation.

*Brianna Bullen is a 2017 Deakin University creative writing PhD candidate planning on writing a thesis involving posthumanism, science-fiction, neural implants, memory and materiality. Works of a speculative nature imagining possible futures, and those focusing on the body, greatly appeal to her. Her honours thesis focused on clones, robots and art. She has had fiction and poetry published in Wordly, Imagine Journal, LiNQ, NoiseMedium, Verandah, Voiceworks, with arts criticism in Buzzcuts.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Η ποίηση για μένα είναι μια σχέση δούναι και λαβείν, όχι όμως με εμπορικές ρήτρες – Συνέντευξη του Δημήτρη Τρωαδίτη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης (Αθήνα 1959), στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με αρχές της δεκαετίας του ’80 συμμετείχε σε ομάδα θεάτρου σκιών και μουσικό συγκρότημα. Με την ποίηση ασχολείται από τα γυμνασιακά του χρόνια. Από το 1992 ζει μόνιμα στην Μελβούρνη. Εργάζεται ως διορθωτής εφημερίδας. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά σε Ελλάδα και Αυστραλία, στα Ελληνικά και Αγγλικά. 



Ερ. Ποιοι ποιητές σας επηρέασαν;

Απ. Αρχικά με είχαν επηρεάσει, κυρίως, οι Γιάννης Ρίτσος και Τάσος Λειβαδίτης, αν και είχα αρχίσει να διαβάζω και άλλους/ες. Όταν άρχισα να εργάζομαι σε βιβλιοπωλεία και εκδοτικούς, μου δόθηκε η ευκαιρία να έρθω σε επαφή με περισσότερους ποιητές τόσο Έλληνες όσο και ξένους (φυσικά, σε μετάφραση). Στη δεκαετία του 1980 και του 1990 το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε τόσο στους λεγόμενους μπιτ και σουρεαλιστές ή υπερρεαλιστές ποιητές, οτιδήποτε βέβαια κυκλοφορούσε από αυτούς τότε στον ελλαδικό χώρο, όσο και σε Έλληνες, όπως Αναγνωστάκη, Αλεξάνδρου, Λεοντάρη και άλλους. Επίσης, διάβασα αρκετή λογοτεχνία, ελληνική και ξένη και κάποιες επιρροές προήλθαν και από εκεί. Ωστόσο, οι επιρροές μου προέρχονται από ένα ευρύ φάσμα ποιητών και γραφών.



Ερ. Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στην συγγραφή;

Απ. Ασχολούμαι με το γράψιμο από τα γυμνασιακά μου χρόνια. Το πρώτο ποίημα, σε ομοιοκαταληξία, το έγραψα το 1975, επηρεασμένος έντονα από τα γεγονότα της Κύπρου το 1974. Έως το 1978 είχα γράψει έναν αριθμό ποιημάτων, που όμως δεν ήταν σε ομοιοκαταληξία, μιας και εντρυφώντας στο έργο των γνωστών ποιητών, κυρίως της Αριστεράς, είδα και αποφάσισα ότι η έμμετρη ποίηση δεν με ενδιέφερε και αποφάσισα να γράφω στον ελεύθερο στίχο. Από τα πρωτόλεια ποιήματα αυτής της περιόδου, δεν έχω κρατήσει κανένα, όμως στίχοι τους εισχώρησαν σε ποιήματα που έγραψα τη δεκαετία του 1980, ποιήματα βέβαια τα οποία, λόγω των διαβασμάτων μου, των ιδεολογικών μου και άλλων θεωρήσεων κ.λπ. είναι κατά πολύ διαφορετικά από τα πρώτα.



Ερ. Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η ποιητική σας συλλογή με τον τίτλο «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδόσεις Στοχαστής;

Απ. Δύο μήνες πριν εκδοθεί το «Με μια κόκκινη ανάταση», είχε εκδοθεί μια άλλη συλλογή μου «Η μοναξιά του χρόνου» από τις εκδόσεις Οδός Πανός. Το 2016, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι θα έπρεπε πλέον να βγω προς τα έξω και, μάλιστα, μετά από κάποια χρόνια διαδικτυακής παρουσίας κυρίως μέσω της ιστοσελίδας μου «Το Κόσκινο» (στο http://tokoskino.me), άρχισα να έχω κάποιες διερευνητικές επαφές με εκδοτικούς από την Ελλάδα. Στον Στοχαστή κατέληξα μετά από πρόταση γνωστού μου ποιητή ο οποίος είχε ήδη εκδώσει εκεί. Έστειλα κάποιες ποιητικές συλλογές για να τις δουν και να μου πουν σχετικά. Τους άρεσε η γραφή μου, ενώ είδα ότι έκαναν αρκετά καλή δουλειά και είχαμε άριστη συνεργασία και έτσι αποφασίσαμε να προχωρήσουμε και το αποτέλεσμα είναι η συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση». Την ίδια εποχή που συζητούσα με τον Στοχαστή επήλθε και η συμφωνία με τις εκδόσεις Οδός Πανός για την έκδοση της συλλογής «Η μοναξιά του χρόνου». Παρ’ ότι είμαι εκτός Ελλάδας 25 χρόνια και στις καθημερινές μου συναλλαγές χρησιμοποιώ και την Αγγλική γλώσσα, η μητρική μου γλώσσα φυσικά παραμένει η Ελληνική. Έτσι, η συντριπτική πλειοψηφία των ποιημάτων μου είναι γραμμένη στην Ελληνική και έτσι αισθάνθηκα την ανάγκη να απευθυνθώ στο ελληνόφωνο κοινό, αλλά βέβαια και κατόπιν έντονων προτροπών άλλων ποιητών και ανθρώπων που ασχολούνται γενικά με τη λογοτεχνία και οι οποίοι πιστεύουν στην ποίησή μου. Μερικά ποιήματά μου είναι μεταφρασμένα ήδη στην αγγλική και ευελπιστώ ότι θα υπάρξει μια αγγλική έκδοση στο άμεσο μέλλον.



