Μαγδαληνή Τσακάλωφ, Το βλέμμα του χάους, Εκδόσεις «Αρισταρέτη»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχει συμβεί σε αρκετούς ποιητές να έχουν εκλεκτικές συγγένειες. Δηλαδή, η ποίησή τους να παραπέμπει σε άλλους ποιητές ακόμα κι αν δεν υπάρχει άμεσος επηρεασμός. Πέρα από την διακειμενικότητα, που υπάρχει στην ποίηση, υπάρχει και μια τάση ποιητών να γράφουν χρησιμοποιώντας παρόμοιο στυλ με παλιότερους ποιητές, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζουν την ποίησή τους ή να έχουν επηρεαστεί από αυτή.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Μαγδαληνής Τσακάλωφ «Το βλέμμα του χάους», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρισταρέτη». Στην πρώτη ανάγνωση μας φέρνει στο νου την Κατερίνα Γώγου, αλλά και την μπιτ γενιά της Αμερικής. Τα ποιήματα είναι σε ελεύθερο στίχο και ορισμένα από αυτά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πεζοποιήματα. Η ποιήτρια δεν ψάχνει ιδιαίτερες τεχνικές και δεν έχει κρυμμένα νοήματα. Τα λέει όλα καθαρά, έξω από τα δόντια, χωρίς φτιασίδια και ωραιοποιημένες εκφράσεις. Αν μέναμε, όμως, μόνο σε αυτά τα στοιχεία, θα βγάζαμε ένα γρήγορο συμπέρασμα, θα τοποθετούσαμε την ποιήτρια κάπου ανάμεσα στους μπιτ και στην Γώγου και θα χάναμε την ουσία.

«Το βλέμμα του χάους» της Μαγδαληνής Τσακάλωφ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια διαμαρτυρία για την σύγχρονη απάνθρωπη κοινωνία, δεν είναι όμως μια διαμαρτυρία. Είναι μια κραυγή. Μια κραυγή για το χάος, που είναι δίπλα μας, αλλά δεν το έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει. Και αυτό είναι το πιο τραγικό. Για το χάος, που έχουμε μέσα μας. «Είμαι το χάος!», γράφει στο «Προοίμιο» προετοιμάζοντάς μας για το τι θα επακολουθήσει. Και αυτό που ακολουθεί είναι η εξάρτηση, όχι πια από τα ναρκωτικά, αλλά από τα ψυχοφάρμακα: «Απαγορεύεται να πεθάνουμε! / Καταργήσανε και την πρέζα. / Τώρα στα τζάνκια σπρώχνουν / κινέζικα ψυχοφάρμακα με πονστάν στο μπλέντερ.» Λίγο παρακάτω θα δούμε στίχους, που θα μας θυμίσουν Street poetry και πιο συγκεκριμένα το σύνθημα: «Είμαστε αυτοί, που οι γονείς μας έλεγαν να μην κάνουμε παρέα», δηλαδή τα κακά παιδιά. Ας δούμε τι γράφει γι’ αυτό η Μαγδαληνή Τσακάλωφ: «Απλά, μου λέγανε: / «Εσύ; Γιατί; Εσύ είσαι καλό παιδί!» / κι έγινα κακό παιδί / μόνο και μόνο για να μην είμαι καλό παιδί.»

Σε αρκετά σημεία του βιβλίου της η Μαγδαληνή Τσακάλωφ είναι απαισιόδοξη και κατηγορηματική: «Η Επανάστασή σας πέθανε.», γράφει, αλλά δεν ξεχνά να προτρέψει, να προειδοποιήσει και να στηλιτεύσει: «Έχετε ευθύνη για τα όνειρά σας! / Κάνουν ζωές εφιάλτες!»

Θα σταθούμε λίγο στην τελευταία ενότητα του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Ζώα». Πρόκειται για τα πιο ενδιαφέροντα, κατά τη γνώμη μας, ποιήματα της συλλογής. Σε αυτή την ενότητα η ποιήτρια αναπτύσσει ένα δικό της προσωπικό στυλ, που απογειώνει όλη τη συλλογή. Εδώ ξεχωρίσαμε το πεζοποίημα «Κότες», όπου με αφοπλιστική ειρωνεία περιγράφεται ο έρωτας μιας πλούσιας Κολωνακιώτισσας και ενός υδραυλικού. Η Μαγδαληνή Τσακάλωφ γίνεται αποφθεγματική στο ποίημα «Καναρίνι», ενώ στο ποίημα «Κοράκια» τα «μαύρα άμφια» ακκίζονται με τις «χρυσές πιστωτικές». Η οργή είναι μεγάλη και η αντίδραση μια: «Τουφέκι, ρε!!!»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Μαγδαληνής Τσακάλωφ «Το βλέμμα του χάους» είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία, που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια επιβεβαιώνοντας πως και η σύγχρονη ποίηση έχει τις δυνατές της στιγμές.

Χάσαμε την ψυχή μας στους συνωστισμούς, κύριε Γιώργο Μακρή

Μπαίνοντας με δέος στο οστεοφυλάκιο ενός ακατάτακτου ποιητή και φιλόσοφου

Ειρήνη Καραγιαννίδου

19 Φεβρουαρίου 2019

Ο Γιώργος Μακρής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1923. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει ο συγγραφέας και φίλος του, Λεωνίδας Χρηστάκης [1], ο Γιώργος Μακρής «…γεννήθηκε από καταπιεστικούς γονείς, μοναχογιός. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός με εξουσιαστικές ροπές, δίκαζε ακόμη και στο σπίτι του».
.
[…] Η μαμά μας δε μας κατάλαβε ποτέ
Κι όταν κλαίγαμε μικροί στα ταξίδια μας
Μας έλεγαν «κοίτα τη θάλασσα, κοίτα τα δέντρα
Και κοίτα το παιδάκι που γελάει».
«Ακατανόητο ετούτο το παιδί» έλεγαν μεταξύ τους.
Ακατανόητοι, ακατανόητοι, ακατανόητοι,
Από πείσμα μείναμε μόνοι.
.
Μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που συνέβη όταν ήταν έξι ετών, ο Γιώργος Μακρής σε όλη του τη ζωή βάδιζε με δυσκολία. Παρότι γράφτηκε στην Νομική σχολή Αθηνών, δεν φοίτησε ποτέ. Αντιθέτως, μαθαίνει Γαλλικά και Αγγλικά και διαβάζει μετά μανίας όλους τους ξένους συγγραφείς της εποχής εκείνης στην γλώσσα τους.
.
Τον Νοέμβρη του 1944, έγραψε και κυκλοφόρησε μεταξύ των φίλων του, την περιβόητη προκήρυξη του Σ.Α.Σ.Α [2], ένα κείμενο με τίτλο «Διακήρυξη Υπ. Αριθμόν 1», που καλούσε σε ανατίναξη των αρχαίων μνημείων, κατά κάποιον τρόπο σηματοδοτούσε την επιθυμία για την «απελευθέρωση» ιερών αρχέτυπων που τίθενται στην υπηρεσία διαφόρων πολιτικών στόχων. Η προκήρυξη αυτή υπήρξε ένα ανατρεπτικό καλλιτεχνικό μανιφέστο και ήταν ένα κείμενο που είχε την μορφή των κειμένων των Ντανταϊστών. Βάση του κειμένου αυτού, ως πρώτη καταστροφή δηλαδή, ορίστηκε η ανατίναξη του Παρθενώνα, «μας έχει κυριολεκτικά πνίξει…», – μιας και η Ακρόπολη από τότε, αποτέλεσε μέσα στα λοιπά και το σήμα κατατεθέν της εκμετάλλευσης – είτε στο επίπεδο των κατά καιρούς προγονολατρών, είτε σαν έμβλημα των αντίπαλων παρατάξεων της εποχής, είτε εκ μέρους των επισκεπτών που θαύμαζαν την ακρόπολη με βλέμμα απλώς τουριστικό -.

Έχοντας κοινή αισθητική και κοσμοθεωρητική άποψη, πως η καταστροφή κι η θνητότητα της μορφής των όντων περιλαμβάνονται στο περίγραμμα της ολοκλήρωσης της ζωής.Έχοντας βάλει σκοπό μας την καταστροφή του Παρθενώνος, μ’ απώτερο σκοπό την παράδοσή του στην ουσιαστική αιωνιότητα, που δεν είναι παρά η χωρίς επίγνωση ροή κι η πλούσια σε πιθανότητες αυτόματη μετασκευή της ύλης, που κακώς ονομάζουμε «χαμό». Αντιπαθώντας τη χρονική και ιστορική κατοχύρωση της Ακρόπολης, σαν κάτι ανήκουστο και ξένο προς τη ζωή. Νιώθοντας απαραίτητη την ανάγκη της αιωνιότητας στην τέχνη, μόνο κατά τη διάρκεια της ώρας της δημιουργίας. Καταλαβαίνοντας τον Φειδία, που έδωσε μεν στο έργο χρονοϊστορική υπόσταση, χωρίς όμως να είναι τίποτα παραπάνω στα πλαίσια της υποστασιακής αιωνιότητας, για την οποία δεν υπάρχει χρονική διάρκεια και που γι’ αυτήν ένα δευτερόλεπτο δεν έχει διαφορά από τρία δισεκατομμύρια αιώνες, χάρη στις βουλητικές της ιδιότητες και στη δυναμική της χροιά, που μόνο στ’ άτομα νοούνται και κανέναν δε νοιάζει ο αριθμός των ατόμων αυτών. Μισώντας τον Εθνικό Τουρισμό και τις εφιαλτικές- φολκλόρ αρθρογραφίες γι’ αυτόν. Νομίζοντας πως κάνουμε μια ανώτερη καλλιτεχνικά πράξη, όντας σίγουροι πως όλη η γελοία και ψεύτικη επιβίωση όχι μόνο δε συγκρίνονται, έστω και μειονεκτώντας, μ’ ένα λεπτό ενεργητικής δράσης κι απόλαυσης, αλλά και καλλιτεχνικά είναι βλαβερή, προετοιμάζοντας ερασιτέχνες περιηγητές και ευνούχους.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

Να θέσουμε ως σκοπό μας την ανατίναξη αρχαίων μνημείων και την προπαγάνδα κατά αυτών. Πρώτη καταστροφή ορίζεται η ανατίναξη του Παρθενώνα, που μας έχει κυριολεκτικά πνίξει. Η προκήρυξη αυτή δεν αποσκοπεί παρά να δώσει ένα μέτρο απ’ το σκοπό μας. Είναι ένα βλήμα που ξεκινάει με λίγες πιθανότητες για στόχο τους πολλούς, μα δεν που επιζητάει παρά ελάχιστους.

