Μια ποιητική του βλέμματος – Συνέντευξη του Σωτήρη Παστάκα στον Μασιμιλιάνο Νταμάτζιο

Ο Σωτήρης Παστάκας

-Πριν ένα περίπου χρόνο, σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Αθήνας, γιόρτασες την επέτειο του Poiein.gr, της ιστοσελίδας της οποίας είσαι ο ιδρυτής. Γιατί δημιουργήθηκε; Τι αντίκτυπο νομίζεις ότι είχε στο πανόραμα της ελληνικής ποίησης; Σε τι διαφοροποιείται από τ’ άλλα;

-Η αναμφίβολη επιτυχία του «Ποιείν», οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι κατάφερε ν’ ανακατέψει την τράπουλα και να δυσκολέψει, σε μεγάλο βαθμό, τα στημένα παιχνίδια -ακαδημαϊκά κι εκδοτικά-, που πολλές φορές συμβαδίζουν και πάνε αλά μπρατσέτο. Ακριβώς αυτός ήταν κι ο λόγος της δημιουργίας του: έχοντας δουλέψει από το 1980 σε κάποια απ’ τα μεγαλύτερα, έντυπα, λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «Δέντρο», το «Πλανόδιον» κ.α., διαπίστωσα στις αρχές του 2000, ότι είχαν εξαντλήσει τη δυναμική τους: πρότειναν, απλώς, ένα άρτιο κι άψογο τυπογραφημένο «τίποτα» κι έτσι άρχισα να διερευνώ τον ανορθόγραφο λόγο των πρώτων ιστολογίων που γεννιόταν εκείνη την εποχή. Η δέσμευσή μου, τότε και τώρα, είναι ότι θα «κλείσω» το σάιτ, αν τυχόν γίνουμε κι εμείς «Ακαδημία»… Η σημαντική διαφοροποίησή μας, είναι τα ανοιχτά σχόλια και το διαρκές «παιχνίδι» με τις αναρτήσεις, νομίζω.

-Σε μια συνέντευξη, προσδιόρισες τι είναι, κατά τη γνώμη σου, και τι δεν είναι ένας ποιητής: για παράδειγμα, δεν είναι ένας φιλόσοφος, δεν είναι ψυχολόγος…

-… κι ούτε ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας, θα πρόσθετα. Για τον απλό λόγο πως, ό,τι μπορεί να γραφτεί σε πρόζα χωρίς να χάνει την αξία του, δεν είναι ποίημα, καθώς έλεγε κι ο αγαπημένος μου Ουμπέρτο Σάμπα. Φυσικά, ο ποιητής μπορεί να είναι ό,τι θέλει, από σύμβαση κι από βιοποριστική ανάγκη, αλλά αυτό δεν πρέπει να περνάει στα ποιήματά του.

-Είπες, σχετικά με τον Hirschman: «Μου άλλαξε τη ζωή». Εννοείς ακόμη κι από άποψη δημιουργίας; Εάν ναι, με ποιο τρόπο; Το λέω αυτό γιατί, η δική σου, είναι μια γραφή πολύ γραμμική και συναφής στην πορεία των χρόνων από το πρώτο σου κιόλας βιβλίο· δεν βλέπω «τραύματα», αλλά μια σταθερή εξέλιξη ενός σώματος που από παιδί γίνεται ενήλικας.

– Ο Τζακόνε, ο μεγάλος Τζακ, όταν τον γνώρισα στο Σαν Φρανσίσκο το 2003, ήταν πάμφτωχος μεν -έμενε σ’ ένα χώρο 20 τετραγωνικών μέτρων, που χρησίμευε για γραφείο, κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία και βιβλιοθήκη, για τις προσωπικές του ανάγκες έπρεπε ν’ ανεβοκατεβαίνει δυο ορόφους με τα πόδια, από τον τέταρτο στον δεύτερο, όπου του είχαν παραχωρήσει δωρεάν ένα w.c.- αλλά πανευτυχής και δημιουργικότατος δε. Εγώ ήμουν πλούσιος, μεγαλογιατρός, μπλοκαρισμένος σ’ έναν αποτυχημένο γάμο, όπως και στη γραφή μου (οι «Προσευχές για φίλους» που είχα ξεκινήσει να γράφω το 1995, είχαν βαλτώσει). Χάρη σ’ αυτή τη συνάντηση, που λειτούργησε ως ένα είδος Sartori για μένα, ξεμπλόκαρα σιγά-σιγά στην προσωπική μου ζωή κι απελευθερώθηκα και στο γράψιμο: μέχρι τότε είχα βγάλει τέσσερεις ποιητικές συλλογές όλες κι όλες, και τα επόμενα χρόνια, από το 2003 μέχρι σήμερα, τουλάχιστον άλλες δέκα.

-Κάθε φορά που συναντιόμασταν, ένιωθα μεταξύ φίλων, όχι μεταξύ ποιητών. Θέλω να πω ότι η ατμόσφαιρα, που εσύ και οι άλλοι δημιουργείτε, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που είθισται στην Ιταλία, πιο φιλική και χαλαρή.

-Ίσως επειδή η Ελλάδα είναι μικρή (γέλια). Η αλήθεια είναι πως γνωρίζουμε καλά την αξία ο ένας του άλλου και δεν υπάρχει χώρος για κομπασμούς και ψευτο-περηφάνιες. Αυτό δεν σημαίνει πως οι λογοτεχνικές έριδες και οι τσακωμοί δεν είναι καθημερινό φαινόμενο και σε μας. Απλώς, για να χαριτολογήσουμε, η δική μας παρέα απεχθάνεται τους σοβαροφανείς …

-Η πρώτη εντύπωση που είχα για σένα, είναι ότι είσαι ένα « συντροφικό ον», δηλαδή ότι, για σένα, το να μοιράζεσαι τη ζωή σου με τους άλλους είναι βασικό. Κι ότι αυτός ο χαρακτήρας-ανάγκη αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής σου. Έτσι όπως μου φαίνεται ότι έχεις έναν χαρακτήρα διαθέσιμο κι ανοιχτό, όπως η ποίησή σου. Είναι σωστό ή κάνω λάθος;

-Βρίσκω εξαιρετικά αναζωογονητικό, για μένα, το να βρίσκομαι ανάμεσα σε κόσμο, να γνωρίζω ανθρώπους ξένους μεταξύ τους και να τους αφήνω να μιλάνε, έτσι ώστε να παίρνω τροφή απ’ τις κουβέντες τους. Τους παρατηρώ και τους ακούω, ακόμη κι όταν δείχνω αφηρημένος ή σκεπτικός. Έχεις απόλυτο δίκιο και συμφωνώ με την παρατήρηση σου, Μαξ.