Ερ. Γράφετε «Οι τόποι μου/μετέωροι μέσα/στην ολική κατάρρευση του χρόνου». Μήπως η απόσταση που ζείτε, στην Αυστραλία, σας βοηθά να βλέπετε την πατρίδα με διαφορετική ματιά από εμάς που ζούμε καθημερινά εδώ;

Απ. Δεν θα ήθελα να θεωρηθώ πατριώτης με την κλασική έννοια του όρου. Επέλεξα συνειδητά να φύγω από την Ελλάδα για λόγους που είχαν και εξακολουθούν να έχουν άμεση σχέση τόσο με τις πολιτικο-ιδεολογικές μου θεωρήσεις και προσεγγίσεις όσο και με την προσωπική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν την εποχή που αποφάσισα να φύγω. Επίσης, μια σχέση στην Αυστραλία έπαιξε και αυτή τον καταλυτικό της ρόλο. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπώ τον τόπο στον οποίο γεννήθηκα και έζησα τριάντα χρόνια της ζωής μου και δεν ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν. Ενημερώνομαι σε σχεδόν καθημερινή βάση για τα ελλαδικά τεκταινόμενα, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και ακόμα λογοτεχνικά, ποιητικά, καλλιτεχνικά, και λόγω επαγγέλματος, αλλά και επειδή θα αισθανόμουν πολύ έξω από τα νερά μου αν δεν το έκανα. Αν και συμπάσχω και στεναχωρούμαι αφάνταστα, η ενασχόλησή μου αυτή γίνεται με διαφορετικό μάτι – λόγω απόστασης, είναι αλήθεια. Άλλωστε, δεν μπορεί να γίνει με την ίδια ματιά που βλέπουν τη χώρα τους αυτοί που ζουν και κινούνται καθημερινά μέσα στα όριά της. Ωστόσο, το ποίημα «Οι τόποι μου» από το οποίο προέρχεται ο συγκεκριμένος στίχος δεν είναι μόνο μια ματιά στο τι γίνεται στην Ελλάδα. Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή το δράμα των προσφύγων και θα ήθελα να πληροφορήσω εδώ τόσο εσάς όσο και τους αναγνώστες σας, ότι το ίδιο δράμα το περνούν και πρόσφυγες που επιχειρούν να περάσουν στην Αυστραλία αλλά συλλαμβάνονται στα θαλάσσια ύδατά της και στέλνονται σε κέντρα κράτησης σε απομονωμένα νησιά του Ειρηνικού. Οπότε, οι «μετέωροι τόποι» και η «ολική κατάρρευση του χρόνου» είναι κάτι το διεθνές, το οικουμενικό και υπό αυτό το πρίσμα το προσεγγίζω εδώ. Το συγκεκριμένο ποίημα έχει μεταφραστεί στα αγγλικά και έχει διαβαστεί εδώ σε αντίστοιχες εκδηλώσεις – και αρκετά σημειολογικά, θα έλεγα, στο Μεταναστευτικό Μουσείο (Immigration Museum). Αλλά, βέβαια, για να επανέλθω στην ουσία της ερώτησής σας, τόσο η απόσταση όσο και επειδή είμαι απαλλαγμένος από κάθε συναισθηματικό ή άλλο φορτίο στα περί της Ελλάδας και της καθημερινότητάς της, με κάνουν να βλέπω πιο νηφάλια και πιο ψύχραιμα τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα του σήμερα.



Ερ. Γράφετε «Οι μέρες της ευτυχίας πέρασαν/κόλλησαν σαν λάδι σε γρανάζια». Από την ευμάρεια στην φτώχεια. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα;

Απ. Οι στίχοι αυτοί που προέρχονται από το ποίημα «Προσκυνήστε, ω! πιστοί!…», είναι ενδεικτικοί του πώς αντιμετώπισα τις απαρχές αυτού του αποκαλείται κρίση και μαστίζει την Ελλάδα τα τελευταία επτά σχεδόν χρόνια. Όποιος ενδιατρίψει στα ενδότερα του ποιήματος, θα δει ότι θεωρώ την λεγόμενη κρίση ως δομική λειτουργία του συστήματος εκμετάλλευσης, ως συστατικό του στοιχείο. Θεωρώ την επιβαλλόμενη φτώχεια όχι μόνο απόπειρα επιβολής της εκμετάλλευσης, αλλά και αποφασιστικό βήμα προς μια απανθρωποποιημένη κοινωνία που θα σκύβει το κεφάλι γιατί αλλιώς δεν θα μπορεί να επιζεί. Καυτηριάζω σίγουρα και τον νεοπλουτίστικο τρόπο ζωής μερικών και όλη αυτή την επιτηδευμένη, καρυκευμένη και ψευδή ιδεολογία που την συνόδευε. Και φυσικά υπάρχει ελπίδα. Είναι ο καθημερινός μας, ανυποχώρητος αγώνας, είναι η προσπάθειά μας να μείνουμε αξιοπρεπείς, η αγωνία μας να πειραματιστούμε σε νέες αντιλήψεις και τρόπους ζωής, πιο απλής, πιο ανθρώπινης, που να εναγκαλίζονται τις πραγματικές ανάγκες και όχι αυτές που επιχειρούν κάποιοι να επιβάλλουν προς ίδιον όφελος.



Ερ. Στην εποχή μας με τα τόσα προβλήματα μπορεί ακόμη η ποίηση να μας βοηθήσει να ανεβούμε λίγο ψηλότερα;

Απ. Πιστεύω, ναι. Η ποίηση δεν είναι μόνο το γράψιμο, είναι ακόμα και η ανάγνωσή της, η μελέτη της, η μετάφρασή της, ακόμα το να προτείνουμε μια ποιητική συλλογή που αγαπήσαμε στους φίλους μας, στους συγγενείς μας, η συμμετοχή σε μια ανάγνωση ποίησης, στην παρουσίαση μιας συλλογής… Όλα αυτά, αν γίνονται με γνώμονα τόσο την δική μας πνευματική καλλιέργεια όσο και σε σύνδεση με το άμεσο περιβάλλον μας και τις διεργασίες που συντελούνται σε αυτό, αν μας δημιουργεί τριβές με όλο το μεράκι που βγαίνει, πιστεύω ότι ίσως μπορεί να μη λύσει εξ ολοκλήρου τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, ωστόσο θα μας δώσει ένα ακόμα κίνητρο για απόπειρα περαιτέρω ανύψωσής μας. Αυτό θα γίνει μέσω της έρευνας, της μελέτης και της τριβής μας με τους ποιητές, τις ποιήτριες και όλων όσων αγωνιούν οι ίδιοι και θέλουν να βγάλουν προς τα έξω.



Ερ. Έχετε διαγράψει μια πορεία στην ποίηση αλλά και από το διαδίκτυο όπου έχετε το δικό σας μπλογκ. Πώς τα συνδυάσατε αυτά τα δυο;

Απ. Με την «ιδιότητα» πρώτα απ’ όλα του ακροατή της ποίησης, ναι, έχω διαγράψει μια πορεία στην ποίηση. Η ποίηση για μένα είναι μια σχέση δούναι και λαβείν, όχι όμως με εμπορικές ρήτρες. Ξεκίνησα μεν το μπλογκ/ιστοσελίδα, πρώτον, από ένα προσωπικό καπρίτσιο της στιγμής, αλλά και επειδή είχα πάρα πολλά πράγματα από διαφορετικούς ανθρώπους να δώσω προς τα έξω που αλλιώς δεν θα είχαν την τύχη αυτή. Και, βέβαια, για να δημοσιεύσω τα δικά μου ποιήματα. Με τον καιρό «Το Κόσκινο» εξελίχθηκε σε αυτό που είναι τώρα. Ασχολούμαι με αυτό, ενημερώνοντάς το κάθε βράδυ. Αφιερώνω σε αυτό, μία ώρα της καθημερινής μου ζωής.



