Κυριάκος Συφιλτζόγλου, «Είναι ακριβή η τιμή, είτε πληρώνεις είτε εισπράττεις…»

Κυριακή Μπεϊόγλου*

Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου είναι ένας νέος ποιητής από τη Δράμα. Μεγάλωσε σ’ ένα χωριό που λέγεται Πλατανιά κι είναι καρφιτσωμένο σε μια πλαγιά. «Εκεί υπήρχαν τοπία που γράφαν αυτά ποιήματα, αρκεί να είχες τα μάτια να συγγράψεις κι εσύ μαζί τους», θα μου πει. Γύρω του, τα παλιά μουσουλμανικά ερειπωμένα σπίτια, τα σταροχώραφα, η σιδηροδρομική γραμμή και ο σταθμός έξω από το χωριό. Μες στο χωριό, μυγδαλιές, κερασιές, κορομηλιές. Το Φυλακτό και το Φρακτό. «Οταν μπαίνεις εκεί μέσα σιωπάς και καταλαβαίνεις ότι άλλος κάνει κουμάντο, εκεί νιώθεις ότι σταματά ο χρόνος. Εκεί νιώθεις μυρμήγκι».

Μια ολόκληρη μυθολογία ενός μαγικού τόπου για τα μάτια του παιδιού που τότε δεν την καταλάβαινε. Αργότερα ξεκλειδώθηκε μέσα του, με διαβάσματα, και βγήκε σαν κομμάτια, σαν ποιήματα στις ποιητικές συλλογές: «Εκαστος εφ’ ω ετάφη» (Θράκα), «Στο σπίτι του κρεμασμένου» (Θράκα), «Με ύφος Ινδιάνου» (Μελάνι), «Μισές αλήθειες» (Μελάνι).

Ετσι έφτασαν στα χέρια μου, σαν εικόνες και λέξεις μιας άλλης επαρχίας, που λίγο την ξέρουμε και ακόμα λιγότερο την καταλαβαίνουμε.

● Σκάρωνες στιχάκια όταν ήσουν παιδί; Πότε έγραψες το πρώτο ποίημα;

Οχι, δεν έγραφα ούτε διάβαζα, δεν έμπαιναν βιβλία στο σπίτι. Το γράψιμο γινόταν αλλιώς. Το πρώτο ποίημα ήταν στην τρίτη Λυκείου. Αρχισα να διαβάζω πολύ από την τρίτη Γυμνασίου. Μια καθηγήτρια με επηρέασε. Η Ησαΐα Τσενεκίδου. Μετά ένας καθηγητής στο Λύκειο μας διάβαζε ποίηση κι εκεί κόλλησα! Κατέβασα τα πόδια από το θρανίο, γιατί μέχρι τότε συνεχώς τα είχα πάνω.

Ημασταν μια παρέα από παιδιά που απασχολούσαμε συνεχώς τον επιστάτη του σχολείου με τις φασαρίες και τα σπασίματά μας. Και ξαφνικά ο καθηγητής μας, ο Γιάννης Αθανασιάδης, μας διαβάζει την «Τρελή ροδιά» και κάνει σαν άλογο μες στην τάξη. Εκεί που λέει το ποίημα «με εκατό βιτσιές», έτρεχε με την καμπαρντίνα του κι έκανε σαν αφηνιασμένο άλογο και είπα: Μα τι κάνει ο άνθρωπος;

● Οπως στον «Κύκλο των χαμένων ποιητών». Με το «Captain, my Captain»;

Ναι! Ολοι αυτοί που κάναμε όμως ήταν πεθαμένοι. Ετσι άρχισα να ψάχνω από εφημερίδες κριτικές και άρθρα για βιβλία. Θυμάμαι το πρώτο βιβλίο ζώντος συγγραφέα που αγόρασα ήταν του Γιώργου Μακρόπουλου, το «Μη σκεπάζεις το ποτάμι». Διάβαζα πολύ μετά. Κάποια στιγμή άρχισα να γράφω.

● Κυριάκο, γεννήθηκες και επιμένεις να μένεις στη Δράμα. Από πού κρατάς;

Από τη μάνα Πόντιος. Ηρθαν Ελλάδα μέσω Συρίας. Από τον πατέρα Καππαδόκης, που ήρθαν στη Δράμα μέσω… Αργεντινής. Πόντιοι λοιπόν από τη μάνα και τουρκόφωνοι από τον πατέρα. Με τη γιαγιά μου δεν μιλήσαμε ποτέ ελληνικά.

Στο χωριό μας από τον δρόμο και πάνω ήταν Θρακιώτες, από τον δρόμο και κάτω Μικρασιάτες τουρκόφωνοι. Οταν μαζευόντουσαν όλοι μαζί ποντιακά και τούρκικα μιλούσανε.

● Και πώς τα καταλάβαινες, πώς τα αντιλαμβανόσουν αυτά εσύ;

Ωραίο ήταν. Κι ας μην καταλαβαίναμε τίποτα εμείς, μια ταινία χωρίς υπότιτλους. Θυμάμαι τον πατέρα εκεί στον κήπο και να σκάβει, καθόταν κι ο παππούς σ’ ένα ξύλο παραπέρα με την τραγιάσκα με τα αυτιά, κι αρπάζονταν συχνά και έντονα, ο γέρος κι ο πατέρας βρίζονταν στα τούρκικα. Εμπαινε κι άλλη γιαγιά με τα ποντιακά και γινόταν χαμός! Είχε πλάκα.

● Σε αρκετά από τα ποιήματά σου μιλάς σκληρά…

Η γλώσσα που χρησιμοποιείς είναι το μισό ποίημα. Εχω στο μυαλό μου αυτό που έλεγε ο Σελίν, «να ξεχαρβαλώνουμε τις προτάσεις για να πάμε το νόημα παρακάτω».

Δεν αρκεί μόνο η ευαισθησία στην ποίηση. Οπως έχει πει κι ένας σπουδαίος Δραμινός, ο Γρηγόρης Πεντζίκης: «Από μας πιο ευαίσθητοι εκατομμύρια στον κόσμο, αυτό δεν αρκεί για ένα ποίημα!».

● Σε ποιον απευθύνονται οι ποιητές του καιρού σου;

Οι ποιητές δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Δεν αρχίζουν και τελειώνουν όλα στον εαυτό μας! Αυτό είναι ένας πολύ γλυκανάλατος και ρομαντικός αυτισμός.

Γύρω συμβαίνουν πράγματα και η πραγματικότητα είναι για μένα μια υπέροχη χωματερή που μπορεί να έχει εκεί μέσα από διαμάντια και σκουπίδια.

● Ποια σκληρή εικόνα που είδες έγινε ποίημα;

Η ποίηση πρέπει να έχει μια πολεμική, γλωσσική, να έχει μια δραστικότητα. Φεύγει από το εγώ, από το υπνοδωμάτιο, και πηγαίνει σε ανοιχτούς χώρους, στο εμείς. Στο τρίτο μου βιβλίο είναι όλοι οι μετανάστες. Τότε που πήγα στον Εβρο για εφτά μέρες κι έβλεπα να βγάζουν τα τουμπανιασμένα πτώματα προσφύγων και μεταναστών από το νερό.

Το 2012 πήγα για μια βδομάδα στον Πέπλο, με φώναξαν επίστρατο και πήγα με μισή καρδιά. Ενας τομέας 65 χιλιομέτρων.

Ηταν Μάιος μήνας, τότε πέφτει η στάθμη του νερού κι αποκαλύπτονται όλα τα πτώματα των ανθρώπων που πήγαν να περάσουν το ποτάμι και πνιγήκανε. Μετά από μήνες έγραψα 6-7 ποιήματα με το ίδιο θέμα.

● Εργάζεσαι κάπου αλλού; Αυτό που σπούδασες ας πούμε;

Διαβάζω, γράφω, φωτογραφίζω. Δεν κάνω άλλη δουλειά. Συστηματικά τον τελευταίο χρόνο ζωγραφίζω και κάνω εξορμήσεις στη Δράμα και τα γύρω χωριά. Βέβαια όλη αυτή η ελευθερία έχει το τίμημά της. Σημαίνει πατρικό, σημαίνει εξάρτηση. Αλλά δεν μπορούσα να γίνω δικηγόρος.

● «Είναι ακριβή η τιμή», λες, «είτε πληρώνεις είτε εισπράττεις»…

Ναι, κι αυτό είναι από εκείνη την περίοδο. Ηθελα να έχω το κεφάλι μου καθαρό και να «βουτάω» στα άλλα. Πολλοί νομίζουν ότι έχω πολλά φράγκα. Επειδή με βλέπουν να γυρνοβολάω. Δεν έχω, μου αρκούν τα λίγα.