Γιώργος Βασιλείου Μακρής, Γενικός Διοργανωτής της ΣΑΣΑ (Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων). Νοέμβριος 1944

Από το 1948 και μετά, ο Μακρής ζούσε σχεδόν μόνος του. Δεν ενδιαφερόταν για τίποτα και περιέφερε το σαρκίο του από καφενείο σε καφενείο και από στέκι σε στέκι, ξοδεύοντας τα χρήματα της μητέρας του και μετά μένοντας απένταρος για καιρό. «Ο Γιώργος Μακρής ήταν εκείνος που δήλωσε: «Η πρώτη γενιά συγκεντρώνει την περιουσία, η δεύτερη την συντηρεί και η τρίτη γενιά την τρώει. Εγώ ανήκω στην τρίτη!», αναφέρει ο Χρηστάκης [3]. Επιπλέον καταθέτει πως «Ήταν λιγομίλητος και με πολύ χιούμορ», γεγονός που καταφαίνεται σε πολλούς από τους στίχους του: […]τι μαλακίες χρειάζεται να πεις/για ν´ ατενίσεις απ´τα βάθη ενός κρεβατιού/ένα σουτιέν σε μια καρέκλα/ένα ζευγάρι κάλτσες στο χαλί.
.
[…] Τότε περνάει η όμορφη η Άννα η φαρμακερή
Φαρμακερά ωραία χείλη, μάτια φαρμακερά
Και μας σκοτώνει θηλάζοντας μας μ´ ένα φαρμακερό
Στήθος
Συνθλιβοντάς μας σαν άπραγα αλογάκια της Παναγίας
Και σβήνει γεμίζοντας ήλιο τα ρουθούνια της,
Πατώντας με φαρμακερό γατίσιο βήμα
Σφίγγοντας τα νύχια στη φούχτα που θέλουμε να φιλήσουμε.
Εξαφανισθείτε πιά για πάντα κι ελάτε πάλι αμέσως.
Τι θα γίνουμε!
Ωραία φαρμακερή Άννα, συνυφασμένη με το κάθε τι.
.
«Πάντα με ένα βιβλίο ή ξένο περιοδικό στο χέρι, αραγμένος στις καρέκλες των ζαχαροπλαστείων ή των καφενείων της πλατείας Κολωνακίου διάβαζε. Υπήρξαν περιπτώσεις που την έστηνε σε μια καρέκλα καφενείου και δεν σηκωνόταν ούτε μετά από εικοσιτέσσερις ώρες». Την μανία του Μακρή με το διάβασμα, «πιστοποιεί» και ο Κώστας Ταχτσής: «…Τι έκανε στα καφενεία μόνος του, ή μάλλον με την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι μόνος; Μα – διάβαζε».
.
Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;
Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι.
.
«Το ίδιο γινόταν στο δωμάτιο που έμενε. Έγραφε κείμενα δικά του, μετέφραζε και αλληλογραφούσε με φίλους και γνωστούς. Τα γραπτά του ακουμπούσαν τις υπαρξιακές φιλοσοφίες της μεταπολεμικής εποχής. Τα ποιήματα του αντανακλούσαν τις περισσότερες φορές τις ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις. Οι μεταφράσεις του όμως πλησίαζαν περισσότερο τις φιλοσοφικές του διαθέσεις. Οι ολοκληρωμένες ήσαν τρεις: Του Άλντους Χάξλεϋ, του Οκτάβιο Παζ και του Ζαν Μιρό» [4].
.
Καθότι η μετεμφυλιακή Αθήνα υπήρξε ανεπαρκής για να καλύψει όλες τις ιδεολογικές ανησυχίες του ακοίμητου Μακρή, μετοίκησε κάποια στιγμή στο Παρίσι, επειδή θεωρούσε πως εκεί η ζωή ίσως να πλησιάζει περισσότερο το όραμά του. Τι μαρτυρική ψυχή ζει το καλοκαίρι!/ Ποιος δεν το ευχήθηκε να γίνει αστραπή./ Φέτο ασχοληθήκαμε με το τι θα πει/ Να χτυπάς γροθιά στο μαχαίρι. Μα και στην Γαλλική πρωτεύουσα τα πράγματα δεν ήρθαν όπως ο ποιητής τα οραματίστηκε. Υπάρχει ένα απόσπασμα και πάλι σε βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη [5], που αναφέρεται στην εμπειρία που είχε ο Μακρής στο Παρίσι: «Δυστυχώς γι’ αυτόν, όμως, προσγειώνεται ανώμαλα, όταν μόνο για την εκστόμιση δημοσίως δύο φράσεων, τρώει εκεί δύο φορές άγριο ξύλο. Τη μία από τους μπάτσους (φλικ) όταν βλέποντας να δέρνουν ένα κοριτσάκι τους κράζει: «Ες Ες»!. Και την άλλη, τον πατάνε κάτω “τακτοποιημένοι πολίτες και νοικοκυραίοι” γιατί βλέποντας μια πορεία διαμαρτυρίας, βροντοφωνάζει: «Ζήτω η Αλγερία”.
>

Μα πόσες ποικιλίες θανάτου έχω διαβεί!
Πέθανα άπειρες φορές από ασιτία μορφάζοντας ξαπλωμένος στο λιθόστρωτο […]
Έντομο ασήμαντο εγώ, είδος ανωφελούς κώνωπος.
.
Ο Γιώργος Μακρής άφησε ελάχιστη γραπτή λογοτεχνική παρουσία με τη μορφή δημοσιεύσεων σε περιοδικά κατά τη διάρκεια της ζωής του και δεν επεδίωξε ποτέ του να εκδώσει κανένα έργο του. Δεν εννοούσε να διακινδυνεύσει, ούτε και για τον υψηλότερο σκοπό, την ασφάλεια της απόλυτης ελευθερίας της σκέψης του, που ήταν γι’ αυτόν το υπέρτατο αγαθό [6].
.
Ο ποιητής, έως τον θάνατό του, δημοσίευσε μόνο ένα κείμενο με την υπογραφή του, – την μετάφραση του ποιήματος «Πέτρα του Ήλιου» του Octavio Paz -, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «ΠΑΛΙ», καθώς και το «Προοίμιο» στο ίδιο τεύχος, που όμως είχε αρνηθεί να το υπογράψει. Όταν ο Λεωνίδας Χρηστάκης, -όπως ισχυρίζεται ο ίδιος-, προσπάθησε να τον προτρέψει να συμμετέχει λίγο περισσότερο στα λογοτεχνικά δρώμενα, απάντησε ο ποιητής: «Λεόν, υπάρχει τόση ψευτιά γύρω μας που εμείς θα συντριβούμε μόλις θα ξεκινήσουμε».
.
Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο
και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…
.
Αν ασχοληθείς με την τέχνη, έγραφε το 1941 σε ένα γράμμα του, πρέπει να ‘χεις τη δύναμη ν’ απαλλαχτείς από την άμεση επιρροή της, έτσι ώστε, αργότερα κι αν σε κυριέψει, να μπορείς να έχεις τη σκέψη σου ελεύθερη.
.
Ο Μακρής, αν και γνώριζε την αξία που έχει η λεπτομέρεια όχι μόνο στην ζωή αλλά και στον γραπτό λόγο και εκτιμούσε την σπουδαιότητα του ρυθμού, κυρίως ως έξοχος χρήστης του ελεύθερου στίχου, συχνά πυκνά παραμελούσε τα στοιχεία αυτά, με αποτέλεσμα να ασκεί αυτοκριτική στις εκφραστικές αδυναμίες των στίχων του, σημειώνοντας κάτω από κάποια γραπτά του, «style προς αποφυγήν».
.

Τελικώς, τα γραπτά του Γιώργου Μακρή, κυκλοφόρησαν το 1986 σε επιμέλεια του ποιητή Ε. Χ. Γονατά. Το περισσότερα απ’ αυτά βρέθηκαν και διασώθηκαν από τον ξάδερφο και φίλο του, Άγγελο Καράκαλο, και παραδόθηκαν στον Γονατά μέσα σ’ ένα τσουβάλι. Όπως γράφει ο επίσης φίλος του Μακρή, ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, «[…]Η παρουσίαση των γραπτών του είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος να βοηθήσει εκείνους που δεν τον γνώρισαν, κάτι να νιώσουν και να πληροφορηθούν, από πρώτο χέρι, για τον μεγάλης αξίας πνευματικό αυτόν άνθρωπο[…]».
.

Διατρέχοντας κανείς τις σελίδες του βιβλίου που επιμελήθηκε ο Γονατάς, – με τα ποιήματα, τα ημερολογιακά του σημειώματα, τα αφηγήματα, τις φωτογραφίες, την αλληλογραφία, τις μεταφράσεις του Γιώργου Μακρή και τα κείμενα που γράφουν γι’ αυτόν οι φίλοι του, δεν μένει αμφιβολία πως πρόκειται για έναν διανοούμενο που έζησε όχι μόνο μέσα στα δικά του έργα, αλλά και στην ψυχή και στα δημιουργήματα των ανθρώπων που τον αντάμωσαν. Γιατί ο Μακρής, αν και «αστικός ερημίτης», είχε μονίμως τα μάτια του στραμμένα στον άλλον, στον Άνθρωπο. Κατά τα άλλα είμαστε οι ίδιοι/ Φορώντας όλη μέρα ένα ρούχο/ Με κόκκινα κουμπιά/ Με τσέπες φαρδιές/ Με μαλλιά σκονισμένα/ Τρέχοντας να χαϊδέψουμε Σκυλιά.
.
«…Ο Γιώργος Μακρής δεν έγραφε: μιλούσε. Πιστός στην πιο ελκυστική από όλες τις γοητείες του σωκρατισμού, ο Μακρής περνούσε τις μέρες και τις νύχτες του – ιδίως αυτές -, σε ένα από τα τραπεζάκια της πλατείας Κολωνακίου, θρονιασμένος σαν άστεφος βασιλιάς ανάμεσα στον όμιλο των μαθητών του, κάνοντας την καλύτερη δυνατή χρήση που μπορούσε να κάνει άνθρωπος της μεγαλύτερης θεϊκής δωρεάς του: του έναρθρου λόγου! Και τι δεν είχε να πει!», αναφέρει ο Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος, και συμπληρώνει στο μελέτημα που έγραψε μετά τον θάνατο του Μακρή, πως ήταν «ο πιο πρωτοποριακός διανοούμενος» που είχαν, ενώ ο Αλέξης Ακριθάκης σημειώνει: «Ειδικά για τον Μακρή, ήθελα να πω, ότι έπαιξε τον πιο δυνατό, το πιο καταλυτικό ρόλο επάνω μου…Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε ο μεγαλύτερος δάσκαλος μου. Γιατί σαν φιλόσοφος που ήταν, μου έμαθε ότι η ζωγραφική δεν είναι γνώση αλλά παρατήρηση της ζωής μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής. Κι όταν λέμε «ελεύθερο», εννοούμε όλα τα πράγματα της ζωής, όλες τις έννοιες, όλες τις πτυχές. Ήτανε αυτός, που πέρα από τους καλούς ή κακούς επηρεασμούς που μπορεί να είχε σ’ έναν έφηβο της γενιάς του 60, μου έμαθε το πιο βασικό στην ζωή: Ζωγραφική. Να βλέπω και όχι να ζωγραφίζω- κι έτσι ζωγράφισα, έζησα, ζωγραφίζω» [7].
.
[…] Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι,
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
» Εγώ ειμί «, και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύχτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.
.
Ο Ε.Χ. Γονατάς, γράφει στην εισαγωγή του τόμου: «Σε μια σημείωσή μου για τον Γιώργο Μακρή, δημοσιευμένη τον Φεβρουάριο του 1980, βεβαίωνα πως τα γραπτά του έχουν ανεπανόρθωτα χαθεί[…]. Όταν ήρθε στο σπίτι μου ο Α. Καράκαλος και μου παρέδωσε θριαμβευτικά το μαγικό εκείνο τσουβάλι με τα χαρτιά του Μακρή, όσα είχε καταφέρει με μύριους κόπους να περισώσει, και μου ζήτησε ν’ αναλάβω τη φροντίδα της επεξεργασίας, της αποκατάστασης και ταξινόμησής τους για μια μελλοντική δημοσίευση, δέχθηκα με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη την πρότασή του, θεωρώντας ότι θα εκπλήρωνα ένα χρέος στη μνήμη του φίλου μου· από την πρώτη όμως κιόλας στιγμή ένιωσα δισταγμό και αβεβαιότητα για το κατά πόσον όλα αυτά τα χαρτιά που ο Μακρής δεν τα προόριζε παρά μόνον για τον εαυτό του, ήταν επιτρεπτό να έρθουν, δίχως τη συγκατάθεσή του, στο φως της δημοσιότητας[…]. Η σκέψη όμως, πως ο Μακρής τίποτε δεν κατέστρεψε, -ούτε το παραμικρό χαρτάκι από τα γραπτά του-, και ότι όλα του σχεδόν τα κείμενα, -τουλάχιστον της πρώτης του νεότητας-, που γνωρίζαμε και θυμόμαστε, βρέθηκαν φυλαγμένα και συγκεντρωμένα…, αν και δεν προτρέπει βέβαια τους φίλους του ν’ αναλάβουν για λογαριασμό του μια προσπάθεια που ο ίδιος, με πικρή αυτογνωσία, δηλώνει πως δεν μπορεί και δεν θέλει ν’ αποτολμήσει, δεν φαίνεται όμως και να τους την απαγορεύει….».

