Στη φλέβα της ποίησης

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης*

Γλείφει πληγές τούτη η γραφή. Πρώτα δείχνει τα τραύματά της κι ύστερα σκύβει μονάχη της και τα περιθάλπει. Σαν το παρατημένο σκυλί στην άκρη του δρόμου. Γιατί εδώ η ποίηση κατεβαίνει στην άκρη του δρόμου. Σέρνεται τραυματισμένη, φέροντας στις πλάτες της το υποκείμενό της, κουβαλώντας τον κόσμο της. Και αν στις προηγούμενες συλλογές («Ρητορική ένδεια», Βακχικόν, 2013, «Τα Γυάλινα μάτια των ψαριών», Βακχικόν, 2016) τυλιγόταν συχνά με τον επίδεσμο του αρχαίου μύθου, τώρα προτιμά την ευθύβολη αποκάλυψη.

Πιο σίγουρη η Παραδεισανού για τον εαυτό της, πιο έμπειρη στη χρήση των εκφραστικών της μέσων, μπορεί πλέον να μιλάει για το παρόν χωρίς να προσφεύγει στις αλληγορίες του παρελθόντος. Οπότε ο ήδη γνωστός ποιητικός της χώρος, αποκαλύπτεται ακόμη καθαρότερα, κατοικημένος από τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας, την οδύνη, την απόγνωση και το πείσμα. Το ποιητικό υποκείμενο νιώθει να συντρίβεται μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που το κυκλώνει απειλητικά και το υποβάλλει σταθερά στη διαδικασία της αλλοτρίωσης. Οι αισθήσεις υποχωρούν, η εξωτερική εικόνα παραμορφώνεται, τα ανθρώπινα γνωρίσματα αποκτούν τερατώδη όψη, το εγώ κινδυνεύει να γίνει αυτό. Δεν είναι τυχαίο το σταθερά επανερχόμενο θέμα του πνιγμού, ο εφιάλτης του βυθίσματος, η αίσθηση της αιώρησης και το βίωμα της απουσίας.

Ο ποιητικός κόσμος της Παραδεισανού κείται στο μεταίχμιο της διαπάλης του έξω με το μέσα, είναι το στραπατσαρισμένο δέρμα, η άηχη φωνή, τα βγαλμένα μάτια. Η άρθρωσή του, το ξεδίπλωμά του, η εκφορά του είναι η άμυνα του ποιητικού υποκειμένου, η δήλωση της πρόθεσής του να μην εγκαταλείψει τη μάχη. Δια της γραφής γεμίζει την απουσία, μιλάει τη σιωπή, καλύπτει τον μέσα κόσμο και με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως νεύμα αντίστασης, ως πειστήριο ύπαρξης, ως εσώτερη, τελικά, ανάγκη. Αλλά την ίδια στιγμή δεν διστάζει να παραδεχτεί την αδυναμία του και να απεκδυθεί κάθε ελπίδα, επιτελώντας την καρυωτακική λειτουργία της απομάγευσης, δηλαδή της αποποίησης των βολικών ψευδαισθήσεων και της ευγενούς αυτοπαραπλάνησης. Για παράδειγμα, ακόμη και όταν εκφέρεται σε β΄ πρόσωπο νιώθεις ότι ο ακροατής στον οποίο απευθύνεται απουσιάζει από τη θέση του και ότι η καρέκλα του είναι άδεια.

Θέλω με αυτό να πω ότι η Παραδεισανού δεν χαρίζεται στην ευκολία κάποιων ψηγμάτων αισιοδοξίας, δεν προβαίνει σε εκπτώσεις για να αρέσει, δεν προδίδει τίποτα απ’ όσα κομίζει. Εδώ ακριβώς είναι, νομίζω, η μεγαλύτερη αρετή τούτης της συλλογής: λέω, για το ήθος και την εντιμότητά της από άποψη και θεματική και υφολογική, εν ολίγοις από άποψη αισθητική.

*Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι συγγραφέας

**Πρώτη δημοσίευση στο fractal http://fractalart.gr/sti-fleva-tis-petras/

Μια ποιήτρια καταθέτει: Συνέντευξη με την ποιήτρια Ιωάννα Διαμαντοπούλου

Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων, οι λέξεις είναι γύρω από τον ποιητή και περιμένουν μια πνοή, ένα σφύριγμα, ένα νεύμα, για να καταταχτούν σε ένα ποίημα

Του Αντρέα Πολυκάρπου

Η ποιήτρια Ιωάννα Διαμαντοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Ζει και εργάζεται στη Γερμανία ως μαθηματικός. Η τελευταία της ποιητική συλλογή «Στρατός ξυπόλητων λέξεων», εκδόθηκε το 2018 από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Πώς αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;
Η ποίηση μπορεί να είναι και τα δύο κατά την άποψή μου. Ταυτότητα ή ετερότητα έχουν ως μεταφορικό μέσο την ποίηση, οδεύοντας προς τους άλλους ή μόλις γυρνώντας από κει με ένα βαρύ φορτίο που τελικώς δεν αποδόθηκε, μια και καθ’ οδόν διαπιστώθηκε μια απόκλιση από το κοινό συναίσθημα. Ξεκινάς για τον άλλον πολλάκις, απευθύνεσαι, αναζητάς την ασφάλεια και τον καθησυχασμό της ταυτότητας. Όταν όμως νιώσεις τη μοναξιά του σχοινοβάτη μέσα στο πλήθος, τότε συνειδητοποιείς την ετερότητα και στρέφεσαι πιο πολύ προς εαυτόν. Δεν είναι μισανθρωπικό αυτό. Με περιστρεφόμενα κάτοπτρα παίζουμε, κλέφτες της πραγματικότητας καταλήγουμε όλοι, είτε της ταυτότητας είτε της ετερότητας, είτε του μονολόγου είτε του διαλόγου, σκοτεινοί τύποι είμαστε, που στην πλειοψηφία μας τρεφόμαστε με δράματα. Ίδια ή αλλότρια.

Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;
Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων, οι λέξεις είναι γύρω από τον ποιητή και περιμένουν μια πνοή, ένα σφύριγμα, ένα νεύμα, για να καταταχτούν σε ένα ποίημα. Ίσως προαιώνιο. Ίσως ζωντανό, νεκρό ή νεκραναστημένο. Συνήθως τίποτε καινούριο, συνήθως κάτι με τη ζεστασιά του γνωστού. Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων. Τις καλεί να τον υποστηρίξουν όταν βαριά συναισθήματα πρέπει να φορτωθούν για αλλού. Πολλάκις μέσα στη νύχτα.

Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;
Ας είμαστε ευχαριστημένοι με προσωρινή επούλωση πληγών. Και μια και μιλάμε για πληγές, αναφερόμενη στον Σινόπουλο, να επισημάνω τη δυσπιστία του με τα ξένα χέρια πάνω στις πληγές του «γιατί έχουμε πολλές πληγές, γι’ αυτό το χέρι πρέπει να ’ναι καθαρό που θα περάσει επάνω…» Κάπως έτσι ο στίχος όπως τον θυμάμαι. Όχι, δεν πιστεύω στην ίαση μέσω της Τέχνης, πιστεύω στην παρηγοριά. Η ταύτιση είναι μια παρηγοριά, μοιράζει δίκαια τον πόνο. Ή σε περίπτωση αδυναμίας ταύτισης, η μοναξιά της διαφορετικότητας παράγει δίπλα σου έναν στρόβιλο αλαζονείας, στο τέλος νιώθεις λίγο πιο πάνω από όσους δεν σε κατανοούν και, κατοικώντας επί συννέφων, δεν διακινδυνεύεις γήινες συγκρούσεις. Καλό είναι αυτό, αλλά τελικά δεν θεραπεύεσαι.

Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;
Πιστεύω ότι όλοι πορευόμαστε και μαζί και μόνοι. Και αυτό καλό είναι. Μόνο με το «μαζί» χάνει ο άνθρωπος την ιδιαίτερη οσμή του. Πρέπει ο άνθρωπος, ποιητής ή μη, να ασκείται στη μοναχικότητα. Δεδομένου ότι η αρχή και το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης είναι τόσο μοναχικά, φεύγοντας από αυτά με την ψευδαίσθηση της διαφυγής, χάνεσαι σε οδούς τεθλασμένες που θα σε κάνουν μεν στιγμιαία να ξεχάσεις τη μοναχικότητα της ύπαρξης, η οποία όμως δεν παύει να υφίσταται. Όταν αναγκαστείς να την αντιμετωπίσεις απροετοίμαστος, το πρόσωπό της δεν θα σου είναι τόσο οικείο, θα σου φανεί μάλλον σκληρό. Και μαζί λοιπόν γιατί είναι ωραίες οι παραλληλίες, αλλά και μόνοι για να γλείφουμε κατ’ ιδίαν τις πληγές μας.

Ποιες εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;
Κάποιες εικόνες ταξιδεύουν μαζί μου χρόνια, διστακτικές αυτές, διστακτική κι εγώ μαζί τους. Ίσως κάποιων την ύπαρξη να αγνοώ… Εικόνες που διατηρούν την αυτονομία τους και αρνούνται πεισματικά τη μετάλλαξή τους. Υπάρχουν και εικόνες-βομβιστές, εξωτερικά ερεθίσματα που εκβιάζουν τον λόγο, που δημιουργούν πρόωρους τοκετούς. Τα προσωπικά αποθηκευμένα βιώματα υπάρχουν πάντα, δεν βιάζονται, είναι βραδείας ανάφλεξης και πολύ επιλεκτικά όσον αφορά τους συνδυασμούς ή την ανάμειξή τους σε ένα ποίημα. Δηλαδή εικόνες υπάρχουν από προσωπικά βιώματα, αλλά και εξωτερικής παρατήρησης αποτελέσματα που κάποιες φορές συμπράττουν.

Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;
Ο ποιητής καλείται να απαντήσει πάντα τα ίδια ερωτήματα. Οι ανθρώπινες σταθερές είναι οι ίδιες, ίδια ο πόνος, η θλίψη, η χαρά, η φύση – αν και πολύ ταλαιπωρημένη… προϊόντος του χρόνου όλο και περισσότερο. Τα ερωτήματα δεν ευτυχούν πάντα απαντήσεων. Απλώς δεν υπάρχουν απαντήσεις για όλα. Καλό είναι όμως η ποίηση να θέτει και ερωτήματα, να αφυπνίζει συνειδήσεις. Αναρωτώμενος υπάρχεις.

Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;
Η κάθε λέξη αντιστοιχεί σε ένα ψυχικό αποτύπωμα. Πρόκειται περί αμφιμονοσήμαντης αντιστοιχίας, το ψυχικό αποτύπωμα ψάχνει, βρίσκει και γαντζώνεται πάνω στη λέξη που του ταιριάζει και αντιστρόφως. Στο κοινό ψάξιμο συναντώνται καθ’ οδόν.

Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;
Η ποίηση είναι καταφύγιο και για τους γράφοντες και για τους αναγνώστες. Με μία εντατική ανάγνωση παράλληλου καταγεγραμμένου συναισθήματος, το αναβιώνεις, το αναζητάς αν είναι κρυμμένο, νιώθεις τη χαρά της εύρεσης όταν το ανακαλύπτεις, συμμετέχεις. Δεν είναι γέννα η ανάγνωση ποίησης, είναι όμως υιοθεσία. Επίσης σημαντική. Όσον αφορά τους γράφοντες ποίηση, εναποθέτουν σε λόγια το βαρύ φορτίο που κουβαλούν ή -να το πω αλλιώς- με μοχλό τη γλώσσα, μετακινούν συναισθηματικούς όγκους… κάπως έτσι.

Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;
Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει αναμφισβήτητα ποιητικά. Αυτό βέβαια απαιτεί περισσότερη επαφή με τον εαυτό, άνοιγμα ενός δρόμου ανάμεσα σε αυτό που σκέφτεται και αυτό που νιώθει. Ο ποιητικός δρόμος είναι σε μεγάλα τμήματά του μοναχικός και ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να αποσύρεται από τη συνάφεια του κόσμου και των συναναστροφών, παίρνοντας μαζί προς επεξεργασία τις παρατηρήσεις του. Έτσι μόνο μπορεί κανείς να ακούσει τις εσωτερικές του φωνές. Εύκολο λοιπόν δεν είναι. Σε έναν κόσμο που σου προσφέρει τα εύκολα, γιατί να διαλέξεις τα δύσκολα – σκέφτονται πολλοί. Ή δεν σκέφτονται καν. Δρουν προς ευκολία τους. Αντιποιητικά.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.newsbomb.com.cy/perissotera/story/738868/mia-poiitria-katathetei-synenteyxi-me-tin-poiitria-ioanna-diamantopoyloy?fbclid=IwAR2E925C4GPZPO0YOd9tHw1_RruHm2sXozxcw38fnsvvp5AzqHmCo50ltzg

Ο κοινωνικός λυρισμός στην ποίηση του Μάρκου Μέσκου

Μιχάλης Μπαρτσίδης*

Γνώρισα προσωπικά τον Μάρκο Μέσκο πριν από περίπου δέκα [1] χρόνια. Η γνωριμία μας εκείνη εξελίχθηκε σε σταθερή φιλία, την οποία κρατάμε οικογενειακώς. Με επισκέπτεται αδιαλείπτως κάθε βδομάδα στον χώρο εργασίας μου, φέρνει μαζί του ένα καρβέλι ψωμί, κάνω καφεδάκι και τα λέμε. Το φθινόπωρο, του φέρνω σταφύλια από το αμπέλι μου και αυτός την άνοιξη κεράσια ή μήλα από τα μέρη του. Ήξερα από παλιά μερικά βασικά πράγματα σχετικά με την ποίηση του Μάρκου Μέσκου, οπωσδήποτε όλα τα βιογραφικά περί Κομμένης γλώσσας, και βεβαίως το ωραιότερο πεζό του, το Μουχαρέμ. Η μεγάλη διαδρομή του ποιητή συμπλήρωσε πέρυσι ―δεν προσέξαμε το ιωβηλαίο― τα πενήντα χρόνια. Όμως, εγώ από κοντά γνώρισα τον ελεγειακό, στοχαστικό πλέον ποιητή, με τις αποστάξεις του, αποφθεγματικό και σοφό, με πιο ελλειπτική γραφή και πιο μύστη.
Η παρέα μας, κατά πολύ νεότεροι από τον ίδιο, ήταν από κείνες τις λίγες που έδινε, εδώ στη Θεσσαλονίκη, ένα καλό αγώνα μνήμης, διαχείρισης των τραυμάτων της πόλης ιστορικά, πολιτικά και αισθητικά. Τολμώ να πω ότι αυτές οι ζυμώσεις ανακούφισαν κάπως και τον Μέσκο, του πρόσφεραν έναν χώρο πιο άνετο. Δανείστηκα κάποια στιγμή για τις ανάγκες ενός άρθρου τη φράση του «η Θεσσαλονίκη πολιορκείται εκ των ένδον» («Συνήθως, η Πόλη κινδυνεύει από τους μέσα εχθρούς της» XXXV, 47). Αυτό ήταν. Ένα εμπόδιο έφυγε από τη μέση. Σαν να βρέθηκε η έννοια-εργαλείο με την οποία μεταφράζονταν αυτόματα διαφορετικοί κόσμοι, εποχές και βιώματα στην ίδια γλώσσα. Οπως ανοιχτά ομολογεί ο ποιητής:

«Το πισθάγκωνο έγκλημα στα νερά του Θερμαϊκού
πρώτη δειγματοληψία της Εποχής στη ζωή μου ―
(τα μυστικά παραμένουν μυστικά)» XV(27).

Μιλήσαμε εμείς οι νεότεροι. Τώρα μπορούμε πιο άνετα να αναζητήσουμε το κρυμμένο μυστικό του κοινού κώδικα, το εσωτερικό εμπόδιο-όριο της κομμένης γλώσσας, η οποία μεταπλάθεται σε μνήμη για να μη χαθεί, σε δεσμό που μας ενώνει.
Δεν θα προσεγγίσω αυτόν τον στόχο με αισθητικά μέσα αλλά με ευρύτερα φιλοσοφικά, υπό την έννοια ότι θα πάρω θέση, ότι θα μεροληπτήσω, ότι θα υποστηρίξω με περισσότερους τρόπους και όχι αποκλειστικά ―αυστηρά― à la lettre. Άλλωστε, μας βοηθά και το κρινόμενο. Πρόκειται για βιβλίο στοχασμών, σκέψεων, αφορισμών, καθώς επίσης απολογισμού και παρακαταθηκών ποιητικής. Επιστρατεύω λοιπόν και όσα γνωρίζω από και για τον ίδιο, αφού νωρίς κατάλαβα ότι οι επισκέψεις του είναι μικρές έξοδοι κατάθεσης των μυστικών ― «των όσων υπόκεινται», κατά Μάρκο. Τι σημαίνει η έκφραση «οι υποψιασμένοι» που συχνά χρησιμοποιεί; Πάντοτε έρχεται η ώρα που ο Ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να διατυπώσει το σύστημα αξιών και τους κανόνες με τους οποίους έζησε και έγραψε. Ποιητής είναι εκείνος που η ζωή του ανταποκρίνεται στην ποίησή του, υποψιασμένος είναι ο «βιώσας» ευαίσθητα. Ας μην παρεξηγήσουμε τον ποιητή ότι δεν ακούει. Ακούει, παρόλο που δεν συζητάμε αναλυτικά τις διαφωνίες μας. Είναι λεπτή η ισορροπία, καθόσον απευθύνεται στους νεότερους και ενδιαφέρεται για τη διατύπωση των αρχών ποιητικής και ζωής, βρίσκεται στη στιγμή της εξόδου, δηλαδή της ιστορικότητάς του.