-Κάποιες μέρες πριν, ένας ιταλός φίλος διάβασε κάποια από τα ποιήματά σου και μου έγραψε: «Ένας ποιητής, με καθαρή γραφή, ικανός να συμφιλιώσει το κοινό με την ανάγνωση, την καθημερινή ζωή, τα απλά πράγματα: τι θαυμάσιο ν’ αναγνωρίζεις επιτέλους τον εαυτό σου μες στους στίχους ενός ποιήματος, να μην χρειάζεται ν’ αναρωτιέσαι για τα κρυφά νοήματα!» Αυτό επιθυμείς ν’ ακούς να λέγεται; Ή θα επιθυμούσες κάτι άλλο;

-Το θεωρώ μεγάλο κομπλιμέντο. Ναι, αν πράγματι το πέτυχα, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Θεωρητικώς, θα έλεγα πως είμαι υπέρ μιας «ποίησης που συμβαίνει», παρά οπαδός μιας «ποίησης που προκύπτει».

-Όμως η ποίησή σου είναι πράγματι τόσο απλή;

-Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να μιλήσει κανείς απλά, γιατί κάποιος μπορεί εύκολα να γλιστρήσει στο απλοϊκό, το φλύαρο και το ανούσιο. Συνηθίζω να βάζω διάφορους βαθμούς δυσκολίας: παρηχήσεις, αριθμούς στίχων και ποιημάτων… μια ολόκληρη προσωπική Καμπάλα, επινοημένη από μένα τον ίδιο, μόνο και μόνο, για να μου δυσκολεύω τη γραφή. Πρέπει να ομολογήσω πως η γραφή για μένα είναι ο ύψιστος ψυχαναγκασμός.

-Σε ένα άλλο άρθρο του «Versante Ripido» παρουσιάζουμε ολόκληρη τη συλλογή «Συσσίτιο». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την τροφή με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Γιατί; Μου κάνεις μια σύντομη εισαγωγή στο «Συσσίτιο»;

-Με την οικονομική κρίση, αναμοχλεύθηκαν και αναδύθηκαν από το συλλογικό ασυνείδητο οι κυρίαρχοι φόβοι του ανθρώπου, όπως είναι η πείνα. Η τροφή δεν έπαψε ν’ αποτελεί ένα από τα πιο βασικά ένστικτα του ανθρώπου. Ένα άλλο είναι το σεξ και η αναπαραγωγή. Από την άλλη, με την οικονομική κρίση, ανακαλύψαμε ξανά τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη. Ας μην ξεχνάμε, πως η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολιτική, προϊόν κι επιταγή του καπιταλισμού. Είναι, δηλαδή, το καπιταλιστικό σύστημα που πριμοδοτεί την ατομικότητα και τη μοναξιά του καθενός. Το «Συσσίτιο» γράφτηκε, εν αγνοία μου, πάνω σε αυτούς τους δύο άξονες: απ’ τη μια, το οικονομικό αδιέξοδο κι απ’ την άλλη, ως λύση στο φόβο τής πείνας, τη συλλογικότητα. Άκουσα από πολλούς, γιατί δεν έγραψα κι αυτό κι εκείνο! Γιατί η πείνα είναι αστείρευτη πηγή, απ’ την τραγωδία έως τις κωμωδίες του Τσάρλι Τσάπλιν και του Τοτό. Δεν ήθελα να κάνω διατριβή πάνω στο θέμα. 22 ποιήματα μου βγήκαν, συγγνώμη αν σας φαίνονται λίγα.

-Από αυτόν το κύκλο ποιημάτων, βγαίνει επίσης μια εικόνα του εαυτού σου λίγο “flaneur”. Ποιά και «πόσο» είναι η σχέση ανάμεσα σ’ εσένα και το περιβάλλον γύρω σου; Κι ως περιβάλλον εννοώ και τους ανθρώπους και τις απρόβλεπτες συνθήκες.

-Είναι αλήθεια πως, επειδή έφυγα πολύ μικρός από την «εστία», μου έχει γίνει έμφυτο το βλέμμα του πλάνητα και του νομάδα. Έχω αναπτύξει μια προσωπική φιλοσοφία αναχωρητισμού και, ως εκ τούτου, την ικανότητα να βλέπω την «ανθρώπινη κατάσταση», κατ’ επέκταση, με τα μάτια του μελλοθάνατου. Ένας μελλοθάνατος που αρπάζει βουλιμικά την κάθε στιγμή και το καλύτερο που μπορεί από τα άτομα που τον περιβάλλουν.

-Προφανώς, οι αναγνώστες περιμένουν να διαβάσουν τα σχόλια του ποιητή για την ελληνική κατάσταση. Μου φαίνεται ότι τα μεγάλα γεγονότα εισέρχονται στα γραπτά σου στη «μύτη των ποδιών». Αλλά γνωρίζω ότι έχεις μια σαφή πολιτική θεώρηση των πραγμάτων.

-Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τη «στρατευμένη ποίηση», ένας ολόκληρος αιώνας. Το ποίημα-μανιφέστο δεν είναι το αγαπημένο μου είδος ποίησης. Επειδή και η πολιτική έχει γίνει πολύ πιο πολύπλοκη από πριν και τα πλοκάμια της απλώνονται παντού, έτσι πιστεύω πως, κι εμείς, έχουμε το χρέος να της απαντήσουμε με πολύ πιο ύπουλα μέσα: όχι μ’ ένα ποίημα που ζητά τη μετωπική σύγκρουση μαζί της, αλλά να την ξεγελάσουμε με κυκλωτικές κινήσεις, μέσα από πάρα πολλά ποιήματα και πάρα πολλούς ερωτικούς συντρόφους (γέλια).

-Το ποίημά σου που περισσότερο μ’ αρέσει είναι το «Ελλάδα Παπάκι», γιατί εκεί βρίσκω την Ελλάδα που υπήρχε, της οποίας αποτέλεσα μέρος της, που ακόμα υπάρχει κι αντέχει, και που είναι δύσκολο, αδύνατον θα έλεγα, να κοινωνήσεις σ’ όποιον δεν την έχει ζήσει. Είναι η αναστολή του χρόνου, όπου ο άνθρωπος μπορεί να έχει επίγνωση του εαυτού του; Και τι θα πρόσθετες, ή θ’ αφαιρούσες, σήμερα, σ’ αυτή τη δήλωση αγάπης;

Ελλάδα Παπάκι

Η Ελλάδα ταξιδεύει με σαράντα
Σαν το παπάκι στην παραλιακή.
Η μεγίστη δυνατή ταχύτητα
Συμπίπτει με τη δυνατότητα
Του ερωτευμένου βλέμματος:
Να καταγράφει, να χορταίνει,
Να θυμάται. Το φως στις ελάχιστες
Αποκλίσεις του, τον κυματισμό
Της θάλασσας και τη φορά του ανέμου.
Η Ελλάδα κι ο συνεπιβάτης της
Που την αγκαλιάζει, κλείνουν
Τα μάτια τους ταυτοχρόνως:
Δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν
Αυτός για κείνη, ούτε κείνη
Πόσα πολλά της χρωστάει.
Χάρη στις χαμηλές ταχύτητες
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα
Όπου το σούρουπο
Προς το Σούνιο, ή στην επιστροφή,
Μπορεί να διαρκέσει ολόκληρη ζωή.