Ο Άγγελος Καράκαλος, σε συνέντευξη που έδωσε τον Φλεβάρη του 2003 [8], αποκάλυψε ότι το ποίημα «Εμείς οι Λίγοι», είναι της Λένας Τσούχλου. Η μαρτυρία του Καράκαλου, αλλά και άλλες μαρτυρίες, όπως της Ιωάννας Χατζηνικολή και Φώφης Τρέζου, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι το ποίημα ανήκει στην Λένα, και ότι είναι τελικά του 1946 και όχι του 1950, όπως χρονολογείται λανθασμένα τελικώς από τον Γονατά στο βιβλίο «Γραπτά Γιώργου Μακρή».

Ο Γονατάς, περιγράφει εξάλλου – όχι μόνο την συγγραφική δραστηριότητα του Γιώργου Μακρή -, αλλά και την δυσκολία του εγχειρήματος της επιμέλειας: «[…]Υπάρχουν κείμενά του που έχουν γραφτεί σε κουτιά από τσιγάρα, σε καταλόγους εκθέσεων ζωγραφικής, σ´ επιστολόχαρτα ξενοδοχείων και καφενείων του Saint Germain de pres, σε φακέλους επισκεπτηρίων, σε ακυρωμένα δελτία τροφίμων της κατοχής,…ένα κείμενό του είναι γραμμένο πίσω από μια κιτρινισμένη παιδική του φωτογραφία. Οι διαχωρισμοί των στίχων του σε πολλά ποιήματά του καθορίζονται από το φάρδος του χαρτιού που γράφει[..]. Οι άθλιες συνθήκες συντήρησης των χειρογράφων του, καθιστούν προβληματική την ανάγνωσή τους, που την μεταβάλλουν συχνά σε αποκρυπτογράφηση».
.
Κάθε φορά που ένα νέο ον εκβάλλεται από τον Παράδεισο, του δίνουν κι ένα τετράδιο με το πρόβλημά του, για να το λύσει στη ζωή του. Ε, λοιπόν, εγώ το δικό μου τετράδιο το πέταξα από την αρχή!

.
Στις 31 Γενάρη του 1968, ο ποιητής αυτοκτόνησε πέφτοντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου έμενε στη γωνία των οδών Μιχαλακοπούλου και Σεμιτέλου. Αναγνωρίστηκε από το διαβατήριο που βρέθηκε στην τσέπη του. Ο πικραμένος αυτός που γεννήθηκε κάμποσα χρόνια/ύστερα από κείνον που βρήκε κι από κείνον που έχασε/ στέρεψε πια αφού βασανίστηκε να βρει μίαν έξοδο./ Τέλος η μόνη έξοδος δεν ήταν παρά η ακινησία του.
.
[…] Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν
Ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα
Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν
Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος.
Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν
Η γη μυρίζει.
Οι νέοι άνθρωποι φεύγουν
Τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.
Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.
Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν
Είναι κι αυτό κάτι […]
.
Τρεις ή τέσσερις φορές είχε αποπειραθεί ο Μακρής να αυτοκτονήσει. Ο Χρηστάκης και πάλι, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Από το 1965 άρχισαν οι τάσεις για αυτοκτονία. Εάν προσθέσουμε και μερικές αδικαιολόγητες συγκρούσεις με το αυτοκίνητο του, οι απόπειρες ήταν επτά αλλά ανεπιτυχείς. Στο τέλος του Γενάρη του 1968 ήρθε σπίτι μου μεσημέρι. Ήταν χλωμός και αδυνατισμένος. Φάγαμε και αμέσως μετά μου είπε: «Είναι ντροπή να μην μπορώ να δώσω ένα αποφασιστικό τέλος στη ζωή μου«, κι έφυγε. Του τηλεφωνούσα συνέχεια. Δεν απαντούσε. Αργά στις 31 του ίδιου μήνα μου τηλεφώνησαν ότι έπεσε από την ταράτσα του σπιτιού του».

Κοιμήθηκα βαθιά, ολομόναχος, κι ονειρευόμουν τον παράδεισο όπου δεν καταφέρνουμε να βρεθούμε, από βλακεία μας, έγραφε ο Μακρής. Ξαναβουτάω στη θάλασσα στις έξι το πρωί, ακριβώς την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος. Ξεπλένομαι απ’ όλα μέσα στο ΟΛΟΝ, και υπόσχομαι να είμαι ευτυχής. Ο θάνατός του αντιστοιχεί προφανώς στη ζωή που έζησε, ακραία και ποιητική. Μη σε νοιάζει, θα κατέβω αμέσως, λέγεται κατά μία φήμη ότι απάντησε στον θυρωρό που τον ρώτησε πού πηγαίνει όταν ανέβαινε τα σκαλοπάτια για την ταράτσα.
.
Είμαστε πάντα εκεί
Που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές
Ο αγώνας τους και μεις για να παρατηρούμε.
Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
Μιας κινητής σειράς μεταλλικών ράμφων
Όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν
Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.
.
Τα λόγια του Νάνου Βαλαωρίτη, ας συμπληρώσουν ετούτη την αναψηλάφηση: «Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε στην ζωή του ένας δανδής. Περιφρονούσε τα πεπατημένα. Προκαλούσε την καταστροφή. Είχε μια μεγαλοπρέπεια που λίγοι άνθρωποι την έχουν. Έπαιρνε τη ζωή του στα σοβαρά, ενώ άλλοι την υποτιμάνε επίτηδες για να επιζήσουν[…]. Για τον έναν ήταν ο ξενύχτης που τριγύριζε σε απίθανα μέρη, ο νομαδικός περιπλανώμενος, για άλλον ήταν ο τσίφτης, ο διανοούμενος φιλόσοφος, ο περιπατητικός, για έναν τρίτον ήταν ο σύντροφος πολυδιαβασμένος, γι ´ άλλους η γοητεία, το πνεύμα του». Αλλά ίσως τελικά για το τι ακριβώς ήταν ο Μακρής, ν´ απαντά ο ίδιος ο ποιητής για λογαριασμό του, με τους χαρακτηριστικούς του στίχους : Τα πάθη είναι γνώση, μα και η άρνησή τους / άλλα πεδία γνώσεως προσφέρει. / Ζήσε παράλληλα τις δύο καταστάσεις / αν θέλεις να μη ζήσεις ούτε μια. / Κι αν πάλι δεν μπορείς να αποστρέψεις / το πρόσωπό σου ολοκληρωτικά / εμείς θα σε δεχτούμε με ζεστά τα βλέφαρα / αδύνατοι άνθρωποι, /έχοντας νοσταλγήσει τον Χριστό / μα και την ειδωλολατρία ταυτοχρόνως· ή «οι βάτραχοι και τα τριζόνια, η σκάλα που τρίζει, κάτι γαβγίσματα μακρινά, να δώσαν τη μόνη απάντηση που αξίζει…».
.
Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής

άνοιξε ένα μικρό κατάστημα με ψιλικά
Πελάτες του είναι όλοι όσοι σ’ αυτό τον κόσμο
τον βασάνισαν
Πελάτες του δεν είναι όσοι αυτός βασάνισε-
Δικάστηκε

κι έχει αθωωθεί. [9]

Μίλτος Σαχτούρης

Παραπομπές:

[1]Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991

[2]Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων

[3]Λεωνίδας Χρηστάκης, Γιώργος Μακρής: Είμαστε προάγγελοι του χάους, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, Σειρά: Οδηγός αναγνώρισης κίτρινων προσώπων, αρ. 1, 1992
.
[4]Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991
.
[5]Λεωνίδας Χρηστάκης «Οδηγός Αναγνώρισης Κίτρινων Προσώπων», εκδ. Τυφλόμυγα, 2014
.
[6]Από την εισαγωγή «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», επιμ. Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986
.
[7]Σημείωση του Αλ. Ακριθάκη με ημερομηνία Κηφισιά 8 Νοεμβρίου 1983

[8]Μανώλης Νταλούκας, Αναδημοσίευση 10/3/2004, Ιστορία της ελληνικής νεολαίας, blog freedomgreece

Βοηθήματα:

-«Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», επιμ. Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986

-Λεωνίδας Χρηστάκης, “Οδηγός Αναγνώρισης Κίτρινων Προσώπων”, εκδ. Τυφλόμυγα, 2014

-Λεωνίδας Χρηστάκης, Γιώργος Μακρής: Είμαστε προάγγελοι του χάους, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, 1992, Σειρά: Οδηγός αναγνώρισης κίτρινων προσώπων, αρ. 1
.
-Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991
.
-Δημήτρης Γιαννακόπουλος, «ο ειδικός της γενικότητας»

-Θανάσης Μουτσόπουλος (επιμ.), «Το Aθηναϊκό Underground (1964-1983)», Athens Voice Books, Αθήνα 2012

-Περιοδικό «Η Λέξη», τχ. 19, Νοέμβρης 1982

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://1-2.gr/2019/02/19/hasame-thn-psyhh-mas-stoys-synostismoys-kyrie-giorgo-makrh/?fbclid=IwAR0hLzfg3N9dgIdPEc2JdIEpDDtwXFoqplaBSOZ3eWY_dzjzFkkYq69TqKk

“Το ψωμί στο γόνατό μου και άλλα ποιήματα” του Οκτάι Ριφάτ

Πίσω απ’ την κλειδωμένη πόρτα του απογεύματος
χαζεύω τις καλαμιές

(«Στην όχθη»)

Ο Οκτάι Ριφάτ (Oktay Rifat Horozcu, 1914-1988) το 1941 εξέδωσε μαζί με τους Ορχάν Βελί Κανίκ και Μελίχ Τζεβντέτ Αντάι το περίφημο βιβλίο Garip (Παράξενο), το οποίο έδωσε το όνομά του στο πρωτοποριακό λογοτεχνικό κίνημα Παράξενη Ποίηση που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια στα τουρκικά γράμματα και συνίστατο στην απόρριψη των παραδοσιακών μορφών ποίησης και στην εισαγωγή της τουρκικής λογοτεχνίας στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό.

Ειδικότερα, όπως γράφει ο καθηγητής τουρκικών σπουδών Αριστοτέλης Μητράρας στον πρόλογο της ανθολογίας, το κίνημα της Παράξενης Ποίησης στην Τουρκία χαρακτηρίστηκε από τον ενστερνισμό του υπερρεαλισμού, του ντανταϊσμού και της αυτόματης γραφής, ενώ απευθυνόταν στον απλό άνθρωπο και ασχολιόταν με τις ευαισθησίες και τα βιώματά του. Ήταν μια ποίηση με έντονα υλιστικά στοιχεία και με την ειρωνεία σε εξέχουσα θέση.

Ο Ριφάτ, ο οποίος δημοσίευσε μαζί με τον Ορχάν Βελί Κανίκ το ποίημα Ağaç (δέντρο), που θεωρήθηκε μανιφέστο του κινήματος, μεταφέρει ενίοτε την ιδεολογία του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού στην ποίησή του, προσδίδοντας σε αρκετά ποιήματά του αγωνιστικό-επαναστατικό χαρακτήρα για να τονίσει την αξία της αντίστασης, αλλά και για να ασκήσει κριτική στο καθεστώς μιας κοινωνίας υπό καταπίεση. Άλλα θέματα στην ποίησή του είναι η απελπισία, η θλίψη, η απογοήτευση και η απαισιοδοξία, πάντα μέσα στο πλαίσιο της καθημερινότητας και των απλών πραγμάτων, χωρίς να λείπουν και ποιήματα όπου ο Ριφάτ φαίνεται αισιόδοξος και εκφράζει την προσδοκία ότι θα έλθουν καλύτερες μέρες για τον άνθρωπο.

Όντας αντίθετος με την ιδέα της λογοτεχνικής «σχολής» και πιστεύοντας ότι η μονόπλευρη κατεύθυνση ενός κινήματος φθείρει πνευματικά, ο Ριφάτ θα αποχωρήσει τελικά από το κίνημα της Παράξενης Ποίησης, μόλις αποβιώσει ο ηγέτης του, Ορχάν Βελί Κανίκ.

