Θωμάς Δ. Τυπάλδος, Κώστας Ρεούσης: Υπερρεαλισμός ή ρεουσισμός!

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης, στη Λέσχη Φίλων Μουσικής «Γιουσουρούμ», του φίλου του Πραξιτέλη Δασκαλάκη, στην παλιά πόλη της Χώρας Νήσου Κύπρου, στην οδό Άρεως … βαθιά μέσα στη νύχτα … πίνοντας μπίρες με τους ποιητές-μεταφραστές Μιχάλη Παπαντωνόπουλο και Γιάννη Ζελιαναίο (δεν διακρίνονται εδώ), στις 3 Σεπτεμβρίου 2015. Φωτογραφία: Γιώτα Παναγιώτου

Η γνωστή υπερρεαλιστική ρήση «πρέπει ν’ αλλάξει το παιχνίδι, όχι οι κανόνες του παιχνιδιού», αν βρίσκει εκφραστή στο μοντέρνο ελληνόφωνο υπερρεαλισμό, τότε τον βρίσκει με τον καλύτερο τρόπο στο πρόσωπο του Κώστα Ρεούση. Ο ποιητής των κατακλυσμιαίων εικόνων, των κοφτερών λέξεων και των φράσεων που ματώνουν πρώτα τον αμφιβληστροειδή του ματιού κι εν συνεχεία, τ’ αυλάκια του μυαλού. Ο Ρεούσης, είναι από εκείνους τους ποιητές που γνωρίζουν στο μέγιστο βαθμό τους κανόνες τόσο της ποίησης όσο και της γλώσσας, μα έχουν συνάμα ως πρό(σ)ταγμα, την ανατροπή -όχι την καταστροφή- του παιχνιδιού.

Η ποίηση του Ρεούση δεν γνωρίζει τι θα πει κομφορμισμός, τι θα πει στερεότυπα και εφησυχασμός. Τρέχουν οι λέξεις ουρλιάζοντας και κραδαίνοντας τσεκούρια. Κεφάλια παίρνουν ανέμελων και απαίδευτων αναγνωστών οι οποίοι θεωρούν πως η ποίηση είναι ματσάκια από μαδημένες μαργαρίτες και ερωτοχτυπημένες πεταλουδίτσες. Οι στιχοπλοκίες του Ρεούση είναι ένας πόλεμος, όχι αναίτιος και δίχως στόχο. Αιτία έχει το απόλυτο μηδέν που κοκορεύεται αυνανιζόμενο, κι αυτοπερνιέται για ένα, και στόχος του είναι σαπισμένα -από μια αδόκιμη ανήθικη ηθική που όλους μάς περιβάλει- μυαλά.

Όπως προείπα, ο Ρεούσης, γνωρίζει πολύ καλά τους κανόνες και το παιχνίδι στο οποίο λαμβάνει μέρος. Όσον αφορά στο «παιχνίδι» του υπερρεαλισμού, σ’ ένα και μόνο στίχο του κατάφερε ν’ αποδείξει πως το ξέρει με τον πιο περίτρανο και αδιαμφισβήτητο τρόπο: «ο υπερπραγματικός στιχοπλόκος πλοηγεί την τρέλα στην ανάσα!». Η τρέλα είναι η ελευθερία, η επανάσταση του καταπιεσμένου υπερεγώ απέναντι σε μια ρομποτοποίηση του ατομικοσυνειδησιακού παράγοντα, ενώ η ανάσα, δεν είναι παρά η αντιστεκόμενη στην «αλήθεια», αλήθεια του. Είναι αυτή η στιγμή της μεθυσμένης νηφαλιότητας που σε ξεσηκώνει την πιο περίεργη ώρα, γνωρίζοντας πως ίσως αύριο δεν θα ζεις (τουλάχιστον, όχι όπως ζούσες πριν). Αυτή η στιγμή είναι που έχεις αφεθεί να σε κατακλύσει η υπερπραγματικότητα, να σε ρουφήξει η δίνη της κι αν δεν έχεις το φόβο του άγνωστου μες στη καρδιά σου, οφείλεις ν’ αφεθείς, να μετουσιωθείς ο ίδιος σε υπερπραγματικότητα κι αν κι εφόσον δεν νιώθεις και τόσο καλός πλοηγός, μπορείς ν’ αφεθείς στα έμπειρα χέρια του Ρεούση που αυτός δεν φοβάται τις φουρτούνες, γιατί πολύ απλά, -κι αυτό να το θυμάσαι-, είναι ο ίδιος μια φουρτούνα.

Και το παιχνίδι ασταμάτητα συνεχίζεται…

Ο Ρεούσης δεν μένει στάσιμος σ’ ένα σημείο, ελίσσεται. Τον φαντάζομαι τη στιγμή που γράφει να είναι εκεί ενώ δεν είναι. Είμαι σίγουρος πως έχει ανακαλύψει μυστικές θύρες, οι οποίες τον οδηγούν σε προσωπικές, πολυεπίπεδες διαστάσεις. Εκεί, η ιδιαίτερη, ολοδική του, πρακτική χρήση της ελληνικής γλώσσας… γίνεται μία ΤΑΦΡΟΣ! Δεν χρησιμοποιώ καθόλου μα καθόλου τυχαία αυτή τη λέξη. Σε μια από τις πολλές μας αλληλογραφίες μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και λίγο πριν με τιμήσει με το να είμαι ο πρώτος αναγνώστης του ποιήματός του «ΤΑΦΡΟΣ», μου επισήμανε με τον δικό του απαράμιλλο κι εύστοχο πάντα τρόπο, ό,τι η ελληνική γλώσσα, προϋπήρχε κατά πολύ του υπερρεαλισμού. Απόδειξη για τα λεγόμενα πως έφερε τη λέξη τάφρος, λέγοντάς μου ότι εντός της εμπεριέχει άλλες δύο λέξεις, τη λέξη φάρος και τη λέξη τάφος.

Η τάφρος, ως γνωστόν, είναι μια παγίδα η οποία φέρει εντός της νερό, άρα ροή, άρα ζωή. Αν βρεθείς κάποτε παγιδευμένος -εγκλωβισμένος, μέσα σε μια τάφρο, να θυμάσαι πως έχεις τη δυνατότητα τού να μη σε σκοτώσει αρκεί να είσαι έτοιμος να γίνεις ένα με το νερό -με τη ροή- με τη ζωή… βρες την εσώτερη δύναμή σου, έτσι που να μετουσιωθείς σε αναπόσπαστο μέλος της ζωντανής αυτής ροής. Θα χτυπήσεις απεγνωσμένα τα χέρια σου πάνω στο υδάτινο στρώμα που στη καρδιά του μέσα θα βρεθείς; Θα φοβηθείς; Θα ζητήσεις βοήθεια από απόντες σωτήρες; Η τάφρος, εύκολα μετατρέπεται στον υγρό σου τάφο και το ίδιο εύκολα μετατρέπεται σε ολόφωτο φάρο. Η ροή να θυμάσαι, είναι -αν το θες- δίπλα σου, σύντροφός σου. Θα είναι πιο φίλος από τους φίλους σου και περισσότερο συγγενής από τους συγγενείς σου. Αν δεν είσαι ένα πληγωμένο και παγιδευμένο αγρίμι, αν σπρώξεις το ασυνείδητο εγώ σου προς την κατεύθυνση της ροής, αν γίνεις μες στο γλυκό νερό, ένας διψασμένος για αίμα καρχαρίας, θα έχεις βρει το νόημα και την κρυμμένη αλήθεια στης τάφρου το βυθό. Αυτή η τάφρος είναι η ποίηση του Ρεούση και όχι μόνο: είναι και εκρηκτικές εκφάνσεις βομβών νετρονίου κι όχι πυροτεχνήματα σε πανηγύρι της εσχάτης υποστάθμης.