-Τις ερωτικές εξομολογήσεις, απ’ τη στιγμή που θα ειπωθούν, δεν μπορείς να τις πάρεις πίσω… κι ούτε θέλω ν’ αλλάξω τίποτα. Απλώς, για να παραμείνει ζωντανή η αγάπη, μερικές φορές κάνουμε και υπερβάσεις: προσωπικά, αυτή την αναστολή του χρόνου, την αναζητώ πλέον στην επαρχιακή Ελλάδα, στη Λάρισα, όπου επέστρεψα για να ζήσω εδώ και λίγους μήνες.

-Στους στίχους σου ανατρέχεις συχνά στο σπίτι και στις βεράντες. Πολλές φορές γράφεις για τη βεράντα σου και τις γλάστρες με τα φυτά σου, αλλά το βλέμμα πάει σπάνια, ή σχεδόν ποτέ, πέρα απ’ το κιγκλίδωμα.

-Ο Σωκράτης δεν έφυγε ποτέ από την Αθήνα, ούτε μέχρι τη Σαλαμίνα δεν πήγε. Ο Πικάσο έλεγε πως δεν αγαπούσε τα ταξίδια, γιατί αντί να πηγαίνει εκείνος σ’ ένα μέρος, προτιμούσε να τον επισκέπτονται εκείνα στο ατελιέ του. Ο Φελίνι γύριζε μόνο μέσα στα στούντιο της Τσινετσιτά. Ο Λεοπάρντι, αν δεν περιοριζόταν να περιγράψει το φράχτη, δεν θα μας μετέφερε ποτέ στο άπειρο. (Γέλια). Θέλω να πω, ναι, πως έχεις δίκιο, με την έννοια πως, στα ποιήματά μου, υπάρχει μια καταγραφή όσων βλέπουν τα μάτια μου. Μια ποιητική του βλέμματος.

-Είσαι επίσης μεταφραστής από τα ιταλικά: Πένα, Σερένι, Σάμπα, για παράδειγμα. Μου φαίνεται ότι υπάρχει μια ισχυρή, ποιητική ομοιότητα ανάμεσα σ’ εσένα κι αυτούς. Ποιά ποίηση, κι από ποιό μέρος του κόσμου, θα άξιζε μεγαλύτερης προσοχής στην Ευρώπη;

-Σου θυμίζω πως ήρθα στην Ιταλία σε ηλικία 18 χρονών κι έζησα για δέκα συνεχόμενα χρόνια. Θα μπορούσαν να με επηρεάσουν κι άλλοι ποιητές που αγαπάω επίσης πάρα πολύ, αλλά μίλησε η προσωπική ιδιοσυγκρασία, όπως και για κάθε τι που κουβαλάμε στη ζωή μας: το χρώμα των ματιών μας, η κληρονομικότητα στις αρρώστιες. Η ποίηση στην περιφέρεια αργεί να φθαρεί, ή αν θέλεις, παρακμάζει με καθυστέρηση. Αν λοιπόν, θεωρήσουμε ως «κέντρο» τις κυρίαρχες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά), που έχουν πέσει σε λήθαργο από πλευράς ποιητικής παραγωγής, οι υπόλοιπες έχουν ακόμη πολλά να δώσουν, γιατί δεν έχουν φθαρεί τα εκφραστικά τους μέσα. Η Ευρώπη δεν έχει παρά να κοιτάξει στη γειτονική της περιφέρεια με την προσοχή που δεν έχει επιδείξει ακόμα: στην Τουρκία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία κλπ. Ίσως και λίγο πιο πέρα, στην άλλη πλευρά της Μεσογείου, για παράδειγμα, στην Αφρική.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου
(http://penultimoorizzonte.wordpress.com)
**Δημοσιεύτηκε την Τρίτη, Αυγούστου 27, 2013, εδώ: http://www.thraca.gr/2013/08/blog-post_27.html

Advertisements

Announcing Ergon: Greek/American Arts and Letters — Letter from the Editors

We are so delighted to publish our inaugural edition of Ergon: Greek/American Arts and Letters, a peer-reviewed journal that promotes the arts, letters, and scholarship of Greek America. The title Ergon, a word referring to a work of art or a film, not to mention its broader connotations regarding jobs and labor (ergasia) resonates with different aspects of the publication’s scope, from the artistic and creative, to essays, to scholarly work, as well as works where the boundaries between blur. This online magazine will feature the work (έργον) of poets, photographers, public intellectuals, musicians, critics, scholars, journalists, essayists, filmmakers, novelists, activists, translators, and women and men of letters. It fosters conversation among those deeply engaged in the production of new ideas, images, and meanings in the broader field that we designate Greek/American.

In choosing the marker Greek/American we are conscious that the solidus, or slash, is not neutral; it suggests alternatives, fractions, hyphenations, or separate elements, and it carries a host of meanings. Greek/American marks simultaneously the exclusions that “Greek” and “American” connote as distinct markers of identity and the inclusions that have been historically set in motion across these two domains. The label Greek/American, with its oblique stroke of punctuation, thus constitutes a sliding over between two terms that appear dissimilar; it acknowledges separations and merging, distinctions and convergences, differences and commonalities, crossings and divides, junctures and disjunctures—all in their historical specificity—between “Greek” and “American.” And this sliding over is significant both in the realm of the imagination and the real domain of politics, economics, and culture.
Ergon includes material on people who self-ascribe as Greek American, this is true. But Greek/American is not an ethnic label. It does not refer to populations that designate themselves as Greek Americans or American Greeks. The journal is not a publication that is defined by or confined to such ethnic tagging. Its scope both includes and extends beyond ethnicity.
Greek/American refers to expressions, exchanges, connections, flows, and cross-fertilizations within the transnational field of “Greece–United States.” The scope of Ergon, therefore, encompasses questions of identity, belonging, memory, subjectivity, cosmopolitanism, travel, translation, the transnational, and diaspora, as well as, more broadly, politics and culture, as they play out in relation to Greek and American worlds. What matters, therefore, is the Greek/American angle through which an author engages with an issue, not the author’s descent.

The journal will feature position papers on the status of transnational Greek/American studies, new research on migration and history, ethnography, religion, music, and analyses of literary works, art works, and films. It will include essays, memoirs, and translations, and it will also showcase new creative work in fiction, poetry, and photography. It will host reviews and review essays of new books, or important books that have been previously neglected, in the field of Greek/American studies, as well as reviews of films, documentaries, and museum exhibits that feature the Greek/American experience. Ergon will also feature interviews with writers, artists, and scholars, and it will publish special guest-edited issues. Submissions and guest editors will be solicited by invitation only.
We’ve initiated this project with the firm belief that it is timely to disseminate new knowledge about Greek/American worlds as widely as possible. We are envisioning Ergon to be an open public forum, free of charge, featuring exceptional quality work written in a language that aims to reach a public beyond strictly academic and artistic circles. Our aim is to produce public scholarship and arts where scholars and readers interface fruitfully.
In addition, Ergon will explore issues that do not always receive the public attention they deserve, showcasing the multiplicity of Greek/American worlds. Previously silenced or sidelined issues will command prime space here. Ergon offers a creative and politically self-reflective forum to reclaim how Greek/American expressions are felt and practiced in a world of increasing complexity.