Η συγκεκριμένη ανθολογία είναι χαρακτηριστική της ποιητικής του Ριφάτ. Πολλά ποιήματά του είναι απλώς παράξενα: πιάνονται από μια στιγμή και αφηγούνται ιστορίες που όμως δεν μαθαίνουμε ποτέ πώς συνεχίζονται, πολύ περισσότερο πώς τελειώνουν. Η γραφή του επιστρέφει πάντα στη φύση, η οποία προβάλλει σαν τη μόνη σταθερά σε έναν κόσμο αναπάντεχο και γεμάτο παράδοξα. Ως εκ τούτου η εικονοποιΐα του που συνδέεται με αυτήν είναι εκπληκτική, όπως δείχνουν και τα ακόλουθα αποσπάσματα:

Έτσι είναι
ο άνεμος της άνοιξης: τα σύννεφα περνούν,
η μπόρα σταματά, το φως
αντανακλάται σε βρεγμένα φύλλα.

(«Μετά τη βροχή»)

Όταν τα σύννεφα κοκκινίζουν
τα πουλιά μοιάζουν πιο λευκά·
[…] με τεράστια βήματα ο ουρανός
πατάει πάνω σε απογεύματα κι ελπίδες.

(«Ουρανός»)

Το βουνό, ο ουρανός, τα πουλιά, τα ψάρια, η θάλασσα, το άλογο είναι στοιχεία που επανέρχονται ολοένα στην ποίησή του και ενίοτε συμβολοποιούνται με έναν ήπιο τρόπο:

Τα ποιήματά μου είναι ψάρια
κι ένας γλάρος τινάζεται,
βουτάει και τα πιάνει –

(«Δες τι κρύβει ο βυθός»)

Η φύση παραπέμπει στην αθωότητα κι έτσι αρκετά ποιήματά του την αναδεικνύουν ως συνθήκη ενός αυθεντικού τρόπου ζωής, όπως φαίνεται π.χ. στα «Ο ποιητής, το κορίτσι και το πτηνό» ή «Κούνια και δρόμος», το οποίο παραθέτω ολόκληρο επειδή είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο ο Ριφάτ διαχειρίζεται τη στιγμή: ως αφετηρία για μία δήλωση ή ένα συμπέρασμα.

ΚΟΥΝΙΑ ΚΑΙ ΔΡΟΜΟΣ

Το κορίτσι κάνει κούνια όρθιο·
πηγαίνει μπρος-πίσω και κοιτάζει
από σύννεφο σε σύννεφο
– δέντρο, τριφύλλι, ουρανός: όλα δικά του

«Παλαβό κορίτσι»,
λέει ο περαστικός,
«νομίζει πως τελειώνει ο δρόμος
εκεί που πέφτει η πέτρα του».

Κουβάρι όλα
– όνειρο ή πραγματικότητα
μόνο παιδιά και ποιητές
μπορούν να λύσουν πολύπλοκα προβλήματα.

Τον αυθεντικό τρόπο ζωής όμως, πρέπει κανείς να παλέψει για να τον κατακτήσει. Έτσι, δεν λείπουν ποιήματα που είναι μαχητικά και εμψυχωτικά, όπως π.χ. το ποίημα «Η ελευθερία έχει χέρια», απ’ όπου και το ακόλουθο απόσπασμα:

Αυτό θα πει ν’ αγαπάς την ελευθερία:
άπαξ και σ’ έπιασε, μην της ξεφύγεις
μην τη συνηθίσεις ποτέ –
από την πραγματικότητα ονειρεύεσαι κάτι πιο πραγματικό.

Ο Ριφάτ παίζει επίσης συχνά με το στοιχείο του αναπάντεχου ή του αιφνιδιασμού, όπως στα ποιήματα «Μια χειμωνιάτικη νύχτα» ή «Μήλο», απ’ όπου και οι ακόλουθοι στίχοι. Συχνά το αναπάντεχο δίνεται με σουρεαλιστική διάθεση:

Ρίχνω το δίχτυ στο παράθυρο
και πιάνω γυναίκες και παιδιά, σακάτηδες ζητιάνους,
καρακάξες και σκυλιά, πιτσιλωτές γάτες,
κάνα δέντρο, λίγο φως και βρύα.

Όπως γράφει στο επίμετρο ο μεταφραστής του βιβλίου, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, η γλώσσα του Ριφάτ είναι αποφασισμένη: θα φέρει στο επίπεδο της τέχνης την ανεπιτήδευτη ευαισθησία και τον στοχασμό του καθημερινού ανθρώπου. Για του λόγου το αληθές, παραθέτω το εναρκτήριο ποίημα της ανθολογίας:

ΑΣΤΡΑ

Δίπλα στο βιβλίο το τετράδιο
δίπλα στο τετράδιο το ποτήρι
δίπλα στο ποτήρι το παιδί
στο χέρι του παιδιού μια γάτα.
Και πέρα μακριά: άστρα, αμέτρητα άστρα.

Ο Ριφάτ έχει έναν δικό του τρόπο να μας συστήνει εκ νέου τον κόσμο. Είναι ένας τρόπος παράξενος, όμως τρυφερός και δίκαιος· ταυτόχρονα, είναι αποκαλυπτικός των ανθρώπινων δυνατοτήτων: «είναι μέρα, πιες λίγο φως/ με τη φούχτα σου» («Κάποιες μέρες»).

Χριστίνα Λιναρδάκη
Φιλόλογος, μεταφράστρια

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο “Μιλώντας για τα απλά”. Εμίς το αναδημοιεύουμε από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/03/blog-post_6.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Στη φλέβα της ποίησης

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης*

Γλείφει πληγές τούτη η γραφή. Πρώτα δείχνει τα τραύματά της κι ύστερα σκύβει μονάχη της και τα περιθάλπει. Σαν το παρατημένο σκυλί στην άκρη του δρόμου. Γιατί εδώ η ποίηση κατεβαίνει στην άκρη του δρόμου. Σέρνεται τραυματισμένη, φέροντας στις πλάτες της το υποκείμενό της, κουβαλώντας τον κόσμο της. Και αν στις προηγούμενες συλλογές («Ρητορική ένδεια», Βακχικόν, 2013, «Τα Γυάλινα μάτια των ψαριών», Βακχικόν, 2016) τυλιγόταν συχνά με τον επίδεσμο του αρχαίου μύθου, τώρα προτιμά την ευθύβολη αποκάλυψη.

Πιο σίγουρη η Παραδεισανού για τον εαυτό της, πιο έμπειρη στη χρήση των εκφραστικών της μέσων, μπορεί πλέον να μιλάει για το παρόν χωρίς να προσφεύγει στις αλληγορίες του παρελθόντος. Οπότε ο ήδη γνωστός ποιητικός της χώρος, αποκαλύπτεται ακόμη καθαρότερα, κατοικημένος από τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας, την οδύνη, την απόγνωση και το πείσμα. Το ποιητικό υποκείμενο νιώθει να συντρίβεται μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που το κυκλώνει απειλητικά και το υποβάλλει σταθερά στη διαδικασία της αλλοτρίωσης. Οι αισθήσεις υποχωρούν, η εξωτερική εικόνα παραμορφώνεται, τα ανθρώπινα γνωρίσματα αποκτούν τερατώδη όψη, το εγώ κινδυνεύει να γίνει αυτό. Δεν είναι τυχαίο το σταθερά επανερχόμενο θέμα του πνιγμού, ο εφιάλτης του βυθίσματος, η αίσθηση της αιώρησης και το βίωμα της απουσίας.

Ο ποιητικός κόσμος της Παραδεισανού κείται στο μεταίχμιο της διαπάλης του έξω με το μέσα, είναι το στραπατσαρισμένο δέρμα, η άηχη φωνή, τα βγαλμένα μάτια. Η άρθρωσή του, το ξεδίπλωμά του, η εκφορά του είναι η άμυνα του ποιητικού υποκειμένου, η δήλωση της πρόθεσής του να μην εγκαταλείψει τη μάχη. Δια της γραφής γεμίζει την απουσία, μιλάει τη σιωπή, καλύπτει τον μέσα κόσμο και με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως νεύμα αντίστασης, ως πειστήριο ύπαρξης, ως εσώτερη, τελικά, ανάγκη. Αλλά την ίδια στιγμή δεν διστάζει να παραδεχτεί την αδυναμία του και να απεκδυθεί κάθε ελπίδα, επιτελώντας την καρυωτακική λειτουργία της απομάγευσης, δηλαδή της αποποίησης των βολικών ψευδαισθήσεων και της ευγενούς αυτοπαραπλάνησης. Για παράδειγμα, ακόμη και όταν εκφέρεται σε β΄ πρόσωπο νιώθεις ότι ο ακροατής στον οποίο απευθύνεται απουσιάζει από τη θέση του και ότι η καρέκλα του είναι άδεια.

Θέλω με αυτό να πω ότι η Παραδεισανού δεν χαρίζεται στην ευκολία κάποιων ψηγμάτων αισιοδοξίας, δεν προβαίνει σε εκπτώσεις για να αρέσει, δεν προδίδει τίποτα απ’ όσα κομίζει. Εδώ ακριβώς είναι, νομίζω, η μεγαλύτερη αρετή τούτης της συλλογής: λέω, για το ήθος και την εντιμότητά της από άποψη και θεματική και υφολογική, εν ολίγοις από άποψη αισθητική.

*Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι συγγραφέας

**Πρώτη δημοσίευση στο fractal http://fractalart.gr/sti-fleva-tis-petras/

Μια ποιήτρια καταθέτει: Συνέντευξη με την ποιήτρια Ιωάννα Διαμαντοπούλου

Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων, οι λέξεις είναι γύρω από τον ποιητή και περιμένουν μια πνοή, ένα σφύριγμα, ένα νεύμα, για να καταταχτούν σε ένα ποίημα

Του Αντρέα Πολυκάρπου

Η ποιήτρια Ιωάννα Διαμαντοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Ζει και εργάζεται στη Γερμανία ως μαθηματικός. Η τελευταία της ποιητική συλλογή «Στρατός ξυπόλητων λέξεων», εκδόθηκε το 2018 από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Πώς αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;
Η ποίηση μπορεί να είναι και τα δύο κατά την άποψή μου. Ταυτότητα ή ετερότητα έχουν ως μεταφορικό μέσο την ποίηση, οδεύοντας προς τους άλλους ή μόλις γυρνώντας από κει με ένα βαρύ φορτίο που τελικώς δεν αποδόθηκε, μια και καθ’ οδόν διαπιστώθηκε μια απόκλιση από το κοινό συναίσθημα. Ξεκινάς για τον άλλον πολλάκις, απευθύνεσαι, αναζητάς την ασφάλεια και τον καθησυχασμό της ταυτότητας. Όταν όμως νιώσεις τη μοναξιά του σχοινοβάτη μέσα στο πλήθος, τότε συνειδητοποιείς την ετερότητα και στρέφεσαι πιο πολύ προς εαυτόν. Δεν είναι μισανθρωπικό αυτό. Με περιστρεφόμενα κάτοπτρα παίζουμε, κλέφτες της πραγματικότητας καταλήγουμε όλοι, είτε της ταυτότητας είτε της ετερότητας, είτε του μονολόγου είτε του διαλόγου, σκοτεινοί τύποι είμαστε, που στην πλειοψηφία μας τρεφόμαστε με δράματα. Ίδια ή αλλότρια.

Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;
Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων, οι λέξεις είναι γύρω από τον ποιητή και περιμένουν μια πνοή, ένα σφύριγμα, ένα νεύμα, για να καταταχτούν σε ένα ποίημα. Ίσως προαιώνιο. Ίσως ζωντανό, νεκρό ή νεκραναστημένο. Συνήθως τίποτε καινούριο, συνήθως κάτι με τη ζεστασιά του γνωστού. Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων. Τις καλεί να τον υποστηρίξουν όταν βαριά συναισθήματα πρέπει να φορτωθούν για αλλού. Πολλάκις μέσα στη νύχτα.

Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;
Ας είμαστε ευχαριστημένοι με προσωρινή επούλωση πληγών. Και μια και μιλάμε για πληγές, αναφερόμενη στον Σινόπουλο, να επισημάνω τη δυσπιστία του με τα ξένα χέρια πάνω στις πληγές του «γιατί έχουμε πολλές πληγές, γι’ αυτό το χέρι πρέπει να ’ναι καθαρό που θα περάσει επάνω…» Κάπως έτσι ο στίχος όπως τον θυμάμαι. Όχι, δεν πιστεύω στην ίαση μέσω της Τέχνης, πιστεύω στην παρηγοριά. Η ταύτιση είναι μια παρηγοριά, μοιράζει δίκαια τον πόνο. Ή σε περίπτωση αδυναμίας ταύτισης, η μοναξιά της διαφορετικότητας παράγει δίπλα σου έναν στρόβιλο αλαζονείας, στο τέλος νιώθεις λίγο πιο πάνω από όσους δεν σε κατανοούν και, κατοικώντας επί συννέφων, δεν διακινδυνεύεις γήινες συγκρούσεις. Καλό είναι αυτό, αλλά τελικά δεν θεραπεύεσαι.

Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;
Πιστεύω ότι όλοι πορευόμαστε και μαζί και μόνοι. Και αυτό καλό είναι. Μόνο με το «μαζί» χάνει ο άνθρωπος την ιδιαίτερη οσμή του. Πρέπει ο άνθρωπος, ποιητής ή μη, να ασκείται στη μοναχικότητα. Δεδομένου ότι η αρχή και το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης είναι τόσο μοναχικά, φεύγοντας από αυτά με την ψευδαίσθηση της διαφυγής, χάνεσαι σε οδούς τεθλασμένες που θα σε κάνουν μεν στιγμιαία να ξεχάσεις τη μοναχικότητα της ύπαρξης, η οποία όμως δεν παύει να υφίσταται. Όταν αναγκαστείς να την αντιμετωπίσεις απροετοίμαστος, το πρόσωπό της δεν θα σου είναι τόσο οικείο, θα σου φανεί μάλλον σκληρό. Και μαζί λοιπόν γιατί είναι ωραίες οι παραλληλίες, αλλά και μόνοι για να γλείφουμε κατ’ ιδίαν τις πληγές μας.

Ποιες εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;
Κάποιες εικόνες ταξιδεύουν μαζί μου χρόνια, διστακτικές αυτές, διστακτική κι εγώ μαζί τους. Ίσως κάποιων την ύπαρξη να αγνοώ… Εικόνες που διατηρούν την αυτονομία τους και αρνούνται πεισματικά τη μετάλλαξή τους. Υπάρχουν και εικόνες-βομβιστές, εξωτερικά ερεθίσματα που εκβιάζουν τον λόγο, που δημιουργούν πρόωρους τοκετούς. Τα προσωπικά αποθηκευμένα βιώματα υπάρχουν πάντα, δεν βιάζονται, είναι βραδείας ανάφλεξης και πολύ επιλεκτικά όσον αφορά τους συνδυασμούς ή την ανάμειξή τους σε ένα ποίημα. Δηλαδή εικόνες υπάρχουν από προσωπικά βιώματα, αλλά και εξωτερικής παρατήρησης αποτελέσματα που κάποιες φορές συμπράττουν.

Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;
Ο ποιητής καλείται να απαντήσει πάντα τα ίδια ερωτήματα. Οι ανθρώπινες σταθερές είναι οι ίδιες, ίδια ο πόνος, η θλίψη, η χαρά, η φύση – αν και πολύ ταλαιπωρημένη… προϊόντος του χρόνου όλο και περισσότερο. Τα ερωτήματα δεν ευτυχούν πάντα απαντήσεων. Απλώς δεν υπάρχουν απαντήσεις για όλα. Καλό είναι όμως η ποίηση να θέτει και ερωτήματα, να αφυπνίζει συνειδήσεις. Αναρωτώμενος υπάρχεις.

Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;
Η κάθε λέξη αντιστοιχεί σε ένα ψυχικό αποτύπωμα. Πρόκειται περί αμφιμονοσήμαντης αντιστοιχίας, το ψυχικό αποτύπωμα ψάχνει, βρίσκει και γαντζώνεται πάνω στη λέξη που του ταιριάζει και αντιστρόφως. Στο κοινό ψάξιμο συναντώνται καθ’ οδόν.

Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;
Η ποίηση είναι καταφύγιο και για τους γράφοντες και για τους αναγνώστες. Με μία εντατική ανάγνωση παράλληλου καταγεγραμμένου συναισθήματος, το αναβιώνεις, το αναζητάς αν είναι κρυμμένο, νιώθεις τη χαρά της εύρεσης όταν το ανακαλύπτεις, συμμετέχεις. Δεν είναι γέννα η ανάγνωση ποίησης, είναι όμως υιοθεσία. Επίσης σημαντική. Όσον αφορά τους γράφοντες ποίηση, εναποθέτουν σε λόγια το βαρύ φορτίο που κουβαλούν ή -να το πω αλλιώς- με μοχλό τη γλώσσα, μετακινούν συναισθηματικούς όγκους… κάπως έτσι.

Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;
Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει αναμφισβήτητα ποιητικά. Αυτό βέβαια απαιτεί περισσότερη επαφή με τον εαυτό, άνοιγμα ενός δρόμου ανάμεσα σε αυτό που σκέφτεται και αυτό που νιώθει. Ο ποιητικός δρόμος είναι σε μεγάλα τμήματά του μοναχικός και ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να αποσύρεται από τη συνάφεια του κόσμου και των συναναστροφών, παίρνοντας μαζί προς επεξεργασία τις παρατηρήσεις του. Έτσι μόνο μπορεί κανείς να ακούσει τις εσωτερικές του φωνές. Εύκολο λοιπόν δεν είναι. Σε έναν κόσμο που σου προσφέρει τα εύκολα, γιατί να διαλέξεις τα δύσκολα – σκέφτονται πολλοί. Ή δεν σκέφτονται καν. Δρουν προς ευκολία τους. Αντιποιητικά.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.newsbomb.com.cy/perissotera/story/738868/mia-poiitria-katathetei-synenteyxi-me-tin-poiitria-ioanna-diamantopoyloy?fbclid=IwAR2E925C4GPZPO0YOd9tHw1_RruHm2sXozxcw38fnsvvp5AzqHmCo50ltzg

Ο κοινωνικός λυρισμός στην ποίηση του Μάρκου Μέσκου

Μιχάλης Μπαρτσίδης*

Γνώρισα προσωπικά τον Μάρκο Μέσκο πριν από περίπου δέκα [1] χρόνια. Η γνωριμία μας εκείνη εξελίχθηκε σε σταθερή φιλία, την οποία κρατάμε οικογενειακώς. Με επισκέπτεται αδιαλείπτως κάθε βδομάδα στον χώρο εργασίας μου, φέρνει μαζί του ένα καρβέλι ψωμί, κάνω καφεδάκι και τα λέμε. Το φθινόπωρο, του φέρνω σταφύλια από το αμπέλι μου και αυτός την άνοιξη κεράσια ή μήλα από τα μέρη του. Ήξερα από παλιά μερικά βασικά πράγματα σχετικά με την ποίηση του Μάρκου Μέσκου, οπωσδήποτε όλα τα βιογραφικά περί Κομμένης γλώσσας, και βεβαίως το ωραιότερο πεζό του, το Μουχαρέμ. Η μεγάλη διαδρομή του ποιητή συμπλήρωσε πέρυσι ―δεν προσέξαμε το ιωβηλαίο― τα πενήντα χρόνια. Όμως, εγώ από κοντά γνώρισα τον ελεγειακό, στοχαστικό πλέον ποιητή, με τις αποστάξεις του, αποφθεγματικό και σοφό, με πιο ελλειπτική γραφή και πιο μύστη.
Η παρέα μας, κατά πολύ νεότεροι από τον ίδιο, ήταν από κείνες τις λίγες που έδινε, εδώ στη Θεσσαλονίκη, ένα καλό αγώνα μνήμης, διαχείρισης των τραυμάτων της πόλης ιστορικά, πολιτικά και αισθητικά. Τολμώ να πω ότι αυτές οι ζυμώσεις ανακούφισαν κάπως και τον Μέσκο, του πρόσφεραν έναν χώρο πιο άνετο. Δανείστηκα κάποια στιγμή για τις ανάγκες ενός άρθρου τη φράση του «η Θεσσαλονίκη πολιορκείται εκ των ένδον» («Συνήθως, η Πόλη κινδυνεύει από τους μέσα εχθρούς της» XXXV, 47). Αυτό ήταν. Ένα εμπόδιο έφυγε από τη μέση. Σαν να βρέθηκε η έννοια-εργαλείο με την οποία μεταφράζονταν αυτόματα διαφορετικοί κόσμοι, εποχές και βιώματα στην ίδια γλώσσα. Οπως ανοιχτά ομολογεί ο ποιητής:

«Το πισθάγκωνο έγκλημα στα νερά του Θερμαϊκού
πρώτη δειγματοληψία της Εποχής στη ζωή μου ―
(τα μυστικά παραμένουν μυστικά)» XV(27).

Μιλήσαμε εμείς οι νεότεροι. Τώρα μπορούμε πιο άνετα να αναζητήσουμε το κρυμμένο μυστικό του κοινού κώδικα, το εσωτερικό εμπόδιο-όριο της κομμένης γλώσσας, η οποία μεταπλάθεται σε μνήμη για να μη χαθεί, σε δεσμό που μας ενώνει.
Δεν θα προσεγγίσω αυτόν τον στόχο με αισθητικά μέσα αλλά με ευρύτερα φιλοσοφικά, υπό την έννοια ότι θα πάρω θέση, ότι θα μεροληπτήσω, ότι θα υποστηρίξω με περισσότερους τρόπους και όχι αποκλειστικά ―αυστηρά― à la lettre. Άλλωστε, μας βοηθά και το κρινόμενο. Πρόκειται για βιβλίο στοχασμών, σκέψεων, αφορισμών, καθώς επίσης απολογισμού και παρακαταθηκών ποιητικής. Επιστρατεύω λοιπόν και όσα γνωρίζω από και για τον ίδιο, αφού νωρίς κατάλαβα ότι οι επισκέψεις του είναι μικρές έξοδοι κατάθεσης των μυστικών ― «των όσων υπόκεινται», κατά Μάρκο. Τι σημαίνει η έκφραση «οι υποψιασμένοι» που συχνά χρησιμοποιεί; Πάντοτε έρχεται η ώρα που ο Ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να διατυπώσει το σύστημα αξιών και τους κανόνες με τους οποίους έζησε και έγραψε. Ποιητής είναι εκείνος που η ζωή του ανταποκρίνεται στην ποίησή του, υποψιασμένος είναι ο «βιώσας» ευαίσθητα. Ας μην παρεξηγήσουμε τον ποιητή ότι δεν ακούει. Ακούει, παρόλο που δεν συζητάμε αναλυτικά τις διαφωνίες μας. Είναι λεπτή η ισορροπία, καθόσον απευθύνεται στους νεότερους και ενδιαφέρεται για τη διατύπωση των αρχών ποιητικής και ζωής, βρίσκεται στη στιγμή της εξόδου, δηλαδή της ιστορικότητάς του.

1. Ο εαυτός και το έξω
Σε κάθε αυθεντική τέχνη συναντούμε το μοτίβο της αμφίδρομης και διπλής κίνησης από τα έξω προς τα μέσα και αντιστρόφως. Σκαλώνω στον εξής ελλειπτικό αφορισμό:

«Η Μοναξιά λοιπόν ωριμάζει την Κοινωνία;
Εδώ σβήνε τη στάχτη σου κι εσύ!» LXV (77)

Όσον αφορά τον δεύτερο στίχο, συναντούμε συχνά την εικόνα «Τα ποιήματα είναι στάχτη», «σβήσε τη στάχτη»! Αντί της ματαιοδοξίας-φιλοδοξίας, η στάχτη, το μάταιον του εγχειρήματος. Ο πρώτος στίχος όμως διατυπώνεται με μορφή ερώτησης. Δεν μιλάει για την απομόνωση του σύγχρονου ατόμου σύμφωνα με τα διαδεδομένα. Αναρωτιέται για τη μοναξιά της ζωής και τη ζωή της μοναξιάς, όχι για να εγκαταλείψει παρά για να ενισχύσει περαιτέρω την πεποίθηση, που είναι και βασική αρχή του, ότι η κοινωνία φτιάχνεται μέσα μας. Δεν έχετε παρά να ανατρέξετε σε όλο το παλιότερο έργο του Μέσκου του ’60 και του ’70. Το ’χει η ποιητική γενιά του μετά την ήττα; Βεβαίως, αλλά ο καθένας είναι και μοναδικός. Πώς μπόρεσαν και αντιστάθηκαν στην παραζάλη της κοινότυπης μορφής «πολιτικής και στρατευμένης» ποίησης; Είναι ένα προσωπικό στοίχημα που δεν το κερδίζουν όλοι. Η πολιτική δεν καταργείται, απλώς το σημείο στο οποίο αναδύεται μετατοπίζεται συνεχώς εντός μας.