Στο τέλος όμως μια απορία γεννάται: είναι ο ποιητής ή το ποίημα; Ο Ρεούσης είναι και τα δύο μαζί. Ο Ρεούσης γνωρίζει-αγαπά-σέβεται. Αντίθετα, δεν κολακεύει-δεν προσκυνά-δεν δέχεται ν’ ασπαστεί κανένα σύμβολο απ’ όπου κι αν αυτό προέρχεται. Μα την αλήθεια! Μου μοιάζει λες κι είχε αυτόν κατά νου ο Ρενέ Κρεβέλ, όταν σε μια στιγμή αυτόματης ειλικρίνειας, έγραφε: «Ο ποιητής δεν κολακεύει μήτε και καταφεύγει σε τεχνάσματα. Δεν αποκοιμίζει τα θηρία του για να παραστήσει το θηριοδαμαστή, αλλά, με όλα τα κλουβιά ορθάνοιχτα, με τα κλειδιά πεταμένα στον άνεμο, φεύγει, ταξειδιώτης που δεν σκέπτεται τον εαυτό του αλλά το ταξείδι, τις αμμουδιές των ονείρων, τα δάση των χεριών, τα ζώα της ψυχής, όλη την αδιαμφισβήτητη υπερπραγματικότητα», (μτφρ.: Νίκος Σταμπάκης). Το ότι ο Ρεούσης αγαπά τον υπερρεαλισμό, δεν χωρά αμφιβολία, μα χωρίς η αγάπη του αυτή, να παίρνει ποτέ κάποιες θρησκευτικές διαστάσεις. Στα ποιήματα -και τα πεζά- του Ρεούση, θα βρεις όλα αυτά τα οποία εμπεριέχει ο υπερρεαλισμός, -ασύδοτοι συνειρμοί, μαύρο χιούμορ, το θαυμαστό κ.ο.κ.-, και παρότι θα βρεις αυτά τα στοιχεία, δεν θα τα βρεις ως μια ακόμα κοινοτυπία ή ως το όποιο στερεότυπο υπερρεαλιστικού χαρακτήρα. Θα τα βρεις με την ιδιότυπη χρήση της γλώσσας από τον δημιουργό, σε ιδιάζοντα φρενήρη ρυθμό, που στην κυριολεξία, σου κόβει την ανάσα, με ηχοχρώματα τόσο πρωτόγνωρα. Εκεί που οι συλλαβές επαναδιαγράφουν την πορεία μιας αιωνιότητας καθώς χωρά σε μια σελίδα. Όπως προείπα, ο Ρεούσης δεν μένει ποτέ στάσιμος. Ο Ρεούσης είναι τάφρος, δεν είναι βάλτος.

Κλείνοντας, θα αναφερθώ στον Ν.Γ. Λυκομήτρο, ο οποίος με τον πλέον εύστοχο τρόπο, ονόμασε σε σχόλιό του σε ανάρτηση στον ιστότοπο «ΠΟΙΕΙΝ», την τεχνοτροπία του Ρεούση «ρεουσ(ε)ισμό». Και γιατί όχι; Όταν μπορεί να είναι μόνος του μια υπερρεαλιστική ομάδα, (βλπ. Υπερπραγματική Φράξια Λευκωσίας), ποιός τον εμποδίζει να ’ναι μόνος του ένα κίνημα;

Πάτρα, Αύγουστος 2016

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό, «Στάχτες» (www.staxtes.com), το Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016. Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο του Κώστα Ρεούση στο https://reousis.blogspot.com/2016/08/10_23.html?spref=fb&fbclid=IwAR0W4EJvzfhSUei3eT6sj6K_Gh81Ayqmwz2m855jFRH3bx7SpP1l0Y_GuF4

Ένας “καιόμενος”: Περιπλάνηση στην ποίηση του Νίκου Σφαμένου

Γράφει η Βάγια Κάλφα

κράτα τα καλά σου λόγια γι’ αλλού
γιατί εγώ καίγομαι

-και οι πόρτες της άνοιξης δε θ’ ανοίξουν ποτέ- Γράφει σε ένα ποίημα που αφιερώνει στον αναγνώστη του ο Νίκος Σφαμένος και θεωρώ πως αυτοί οι στίχοι χαρακτηρίζουν την ποίηση και την ποιητική του. Ποίηση ολιγόστιχη, που αποστρέφεται τη φλυαρία, το στόμφο, τις ατσαλάκωτες λέξεις: καθόλου δεν ακκίζεται. Τον Νίκο Σφαμένο δεν τον νοιάζει να αρέσει, δεν τον ενδιαφέρει να φανεί. Το αποδεικνύει μέσα από τις λέξεις του –τίποτα σπάνιο, καμιά επιτήδευση- και μέσα από την αποχή του από τα εκδοτικά πράγματα, επιλογή που με συνέπεια ως τώρα τηρεί: όπως λέει αστειευόμενος, τα ποιήματά του τα βρίσκει κανείς από τις Εκδόσεις Φωτοτυπικόν.

Ο λόγος του συνδυάζει το χαμηλόφωνο των ροκ τραγουδιών που ντροπιάζει τους εύκολους, πιασάρικους ρυθμούς του εμπορίου με τη φλογερή αλήθεια των καταραμένων ποιητών, χωρίς να εγκλωβίζεται στον δικό τους τρόπο (στο ποίημά του «Ένας άνδρας» θυμάται τον Καρυωτάκη, τον Ουράνη, το Λαπαθιώτη, τη Γώγου και το γλύπτη Χαλεπά στον οποίο και αφιερώνει ένα ποίημα- σε αυτούς θα μπορούσε κανείς να προσθέσει κι άλλους με τους οποίους ο Σφαμένος συνομιλεί, μεταξύ τους: τους Λειβαδίτη, Καρούζο, Αναγνωστάκη, Σαχούρη, Καβάφη, αλλά και με τους Μπουκόφσκι, Κέρουακ, Μπέκετ στα διαλογικά του μέρη). Είναι λόγος καίριος κι ευθύβολος, σύγχρονος και καθημερινός, προεξέχει μυτερός, σαν περιττός αριθμός, έξω απ’ τη στοίχιση. Πάνω απ’ όλα, είναι λόγος επικίνδυνος, καθότι κριτικός. Η ποίηση του Νίκου Σφαμένου δε διαβάζεται ανώδυνα: ενοχλεί και αυτή είναι η αρετή της.

Η κριτική του Σφαμένου στρέφεται στα σημεία των καιρών, συγκροτεί την κοινωνιολογία και τη φιλοσοφία του, η οποία συμπυκνώνεται στο επικούρειο λάθε βιώσας. Η ποίηση του, ωστόσο, επ’ ουδενί δεν είναι απόσυρση. Ο ίδιος συχνά επιχειρεί να δραπετεύσει από αυτήν, για να βγει στη ζωή. Ο κόσμος του Σφαμένου δεν είναι περίκλειστος στον εαυτό του. Είναι ένας κόσμος που ζητά να περιπλανήσει και να περιπλανηθεί, δεν διαφημίζεται, δεν φωνάζει, δεν παραπλανεί: νοσταλγεί με τον τρόπο που μία καρτ- ποστάλ ξέρει να κάνει στα ευαίσθητα δάχτυλα αναγνώστη παλιάς κοπής.

Στο ποίημα Νυχτερινό Δελτίο κάνει λόγο για την πρακτική των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, που μόνο ενημέρωση δεν προσφέρουν πια, τη σαχλή ιεράρχηση των ειδήσεων, όπου ξανθιές τηλεπερσόνες και μοντέλα με τα νέα τους ταίρια μπερδεύονται με φερέλπιδες νέους ποιητές, νέα σκευάσματα αδυνατίσματος στοιβάζονται κρύβοντας βιασμούς και εγκλήματα. Κάπου ανάμεσα, το μείζον θέμα της ανεργίας.

Δεν αφήνει έξω από την κριτική του τη λογοτεχνική –και ειδικότερα, την εκδοτική- πραγματικότητα του κέντρου, η οποία απέχει από τη μοναχική, ρομαντική βίωσή της στην επαρχία. Στο ποίημά του Κάτι όμορφες νύχτες ο ποιητής παρακολουθεί τον συνωστισμό στην τηλεόραση των νέων συγγραφικών ταλέντων τα οποία σπρώχνονται για να φανούν και εκείνος, στην κάμαρά του, μπροστά στα χαρτιά του που δε θα δημοσιεύσει, λάτρης συνειδητοποιημένος και συνεπής της αφάνειας («εντελώς άγνωστος -και αυτό είναι καλό-» διαβάζουμε στο ποίημα Τότε…), στήνει τη δική του άγρια εκδίκηση:

περπατάς νύχτα στους έρημους δρόμους
στο μυαλό σου στριφογυρίζουν κάτι
παράξενες λέξεις
θυμάσαι τις απορρίψεις και χαμογελάς
χλευάζεις τη ποίηση της εποχής
τραγουδάς στη σιωπή
τα αστέρια γέρνουν στον ώμο σου
απλώνεις τα χέρια σου για να εκτοξευθείς
τρέμεις για ουρανό
γελάς δυνατά

επιστρέφεις στη κάμαρα σου
σκόρπια τα βιβλία
στο πάτωμα ποιήματα που ποτέ
δε διαβάστηκαν
κατεβάζεις μια γουλιά κόκκινο κρασί ενώ
στη τηλεόραση τα ταλέντα σχηματίζουν ουρές

χα χα
κάποιες νύχτες είναι τόσο όμορφες

Στο ποίημά του Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, από τα αρτιότερα αυτής της θεματικής (της ποίησης ως μοναχικής έκφρασης αντιστικτικά προς την αντι- ποίηση της προβολής και της εμπορευματοποίησης), μιλά για την αφόρητη δέσμευση του ονόματος και όσα αυτό συνεπάγεται: ο γνήσιος ποιητής, κατά τον Σφαμένο, απέχει από πομπώδεις παρουσιάσεις και μακρόσυρτα συμπόσια, δημόσιες σχέσεις με αυτούς που δεν εκτιμά, κολακευτικές κριτικές που ζητούν ανταπόδοση, αφήνοντάς σε στο τέλος κενό:

να βρείτε μια μεγάλη αίθουσα
-με τη κατάλληλη διακόσμηση ,έτσι;-
να ετοιμάσετε πολυσέλιδες ομιλίες
και οι ηχηρές αναγνώσεις να έρθουν μετά
φροντίστε οι προσκλήσεις να φτάσουν στην ώρα τους
-ονόματα που προκαλούν ρίγος-
τηλεοπτική κάλυψη φυσικά
μα ναι πιείτε αρκετό κρασί
και αρκετές ώρες μετά να γυρίσετε
σπίτια σας
και να έχετε έναν ευχάριστο ύπνο

Στο στόχαστρό του οι λογοτεχνικοί κύκλοι, αλλά και η ματαιοδοξία του σταρ- ποιητή που κυνηγά βραβεία κι εξώφυλλα. Στην πραγματικότητα, όπως γράφει στο ποίημά του Μυστήριος, πίσω από τους άπειρους θαυμαστές στο facebook, ο ποιητής είναι σπαρακτικά μόνος κι ακατανόητος.