Though Greek/American is our principal focus, we are also open to exploring aspects of transnationalism and diaspora in a global perspective, as well as issues related to hemisphere (North and South America) and intercontinental (Greece—Europe—United States—Australia for instance) studies.

The editorial team of Ergon consists of scholars, poets, and writers with extensive experience in Greek/American scholarship and arts and letters. It will be coedited by Yiorgos Anagnostou (The Ohio State University, http://www.mgsa.org/faculty/anagnost.html) and Martha E. Klironomos (San Francisco University, http://www.mgsa.org/faculty/klironom.html). The poetry editor Christopher Bakken (Allegheny College, http://sites.allegheny.edu/engl…/faculty/christopher-bakken/). The book review editors are Frank Hess (Indiana University, Bloomington, https://euro.indiana.edu/abo…/advisory-board/hess-frank.html), and Neovi Karakatsanis (Indiana University South Bend, https://www.iusb.edu/political-science/faculty/Neovi.php).

Postings will commence in late October, 2017. 
They include the following:
Anthropologist David Sutton reviews the National Hellenic Museum exhibit, Sweet Home Chicago: The History of America’s Candy Capital. Exhibit
Eric L. Ball Ball shares his essay, From Mantinades to Night-Rhymes: Composing an Imaginary Musical Tradition
Peter Bratsis reviews the documentary Dan Georgakas: A Diaspora Rebel
Peter Jeffreys shares his poem, Arrangement in Black and Gray (After Whistler)
Sydney Varajon interviews public folklorist Tina Bucuvalas

And much, much more…

Yiorgos Anagnostou
Martha Klironomos
Cofounders

Γιώργος Κορδομενίδης, Η υποψιασμένη απελπισία της Κατερίνας Γώγου

H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή ―αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη―, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια.

Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.

Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει ―στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου― σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας γιούπι!

Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου.

Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιή ματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσό τερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση ―όχι την προσ ωπική, αλλά όλων σαν εμένα―, χωρίς όμως μ’ αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοι πόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει ― και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τα ‘βγαλα.

Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία 15 χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982) έχει κάνει κι αυτό πάνω από 15 εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Oλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, το έβγαλε το 1990 από τα Nέα Σύνορα.

O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς σημερινούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μια σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.

Σ’ αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ’ αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:

[…]
Πώς θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους, από τ’ άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;

Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;

Mε λένε Oδύσσεια.
Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει
[…]

Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (όπως στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων.

Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» ― «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ’ έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου ‘λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ’ αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια […]

Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.

*Δημοσιεύτηκε στον “Αγγελιοφόρο της Κυριακής”, στις 21.4.2002. Εμείς το πήραμε από το Εντευκτήριο εδώ: http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/10/blog-post.html

Τάκης Κατσαμπάνης: Αυτοεξόριστος στον πλανήτη Γη

Τάκης Κατσαμπάνης
Walkabout
Εκδ. Εξάρχεια, 
σελ. 144
Τιμή: 11 ευρώ

Στο πρώτο του πεζογράφημα ο συγγραφέας ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και τη μυθοπλασία, καταφέρνοντας να μας ταξιδέψει όχι μόνο στην ενδοχώρα της Αυστραλίας, αλλά και στις υπαρξιακές αναζητήσεις ενός οιονεί πλάνητα

ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΙΜΠΛΗΣ*

Ο Τάκης Κατσαμπάνης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή. Το «Walkabout» είναι το πρώτο του βιβλίο και το ημερολογιακό του μέρος γράφτηκε στην Αυστραλία, όπου έζησε τέσσερα χρόνια

Ενα ολιγοσέλιδο βιβλίο που ξανοίγεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αγκαλιάζοντας όλους όσοι βρίσκονται σε ποικίλων μορφών μετακινήσεις. Ολους όσοι έχουν αναρωτηθεί, έστω και μία φορά στη ζωή τους, γιατί εδώ και όχι εκεί και το αντίθετο. Μια νουβέλα που στριφογυρίζει στον μεταιχμιακό χώρο μεταξύ εξομολόγησης και μυθιστορίας. Πάνω σ’ αυτή την αφηγηματική πλατφόρμα ο συγγραφέας πασχίζει να συγκροτήσει τον δικό του αυτόνομο σφυγμό.

Μακριά από τους Νιου Εϊτζ προνομιούχους της ενέργειας και το νέο ιερατείο, όπως διαβάζουμε εντός, ο Κατσαμπάνης έχει για ήρωα ένα περίπου alter ego. Ο οποίος, όπως περιγράφεται αρχικά, έπεσε σχεδόν από τον ουρανό σ’ έναν ηλιοφαγωμένο λόφο του «Μπάιρον Σάιρ» της Αυστραλίας. Με υπερβολική δόση τζετ λανγκ, ψάχνει να βρει τον δρόμο του στην αχανή ήπειρο. Εκείνη με τη σειρά της έχει σκουπίσει το παρελθόν των αποίκων κατοίκων της και εγγράφει τις νέες ταυτότητές τους σε μια συνεχώς ανανεούμενη λευκή σελίδα. Εκτός από τον γηγενή πληθυσμό των Αβορίγινων.

Πορεία μέσα στον κόσμο

Ο ήρωάς μας, που τον βλέπουμε να ασχολείται με διάφορα ευκαιριακά επαγγέλματα, θα συναντήσει έναν παράξενο έλληνα καθηγητή, τον Βρασίδα ή Βρας εν συντομία, ο οποίος θα λάβει τρόπον τινά τη θέση του μέντορα. Οι δυο χαρακτήρες έχουν διαφορετικές κοσμοθεωρίες, αλλά δημιουργούν έναν γόνιμο διάλογο πάνω στη γλώσσα, το μητρικό σώμα, τον ξεριζωμό, τον αντίλαλο των συμβόλων. Καθώς ο ήρωας εξερευνά από διάφορες οπτικές γωνίες τόσο την ψυχική όσο και τη φυσική γεωγραφία του κοντινού περιβάλλοντος, που όσο περνά ο καιρός απομακρύνεται από το αίσθημα του απτού, γεννάται η επιθυμία της επιστροφής. Θα ανακατευτεί με αυτόχθονους πληθυσμούς όπως και με εγκατεστημένους μετανάστες. Συναντά στον δρόμο του μεικτά ζευγάρια, σαλούς, απογόνους φυγάδων, σαμάνους υπό προστασία φυλών, με λίγα λόγια ξένους. Μια μικρογραφία της διαχρονικής κοσμικής έκρηξης των ανθρώπων που καβαλούν το άγνωστο και κρατούν αναμμένη μέσα τους τη φωτιά της μικρόχαρης Ιθάκης τους.