Είσοδος, επι-στροφή στον εαυτό και ακολούθως έξοδος – η πρώτη έννοια που είδα να υπονοεί σταθερά ο Μέσκος. Τα «παράθυρά» του είναι πολλά – και τα κυριότερα τα οφείλει στη μάνα του, όπως εξομολογείται ήδη από το 1958 («Το ανθρώπινο»). Η μοναξιά δεν είναι απομόνωση, είναι οι δεσμοί και το έργο μας. Το έξω, η ζωή, η κοινωνία, βρίσκεται μέσα μας.
Είναι δύσκολο να το παραδεχτούμε αλλά τη σχέση τη φτιάχνουν:
«Οι έντιμοι, οι σαλεμένοι από την ανέχεια και τις στερήσεις των επιλογών τους» (XLVIII).

Αντιθέτως, οι θορυβώδεις «εξωτερικοί» δεν ωριμάζουν σε κάτι με τη φλυαρία, την ευκολία, την ισοπέδωση και την επιπολαιότητα. Αν διακρίνουμε (ο Δημητριάδης κάπου το ανέφερε) «εσωτερικούς» και «εξωτερικούς» συγγραφείς, η ποιητική του Μέσκου συνίσταται στο να βρεις πώς συναντώνται τα «μέσα και τα έξω ρυάκια».
Μέσα στον εαυτό βρίσκεται το κοινό βίωμα της ανθρωπότητας, «το ρόδο του κανενός», το μυστήριο. Όχι με την έννοια του ρομαντικού αυθεντικού εαυτού αλλά ως ένα a priori που είναι ιστορικό αποτέλεσμα και που ανοίγεται ξανά στην ιστορία:

«εξαιτίας της καθολικής ανθρώπινης προϊστορίας των γραφών της Ποίησης» (IXL).

Όπως γνωρίζουμε, ο εμπειρικο-υπερβατικός «άνθρωπος» της νεότερης ιδεαλιστικής παράδοσης αποτελεί σύνθεση δύο πεδίων: της ζωής και της ιστορίας-κοινωνίας. Σύμφωνα με τη βασική ρομαντική θέση, η ανθρώπινη φύση-ουσία είναι το πνεύμα και η ζωή που υπερβαίνουν την πολιτική και την κοινωνικοποίηση, που δεν ανάγονται σε αυτές πλήρως και ολοκληρωτικά. Πρόκειται για το υπόλοιπο που υπερβαίνει τη θέσμιση και μετατρέπεται σε ιδανικό-ιδεατότητα. Η συμφιλίωση των δύο πεδίων, ζωής και κοινωνίας, αποτελεί το αντικείμενο της «μόρφωσης». Όμως, εδώ άλλος παράγοντας τα κρατάει δεμένα χωρίς να τα συμφιλιώνει.
― «Μέσα στη ζωή τον περισσότερο καιρό (θαρρείς) έξω από τη ζωή, ξένος του κόσμου αυτού…» IL (61)
― «ακόμη και οι καταραμένοι ποιητές, τελικά, είναι υπέρ της ζωής»
― «ταυτόσημη ζωή το Ποίημα» XVIII (30):

Η ζωή είναι τέχνη ― το αριστούργημα του καθενός, η πολιτική είναι τέχνη, επίσης και η ποιητική ηθική: «το κατακτημένο περιθώριο» ΧΙ(23).

Σκαλώνω τώρα σε μια άλλη διατύπωση-θεμέλιο:

«η επιστροφή προς το Ποίημα είναι ένας δρόμος γεμάτος κλάματα» V(17).

Η σωματική ποίηση για τον Μέσκο αναφέρεται σε ό,τι βγαίνει με πόνο. Αναγνωρίζουμε εδώ το λυρικό στοιχείο, αλλά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για λυρισμό παράδοξο, αφού συγχρόνως και αμέσως έρχεται η επωδός:

«Και η Ποίηση πολίτης του κόσμου» (79).

Κάτι το μυστήριο συμβαίνει σε αυτή την αέναη κίνηση, στην οποία δεν έχει σημασία ποια κατεύθυνση προηγείται, η προς τα μέσα ή η προς τα έξω. Άλλωστε, το ζεύγος ζωής και θανάτου είναι κολόνες στο έργο του Μέσκου αλλά παίζουν τον ρόλο τους αντιστρόφως. Όταν ξεκινούσε, νεότατος, 23 χρονών, τιτλοφορούσε τη συλλογή του Πριν το θάνατο· πενήντα χρόνια μετά, στο ύστερο έργο του, συνθέτει Ελεγείες.

2. Η Ιστορία και η Φύση
Αρκετοί αναλύουν τον ρόλο της φύσης στο έργο του Μέσκου. Ενδιαφέρομαι, με τη σειρά μου, να ενισχύσω μία τάση που υπάρχει στο έργο αυτό, αναγνωρίζοντας και υπερασπίζοντάς την, γιατί είναι λεπτή, ευαίσθητη, εύθραυστη και ασταθής από τη φύση της. Είναι μία ενδιάμεση, μη κοινότοπη και εν τέλει υλιστική τάση. Μιλάμε για ένα ιστορικό ένστικτο του ποιητή, μία πρακτική «φιλοσοφία της ιστορίας».
Θα πρέπει να σημειώσουμε ―και να το αναλύσουμε περισσότερο σε άλλη ευκαιρία― ότι ο νατουραλισμός του Μέσκου είναι σπινοζικού τύπου και όχι ρομαντικού. Καταρχήν, δεν αφαιρεί από την έννοια της ιστορίας το νόημα χάριν μιας εσωτερικής υπερβατικότητας του αυθεντικού φυσικού εαυτού. Η «φύση» στον Μέσκο αποτελεί ακριβώς έναν νέο τρόπο να σκεφτούμε την ιστορία, σύμφωνα με μια ορθολογικότητα που σκοπεύει στην εξήγηση διά των αιτιών, δηλαδή διά της γνώσης των αντιτιθέμενων δυνάμεων και του συσχετισμού τους. Δεν υπάρχει το παλιό δίλημμα μεταξύ φυσικού ντετερμινισμού και ιστορικής αιτιότητας ως γενικής παράστασης. Η αιτία βρίσκεται μέσα στα αποτελέσματά της.
Στον Μέσκο η ίδια η φύση περνάει μέσα στους ανθρώπους του. Όπως ο ίδιος την αγκαλιάζει, τη συμπεριλαμβάνει και την ενσωματώνει ολόκληρη, έτσι αυτή βγαίνει ενιαία ως αποτέλεσμα στον τόπο και στους ανθρώπους του. Πρόκειται για μία αλληλοδιείσδυση ανθρώπου-φύσης, όπου «ο άνθρωπος αντιλαλεί τις πράξεις της φύσης»: ο Μάρκος δεν κατάγεται από το Καϊμακτσαλάν ― είναι το Καϊμακτσαλάν. Από τον μη διαχωρισμό φύσης και ιστορίας εξάγεται, μπορούμε να πούμε, η αγάπη ως η τέλεια γνώση του «Θεού»-Φύσης. «Κοντεύουμε να γίνουμε χριστιανοί», λέει συχνά, χαρακτηρίζοντας ο ίδιος μεταρομαντική την άποψη του.
Όμως, πρόκειται ουσιαστικά για μια ενδογενή(εμμενή) γνώση της ιστορίας. Πράγματι, στοχεύει στην ιστορική μονάδα (ενικότητα), στην ιστορία των πολλών, των από τα κάτω, των αφανών, όσων βρίσκονται στον κοντινό απόηχο των συγκρούσεων και των μαχών. Στήνει «προτομές ανωνύμων» δείχνοντας πώς επηρεάζεται ο βιόκοσμος από την ιστορία και την πολιτική. Οι «μορφές ζωής» είναι εκείνη η ενδιάμεση ζώνη φύσης και πολιτισμού. Συγκροτείται ένας ιστορικός λόγος, μία ιστορία των «παθών του κοινωνικού σώματος». Ποιοι και πώς χάθηκαν με τη σειρά τους ένας-ένας «πρωταγωνιστές των ονείρων μου» Χ(22). Σημειώνομε εδώ άλλο ένα στοιχείο για το πέρασμα από το ενικό στο πληθυντικό.
Οι «γηγενείς», όπως αποκαλεί ο Μάρκος τους ανθρώπους του. Δεν μαζεύει τα τοπικά γλωσσάρια, όπως άλλοι ανυποψίαστοι συντηρητικοί. Καμιά σχέση με τη σύγχρονη ηθογραφία. Ήταν πάντοτε μοντέρνος, γράφει στα ομορφότερα ελληνικά για να μη χαθούν μορφές ζωής, όμως να σωθούν πού; Στον τόπο της μνήμης όπου η κομμένη γλώσσα μεταπλάθεται σε ποιητική γλώσσα. Η ποιητική γλώσσα αποκαθιστά τη συνέχεια που κόπηκε, διασχίζει το εσωτερικό σύνορο, επουλώνει το τραύμα. Αυτή είναι η στράτευσή του, έτσι αναζητούν τις ρίζες οι πραγματικοί συγγραφείς, έτσι φτιάχνουν ταυτότητες.
Η στάση του για την ιστορία λοιπόν (και την πολιτική, την ήττα της Αριστεράς):

«ο απελπισμένος έρωτας της Ουτοπίας και όχι νοσταλγία»

Αντλεί από νεκρά πρόσωπα-ήρωες και, παρ’ όλα αυτά, δεν κάνει νεκρική ή σκοτεινή ποίηση:

«η πλήρης κυριότητα, πάνω απ’ όλα, ανήκει στους νεκρούς που εμπνεύσανε τα ποιήματά μου» ΙΙΙ(15).

Εντούτοις, παραδέχεται ότι ο τόνος είναι μαύρος και θλιμμένος διότι:

«η προσπάθεια είναι τελέσφορη και ατελέσφορη μαζί» XVI(28).

Πένθος και Χαρά (39,40). Ακόμα και οι Ελεγείες δεν είναι μόνο λυρικό, μελαγχολικό έργο, αλλά κυρίως είναι ξαναπέρασμα όλων των καταστάσεων που έζησε και βίωσε, με σκοπό να δώσει κάτι σαν «όρκο πίστεως» σε αυτές.
Υποστηρίζεται επαρκώς, νομίζω, ότι όχι μόνο δεν έχουμε μία τελεολογική αντίληψη της ιστορίας, ότι δεν υπάρχει «ένα σχήμα μονοσήμαντης εξήγησης» φανατικό αλλά, αντιθέτως, φαίνεται καθαρά μία γνώση πολλαπλή και σύνθετη. Είναι δικαιωμένο το ενιαίο χαλί, το ψηφιδωτό των «ανώνυμων». Δικαιωμένο όχι όμως στην ιστορία αλλά στην ποίηση, η οποία δεν έχει ανάγκη από δυισμούς-διχασμούς. Ο ενικός ψίθυρος του δημιουργού μεσολαβεί για τον πληθυντικό ψίθυρο, χωρίς να χρειάζεται να εκπροσωπήσει κανέναν, χάνεται μαζί τους χωρίς να γίνεται στάχτη.

3. Η Ποιητική της κυριολεξίας
Ολοκληρώνοντας, να πούμε για την άρθρωση των δύο στοιχείων που προαναφέραμε, των κινήσεων της επιστροφής και της εξόδου, στην ποιητική της κυριολεξίας.