1. Ο εαυτός και το έξω
Σε κάθε αυθεντική τέχνη συναντούμε το μοτίβο της αμφίδρομης και διπλής κίνησης από τα έξω προς τα μέσα και αντιστρόφως. Σκαλώνω στον εξής ελλειπτικό αφορισμό:

«Η Μοναξιά λοιπόν ωριμάζει την Κοινωνία;
Εδώ σβήνε τη στάχτη σου κι εσύ!» LXV (77)

Όσον αφορά τον δεύτερο στίχο, συναντούμε συχνά την εικόνα «Τα ποιήματα είναι στάχτη», «σβήσε τη στάχτη»! Αντί της ματαιοδοξίας-φιλοδοξίας, η στάχτη, το μάταιον του εγχειρήματος. Ο πρώτος στίχος όμως διατυπώνεται με μορφή ερώτησης. Δεν μιλάει για την απομόνωση του σύγχρονου ατόμου σύμφωνα με τα διαδεδομένα. Αναρωτιέται για τη μοναξιά της ζωής και τη ζωή της μοναξιάς, όχι για να εγκαταλείψει παρά για να ενισχύσει περαιτέρω την πεποίθηση, που είναι και βασική αρχή του, ότι η κοινωνία φτιάχνεται μέσα μας. Δεν έχετε παρά να ανατρέξετε σε όλο το παλιότερο έργο του Μέσκου του ’60 και του ’70. Το ’χει η ποιητική γενιά του μετά την ήττα; Βεβαίως, αλλά ο καθένας είναι και μοναδικός. Πώς μπόρεσαν και αντιστάθηκαν στην παραζάλη της κοινότυπης μορφής «πολιτικής και στρατευμένης» ποίησης; Είναι ένα προσωπικό στοίχημα που δεν το κερδίζουν όλοι. Η πολιτική δεν καταργείται, απλώς το σημείο στο οποίο αναδύεται μετατοπίζεται συνεχώς εντός μας.

Είσοδος, επι-στροφή στον εαυτό και ακολούθως έξοδος – η πρώτη έννοια που είδα να υπονοεί σταθερά ο Μέσκος. Τα «παράθυρά» του είναι πολλά – και τα κυριότερα τα οφείλει στη μάνα του, όπως εξομολογείται ήδη από το 1958 («Το ανθρώπινο»). Η μοναξιά δεν είναι απομόνωση, είναι οι δεσμοί και το έργο μας. Το έξω, η ζωή, η κοινωνία, βρίσκεται μέσα μας.
Είναι δύσκολο να το παραδεχτούμε αλλά τη σχέση τη φτιάχνουν:
«Οι έντιμοι, οι σαλεμένοι από την ανέχεια και τις στερήσεις των επιλογών τους» (XLVIII).

Αντιθέτως, οι θορυβώδεις «εξωτερικοί» δεν ωριμάζουν σε κάτι με τη φλυαρία, την ευκολία, την ισοπέδωση και την επιπολαιότητα. Αν διακρίνουμε (ο Δημητριάδης κάπου το ανέφερε) «εσωτερικούς» και «εξωτερικούς» συγγραφείς, η ποιητική του Μέσκου συνίσταται στο να βρεις πώς συναντώνται τα «μέσα και τα έξω ρυάκια».
Μέσα στον εαυτό βρίσκεται το κοινό βίωμα της ανθρωπότητας, «το ρόδο του κανενός», το μυστήριο. Όχι με την έννοια του ρομαντικού αυθεντικού εαυτού αλλά ως ένα a priori που είναι ιστορικό αποτέλεσμα και που ανοίγεται ξανά στην ιστορία:

«εξαιτίας της καθολικής ανθρώπινης προϊστορίας των γραφών της Ποίησης» (IXL).

Όπως γνωρίζουμε, ο εμπειρικο-υπερβατικός «άνθρωπος» της νεότερης ιδεαλιστικής παράδοσης αποτελεί σύνθεση δύο πεδίων: της ζωής και της ιστορίας-κοινωνίας. Σύμφωνα με τη βασική ρομαντική θέση, η ανθρώπινη φύση-ουσία είναι το πνεύμα και η ζωή που υπερβαίνουν την πολιτική και την κοινωνικοποίηση, που δεν ανάγονται σε αυτές πλήρως και ολοκληρωτικά. Πρόκειται για το υπόλοιπο που υπερβαίνει τη θέσμιση και μετατρέπεται σε ιδανικό-ιδεατότητα. Η συμφιλίωση των δύο πεδίων, ζωής και κοινωνίας, αποτελεί το αντικείμενο της «μόρφωσης». Όμως, εδώ άλλος παράγοντας τα κρατάει δεμένα χωρίς να τα συμφιλιώνει.
― «Μέσα στη ζωή τον περισσότερο καιρό (θαρρείς) έξω από τη ζωή, ξένος του κόσμου αυτού…» IL (61)
― «ακόμη και οι καταραμένοι ποιητές, τελικά, είναι υπέρ της ζωής»
― «ταυτόσημη ζωή το Ποίημα» XVIII (30):

Η ζωή είναι τέχνη ― το αριστούργημα του καθενός, η πολιτική είναι τέχνη, επίσης και η ποιητική ηθική: «το κατακτημένο περιθώριο» ΧΙ(23).

Σκαλώνω τώρα σε μια άλλη διατύπωση-θεμέλιο:

«η επιστροφή προς το Ποίημα είναι ένας δρόμος γεμάτος κλάματα» V(17).

Η σωματική ποίηση για τον Μέσκο αναφέρεται σε ό,τι βγαίνει με πόνο. Αναγνωρίζουμε εδώ το λυρικό στοιχείο, αλλά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για λυρισμό παράδοξο, αφού συγχρόνως και αμέσως έρχεται η επωδός:

«Και η Ποίηση πολίτης του κόσμου» (79).

Κάτι το μυστήριο συμβαίνει σε αυτή την αέναη κίνηση, στην οποία δεν έχει σημασία ποια κατεύθυνση προηγείται, η προς τα μέσα ή η προς τα έξω. Άλλωστε, το ζεύγος ζωής και θανάτου είναι κολόνες στο έργο του Μέσκου αλλά παίζουν τον ρόλο τους αντιστρόφως. Όταν ξεκινούσε, νεότατος, 23 χρονών, τιτλοφορούσε τη συλλογή του Πριν το θάνατο· πενήντα χρόνια μετά, στο ύστερο έργο του, συνθέτει Ελεγείες.

2. Η Ιστορία και η Φύση
Αρκετοί αναλύουν τον ρόλο της φύσης στο έργο του Μέσκου. Ενδιαφέρομαι, με τη σειρά μου, να ενισχύσω μία τάση που υπάρχει στο έργο αυτό, αναγνωρίζοντας και υπερασπίζοντάς την, γιατί είναι λεπτή, ευαίσθητη, εύθραυστη και ασταθής από τη φύση της. Είναι μία ενδιάμεση, μη κοινότοπη και εν τέλει υλιστική τάση. Μιλάμε για ένα ιστορικό ένστικτο του ποιητή, μία πρακτική «φιλοσοφία της ιστορίας».
Θα πρέπει να σημειώσουμε ―και να το αναλύσουμε περισσότερο σε άλλη ευκαιρία― ότι ο νατουραλισμός του Μέσκου είναι σπινοζικού τύπου και όχι ρομαντικού. Καταρχήν, δεν αφαιρεί από την έννοια της ιστορίας το νόημα χάριν μιας εσωτερικής υπερβατικότητας του αυθεντικού φυσικού εαυτού. Η «φύση» στον Μέσκο αποτελεί ακριβώς έναν νέο τρόπο να σκεφτούμε την ιστορία, σύμφωνα με μια ορθολογικότητα που σκοπεύει στην εξήγηση διά των αιτιών, δηλαδή διά της γνώσης των αντιτιθέμενων δυνάμεων και του συσχετισμού τους. Δεν υπάρχει το παλιό δίλημμα μεταξύ φυσικού ντετερμινισμού και ιστορικής αιτιότητας ως γενικής παράστασης. Η αιτία βρίσκεται μέσα στα αποτελέσματά της.
Στον Μέσκο η ίδια η φύση περνάει μέσα στους ανθρώπους του. Όπως ο ίδιος την αγκαλιάζει, τη συμπεριλαμβάνει και την ενσωματώνει ολόκληρη, έτσι αυτή βγαίνει ενιαία ως αποτέλεσμα στον τόπο και στους ανθρώπους του. Πρόκειται για μία αλληλοδιείσδυση ανθρώπου-φύσης, όπου «ο άνθρωπος αντιλαλεί τις πράξεις της φύσης»: ο Μάρκος δεν κατάγεται από το Καϊμακτσαλάν ― είναι το Καϊμακτσαλάν. Από τον μη διαχωρισμό φύσης και ιστορίας εξάγεται, μπορούμε να πούμε, η αγάπη ως η τέλεια γνώση του «Θεού»-Φύσης. «Κοντεύουμε να γίνουμε χριστιανοί», λέει συχνά, χαρακτηρίζοντας ο ίδιος μεταρομαντική την άποψη του.
Όμως, πρόκειται ουσιαστικά για μια ενδογενή(εμμενή) γνώση της ιστορίας. Πράγματι, στοχεύει στην ιστορική μονάδα (ενικότητα), στην ιστορία των πολλών, των από τα κάτω, των αφανών, όσων βρίσκονται στον κοντινό απόηχο των συγκρούσεων και των μαχών. Στήνει «προτομές ανωνύμων» δείχνοντας πώς επηρεάζεται ο βιόκοσμος από την ιστορία και την πολιτική. Οι «μορφές ζωής» είναι εκείνη η ενδιάμεση ζώνη φύσης και πολιτισμού. Συγκροτείται ένας ιστορικός λόγος, μία ιστορία των «παθών του κοινωνικού σώματος». Ποιοι και πώς χάθηκαν με τη σειρά τους ένας-ένας «πρωταγωνιστές των ονείρων μου» Χ(22). Σημειώνομε εδώ άλλο ένα στοιχείο για το πέρασμα από το ενικό στο πληθυντικό.
Οι «γηγενείς», όπως αποκαλεί ο Μάρκος τους ανθρώπους του. Δεν μαζεύει τα τοπικά γλωσσάρια, όπως άλλοι ανυποψίαστοι συντηρητικοί. Καμιά σχέση με τη σύγχρονη ηθογραφία. Ήταν πάντοτε μοντέρνος, γράφει στα ομορφότερα ελληνικά για να μη χαθούν μορφές ζωής, όμως να σωθούν πού; Στον τόπο της μνήμης όπου η κομμένη γλώσσα μεταπλάθεται σε ποιητική γλώσσα. Η ποιητική γλώσσα αποκαθιστά τη συνέχεια που κόπηκε, διασχίζει το εσωτερικό σύνορο, επουλώνει το τραύμα. Αυτή είναι η στράτευσή του, έτσι αναζητούν τις ρίζες οι πραγματικοί συγγραφείς, έτσι φτιάχνουν ταυτότητες.
Η στάση του για την ιστορία λοιπόν (και την πολιτική, την ήττα της Αριστεράς):

«ο απελπισμένος έρωτας της Ουτοπίας και όχι νοσταλγία»

Αντλεί από νεκρά πρόσωπα-ήρωες και, παρ’ όλα αυτά, δεν κάνει νεκρική ή σκοτεινή ποίηση:

«η πλήρης κυριότητα, πάνω απ’ όλα, ανήκει στους νεκρούς που εμπνεύσανε τα ποιήματά μου» ΙΙΙ(15).