Αν και η νουβέλα περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, το αφηγηματικό της σώμα δεν βασίζεται εκεί. Η γραφή του Κατσαμπάνη σχηματίζει τη μορφή ενός επινοημένου ημερολογίου. Τα πάντα μοιάζουν τόσο αληθινά μέσα από το βιωματικό άχθος και συνάμα απατηλά. Στο καθαρά πεζό κείμενο παρεμβάλλονται συχνά – πυκνά οι εσώτερες σκέψεις του ήρωα – αφηγητή που έχουν ποιητικό ύφος. Παράλληλα ξεδιπλώνονται στίχοι του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Ν.Γ. Πεντζίκη, ενώ υπάρχουν αναφορές στον Ντέιβιντ Κάρεϊ και στο βιβλίο του «Οσκαρ και Λουσίντα», στην Εύα Χόφμαν και στο πολύ γνωστό της «Χαμένοι στη μετάφραση», που έγινε και ταινία σε σκηνοθεσία Σοφία Κόπολα, όπως και σε πολλά άλλα. Οι αναφορές αποτελούν οργανικό μέρος του βιβλίου και έχουν να κάνουν με την ψυχική ενατένιση του ήρωα και όχι με παράθεση γνώσεων.

Αναζήτηση χωρίς όρια

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες γίνεται αισθητή η επιρροή του εξαίρετου ταξιδευτή Μπρους Τσάτουιν. Ενός συγγραφέα – εφευρέτη νέων ορισμών, που άνοιγε ορύγματα στο ανάγλυφο των τοπίων. Σε παρόμοιο τέμπο και ο Κατσαμπάνης, αγωνιά να ονοματοδοτήσει πράγματα και καταστάσεις που διακρίνονται μέσα στη σύγχυση του ήρωα. Αναρωτιέται: Ποια μπορεί να είναι η αρχή του τρομερού που μόλις μπορούμε ν’ αντέξουμε; Τι είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν ωραίο και μας απελπίζει πολύ σύντομα; Τελικά γιατί παγώνει το συναρπαστικό;

Οπως ορίζει και ο τίτλος του βιβλίου, το «Walkabout» είναι μια σύνθετη έννοια των Αβορίγινων και όχι μόνο, που με τα χρόνια πέρασε και στη λευκή δυτική κουλτούρα, ελαφρώς αλλοιωμένη. Είναι η συνθήκη κάτω από την οποία το άτομο πορεύεται μέσα στον κόσμο. Μια αναζήτηση που δεν έχει όρια ή τελικές γραμμές. Διερευνώνται η θέληση του νου, ο εγκιβωτισμός του παρελθόντος και οι διαφοροποιήσεις του καθηλωτικού παρόντος. Στο «Walkabout» ο άνθρωπος συλλέγει κομμάτια μιας νέας προς εξέταση ταυτότητας, μαστορεύοντας παράλληλα ό,τι μπορεί να σωθεί από τα συντρίμμια του πρότερου εαυτού του.

Ο διάλογος που αναπτύσσεται γύρω από το αίσθημα της επιστροφής σ’ ένα ανήκειν συνταυτίζεται στο βιβλίο με την ανάγκη αναζήτησης νοήματος. Μιας πάλης της οποίας, μέχρι την ύστατη στιγμή, δεν γνωρίζουμε το τελικό αποτέλεσμα. Στο «Επάγγελμα ρεπόρτερ» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο πρωταγωνιστής ανταλλάσσει την ταυτότητά του και οδηγείται στην αυτοκαταστροφή. Ακολουθώντας το «πεπρωμένο» του αντονιονικού ρεπόρτερ, ο ήρωας του Κατσαμπάνη βρίσκεται στο χείλος της πνευματικής διάλυσης. Ταυτόχρονα του είναι δύσκολο να αντιληφθεί πώς μια νέα σχετικά εθνότητα (οι Αυστραλοί) αποφεύγει τα μονοπάτια που οδηγούν στην καταστροφή. Ισως να φταίει το ενδιαφέρον τους για τα «ασήμαντα» καθημερινά γεγονότα και όχι για τις μεγάλες δραματοποιημένες απώλειες όπως οι Μεσογειακοί και ιδιαίτερα οι Ελληνες. Ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα του Τσέχοφ παρά του Ομήρου.

Σ’ αυτή τη νουβέλα, η οδύνη παντρεύεται το μαύρο χιούμορ με σκοπό την ανακάλυψη του οντολογικού καθρέφτη μας. Ο Κατσαμπάνης δεν φοβάται την επίπονη εργασία για την ανακάλυψη της ρίζας του και σκύβει πάνω από το φέρον σώμα της γλώσσας. Ερευνά την άρθρωση των λέξεων μέχρι να διαμορφωθούν σε λόγο. Σε μια νέα χώρα οι λέξεις μπερδεύονται μέσα στο στόμα, κρέμονται σαν σταφύλια χάριν επικοινωνίας. Κάποτε αυτό δεν φτάνει. Διότι μοιάζει με φασματική απεικόνιση του άλλου. Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση και διαμορφώνει έτσι το κειμενικό του οπλοστάσιο ούτως ώστε να προσεγγιστεί ένας νέος λόγος, δηλαδή μια νέα συνείδηση. Εξάλλου όταν ο δρόμος σε καλεί, ρισκάρεις τα πάντα. 

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.tanea.gr/old-page-categories/books/article/5464704/aytoeksoristos-ston-planhth-gh/

Πρόκες στη φωλιά του «Κούκου»

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΚΗΣ*

Ένα κριτικό σημειωμα στην ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου «Κούκος»

«Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου.» «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος.» Αυτές τα λόγια του Wittgenstein και του Αναγνωστάκη ήρθαν στο νου μου διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Κούκος» (Εκδόσεις Θράκα, 2016), με την οποία η Πελαγία Φυτοπούλου εμφανίζεται για πρώτη φορά στα ποιητικά πράγματα. Η Φυτοπούλου έχει ήδη στις αποσκευές της ένα πολιτικό παραμύθι και μια διόλου ευκαταφρόνητη πορεία στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Με τον «Κούκο» δοκιμάζεται στην ποίηση φτάνοντας τη γλώσσα και την έκφραση σε αληθινά αχαρτογράφητες περιοχές.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την ποίηση της Πελαγίας Φυτοπούλου αυτό είναι μια φυσική απέχθεια -ή μάλλον χλεύη- για κάθε τι συμβατικό, όπως για παράδειγμα, η «εργολαβία της ενηλικίωσης», οι «γιάπηδες που ξοδεύουν χιλιόμετρα στο διάδρομο του γυμναστηρίου» ή ο πατέρας που σπάει το χέρι του γιου (το άλλο ήδη σπασμένο) για «να μάθει να μην ταπεινώνεται μπροστά σε γυναίκα». Η δυσανεξία αυτή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο στο «κατεστημένο» αλλά και στους αρνητές του, όπως ο Λένιν, ο Κροπότκιν και ο Μπονιουέλ.
Η ποιητική αυτή περσόνα πραγματικά φαίνεται να μην «χωρά πουθενά» κατά τη ρήση του Γιάννη Αγγελάκα. Η μοναξιά της περιχαρακώνεται αυστηρά σε τόπους ζοφερούς˙ σε κελιά, σε φυλακές ανηλίκων, σε τάφους ομαδικούς και ατομικούς. Η συχνά απαντώμενη αίσθηση εγκλεισμού («τα παράθυρα / είναι κλειστά / και οι μεντεσέδες / πάνοπλοι») και η συνακόλουθη έκφραση αγωνίας θυμίζουν τον τρόπο της Κατερίνας Γώγου. Ο ουρανός και τις τρεις φορές που εμφανίζεται φέρει τον εφιαλτικό απόηχο του ουρανού της «Αποκριάς» του Σαχτούρη. Στον «Κούκο» το «γυάλινο χαρτοπόλεμο» αντικαθιστά το σχήμα «Πυρ και θάνατος» («Ο Βιολιστής», «Σύμπτωση», «Το πορτοφόλι του πεθαμένου»). Τα γήινα πάλι δεν προσφέρουν απαντοχή («όταν δε σε βοηθούν / οι ζωντανοί σε βοηθούν / οι νεκροί») ενώ η έξοδος από την ανθρώπινη κατάσταση ταυτίζεται αποκλειστικά με το θάνατο, ο οποίος κρατά δύο υποστάσεις, του αμετάκλητου τέλους αλλά και της λύτρωσης («Κάνει ψύχρα / Σκέπασέ με / Χώμα θα βρεις στο ψυγείο»). Πρόκειται -υπό μία έννοια- για μια ποίηση Καβαφική˙ η αισιόδοξη νότα απουσιάζει.