● Πού γράφεις;

Το αγαπημένο δωμάτιό μου είναι το μπαλκόνι. Είναι νότιο. Κοιτάει το Παγγαίο. Εκεί είναι το Καστανόδασος κι η Εικοσιφοίνισσα το μοναστήρι.

Το μπαλκόνι μου είναι κάτι μεταξύ ιερού και εργαστηρίου. Υπάρχουν πετρώματα που μαζεύω, ξύλα, πίνακες, αντικείμενα από τα ακατοίκητα σπίτια, μπογιές, λάδια, μαχαίρια, βιβλία και σπασμένα κομμάτια από μουσουλμανικές ταφόπλακες.

● Και το γραπτό πού βρίσκεται;

Ολα είναι σπασμένα, φθαρμένα, το ‘χουν γραμμένο μέσα τους το ποίημα. Δημιουργούν έναν δικό μου μικρόκοσμο.

● Πώς βλέπεις την Αθήνα;

Σαν το παιδί που πάει στο πολυκατάστημα, αλλά αργεί στους διαδρόμους. Η κίνηση των δρόμων με τρελαίνει. Μια φορά θυμάμαι σε μια ταράτσα έβλεπα παντού αυτά τα κύματα του τσιμέντου και μου ερχότανε να τα διαλύσω. Να δω ποιοι ζουν εκεί μέσα.

● Ποια λέξη της περιοχής σου χρησιμοποιείς συχνά, καθημερινά;

Το ’22 η Δράμα δέχτηκε τους περισσότερους Πόντιους. Υπάρχουν πολλά αρχαία ρήματα, ποντιακά δημοτικά τραγούδια, που χρησιμοποιούν ακόμα και τα ψάχνω.

Το «κανείτε», τελειώνετε, το λέω πολύ. Τελευταία σε κάτι ψησίματα με το σόι, άκουσα το: «Να κάνετε καλές δουλειές για να μην ανασκάφτουν τους γονείς σας», να μην τους κακολογούν, να μην τους ξεθάβουν. Πολύ δυνατή λέξη το «ανασκάφτουν».

● Τι κρατάς ως πιο δυνατή ανάμνηση από την οικογένεια;

Τον θάνατο της γιαγιάς. Στη Βόρεια Ελλάδα γενικά, φύγανε πολλοί μετανάστες, τέλη ’50-αρχές ’60. Οταν πέθαινε κάποιος δεν προλαβαίνανε να γυρίσουν.

Ειδικά όταν πέθαιναν οι γονείς τους, το είχαν σαν ισόβια ενοχή. Επρεπε να ειδοποιήσεις αμέσως στο τηλέφωνο, να προλάβουν το πρώτο αεροπλάνο.

Πέθανε λοιπόν η γιαγιά. Εμείς τα παιδιά βλέπαμε αυτά τα γεγονότα σαν ευκαιρία να μαζευτεί το σόι και να περάσουμε καλά.

Είχαμε μια απορία: «Ο πατέρας μας θα κλάψει;». Ηταν πάντα σοβαρός και απρόσιτος. Ερχεται λοιπόν ο πατέρας από τη δουλειά, δεν κλαίει. Πρώτη απογοήτευση. Μπαίνει μέσα, πάλι δεν κλαίει.

Πάμε στη γιαγιά, λέμε «τώρα θα κλάψει, θα δει τη μάνα του νεκρή, δεν μπορεί, θα κλάψει». Δεν κλαίει.

Την άλλη μέρα, ήταν να έρθουν οι αδερφές του από τη Γερμανία. Με το μπλε ταξί της Θεσσαλονίκης και το άγχος να προλάβουνε. Ερχονται. Βγαίνουν λοιπόν από το ταξί οι δυο αδερφές του. Είναι πια γκριζομάλλες. Και εκεί είδαμε τον πατέρα να κλαίει.

● Μεγάλη υπόθεση τότε το μπλε ταξί που έμπαινε στο χωριό;

Το μπλε ταξί έφερνε τους συγγενείς. Στέλναμε πολλές φορές δικούς μας ταξιτζήδες να τους πάρουνε από το αεροδρόμιο γιατί τρέχανε παραπάνω και τους φέρνανε πιο γρήγορα.

● Πότε άρχισε το πάθος με τη φωτογραφία;

Οταν ήμουνα στην πράσινη γραμμή στην Κύπρο, και τότε τράβαγα φιλμάκια ασπρόμαυρα, μέσα κι έξω από το στρατόπεδο. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ξανάρχισε. Εψαχνα λεπτομέρειες τοίχων σε εγκαταλειμμένα σπίτια που να θυμίζουν πίνακες του Ρόθκο.

Από εκεί μετά συνεχίστηκε στις χελώνες της ΔΕΗ με τα πορτρέτα, τα γεωμετρικά με τα χωράφια, τα εικαστικά και ένα μεγάλο κομμάτι με τα ακατοίκητα σπίτια.

● Ποιους ποιητές διαβάζεις;

Υπάρχουν οι νομπελίστες, αλλά εκεί που επιστρέφω ξανά και ξανά είναι κάτι ποιητές που έχουν πιο δεύτερο, τρίτο τραπέζι πίστα. Επιστρέφω στον Θανάση Τζούλη, στον Μαρκίδη, στον Βασίλη Στεργιάδη και επιστρέφω πολύ στον Λειβαδίτη που δεν είναι γλυκανάλατος, είναι σκληρός. Στον Χριστιανόπουλο επίσης.

● Και στη Δράμα υπάρχει ένα υποσχόμενο δυναμικό ποιητών και λογοτεχνών…

Η παρέα της Δράμας, ο Δημήτρης Πέτρου, ο Γιώργος Κασαπίδης, ο Αλέξανδρος Αραμπατζής, αλλά κι από πιο πίσω υπάρχει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, ο Φαίδων Πατρικαλάκις, ο Βασίλης Κούλης, ο Τσιαμπούσης.

● Ποιο ποίημά σου είναι το «πιο δικό σου»;

«ονόματι Τασία
τυφλή εκ γενετής/ας πούμε
ένας ιστορικός ενεστώτας
το πέρασμά της/ό,τι αντίκρισε το πήρε μαζί της/για τους άλλους
ακατοίκητη γλώσσα/την πήρε το μάτι κανενός;»

(από τη συλλογή «Μισές αλήθειες», εκδ. Μελάνι, 2012). Αυτή η τυφλή γυναίκα υπήρξε καθημερινά στην παιδική ηλικία μου, την παρατηρούσα κάθε μέρα να πηγαίνει τα ζώα στη βοσκή, κάτι βιδώθηκε μέσα μου τότε σαν σταυροκατσάβιδο -ίσως ακόμη γιατί το ποίημα αυτό κλείνει με μια ερώτηση «επί κοινωνίας κρεμάμενη», σαν γάντζος.

● Είσαι 34, πώς βιώνει η δική σου γενιά στη Δράμα τη γενικότερη κρίση;

Οι φίλοι μου, όσοι έχουν μείνει στην Ελλάδα, προσπαθούν με νύχια και με δόντια. Το μεγαλύτερο κομμάτι έχει φύγει έξω. Δεν νιώθει συνυπεύθυνο για την κρίση, έχει όνειρα.

Δεν μεταναστεύουν απλώς, χαιρετάνε, εγκαταλείπουνε. Διαπρέπουν στο εξωτερικό. Κάθε εβδομάδα αποχαιρετώ κι έναν φίλο.

● Σκέφτεσαι κι εσύ να φύγεις;

Εγώ δύσκολα μετακινούμαι. Το πιο πιθανό είναι μπω πιο βαθιά μες στα βουνά παρά να φύγω εξωτερικό. Θα περιμένω.

Αν πεθαίνει η Ελλάδα θέλω να δω την κηδεία της. Θα κάτσω, τους λέω, να ανάβω τα καντήλια των γονιών σας. Το ανατολικό κομμάτι της Δράμας ερειπώνεται, όσο με λυπεί άλλο τόσο με ιντριγκάρει. Ως ιστορικό φαινόμενο, σκηνικό κινηματογράφου.

Να ξέρεις, αυτοί που έχουν πρόβλημα στην κρίση δεν μιλάνε, χωρίς θέρμανση και άδειο ψυγείο. Δεν μιλάνε. Σφίγγουν τα χείλη τους. Γκρινιάζουν αυτοί που έχουν δέκα ακίνητα.

● Πώς βλέπεις τις σχέσεις των ανθρώπων;

Αυτό που σταδιακά ξεχαρβαλώνεται είναι η συντροφικότητα, το μοίρασμα, και η υπομονή που θέλει το μοίρασμα. Είναι μια κατάσταση σουπερμάρκετ, «ποικιλία να χάνεσαι, τιμές να κερδίζεις».

Πολλές μονάδες, με δυσκολία να μοιραστούμε πράγματα. Το βλέπω κι από τον εαυτό μου.