«Ποίηση είναι η κυριολεξία των πραγμάτων» (XXIX,41)
«Περίεργο πράγμα η γλώσσα: μέσα σου συνωθούνται χιλιάδες λέξεις που διεκδικούν την προτεραιότητα της κυριολεξίας στην έξοδό τους προτού «παγώσουν» στο χαρτί…» (XXXIV, 46)

«Στην Ποίηση πολλαπλή πάντα η εκδοχή:
δάσος πολυσημίας για την πορεία την ανθρώπινη στο κάθε μέλλον, των ‘πράξεων’ και των ‘λύσεων’ της πραγματικότητας και της ονειρικής αναζήτησης. Κοντά κοντά η αυτογνωσία και η αξιοπρέπεια του Τοπίου (το πολύσχημο κενό εντούτοις)» (XLVI, 58)

Η πολυσημία, η κυριολεξία και η έξοδος: Η πολυσημία υπάρχει μέσα στον ποιητή και πριν από τον λόγο, δηλαδή προηγείται:

«εξαιτίας της καθολικής ανθρώπινης προϊστορίας των γραφών της Ποίησης» (IXL)

Η κυριολεξία βρίσκεται στο μέσον και έπεται η έξοδος και η συνάντηση με τους αναγνώστες, φτιάχνοντας την ιστορικότητα του έργου. Η πολυσημία αποδίδεται τελικώς στον τίτλο ενικός και πληθυντικός ψίθυρος.
Από τη μια, το λυρικό μαγικό στοιχείο της τέχνης: μυστικά που δεν έχουν αποκαλυφθεί, οι μύστες, «μαγική… Ποίηση του ανεξήγητου μυστηρίου» ΧΙΙ. Ο ίδιος δοκιμάζει να το αποκαλεί λυρικός μεταϋπερρεαλισμός, ΧΙΙ(24).
Από την άλλη, το πέρασμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο (κυριολεξία). Ως ανάπτυξη των αντιφάσεων (πολυσημία) της αρχικής διατύπωσης είναι ταυτόσημη με την ιστορικότητα (έξοδος). Η ιστορία λοιπόν αποτελεί μία διαδικασία όχι προσανατολισμένη αλλά απρόβλεπτη. Δεν αποσκοπεί στην καθολικότητα αλλά στοχεύει στην ιστορική ενικότητα: στην παραγωγή των ενικών ουσιών, στην ποικιλία των συνθηκών και των μορφών, στην ανάλυση των διαφορών. Ιδού η σημασία του σολωμικού motto του βιβλίου: από τη μικρότητα (ενικός) θα προβάλλουν οι ουσίες (πληθυντικός και όχι «η» ουσία).

Το κοινό στοιχείο που προηγείται πάντοτε είναι μία ιστορική καθολική πολλαπλή ουσία: γι’ αυτό είναι «κοινωνικός»-λυρικός ποιητής. Το κοινό (common) λόγω της συνήχησης με τον όρο «κομμουνισμός» φοβίζει τον Μάρκο κάπως ασυναίσθητα και τον οδηγεί να χρησιμοποιεί αντί του «κοινός» τον όρο «κοινωνικός». Η έννοια του «κοινωνικού λυρισμού» ―που ο ίδιος χρησιμοποίησε στο κείμενό του για τον Πάνο Θασίτη[2]― είναι μία αντιφατική έννοια και γι’ αυτόν τον λόγο πολύ ενεργή και δυναμική. Συναιρεί δύο αντίθετα πράγματα, που κακώς εννοούνταν μέχρι τώρα ως αντίθετα: λες και ο λυρισμός είναι εντελώς προσωπικό πράγμα, και η κοινωνική ποίηση είναι κάτι χωρίς αναφορά στο λυρικό στοιχείο. Μία διατομική (transindividual) έννοια έβγαλε ο Μάρκος και του την ξαναχαρίζουμε.

Επίλογος
Ο Μέσκος είναι δυνατότερος από πολλούς, με πολλές ουσίες και δυνάμεις να αναβλύζουν από μέσα του. Το τελευταίο στοχαστικό βιβλίο του λοιπόν αποτυπώνει την ενδυνάμωση μέσω της πολλαπλότητας και της ακεραιότητας, με την αξιοποίηση τόσο της λογικής όσο και της βιωματικής του γνώσης.
Ο Μέσκος πιστεύει ότι προϋπήρξαν μεγάλα ονόματα στη σκέψη και στη τέχνη, πως δεν μπορούμε με τη σκέψη να επινοήσουμε εύκολα κάτι που να μην έχει δοκιμαστεί και που να μην είναι γνωστό, που να μην το έχουν αντιληφθεί ακόμη άνθρωποι που ασχολούνται.
Αλλά τότε τι μπορούμε να κάνουμε; Ο Μέσκος εννοεί ότι δεν πρέπει να παίρνουμε τους μεγάλους συγγραφείς που προηγήθηκαν ως μοντέλο αλλά ότι «το μέγεθος προκύπτει από τον μύθο που ιστορείς». Ένα μικρό βήμα μπροστά και όχι άλματα και ιστορικιστικά ξεπεράσματα, «σχεδόν τα πάντα έχουν ειπωθεί» IX(21). Ανθρώπινα καθημερινός (εμπειρία, βίωμα) και ταυτοχρόνως κλασική διάσταση, αφού πρωτοτυπεί με μικρές μετατοπίσεις, αλλά κατ’ επανάληψη. Δεν μετακενώνει δάνεια, δεν μιμείται. Δεν αλλάζει, λένε. Τι να αλλάξει; Μετακινούνται τα βουνά;

[1] Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σημειώσεις 71, Ιούνιος 2010, 83-92 και είχε εκφωνηθεί ως ομιλία για το βιβλίο του Μάρκου Μέσκου, Στον ενικό και πληθυντικό ψίθυρο, εκδ. Νεφέλη, στις 18 Νοεμβρίου 2009, στο βιβλιοπωλείο Κυριακίδη της Θεσσαλονίκης. To κείμενο ακολουθεί την αρίθμηση του ποιητή. Η γνωριμία μας λοιπόν ανατρέχει στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα.
[2] Μάρκος Μέσκος, «Ακόμη μια ανάγνωση του Πάνου Θασίτη», Σημειώσεις, 69, Ιούλιος 2009, σ.63.

*Από εδώ: http://entefktirio.blogspot.com/2019/01/blog-post_6.html

Για τη «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς» του Δημήτρη Π. Κρανιώτη

Σταύρος Γκιργκένης*

Παρατηρήσεις ύφους και ποιητικής στη συλλογή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη

Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς, εκδ. Κέδρος 2018.

Το βιβλίο Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς των εκδόσεων Κέδρος αποτελεί την πιο πρόσφατη συμβολή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη στον χώρο της ποίησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Θεσσαλός ποιητής αποτελεί μια από τις πιο ώριμες φωνές που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στον στίχο σήμερα και ότι η συλλογή είναι από τις σημαντικότερες που εκδόθηκαν το 2018.

Τα ποιήματα που συναποτελούν τη συλλογή χαρακτηρίζονται συνολικά από λιτότητα στο λόγο, πυκνότητα και βραχύτητα στην έκφραση. Είναι χαρακτηριστική η συντομία που τα διακρίνει, αφού ο ποιητής ολοκληρώνει όσα έχει να πει σε κείμενα που η έκτασή τους δεν ξεπερνά ποτέ τη μία σελίδα.

Βασικό γνώρισμα της ποιητικής του τεχνικής είναι το παιχνίδι με τις λέξεις. Για παράδειγμα στο ποίημα με τον τίτλο Μείον ένα η φράση «-1» χρησιμοποιείται πρώτα ως αριθμητικό σύμβολο για τα νούμερα των ορόφων στο μεταφυσικό ασανσέρ που οδηγεί στο χτες, ενώ στη συνέχεια εμφανίζεται γραμμένη ολογράφως στην τελευταία στροφή. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας αντίθεσης ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, το χτες και το αύριο:

Ως το χθες / ως το σίγουρο κι απροσδόκητο -1 του ασανσέρ… γεμίζοντας με μείον ένα αύριο ρίζες λωτών και μύθων.

Η τεχνική αυτή δημιουργεί συνηχήσεις που επεκτείνονται ακόμη και στην περίπτωση των ξένων λέξεων, όπως πολύ χαρακτηριστικά συμβαίνει στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής που έχει τον τίτλο «Αλφαβητάρι»: Πίνοντας αναψυκτικό light / Και κάνοντας like.

Η καβαφικού τύπου λιτότητα στο λόγο του ποιητή δημιουργείται επίσης από την πληθωρική χρήση των επιρρηματικών μετοχών: πίνοντας, κάνοντας, σκουπίζοντας τα φύλλα, φωνάζοντας σε μία γλώσσα άγνωστη, υφαίνοντας αυταπάτες, γεμίζοντας με -1 αύριο, και πολλά άλλα παρόμοια.

Ομόλογο υφολογικό χαρακτηριστικό είναι η κυριαρχία των ουσιαστικών και των ρημάτων με την αντίστοιχη μειωμένη παρουσία επιθέτων. Όπου εμφανίζονται ίχνη επιθέτων είναι κυρίως μέσω της μεταμόρφωσής τους στα αντίστοιχα επιρρήματα. Για παράδειγμα: αφοπλιστικά και αναίμακτα, μην μου απαντήσεις βιαστικά, υπόγειο αορίστως κι εντόκως με θυμό. Όλα αυτά σε ένα και μοναδικό ποίημα («Μείον ένα»).

Εναλλακτικά το επίθετο, έναρθρο, μπορεί να μετατρέπεται σε αφηρημένο ουσιαστικό με έναν σχεδόν θουκυδίδειο τρόπο: Το αβέβαιο της θέλησης μας και το άβατο της ηθικής μας, στο ποίημα «Υψικάμινος».

Συναφής υφολογικά είναι η χρήση σχεδόν οποιουδήποτε μέρος του λόγου σε θέση ουσιαστικού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Άρχισα να ξηλώνω τα ρούχα μου ώσπου έμεινα γυμνός στη μέση του πουθενά, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Χάθηκε σε ζιζάνια το ψες, στο ποίημα «Αυλή χωρίς σιωπές».
Δούναι και λαβείν κατά φύσιν κεκτημένα… Δούναι και λαβείν παρά φύσιν τεκταινόμενα στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Στο παρά πέντε απόδρασης από το σαβουάρ βιβρ, στο ποίημα «Ιανός».
Παραβίασες τα σύνορα που έθαψαν το γνώθι σαυτόν… Στο άψε σβήσε έτσι απλά γέννησες φως, στο ποίημα «Άψε σβήσε».
Με αμέτρητα απωλέσθην, στο ποίημα «Απωλέσθην».

Πολλές από αυτές τις εκφράσεις χρησιμεύουν και ως τίτλοι των αντίστοιχων ποιημάτων.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί η χρήση των σημείων στίξης ή μάλλον η σχεδόν παντελής απουσία τους. Δεν υπάρχει τελεία, δεν υπάρχει κόμμα. Διασώζεται περιστασιακά η παρένθεση, προκειμένου να δηλωθεί μια δεύτερη σκέψη του ομιλούντος προσώπου, μια αμφιβολία, ένας υπαινιγμός, μια αιφνίδια προσθήκη, μια αποσαφήνιση, συνήθως μέσω κάποιας αντιθετικής έκφρασης και ενός συνοδευτικού ερωτηματικού:

Έτσι κι αλλιώς ποιος θα με καταλάβαινε, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Ποια λογική νοικιάστηκε από τη φαντασία μου απόψε, στο ποίημα «Μείον ένα».
Μήτρα ζωής η γη υιών και θυγατέρων, στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Και χωρίς σήμα το κινητό μας, στο ποίημα «Ιανός».
Πότε προλάβαμε άραγε να ερωτευτούμε, στο ποίημα «Ιανός».
Όσα δεν λέγονται μα γράφονται στο σκοτάδι, στο ποίημα «Άψε σβήσε».
Ποιος ξέρει αν θα βρέξει… Ποιος στο όνειρο θα αντέξει, στο ποίημα «Δελτίο καιρού».
Τα ουσιαστικά μαλώνουν ανεξαρτήτως πτώσης… τα ρήματα διαμαρτύρονται ανεξαρτήτως χρόνου, στο ποίημα «Συγκάτοικος λέξεων».

Περιστασιακά τον ίδιο ρόλο αναλαμβάνει ο εγκιβωτισμός μιας φράσης σε παύλες:
Μέσω πιστωτικής, στο ποίημα «Εκποίηση. Σε τιμή ευκαιρίας, στο ποίημα «Μεταχειρισμένα Όνειρα». Αναπόφευκτη συνήθεια των ημερών που έρχονται, στο ποίημα «Πέμπτη εποχή». Ψυχή και σώματι, στο ποίημα «Λύτρωση».