Η ποίηση της Φυτοπούλου είναι μια ποίηση αξιοπρόσεχτη.
Από άποψη τεχνικής υπάρχουν όντως ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως η ταυτότητα του αφηγητή, που δεν γίνεται εξ αρχής γνωστή (π.χ. «Το μάθημα») ή η ύπαρξη περισσότερων του ενός αφηγητών και άρα εστιάσεων˙ στο αριστουργηματικό “Puerto Libre” η αφηγηματική πράξη μοιράζεται ανάμεσα στο τότε («όταν ήμουν παιδί») και το τώρα («σήμερα είμαι»), με τον αφηγητή – παιδί και τον αφηγητή – μη παιδί (απροσδιόριστη η ακριβής ηλικία) να συμφύρονται σε ένα εσωτερικό διάλογο, τα πρότυπα του οποίου ανιχνεύονται στο «Αμάρτημα της Μητρός μου» του Βιζυηνού (η διάκριση εκεί ανάμεσα στην αφήγηση του μικρού και του ενήλικα Γιωργή). Χαρακτηριστική είναι και η παρουσία παραδοσιακών τεχνικών, δουλεμένων όμως με εντελώς ξεχωριστό τρόπο, όπως π.χ. οι επαναλήψεις («Και ονειρεύομαι», «Ο Βιολιστής», «Κανονικότητα» «Απολογία»). Σε ό,τι αφορά το ύφος, η Φυτοπούλου κάνει χρήση μιας εντελώς ιδιότυπης πεζολογίας, που ωστόσο παράγει στιγμιότυπα με αμιγώς ποιητικό αποτέλεσμα (ξεχωρίζουν το «στα κελιά / χωρίς ρήμα ο πόνος / τρέχει» και το άφταστο «απόψε τοποθετούν στον ουρανό / παιδικά καθίσματα»). Μια τελευταία παρατήρηση στα ζητήματα τεχνικής: η πορεία της Πελαγίας Φυτοπούλου στα θεατρικά πράγματα έχει σαφώς επηρεάσει και την ποιητική της˙ όλα τα ποιήματα του «Κούκου» μπορούν με κάποιον τρόπο να παρασταθούν.
Δεν είναι όμως μόνο ούτε κυρίως η τεχνική που κάνει τον «Κούκο» μια αξιοανάγνωστη ποιητική συλλογή˙ είναι η θεματολογία και ο χειρισμός της. Η Φυτοπούλου με την τόσο συχνή αναφορά στα πιστόλια, τους σκοτωμούς και τα συμπαρομαρτούντα (σχήμα «Πυρ και Θάνατος») δεν εκτελεί μόνο τους ήρωες των ποιημάτων της˙ κυρίως εκτελεί τις άχρηστες παθογένειες και συμβάσεις. Ο μικροαστισμός με τα σύμβολά του (τηλεόραση, πολυθρόνα, ροζ βρακάκια, σώβρακα πολυτελείας, στριπτιτζάδικα στην εθνική…), η δυναστική παρουσία του πατέρα («Νύφη», «Ήταν ντροπαλός») και της μάνας («Το Πορτοφόλι του Πεθαμένου», «Μιμόζα», «Αναρχία»), τα κλισέ του αριστερού χώρου που αδυνατεί να αντιμετωπίσει την «ταξική φλεγμονή» («Libera Μαντόνα», «Αναρχία», «Ποιητικός Αντιρρησίας»), η βία στην εκπαίδευση («Το Μάθημα»), η ατομική ιδιοκτησία που προβάλλεται ως αίτημα ακόμη και μετά θάνατον και μάλιστα σε έναν τάφο ομαδικό («Οι δώδεκα»), η εκπόρνευση κάθε είδους («Τα Λυπημένα Κορίτσια»), όλα μπαίνουν στο αδυσώπητο ποιητικό στόχαστρο˙ ακόμη και η ίδια η ποίηση εκτελείται και εμπαίζεται και ο ποιητής αυτοαναιρείται, όταν η ποιητική πράξη γίνεται μανιέρα και χυλός («γράφω ποιήματα / για ένα βυζί / να το, να το / τρέχει, τρέχει / πάνω σ’ ένα / κυπαρίσσι»).

Η ειλικρίνεια, η παντελής έλλειψη εξωραϊσμού, η ευθεία βολή. Αυτή ίσως είναι τελικά η μεγαλύτερη αρετή του «Κούκου». Ξέρει η Πελαγία Φυτοπούλου -όταν πρέπει- να πιάνει τους άλλους από το λαιμό και να μη χαρίζει ηλίθιες συχωρέσεις, κατά πώς έγραφε κάποτε ο Τάσος Λειβαδίτης.

*Ο Κώστας Κουτρουμπάκης ειναι φιλόλογος και το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ: http://www.thraca.gr/2017/09/blog-post_29.html

Στέφανος Παντελίδης, Πάω γυρεύοντας, Εκδόσεις vakxikon.gr

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Συνήθως, όταν κάποιος καταπιάνεται με κάτι, που φαίνεται παράτολμο, ακούμε τη λαϊκή έκφραση: «Αυτός πάει γυρεύοντας». Πόσο μάλλον, όταν ένας ποιητής παίρνει το ρίσκο να εκδώσει μια ποιητική συλλογή σε μια δύσκολη εποχή και ακούει κάθε τόσο γύρω του ότι «η ποίηση δεν πουλάει» και ότι ζούμε σε μια εποχή πεζή.

Έρχεται, λοιπόν, να μας επιβεβαιώσει το ρίσκο ο Στέφανος Παντελίδης με την ποιητική του συλλογή «Πάω γυρεύοντας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr” και όπως διαπιστώνουμε ο ποιητής είναι παράτολμος και πάει γυρεύοντας με τα ποιήματά του, αφού δεν διστάζει να τα βάλει με ανθρώπους, θεούς και σπουδαίους ποιητές και φιλόσοφους.