βάδιζε αργά στη κάμαρα του
εκείνη τη μέρα
ουρλιάζοντας από
μέσα
του
«ο βλαμμένος , πάλι θα γράφει
εκείνα τα ποιήματα!»
σκέφτηκε η νοικοκυρά
την επόμενη
τον βρήκανε
νεκρό
ελάχιστοι
κλάψανε
ακολούθησε
η δόξα
τα σίριαλ
και
αναρίθμητοι
θαυμαστές
στο
facebook

Ο Νίκος Σφαμένος δέχεται την ποίηση με την απόλυτη επίγνωση της βαριάς ευθύνης που φέρει επάνω του ως ποιητής, που πάει να πει: την νιώθει συχνά σαν βάρος. Θα προτιμούσε να είχε απαλλαγεί από αυτήν, ενώ όπως γράφει και στο ποίημα «Δώσε μου», ευχαρίστως θα άφηνε την ποίηση και τα φανταστικά της ταξίδια, προκειμένου να ταξιδέψει, σαν ένας άλλος Ρεμπώ, πραγματικά, σε πρωτόγνωρα μέρη, να εκτοξευτεί σε ουράνια (η εκτόξευση από την ασφυκτική μονοτονία της συμβατικής καθημερινότητας επανέρχεται συχνά στα ποίηματά του), να αποκτήσει τη λευκότητα του γλάρου και την ελαφρότητα του φτερού, την πρωτόγονη περηφάνια του βουνού που αγνοεί τα επιτεύγματα του «πολιτισμού», την ορμή των κυμάτων που δεν εγκλωβίζονται σε γραμματοσειρές και λέξεις. Η ποίηση, όταν τη συγκρίνει με τη ζωή, αμφισβητείται και αυτό-υπονομεύεται: αποδεικνύεται λίγη.

Στο άτιτλο ποίημα από τη συλλογή Περιμένοντας χελιδόνια τον Δεκέμβρη ο ποιητής ζητά από την αγαπημένη του να τον συγχωρέσει για το έλλειμμα δύναμης, γαλήνης και χαράς του στην πραγματική ζωή και σαν αντίδωρο της προσφέρει τα ποιήματά του, τα οποία αν και για τον ίδιο βαραίνουν, αφού σε αυτά παίρνει την εκδίκησή του, για τους άλλους που περιμένουν πράγματα ορατά φαίνονται ίσως πενιχρά.

συγχώρεσέ με ποὺ
δὲν ὑπῆρξα
ἀμόνι φωτιὰ καὶ
λιακάδα
οὐράνιο τόξο
βροχὴ
κεραυνὸς
ἀγέρας
καὶ ποὺ μόνο
ἔγραψα ποιήματα

Η άρνηση της ποίησης δεν είναι πόζα ενός ποιητή που ζητά επαίνους και ενθάρρυνση. Η ποίηση βιώνεται οδυνηρά, με την ενοχή εκείνου που συνειδητοποιεί τη ματαιότητα και την εξάντληση, παρά τον προσωρινό εξαγνισμό, των λέξεων: Αγίες, αιματόβρεχτες και άχρηστες λέξεις είναι ο τίτλος μίας συλλογής του. Στο ποίημά του Εκ βαθέων ο Σφαμένος παροτρύνει το φίλο του, ομοίως ποιητή που όμως είχε όνειρα αυτός να εκδοθεί και να αναγνωριστεί, (επομένως παροτρύνει και τον εαυτό του,) να αφήσει την ποίηση όσο είναι ακόμη νωρίς.

ε
παράτα τις λέξεις σου
όσο είναι καιρός
άκουσε με
άνοιξε τα κλειστά σου παράθυρα
βρες δροσιά
και ξέχνα τις λέξεις
ξέχνα τες
όσο είναι καιρός

Ο ίδιος νοσταλγεί τα κακά ποιήματα και τις ακόμη πιο κακές κριτικές: για εκείνον είναι απόδειξη της ανεξαρτησίας του, σημάδι πως ζει κάτι που τον υπερβαίνει του οποίου η αξία έγκειται ακριβώς στο ότι δεν μπορεί να κλειστεί σε μέτρα και σχήματα και να πιαστεί με λέξεις. Η γραφή για τον Σφαμένο σημαίνει τέλος: τέλος της ζωής, τέλος της αθωότητας και της ανένταχτης παιδικότητας. Απέναντι στα καλογραμμένα ποιήματα και την αναγνώριση των «ειδημόνων» ο Σφαμένος προκρίνει την ελευθερία, την οποία με γοητευτική αδιαλλαξία φυλά. Στο ποίημα «Σήμερα έλαβα άλλη μια κακή κριτική» ο ποιητής μετά από μία ακόμη απόρριψη κοιτάζει γύρω του την άνοιξη και αποφαίνεται:

ανοίγω το παράθυρο και τραγουδώ
ελεύθερος
όπως πάντα ήθελα

Την ίδια αξία στην ελευθερία αποδίδει και στο ποίημα Παιδί στον ήλιο, ο ποιητής, θυμίζοντάς μας την απλότητα και την ησυχία του Αυγούστου, αποδεικνύοντας πως αναγνωρίζει καλά αυτά που τελικά βαραίνουν. Το ποίημα θυμίζει πλάνο από ταινία του Αβδελιώδη: μεσημεριανή θερινή γαλήνη σε νησί, που την ταράζει ένα παιδί στο οποίο αιφνίδια αποκαλύφθηκε ο κόσμος.

η πόλη θρυμματίζεται
φλέγεται
καθώς το κεφάλι σου
αδειάζει
καβάλα σ’ ένα παλιό μηχανάκι
μυρίζεις την ήρεμη
αυγουστιάτικη θάλασσα
οι όμορφες μέρες περιμένουν
πολύχρωμες
γαλήνιες
ολοφώτιστες
παιδί στον ήλιο
του απλώνεις τα χέρια
και χάνεσαι
χάνεσαι
χάνεσαι

Στο ποίημα Death, δημοσιευμένο στο 14ο τεύχος (Δεκεμβρίου- Φεβρουαρίου 2013) του περιοδικού Σοδειά επαναπροσδιορίζει τους όρους της ουσιαστικής κριτικής. Σε αντίθεση με την τελευταία, η φιλολογική κριτική, συχνά κοντόφθαλμη και προγονόπληκτη, φιμώνει την ελεύθερη έκφραση των νέων ποιητών. Έτσι, τα αληθινά ποιήματα, αυτά στα οποία διακυβεύεται η ψυχή του δημιουργού καταστρέφονται ή μένουν στο συρτάρι, αρνούνται να γίνουν κείμενα προκειμένου να μην ευτελιστούν, αφήνοντας στη θέση τους τα ανώδυνα κι ακαδημαϊκά γραπτά, αυτά, δηλαδή, που έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να αρέσουν.

πήρε εκείνα τα ζόρικα ποιήματα
τα έκαψε
και τα υπόλοιπα τα έριξε στο ποτάμι
φαντάστηκε κάποτε να τον αναλάμβαναν οι κριτικοί
«ευαίσθητος με λίγα όμως αναγνώσματα»
«μυστήριος, ποτέ δεν εμφανίστηκε»

ω ναι
μα τι άνθρωπος ήταν

δυο νέοι επέστρεφαν εκείνο το βράδυ
ο πιτσιρίκος αγκαλιάζοντας τη δικιά του
ψιθύρισε:
«Κοίτα, ευτυχώς δεν είμαστε τόσο μόνοι όσο αυτός»

Να κι ένας σωστός κριτικός
επιτέλους

Η άρνηση για συμμετοχή στα επίσημα λογοτεχνικά πράγματα δεν είναι ήττα του δημιουργού, δεν είναι αποτυχία. Για τον Σφαμένο τα πάντα κρίνονται στη ζωή: αυτό που μένει όταν κλείνουν τα φώτα κι αποσύρονται χειρονομίες και «μπράβο» μετράει. Αποτυχία του ανθρώπου είναι η μοναξιά και βαραίνει περισσότερο από την επιτυχία του δημιουργού.