Ο λόγος των ποιημάτων του Δ. Π. Κρανιώτη χαρακτηρίζεται από μια ιδιόμορφη μίξη γλωσσικών επιπέδων που θυμίζει έντονα σε ορισμένα σημεία τον τρόπο που ο Καβάφης αναμιγνύει την απλή δημοτική, τους ιδιωματισμούς και την καθαρεύουσα. Στον Δ. Π. Κρανιώτη η ιδιομορφία της μίξης στηρίζεται στην ταυτόχρονη χρήση μιας γλώσσας πολύ καθημερινής σε συνδυασμό με μια πληθώρα λέξεων που προέρχονται από τη λόγια παράδοση και χρησιμοποιούνται στον ιδιαίτερα πεπαιδευμένο λόγο. Στο μείγμα προστίθεται και η χρήση πολλών ξένων λέξεων, ορισμένες φορές γραμμένων στο λατινικό αλφάβητο, σε μια προφανή αναγνώριση της σύγχρονης γλωσσικής πραγματικότητας και με μια διάθεση να γειωθεί ο κορμός του ποιήματος στον γλωσσικό νατουραλισμό. Άρα μπορούμε να διακρίνουμε δύο αντίρροπες κινήσεις στο ύφος του Δ. Π. Κρανιώτη: λέξεις υψηλής φόρτισης από τη μια και λέξεις χαμηλού φωτισμού από την άλλη. Παραδείγματα:

Να αναζητώ με silver alert δίχως όνομα εμένα, στο ποίημα «Παζλ».
Δεν άφησα ρέστα για πουρμπουάρ δεν σκόνταψα διαγωνίως, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Μήτρα ζωής η γη υιών και θυγατέρων, στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Το ασανσέρ κολλημένο μεταξύ ρετιρέ και ουρανού, στο ποίημα «Ιανός».
Στο παρά πέντε απόδρασης από το σαβουάρ βιβρ, στο ποίημα «Ιανός».
Άφησες ένα post it, στο ποίημα «Απωλέσθην».
Σε μειδίαμα λευκής μαρμαρυγής… τα κελεύσματα σιωπής επίορκων δωρητών ψυχής, στο ποίημα «Λευκή μαρμαρυγή».
Μην στέλνεις άλλα sms… το iphone μου πέταξα, στο ποίημα «Τα sms της κρίσης».

Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά της γλώσσας και του ύφους του Δ. Π. Κρανιώτη δεν αποτελούν τυχαίες συναθροίσεις λέξεων, αλλά αποτέλεσμα μελετημένης στόχευσης και σκληρής δουλειάς. Δεν προκύπτουν τυχαία, αλλά είναι προϊόν μεθοδικής και λεπτής επεξεργασίας του λόγου, κάτι που κάνει τον Δ. Π. Κρανιώτη να ξεχωρίζει από μια μεγάλη κατηγορία προχειρολόγων ποιητών που δουλεύουν πολύ λίγο τα στιχουργήματά τους, αφού τα γράψουν. Στην προχειρολογία και την ευκολία που βασιλεύουν στο τοπίο του σύγχρονου ελληνικού ποιητικού λόγου, ο Δ. Π. Κρανιώτης αντιτάσσει τον δύσκολο καλβικό αγώνα της πάλης με τις λέξεις, τις φόρμες και τις έννοιες.

Κλείνοντας θα ήθελα να θίξω ακόμη ένα θέμα της τεχνικής του Δ. Π. Κρανιώτη, που αποτελεί προέκταση όσων ειπώθηκαν προηγουμένως σχετικά με τη φροντίδα που δείχνει στην επιλογή των λέξεων και την συστηματική επεξεργασία των λόγων του. Αξίζει, λοιπόν, να προσεχτεί μια ιδιαίτερη κατηγορία ποιημάτων που αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, ένα είδος αποκαλυπτηρίου για το πώς λειτουργεί το «εργαστήριο ποιημάτων Κρανιώτη». Εννοώ φυσικά τα ποιήματα ποιητικής που δεν είναι λίγα μέσα στη συλλογή. Τα ποιήματα αυτά αποκαλύπτουν ποιες ανάγκες του ποιητή ικανοποιεί η ποίηση, γιατί γράφει, πώς γράφει, πώς νομίζει ότι τον αντιμετωπίζει ο κόσμος και οι ομότεχνοι και πολλά άλλα παρόμοια θέματα.

Δεν ξέρω τι πραγματικά σκεφτόταν ο Δ. Π. Κρανιώτης, όταν έγραφε το ποίημα «Αλφαβητάρι», αλλά μοιάζει, σ’ εμένα τουλάχιστον, να σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να κατακτήσει την απλότητα του λόγου ο ποιητής: θα ήθελε να έχει στην κατοχή του το πιο απλό εργαλείο του λόγου, το αλφαβητάρι, να ξαναμάθει από την αρχή πώς να δίνει στην Άννα ένα μήλο σε μια προφανή νοσταλγική παραπομπή στην απλότητα της παιδικής ηλικίας. Ο ποιητής μας θέλει λοιπόν να μιλήσει απλά και λιτά, τώρα που μεγάλωσε.

Στη «Γραβάτα δημοσίας αιδούς επιδίδεται σε ένα στριπτίζ απογυμνώνοντας τον εαυτό του σε ένα μέρος που δεν υπάρχει κανείς για να συνομιλήσει μαζί του και φωνάζοντας σε μια γλώσσα άγνωστη, γιατί προφανώς νιώθει ότι η γυμνότητα του λόγου που εκπέμπει δεν έχει εύχερους ακροατές.

Στο ποίημα «Αυλή» χωρίς σιωπές η γλάστρα της σιωπής σπάει δίνοντας τη θέση της στην κραυγή, τον άναρθρο λόγο, μόνο που αυτή η κραυγή έχει απωλέσει τον εαυτό της, αφού δεν θυμάται τι απέγινε το φως και το σκοτάδι.

Στο ποίημα «Μείον ένα» οι λέξεις γίνονται ενδύματα τα οποία, σε αντίθεση με το στριπτίζ της Γραβάτας δημοσίας αιδούς, οι πρωταγωνιστές του κειμένου, το ποιητικό υποκείμενο και η συντροφιά του, πρέπει αντιθέτως εδώ να φορέσουν. Ωστόσο δεν χρειάζεται αυτό να συμβεί βιαστικά. Υπάρχει χρόνος για να δοθούν απαντήσεις και υπομονή.

Στο ποίημα «Άψε σβήσε το ποιητικό υποκείμενο με ορμή παραβιάζει τα σύνορα που του έχουν τεθεί, εισβάλλει στο πραγματικό βασίλειο του εαυτού του για να τον γνωρίσει, γκρεμίζοντας φυλακές και πυρπολώντας κουρτίνες και εμπόδια. Και όλα αυτά γίνονται δίχως κραυγές ή ψιθύρους, ενώ από το αγκάλιασμα των λόγων που γράφονται μες στο σκοτάδι προκύπτει για πρώτη φορά το φως, γεννημένο από την ίδια την ομιλούσα φωνή.

Στην «Εκποίηση» μετά από μια αναφορά στην έλλειψη προλόγων και στην ύπαρξη προκάτ επιλογών που δημιουργούν μία ευτελή ανομβρία, το ποίημα συνεχίζει με υπαινιγμούς σε φλυαρίες που δεν επιτρέπουν την επαφή, σε αστυφιλίες λέξεων που θρυμματίζουν το φίλημα και σε μια εκποίηση που είναι στην πραγματικότητα ποίηση ημιτελών αισθήσεων και στιγμών που δεν μπορούν να ενταχθούν πουθενά.

Στην «Πρώτη απαγγελία» η ποιητική φωνή ως οξύμωρο φωνάζει με ψιθύρους, κρεμά ποιήματα στους τοίχους χρησιμοποιώντας για καρφιά συλλαβές. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας λόγος, ο οποίος απαγγέλει όσα έχουν γραφεί εν απουσία του ποιητή, αλλά με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο από τον ίδιο.

Στο «Κόκκινο ποίημα» το χρώμα του ποιήματος παραπέμπει στο αίμα μέσω του οποίου είναι γραμμένο το ποίημα και με τις λέξεις του οποίου ο ποιητής πεθαίνει και ανασταίνεται.

Στο ποίημα «Ενδελεχώς» το ποιητικό υποκείμενο, μέσω της συγγραφής, πότε δημιουργεί τον εαυτό του και ποτέ τον διαγράφει, σβήνοντας εφιαλτικές μνήμες και χαράζοντας άλλες υποστηρικτικές. Στο τέλος όλο το σκηνικό μετατρέπεται μέσα από μια μεταφορά σε διαδικασία που παραπέμπει στη ζωγραφική. Ο ποιητής ζωγραφίζει με καινούργια χρώματα τον εαυτό του σε μια προσπάθεια που ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί.

Στο ποίημα «Γυμνά διηγήματα» γίνεται ολοφάνερα και πάλι λόγος για την συγγραφική διαδικασία: αναφέρονται η γραφή, η σιωπή που την υποκαθιστά, η ρίμα, τα χαϊκού, οι ωδές, ενώ το ποίημα κλείνει στις δύο τελευταίες στροφές του με μια αντίθεση: τα γυμνά διηγήματα του ποιητή δεν άντεξαν τον καθωσπρεπισμό με τον οποίον ήρθαν αντιμέτωπα, ενώ τα ντυμένα ποιήματά του τιμωρήθηκαν με απαγόρευση εισόδου στις ακτές των γυμνιστών. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ο λόγος του ποιητή να μη βρίσκει το ακροατήριο που επιθυμεί.

Στο ποίημα «Ενοικιάζεται» η ποίηση προκύπτει ως κάτι το προσωρινό μέσα από ένα φιλί χωρίς ομοιοκαταληξία. Η αγάπη κλείνεται σε ανέκφραστες συλλαβές που μόνο αυτές έχουνε χρώμα μέσα σε ένα ασπρόμαυρο τοπίο. Ίσως εδώ να υπονοείται μία αδυναμία έκφρασης μέσα από το λόγο του πλέον βαθύτερου συναισθήματος, της αγάπης.

Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολλή ώρα ακόμα με παρόμοιες παρατηρήσεις, αφού η ποιητική διεισδύει σχεδόν σε κάθε ποίημα της συλλογής έμμεσα ή άμεσα. Προτιμώ να κλείσω εδώ με την παράθεση δύο πολύ χαρακτηριστικών ποιημάτων που φανερώνουν το πώς βλέπει την ποιητική διαδικασία ο Δ. Π. Κρανιώτης. Το ένα είναι το ποίημα «Κορώνα γράμματα», όπου η ποίηση λειτουργεί ως βασανιστήριο και ως φάρμακο ταυτόχρονα:

Σαν γράφω,
Κορώνα-γράμματα
Παίζω τον εαυτό μου

Ματώνω τρέχοντας
Με τον νου
Σκοντάφτω
Στην καρδιά μου
Ληστεύω συναισθήματα
Χορεύω μοιρολόγια

Σαν τιμωρούμαι
Με ποίηση
Με λέξεις αναρρώνω

Το άλλο ποίημα είναι ο «Συγκάτοικος Λέξεων», που υπονοεί την πάλη του ποιητή για επιτυχία στην γλωσσική εξωτερίκευση του εσώτερου λόγου:

Από δωμάτιο σε δωμάτιο
Τις λέξεις αναστατώνω
Τα ουσιαστικά μαλώνουν
(Ανεξαρτήτως πτώσης)

Χωρίς αιτία στο ισόγειο ξαπλώνω
Τα ρήματα διαμαρτύρονται
(Ανεξαρτήτως χρόνου)

Χωρίς δίλημμα
Στο μπαλκόνι ξυπνώ
Ανάμεσα σε σελίδες
Που ακόμη γράφονται
Τα βήματά μου αγνοώ

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Εrnst Ηaas.] http://frear.gr/?p=23529&fbclid=IwAR2u_RhWmV53Ojypl8wsIEbgIbsV3ngYhin8PBSuZYWmR6ztlzoPycJWIH4