Αρχικά, ο Στέφανος Παντελίδης στρέφεται εναντίον ανθρώπων, που βρίσκονται στην εκάστοτε εξουσία και αποφασίζουν για τους υπόλοιπους: «Βεβαίως, θα δώσουμε σε όσους έχουν ανάγκη. / (Ό,τι αφήσουν αυτοί που δεν έχουν ανάγκη).» Πιο πέρα θα γράψει για τον σύγχρονο άνθρωπο: «Έφτιαξε υπολογιστές / έφτιαξε δορυφόρους / είδε τα άστρα / μέτρησε το σύμπαν / κατάλαβε το μέγεθός του / κατάλαβε το τέλος του. / Φοβήθηκε / και έτρεξε για ψυχοθεραπεία.», ενώ πιο κάτω θα ρίξει και μερικές σπόντες για τα social media: «Μετριέται πλέον η μοναξιά. / Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης: / όσο πιο πολλούς friends / τόσο πιο πολύ μόνοι.» Για τις εταιρίες ο Στέφανος Παντελίδης θα γράψει πως: «ο νικητής αμείβεται αδρά / και ο χαμένος πονάει περισσότερο.» Αρκετά εύστοχο σε αυτή την ενότητα είναι και το ποίημα «Πόδια»: «Σίγουρα τα έχεις παρεξηγήσει: / δεν είναι μόνο για να τρέχεις / -είναι και για να κλωτσάς.» Όμως, ο ποιητής δεν σταματάει εδώ. Τολμάει να τα βάλει με τον πιο δύσκολο αντίπαλο, που είναι ο ίδιος ο εαυτός του: «Δεν ακούω πια τους άλλους. / Δεν ακούω πια ούτε τον εαυτό μου. / Και όταν σπάνια του επιτρέπω να εκφραστεί, / διαφωνώ μαζί του πλήρως».

Πιο πάνω αναφέραμε ότι ο Στέφανος Παντελίδης πάει γυρεύοντας, επειδή τα βάζει με ανθρώπους, όμως, εκτός από την ανθρώπινη εξουσία υπάρχει και η θρησκευτική. Διαβάζοντας, την ποιητική συλλογή «Πάω γυρεύοντας», μπορούμε να πούμε ότι Στέφανος Παντελίδης τα βάζει και με θεούς. Έτσι, λοιπόν θα γράψει για «απεργία πίστης» και θα κατηγορήσει τον Ιησού ότι έκανε αδύνατο το να τον πιστέψει. Παρακάτω, δεν θα διστάσει να τα βάλει και με τους ρασοφόρους: «Πως αντέχεις το «Παναγιώτατος»; / Εγώ αμφιβάλω αν αξίζω το «κύριος» / -πόσο μάλλον το «παγκυριότατος.»

Στην επόμενη ενότητα της ποιητικής του συλλογής ο Στέφανος Παντελίδης γράφει για ποιητές, στηλιτεύοντας την υπερανάλυση, που έχει γίνει στην ποίηση του Καβάφη, ενώ πιο κάτω θα γράψει για τους σύγχρονους ποιητές: «Σαν ξόρκι μαγικό / -γράφετε τόσες λέξεις / και δεν μας μένει τίποτα.» και για τη σύγχρονη ποίηση: «Αφήστε τα ηρεμιστικά. / Διαβάστε λίγη ποίηση. / Στο τρίτο ποίημα, / δεν θα σας κρατούν τα βλέφαρά σας».

Στην τελευταία ενότητα της ποιητικής συλλογής «Πάω γυρεύοντας» ο Στέφανος Παντελίδης επιχειρεί έναν διάλογο με σπουδαίους ποιητές, φιλόσοφους και διάφορους στοχαστές, που άφησαν εποχή. Εδώ αξίζει να παραθέσουμε το ποίημα «Προς Δαρβίνο»: «Δεν ξέρεις πως μισούμε την αλήθεια; / Αυτό το απ’ τον πίθηκο / μας έπεσε βαρύ. / Ας έλεγες καλύτερα απ’ το παγώνι. / και η «εξέλιξή» σου -εν μια νυκτί- / θα γινόταν παγκόσμια αποδεκτή.» Σε αυτή την ενότητα ο ποιητής θα αφιερώσει κι ένα ποίημα στους «ανά την υφήλιο κυβερνώντες: «Κρατήστε το ποδόσφαιρο με νύχια και με δόντια. / Χωρίς αυτό, μπορεί ο όχλος να αρχίσει να διαβάζει / -μετά δεν θα σας σώζει τίποτα».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη «Πάω γυρεύοντας» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ρίσκο και κατά τη γνώμη μας, ο ποιητής ρίσκαρε και τα κατάφερε να κερδίσει την προσοχή μας. Τον προκαλούμε, λοιπόν, να συνεχίσει να ρισκάρει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο ίδιος στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, παραφράζοντας τον Γούντι Άλεν: «Αν δεν σας αρέσουν τα ποιήματά μου, / έχω κι άλλα».

Πάνος ΜΙχελής, Πολέμου θύματα

Από την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ*

Στις μέρες μας, πολλές ποιητικές συλλογές δεν εκδίδονται σε γνωστούς εκδοτικούς οίκους, ενώ πολλές φορές δεν εκδίδονται ούτε καν σε άγνωστους. Πρόκειται για αυτοεκδόσεις, όπου ο ποιητής πηγαίνει σε ένα τυπογραφείο και τυπώνει μια ποιητική συλλογή με μικρό τιράζ, που συνήθως μοιράζεται σε λίγους φίλους. Ακόμα και αν μια αυτοέκδοση πέσει στα χέρια κάποιου κριτικού λογοτεχνίας ή κάποιου εκδότη λογοτεχνικού περιοδικού δεν αντιμετωπίζεται με την δέουσα προσοχή και πολλές φορές καταλήγει στον κάλαθο των αχρήστων. Έτσι, πολλές αξιόλογες ποιητικές συλλογές χάνονται, όχι επειδή δεν αξίζουν, αλλά γιατί δεν πληρούν τους σύγχρονους όρους εμπορευματοποίησης της τέχνης.

Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο, λοιπόν, από εκείνα, που έχουν τυπωθεί και κυκλοφορήσει σε αυτοέκδοση είναι και η ποιητική συλλογή του Πάνου Μιχελή: «Πολέμου θύματα».

Την ποίηση του Πάνου Μιχελή, είχαμε την ευκαιρία να την πρωτογνωρίσουμε διαβάζοντας την προηγούμενη ποιητική του συλλογή με τίτλο: «Όσο μου λείπεις τόσο με αναζητώ». Εκεί ο ποιητής περιέγραφε ένα προσωπικό του δράμα. Στο βιβλίο «Πολέμου θύματα», ο Πάνος Μιχελής περνάει από το προσωπικό στο κοινωνικό, από το υποκειμενικό στο αντικειμενικό, από το ατομικό στο συλλογικό και στο πανανθρώπινο.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση της ποιητικής συλλογής «Πολέμου θύματα», ας δούμε λίγο τον τίτλο. Πολέμου θύματα είναι στην κυριολεξία οι άνθρωποι, που σκοτώνονται στη διάρκεια ενός πολέμου και χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Στους στρατιώτες, που σκοτώνονται χωρίς να ξέρουν το γιατί. Που, θυσιάζονται στο όνομα μιας πατρίδας, που τους εκμεταλλεύεται, τους ξεπουλάει και τους στέλνει να σκοτωθούν. Που, δίνουν το αίμα τους για να πλουτίσουν τα αφεντικά. Που, πυροβολούν τα αδέρφια τους για να επιβάλλουν μια pax romana σύμφωνα με το δίκαιο του ισχυρού. Η δεύτερη κατηγορία των θυμάτων πολέμου είναι οι λεγόμενες παράπλευρες απώλειες. Οι άμαχοι, που σκοτώνονται σε κάθε πόλεμο, δήθεν κατά λάθος. Όμως, θύματα πολέμου είναι και οι συγγενείς των θυμάτων, που χάνουν κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο. Τέλος, θύματα πολέμου είναι και οι εργάτες, που βιώνουν έναν ακήρυχτο πόλεμο εκμετάλλευσης της υπεραξίας, που παράγουν. Έναν πόλεμο, που δεν πρόκειται να σταματήσει, όσο υπάρχει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Διαβάζοντας τα παραπάνω, θα ‘λεγε κανείς ότι η ποιητική συλλογή «Πολέμου Θύματα» είναι ένα αντιπολεμικό μανιφέστο, όπως, συνηθίζουν να κάνουν πολλοί ποιητές. Όμως, το βιβλίο του Πάνου Μιχελή δεν στερείται ποιητικότητας. Οι στίχοι του είναι απλοί, λιτοί και κατανοητοί δίχως να χάνονται σε δαιδαλώδη μονοπάτια και σε θολά νοήματα. Τα ποιήματά του, αν και πολύστιχα δεν πλατειάζουν και ο ποιητής καταφέρνει να μην επαναλαμβάνεται. Τα περισσότερα ποιήματα κινούνται σε ένα είδος νεορεαλισμού, που συνηθίζεται σε αρκετούς νέους ποιητές, όμως, ο Πάνος Μιχελής κατορθώνει να μας δώσει πολύ ζωντανές περιγραφές χωρίς να κραυγάζει.

Παρακάτω θα αναλύσουμε ορισμένα ποιήματα, που επιλέξαμε χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα υπόλοιπα δεν αξίζουν. Αρκετά δυνατό είναι το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, όπου ο ποιητής αναφέρεται στα θύματα πολέμου μέσα από τα μάτια των παιδιών: «Δυο μάτια, παιδικά / δυο μάτια βουρκωμένα, / άγρυπνους λυγμούς γεμάτα, / μας κοιτούν καθώς αναρωτιούνται / πάνω από συντρίμμια / πύρινης άυπνης λάβας.» Στο «Έκλαψα μόνος» ο ήλιος εμφανίζεται σαν άνθρωπος, παραζαλισμένος και πικραμένος από τις κοινωνικές αδικίες: «Σήμερα είδα πάλι / τον ήλιο στην πόλη μας. / Βάδιζε ατάραχος ανάμεσά μας, / με τα φτερά του μαζεμένα, / σκυφτός, καπνισμένος, / ίσα που άναβαν τα μάτια του», γράφει ο Πάνος Μιχελής, για να καταλήξει: «Τελικά κατάλαβε, / Έκλαψε μόνος / και επέστρεψε.» Στο ποίημα «Ματωμένα ταξίδια» ο ποιητής αναφέρεται στους πρόσφυγες, που πνίγονται στο Αιγαίο και το ποίημα τελειώνει με μια τραγική ειρωνεία: «Συνάνθρωποι, μη φοβάστε, / κοιμηθείτε άφοβα, δεν θα ‘ρθουμε.» Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το ποίημα «Ματωμένα σύνορα», όπου ο Πάνος Μιχελής διαπιστώνει τραγικά: «Τα σύνορα είναι πληγές / πάνω στο σώμα του πλανήτη».

Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής «Πολέμου θύματα» του Πάνου Μιχελή, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, πως έχουμε να κάνουμε με μια πασιφιστική αντιμετώπιση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, όμως, ο ποιητής προτάσσει την βία ενάντια στη βία της εξουσίας, για να θυμηθούμε λίγο και τον Μαρξ, που ονόμαζε τη βία «μαμή της ιστορίας» και τούτο φαίνεται στο ποίημα «Διαδήλωση», όπου αφού περιγράψει με πολύ ζωντανά χρώματα μια διαδήλωση, καταλήγει: «Αγωνιζόμαστε για μια ανθρώπινη άνοιξη, / όπλο έχουμε τα κορμιά μας, / τα όνειρά μας, τη λογική μας, / αλληλέγγυα, για να συνυπάρχουμε.»

Και ο ποιητής; Πως αντιμετωπίζει ένας ποιητής τον πόλεμο; Πως αντιμετωπίζει τη βία; Ποια είναι τα όπλα του; Πως αντιδρά; Ο Πάνος Μιχελής είναι κατηγορηματικός: «Το πιο ανεξίτηλο μελάνι / δημιουργείται από το αίμα, / που αναβράζει πυρωμένο / στα στήθη της καρδιάς».

Σε μια ποιητική συλλογή, που έχει εξ’ ολοκλήρου κοινωνικό περιεχόμενο, δεν περιμένουμε να συναντήσουμε κάποιο ερωτικό ποίημα. Όμως, ο Πάνος Μιχελής καταφέρνει να δώσει στον έρωτα μια κοινωνική υφή. Ο ποιητής βλέπει τον έρωτα στην εικόνα μιας βασανισμένης κοπέλας, που παλεύει για ένα καλύτερο αύριο χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Για ένα χαμόγελο, που θα το χαρίσει «σε όλο τον κόσμο».

Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Πάνου Μιχελή «Πολέμου θύματα» θυμηθήκαμε ένα ρητό του Faun, που λέει πως ακτιβιστής, που δεν σκέφτεται, δεν κάνει τίποτα, που να αξίζει να γραφτεί και διανοούμενος, που δεν δρα δεν γράφει τίποτα, που να αξίζει να γίνει. Επειδή, τον Πάνο Μιχελή τον γνωρίζουμε προσωπικά, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως είναι, όχι μόνο ποιητής, αλλά και ακτιβιστής, ότι συνδυάζει την τέχνη με τη δράση και ότι ανήκει στους ελεύθερους ανθρώπους, που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής του: «περιμένουν να λύσουν τα δεσμά». Τον προτρέπουμε να συνεχίσει την προσπάθειά του και να είναι πάντα ελεύθερος άνθρωπος.

*Κείμενο ομιλίας, που εκφωνήθηκε σε παρουσίαση του βιβλίου στις 11 Μαρτίου 2017 στο Παγκόσμιο Πολιτιστικό Ίδρυμα Ελληνισμού Διασποράς στη Νέα Φιλαδέλφεια.