Για το Νίκο Σφαμένο Επιτυχία, όπως τιτλοφορείται και το ομώνυμο ποίημά του, είναι κάτι εντελώς άλλο από την προβολή και τη δημόσια ανάγνωση, γιατί για τον ποιητή η ποίηση οφείλει να είναι προσωπική σωτηρία και ως τέτοια δεν έχει ενδιάμεσους. Το ακριβώς αντίθετο, συντελείται ιδιωτικά. Η ποίηση γίνεται συνάντηση πνιγμένων, χιλιοσκοτωμένων που αναγνωρίζονται από τα τραύματα και όχι από το «δούναι και λαβείν» επαίνων.

μη ξεκινήσεις να γράφεις εάν δε βυθιστείς
εάν δε πεθάνεις χιλιάδες φορές
εάν δεν έχεις τίποτα να πεις για ό,τι βλέπεις
-τότε μη γράψεις-
ν’ αποφεύγεις τις ποιητικές βραδιές
κλείσου σε μια κάμαρα και δώστου να καταλάβει
να θυμάσαι πως το μεγαλύτερο μέρος της
σύγχρονης ποίησης
δεν είναι για ανάγνωση
ν’ αδιαφορείς για τους επαίνους

και ένας μοναχικός τύπος να ξετρυπώσει κάποτε
τα ποιήματα σου
και να βρει το κουράγιο
να κρατηθεί μια κρύα νύχτα
όπως και συ έκανες μ αυτά κάποτε

μόνο αυτό να σου αρκεί
-θα σημαίνει πως πέτυχες φιλαράκο-

Σαρκαστικός και αιφνιδιαστικός, καθόλου δε θαμπώνεται από τις περγαμηνές, τις διακηρύξεις ευτυχίας και την οικονομική ευμάρεια του σύγχρονου ανθρώπου «του πνεύματος»: πίσω από όλα αυτά βλέπει ανθρώπους ρηχούς που ακολουθούν ό, τι υπαγορεύει το λάιφσταιλ. Στέκεται απέναντι σε όλους τους βολεμένους και τους θυμίζει τη βεβαιότητα του θανάτου που ούτε υποψιάζονται (βλ. το ποίημα Εσείς):

Δύο μεταπτυχιακά
θέση σε κεντρική
εταιρεία
ευτυχισμένος γάμος
ξεχωριστές δημοσιεύσεις
και
ακριβό αμάξι
ταξίδια σε ευρωπαϊκές
μεγαλουπόλεις και
ενδιαφέρον για τη
τέχνη και
το σύγχρονο
λάιφστάιλ
μεγάλες γνωριμίες
δείπνα
συνεντεύξεις και
ξαφνικός
θάνατος
ειδικά αυτό το
τελευταίο
πρέπει να σου
δημιούργησε
αίσθηση

Το Νίκο Σφαμένο καίει η μοναξιά του ανθρώπου, μια μοναξιά που δεν καλλωπίζεται, όσες όμορφες λέξεις και να εφεύρει κανείς.

Διαπίστωση

όμως
τι παράξενο
να εκπέμπεις σινιάλα
κάθε βράδυ
και αυτά να εξατμίζονται
να χάνονται μονομιάς
μικρέ μου φίλε
θυμάσαι που μου χες πει χαρακτηριστικά
οι λέξεις τελικά αποδεικνύονται
μια κλανιά στο σκοτάδι;

μου πήρε σχεδόν τριάντα χρόνια να το καταλάβω

Πρόκειται για μία μοναξιά η οποία δεινοπαθεί καθηλωμένη, ενώ έξω γίνεται ο κακός χαμός.

έξω είναι οι πόλεμοι
υποθέτω όλο και πιο πολλοί
θα σκοτώνονται όσο περνά ο καιρός
στους δρόμους
στη δουλειά
στα σπίτια
στην τηλεόραση
ελάχιστοι δραπέτευσαν

πολύ λίγο ενδιαφέρον
πολύ λίγο κουράγιο
έξω οι βόμβες σκάνε
οι μέρες φεύγουν
κι εδώ δε συμβαίνει τίποτα

γράφει στο δεύτερο ποίημα της συλλογής του Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις. Στο ποίημά του «Νικημένος», δημοσιευμένο το Φεβρουάριο του 2013 στο ιστολόγιο Λογοτεχνικό Καφενείο επανέρχεται σε αυτή τη μοναξιά, η οποία πια δεν υποθέτει τον πόλεμο που γίνεται έξω: τον ζει. Ο ποιητής περιπλανιέται στο πάρκο, χωρίς θεό, χωρίς έρωτα, βλέπει την εξαθλίωση και ανακαλεί κάτι που στα αφτιά του ηχεί σαν προφητεία μοναξιάς.

στο πάρκο αυτό
σου μιλάνε για θεό
ρακένδυτοι σου ζητάνε κέρματα και
κρύβεσαι μη σε δουν
τα ερωτευμένα ζευγάρια

…Σεπτέμβρης
σβήνω το τσιγάρο μου
η λεωφόρος απέραντη
τα παλιά ρούχα και
η μυρωδιά απ το κρασί και
τα λόγια σου

Θα μείνεις πάντα μόνος.

Η ποίηση του Σφαμένου, ειρωνική και αυτό- υπονομευτική, ισορροπημένη ανάμεσα στη δωρικότητα και τον λυρισμό, με τις κάποιες εμμονές της (εμμονές που υπάρχουν σε κάθε ποιητή και αποδεικνύουν εκτός των άλλων την επίπονη προσπάθεια να αποδοθούν κατά το δυνατόν εναργέστερα μέσω των διαδοχικών καταγραφών και των επανεγγραφών τους), χαμηλόφωνη και επικίνδυνη, θέλει να παρηγορήσει -τον ίδιο πρωτίστως αλλά και τον αναγνώστη του με τα ίδια βιώματα- αλλά δεν παρηγορεί. Όχι από αστοχία. Είναι από ειλικρίνεια που δεν δίνει απαντήσεις. Ο Σφαμένος δεν αναζητά ούτε προσφέρει ψεύτικους εξαγνισμούς. Έχει επίγνωση της φλυαρίας της εποχής του, στην οποία, όπως γράφει και σε ένα άτιτλο ποίημα του από τη συλλογή Αγίες, αιματόβρεχτες και άχρηστες λέξεις, κυριαρχούν οι νταήδες, οι γνωριμίες και η εικόνα. Και έτσι προχωρά. Σε πείσμα αυτών, αναζητώντας και κρατώντας δίπλα του μόνο αυτούς που «καίγονται» όπως αυτός.

Κλείνω τη σύντομη παρουσίαση του ως τώρα έργου του με ένα νέο, αδημοσίευτο ποίημα του. Του εύχομαι δύναμη.

Let love in

H πινακίδα
έξω απ το σπίτι της
έγραφε
… «let love in»
ξεκινήσαμε και
σ όλη τη διαδρομή
μου μιλούσε για
τον έρωτα
«είναι υπέροχο να αγαπάς και
να σ αγαπάνε
πιστεύω αυτό σου λείπει
αν κάποτε θα το χεις
ίσως όλα να πάνε καλά»
«ίσως»
απάντησα
«είναι όλα τόσο ωραία
γράψε για τις χαρές της ζωής
πλησιάζει και η άνοιξη!»
«θα προσπαθήσω»
της είπα

φτάσαμε μετά από ώρα
στον προορισμό μας
την αποχαιρέτησα
με αποχαιρέτησε

καλή κοπέλα
αλλά ποτέ δεν θα
ταιριάζαμε

εγώ ήμουν με αυτούς που
καιγόταν

Ο Νίκος Σφαμένος γεννήθηκε το 1982 στη Μυτιλήνη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές: Ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι (2007), Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών (2007), Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως (2008), Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις (2008), Ανθισμένες νύχτες (2010), Περιμένοντας χελιδόνια το Δεκέμβρη (Λογοτεχνικά Σημειώματα, 2011). Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Ίαμβος, Ένεκεν, Νέα Αριάδνη, καθώς επίσης και στο διαδίκτυο.

*Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν εδώ: https://www.vakxikon.gr/%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7/

«Ο ξεχασμένος ποιητής Γιάννης Αλύτης μεταφράζεται στα ιταλικά»

Ανθούλα Δανιήλ*

Εκεί στην αλλότροπη ζωή του ουρανού ας σταματήσουν οι λυγμοί των αγγέλων αίνιγμα επίμονο θυμοειδές αστραποβόλημα που μίσεψες στους ατέρμονες ασφοδελούς της Αχερουσίας.
(Γιάννης Αλύτης)

Ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας γεννήθηκε στη Μυτιλήνη στις 2 Φεβρουαρίου 1907 και πέθανε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 1999. Στο Γυμνάσιο της Μυτιλήνης ευτύχησε να έχει σπουδαίους δασκάλους, που συνέβαλαν στην καλλιέργειά του. Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε στη Νομαρχία Λέσβου ως υπάλληλος της στατιστικής υπηρεσίας. Στη συνέχεια, μετατάχτηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (Πρωτοδικείο Μυτιλήνης), απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 1965. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση στα Γράμματα έγινε τον Ιανουάριο του 1939 στην εφημερίδα Τρίβολος της Μυτιλήνης, όπου με το ψευδώνυμο «Γιάννης Αλύτης» έδωσε τους πρώτους υπερρεαλιστικούς του στίχους. Τα Ποιήματά του (1937-1977) εκδόθηκαν αρχικά το 1987 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και στη συνέχεια, στο σύνολό τους, από τις Εκδόσεις Σμίλη το 2007. Ο Αλύτης-Βόμβας συνεργάστηκε με όλες τις εφημερίδες της Μυτιλήνης, καθώς και με το Δελτίο της Λεσβιακής Παροικίας, από τα μαθητικά του χρόνια μέχρι και το τέλος της ζωής του.

Μετά τον θάνατό του, με το έργο του ασχολήθηκε εκτενώς το περιοδικό Αιολικά Γράμματα στο τεύχος 250 (Ιούλιος-Αύγουστος 2011), στο αντίστοιχο αφιέρωμά του. Ο Βαγγέλης Καραγιάννης, Μυτιληνιός λόγιος, είχε επισημάνει τα υπερρεαλιστικά στοιχεία της ποίησης του Αλύτη-Βόμβα, όπως προκύπτει από την πρώτη έκδοση στον Καστανιώτη, το φθινόπωρο του 1987, πολύ πριν μιλήσουν οι Γάλλοι επιφανείς του κινήματος και οι δικοί μας Ελύτης και Εμπειρίκος, και είχε τονίσει εμφατικώς διακριτά εμπειρικικά, αριστοφανικά, «στοιχεία σεξουαλισμού, πριαπισμού» και άλλα «που προκαλούν το αβίαστο γέλιο του αναγνώστη».

Με τον τίτλο FERMENTI κυκλοφορεί στην Ιταλία λογοτεχνικό περιοδικό το οποίο, μεταξύ άλλων, φιλοξενεί ξένες ενδιαφέρουσες ποιητικές φωνές. Στο τεύχος Anno XLIX N.248, των 500 σελίδων περίπου, που έχουμε στα χέρια μας, ανθολογούνται και δύο Έλληνες ποιητές. Ο Γιάννης Δάλλας, του οποίου η παρουσία είναι γνωστή στον φιλολογικό και λογοτεχνικό χώρο και τιμά τα Γράμματά μας, με το σύνολο του έργου του, ο οποίος έχει πολλάκις ανθολογηθεί και έχει πάρει τη θέση του στην ποιητική μας Ιστορία. Ο έτερος Έλληνας ποιητής, για τον οποίο όλοι ελάχιστα ξέρουμε –κι εδώ το περιοδικό αποκαθιστά μια αδικία στην Ιστορία της νεότερης Ποίησής μας– είναι ο ποιητής Γιάννης Αλύτης, κατά κόσμον Ιωάννης Βόμβας, ο οποίος με τα ποιήματά του κίνησε το ενδιαφέρον του γνωστού Ελληνιστή και μεταφραστή Crescenzio Sangiglio, θηρευτή ταλέντων και αφανών μαργαρίτων.

Φαίνεται πως ο Θεός της Ποίησης αργεί, αλλά δεν λησμονεί.
Ο διαπρεπής μελετητής και μεταφραστής της ελληνικής ποίησης Crescenzio Sangiglio αναζήτησε τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη, αφορμής δοθείσης από ένα κείμενο δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό Frear, το οποίο διευθύνει ο ποιητής Δημήτρης Αγγελής και στο οποίο κείμενο γινόταν λόγος για αγνοημένους Λέσβιους ποιητές, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Γιάννης Αλύτης. Το κείμενο είχε γράψει η υποφαινομένη, που είχε μελετήσει τα ποιήματα, καθώς και τα άλλα κείμενα του Γιάννη Αλύτη από τις Εκδόσεις Σμίλη. Ο μεταφραστής παρουσιάζει στο ιταλικό λογοτεχνικό κοινό τον Γιάννη Αλύτη με τον τίτλο: «La riverlazione di un quasi ignoto poeta Greco: il sorgivo surrealismo di Jiannis Alitis-Vomvas, a cura di Crescenzio Sangiglio (con postfazione di Anthula Daniil)».

Τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη είχα παρουσιάσει στο Diastixo, την 1-11-2015, ενώ για τον ξεχασμένο ποιητή ανάμεσα σε άλλους Λέσβιους λογοτέχνες έγραψα, όπως είπαμε, στο ηλεκτρονικό Frear, στις 8-4-2017. Η ιστορία είναι λεπτομερώς καταγεγραμμένη και σ’ αυτήν έχουν μερίδιο πολλά πρόσωπα. Αρχίζω από τον γιο του ποιητή, Βάσο Βόμβα, που κρατά στα χέρια του πολύτιμο αρχειακό λεσβιακό υλικό και, φυσικά, όλο το αρχείο του πατέρα του. Ο Κώστας Μίσσιος, που είναι ο «διάδοχος» του Βαλέτα όσον αφορά τα λεσβιακά Γράμματα και την αποθησαύριση κάθε λέξης και κειμένου που αφορά τη Λέσβο, παραχώρησε σημαντικές σελίδες και πληροφορίες. Άλλα πολλά γνωστά και επιφανή ονόματα της Λεσβιακής Άνοιξης εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, που δεν είναι της παρούσης, κι έχουν ήδη κατατεθεί στο δημοσιευμένο κείμενο στο Frear. Της παρούσης είναι ο Γιάννης Αλύτης, ο οποίος εκτιμήθηκε από έναν ξένο μελετητή, ενώ είναι σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα και σχεδόν ξεχασμένος και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Λέσβο, όπου εκτός από ποιητής ήταν και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Τρίβολος του Στρατή Παπανικόλα, και διοργανωτής των ιδιαίτερης σημασίας δρωμένων του Κλήδονα, καθώς και δημιουργός των ποιηματιδίων, γνωστών ως «στιχάκια», γεμάτα σκαμπρόζικο, πικάντικο, διονυσιακό ύφος. Έκδοση σχετική έγινε από τον Δρα Παναγιώτη Σκορδά, με τίτλο Αδιάντροπα του Κλήδονα και παρουσίασή της από το Diastixo στις 17-07-2017. Τα «στιχάκια» προέρχονται από δύο αρχεία, εκ των οποίων το ένα ανήκει στον Βάσο Βόμβα, φυσικό κληρονόμο του δημιουργού και Κληδονάρχη Γιαννακού-Γιάννη Αλύτη-Βόμβα. Πρόκειται, λοιπόν, για πολυτάλαντο και εμπνευσμένο άνθρωπο, που αναβαθμίζει με το έργο του την πνευματική μας παραγωγή.

Ο Crescenzio Sangiglio διέγνωσε την αξία της ποίησης του Αλύτη, ο οποίος τραμπαλίζεται ανάμεσα σε δυο διαφορετικού επιπέδου στοιχεία. Το ένα είναι το όνομα του συντοπίτη του, σχεδόν συνομήλικου ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, τον οποίο θαυμάζει και με του οποίου το, επίσης, ψευδώνυμο παίζει, συμπλέει ή παραπλέει ποιητικά, και το άλλο είναι ότι σαν Αλήτης –που καθόλου δεν είναι, αντίθετα, αστός και αριστοκράτης είναι– περιπλανιέται σε όλη την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, χωρίς να κάνει ρούπι από τα λεσβιακά χωρικά του ύδατα.

Ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας έγραψε ποίηση υπερρεαλιστική που μπορεί να σταθεί –ως έναν βαθμό– πλάι στον προαναφερθέντα Ελύτη, αλλά και πλάι στον Ανδρέα Εμπειρίκο και στον Νίκο Εγγονόπουλο, για να στηριχτώ μόνο σε δύο πολύ χαρακτηριστικούς για το είδος και το ύφος του στίχου τους δημιουργούς.

Ο Crescenzio Sangiglio έγραψε εισαγωγή στα ιταλικά (μιλάει απταίστως ελληνικά και ζει στην Ελλάδα), μετέφρασε τα ποιήματα και συμπεριέλαβε και τη δική μου μελέτη, την οποία μετάφρασε επίσης, ως Επίμετρο, στη δική του δουλειά. Αυτή τη στιγμή έχουμε στα χέρια μας όλα τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη (1937-1977), Εισαγωγή και Επίμετρο στα ιταλικά.