Ερ. Ποιες άλλες δραστηριότητες έχετε; 

Απ. Είμαι οργανωτής μηνιαίων ποιητικών εκδηλώσεων στην πόλη που διαμένω. Οι ποιητές που διαβάζουν στις εκδηλώσεις αυτές προσπαθώ να προέρχονται από διαφορετικά εθνοτικά και πολιτισμικά υπόβαθρα, αν και η πλειοψηφία είναι Αυστραλοί αγγλοσαξονικής καταγωγής. Ωστόσο, προσπαθώ να προωθώ πάντα, στο βαθμό που μπορώ, ποίηση σε μετάφραση, κι αυτό γιατί η εδώ κοινωνία είναι κυρίως μεταναστευτική και πολυ-πολιτισμική και υπάρχουν αρκετές φωνές εκεί έξω που δεν ακούγονται. Και αυτό γιατί μπορεί η αυστραλιανή κοινωνία να είναι πολυεθνική και πολυπολιτισμική, όμως η αγγλοσαξονική κουλτούρα και σκέψη εν πολλοίς κυριαρχούν. Συμμετέχω, επίσης, στην παραγωγή και παρουσίαση ραδιοφωνικών εκπομπών σε εβδομαδιαία βάση, ενώ η ενασχόληση με την ιστοσελίδα μου γίνεται, όπως είπα πριν, σε καθημερινή βάση. Κάποιες φορές ασχολούμαι και με την ποιητική μετάφραση.



Ερ. Πόσα χρόνια ζείτε στην Αυστραλία; Με τι ασχολείστε και σε ποια περιοχή κατοικείτε;

Απ. Στην Αυστραλία βρίσκομαι από το 1992 και από το 1995 έως σήμερα εργάζομαι ως διορθωτής στην ομογενειακή εφημερίδα «Νέος Κόσμος». Έχω σπουδάσει Δημοσιογραφία και διαμένω στη Μελβούρνη.



Ερ. Ποια είναι η πνευματική κίνηση στην πόλη που ζείτε;
Απ. Αν μιλήσουμε από πλευράς ποίησης, υπάρχει μεγάλος αριθμός ποιητών και ποιητριών, που εκπροσωπούν όλες τις φόρμες και σχεδόν όλες τις τεχνοτροπίες. Οι «σκηνές» είναι αρκετές, γίνονται αρκετές αναγνώσεις, κυρίως σε μηνιαία αλλά και εβδομαδιαία βάση, σε κάποιες περιπτώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις. Υπάρχει ένα ειδικευμένο βιβλιοπωλείο ποίησης στη Μελβούρνη, το Collected Works, όπου κάποιος θα βρει μόνο ποίηση. Εκεί γίνονται τακτικά παρουσιάσεις κ.λπ. Υπάρχει ακόμα και το Melbourne Poets Union, σύνδεσμος δηλαδή που τα μέλη του είναι μόνο ποιητές. Γίνονται ακόμα διαγωνισμοί, εκδόσεις και άλλα. Σε γενικές γραμμές, η Μελβούρνη είναι μια πάρα πολύ ζωντανή πόλη για πολλά πράγματα που αφορούν τις τέχνες και τον πολιτισμό γενικώς. Άλλωστε, να μην ξεχνάμε ότι είναι μια από τις τρεις πόλεις του κόσμου που έχουν χαρακτηριστεί Πρωτεύουσες Λογοτεχνίας.



Ερ. Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν θα μπορούσε το Ίντερνετ να αποτελέσει μία διέξοδο ή μια κατάθεση ψυχής για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση;

Απ. Σίγουρα είναι μια πολλαπλή διέξοδος η χρήση της τεχνολογίας σήμερα και το επικροτώ. Αλλά, αν και εγώ ο ίδιος άνθρωπος της τεχνολογίας, δεν εναντιώνομαι στον παραδοσιακό τρόπο δημοσίευσης (εξ ου και οι δικές μου συλλογές). Πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει ένας συνδυασμός και των δύο τρόπων, ηλεκτρονική ποίηση και ποίηση σε χαρτί, παραδοσιακά. Έχει αποδειχθεί ότι ενδείκνυται. Δεινοί μπλόγκερς προτιμούν να εκδίδουν συλλογές σε χαρτί.



Ερ. Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;

Απ. Αν μιλάτε για τους Έλληνες ποιητές, θα πρότεινα να ξαναδιαβάσουμε προγενέστερους συγκεκριμένους ποιητές. Κυρίως, όμως, θα πρότεινα να διαβάσουμε τους περισσότερους από τους σημερινούς ποιητές. Δεν θα ήθελα να πω ονόματα, αλλά τελευταία κυκλοφόρησαν κάποιες δίγλωσσες Ανθολογίες από αγγλόφωνους εκδοτικούς οίκους, όπου παρουσιάζονται ποιητές του σήμερα οι οποίοι ηλικιακά βρίσκονται στην τρίτη και τέταρτη δεκαετία της ζωής τους και κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη μια παρουσία. Μια από αυτές τις Ανθολογίες είναι και η «Austerity Measures – The New Greek Poetry» που κυκλοφόρησε πέρυσι από τον Penguin, με κύρια ευθύνη και επιμέλεια της Karen van Dyck. 



Ερ. Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;

Απ. Διαβάζω ποιητικές συλλογές, αλλά όμως και άλλα βιβλία. Διαβάζω καθημερινά, κυρίως στα τραμ και τα τρένα, αλλά και στο σπίτι. Οι ποιητικές συλλογές που έχω δίπλα μου για να διαβάσω άμεσα δεν είναι ελληνικές, είναι αυστραλιανές, στην αγγλική γλώσσα. Είναι του Ian McBryde (γνωστού ποιητή και μουσικού εδώ) με τίτλο «We the Mapless» και του Lionel G. Fogarty (Αυστραλού ιθαγενή ποιητή και αγωνιστή) με τίτλο «Mogwie-Idan – Stories of the Land». Ίσως μεταφράσω κάποια από τα ποιήματά τους. Επίσης, πολύ πρόσφατα διάβασα ποιητικές συλλογές κυρίως Κυπρίων ποιητών, ερχόμενος για πρώτη φορά σε επαφή με αυτούς (Γ. Καλοζώης, Μ. Παπαδόπουλος, Γ. Χριστοδουλίδης, Λ. Γαλάζης, Α. Καϊμακλιώτη) και άλλων.