Εντούτοις, παραδέχεται ότι ο τόνος είναι μαύρος και θλιμμένος διότι:

«η προσπάθεια είναι τελέσφορη και ατελέσφορη μαζί» XVI(28).

Πένθος και Χαρά (39,40). Ακόμα και οι Ελεγείες δεν είναι μόνο λυρικό, μελαγχολικό έργο, αλλά κυρίως είναι ξαναπέρασμα όλων των καταστάσεων που έζησε και βίωσε, με σκοπό να δώσει κάτι σαν «όρκο πίστεως» σε αυτές.
Υποστηρίζεται επαρκώς, νομίζω, ότι όχι μόνο δεν έχουμε μία τελεολογική αντίληψη της ιστορίας, ότι δεν υπάρχει «ένα σχήμα μονοσήμαντης εξήγησης» φανατικό αλλά, αντιθέτως, φαίνεται καθαρά μία γνώση πολλαπλή και σύνθετη. Είναι δικαιωμένο το ενιαίο χαλί, το ψηφιδωτό των «ανώνυμων». Δικαιωμένο όχι όμως στην ιστορία αλλά στην ποίηση, η οποία δεν έχει ανάγκη από δυισμούς-διχασμούς. Ο ενικός ψίθυρος του δημιουργού μεσολαβεί για τον πληθυντικό ψίθυρο, χωρίς να χρειάζεται να εκπροσωπήσει κανέναν, χάνεται μαζί τους χωρίς να γίνεται στάχτη.

3. Η Ποιητική της κυριολεξίας
Ολοκληρώνοντας, να πούμε για την άρθρωση των δύο στοιχείων που προαναφέραμε, των κινήσεων της επιστροφής και της εξόδου, στην ποιητική της κυριολεξίας.

«Ποίηση είναι η κυριολεξία των πραγμάτων» (XXIX,41)
«Περίεργο πράγμα η γλώσσα: μέσα σου συνωθούνται χιλιάδες λέξεις που διεκδικούν την προτεραιότητα της κυριολεξίας στην έξοδό τους προτού «παγώσουν» στο χαρτί…» (XXXIV, 46)

«Στην Ποίηση πολλαπλή πάντα η εκδοχή:
δάσος πολυσημίας για την πορεία την ανθρώπινη στο κάθε μέλλον, των ‘πράξεων’ και των ‘λύσεων’ της πραγματικότητας και της ονειρικής αναζήτησης. Κοντά κοντά η αυτογνωσία και η αξιοπρέπεια του Τοπίου (το πολύσχημο κενό εντούτοις)» (XLVI, 58)

Η πολυσημία, η κυριολεξία και η έξοδος: Η πολυσημία υπάρχει μέσα στον ποιητή και πριν από τον λόγο, δηλαδή προηγείται:

«εξαιτίας της καθολικής ανθρώπινης προϊστορίας των γραφών της Ποίησης» (IXL)

Η κυριολεξία βρίσκεται στο μέσον και έπεται η έξοδος και η συνάντηση με τους αναγνώστες, φτιάχνοντας την ιστορικότητα του έργου. Η πολυσημία αποδίδεται τελικώς στον τίτλο ενικός και πληθυντικός ψίθυρος.
Από τη μια, το λυρικό μαγικό στοιχείο της τέχνης: μυστικά που δεν έχουν αποκαλυφθεί, οι μύστες, «μαγική… Ποίηση του ανεξήγητου μυστηρίου» ΧΙΙ. Ο ίδιος δοκιμάζει να το αποκαλεί λυρικός μεταϋπερρεαλισμός, ΧΙΙ(24).
Από την άλλη, το πέρασμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο (κυριολεξία). Ως ανάπτυξη των αντιφάσεων (πολυσημία) της αρχικής διατύπωσης είναι ταυτόσημη με την ιστορικότητα (έξοδος). Η ιστορία λοιπόν αποτελεί μία διαδικασία όχι προσανατολισμένη αλλά απρόβλεπτη. Δεν αποσκοπεί στην καθολικότητα αλλά στοχεύει στην ιστορική ενικότητα: στην παραγωγή των ενικών ουσιών, στην ποικιλία των συνθηκών και των μορφών, στην ανάλυση των διαφορών. Ιδού η σημασία του σολωμικού motto του βιβλίου: από τη μικρότητα (ενικός) θα προβάλλουν οι ουσίες (πληθυντικός και όχι «η» ουσία).

Το κοινό στοιχείο που προηγείται πάντοτε είναι μία ιστορική καθολική πολλαπλή ουσία: γι’ αυτό είναι «κοινωνικός»-λυρικός ποιητής. Το κοινό (common) λόγω της συνήχησης με τον όρο «κομμουνισμός» φοβίζει τον Μάρκο κάπως ασυναίσθητα και τον οδηγεί να χρησιμοποιεί αντί του «κοινός» τον όρο «κοινωνικός». Η έννοια του «κοινωνικού λυρισμού» ―που ο ίδιος χρησιμοποίησε στο κείμενό του για τον Πάνο Θασίτη[2]― είναι μία αντιφατική έννοια και γι’ αυτόν τον λόγο πολύ ενεργή και δυναμική. Συναιρεί δύο αντίθετα πράγματα, που κακώς εννοούνταν μέχρι τώρα ως αντίθετα: λες και ο λυρισμός είναι εντελώς προσωπικό πράγμα, και η κοινωνική ποίηση είναι κάτι χωρίς αναφορά στο λυρικό στοιχείο. Μία διατομική (transindividual) έννοια έβγαλε ο Μάρκος και του την ξαναχαρίζουμε.

Επίλογος
Ο Μέσκος είναι δυνατότερος από πολλούς, με πολλές ουσίες και δυνάμεις να αναβλύζουν από μέσα του. Το τελευταίο στοχαστικό βιβλίο του λοιπόν αποτυπώνει την ενδυνάμωση μέσω της πολλαπλότητας και της ακεραιότητας, με την αξιοποίηση τόσο της λογικής όσο και της βιωματικής του γνώσης.
Ο Μέσκος πιστεύει ότι προϋπήρξαν μεγάλα ονόματα στη σκέψη και στη τέχνη, πως δεν μπορούμε με τη σκέψη να επινοήσουμε εύκολα κάτι που να μην έχει δοκιμαστεί και που να μην είναι γνωστό, που να μην το έχουν αντιληφθεί ακόμη άνθρωποι που ασχολούνται.
Αλλά τότε τι μπορούμε να κάνουμε; Ο Μέσκος εννοεί ότι δεν πρέπει να παίρνουμε τους μεγάλους συγγραφείς που προηγήθηκαν ως μοντέλο αλλά ότι «το μέγεθος προκύπτει από τον μύθο που ιστορείς». Ένα μικρό βήμα μπροστά και όχι άλματα και ιστορικιστικά ξεπεράσματα, «σχεδόν τα πάντα έχουν ειπωθεί» IX(21). Ανθρώπινα καθημερινός (εμπειρία, βίωμα) και ταυτοχρόνως κλασική διάσταση, αφού πρωτοτυπεί με μικρές μετατοπίσεις, αλλά κατ’ επανάληψη. Δεν μετακενώνει δάνεια, δεν μιμείται. Δεν αλλάζει, λένε. Τι να αλλάξει; Μετακινούνται τα βουνά;

[1] Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σημειώσεις 71, Ιούνιος 2010, 83-92 και είχε εκφωνηθεί ως ομιλία για το βιβλίο του Μάρκου Μέσκου, Στον ενικό και πληθυντικό ψίθυρο, εκδ. Νεφέλη, στις 18 Νοεμβρίου 2009, στο βιβλιοπωλείο Κυριακίδη της Θεσσαλονίκης. To κείμενο ακολουθεί την αρίθμηση του ποιητή. Η γνωριμία μας λοιπόν ανατρέχει στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα.
[2] Μάρκος Μέσκος, «Ακόμη μια ανάγνωση του Πάνου Θασίτη», Σημειώσεις, 69, Ιούλιος 2009, σ.63.