Ο υιός, Βάσος Βόμβας, κι εγώ αντιλαμβανόμαστε ότι η τιμή ανήκει στην ελληνική Ποίηση. Σε μας ανήκει η χαρά που ένας ακόμα σπουδαίος ποιητής προστέθηκε στην 2.500 χρόνων ιστορία ελληνικής Ποίησης και στον μεταφραστή, που σαν γνήσιος αδαμαντωρύχος έφερε στο φως τους απαστράπτοντες στίχους του Γιάννη Αλύτη-Βόμβα. Φαίνεται πως ο Θεός της Ποίησης αργεί, αλλά δεν λησμονεί. Σε ένα ερωτικό του ποίημα ο Γιάννης Αλύτης γράφει:

Και θέλω να σε ζήσω ολάκερη

fermentiΤη ζωή την έζησε, την Ποίηση δεν πρόλαβε, αλλά έχει και η ζωή τα δικά της μυστήρια και τους δικούς της δρόμους προς το υπερπέραν, όπου ελπίζουμε να ταξιδεύει το ιταλικό FERMENTI και να μεταφέρει τα νέα περί της Ποιήσεως του ευτυχούς – Γιάννη Αλύτη-Βόμβα.

*Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

**Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://diastixo.gr/epikaira/apopseis/12139-alyths-metafrash-italika?utm_source=MailingList&utm_medium=email&utm_content=troaditisdimitris%40gmail.com&utm_campaign=Newsletter_15_4_2019_17_37

Introduction to Charmaine Papertalk Green’s Nganajungu Yagu

By Anita Heiss, Charmaine Papertalk Green and Zoë Sadokierski

Since Charmaine Papertalk Green’s poetry was first published in The Penguin Book of Australian Women Poets in 1986, her voice on the page has been consistent: eloquently powerful, respectfully challenging and true to her role in life as a Yamaji Nyarlu. Nganajungu Yagu is no different, considering, as it does, respect for ancestors, connection to country, the role of the poet and Yamaji identity.

The writing in Nganajungu Yagu is dedicated to Papertalk Green’s mother, and is built around a series of selected correspondence between her and her mother; each provides a deeply personal insight into not only their relationship, but the cultural, political and social landscape of her Yamaji country during the 1970s.

As Papertalk Green writes, these are ‘not just letters’. Rather, they create a tangible story and bond between Yagu and Daughter, and gently remind us of the sacrifices made by most of our matriarchs over time. Each letter and response provide not only a ‘mark of existence’ for the writer but a medium for mother and daughter to connect while at a distance. Her gift is one that makes us pause and reflect on our own behaviours. The love and respect penned here will inspire readers of any age and identity to think about the ways we engage people we love through words. Or, more importantly, the ways we should engage.

The revival of letters here not only reminds me of the nearly lost art of letter-writing, but the impact a letter has on its receiver. ‘I could feel the love hugs springing off the paper’, she writes in ‘Paper Love’.

I challenge any reader to put this book down and not feel compelled to write a letter to someone in their life – past or present.

It is through the bilingual poem ‘Walgajunmanha All Time’ that Papertalk Green clarifies her role as a First Nations writer, and I honour her for keeping our people, our stories and the Yamaji language on the literary radar and accessible to all readers through her poetry. When the academy, the literati and festival directors discuss Australian poetry in the years to come, they should all have Nganajungu Yagu on the top of their lists, and Papertalk Green as a key voice in the poetic landscape.

In the United Nations International Year of Indigenous Languages, Nganajungu Yagu is a work of cultural significance and educational influence. As I closed this book for the first time, I found myself circling back in my mind to a number of phrases. Those that keep recurring are –

Yagu, I always remembered the beauty of our culture
despite the racism seen in every step I took along years
culture love was and is the anchor for everything done.
This entry was posted in GUNCOTTON and tagged Anita Heiss, Charmaine Papertalk-Green, Zoë Sadokierski. Bookmark the permalink.
Anita Heiss is the author of non-fiction, historical fiction, commercial women’s fiction, poetry, social commentary and travel articles. She is a Lifetime Ambassador of the Indigenous Literacy Foundation and a proud member of the Wiradjuri nation of central NSW. She was a finalist in the 2012 Human Rights Awards and the 2013 Australian of the Year Awards. She lives in Brisbane.

http://www.anitaheiss.com/

More by Anita Heiss on Cordite Poetry Review →
Charmaine Papertalk Green is from the Wajarri, Badimaya and Southern Yamaji peoples of Mid West Western Australia. She has lived and worked in rural Western Australia (Mid West and Pilbara) most of her life, and within the Aboriginal sector industry as a community agitator, artist/poet, community development practitioner and social sciences researcher. Her poetry has appeared in Antipodes, Artlink Magazine, Cordite Poetry Review, The Kenyon Review and The Lifted Brow, as well as in the anthologies The Fremantle Press Anthology of Western Australian Poetry, Inside Black Australia: An Anthology of Aboriginal Poetry, Ora Nui: A Collection of Maori and Aboriginal Literature, The Penguin Book of Australian Women Poets and Those Who Remain Will Always Remember: An Anthology of Aboriginal Writing. She lives in Geraldton, Western Australia.

More by Charmaine Papertalk Green on Cordite Poetry Review →
Zoë Sadokierski is a Sydney-based designer and writer. She has designed more than 250 books for various Australian publishers, and is Vice President of the Australian Book Designers Association. Zoë lectures in the School of Design at the University of Technology, Sydney, where she runs the Page Screen research studio, experimenting with publication models for limited edition print and digital books. She also writes a column on book culture and reading in a digital age for The Conversation.

http://www.zoesadokierski.com/

Introduction to Charmaine Papertalk Green’s Nganajungu Yagu

Jennifer Mackenzie Reviews Elif Sezen’s A little book of unspoken history

A little book of unspoken history
by Elif Sezen
Puncher & Wattmann, 2018

Where do footsteps lead, these frustrated blind hunters

In these times many of us from all corners of the globe have more than one place we call home. Concepts of nationality, attachment to place, a sudden annunciation of enlightened belonging or steadfast refusal of it can be dissociative, painful and conversely full of artistic promise. The very notion of home may be welcome or fraught with regret. It may involve mixed emotions or at worst, trauma.

Elif Sezen, a Turkish-Australian multidisciplinary artist currently living in Melbourne, has developed a sophisticated methodology to work across media and to explore these themes. By foregrounding a personal inner life within the rigours of artistic and spiritual practice, she eschews narcissism through a focus on the transformative image. As a poet, translator, and as an artist Sezen has access to a world of imagery which appears to float in an imagined but deliberately structured dimension. Through deft selection, her practice of writing does not overwork its own tropes, which centre on childhood, trauma, displacement, the politics of migration and the metaphysical ambiguities integral to journeys real and imagined. Sezen’s images of trauma carry with them an apparent resonance, tantalisingly suggesting an overcoming, but also simultaneously suggesting the indelible trace of that trauma.

An example of this effect can be seen in the epigram ‘Slap of the morning’:

Slammed doors are still being heard
Who are they?

Coming after two poems focusing on childhood, ‘On the topic of first parents’ and ‘Childhood’, the poem resonates as a deep early memory suggesting violence with the sonorous slap and slammed, and fear through the final line Who are they?. The poem, employing Sezen’s regular trope, the door, appears to echo through space in a similar way to a masterly haiku.

Speaking generally of her artistic practice, Sezen has written: ‘I suggest the continual expansion of a poetic persona as a methodology of surrendering to the infinite’. Her poetry renounces the world’s ability to deliver infinity; instead its imagery emerges in devotional splendour or in political anger at the cruelties inflicted on refugees, especially those in long term detention.