● Πώς τα πας με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

Εχω τρία χρόνια φέισμπουκ, φοβόμουνα ότι θα μου χαλάσει την αίσθηση με τον χρόνο. Σε αποσυντονίζουν, λειτουργούν διασπαστικά ακόμα και στο να διαβάσεις ένα βιβλίο. Σου χαλάει το βύθισμα.

Αν κάτι απολαμβάνω στη Δράμα είναι οι αργοί ρυθμοί, φιλόξενοι για να βυθίζεσαι σαν τον μεσημεριανό ύπνο που κρατάει στην επαρχία.

Το φέισμπουκ είναι ένα δημόσιο καφενείο, έχει ναρκισσισμό, μια παράλληλη κοινωνία καινούργια, έχει φασαρίες, παρεξηγήσεις, έρωτα. Εχει καλά και κακά.

● Το Φεστιβάλ Μικρού Μήκους στη Δράμα είναι πια ένας μεγάλος θεσμός…

Σαράντα χρόνια έκλεισε φέτος το φεστιβάλ, μια εβδομάδα πολύ όμορφη για την πόλη. Αλλά είναι μια περιοχή με μεγάλη ανεργία, δεν την ενδιαφέρει και πολύ.

● Πρώτη στην ανεργία η Δράμα…

Εφιάλτης. Θυμάμαι τον πατέρα μου στο παραπέντε άνεργο, μόνο για δυο μήνες ευτυχώς. Δεν μιλιότανε με τα χέρια στις τσέπες, και μετά διάβασα τον Καρούζο που λέει: «Μην του μιλάτε αυτού, έχει τα χέρια στις τσέπες του σαν να κρατάει χειροβομβίδες. Είναι άνεργος». Αυτό που θυμόμουνα στα δέκα μου δηλαδή.

Ο πατέρας μου… παλιός ασυρματιστής, αργότερα έγινε καπνεργάτης για εφτά χρόνια. Απ’ τα 13 του έμεινε μόνος, σ’ ένα σπίτι με δυο δωμάτια, όλο λάσπη.

● Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε χώρος για απογοήτευση, μόνο για κουράγιο…

Εκαναν πολύ κουράγιο οι άνθρωποι εκεί. Η Δράμα είχε τρεις βουλγάρικες κατοχές, κάτι που δεν το ξέρει ο πολύς κόσμος, έφτασαν τρεις φορές στα όρια του λιμού.

Υπήρχε ένταση στην απόφαση να πάνε μπροστά. Ηταν ικανοί για το καλύτερο και για το χειρότερο βέβαια.

● Ξέρω πως αγαπάς πολύ τα παλιά ποντιακά δημοτικά τραγούδια, ποιο είναι το αγαπημένο σου;

Εγώ τον Αδην ένοιξα και την πομπήν ατ’ είδα/ τριύλω-ύλω σκοτεινόν, η μέσε φρουχνασμένον… Που πάει να πει, «εγώ τον Αδη άνοιξα, το χάλι του εγώ είδα/ τριγύρω-γύρω σκοτεινός, στη μέση μουχλιασμένος». Αυτό. Με συγκινεί πολύ.

*Από την Εφημερίδα των συντακτών στο https://www.efsyn.gr/arthro/einai-akrivi-i-timi-eite-plironeis-eite-eispratteis

Advertisements

Κατερίνα Λιάτζουρα, Αποκαΐδια ηθικής, Εκδόσεις «Βακχικόν»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Στις μέρες μας κυκλοφορούν αρκετές ποιητικές συλλογές, που εμπεριέχουν σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό. Αυτές οι συλλογές δέχονται δύο ειδών επικρίσεις. Από τη μια μεριά, το να γράψει κανείς ποίηση για την κρίση, θεωρείται κλισέ και από την άλλη η κοινωνική ποίηση χαρακτηρίζεται συλλήβδην ως στρατευμένη. Και οι δύο προσεγγίσεις είναι λάθος. Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, όλο και περισσότεροι ποιητές νιώθουν μέσα τους ένα ξέσπασμα διαμαρτυρίας και αγανάκτησης και θέλουν να βροντοφωνάξουν με την ποίησή τους. Όσον αφορά τη στράτευση, θεωρούμε, ότι μπορεί να υπάρξει ποίηση πολιτικοποιημένη, όχι, όμως, κομματικοποιημένη γιατί τότε παύει να είναι ποίηση κι ας έχει στίχους. Άρα, η ποίηση μπορεί να έχει καλή έννοια ως στρατευμένη, όχι απαραίτητα σε ένα κόμμα, αλλά σε μια ευρύτερη ιδεολογία.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε, διαβάζοντας το βιβλίο της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: Βακχικόν». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει κυρίως κοινωνική ποίηση με άμεσες αναφορές στα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα της οικονομικής κρίσης. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να χαρακτηρίσουμε την ποίηση της Λιάτζουρα, ως αντιμνημονιακή, διαβάζοντας ποιήματα, όπως το: «Πλατεία Συντάγματος 2011», όμως, έτσι θα διακινδυνεύαμε να καλύψουμε μόνο ένα μέρος του κοινωνικού της προβληματισμού.

Η πλύση εγκεφάλου, που γίνεται στον σύγχρονο άνθρωπο, από τα ΜΜΕ δημιουργεί ένα σκόπιμο μπέρδεμα: «Νιώθω στο κεφάλι μου ένα καζάνι. / Μεγάλο όσο ο κόσμος που αγαπώ. / Ξέχειλο από ιδιαιτερότητες και δυστροπίες / ξέχειλο από θρησκείες, πατρίδες και καθωσπρεπισμούς.» Και για όσους αντιστέκονται: «Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία / ή στον εξορκισμό.» Σε άλλο ποίημα, η Κατερίνα Λιάτζουρα στηλιτεύει την πολιτική, όπου της δίνει την παλιά σωστή της έννοια της απάτης: «Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία / η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι.», ενώ για τις προσδοκίες κοινωνικής αλλαγής μέσω εκλογών Θα γράψει: «Τα κτήρια γύρω καταρρέουν στο μυαλό / το ίδιο και η ελπίδα της ανατροπής.», για να καταλήξει: «Ξεκίνησε ο χορός της υποταγής.» και αλλού: «Τι σκοτίζεσαι στολιδάκι; / Στο τέλος των εκλογών / θα σε βυθίσουν και πάλι στη χρόνια λήθη σου. / Γιατί έτσι σε θέλουνε. / Κοιμισμένο.» Παρακάτω, η ποιήτρια δεν θα διστάσει να τα βάλει με τον άνθρωπο, που κλείνει τα μάτια του μπροστά στα κοινωνικά ζητήματα και κάθεται στον καναπέ περιμένοντας «την ψυχική ανάταση ή και τη λιποαναρρόφηση», ενώ στο τέλος του ποιήματος, ρωτάει ειρωνικά: «Και αναρωτήθηκες αφού με λίζινγκ τα ανέθρεψες όλα / γιατί μπάζουν τα όνειρά σου;» Όμως, η Κατερίνα Λιάτζουρα δεν γράφει μόνο για να περιγράψει τα κακώς κείμενα, αλλά κυρίως για να αφυπνίσει: «Το θέαμα της Ιστορίας και των εγκλημάτων της / γεννά παιδιά εξεγερμένα».

Ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» αναφέρεται στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, περνώντας ξεκάθαρα αντιρατσιστικά μηνύματα. Έτσι, οι πρόσφυγες περιγράφονται ως «όμηροι ανεδαφικών περιορισμών» και το κλείσιμο των συνόρων φέρνει απελπισία: «Κι όμως τα βρέφη γεράσανε πρόωρα. / Κυρτώσανε οι ράχες τους / καμπούριασε η ελπίδα.» και αλλού: «Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου. / Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια. / έχω κλειστοφοβία -σας το ‘πα;» Αλλά, η ποιήτρια δεν στέκεται μόνο στο τι περνάνε οι πρόσφυγες μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα, αλλά και τι περνάνε μέσα στην Ελλάδα. Έτσι, στο ποίημα «Ριτσώνα camp» θα γράψει: «Η ελπίδα ωστόσο σάπισε / Σάπισε στο πορτμπαγκάζ.», ενώ στο ποίημα «Ειδομένη» θα ειρωνευτεί τραγικά: «Τιμή ευκαιρίας. / Στις δύο ψυχές η τρίτη δώρο.»

Η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής» είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, με αυστηρή οικονομία λέξεων ακόμα και σε κάποια πολύστιχα ποιήματα, ενώ υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και αποφεύγεται η πεζολογία. Η ποίηση της Λιάτζουρα είναι κατανοητή και δεν χάνεται σε δαιδαλώδεις λαβύρινθους ερμητικά κλειστών νοημάτων.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και είναι πραγματικά αφιερωμένη, όπως γράφει και η ίδια στην αφιέρωση-προμετωπίδα του βιβλίου της: «Σε όσους ονειρεύονται ακόμα / και ελπίζουν / τον κόσμο ετούτο να αλλάξουνε.»