*Από εδώ: http://entefktirio.blogspot.com/2019/01/blog-post_6.html

Για τη «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς» του Δημήτρη Π. Κρανιώτη

Σταύρος Γκιργκένης*

Παρατηρήσεις ύφους και ποιητικής στη συλλογή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη

Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς, εκδ. Κέδρος 2018.

Το βιβλίο Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς των εκδόσεων Κέδρος αποτελεί την πιο πρόσφατη συμβολή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη στον χώρο της ποίησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Θεσσαλός ποιητής αποτελεί μια από τις πιο ώριμες φωνές που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στον στίχο σήμερα και ότι η συλλογή είναι από τις σημαντικότερες που εκδόθηκαν το 2018.

Τα ποιήματα που συναποτελούν τη συλλογή χαρακτηρίζονται συνολικά από λιτότητα στο λόγο, πυκνότητα και βραχύτητα στην έκφραση. Είναι χαρακτηριστική η συντομία που τα διακρίνει, αφού ο ποιητής ολοκληρώνει όσα έχει να πει σε κείμενα που η έκτασή τους δεν ξεπερνά ποτέ τη μία σελίδα.

Βασικό γνώρισμα της ποιητικής του τεχνικής είναι το παιχνίδι με τις λέξεις. Για παράδειγμα στο ποίημα με τον τίτλο Μείον ένα η φράση «-1» χρησιμοποιείται πρώτα ως αριθμητικό σύμβολο για τα νούμερα των ορόφων στο μεταφυσικό ασανσέρ που οδηγεί στο χτες, ενώ στη συνέχεια εμφανίζεται γραμμένη ολογράφως στην τελευταία στροφή. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας αντίθεσης ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, το χτες και το αύριο:

Ως το χθες / ως το σίγουρο κι απροσδόκητο -1 του ασανσέρ… γεμίζοντας με μείον ένα αύριο ρίζες λωτών και μύθων.

Η τεχνική αυτή δημιουργεί συνηχήσεις που επεκτείνονται ακόμη και στην περίπτωση των ξένων λέξεων, όπως πολύ χαρακτηριστικά συμβαίνει στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής που έχει τον τίτλο «Αλφαβητάρι»: Πίνοντας αναψυκτικό light / Και κάνοντας like.

Η καβαφικού τύπου λιτότητα στο λόγο του ποιητή δημιουργείται επίσης από την πληθωρική χρήση των επιρρηματικών μετοχών: πίνοντας, κάνοντας, σκουπίζοντας τα φύλλα, φωνάζοντας σε μία γλώσσα άγνωστη, υφαίνοντας αυταπάτες, γεμίζοντας με -1 αύριο, και πολλά άλλα παρόμοια.

Ομόλογο υφολογικό χαρακτηριστικό είναι η κυριαρχία των ουσιαστικών και των ρημάτων με την αντίστοιχη μειωμένη παρουσία επιθέτων. Όπου εμφανίζονται ίχνη επιθέτων είναι κυρίως μέσω της μεταμόρφωσής τους στα αντίστοιχα επιρρήματα. Για παράδειγμα: αφοπλιστικά και αναίμακτα, μην μου απαντήσεις βιαστικά, υπόγειο αορίστως κι εντόκως με θυμό. Όλα αυτά σε ένα και μοναδικό ποίημα («Μείον ένα»).

Εναλλακτικά το επίθετο, έναρθρο, μπορεί να μετατρέπεται σε αφηρημένο ουσιαστικό με έναν σχεδόν θουκυδίδειο τρόπο: Το αβέβαιο της θέλησης μας και το άβατο της ηθικής μας, στο ποίημα «Υψικάμινος».

Συναφής υφολογικά είναι η χρήση σχεδόν οποιουδήποτε μέρος του λόγου σε θέση ουσιαστικού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Άρχισα να ξηλώνω τα ρούχα μου ώσπου έμεινα γυμνός στη μέση του πουθενά, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Χάθηκε σε ζιζάνια το ψες, στο ποίημα «Αυλή χωρίς σιωπές».
Δούναι και λαβείν κατά φύσιν κεκτημένα… Δούναι και λαβείν παρά φύσιν τεκταινόμενα στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Στο παρά πέντε απόδρασης από το σαβουάρ βιβρ, στο ποίημα «Ιανός».
Παραβίασες τα σύνορα που έθαψαν το γνώθι σαυτόν… Στο άψε σβήσε έτσι απλά γέννησες φως, στο ποίημα «Άψε σβήσε».
Με αμέτρητα απωλέσθην, στο ποίημα «Απωλέσθην».

Πολλές από αυτές τις εκφράσεις χρησιμεύουν και ως τίτλοι των αντίστοιχων ποιημάτων.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί η χρήση των σημείων στίξης ή μάλλον η σχεδόν παντελής απουσία τους. Δεν υπάρχει τελεία, δεν υπάρχει κόμμα. Διασώζεται περιστασιακά η παρένθεση, προκειμένου να δηλωθεί μια δεύτερη σκέψη του ομιλούντος προσώπου, μια αμφιβολία, ένας υπαινιγμός, μια αιφνίδια προσθήκη, μια αποσαφήνιση, συνήθως μέσω κάποιας αντιθετικής έκφρασης και ενός συνοδευτικού ερωτηματικού:

Έτσι κι αλλιώς ποιος θα με καταλάβαινε, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Ποια λογική νοικιάστηκε από τη φαντασία μου απόψε, στο ποίημα «Μείον ένα».
Μήτρα ζωής η γη υιών και θυγατέρων, στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Και χωρίς σήμα το κινητό μας, στο ποίημα «Ιανός».
Πότε προλάβαμε άραγε να ερωτευτούμε, στο ποίημα «Ιανός».
Όσα δεν λέγονται μα γράφονται στο σκοτάδι, στο ποίημα «Άψε σβήσε».
Ποιος ξέρει αν θα βρέξει… Ποιος στο όνειρο θα αντέξει, στο ποίημα «Δελτίο καιρού».
Τα ουσιαστικά μαλώνουν ανεξαρτήτως πτώσης… τα ρήματα διαμαρτύρονται ανεξαρτήτως χρόνου, στο ποίημα «Συγκάτοικος λέξεων».

Περιστασιακά τον ίδιο ρόλο αναλαμβάνει ο εγκιβωτισμός μιας φράσης σε παύλες:
Μέσω πιστωτικής, στο ποίημα «Εκποίηση. Σε τιμή ευκαιρίας, στο ποίημα «Μεταχειρισμένα Όνειρα». Αναπόφευκτη συνήθεια των ημερών που έρχονται, στο ποίημα «Πέμπτη εποχή». Ψυχή και σώματι, στο ποίημα «Λύτρωση».

Ο λόγος των ποιημάτων του Δ. Π. Κρανιώτη χαρακτηρίζεται από μια ιδιόμορφη μίξη γλωσσικών επιπέδων που θυμίζει έντονα σε ορισμένα σημεία τον τρόπο που ο Καβάφης αναμιγνύει την απλή δημοτική, τους ιδιωματισμούς και την καθαρεύουσα. Στον Δ. Π. Κρανιώτη η ιδιομορφία της μίξης στηρίζεται στην ταυτόχρονη χρήση μιας γλώσσας πολύ καθημερινής σε συνδυασμό με μια πληθώρα λέξεων που προέρχονται από τη λόγια παράδοση και χρησιμοποιούνται στον ιδιαίτερα πεπαιδευμένο λόγο. Στο μείγμα προστίθεται και η χρήση πολλών ξένων λέξεων, ορισμένες φορές γραμμένων στο λατινικό αλφάβητο, σε μια προφανή αναγνώριση της σύγχρονης γλωσσικής πραγματικότητας και με μια διάθεση να γειωθεί ο κορμός του ποιήματος στον γλωσσικό νατουραλισμό. Άρα μπορούμε να διακρίνουμε δύο αντίρροπες κινήσεις στο ύφος του Δ. Π. Κρανιώτη: λέξεις υψηλής φόρτισης από τη μια και λέξεις χαμηλού φωτισμού από την άλλη. Παραδείγματα:

Να αναζητώ με silver alert δίχως όνομα εμένα, στο ποίημα «Παζλ».
Δεν άφησα ρέστα για πουρμπουάρ δεν σκόνταψα διαγωνίως, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Μήτρα ζωής η γη υιών και θυγατέρων, στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Το ασανσέρ κολλημένο μεταξύ ρετιρέ και ουρανού, στο ποίημα «Ιανός».
Στο παρά πέντε απόδρασης από το σαβουάρ βιβρ, στο ποίημα «Ιανός».
Άφησες ένα post it, στο ποίημα «Απωλέσθην».
Σε μειδίαμα λευκής μαρμαρυγής… τα κελεύσματα σιωπής επίορκων δωρητών ψυχής, στο ποίημα «Λευκή μαρμαρυγή».
Μην στέλνεις άλλα sms… το iphone μου πέταξα, στο ποίημα «Τα sms της κρίσης».

Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά της γλώσσας και του ύφους του Δ. Π. Κρανιώτη δεν αποτελούν τυχαίες συναθροίσεις λέξεων, αλλά αποτέλεσμα μελετημένης στόχευσης και σκληρής δουλειάς. Δεν προκύπτουν τυχαία, αλλά είναι προϊόν μεθοδικής και λεπτής επεξεργασίας του λόγου, κάτι που κάνει τον Δ. Π. Κρανιώτη να ξεχωρίζει από μια μεγάλη κατηγορία προχειρολόγων ποιητών που δουλεύουν πολύ λίγο τα στιχουργήματά τους, αφού τα γράψουν. Στην προχειρολογία και την ευκολία που βασιλεύουν στο τοπίο του σύγχρονου ελληνικού ποιητικού λόγου, ο Δ. Π. Κρανιώτης αντιτάσσει τον δύσκολο καλβικό αγώνα της πάλης με τις λέξεις, τις φόρμες και τις έννοιες.

Κλείνοντας θα ήθελα να θίξω ακόμη ένα θέμα της τεχνικής του Δ. Π. Κρανιώτη, που αποτελεί προέκταση όσων ειπώθηκαν προηγουμένως σχετικά με τη φροντίδα που δείχνει στην επιλογή των λέξεων και την συστηματική επεξεργασία των λόγων του. Αξίζει, λοιπόν, να προσεχτεί μια ιδιαίτερη κατηγορία ποιημάτων που αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, ένα είδος αποκαλυπτηρίου για το πώς λειτουργεί το «εργαστήριο ποιημάτων Κρανιώτη». Εννοώ φυσικά τα ποιήματα ποιητικής που δεν είναι λίγα μέσα στη συλλογή. Τα ποιήματα αυτά αποκαλύπτουν ποιες ανάγκες του ποιητή ικανοποιεί η ποίηση, γιατί γράφει, πώς γράφει, πώς νομίζει ότι τον αντιμετωπίζει ο κόσμος και οι ομότεχνοι και πολλά άλλα παρόμοια θέματα.

Δεν ξέρω τι πραγματικά σκεφτόταν ο Δ. Π. Κρανιώτης, όταν έγραφε το ποίημα «Αλφαβητάρι», αλλά μοιάζει, σ’ εμένα τουλάχιστον, να σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να κατακτήσει την απλότητα του λόγου ο ποιητής: θα ήθελε να έχει στην κατοχή του το πιο απλό εργαλείο του λόγου, το αλφαβητάρι, να ξαναμάθει από την αρχή πώς να δίνει στην Άννα ένα μήλο σε μια προφανή νοσταλγική παραπομπή στην απλότητα της παιδικής ηλικίας. Ο ποιητής μας θέλει λοιπόν να μιλήσει απλά και λιτά, τώρα που μεγάλωσε.

Στη «Γραβάτα δημοσίας αιδούς επιδίδεται σε ένα στριπτίζ απογυμνώνοντας τον εαυτό του σε ένα μέρος που δεν υπάρχει κανείς για να συνομιλήσει μαζί του και φωνάζοντας σε μια γλώσσα άγνωστη, γιατί προφανώς νιώθει ότι η γυμνότητα του λόγου που εκπέμπει δεν έχει εύχερους ακροατές.

Στο ποίημα «Αυλή» χωρίς σιωπές η γλάστρα της σιωπής σπάει δίνοντας τη θέση της στην κραυγή, τον άναρθρο λόγο, μόνο που αυτή η κραυγή έχει απωλέσει τον εαυτό της, αφού δεν θυμάται τι απέγινε το φως και το σκοτάδι.

Στο ποίημα «Μείον ένα» οι λέξεις γίνονται ενδύματα τα οποία, σε αντίθεση με το στριπτίζ της Γραβάτας δημοσίας αιδούς, οι πρωταγωνιστές του κειμένου, το ποιητικό υποκείμενο και η συντροφιά του, πρέπει αντιθέτως εδώ να φορέσουν. Ωστόσο δεν χρειάζεται αυτό να συμβεί βιαστικά. Υπάρχει χρόνος για να δοθούν απαντήσεις και υπομονή.

Στο ποίημα «Άψε σβήσε το ποιητικό υποκείμενο με ορμή παραβιάζει τα σύνορα που του έχουν τεθεί, εισβάλλει στο πραγματικό βασίλειο του εαυτού του για να τον γνωρίσει, γκρεμίζοντας φυλακές και πυρπολώντας κουρτίνες και εμπόδια. Και όλα αυτά γίνονται δίχως κραυγές ή ψιθύρους, ενώ από το αγκάλιασμα των λόγων που γράφονται μες στο σκοτάδι προκύπτει για πρώτη φορά το φως, γεννημένο από την ίδια την ομιλούσα φωνή.

Στην «Εκποίηση» μετά από μια αναφορά στην έλλειψη προλόγων και στην ύπαρξη προκάτ επιλογών που δημιουργούν μία ευτελή ανομβρία, το ποίημα συνεχίζει με υπαινιγμούς σε φλυαρίες που δεν επιτρέπουν την επαφή, σε αστυφιλίες λέξεων που θρυμματίζουν το φίλημα και σε μια εκποίηση που είναι στην πραγματικότητα ποίηση ημιτελών αισθήσεων και στιγμών που δεν μπορούν να ενταχθούν πουθενά.

Στην «Πρώτη απαγγελία» η ποιητική φωνή ως οξύμωρο φωνάζει με ψιθύρους, κρεμά ποιήματα στους τοίχους χρησιμοποιώντας για καρφιά συλλαβές. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας λόγος, ο οποίος απαγγέλει όσα έχουν γραφεί εν απουσία του ποιητή, αλλά με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο από τον ίδιο.

Στο «Κόκκινο ποίημα» το χρώμα του ποιήματος παραπέμπει στο αίμα μέσω του οποίου είναι γραμμένο το ποίημα και με τις λέξεις του οποίου ο ποιητής πεθαίνει και ανασταίνεται.

Στο ποίημα «Ενδελεχώς» το ποιητικό υποκείμενο, μέσω της συγγραφής, πότε δημιουργεί τον εαυτό του και ποτέ τον διαγράφει, σβήνοντας εφιαλτικές μνήμες και χαράζοντας άλλες υποστηρικτικές. Στο τέλος όλο το σκηνικό μετατρέπεται μέσα από μια μεταφορά σε διαδικασία που παραπέμπει στη ζωγραφική. Ο ποιητής ζωγραφίζει με καινούργια χρώματα τον εαυτό του σε μια προσπάθεια που ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί.

Στο ποίημα «Γυμνά διηγήματα» γίνεται ολοφάνερα και πάλι λόγος για την συγγραφική διαδικασία: αναφέρονται η γραφή, η σιωπή που την υποκαθιστά, η ρίμα, τα χαϊκού, οι ωδές, ενώ το ποίημα κλείνει στις δύο τελευταίες στροφές του με μια αντίθεση: τα γυμνά διηγήματα του ποιητή δεν άντεξαν τον καθωσπρεπισμό με τον οποίον ήρθαν αντιμέτωπα, ενώ τα ντυμένα ποιήματά του τιμωρήθηκαν με απαγόρευση εισόδου στις ακτές των γυμνιστών. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ο λόγος του ποιητή να μη βρίσκει το ακροατήριο που επιθυμεί.

Στο ποίημα «Ενοικιάζεται» η ποίηση προκύπτει ως κάτι το προσωρινό μέσα από ένα φιλί χωρίς ομοιοκαταληξία. Η αγάπη κλείνεται σε ανέκφραστες συλλαβές που μόνο αυτές έχουνε χρώμα μέσα σε ένα ασπρόμαυρο τοπίο. Ίσως εδώ να υπονοείται μία αδυναμία έκφρασης μέσα από το λόγο του πλέον βαθύτερου συναισθήματος, της αγάπης.

Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολλή ώρα ακόμα με παρόμοιες παρατηρήσεις, αφού η ποιητική διεισδύει σχεδόν σε κάθε ποίημα της συλλογής έμμεσα ή άμεσα. Προτιμώ να κλείσω εδώ με την παράθεση δύο πολύ χαρακτηριστικών ποιημάτων που φανερώνουν το πώς βλέπει την ποιητική διαδικασία ο Δ. Π. Κρανιώτης. Το ένα είναι το ποίημα «Κορώνα γράμματα», όπου η ποίηση λειτουργεί ως βασανιστήριο και ως φάρμακο ταυτόχρονα:

Σαν γράφω,
Κορώνα-γράμματα
Παίζω τον εαυτό μου

Ματώνω τρέχοντας
Με τον νου
Σκοντάφτω
Στην καρδιά μου
Ληστεύω συναισθήματα
Χορεύω μοιρολόγια

Σαν τιμωρούμαι
Με ποίηση
Με λέξεις αναρρώνω

Το άλλο ποίημα είναι ο «Συγκάτοικος Λέξεων», που υπονοεί την πάλη του ποιητή για επιτυχία στην γλωσσική εξωτερίκευση του εσώτερου λόγου:

Από δωμάτιο σε δωμάτιο
Τις λέξεις αναστατώνω
Τα ουσιαστικά μαλώνουν
(Ανεξαρτήτως πτώσης)

Χωρίς αιτία στο ισόγειο ξαπλώνω
Τα ρήματα διαμαρτύρονται
(Ανεξαρτήτως χρόνου)

Χωρίς δίλημμα
Στο μπαλκόνι ξυπνώ
Ανάμεσα σε σελίδες
Που ακόμη γράφονται
Τα βήματά μου αγνοώ

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Εrnst Ηaas.] http://frear.gr/?p=23529&fbclid=IwAR2u_RhWmV53Ojypl8wsIEbgIbsV3ngYhin8PBSuZYWmR6ztlzoPycJWIH4

Νέα έκδοση | Bring the Noise: Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ

Φίλες, φίλοι, αγαπητά πλάσματα,

μόλις κυκλοφόρησε από το Τεφλόν και το Αρχείο 71 το βιβλίο Bring the Noise: Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ. Πρόκειται για μια έκδοση 450 σελίδων για το χιπ χοπ, την ιστορία του, τις αισθητικές αρχές του και τους ανθρώπους του, η οποία περιλαμβάνει κείμενα και για τα τέσσερα στοιχεία (ντιτζέινγκ, εμσίινγκ, γκραφίτι, μπρέικινγκ) καθώς και δύο πολυσέλιδα ένθετα με φωτογραφίες από την εγχώρια σκηνή. Το βιβλίο απευθύνεται τόσο σε όσες και όσους ασχολούνται με το χιπ χοπ όσο και σε ανθρώπους που γνωρίζουν λίγα αλλά θα ήθελαν να μάθουν περισσότερα για την κουλτούρα αυτή.

Απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου:

Όσες και όσοι συνέβαλαν στη γέννηση και στην ανάπτυξη του χιπ χοπ τη δεκαετία του ’70 ήταν νέοι άνθρωποι που ο αμερικανικός καπιταλισμός είχε πετάξει στον πάτο του κοινωνικού βαρελιού. Σε πείσμα των πολιτικών αποκλεισμού και εγκατάλειψης, επιχείρησαν μέσω της τέχνης και της παρουσίας τους στον δημόσιο χώρο να ανατιμήσουν τόσο τους εαυτούς τους όσο και συνολικά την κοινότητά τους. Η κουλτούρα τους ήταν γι’ αυτούς πρωταρχικής σημασίας, καθώς τους συνέδεε με τη φυλετική και ταξική τους ιστορία, με τους πολιτικούς αγώνες των προγόνων τους αλλά και με πολιτιστικές παραδόσεις αιώνων. Αποκλεισμένη από τις νόμιμες οδούς απόκτησης κοινωνικού κύρους και υλικού πλούτου και μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον που της υπενθύμιζε διαρκώς και σε όλους τους τόνους ότι η δημιουργικότητα, οι γνώσεις και οι ικανότητές της ήταν για πέταμα, η πολυεθνική νεολαία της Νέας Υόρκης παρήγαγε τις δικές της κοινότητες, τη δική της κουλτούρα, τα δικά της τραγούδια, τους δικούς της χορούς, τους δικούς της τρόπους διασκέδασης, το δικό της λεξιλόγιο, τους δικούς της ηθικούς κώδικες.

Απόσπασμα από το οπισθόφυλλο:

Οι ντιτζέι. Οι εμσί. Οι γραφείς. Οι μπιγκέρλ και οι μπιμπόι. Τα μπρέικ και τα σαμπλ. Οι ρίμες και τα λογοπαίγνια. Οι ταγκιές και τα μιούραλ. Το φούτγορκ και τα πάουερμουβ. Τα πικάπ. Τα μικρόφωνα. Τα σπρέι. Το τσιμέντο. Το γκέτο. Το Μπρονξ και το Κόμπτον. Οι συμμορίες με τα τζάκετ. Τα ραφτά και τα ρόκερ. Τα φαρδιά παντελόνια και τα φουσκωτά μπουφάν. Οι τσαμπουκάδες με την αστυνομία. Οι κλίκες. Το στιλ ως ανυπακοή. Τα πάρτι στη γειτονιά. Τα μπουμ-μποξ και ο οργανωμένος θόρυβος. Το μπιτμπόξ. Η αδρεναλίνη των μπατλ. Η μυσταγωγία των σάιφερ. Το φουριόζικο φριστάιλ. Η τέχνη της ομοιοκατάληκτης προσβολής. Τα σκιλζ. Η λόξα για δόξα. Τα γκάνγκστα ραπ και τα φεμινιστικά ραπ. Η θεωρία των σπασμένων τζαμιών και ο πόλεμος ενάντια στο γκραφίτι. Η δαιμονοποίηση της ραπ. Το άγριο στιλ και ο πόλεμος των στιλ. Η μορφωσκέδαση και το τρομοκρατόραμα. Οι προφήτες της οργής.

Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ.
Δεκαπέντε κείμενα για την τέχνη του πολυεθνικού προλεταριάτου.
Δεκαπέντε κείμενα για την κουλτούρα μας.

Τεφλόν – Στο https://teflon.wordpress.com/

A narrative of dysfunctional resurrection

In his latest poetry collection, ‘Angel Frankenstein’, George Mouratidis offers diverse manifestations of memory, time and loss

Dean Kalimniou
**

“How impossible the perfect finality of immolating you in wine – a bottle already emptied.”
-George Mouratidis

Central to Mary Shelley’s Frankenstein is the exploration of unfulfilled longing, or rather the lifetime pursuit of completeness.

That this torment is eternal, is illustrated by the fact that her work is subtitled ‘The modern Prometheus’. The archetypal mythological figure of Prometheus, in his quest to push the boundaries, defy heavenly imposed limits and provide mankind with knowledge and enlightenment, roused the fury of the Olympians, through his industrial espionage, stealing the secret of fire. By way of punishment, he was condemned to be chained to a rock to have his liver eaten out every day by an eagle. Every night his liver would grow back and the torment was to continue for eternity.
There is pain and latent subversion in incompleteness. Plato, in The Symposium parallels the Promethean archetype and the torment of loss: “According to Greek mythology, humans were originally created with four arms, four legs and a head with two faces. Fearing their power, Zeus split them into two separate parts, condemning them to spend their lives in search of their other halves.”

The human condition therefore, whether by design or accident, whether via Prometheus, Frankenstein or the archetypal Platonic man, arises from a sense of consequence resulting from seeking enlightenment and power. Victor Frankenstein is the Shelleyan incarnation of Prometheus. He is fascinated, as Prometheus was, by the power of electricity/ lightning and obsessed with regeneration.

So too is local poet George Mouratidis in his recently published collection, Angel Frankenstein. “I sing her beauty from the roofs and fences of this neighbourhood this town where god is killed and resurrected every day in this world,” he writes.
The entire narrative is one of dysfunctional resurrection. The poet, in a series of Proustian madeleine moments, experiences a series of ecstasies of remembrance that flow from and cluster around each other in an effort to conquer time itself.
Time and Loss itself are the Poet’s Frankenstein. Embedded within the memories that comprise the narrative is a lament for the existence and loss of growing up in the 80’s in Thomastown, with all of its vibrancy, bleak contradictions, unfulfilled longings and sterility of horizon. The front cover of the collection, a typical Melbournian security door is a stark evocation of that time. A small red carnation laced through the wire mesh evokes the almost extinct Greek Australian custom of leaving a flower at someone’s front door when they are not home in order to draw attention to the thwarted visit. Mouratidis’ collection plays exactly the same role: An attempt to revisit a past that is no longer there, highlighting the pain and sweet sorrow at trying to make one’s mark upon that past and connect with it, knowing that the means to do so are as impermanent and as perishable as a flower upon a security door. Further, the very gesture of marking one’s presence with the flower, real or poetic has more to do with one’s relationship to the door that bars entry that the realm it grants access to. How that realm will interpret our gesture is a question that the poet also raises.

Throughout the collection, insight is displayed as to the futility of the poet’s undertaking. As galvanic as his poetry is, can we really hope to animate the corpse of our own history and what truly is the point of jump-starting an agglomeration of defunct body parts? Is it not narcissistic to even presume to do so? “How selfish the worm of my own thinking/ when all your thought/ is wiped/ like a smudged fingerprint/ from a smashed cup/ by some thing I can never know. I think/ how deep that black worm has burrowed,/ how much of your life and mine it has eaten and/how much can be saved…./YESTERDAY…./THIS morning…” the poet writes.

The pages upon which his muscular but melodious words cascade themselves, are palimpsests, underwritten by the existential scrawls of all those who have come before and populated his world: drug addicts, suicides, Ljubce, the neighbourhood wife-beater, self-righteous “uncles and aunts” posing, relating to and discoursing each other in passive-aggressive emergent bourgeois patois, all partaking of a long-lost liturgy whose cadences still reverberate within the poet’s chest and torment him as he attempts to articulate them, in a world in which they are decontextualised to the point of being unintelligible: “how the worm twists hungrily/ in your wake,/ how much of my life it has eaten/ already, over-/ gorged and/ shivering in/ my perishable chest.”
It is from this power, the power to evoke, recall and purport to reconstruct the vivacity of life (“neither rhyme or reason holds a thousand fields of beacons to this presence of your loving heart that keeps the beat the beat of pulsing life that passes day and night”) that he has equipped himself with, that the inner torture he will suffer from the use of it stems. Lost Greek Australia bears scant relation to its contemporary incarnation. It also bears scant relation to the way it is portrayed in history and the memories of others who have partaken of it. It is a “kaleidoscope of crazy is a καρναβάλι down my dimwit street.” His torture mirrors that of Prometheus’ undying, eternal and also impossible to relate to unless one “hangs discarded in my/ dreams, where you still/ hold that black worm in your/ heart for me to extract – a devouring/ ghost frozen – your ghost flesh/ clenched in chipped stone teeth,/ the star in your laughter…”

“How trite/ your death/is /my death too…” the poet observes seemingly flippantly, about the starting point of his pursuit. His is a nonchalance that stems from discipline and rigour. The apparently effortless movement of the text is far more than a mere contrivance of recollection. The poet puts on a bravura display of differing voices and opposing tonalities, conflicting verse forms and metric schemes, a deliberate compendium of the diverse manifestations of memory which veers from coyness to savagery. This is the counterpoint of light reverie or the melancholy of mellifluous apodemic nostalgia; the hammering contempt for hypocrisy and the vanity of affectation, spoken with the authority of one invested in its passage, with the unyielding force of his moral compass allowing no compromise in language or grammar. Truth telling of this kind can largely dispense with the strictures of verb and adjective. In his expert hands, Mouratidis’ words become the cloth of the Fates, intricately woven, only to be sundered at the loom, keening in vain at the impossibility of its re-attachment to anything but our own memory. Thus, for all their materiality, the poems are counterpoised within a tension of belonging, escaping, but enduring, even when purportedly lost within the material world. There is a bewitching fluency in the poet’s design, a sense that the dross of contemporary existence can be left behind for a floating of tortured evanescence, before we realise that our flotation devices anchor us, directly into the chthonic paradigm that informs the entire work. Past, present and future, here conflate.