When I first encountered Sezen’s work several years ago, I was attracted by what I saw as the European texture of the work, with its philosophical emphasis and often-romantic interiority. This connection has been astutely observed by Nadia Niaz, in a review in this publication of Sezen’s first English collection Universal Mother. Niaz focuses on the influence of Rilke (and importantly, his use of Sufi imagery), but also stresses Sezen’s access to diverse traditions, including Ottoman and Persian poetics, and to modern protagonists such as Forugh Farrokhzad. Several poems in A little book of unspoken history are dedicated to what can be seen as a constellation of artists, images of whom form something of an interior gallery, a feature many of us share, functioning as icons of our very existence. Sezen’s gallery includes Holderlin, Kahlo, Camille Claudel, and significantly in ‘Our celestial doorway’, a moving tribute to Farrokhzad:

Let’s meet up in your
imaginary Esfahan
in a city where women glow in green, head to toe
when we bend down from
the Khaju bridge, our reflections
on the water turn into non-poisonous ivies,
a city of secret sovereignty
where bombs won’t explode

A significant poem included in A little book of unspoken history is ‘Chronic Fatigue Syndrome’. The open, sequenced structure of the poem allows the key state of the suffering of the body to move effortlessly through themes of spiritual renunciation, the trauma of non-belonging and the vicissitudes of migration doubly effected and politicised. In an artist talk at her recent exhibition The Second Homecoming at Counihan Gallery, Sezen mentioned how moving back and forth between Izmir and Melbourne had left her without a sense of home. In this poem, fatigue enforces a focus back upon the self. In 1. Awareness, Sezen writes:

Now that I am tired
I must open up inwardly, like a lotus blossom
yes, I must open my paper-like lids
towards the benign feature of absence
for I will encounter her, in the very bottom:
that archetypal mystic, resembling my mother
by her glance perforating the silvered smoke
my small self will pass away
because I am tired
because fatigue is a lovely trap made to
save my body from its old cage
I get rid of the worldly clock
losing beguiling sleep

This sequence leads to a surge of empathy, where like an ascetic removed from the fray, the poet releases the possibility of benevolent compassion:

become a voluntary mute
so I can speak for them

They surrender their souls
wrapped with flesh and blood and breath
back to where they came from

As the poem continues, it develops a floating sense, the pinning of an elusive image, the transformative power of angels, and the devastating liberation of surrendering to pain:

La Minor impatience
Do black humour
CRESCENDO the pain
Is so glorious here

In 8. Homecoming the preoccupation with health, the body and inner awareness moves outwardly to expand upon themes of connection and conversely, the dissociative experience of migrations between two homes, and to embrace a conscious and deliberate act of site-specific remembering and forgetting:

Istanbul Airport is the doorway of my
time tunnel. No talking!
Act like nothing happened
hereby I discovered the reason
for the lack of bird-chirp
that others dismiss
because I am a bird too
I too forget the necessity of flight
in all directions of the
forbidden atmosphere of mystery,
simultaneously
‘We must declare our indestructible
innocence’, grumbles my mum
her eyes staring towards the
beyond-horizons
The birds pollute the new President’s sky.
A deaf child disappears from sight
in the alley, after listening to the song
which only he can hear
I call him from behind, with no luck
and find myself
in Melbourne again, inevitably
I chop and add mangos into
my meals again
I forget the malevolence of a
suppressed father figure image again
I forget my most favourite scent,
jasmine
how holy this forgetting is, I know
for it will pull me back to that doorway
for I’ll want to go back home again,
home without geography
without footsteps
how sweet is my abyss.

No memory of fatigue
I’ll again make merry.

Because of Sezen’s productive impetus, it is difficult (and I would argue unnecessary) to separate the impact of a book of poetry from that of an art exhibition. In The Second Homecoming a series of brilliantly coloured ‘Door’ paintings reminded me of how artists such as Rothko and Kandinsky transformed colour and form to suggest an inner subjectivity or a spiritual connection between self and the world. The majority of the paintings presented at the exhibition represent a series of caves, rendered in swirling black paint, each canvas with a view rendered in different shapes of an idealised and distant landscape, evoking a sense of something longed for, attainability uncertain. In the exhibition notes, Sezen writes, ‘Initially, I was thinking of refugees, the Indigenous peoples and others displaced, but obviously the work could refer far more broadly, physically or spiritually.’ Of the Door series, she says that they ‘rather represent an elusive notion of a gateway, where everything is possible and homecoming can be dreamt into reality’. In thinking of First Nations peoples moved from or barred from their traditional Country, or of refugees in indefinite detention on Nauru we can imagine how unattainable that ideal may be. In the poem ‘Dear Immigrants’, the poet demonstrates how the withdrawal of compassion, the very notion of being comfortable with the imagined necessity of locking someone up, turns upon the populace:

And just about to say Well Come, we
rather remain silent
as if ripping out the tree roots from its soil
or sending the raindrops back where they came from
locking up our dear immigrants, outside
till we lock ourselves into cells,
shrinking more and more.

The theme of compassion is something that Sezen expands upon throughout the collection, perhaps representing this most expansively in ‘A thousand petal woman’, where a meditative practice reveals the strength and frailty of the practitioner:

I am gifted to see this
and yet I forget it again
I meditate upon the deceased again
I inhale Nagasaki,
exhale Hiroshima
you think that I am purified
that’s why you call me a Sufi

Whereas I am a confused woman
I have a growing homeless kid within me
she is not me, she is me,
I am.

By situating the political in an expansive consideration of the body and the spirit, in centring personal experience within rich philosophical and poetic traditions, Sezen’s oeuvre offers a fresh and original mapping of the question of home. In ‘A meditation on timelessness’ she writes:

Writing writing writing is such a deprivation from which I build
up an invisible reign on an earth where my footstep doesn’t
belong to the spot it steps upon …

Yes, my dear friends
every poet is responsible
for their own timelessness.

Earlier in this review, I referred to my initial sense of a European context to Sezen’s poetics. This certainly holds true as I gain greater familiarity with her work. Aside from Rilke, there are resonances of French poets such as René Char and André de Bouchet in the work. The above quotation from ‘A meditation on timelessness’ for example is something that Char himself may have written. However, with more recent reading of writers from Turkey and Iran, it is clear to me that although a European connection is certainly there, Ottoman and Persian exemplars, particularly in relation to Sufism, are more crucial. Writers such as Bejan Matur, Sholeh Wolpe, and fellow Melbourne writer Shokoofeh Azar engage with classical texts of Rumi, Attar and Hafiz, as well as with the innovative work of Farrokhzad and the contemporary writer, Shahrnush Parsipur, and it is with these practitioners that Sezen’s developing work may be more fruitfully approached.

*Jennifer Mackenzie is the author of Borobudur (Transit Lounge, 2009), republished in Indonesia as Borobudur and Other Poems (Lontar, 2012) and has been busy promoting it at festivals and conferences in Asia. She is now working on a number of projects, including an exploration of poetry and dance, ‘Map/Feet’. Her participation in the Irrawaddy Festival was supported by a writer’s travel grant from the Australia Council for the Arts.

**Τaken from Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/mackenzie-sezen/

Ε. Μύρων, Απνευστί

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχουμε αναφερθεί ξανά σε αυτοεκδόσεις, που είναι διαμαντάκια, καθώς πιστεύουμε ότι δεν είναι ο εκδοτικός οίκος, που δίνει αξία σε ένα βιβλίο, αλλά το περιεχόμενό του. Τελευταία βρίσκουμε αρκετά λιτά βιβλία, που κυκλοφορούν από τους ίδιους τους συγγραφείς και προωθούνται χωρίς την αρωγή κάποιου εκδοτικού.

Μια μορφή αυτοέκδοσης είναι και η οκτασέλιδη ποιητική συλλογή, που μας πρόσφερε ο Ε. Μύρων με τον τίτλο: «Απνευστί». Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι παρά την ολιγοσέλιδη έκταση, τα ποιήματα είναι αρκετά, καθώς το βιβλίο είναι σε μεγάλο σχήμα και η κάθε σελίδα περιέχει κάμποσα ποιήματα. Μοιάζει σα να έχουν γραφτεί απνευστί, αλλά δεν είναι έτσι γιατί για να γραφτούν τέτοια ποιήματα χρειάζεται σκληρή δουλειά. Τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και διαπνέονται από εσωτερικό ρυθμό. Υπάρχει μια τέλεια οικονομία των στίχων χωρίς τίποτα το περιττό.

Ο Ε. Μύρων γράφει σύγχρονα ποιήματα κυρίως κοινωνικού και υπαρξιακού προσανατολισμού. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Εξέγερση», όπου η ανατροπή αφήνεται στα χέρια των παιδιών. Το παραθέτουμε ολόκληρο: «Κάθε πρωί / ακόμα λίγη μέρα / χαράζεται στο δέρμα. / Ας ελπίζουμε σε μια ανατροπή – / να φτιάξουν τα παιδιά / μια βόμβα από παραμύθι / που θ’ αφανίσεις τις ηλικίες.»

Πολλοί άνθρωποι σήμερα έχουν γίνει προσαρμόσιμοι. Ο ποιητής τους χαρακτηρίζει: «επίκαιρα οχήματα / της μάζας, του σωρού.», ενώ τους ανθρώπους, που δεν έχουν μέσα τους την ποίηση θα τους προτρέψει να μην ενοχλούν τους στίχους. Η τεχνολογία έχει αποξενώσει τον σύγχρονο άνθρωπο. Τα ρούτερ και τα καλώδια, που παρομοιάζονται με φίδια φέρνουν «μέρες κατηφείς συρρικνωμένες / στους κροτάφους.»

Θα θέλαμε επίσης να σταθούμε σε ένα ακόμα ποίημα της συλλογής, που το θεωρούμε χαρακτηριστικό και το παραθέτουμε εδώ: «Ευγένεια: Το «ευχαριστώ» ακούστηκε / μαζί με το συρτάρι / της ταμειακής. / Λες και το ένα κατάπιε τ’ άλλο…»

Συμπερασματικά, με την ποιητική του συλλογή «Απνευστί» ο Ε. Μύρων μας εισαγάγει στην ποίησή του, δίνοντάς μας ώριμα δείγματα της τέχνης του.