Ερ. Ένα αγαπημένο ποίημα;

Απ. Είναι πάρα πολλά τα αγαπημένα μου ποιήματα, αλλά εδώ διαλέγω το ποίημα του Άρη Αλεξάνδρου «Το μαχαίρι» (από το βιβλίο «Άρης Αλεξάνδρου Ποιήματα (1941-19740)» εκδ. Ύψιλον 1991):
Το μαχαίρι. Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι/ έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο./ Στο μεταξύ/ όσο δουλεύεις στον τροχό/ πρόσεχε μην παρασυρθείς/ μην ξιπαστείς/ απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων./ Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.


*Αναδημοσίευση από το http://maxitisartas.gr/single_page.php?catid=&id=4760

Λευτέρης Πούλιος, Τέσσερα ποιήματα και μια παρουσίαση

Η Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη

Μανιασμένη βροχὴ
πάνω ἀπ’ τὰ θαμμένα δάχτυλά μου.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
κάτω ἀπὸ ’να δέντρο
ἔξω ἀπ’ τὴ σπηλιὰ
Μ’ ἄγριες κουρελιασμένες προβιὲς
Καὶ βιβλικὴ γενειάδα –
ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι τσουκνίδα
εἶναι εὐάλωτη –
Κακοσιτισμένο
Νὰ ἀγναντεύει τὸ μαχητικὸ ἀφρὸ
τῆς ἀκροθάλασσας
Καθετὶ εἶναι γεμάτο
καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἐλευθερία.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
Στὸ ναὸ τῆς φαντασίας μὲ ἰκετήρια κλαδιὰ
Τρέμοντας μὲ σκέψεις φτωχοῦ θεοῦ
Τὸ εἶδα
στὴ στοιχειωμένη πολυκατοικία
Ὁδηγημένο στὴν ἀφθονία μὲ αὐτοκίνητο οὐίσκι ἔντυπο
ἢ στὸ ἄντρο τῆς μιζέριας
Μὲ ὁλόλαμπρη γύμνια χλωμὰ στήθια
Ὀρυχτὰ στολίδια νεκρὸ βρακὶ
Ἡ μεγαλειότητά του περιμένοντας φώτιση
κάτω ἀπὸ ληστρικὰ νύχια
Ἔξαλλο βασανιστήριο
Φτυστὰ στὸν καιρό.
Κακόμοιρο πετσὶ θαμμένο
μέσα σὲ τόση νύχτα
Ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη
Μέσα στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

***

Πάρνηθα

Καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ σάλπισμα τοῦ ἀγγέλου, θειάφι
κίτρινο ζωηρὸ καὶ μενεξεδὶ ζωηρὸ
πάνω στὸ βουνὸ μὲ τὴ μορφὴ ποὺ ἔτρεχε σὲ συνάντησή μου
πίσω ἀπὸ θολὸ τζάμι.
Δρόμος κανένας γιὰ τὸ γυρισμὸ
δυὸ ἀερικὰ ἦρθαν κοντά μου καὶ μὲ παρέσυραν.
Ἡλιοβασίλεμα σχεδὸν ἀνεπαίσθητο
καὶ τῆς κόλασης τὸ στόμα ὀρθάνοιχτο
μετὰ τὸ σκίσιμο τοῦ οὐρανοῦ.
Ἄρτεμη, γιατί μ’ ἔδιωξες;
Ἡ ὥρα σὰν ἀνυπόμονο λεοντάρι μὲ τὴ χαίτη
ριγμένη πρὸς τὰ πίσω καταπίνοντας πυρακτωμένα καρφιά.
Ὁ Ὄλυμπος κι ὁ Γολγοθὰς δυὸ πόλοι
τοῦ ἴδιου ποιήματος.
Ἄγρια μάχη κενταύρων στὸ βορινὸ μέρος
τὰ μπράτσα μου ἐνάντια στὸ δαίμονα
καὶ τὰ κοράκια ψηλὰ ἀνακατεύοντας πριονίδι
καὶ παγάκια στὴ χούφτα μου.
Νοσταλγία τοῦ βράχου ποὺ πάνω του κάθισε
κάποτε ὁ Πὰν παίζοντας τὸν αὐλὸ
μὰ δὲν κάθεται πιὰ παρὰ ἡ μαύρη δυσοίωνη
κουκουβάγια ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό.
Ὁ φονιὰς ἄγγελος τράβηξε τὸ σπαθί του
ἀσήμι λαμπερὸ καὶ καμφορὰ στὴ λαβὴ τοῦ σπαθιοῦ.
Γλίτωσα τὴ ζωή μου, ἕνα βλαστάρι ἀνάμεσα
στὰ λιθάρια. Κράτησα τὴ ζωή μου ἐκεῖ ποὺ
ἡ δύση ἦταν κοντὰ ἀτενίζοντας τὸ ἀόρατο
μέσα στὸν τρόμο καὶ σήκωσα σὰν μιὰ πέτρα
τὸ πρόσωπό μου.

***

Το Θεώρημα

Στο μετρό
ονειροπολώ
κι ανασαίνω βαριά
απ’ το κάπνισμα.

Για μια στιγμή ζαλίζομαι
και πέφτουν πάνω μου πολλά φώτα.
Θλίβομαι νιώθοντας
την ανέλπιδη τέχνη
του ποιητή.

Πόσο απλός ο κόσμος,
αυτό το μεγάλο τίποτα,
και πόσο δυστυχία
και βάσανα
σε ραγισμένες καρδιές
και ψυχές πεθαμένες.

***

Στρίγκλισμα

Μέσα κι ἔξω ἀπ’ τὶς μεγαλουπόλεις μὲ πείνα μὲ τόλμη
μὲ ἁγιότητα σούρανε τὰ μακρουλά τους ποδάρια
Τὰ σβησμένα ἀπ’ τὸ ὄπιο μάτια τοὺς τ’ ἀλουμινένια
πιάτα τοὺς τὰ κουρέλια τους στὸ χωματόδρομο
Τὰ παιδιὰ τῆς γενιᾶς μου γίνανε ἀφίσες τῶν τοίχων
Ξερατὸ καὶ λουλούδια ἐνὸς πολιτισμοῦ ἄθλιου
Ὁ δρόμος ἔχει τὴν ἀγωνία του τοὺς θλιβεροὺς μαντρότοιχους
μὲ τ’ ἀγκωνάρια τῆς παραφορᾶς
Καὶ στὴ βάση κάτ’ ἀπ’ τὸ δέντρο ὁ ἐλεύθερος
ἀπλώνοντας ρίζες καὶ κλωνάρια
Ὁ δραπέτης τῆς ζούγκλας τῶν πόλεων
Σχεδὸν ριπίδι σχεδὸν ἀκάθαρτη συμμετρία
Ὥριμος γιὰ τὴ στιγμὴ τῆς κρίσης
Ἡ ἀγάπη τὸν κυριεύει, ἐπουλώνει τὴ λέπρα τῆς ἐσωτερικῆς γῆς
Ἄνθρωπε τῆς ἐποχῆς μου παράδειγμα
Δόξα σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ σκάει
Ποδοπατώντας σάπιες ἀξίες βαραθρώνοντας τέλματα
Μὲ τὰ παπούτσια στὸ κούτελο τῆς καλοπέρασης
Ἔστω καὶ μὲ τὴ στολὴ τοῦ νικημένου
Μακαρίζω αὐτοὺς ποὺ τὸ στῆθος τους οὐρλιάζει
στὴ μυστηριακὴ ἐρημιὰ τοῦ κόσμου
σὰν ἄστρο.
Αὐτοὺς ποὺ ἀνοίγουν στὸ μέλλον δρόμο
κομμένα ἁγνὰ προϊόντα της φύσης
Στὴν ἀνώνυμη ἱστορία.
Τὸ μπρίκι
Εἶναι τὸ αἰώνιο τσίγκινο μπρίκι
αὐτὸ πού μου ἔδωσε ὅ,τι καλύτερο εἶχε
αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ μᾶλλον ὁλότελα ξαφνικὰ
χωρὶς οὔτε ἀρχὴ μήτε τέλος.
Νὰ ψήνει καφὲ καὶ νὰ ντιντινίζει στὸ ράφι.
Εἶναι τὸ δηλητηριῶδες τσίγκινο μπρίκι
ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ξυριστικὴ μηχανή.
Δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο τὸ τέλος τοῦ χειμώνα
σὲ θερμότητα κανονικὴ σὰν ἐκείνη τοῦ ἥλιου.
Μουντζουρωμένο καὶ μαλακὸ ἀλλὰ ὄχι γιὰ πέταμα.