“γράψον ουν α είδες” * (Το κατ’ όναρ απόκοσμο σύμπαν και οι αλχημείες της Ζυράννας Ζατέλη)

ΤΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Η Ζυράννα Ζατέλη – η σημαντικότερη ίσως Ελληνίδα πεζογράφος, και απ’ τις καλύτερες στην Ευρώπη – αποτελεί ζώσα ενσάρκωση ποικίλων παραδοξοτήτων. Πρόκειται για έναν πραγματικό «γρίφο» που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε. Είτε πρόκειται για το ιδιότυπο ονοματεπώνυμό της (που είναι φιλολογικό ψευδώνυμο) και τους κρυπτικούς τίτλους των βιβλίων της, είτε για την αντισυμβατική ζωή και τις ιδιορρυθμίες της (την εμφάνισή της σε φωτογραφίες, στην τηλεόραση, σε συνεντεύξεις, στο αλλόκοσμο περιβάλλον του σπιτιού της, κτλ). Όλα σ’ αυτή την εκκεντρική γυναίκα συντείνουν σ’ ένα αίνιγμα προς αποκωδικοποίηση, εξαίρεση του οποίου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει και το τελευταίο της πόνημα «Τετράδια ονείρων» (εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2017) οι συνθήκες έκδοσης και η πρωτοτυπία του οποίου το καθιστούν – δικαίως – εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ενώ το αναγνωστικό κοινό αδημονούσε να κυκλοφορήσει το τρίτο μέρος της πολύκροτης μυθιστορηματικής τριλογίας της (που πρωτοεμφανίσθηκε το 2001 με τίτλο «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους: Ο θάνατος ήρθε πρώτος», για να ακολουθήσει μετά από επτά χρόνια το δεύτερο μέρος: «Ραμάνθις Ερέβους: Το πάθος χιλιάδες φορές»), τελικά αιφνιδίασε τους πάντες με ένα απροσδόκητο μη μυθοπλαστικό βιβλίο. Πώς προέκυψε αυτό; Στις 3 Μαρτίου 2017 η συγγραφέας κατέβηκε στον οδό Ακαδημίας για να φωτοτυπήσει ορισμένες σελίδες από τα τετράδια ονείρων της (το όγδοο και το ενδέκατο) που κρατούσε για να τις συμπεριλάβει στο μυθιστόρημα που ετοίμαζε. Περνώντας από τον εκδότη της, κι ενώ συζητούσαν με τον Θανάση Καστανιώτη, σε μια στιγμή ο τελευταίος παρατήρησε ένα περίεργο σημειωματάριο (τα εξώφυλλα του οποίου ήταν εικονογραφημένα με γάτες και πουλιά) να πέφτει από την τσάντα της. Ήταν τα «Τετράδια ονείρων». Εντυπωσιασμένος, της πρότεινε να επιλέξει κάποια όνειρα για να εκδοθούν ως αυτόνομο βιβλίο, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα που ολοκλήρωνε. Κάτι που έγινε μετά τρεις μήνες, καθώς η ιδέα της συγγραφικής «ανάσας» από το μυθιστόρημα που δούλευε την δελέασε.

Continue reading

ΝΥΧΤΑ! (Yard Gal) της R.Prichard – κάθε Σάββατο στο Θέατρο Άλφα.Ιδέα για δεύτερη χρονιά

Μετά την μεγάλη επιτυχία της παράστασης ΨΥΧΩΣΗ (4.48 Psychosis) της Sarah Kane το Ινστιτούτο Πειραματικών Τεχνών συνεχίζει για δεύτερη χρονιά με το βραβευμένο βρετανικό έργο ΝΥΧΤΑ! (Yard Gal) της Rebecca Prichard στο Θέατρο Άλφα.Ιδέα. Η Rebecca Prichard αποτελώντας μια λαμπρή συνεχίστρια του έργου της Sarah Kane και του θεατρικού ρεύματος In-yer-Face-Theater μας καλεί στο κέντρο μιας μητρόπολης του άμεσου μέλλοντος, μας προκαλεί να περιπλανηθούμε μαζί της σε ένα υπαρξιακό ταξίδι έως την άκρη της Νύχτας!

ΝΥΧΤΑ!
YARD GAL της Rebecca Prichard

Σκηνοθεσία: ΤΑΣΟΣ ΣΑΓΡΗΣ
Παίζoυν: ΣΙΣΣΥ ΔΟΥΤΣΙΟΥ | ΛΙΛΗ ΤΣΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ

Μουσική: Radiohead, Prodigy, Anne Clark, Total Eclipse, X Dream,
Atmos, Sandman, Lou Reed, Μikael Delta, Yann Tiersen, Αrcade Fire
Video Art: Άλκηστις Καφετζή, Void Optical Art Laboratory
Σκηνικά: Κenny Mac Lellan
Φωτισμοί: Γιώργος Παπανδρικόπουλος
Μετάφραση: Anna Holloway

Διάρκεια: 90′
8 ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ στην ΑΘΗΝΑ
Κάθε Σάββατο από 25/11/2017 έως 13/1/2018

Ώρα έναρξης 23.00

Γενική Προπώληση (στο ταμείο του θεάτρου πριν την ημέρα της παράστασης): 8 e
Γενική είσοδος (την ημέρα της παράστασης): 12 e
Μειωμένο: 10 e (ισχύει για φοιτητές και ανέργους)
Τιμή προπώλησης από Viva.gr: 8 e
Κρατήσεις θέσεων: 2105238742

Θέατρο ΑΛΦΑ. ΙΔΕΑ
28ης Οκτωβρίου (Πατησίων) 37 & Στουρνάρα 51
Πολυτεχνείο
Αθήνα 104 32

Παραγωγή:
+ INΣΤΙΤΟΥΤΟ Πειραματικών Τεχνών http://theinstitute.info
με την υποστήριξη της συλλογικότητας ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ http://voidnetwork.gr

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΣΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ:

Το σκοτάδι απλώνεται πάνω από την Ευρώπη! Μια παρέα κοριτσιών ξεκινούν μέσα στην Νύχτα του κόσμου την πιο μεγάλη περιπέτεια, αναζητούν μια έξοδο κινδύνου, έναν τρόπο διαφυγής. Ανακαλύπτουν τελικά το πιο τρομακτικό μέρος που μπορεί να ταξιδέψει ο άνθρωπος: το σκοτάδι που κρύβει ο καθένας μέσα του. Ζούμε παγιδευμένοι ανάμεσα στις επιθυμίες και τις αυταπάτες, τα εικονικά πρότυπα του εμπορεύματος & την πηγαία ενστικτώδη ανάγκη για εξέγερση και δραπέτευση. Αδίστακτοι επιχειρηματίες, εγκληματίες, φασίστες και παράσιτα, διεφθαρμένες κρατικές αρχές, μοναξιά & απαθή βλέμματα και φρενιασμένες σκιές, μια φυλακισμένη κοπέλα σκέφτεται τις παλιές της φίλες κλεισμένη στην απομόνωση. Σίδερο, τσιμέντο, γυάλινες οθόνες και άνθρωποι ξεχασμένοι σε δερμάτινους καναπέδες, η Μητρόπολη είναι ένα τέρας που κατασπαράζει την ανθρωπότητα για να παράγει ένα φανταχτερό τίποτα. Οργισμένες νύχτες καταστροφών, κλοπές και εμπρησμοί, προαύλια νοσοκομείων και κρατητήρια, σειρήνες περιπολικών και αιχμηρά αντικείμενα, γυάλινες χάντρες και χάπια ecstasy και χαρτοπόλεμος από κάλπικα χαρτονομίσματα. Κακοστριμμένα τσιγάρα χασίς, electro techno, σεξ της μιας βραδιάς, κορίτσια και αγόρια που αρμενίζουν στον νυχτερινό ουρανό. Η Νύχτα είναι μια απαγορευμένη χώρα όπου κρύβεται μια αόρατη γενιά ισορροπώντας διαρκώς στα αδιέξοδα και τις απελπισμένες απόπειρες αμφισβήτησης, τις παράνομες απολαύσεις και την απόγνωση. Η ΝΥΧΤΑ!, ο τόπος που κατοικούν όλοι οι εφιάλτες και τα πιο κρυφά όνειρα μας.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ:

Η ΝΥΧΤΑ! είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ βασισμένο στο βραβευμένο θεατρικό έργο YΑRD GAL της Αγγλίδας συγγραφέας Rebecca Prichard, μια φουτουριστική περιπέτεια από το άμεσο μέλλον. Μια παρέα κοριτσιών αρνούνται όλους τους επιβεβλημένους κανόνες και ζουν μόνο την Νύχτα αναζητώντας τρόπους για να βγάζουν χρήματα χωρίς να δουλεύουν, να κάνουν σεξ χωρίς να πληγωθούν, να δοκιμάσουν όλες τις ουσίες χωρίς να πεθάνουν, να διαπράξουν όλες τις απαγορευμένες πράξεις χωρίς να συλληφθούν.