Λειόδερμα δελφίνια – Τραγούδια των ιθαγενών της Αυστραλίας

Αυτά τα ποιήματα είναι “…από τα πιο παλιά που μπορεί να βρει κανείς σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα”, σημειώνει ο Λευτέρης Σκαρτσής στο βιβλίο του Αυστραλέζικα τραγούδια που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη (1989). Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, που έχει μελετήσει παραδοσιακή ποίηση απ’ όλες τις γωνιές της γης, παρατηρεί ότι οι ιθαγενείς παίρνουν ως αφορμή τους θέματα καθημερινά και απλά αντικείμενα που προέρχονται από ένα περιβάλλον εντελώς ιδιαίτερο, όπου κυριαρχεί η ζέστη των τροπικών, η αίσθηση του ωκεανού που κατακλύζει τη φύση και μια μεταφυσική διάσταση της πραγματικότητας, η οποία μπορεί να περιγραφεί ως “ονειροκαιρός”. Ακολουθούν μερικά δείγματα και πρώτα ένα που μιλά για τ’ αστέρια, τα οποία φαίνονται να έχουν έμβια υπόσταση:

Αστέρια του ανατολικού ανέμου,

εκεί που η κασουερίνα έχει σπάσει απ’ τον άνεμο,
έρχονται απ το Ντιλγιακούρκμπα,
κωπηλατούν κατά πάνω στον ουρανό,
αστέρια του κλαν Γουαρίντιλγιάκβα…
Αστέρια που λάμπουν δυνατά
προχωράνε γρήγορα κατά πάνω στον ουρανό…
εκεί είναι τώρα εκεί πέρα
τ’ αστέρια ήρθαν να ξεκουραστούν

Τα αστέρια έχουν κάνει τον άνεμο και λάμπει
εκεί πέρα ο άνεμος έχει σταματήσει
να τα έρχονται πιο κοντά
εκεί πέρα ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τα ποιήματα των πρωτόγονων κατοίκων της Αυστραλίας έχουν φρεσκάδα κι αφήνουν μια εντύπωση παρθενική, σαν να αντικρίζουν για πρώτη φορά τον κόσμο γύρω τους. “Βρισκόμαστε εδώ σ’ έναν κόσμο φρέσκο και οικείο, δικό μας, μ’ όλο που τον έχουμε σαν ξεχασμένο”, συνεχίζει ο Λευτέρης Σκαρτσής. Ένα απ’ αυτά μιλά για τη νύχτα :

Η νύχτα ζυγώνει…
απλώνεται παντού…
Μας σβήνει καθώς έρχεται…
μας σκεπάζει σαν κουβέρτα…
Το Ανγκιόνγκβα νυχτώνεται πέρα.

Όπως σημειώνει ο μεταφραστής κι επιμελητής του βιβλίου, “η ποίηση αυτού του είδους ίσως πρέπει να γίνει πρωταρχική πηγή γλωσσικής σπουδής και ποιητικής αγωγής, αφού τόσο φυσιολογικά νιώθουμε την φρεσκάδα της να είναι η αφετηρία της φυσικής μας ζωής”. Ο αφηγητής με την περιέργεια μικρού παιδιού αφουγκράζεται την παλίρροια:

Κύματα που έρχεστε ψηλά, κόντρα στους βράχους
σπάζοντας, σι, σι!
Όταν ψηλά είναι το φεγγάρι με το φως του πάνω στα
νερά·
παλίρροια ανοιξιάτικη, παλίρροια που κυλάς μες τα
χορτάρια
σπάζοντας, σι, σι,
μες στ’ άγρια νερά της λούζονται τα νέα κορίτσια.
Άκου το θόρυβο που κάνουν καθώς παίζουν!

Άλλοτε παρατηρεί τις αχιβάδες:

Πού πήγε το κοντάρι μου; Εκεί που οι αχιβάδες σπρώχνουν
την παλίρροια.

Άλλοτε μια ομάδα από σαλάχια που βγαίνουν στην ακτή:

Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο στο Αριντιγκμάντζα.
Έλαμπε δυνατά η άμμος;
Η παλίρροια φούσκωσε ως πέρα βαθιά και μαύρη…
Σαλάχια στο κανάλι μια γραμμή.
Κάνουν δρόμο και προχωράνε.
Μια γραμμή πάνω απ’ τον ύφαλο.
Τώρα γλιστράνε δίπλα δίπλα.

Γύρισαν προς τα πίσω έρποντας στην αμμουδιά:
Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο και γυρίζουν πίσω.

Κι άλλοτε τα δελφίνια που σκίζουν τα νερά:

1. Δελφίνια των νησιών κυνηγάνε το ένα το άλλο.
Απ’ όλα τα νησιά, νγκεγεγίμγκε
Απ’ τους βράχους που οι άνθρωποι χτυπάνε τα στρείδια,
απ’ τους υγρούς βράχους.
Τους μουσκεμένους απ το ράντισμα του ανατολικού ανέμου…
Απ’ τη λαμπερή ξηρά τη ανατολής.

2. Λειόδερμο δελφίνι προχωράει έξω στην ανοιχτή θάλασσα …
Ένα ζευγάρι δελφίνια σκουντάνε το ένα το άλλο.
Κόβουν το ένα το άλλο το δρόμο απ’ το Αλακβουράντζα…
Το ένα κόβει το άλλο λοξά στη μέση καθώς προχωράνε,
εγιέγια.
Έκοψαν το ένα το άλλο καθώς όλο προχωρούσαν…

Η απέραντη θάλασσα που αντίκριζαν κάθε μέρα οι ιθαγενείς της Αυστραλίας έφερνε κάθε φορά στην στεριά κάτι καινούριο:

Από πού είναι αυτές ο καρύδες; Από πού;
Απ’ το Άρνμπαρρνγκίνα, απ’ το Αρμπαρργκίνα.
Χοροπηδώντας πάνω στα κύματα, πλέοντας πάνω στη
θάλασσα,
σκορπισμένες ολόγυρα,
παρασυρόμενες. Πάω στο Μουρούνγκβα που ο άνεμος
φυσάει φρέσκος
και κοντά το Γινμπίγια.
Καρύδες σκόρπιες ολόγυρα. Στη απανεμιά έχουν
σταματήσει.
Πίσω πάλι στη θάλασσα, μετά ξεπλυμένες ως την ακτή.
Πάω στο Μουρούνγκβα και στο Αλιλιγιάνγκα.
Σ’ αυτή την πλευρά οι καρύδες ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τέτοιοι στίχοι προερχόμενοι από τόπους, όπου το καλοκαίρι δεν τελειώνει ποτέ, μεταφέρουν στον αναγνώστη μια διάθεση εντελώς αναζωογονητική. Αυτό είναι το τοπίο που έβλεπαν εκείνοι οι άνθρωποι:

1.Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με παράλληλα χωρίσματα·
Οι κοιλάδες του βουνού προχωρούν με παράλληλες χαρακιές.
Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με κοφτούς γκρεμούς.
Κατά τους πρόποδες κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά ·
Στα κάτω βάθη κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά.
Πυκνές συστάδες βουνίσια χορτάρια κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά…

2. Μια μάζα κόκκινα χαλίκια σκεπάζει τις πεδιάδες,
Μικρά άσπρα αμμορύακα σκεπάζουν τις πεδιάδες.

Γραμμές κόκκινα χαλίκια ραβδώνουν τι πεδιάδες,
Γραμμές άσπροι αμμόλοφοι ραβδώνουν τις πεδιάδες.

Ένα σπηλιομονοπάτι είναι ανοιχτό μπροστά μου,
οδηγώντας ίσα προς τη δύση…

Αυτή είναι η εικόνα των γερακιών του βουνού:

Τα βουνίσια γεράκια κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά,
Από το θόλο τ’ ουρανού κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά.
Βουτάνε κάτω, όλο πιο κάτω ·
με τραχιές κραυγές κάθονται στο χώμα.

Κι αυτή είναι η εικόνα ενός πανέμορφου θαλασσαετού:

Πέταξε προς τα κάτω για ψάρια.
Λικνιστά γλίστρησε.
Παίζοντας, γυρνώντας το στήθος,
ξυρίζοντας τη θάλασσα.
Έρχεται απ’ τα ύψη
πολύ ψηλά.
Κει πέρα στον ύφαλο
αγγίζοντας με το στήθος τη θάλασσα.
Βουτώντας με το στήθος κατά κάτω…
Άσπρα πούπουλα πλέουν σαν καπνός.
Άλλο ένα φευγάτο πούπουλο πέφτει
Χνουδωτά πούπουλα πέφτουν
Στημένο στήθος,
κει πέρα στον ύφαλο,
κοφτά γλίστρησε πέρα.

Απόστολος Σπυράκης

*Από το Στίγμα Λόγου στο σύνδεσμο: https://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/FMfcgxwChJnRdDKLmpBxhrtxRRqQpKDz