Mouratidis’ use of the Greek throughout the collection is significant. There is none of the tokenistic or fetishizing sprinkling of Greek words to add an exotic ethnic flavour for the benefit of the orientalising mainstream palette, as blights the work of lesser Greek Australian poets. Instead, Mouratidis renders the Greek language it its proper linguistic context within Australia, wherein both the English and Greek languages are intermixed indiscriminately and unconsciously. The spelling used is often deliberately archaic or incorrect, faithfully recording the writings of first generation migrants who were not afforded an opportunity to complete their education. The misspelling of words such as «σαςαφείνω» is a telling symbol of a world misremembered, misrepresented, misforgotten and possibly, through the poet’s own efforts, mis-resurrected. It also artfully a sense of contrived affinity as the poet, of another generation and social class, points to linguistic and narrative approximates in order to justify his place, beyond the wire mesh door: “I arrived here on a Qantas flight in 1978/ not a packed deck of men and women, kids against the rail, waving/ to the waiting clouds below on Station Pier,/ but I did… Their stories are my stories too…”
In ‘Canto 5′ of Songs of the Last Chinese Poet, Ouyang Yu reflects: “your lost identity will forever pull you back/ towards the centre of chaos/ its’ better to stay there/ for it’s a way of life you have been used to/ like if you are used to death/ life will be a kind of torture to you.”

It is this salvific knowledge of the lingering mouldering suffering of Frankenstein’s reanimation at the hands of the wordsmith that is our course but ultimately, our salvation. George Mouratidis’ Angel Frankenstein is perhaps the most profound poetic treatment of the way we view, contextualise and efface our antipodean existence within its history while simultaneously constituting a dirge for a time and place, forever lost, yet omnipresent, placed within the ultimate dirge for the times and places lost prior to that within the mother country. As the poet urges: “Stay close to me my love,/ my heart/ until we both get dug/ in sixty thousand years.”

*Angel Frankenstein is published by Soul Bay Press.

**Taken from https://neoskosmos.com/en/125238/a-narrative-of-dysfunctional-resurrection/

Norman Spinrad, O διάβολος δεν είναι ο Βασιλιάς της κολάσεως

Αργύρης Αργυριάδης, MD-PhD – Ψυχοπαθολόγος, μέλος του συνδικάτου των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW)

So don’t you bother calling
There ain’t nobody home
Sometimes we’ve got to stand together…

The King of Hell – The Nightwatchman

Αυτό πραγματεύεται το πρώτο κείμενο με τίτλο «της κολάσεως» του όμότιτλου βιβλίου του Norman Spinrad, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Στάσει Εκπίπτοντες», σε μετάφραση Σπύρου Κουρούκλη. Ο διάβολος είναι εγκλωβισμένος στον ρόλο που του έχει προσδώσει ο ίδιος ο «Τέλειος Άρχοντας Όλης της Πλάσης» και δεν μπορεί αυτός ο «φέρων το φως» να εκφράσει την ελεύθερη βούληση του – πράγμα για το οποίο εξεγέρθηκε. Και αν αυτός ο ρόλος του διαβόλου του επιτρέπει απρόσκοπτα να διευθύνει την κόλαση, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Όπως λέει και το αντίστοιχο άσμα του Nightwatchan, «κάποιες φορές πρέπει να σταθούμε μαζί», στην πρώτη γραμμή του αγώνα. Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα του διαβόλου όταν ο βρόμικος Τζίμι Ντι Άντζελο ιδρυτής και ντεφάκτο πρόεδρος του Εθνικού Σωματείου προσωρινών Αναπληρωτών ή καλύτερα Απεργοσπαστών πεθαίνει και καταδικάζεται εις το πυρ το εξώτερων και αποφασίζει να οργανώσει απεργία για καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Φυσικά, εδώ δεν πρόκειται για μια κλασική συνδικαλιστική ιστορία αμερικανικού εργατικού κινήματος, μιας και οι παλιοί καλοί Wobblies των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW) όπως ο Joe Hill, η Mother Jones, ο Big Bill Haywood, βρίσκονται στον παράδεισο. Στην κόλαση πάνε οι βδελυροί: απατεώνες χρηματιστές, μεγαλοστελέχη μαφιόζοι και βρώμικοι συνδικαλιστές σαν τον Τζίμι Χόφα ή τον Λέιν Kέρκλαντ, ανάμεσα σε άλλους. Όλους αυτούς θα χρησιμοποιήσει ο Ντι Άντζελο στην προσπάθειά του να οργανώσει τους δαίμονες πάντα με ένα ιδιοφελές κίνητρο, χρησιμοποιώντας όμως όλα τα μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει και οι άγιοι του αληθινού συνδικαλισμού αναδεικνύοντας το ότι μόνο «ενωμένοι είμαστε δυνατοί».

Αν κάποιος νομίζει ότι η κόλαση δεν είναι υπαρκτό μέρος δεν χρειάζεται να ανατρέξει στην μεταφυσική, αλλά να κοιτάξει τον σημερινό κόσμο. Την αλληγορία αυτή μας την περιγράφει περίτρανα ο Norman Spinrad σε αυτό του το κείμενο που, ναι μεν, είναι λογοτεχνικό, αλλά είναι βαθύτατα πολιτικό, όπως και τα περισσότερα έργα του συγγραφέα του «πράκτορα του χάους». Ο αναγνώστης μπορεί να το διαπιστώσει στο δεύτερο κείμενο του μικρού αλλά εξαιρετικού βιβλίου που μας προτείνουν οι εκδόσεις «Στάσει Εκπίπτοντες» με τίτλο «Η Ακανόνιστη Νέα Κανονικότητα».

Στο εν λόγω κείμενο ο Norman Spinrad, περιγράφει συνοπτικά μέσα σε λιγότερο από 30 σελίδες την «Μεγάλη Κρίση» του χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2008, κάνοντας μια ανασκόπηση της αμερικανικής Αμερικανικής πολιτικής και οικονομικής ιστορίας αλλά και της δημοσιονομικής πολιτικής από το new deal μέχρι τις ημέρες μας δίνοντας μια διαφορετική αιρετική μα πραγματιστική οπτική. Πραγματεύεται πώς αλλάζουν όλα χωρίς να αλλάζει στην ουσία τίποτα μέσα σε έναν κόσμο μπερδεμένο αποιδεολογικοποιημένο που συνάμα παραμένει βαθιά ιδεολογικός, την άνοδο, την πτώση και τις αυταπάτες του κατεστημένου συνδικαλισμού, την δημοκρατία την αντιπροσώπευση και όχι μόνο. Καταλήγοντας σε κάτι που δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη: «Η αποτυχημένη Δημοκρατία της Βαϊμάρης εξάλλου, δεν αντικαταστάθηκε από μια πεφωτισμένη ουτοπία ελεύθερης αγοράς ή από κάποιον εργατικό παράδεισο, αλλά από το Τρίτο Ράιχ». Και αν φαντάζει αυτό δυστοπικό με την παλινόρθωση του εθνικισμού στις μέρες, ο ίδιον σπεύδει να δηλώσει την δυνατότητα μας για ελεύθερη επιλογή καταλήγοντας ότι «Το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού και η μόνη δικαιοσύνη που υπάρχει, οικονομική ή άλλη είναι εκείνη που δημιουργούμε εμείς». Αρκετά χειραφετική ως προτροπή, αν την καλοσκεφτεί κανείς.

Φτάνοντας στο τρίτο μέρος του βιβλίου είναι μια συνέντευξη του συγγραφέα που θα μυήσει τον νέο αναγνώστη που δεν γνωρίζει τον συγγραφέα για τις πολιτικές του θέσεις, τα γραπτά του και όχι μόνο εισάγοντας τον να κατανοήσει γιατί παραμένει για κάποιους αιρετικός και επικίνδυνος. Κλείνοντας, θεωρώ πως το βιβλίο αυτό απευθύνεται τόσο στο υποψιασμένο λογοτεχνικό αλλά και πολιτικό αναγνωστικό κοινό. Είναι δε αυτή η υποψία που κάνουν τα έργα του Spinrad τόσο διαφορετικά διότι όπως και ο εωσφόρος, οι συνδικαλιστές αλλά και οι λοιποί ήρωες του είναι και παραμένουν διαχρονικά «Στάσει Εκπίπτοντες».