Με αυτό τον τρόπο διαγράφουν μια απελπισμένη διαδρομή που μαρτυρά την δύναμη και το πάθος, όπως και την εύλογη απόγνωση, τα αδιέξοδα και την θλιβερή βία της ζωής των νέων ανθρώπων σήμερα. Η απέραντη φανταχτερή πόλη την Νύχτα, ο ήχος της ατέρμονης ψυχικής πίεσης, ένα κρυφό σιωπηλό ουρλιαχτό μέσα στο σκοτάδι του κόσμου. Κινηματογραφικές αναμνήσεις, οργισμένες νύχτες καταστροφών, κλοπές και μαζικοί εμπρησμοί, προαύλια νοσοκομείων και κρατητήρια, σειρήνες περιπολικών και αιχμηρά αντικείμενα, γυάλινες χάντρες και χάπια ecstasy και χαρτοπόλεμος από κάλπικα χαρτονομίσματα. Κακοστριμμένα τσιγάρα χασίς, electro techno, σεξ της μιας βραδιάς, κορίτσια και αγόρια που αρμενίζουν στον νυχτερινό ουρανό. Ζούμε στο σκοτάδι του κόσμου σαν παιδιά που χάθηκαν μέσα σε μια καταιγίδα.

Η σκοτεινή ποιητική ματιά του Τάσου Σαγρή για την ζωή στις σύγχρονες μητροπόλεις και οι πρωταγωνίστριες Σίσσυ Δουτσίου και Λίλη Τσεσματζόγλου συναντιούνται με τα ηχοτοπία των Radiohead, της Anne Clark και του Mikael Delta, τον βιομηχανικό θόρυβο των Prodigy, το ψυχεδελικό techno-trance των Χ-Dream, Αtmos, Sandman και Τοtal Eclipse, την μητροπολιτική μελαγχολία του Lou Reed, των Αrcade Fire, του Yann Tiersen. Τα φρενήρη video art παραληρήματα της Άλκιστης Καφετζή και του Εργαστηρίου Οπτικών Τεχνών του Κενού Δικτύου και οι εξπρεσιονιστικοί φωτισμοί του Γιώργου Παπανδρικόπουλου αναπνέουν μέσα από την μινιμαλιστική σκηνογραφία του Σκωτσέζου σκηνογράφου Κenny MacLellan, συνεργάτη του σκηνοθέτη της ταινίας Trainspotting Dany Boyle.

Με αυτό τον τρόπο, στο σύνολο του το δημιουργικό και καλλιτεχνικό επιτελείο των επιτυχημένων παραστάσεων του Ινστιτούτου Πειραματικών Τεχνών συνεχίζει την ανατομία της εποχής της κρίσης με την παράσταση Η ΝΥΧΤΑ! , μελετώντας το υπαρξιακό αποτύπωμα μιας εποχής, το ψυχικό τραύμα μιας κοινωνίας που διαλύεται σε διαχωρισμένες, απελπισμένες ατομικότητες.

Το 2011 “ΟΙ ΔΟΥΛΕΣ” του Ζαν Ζενέ ούρλιαξαν “Να Μην Ζήσουμε σαν Δούλοι” και το πάθος τους για ζωή έγινε μια απελπισμένη κραυγή στις ψυχές των ανθρώπων σε όλη την χώρα, το 2012 με το έργο “ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑΝ ΧΩΡΑ” του Δημήτρη Δημητριάδη έγινε μια λεπτομερής καταγραφή της κατάρρευσης μιας ολόκληρης κοινωνίας. Από το 2013 έως το 2015 η παράσταση “ΨΥΧΩΣΗ” (4.48 Psychosis) της Sarah Kane μελέτησε την κατάρρευση του υποκειμένου στο σύγχρονο κόσμο.

Το 2017 με την παράσταση Η ΝΥΧΤΑ! (Υard Gal) της Rebecca Prichard σε σκηνοθεσία του Τάσου Σαγρή το Ινστιτούτο Πειραματικών Τεχνών εξερευνά την βία, τα αδιέξοδα και τις ελπίδες των νέων ανθρώπων σήμερα. Στέλνει ένα σήμα κινδύνου για το άμεσο μέλλον. Μας καλεί να ταξιδέψουμε στην σκοτεινή πλευρά του ίδιου μας του εαυτού, εκεί που κατοικούν οι εφιάλτες και τα πιο κρυφά όνειρα μας.

Δημήτρης Τρωαδίτης: Από την «ποίηση της ήττας» στην «εξέγερση των αισθήσεων»

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Η ποιητική συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση» (εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2016) είναι η δεύτερη του ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη και εκδόθηκε λίγο μετά την πρώτη («Η μοναξιά του χρόνου», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016). Και σ’ αυτή τη συλλογή που αποτελείται από 25 ποιήματα, όπως και στην προηγούμενη, κύρια θεματική συνιστώσα της είναι το ανικανοποίητο, η υπαρξιακή αγωνία και ασφυξία του σύγχρονου ανθρώπου, ως απότοκο των ψυχο-συναισθηματικών αδιεξόδων που προκύπτουν από μια μη αυθεντική, μεταπρατική, (fake) ζωή, η οποία ενώ γίνεται όλο και πιο επίπλαστη και τεχνητή, αγωνίζεται να μιμηθεί την αληθινή. Έρμαιο αυτής της κίβδηλης κατάστασης νιώθει ο ποιητής ο οποίος πασχίζει (μάταια;) να βρει κάποιο ζωντανό ψήγμα αλήθειας, εξομολογούμενος: «δες με που ξεστρατίζω / με μια αλήτικη διάθεση / να διασπάσω τις αδάμαστες / κορνίζες των καιρών / να τους δώσω υπόσταση / στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου // δες με που βρίζω ασύστολα / βωμούς και θεούς / απαστράπτουσες προσωπικότητες / σιντεφένια πλαστικά / είδωλα των θεαμάτων / της πεντάρας […]» («Δες με», σ. 18). Αυτή μάλιστα η φτηνή απομίμηση της ζωής έχει λάβει τέτοιες ανεξέλεγκτες διαστάσεις, σε σημείο που να παραχαράσσει την ίδια τη φύση, όπως διαπιστώνει κυνικά: «Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά / σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας / απέδρασε από τις αρτηρίες μας / μετοίκησε σε άλλα καταγώγια / έγινε στρώμα καπνού // έχει όμως προοπτική αναγέννησης / από τις στάχτες της / μ’ εμπορικές ρήτρες / ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση» («Ξεμάκρυνε η φύση», σ. 20). Η βεβήλωση αυτή αγγίζει επίσης ό,τι πιο ιερό και όσιο έχει απομείνει στον άνθρωπο: την ίδια την ποίηση, παραποιώντας την. Εξού και αγανακτισμένος εξανίσταται: «δες με που πασχίζω μια / καθοριστική κλοτσιά να δώσω / στ’ αγάλματα και τις ρύμες / που καμώνονται την ποίηση // δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου / σε παράταξη μάχης / στ’ αλώνια του χρόνου / με την κραυγή // στον αγύριστο / μεσίτες της ζωής μας» («Δες με», σσ.18-19).

Αυτό που διαφοροποιεί όμως την παρούσα από την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Τρωαδίτη είναι η συνειδητότερη μετατόπισή του από το γενικότερο και πιο αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο και απτό. Ήτοι, στα αίτια και αιτιατά των κακώς κειμένων αυτής της ρομποτοποιημένης, απάνθρωπης κατάστασης, βάζοντας τους τύπους επί των ήλων. Εδώ ο ποιητής δεν περιορίζεται ούτε αρκείται στην εκτόνωση μέσω του καταγγελτικού λόγου, αλλά πάει ένα βήμα πάρα πέρα. Ανιχνεύει – πάντα με τα μέσα και τους άτυπους κανόνες της ποίησης – του «τις πταίει», αν και τι μπορεί (και πρέπει) να γίνει προκειμένου να αλλάξει η κατάσταση. Αυτό δεν το κάνει αυθόρμητα και τυχαία αλλά συνειδητά και μεθοδικά. Κατ’ αρχήν, ως συνέχεια και συνέπεια των προαναφερθέντων (περί «υπαρξιακής ασφυξίας» κτλ), προβάλλει, παρωδώντας, τα αποτελέσματα της περιώνυμης «νέας τάξης πραγμάτων» (που αποκαλεί «νέα ακαταστασία πραγμάτων») η οποία έχει επιφέρει τη «νέα φτώχεια [κι] εκμετάλλευση» εξαιτίας των ηγετών «του βροντερού τίποτα» που υπήρξαν οι πρωτεργάτες του «νέου τύπου ανθρώπου». Γι’ αυτά τα αποτελέσματα όμως ο ποιητής δεν μέμφεται μόνο τους υπαίτιους (ανίκανους και/ή καιροσκόπους) «ηγέτες» αυτής της κατάστασης, αλλά περισσότερο το ανώνυμο πόπολο που έπεσε θύμα στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, καθώς και της δικής τους αφροσύνης εξαιτίας της «ατέλειωτης κραιπάλης». Εξού και η ειρωνική προτροπή του προς αυτούς: «προσκυνήστε, ω! πιστοί!… // μείνετε γονυπετείς σε ένδειξη σεβασμού / προς τους νέους ηγέτες του βροντερού τίποτα // υποκλιθείτε μπροστά στο μεγαλείο των αναβαπτισμένων αγαλμάτων / στον θρίαμβο του νέου τύπου ανθρώπου [που] είναι έτοιμος να πλέξει ξανά / τη φανέλα του στρατιώτη / για τη δόξα των νέων πατρίδων / των αγορών και των στατιστικών» («Προσκυνήστε, ω! πιστοί!…» σσ. 30-31).