******

Η ενόραση της πτώσης

Πέτρος Γκολίτσης
9.4.2017

Με λόγο μεστό και αναλυτικό και φέροντας τον εξοπλισμό και την οπτική της συγκριτικής λογοτεχνίας, η Μορφία Μάλλη (Αθήνα, 1962) παρακολουθεί την κίνηση των στιλ, στην πλέξη και στη σχέση τους με την κίνηση της Ιστορίας, παραδίδοντας μια μελέτη που εμπλουτίζει την κριτική νεοελληνική σκέψη.
Δεν μας δείχνει απλά με τρόπο εισαγωγικό τι ήταν η beat γενιά στην Αμερική και πώς οραματίστηκε τη λογοτεχνία και τον κόσμο, αλλά προχωρά στη σχέση των ποιητών της με τους νέους της αθηναϊκής «Παράγκας», που ζυμώνονται με τον ρομαντισμό του Παρισινού Μάη και με τα κινήματα της αμφισβήτησης, για να παρακολουθήσει τη διαμόρφωση της beat ποίησης στην Ελλάδα καταγράφοντας τη διάδραση ανάμεσα στις αμερικανικές και τις τοπικές διαστάσεις της beat κουλτούρας.
Για να προετοιμάσει και να απογειωθεί τελικά με την «ανάγνωση» της ποίησης του Λευτέρη Πούλιου (1944), του «τρελού» ποιητή της Γενιάς του ’70.

Ξεκινώντας από τους πρώτους και συνειδητοποιημένους πειραματισμούς του («Ποίηση», 1969), δείχνει πως ο Πούλιος είχε ήδη χωνέψει −σε αντίθεση με τους υπόλοιπους «μπεάτους»− την ποιητική παράδοση της χώρας και έχοντας ήδη επινοήσει τους ποιητικούς προγόνους του, τον Σεφέρη κυρίως και τον Παλαμά, διαμορφώνει υπό την επίδραση των beat την ποιητική του ιδιοπροσωπία: μια λυρική, ρομαντικά επαναστατική, προφητική των «νέων» κόσμων και τρόπων αντίληψης για να καταλήξει στα ρεύματα του ανατολικού μυστικισμού, λειτουργώντας ως ποιητικός «οδοδείκτης» του μεταφυσικού και του υπερβατικού στοιχείου.
Μια μελέτη που μας βοηθά να δούμε και να απολαύσουμε το αυτονόητο. Πως η κίνηση του μπιτ από ψηλά φαίνεται και λειτουργεί ως μια νεο-ρομαντική πλεύση, ως ένας δηλ. παραπόταμος του μεγάλου αυτού κινήματος, ενώ όταν πλησιάζουμε βλέπουμε ότι πρόκειται για μία γέφυρα, μια αστική πάροδο, που μας περνά από τον ευρωπαϊκό υπερρεαλισμό στον γλωσσοκεντρισμό.

Εκεί όπου αντί του ασυνειδήτου το ποίημα-καλλιτέχνημα γεννιέται από τον τόπο-δίχτυ της γλώσσας −άρα κινούμενο πέραν του «εγώ»− μετατοπίζοντας και εκθέτοντας το σύγχρονο υποκείμενο τόσο στη ρευστότητα των ταυτοτήτων όσο και στο διακεκομμένο, μη ενιαίο των αντιλήψεών του.

Η Μάλλη συμμετέχει στην πλήρωση του κενού που είχε επισημάνει ο Mario Vitti στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (εκδ. Οδυσσέας, 1987), τόσο στη μελέτη της θεματικής, όσο κυρίως της τεχνικής της Γενιάς του ’70, στη σχέση της με τις ποιητικές διαδικασίες της Δύσης, και μας παραδίδει ένα έργο που επιτρέπει στους ομότεχνους και στους φιλέρευνους αναγνώστες να παρακολουθήσουν όχι μόνο την κίνηση των στιλ, αλλά και τη σχέση της Ιστορίας με την «ποιητική πολιτική» στην επαναφορά του poeta vates (ποιητή οραματιστή) που λοξά και από μέσα προμηνύει τα ερχόμενα και αποκαλύπτει τα τρέχοντα με τρόπο διορατικό.

Μια γενιά (βλ. Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ, Μπάροουζ, Κόρσο, Φερλινγκέτι, Βαλαωρίτης κ.ά.) που ακολούθησε το «αντι-καλλιτεχνικό» αισθητικό κάλεσμα του Μαρσέλ Ντισάμπ κηρύσσοντας την απέχθειά της απέναντι στον αμερικανικό ρατσισμό και παρεμβατισμό, τον καταναλωτισμό και τη συμμόρφωση στους κανόνες, διατρανώνοντας με τις φωναχτές και ποικίλες διαμαρτυρίες τους τη διάλυση της αυταπάτης της διαρκούς προόδου της Ιστορίας, της πολιτικής και της τεχνολογίας, συναντώντας από άλλο δρόμο τους γνωστούς Γερμανούς θεωρητικούς Τέοντορ Αντόρνο και Βάλτερ Μπένγιαμιν.