Μετά τη διαπίστωση-απολογισμό-διάγνωση της κατάστασης και του ποιος και τι φταίει, ο ποιητής προτείνει ως ανάχωμα προς την «πορεία προς το θάνατο», και πιθανή συνταγή θεραπείας του «κακού», την «εκρηκτική σκέψη / έμμονη και φλογερή / πυρωμένη / στο αμόνη της ταξικής πάλης» που θα επιφέρει «μια θεσπέσια χαραυγή / των απόκληρων με την κόκκινη ανάταση / της ψυχής / που δεν θα επιτρέψει / στα προοίμια της αδικίας / να γίνουν τόμοι αναλγησίας» («Με μια κόκκινη ανάταση», σ. 25). Εδώ βέβαια, οι ιδεολογικο-πολιτικοί συνειρμοί και υπαινιγμοί του ποιητή είναι σαφείς – πολύ περισσότερο όταν ο τίτλος του παραπάνω ποιήματος επιλέγεται ως αντιπροσωπευτικός της συλλογής. Ωστόσο, κάθε άλλο παρά για ιδεολογικο-πολιτικό μανιφέστο πρόκειται. Για τον απλούστατο λόγο ότι σε δυο άλλα του ποιήματα ο Τρωαδίτης μπορεί να μην αναιρεί ή αποκηρύσσει τον πυρήνα των ιδεολογικο-πολιτικών καταβολών και «πιστεύω» του, σίγουρα όμως αποστασιοποιείται εμφανώς από την ιδέα ότι αυτά μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και τη μοίρα του. Εύγλωττο δείγμα αυτής της στάσης του είναι το καίριο ποίημα «Ο εμφύλιος έχει πια κριθεί», στο οποίο ομολογείται απερίφραστα από τον πρώτο κιόλας στίχο η «ήττα» και συνεπώς το περιττό του αγώνα («προσωπικού και συλλογικού) καθώς ο τελευταίος οριστικά και αμετάκλητα «έχει πια κριθεί»: «Πασχίζεις να καταργήσεις όσα δεν καταργούνται / συμπράττεις ακόμα και με τον εχθρό σου / για να πετύχεις έστω μιαν αναπνοή // […] προσπαθείς να διαβείς την τάφρο / που σε χωρίζει από τη ζωή / αλλά τα μονοπάτια καίγονται / και μένεις μετέωρος / με αισθήματα τρεμάμενα / επιφάνειες που τρεκλίζουν / και συνθήματα που δεν απηχούν / ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…» (σ. 22). Προφανώς πρόκειται για μια διφυή σημειολογία του «εμφυλίου», καθώς ο τελευταίος από τη μια παραπέμπει σαφώς στο ιστορικό γεγονός του Ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949), με την ήττα της Αριστεράς, ενώ από την άλλη υπανίσσεται τον προσωπικό «εμφύλιο» του ποιητή (με τις αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και τα συναισθήματά του ως απόρροια του πρώτου γεγονότος), με αποτέλεσμα να νιώθει ορφανός και «μετέωρος με αισθήματα τρεμάμενα». Σημειωτέον ότι δεν είναι καθόλου περίεργο ούτε ξαφνιάζει το γεγονός ότι το στοιχείο του «μετεωρισμού» κυριαρχεί όχι μόνο σ’ αυτή τη συλλογή, αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής δημιουργίας του Τρωαδίτη. Ωστόσο, μολονότι ο τελευταίος δεν έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, δεν έχει λιποτακτήσει και παραδοθεί, αλλά συνεχίζει τον αγώνα, καθώς «Πασχίζεις να…» (σ. 22), εντούτοις δεν έχει αυταπάτες. Αντιθέτως, είναι αρκετά ρεαλιστής για να συνειδητοποιεί την ουτοπία του ιδεολογικο-πολιτικού αγώνα, αφού «ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…».

Η στάση αυτή του ποιητή επαυξάνεται κατηγορηματικά και με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο αυτοεξομολογητικό του ποίημα «Προς λαθρόβιο αγκιτάτορα» (αντίβαρο του ποιήματος «Με μια κόκκινη ανάταση»), το οποίο, με γενναιότητα και χωρίς παρωπίδες, αντικατοπτρίζει την τωρινή ρεαλιστική κατάσταση, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Εξού και ο ανυπόκριτος μονόλογός του προς εαυτόν – τον οποίο και παραθέτω αυτούσιο λόγω της βαρύτητάς του: «Κλείνεις τις ιδέες σου στα εκμαγεία της σοφίας / όπως κλείνεις τα χειμωνιάτικα ρούχα / στα μπαούλα με μπόλικη ναφθαλίνη // τις βγάζεις μόνο όταν θυμάσαι / τις ένδοξές σου αγκιτάτσιες / τις παλιοκαιρίστικες / όταν ρητόρευες στις πλατείες / και στα πλακόστρωτα της ανάγκης // επιδιώκεις να ζήσεις μ’ αυτές / ως άλλοθι για τις αποτυχημένες / επαναστατικές σου απόπειρες // αλλά έτσι όπως έχεις στερέψει / και την τελευταία σταγόνα / προλεταριακού καύσιμου / περιφέρεσαι ολομόναχος / στις σύγχρονες εξεγέρσεις / για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα // το τραγούδι σου βράχνιασε πλέον / παρ’ όλα τα μαγικά σου τσιτάτα / και όντας σφόδρα αφελής / πασχίζεις να / ανθοφορήσουν / οι ιδεολογικές σου εμμονές» (σ. 28).

Έτσι, ενώ από τη μια ο ποιητής δεν φαίνεται πρόθυμος να εγκαταλείψει τα πολιτικά του πιστεύω, αποσκιρτώντας/αποστατώντας από την ιδεολογία που τον γαλούχησε επί χρόνια (βλ. «Με μια κόκκινη ανάταση»), από την άλλη συνειδητοποιεί ξεκάθαρα ότι πρόκειται για σκέτη αυταπάτη. Κι αυτό διότι οι ιδεολογικές «εμμονές» του, καθότι «σφόδρα αφελής», δεν είναι παρά «για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα» (ή «για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», όπως λέει ο Σεφέρης στο ποίημά του «Ελένη»). Πρόκειται, ομολογουμένως, για ένα ειλικρινά συγκλονιστικό ξεστήθιασμα, σπανιότατο στην ελληνοαυστραλιανή ποίηση, και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν.

Παρ’ όλα αυτά, ή εξαιτίας αυτών, η συγκεκριμένη συλλογή, αλλά και η ποίηση του Τρωαδίτη γενικότερα, δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της αποκαλούμενης «ποίησης της ήττας». Όχι μόνο επειδή ο ποιητής γεννήθηκε πολύ μετά την περίοδο της Κατοχής–Αντίστασης–Εμφυλίου και ήττας της Αριστεράς – άρα δεν έχει προσωπικά βιώματα όπως άλλοι ποιητές (Μανόλης Αναγνωστάκης, Τίτος Πατρίκιος κτλ) – αλλά κι επειδή μόνο ευκαιριακά και όχι συχνά ασχολείται με ιδεολογικο-πολιτικά ζητήματα. Αλλά κι όποτε συμβαίνει αυτό, το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο δεν βρίσκεται στο επίκεντρο (στα ουσιώδη) αλλά λειτουργεί κυρίως παραπληρωματικά (ως επουσιώδες). Περισσότερο για την τιμή των όπλων, ή για να «αντισταθεί στο ξεθώριασμα / των ιδεών των άδειων από λέξεις» («Στο ξεθώριασμα», σ. 33).

Τούτων δοθέντων, η οιαδήποτε άμεση ή έμμεση «ήττα» στην ποίηση του Τρωαδίτη δεν έχει ιδεολογικο-πολιτική αφετηρία αλλά πρωτίστως υπαρξιακή αφού, ουσιαστικά, από εκεί απορρέει ο όλος προβληματισμός και η κοσμοθεωρία του για το ανικανοποίητο της ζωής και την υπαρξιακή ασφυξία. Γι’ αυτό άλλωστε και στην ενδελεχή εξέτασή μου της πρώτης ποιητικής συλλογής του, επεσήμανα τα εξής: «η θεματική ταυτότητα του ποιητικού σύμπαντος του Τρωαδίτη περιστρέφεται γύρω από κάποιες πάγιες “έμμονες ιδέες” που εκδηλώνονται ως απόηχοι προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων του μακρινού παρελθόντος. […] Θεματικά δε εστιάζονται στην υπαρξιακή αγωνία, τα αδιέξοδα της ζωής και τη ματαιότητά της, την παρακμή, τον ξεπεσμό και, τέλος, τον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου. Διαδικασία που οδηγεί, ενίοτε, σ’ ένα είδος φιλοσοφικού μηδενισμού». Εξού και η ιστορικο-ιδεολογικο-πολιτική «ήττα» εδώ δεν είναι η αιτία αλλά το επακόλουθο/αποτέλεσμα της υπαρξιακής ήττας του ανθρώπου γενικότερα. Απόδειξη ότι, στην πρώτη του συλλογή, ο ποιητής μόνο ακροθιγώς και υπανικτικά θίγει το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο, ενώ στη δεύτερη συλλογή του ξανοίγεται περισσότερο, μιλώντας ξεκάθαρα για τη σχέση του με την Αριστερά και την «ήττα» της. Η ουσία πάντως παραμένει ίδια.

Στην προηγούμενη συλλογή του Τρωαδίτη είχα παρατηρήσει ότι «ως αντιστάθμισμα σ’ όλο αυτό το νοσηρό, πεσιμιστικό κλίμα, αντιπαρατίθεται ο παραμυθητικός, λυτρωτικός ρόλος του (ποιητικού) λόγου». Στη δεύτερη συλλογή του, ως αντίβαρο και αντίδοτο στην «ήττα» αντιπαραβάλλεται κυρίως η αντίσταση μέσω του έρωτα, ή η επανάσταση μέσω της «εξέγερσης των αισθήσεων», κατά τις επιταγές του Παρισινού Μάη («κάντε έρωτα, όχι πόλεμο»): «Θα κάνω τις κινήσεις του σώματος / σοφότερες από το μυαλό / […] θα κρατήσω την εσωτερική μας φωτιά / μόνο δική μας / την ώρα που το κορμί μας στριφογυρίζει / αλλάζοντας χρωματισμούς και στάσεις / στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας» («Στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας», σ. 38). Το ερωτικό κρεσέντο κορυφώνεται στο εκτενέστερο και γνησιότερο ερωτικό ποίημα «Το φως του κεριού» όπου ο ποιητής, αντιστεκόμενος στους «επικείμενους θανάτους» που τον περιτριγυρίζουν, αντιτάσσει το μαγικό ελιξήριο του έρωτα, προτρέποντας: «έλα να λευτερώσουμε τις ψυχές μας / να σπάσουμε τις αλυσίδες που μας έχουν / δέσμιους σε πασάλους ηθικών, / να γδυθούμε απέναντι σε φώτα λυτρωτικά, / κάτω απ’ τα φύλλα του φθινοπώρου / πριν μας προλάβουν οι καταιγίδες… // σε βλέπω πέρα απ’ τα σύνορα / σε κόσμους χωρίς κραυγές απόγνωσης / αγγίζοντας τις νεφέλες της νύχτας, / υψώνοντας σφιχτά τα χέρια μας στις αρμονίες, / αγκαλιασμένοι ν’ αντιστεκόμαστε / στις δίνες που θα φτάνουν…» (σ. 43-44).

Εν κατακλείδι: Η ποίηση του Τρωαδίτη δεν αυτοαναιρείται ούτε είναι αντιφατική, όπως εύλογα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από την παραπάνω εξέταση. Αντιθέτως, είναι πολυσυλλεκτική και πολυπρισματική – ακόμη κι όταν κυριαρχούν ορισμένα σταθερά μοτίβα. Η όποια αντίθεση και αντίφαση αποσκοπούν στη δημιουργική σύνθεση μέσω του σχήματος «θέση-αντίθεση-σύνθεση» Άλλωστε, όπως παρατηρούσα στην προηγούμενη κριτική μου, «η ποίηση του Τρωαδίτη δεν προσφέρεται για κατηγοριοποίηση [αφού] κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τον διφορούμενο χαρακτήρα της και θα ερχόταν σε αναντιστοιχία με την όλη υφή της». Τέλος, και με τη δεύτερη ποιητική συλλογή του ο Τρωαδίτης εδραιώνει πλέον τη θέση του στον ποιητικό χώρο, αποδεικνύοντας ότι ξέρει να ανανεώνεται, να προβληματίζεται και προβληματίζει, αλλά και να συναρπάζει ποικιλοτρόπως τον σοβαρό, απαιτητικό αναγνώστη. Με τις δύο δημοσιευμένες συλλογές του που έχουμε εξετάσει έως σήμερα, διαπιστώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι έχει όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα που θα τον ανεβάζουν όλο και ψηλότερα, ως ποιητή αξιώσεων, στο corpus της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας – και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν…

*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται: «Τα Αμαρτύρητα: Σχέδιο Βιογραφίας του Βασίλη Βασιλικού» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Κώστας Δεσποινιάδης, Μιλώντας για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Μιλώντας για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, το περιοδικό “Σημειώσεις” και τις εκδόσεις Έρασμος.
Ομιλία, στο πλαίσιο του διημέρου για το περιοδικό «Σημειώσεις» στις 27/10/2017.
(Το συνοδευτικό βίντεο, από την Ντίνα Μαυρίδου).

Η πολιτική και υπαρξιακή ποίηση της Κατερίνας Γώγου

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Έχω την αίσθηση, αν όχι την βεβαιότητα, περιδιαβαίνοντας στους χώρους του διαδικτύου και της κανονικής ζωής πως η Κατερίνα Γώγου είναι περισσότερο γνωστή σ’ έναν νεότερης ηλικίας κόσμο με την ποιητική της ιδιότητα και λιγότερο ως ηθοποιός. Αυτό δεν το λέω ως κάτι το αρνητικό, το αντίθετο μάλιστα. Βλέπετε, λίγο η ανάγκη για ποιητική έκφραση κι επικοινωνία της νεότερης γενιάς διαφορετική από τα συνηθισμένα, λίγο μία όχι πάντα καλοπροαίρετη επαναφορά ανθρώπων όπως η Γώγου στην επιφάνεια από δημοσιογράφους και κάθε λογής «δημοσιολογούντες», ένα παραπάνω που οι πολιτικές και κοινωνικέ συνθήκες – της εξέγερσης που αργά σιγά καλλιεργείται μέσα στις συνειδήσεις των νεότερων, οι εργατικοί αγώνες κι αντιστάσεις, οι μικρές νίκες και οι πρόσκαιρες ήττες, η αλλοτρίωση, η μοναξιά μέσα σε μια πόλη που αναζητά την ελευθερία της – που παράγουν αυτή την ανάγκη για επαφή με κάτι το διαφορετικό, κατ’ επέκταση και με την ποίηση της Κατερίνας Γώγου.