Ενα όραμα, αυτό των beat, που ανοιχτό και μεταβαλλόμενο στη διαδρομή του, αποτελούνταν −ενδεικτικά− από τις εξής δεσπόζουσες πρακτικές: την απογύμνωση στην αυτο-έκφραση, τη διεύρυνση της αντίληψης μέσω της τεχνικά υποβοηθούμενης διασάλευσης των αισθήσεων και την τέχνη ως τρόπο βίωσης και παράκαμψης της συμβατικής ηθικής. Συνδέοντας την καθημερινή κοινή εμπειρία με έναν τύπο ενόρασης και την αναζήτηση ενός ευρύτερου μεταφυσικού αυτοπροσδιορισμού, που ανάγεται στον «γενάρχη» τους Ουόλτ Ουίτμαν −αλλά και στον Ουίλιαμ Μπλέικ−, στον οποίο μέσω του αθηναϊκού αστικού μετασχηματισμού του «καταλήγει» ο ώριμος Πούλιος.

Ο οποίος, σε αντίθεση με τον Γκίνσμπεργκ, που εξισορροπεί την «καθαγιασμένη λυρική συνείδησή του με την επική ανάγνωση της παραίσθησης», παίζει ισόβια με τα δάχτυλα του ενός χεριού με τους παρατακτικούς μηχανισμούς της εστιασμένης στη γλώσσα ποίησης (language centered poetry) προκρίνοντας την εκδοχή μιας μη γραμμικής επαναληπτικής εξέλιξης, η οποία μέσω των απροσδόκητων μεταβάσεων και μεταβιβάσεων συνθέτει ένα οπισθοβαρές «σύστημα» που εκτοξεύει τον αναγνώστη και τον ίδιο τον ποιητή, ανα-παρθενεύοντας το σύμπαν στην κοσμολογική και στην ιστορικο-πολιτική του έκφανση, το οποίο και λειτουργεί επαναληπτικά στο μέσο του ματιού και του χεριού.

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών, στο http://www.efsyn.gr/arthro/i-enorasi-tis-ptosis

Ντέμης Κωνσταντινίδης: «Ο καλλιτέχνης, εάν μιλάμε για γραφιά, πρέπει να είναι αθέατος. Δεν λειτουργεί διαφορετικά. Ως πολίτης, δεν μένω αμέτοχος. Αλλά έχω πληρώσει ακριβά τις αυταπάτες μου».

Συνέντευξη στο αλλιώς
Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο

Αντί για πρόλογο αποφάσισα να αφήσω τα λόγια του ίδιου του ποιητή να σας τον παρουσιάσουν μαζί με μιαν αγαπημένη μελωδία…

[βιο-γραφικό]

Γεννηθήκαμε.
Περίπου αφελώς…
ενηλικιωθήκαμε.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια-
προσγειωθήκαμε.
Ατάιστα σκυλιά
έμειναν πίσω μας
οι ουτοπίες.
Ναι, ασφαλώς!
Έχει μια κάποια γνώση
η απόγνωση.

*Πηγή: bibliotheque.gr

Συναντηθήκαμε με τον ποιητή Ντέμη Κωνσταντινίδη και συζητήσαμε εφ’ όλης της ύλης.

Πώς είναι να είσαι καλλιτέχνης στην Ελλάδα του 2016;
Φαντάζομαι όπως σε κάθε εποχή, ευαίσθητος παρατηρητής και ταυτόχρονα αποσυνάγωγος. Έχεις να αντιπαλέψεις τη γνωστή Κ.Δ.Ο.Α. (Κτηνώδη δύναμη-Ογκώδη άγνοια), όπως έλεγε και ο Π. Σιδηρόπουλος, που ασφαλώς κλιμακώνεται από την έλλειψη παιδείας και τον ευτελισμό της πνευματικής ζωής.

Διαβάζει ο κόσμος ποίηση;
Ζούμε την υποχώρηση των ανθρωπιστικών επιστημών. Την επικράτηση των αριθμών, των τεχνοκρατών. Έναν καπιταλισμό που τρώει την ουρά του, και αναγεννιέται μέσα από πολέμους, για να στεριώσει ακόμη πιο βάναυσα τα συμφέροντα των λίγων σε βάρος των πολλών. Ίσως φαίνεται παράδοξο, αλλά χρειαζόμαστε περισσότερο την ποίηση όσο το εφιαλτικό αυτό σκηνικό γιγαντώνεται. Τα στατιστικά στην Ελλάδα, ως προς τις πωλήσεις ποιητικών συλλογών, αν εξαιρέσουμε κάποιους πολύ γνωστούς ποιητές, είναι μάλλον απογοητευτικά. Αλλά το παιχνίδι έχει ήδη μεταφερθεί αλλού, στο διαδίκτυο, όπου διαπιστώνεται εντυπωσιακή κινητικότητα.

Το διαδίκτυο έχει βοηθήσει τους καλλιτέχνες ή τους έχει δυσκολέψει μέσα από την υπερσυσσώρευση πληροφοριών;
Και τα δύο. Βέβαια, έδωσε βήμα και χώρο έκφρασης σε πολύ αξιόλογες φωνές, ταυτόχρονα όμως προώθησε και την παραλογοτεχνία και την υποκουλτούρα γενικότερα, ως αντανάκλαση της προβληματικής κατάστασης που γεννά η έλλειψη παιδευτικού προσανατολισμού. Υπάρχει μια αμετροέπεια και μια κουραστική φλυαρία σε όλο αυτό.

Γιατί γράφετε ποίηση;
«Δεν έχω ιδιαίτερα ταλέντα. Είμαι μονάχα παθιασμένα περίεργος», έγραφε ο Αϊνστάιν σε κάποια επιστολή του. Είναι η περιέργεια για τις λέξεις και το πώς μπλέκουν αναμεταξύ τους, συχνά «με τρόπο διαφορετικό των σκέψεων», όπως αναφέρω σε ένα ποίημα. Δηλαδή, ακριβώς αυτό, το αναπάντεχο. Από αλλού ξεκινάς και αλλού καταλήγεις. Αυτή είναι η γοητεία του ποιήματος.

Τι σημαίνει για σας έρωτας;
Κάτι παρόμοιο. Οι λέξεις όμως έχουν υπομονή. Έχουν μια κάποια μπέσα.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σας φόβος;
Η ομοιομορφία του αμετάκλητου.

Στο ποίημα σας «Κατά μόνας» παρουσιάζετε τον εαυτό σας αθέατο να επιχειρεί μιαν επανάσταση. Πρώτος εχθρός εσείς ο ίδιος. Αισθάνεστε αθέατος στον κόσμο και τι είναι αυτό που θέλετε να αλλάξετε;
Ο καλλιτέχνης, εάν μιλάμε για γραφιά, πρέπει να είναι αθέατος. Δεν λειτουργεί διαφορετικά. Ως πολίτης, δεν μένω αμέτοχος. Αλλά έχω πληρώσει ακριβά τις αυταπάτες μου. Θα ήθελα να εκμηδενιστεί η τυφλή πίστη, ο φανατισμός και ο πόνος που γεννά. Αλλά κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον. Βαδίζουμε αντιστρόφως…

Θεωρείτε την ποίησή σας στρατευμένη;
Στη συνείδησή μου, που βρίσκεται εναντίον κάθε αδικίας και καταπίεσης. Δίπλα και μαζί με κάθε άνθρωπο που υποφέρει. Αλλά χρειάζεται και κάτι λίγο πιο χειροπιαστό… Χρειάζεται περισσότερο σκάλισμα πίσω από τα φαινόμενα, πέρα κι από την ίδια την ποίηση. Μια ουσιαστική αποτίμηση των πράξεων.

Τελικά, πού κρύφτηκε το καλοκαίρι;
Κάποιος μας κουβάλησε μακριά του.. Κι είναι ο χρόνος. Θυμάμαι τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων με νοσταλγία. Ήταν πολύ διαφορετικά, πολύ πιο ανέμελα, σε μια εποχή σχεδόν αφελή, αλλά ασύγκριτα πιο απλή και ανεπιτήδευτη. Πράγματι, δεν θυμάμαι τι ονειρευόμουν τότε. Φαντάζομαι… κάτι γοητευτικά αφελές.

Ποιο το νόημα της αυγής;
Και τούτη τη λέξη, δυστυχώς, μας τη λέρωσαν… Υποθέτω, η έκπληξη κάθε καινούργιας μέρας. Αρκεί να μην έρχεται όπως εκείνη της μαρμότας… Να μη βουλιάξουμε στο βούρκο της συνήθειας, της αναβλητικότητας, του εύκολου και του χυδαίου (ακούγεται διδακτικό; το λέω για να το ακούω!).

Η ποίησή σας περιέχει πολλές εικόνες της φύσης. Ποια η σχέση σας μαζί της;
Αγαπώ τη φύση και κυρίως τη θάλασσα. Δεν περνά, ωστόσο, μέσα στο έργο μου Σαχτουρικά, αλλά -ας πούμε- με τον αισθητικό τρόπο ενός υπαιθριστή ζωγράφου. Η επιλογή του «κάδρου» συναρτάται, όπως είναι ευνόητο, με την -εξόχως ευμετάβλητη- ψυχική μου διάθεση.

Θα θέλατε να μας εισαγάγετε λίγο στο ποιητικό σας εργαστήρι;
Οποιοδήποτε τετράδιο ή πρόχειρο χαρτί, οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Διατηρώ μια «εργαλειακή» βιβλιοθήκη, στο πατρικό μου σπίτι, με λογοτεχνικό-φιλολογικό κυρίως προσανατολισμό και αρκετά βιβλία σπουδών. Τη συλλογή «Ευλύγιστες μελαγχολίες», για παράδειγμα, την έγραψα σχεδόν εξολοκλήρου σε εξωτερικό χώρο, στα διαλείμματα του ανασκαφικού έργου, συχνά υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες.

Ποιες είναι οι επιρροές σας;
Οι ποιητές του Μεσοπολέμου, όχι μόνον οι κάπως πιο εμβληματικοί, μα και οι λησμονημένοι τραγουδιστές. Ξεχωρίζω τον Μ. Παπανικολάου. Παλιοί κι αξεπέραστοι μάστορες, επίσης, όπως ο «δάσκαλος» Κ. Βάρναλης. Ο Καρυωτάκης -απαραιτήτως- στην απέριττή του μεγαλοπρέπεια. Ο Αναγνωστάκης, στο πεζολογικό του ύφος, στον αυθόρμητο πολιτικό του προβληματισμό. Σίγουρα, ο σαρωτικός Σουρής, με τον πηγαίο σαρκασμό του, κι ας τον χαρακτήρισαν υποτιμητικά στιχοπλόκο…

Ποια η γνώμη σας για την σύγχρονη Ποίηση;
Οι κριτικοί του μέλλοντος θα έχουν πολλή και απαιτητική δουλειά… Φαντάζει πραγματικά τιτάνια η προσπάθεια πλήρους εποπτείας της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Αν κανείς συνυπολογίσει το γεγονός ότι σήμερα δεν γράφονται κριτικές, αλλά χάδια, στη λογική του «να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι», το συγκεκριμένο έργο καθίσταται δυσκολότερο. Ας μη γελιόμαστε, το 70-80% είναι σκουπίδια (γιατί όχι και ευπώλητα, υπό προϋποθέσεις). Και μεγάλη ευθύνη για αυτό φέρουν οι εκδοτικοί οίκοι, που έπαψαν, σε μεγάλο βαθμό, να «φιλτράρουν» τα γραπτά. Άλλωστε, με ποια κριτήρια; Πόσοι, στα σοβαρά, ασχολούνται;

Πληθυντικός

Οι πληρωμένοι στίχοι
Τα αραδιασμένα λόγια
Οι εκλεκτικές συγγένειες
Τα σόγια
Οι χαλαρές ενότητες
Οι τρυφερές κενότητες
Τα αβέβαια δρομολόγια
Οι αναχωρητές
Οι ανακαινιστές
Τα ιστολόγια
Οι νανουριστικές κοινοτοπίες
Οι φιλαυτίες
Οι ναυτίες

Πώς φαντάζεστε το μέλλον;
Οι μηχανές θα κυριαρχήσουν. Είναι αναπότρεπτο. Η πλήρης εξάρτηση και άρα υποταγή στην τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μακριά. Και δεν το λέω εγώ. Είναι φόβος-πρόβλεψη του Stephen Hawking. Ως τότε, ας χαρούμε όσο μας απομένει.

Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τις τρεις ποιητικές συλλογές, που έχετε εκδώσει;
Για την ακρίβεια είναι έξι. Καλύπτουν μία περίοδο επτά χρόνων (2008-2015). Οι τρεις πρώτες (Διαθέσεις, Ιχθύων λόγος, Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες) από το University Studio Press, η τέταρτη (Ευλύγιστες μελαγχολίες) από το Vakxikon.gr, και δυο e-book (Εφημερόπτερα, 24γράμματα και Η ασφαλής ομήγυρη, Αυτοέκδοση). Προτιμώ, όμως, να αφήσω το έργο να μιλήσει για

Ετοιμάζετε κάτι καινούριο αυτή την περίοδο;
Υπάρχει μία πρόσφατα ολοκληρωμένη συλλογή. Βρίσκομαι εδώ και μερικούς μήνες σε συνεννοήσεις για την έκδοσή της. Και μάλλον δεν επιθυμώ να βγάλω άλλη. Ίσως μάλιστα είναι ήδη πολλές.

Θα θέλατε να στείλετε κάποιο μήνυμα στους αναγνώστες σας;
Τους τιμώ και τους ευχαριστώ, όπως και εσάς, για τον πολύτιμο χρόνο που μου διαθέσατε. Ειλικρινά, απόλαυσα τις ερωτήσεις σας. Επηρεασμένος από το αγαπημένο μου τοπίο, βλέπω στο Αλλιώς ένα ζεστό, φιλόξενο λιμάνι, γεμάτο φωνές, μυρωδιές και πολύχρωμα φώτα.

Εμείς σας ευχαριστούμε, για την εξαιρετική συνεργασία. Με ποιο τραγούδι θα θέλατε να κλείσουμε την συνέντευξη;
Με το All The Way to Reno, των REM.

*Η συνέντευξη μαζί με τις φωτογραφίες και των τραγούδι αναδημοσιεύονται από εδώ: http://skorpieslekseis.blogspot.com.au/p/blog-page_58.html

“Γράμμα στην πατρίδα” του Τανέρ Μπαϊμπάρς

Της Χριστίνας Λιναρδάκη*

Ο Τουρκοκύπριος ποιητής Τανέρ Μπαϊμπάρς γεννήθηκε το 1936 στη Λευκωσία, μετανάστευσε στη Μ. Βρετανία σε ηλικία 20 ετών και αργότερα στη Γαλλία, όπου και πέθανε το 2010. Δεν επέστρεψε ποτέ στην Κύπρο για να ζήσει και έτσι το νησί όπου γεννήθηκε παρέμεινε η για πάντα χαμένη του πατρίδα. Οι μετεγκαταστάσεις του καθόρισαν το γλωσσικό του ιδίωμα, το οποίο δεν είναι ενιαίο. Ξεκίνησε να γράφει στα τουρκικά, στη συνέχεια έγραψε στα αγγλικά και έπειτα στα γαλλικά, για να υιοθετήσει εντέλει πολυγλωσσικά σχήματα έκφρασης που αντικατόπτρισαν το παζλ της γεωγραφίας της ζωής του.

Η μεταφράστριά του, ποιήτρια Αγγελική Δημουλή, εξ αφορμής αυτής της πολυγλωσσίας, μιλά στην εισαγωγή για «πολιτισμικό υβριδισμό», θα μπορούσαμε ωστόσο να μιλήσουμε και για «κοσμοπολιτισμό» της ποίησής του, καθώς τo γλωσσικό είναι απλώς ένα μέρος των πολυπολιτισμικών στοιχείων που επικαλείται ο ποιητής. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι στα ποιήματά του συντελείται μια ταλάντωση ανάμεσα στην οικειοποίηση του Άλλου, σε ένα έργο που – ακριβώς λόγω των πολλών γλωσσών και πολιτισμικών αναφορών που χρησιμοποιεί ο ποιητής – ανοικειώνει παράξενα τον αναγνώστη. Και είναι ακριβώς εκεί, ανάμεσα στην ανοικείωση και την οικειοποίηση, όπου κτίζονται οι πολλαπλές ταυτότητες (ή η κατακερματισμένη μία) που υιοθετεί ο ποιητής για τον εαυτό του. Εκεί επίσης δομείται και ο καθολικός χαρακτήρας της απεύθυνσης της ποίησής του: πρόκειται για ποίηση που αντιστέκεται στους χαρακτηρισμούς εντοπιότητας και απευθύνεται σε όλους τους αναγνώστες, Έλληνες, Τούρκους ή Ευρωπαίους. Τα θέματά της είναι πανανθρώπινα.

Σημαντικό στοιχείο της ανθολογίας και νήμα που συνδέει τα επιμέρους μέρη μεταξύ τους σε ένα λειτουργικό σύνολο είναι η μνήμη. Περασμένες αυτούσιες μέσα στην καθημερινή εμπειρία που περιγράφει στην ποίησή του ο Μπαϊμπάρς, οι μνήμες υφαίνουν έναν ισχυρό ιστό που, χωρίς να καθορίζει τον ποιητή, αποτελεί καίριο σημείο αναφοράς της απάτριδος ζωής του.

Εκατόν τριάντα ποιήματα είναι η πλούσια συγκομιδή της ανθολόγησης σε αυτό το βιβλίο, το οποίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: στην πρώτη κυριαρχεί το θέμα του ταξιδιού σε αντιδιαστολή προς τη στατικότητα της παραμονής σε έναν τόπο. Εδώ συναντάμε και τη θεματική της νοσταλγίας της πατρίδας της παιδικής ηλικίας, που συνιστά επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο του ποιητή. Στη δεύτερη ενότητα, η παιδικότητα αναδεικνύεται σε κυρίαρχο στοιχείο, πότε σε μια αυτοβιογραφική κίνηση και πότε με απεύθυνση την κόρη του ποιητή. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα, τον πρώτο λόγο έχει η καθημερινότητα – αν και μισά περίπου από τα ποιήματα που την απαρτίζουν συνθέτουν ένα ενιαίο ποίημα με τίτλο «21 χριστουγεννιάτικες μέρες».

Είναι το δεύτερο βιβλίο τουρκοκυπριακής ποίησης που δημοσιεύουν οι εκδόσεις Βακχικόν. Είναι σημαντικό να έρθει το ελληνικό κοινό σε επαφή με τη λογοτεχνική δημιουργία της άλλης πλευράς – μιας πλευράς που αποδεικνύεται εξίσου ανθρώπινη και ευαίσθητη με τη δική μας.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το ομότιτλο με τη συλλογή ποίημα «Γράμμα στην πατρίδα»:

«Αγαπητέ πατέρα, ρωτάς στο γράμμα σου
γιατί τόσο καιρό δεν έγραψα ούτε λέξη.
Σε σένα δεν μπορώ να εξομολογηθώ
περισσότερα απ’ όσα μπορώ ν’ αντέξω.

[…]

Νοσταλγός;
Δεν είμαι γιατί ποτέ δεν είχα ένα σπίτι
αλλά δεν είσαι εσύ υπεύθυνος γι’ αυτό.
Ακόμα θυμάμαι τη θάλασσα και το βουνό
μαζί, τη νύχτα τελείως χωριστά,
και το χώρο μεταξύ τους το λίκνο μου.
Δεν πρέπει να έχω παρεκτροπές σ’ ένα γράμμα
Σταματάω λοιπόν να ζω σ’ αυτό το ξένο παρελθόν.
Επί του παρόντος, εννοώ ακριβώς τώρα,
η καλοκαιρινή βροχή χτυπάει τα παραθυρόφυλλα
και ένας ματαιόδοξος ήλιος αντανακλάται στον καθρέφτη.
Πολύ, πολύ περίεργο.
Παρόλα αυτά πρέπει να έχω αναμμένη φωτιά τον Ιούνιο
έχει τόσο κρύο
αν και δεν πάει κάτι στραβά με την ισημερία.

[…]

Δυστυχής;
Πατέρα είσαι επίμονος.
Είπα ότι δεν είμαι δυστυχισμένος
αν και ξέρω ότι θα ξέθαβα τη δυστυχία
σε κάθε τι
αν το άγγιζα».

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/04/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)