Βέβαια, οι παλιότερες γενιές, και φυσικά της γενιάς της ποιήτριας, την γνώρισαν μέσα από τις ηθογραφικές, ανόητες και βαθιά συντηρητικές ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου – εκείνες τις ταινίες που μέσα στην εποχή του μετεμφυλιακού κράτους, με τους διωγμούς και τις εξορίες των κομμουνιστών αλλά και με τις μάχες για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αναλώνονταν πολύ συνειδητά στην καλλιέργεια μιας επιφανειακά αθώας ηθογραφίας των πόλεων και της κοινωνικής ζωής και στην γελοία, κακή μίμηση των αντίστοιχων αμερικάνικων φιλμ τύπου ρομαντικού κομεντί και μιούζικαλ: οι κινηματογραφικές εξαιρέσεις της περιόδου απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εντός αυτού του περιβάλλοντος, η Κατερίνα είχε πάντα τον στερεότυπο ρόλο της ξεπεταγμένης, αθώας, σχεδόν ηλίθιας, μοντέρνας – σύμφωνα με τα αμερικάνικα, καταναλωτικά πρότυπα και «επαναστάτριας» κόρης. Δεν ήταν η Φίρμα του συστήματος της εποχής, ούτε έπαιζε με τους πολύφερνους γαμπρούς της τότε «σόου μπιζ» αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στην πορεία των χρόνων δεν έκανε αξιόλογη πορεία σε σοβαρότερες και πραγματικά «κινηματογραφικές», αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ταινίες, σε αυτό συνέλαβε και η αλλαγή των εποχών και της κοινωνικής συνειδητοποίησης που δεν αρκούνταν πλέον στην αναπαραγωγή των ηλίθιων αστικών προτύπων συμπεριφοράς αλλά που προχώρησαν, μαζί με την κοινωνία, στην αμφισβήτησή τους και στην κριτική της επικρατούσας ηθικής: ο ρόλος της αδελφής του Θανάση Βέγγου στο φίλμ «Τί έκανες στον πόλεμο Θανάση» του Ντίνου Κατσουρίδη, είναι ενδεικτικός χωρίς να είναι ο μοναδικός ενώ, μεταξύ άλλων, βραβεύτηκε για την συμμετοχή της στην ταινία «Το βαρύ πεπόνι» με το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου (Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – 1977). Σε αυτή τη νέα πορεία η «Παραγγελιά» του συζύγου της Παύλου Τάσιου, αποτελεί το σημείο καμπής όπου συνδέθηκαν σ’ ένα ισχυρό κράμα, η ποιητική αμφισβήτηση της δημιουργού μαζί με την αναζήτηση, νέων, περισσότερων ώριμων, κινηματογραφικών εκφράσεων.

Η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου σημάδεψε με την παρουσία της μια ολόκληρη εποχή (παρέα με τους Νικόλα Άσιμο, Παύλο Σιδηρόπουλο καθώς και με άλλους) εκφράζοντας τόσο την ηττημένη δεκαετία μετά την αυταπάτη της επαναφοράς της (αστικής, φυσικά) δημοκρατίας και τα αποτελέσματα της ιστορικής ήττας της επαναστατικής διαδικασίας που εκτυλίχθηκε στην χώρα μας κατά τη διάρκεια της Κατοχής Αλλά έκφρασε και μια άλλη εποχή: αυτή που ακολούθησε με την πτώση της Χούντας και την Μεταπολίτευση, που τα κοινωνικά προβλήματα δεν είχαν επιλυθεί, με τον βαθύτατα συντηρητικό και ακροδεξιό μηχανισμό στο απυρόβλητο, με τις νέες οικονομικές δυνάμεις να επιχειρούν να διαβρώσουν την κοινωνική συνοχή καθώς και το μεγάλο ταξικό κριτήριο που ήταν υπεραναπτυγμένο μέσα στον κόσμο του αγώνα και στην εργατική τάξη – έκφρασε ακόμα την ατομική και συλλογική αλλοτρίωση, την επιβολή χιλιάδων πνευματικών και υλικών εξαρτήσεων, την ανάδειξη της υποκρισίας ως συστατικό στοιχείο του δημόσιου λόγου.

Η συγκεκριμένη εποχή μάλιστα, είναι η εποχή όπου άλλοι ποιητές, θύματα κι αυτοί μιας, ας το πούμε, «ταξικής μελαγχολίας», είτε προτίμησαν τη σιωπή καθώς θεωρούσαν ότι είχαν πει ότι ήταν για να πουν, είτε έγραφαν – ιδιαίτερα η νέα γενιά ποιητών – με ένα τρόπο που τους αποξένωνε από τις ανάγκες της κοινωνίας και του τόπου. Η Γώγου είναι εκείνη η δημιουργός που με τα σκληρά της βιώματα, με την δυνατή πολιτική της σκέψη αλλά και με την αξιοποίηση τόσο του εκφραστικού ταλέντου της, όσο και της πλούσιας ποιητικής/καλλιτεχνικής αντίληψης που την διακατείχε, έφτιαξε με πόνο σώματος και ψυχής γνήσια υπαρξιακή ποίηση με έντονα εξεργεσιακά κι επαναστατικά στοιχεία. Η ποίηση της είναι η ποίηση της κοινωνικής και προσωπικής απόγνωσης αλλά και της γνώσης ότι οι βάρβαροι είναι ήδη εδώ και πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στην απαλλοτρίωση ψυχής και κοινωνίας που πρεσβεύουν και εφαρμόζουν. Αμφισβητεί η Κατερίνα Γώγου: το Κόμμα, τα πρόσωπα που στο όνομα του αγώνα ξεπουλούν ιδέες και συνειδήσεις, υπερασπίζεται την αναρχία, τα ματαιωμένα όνειρα, τους θεσμούς, την Οικογένεια, την Πατρίδα και τα στρατιωτικά εμβατήρια, περιγράφοντας τις εικόνες της πόλης, στα βρώμικα στενά, στα γήπεδα, στην Πατησίων. Και συμπαραστέκεται: στην Γυναίκα, στην Κόρη της, στους μετανάστες και στους πολιτικούς κρατούμενους ενώ την ίδια ώρα στοχοποιείται από το Κράτος και τις δυνάμεις καταστολής.

Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, αναδεικνύεται και στις μέρες μας, τόσο επίκαιρη , όσο και στην όχι πολύ πρόσφατη εποχή όπου έζησε η ποιήτρια, όπου ο καθένας και η καθεμιά μας, αναγνωρίζει σε αυτήν τον δικό του προβληματισμό, την δική του αγωνία που βρίσκεται και σε άμεση συνάρτηση με το κοινωνικό περιβάλλον και τις ανάγκες της εποχής μας. Ένας σκληρός, ανελέητος κι αδυσώπητος ύμνος, βαθύτατα τραγικός (με την… αρχαιοελληνική έννοια του όρου), να τι είναι και πως ορίζεται η ποίηση της. Αποτελεί ένα ύμνο στον μοναχικό άνθρωπο της πόλης αλλά και στους ανθρώπους που παίρνουν το μέλλον στα χέρια τους, ένα ύμνο σε μορφή ποιητικής προκήρυξης στον ιδιότυπο και ιδιόμορφο αγώνα εκάστου και όλων ενάντια σ’ ένα σύστημα που καταρρέει και που απειλεί να μας πάρει μαζί του στο τέλος ή κι ελπίζοντας πως με την ανοχή μας θα καταφέρει να τη βγάλει καθαρή για λίγο ακόμα, ένας ύμνος είναι, ένα τραγούδι για όλους εμάς που όσο και να το θέλουν δεν χάνουμε την ιστορική και προπαντός, την ταξική μας μνήμη.

Είναι όμως και μια ποίηση που πολλές φορές – αν όχι τις περισσότερες, δεν αντιλαμβάνεται πως εκφράζει όχι ένα ή δύο προσωπικά παραδείγματα αλλά μια ολόκληρη κοινωνική συνείδηση και αναγκαιότητα. Είναι μια ποίηση επίσης, που ο εκφραστής της, η Γώγου δηλαδή, από τη μία καταγγέλλει και διαμαρτύρεται ενώ από την άλλη λυγίζει κάτω από το βάρος των προσωπικών προβλημάτων της (κατάθλιψη, πρέζα κτλ) – που βέβαια είναι και κοινωνικά προβλήματα, όπου οδηγείται προς το τέλος της ζωής της ποιήτριας και της ποιητικής της δραστηριότητας να εσωτερικεύει τον πόνο της, να απομονωθεί, να επαναλαμβάνει «απλώς» παλιές αναμνήσεις, να επιχειρεί ένα κριτικό σχολιασμό της μέχρι τότε ζωής της, ελαχιστοποιώντας την αδρότητα των ποιητικών της εικόνων αλλά και αξιοποιώντας μια νέα ποιητική γραφή: περισσότερο κοφτή, λιγότερο καταγγελτική, δείχνοντας (πόσο ενδιαφέρουσα αντίφαση είναι αυτή) και κούραση και διάθεση για ανανέωση – που όμως θα έρθει πάρα πολύ αργά.

Όχι, δεν είναι τυχαίο που ανακαλύπτουμε ξανά την Γώγου, αυτή τη φορά κάτω από το καινούργιο πρίσμα της ελπίδας και των αγώνων ως μια σοφή φωνή που μας προειδοποιεί να μην ξεχάσουμε την ιστορική μας ευκαιρία για αληθινή ελευθερία αλλά και πως όταν έρθουν εκείνες οι πολυπόθητες μέρες, να μην ξεχάσουμε , τα χρόνια της εξαθλίωσης, της καταπίεσης και του ψεύδους.

*Ο Ειρηναίος Μαράκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1986, απόφοιτος της τεχνικής εκπαίδευσης. Συμμετέχει με ποιήματα του στα συλλογικά έργα (e-books) ενώ ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα ‘Αγώνας της Κρήτης’ καθώς και στο διαδικτυακό πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό ‘Ατέχνως’. Διατηρεί το ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://atexnos.gr/%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork