Θα γίνει μνήμη ή θα γίνει κράτος*

Φώτο: Αλεξάνδρα Δήμου

έτσι αποξενωθήκαμε από τον πόνο
—αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση…—
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο

(Βύρων Λεοντάρης, Έτσι που τραύλιζα, περιοδικό Σημειώσεις, 1992)

Λίγες μέρες πριν, αποκάλυψα σε έναν φίλο πως ετοιμαζόμασταν για τη σημερινή εκδήλωση. Με κοίταξε με ύφος μπλαζέ. «Τι νόημα έχει μια εκδήλωση για την ποίηση σήμερα; Η ποίηση έχει εδώ και καιρό πεθάνει!» μου είπε. Δεν απάντησα. Σκέφτηκα μόνο για λίγο: η ποίηση έχει όντως πεθάνει ή μήπως ήταν πάντα νεκρή; Ως προς το πρώτο ερώτημα, τα στοιχεία θα απαντούσαν μάλλον καταφατικά. Τις τελευταίες δεκαετίες οι αναγνώστες της ποίησης έχουν μειωθεί δραματικά ενώ οι πωλήσεις ποιητικών βιβλίων στην αγορά (παρά τον εκδοτικό πληθωρισμό) έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Η ποίηση όμως δεν ξεβράζεται μόνο εκτός αγοράς αλλά και από τα σαλόνια της επίσημης λογοτεχνικής νομενκλατούρας. Τα τελευταία 20 χρόνια, από το 1997 και μετά, τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας έχουν απονείμει το νόμπελ λογοτεχνίας μόνο σε έναν ποιητή, και αυτό στον συμπατριώτη τους Τούμας Τράνστρεμερ. Μήπως λοιπόν η ποίηση εξαφανίστηκε οριστικά;

Έχω την αίσθηση πως εξωθήθηκε σε εξαφάνιση. Επιτρέψτε μου ένα παράδειγμα. Πρόσφατα, σε νεανική – σατιρική εκπομπή μεγάλης τηλεθέασης προβάλλεται βίντεο στο οποίο ο αντιπρόεδρος της βουλής απαγγέλει ποίησή του. Οι παρουσιαστές κατακλύζουν το βίντεο με καταιγισμούς αυθόρμητου γέλιου και περιπαικτικών σχολίων που όλα συντείνουν στην άποψη πως τόσο το περιεχόμενο της ποίησης όσο και το ύφος του ποιητή είναι σαχλά. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με την ποιότητα του εν λόγω ποιήματος αλλά με την κοινή διαπίστωση πως στις μέρες μας κάθε δημόσια απαγγελία ποιημάτων θεωρείται γελοία, αφού, σύμφωνα με την επικρατούσα αισθητική ηθική, η ποίηση είναι μια αυστηρώς προσωπική υπόθεση και άρα πρέπει κανείς να την διαβάζει …από μέσα του. Στον κόσμο της κοινωνίας του θεάματος, που εδώ και τουλάχιστον πέντε δεκαετίες έχει επικρατήσει, η ποίηση, εξ αιτίας της ιδιάζουσας μορφής της, έμεινε εν πολλοίς έξω από την μετατροπή της σε προϊόν μαζικής κατανάλωσης —αν και πολλοί ποιητές θα το επιθυμούσαν διακαώς— και το τίμημα που πλήρωσε ήταν η παράδοση των ποιητών στην δημόσια χλεύη. Ο ποιητής αποφεύγει το γιουχάρισμα μόνο όταν κρατάει την ποίηση αυστηρά για τον εαυτό του, όταν διατηρεί το ποίημά του νεκρό στο χαρτί, όταν η ποίηση δεν δονεί το στόμα. Η μόνη μορφή «ποίησης» που γίνεται αποδεκτή είναι η αλλόκοτη περσόνα ενός σαλτιμπάγκου που, προσποιούμενος τον ποιητή, απαγγέλει «ποίηση»· όχι όμως ποίηση σαν αυτή που γράφουν οι ποιητές αλλά μια ποίηση γεμάτη από τα κλισέ και τις ανόητες τυπολογίες που η κοινή αντίληψη αποδίδει στην ποίηση. Η θεωρία πως η ποίηση είναι μια διαστροφή ορισμένων «μη κανονικών» επιβεβαιώνεται από τους ίδιους τους «ποιητές», δηλαδή τους διασκεδαστές που τους προσποιούνται.

Τι συμβαίνει λοιπόν με την ποίηση σήμερα; Έχουν περάσει αισίως επτά δεκαετίες από τη μνημειώδη ρήση του Αντόρνο, «Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση» και η μεταπολεμική βαρβαρότητα είθε να δικαιώσει κάπως περίεργα αυτή τη φράση. Η ποίηση, που απέτυχε κάποτε να αποτρέψει τα κρεματόρια, σταδιακά εξορίστηκε από την μεταπολεμική κοινωνία της αφθονίας και του θεάματος, επειδή ούτε εκεί μπορούσε να βρει τον τόπο της. Για να επιστρέψουν σήμερα, ξανά, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε μια Ευρώπη χωρίς ποιητές. Απέτυχε, λοιπόν, η ποίηση; Αναμφισβήτητα ναι· μόνο που αυτή της η αποτυχία να προσαρμοστεί στο παρόν ήταν και η μοναδική της δυνατότητα να σώσει την ψυχή της· χωρίς να παραδοθεί στην μετα-ποίηση των διαφημιστικών σποτ, της καθημερινής αποχαυνωτικής αυτο-βελτίωσης και των μεταμοντέρνας κακογουστίας· χωρίς να γίνει ένα ακόμα αντικαταθλιπτικό χαπάκι σε φύλλο καθημερινού ημερολογίου. Εντάξει, θα πεις, η ποίηση «ανήκει στο μέλλον», γράφεται για τους πόθους «αυτών που περιμένουν την άνοιξη». Κι όμως, αν η ποίηση ανήκε στο μέλλον, θα είχε ίσως κάποτε καταφέρει να ενωθεί με την πραγματικότητα, να δικαιωθεί ιστορικά, να γίνει πράξη. Κι όμως ούτε αυτό κατάφερε. Παρέμεινε απελπιστικά ξένη με κάθε πραγματικότητα που επιβλήθηκε στο όνομα της. Ο Μαγιακόσφκι αυτοκτόνησε και αυτή η χειρονομία δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά ως μια αυτοκτονία της ίδιας της ποίησης. Γιατί η ποίηση, όσο φουτουριστική και επαναστατική και αν δείχνει, ανήκει πάντα στο παρελθόν· στη μνήμη ενός (ου)τόπου που ακόμα και αν έχει την λαμπερή ταμπέλα του μέλλοντος δεν είναι τίποτα παραπέρα από ένα μεταμφιεσμένο παρελθόν, εκεί που «ο τάφος ονειρεύεται το λίκνο». Βλέπεις, οι ποιητές ακόμα και όταν μιλούν για το μέλλον, μιλάνε κατά βάθος «για τα γηρατειά του μέλλοντος».

Η ποίηση δεν έρχεται από το μέλλον ούτε τρέφεται από το παρόν, ακριβέστερα μιλάει πάντα για μια (πανταχού παρούσα) απουσία, μια πρωταρχική έλλειψη που είναι η πηγή, η αδιόρατη μούσα κάθε ποιητικής αγωνίας. Εξ ου και οι μομφές που δέχεται διαχρονικά η ποίηση από τους ζηλωτές του καινούργιου και τους εμφατικά ακτιβιστές της ζωή, αφού όπως συχνά την κατηγορούν «εξιδανικεύει το παρελθόν, μη μπορώντας να προσαρμοστεί στο παρόν». Όμως αυτή η κατηγόρια, δεν είναι τίποτα άλλο από την επιβεβαίωση πως η ποίηση αρνείται να πεθάνει· αρνείται να αφήσει το πεπρωμένο της σε άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες ξένες προς στους σκοπούς της· αρνείται να γίνει τσιτάτο του μέλλοντος ή σύνθημα ενός παρόντος ξένου. Γιατί ο σκοπός της ποίησης είναι ακριβώς αυτή η απουσία σκοπιμότητας — σκοπιμότητας που ενέχουν πάντα οι ενέργειες των ανθρώπων σε χρόνο ενεστώτα. Και αυτόν τον ενεστώτα, τον ταυτόχρονα παρόντα και ταυτόχρονα μελλοντικό, είναι που αρνείται η ποίηση, για να διαφυλάξει την ζωντανή μνήμη ενός παρελθόντος, όχι με τον νεκρό τρόπο της ιστορίας (αυτό που έγινε), αλλά με τον ζωντανό τρόπο της ποιητικής δυνατότης (αυτό που μπορούσε να γίνει), για να τον παραδώσει ανέπαφο στις γενιές που έρχονται.

Η ιστορία, έγραψε πρόσφατα ο Κώστας Δεσποινιάδης ερμηνεύοντας τον Άρη Αλεξάνδου, είναι μια διαρκής πάλη ανάμεσα στους ποιητές και τους χωροφύλακες. Η φράση αυτή συμπυκνώνει τον «ιστορικό ρόλο» της ποίησης, ως μιας ενοχλητικής, αντικαθεστωτικής μειοψηφίας που επισημαίνει διαρκώς πως «κάτι πάει στραβά». Γιατί αν κάποιοι, κάποτε, οραματίστηκαν έναν κόσμο όπου η ποίηση δεν θα είχε πια λόγο ύπαρξης, αφού θα είχε υπερβαθεί από ένα κοινωνικό σχέδιο στο οποίο όλες οι αγωνίες της θα είχαν δήθεν εκπληρωθεί, όχι μόνο απέτυχαν παταγωδώς αλλά άφησαν πίσω τους μια τραυματισμένη κοινωνική έρημο χωρίς ποιητές.

Στο ερώτημα, λοιπόν, που επικρέμεται (και της σημερινής εκδήλωσης αλλά και κάθε συζήτησης για την ποίηση): τι ρόλο μπορεί να έχει η ποίηση στις μέρες μας; η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Αφενός γιατί η θεαματική εποχή μας έχει σχετικοποιήσει —σε μέγιστο βαθμό— τις έννοιες, με αποτέλεσμα η εικόνα του ποιητή να είναι αυτή του περφόρμερ τσαρλατάνου που προσποιείται καρικατουρίστικα πως «ζει την ποίηση» (ενώ, στην πραγματικότητα, ζει εγκλωβισμένος μέσα στην στολή του κλόουν) και αφετέρου γιατί η θεμελιώδης σχέση της ποίηση με το «αρνητικό» (αυτό το στοιχείο της έλλειψης που αναλύσαμε προηγούμενα) η οποία (σχέση) χαρακτηρίζει κάθε ποίηση άξια του ονόματός της, την καθιστά αυτομάτως ανοίκεια ενός κόσμου τόσο μονόπλευρα προσανατολισμένου στην «θετικότητα». Γιατί η ποίηση, όπως και κάθε αυθεντική τέχνη, συλλαμβάνει το παρόν αρνητικά. Χωρίς καμία υποχώρηση προς της εξωραϊστική, γύψινη θετικότητα, μας λέει τη μόνη αλήθεια που αξίζουν τα πράγματα — για αυτό πληρώνει το τίμημα.

Μοιραία λοιπόν πρέπει να ψάξει κανείς πολύ για να βρει την ποίηση σήμερα, καθώς ένα επιπλέον σύμπτωμα του αφανισμού των ποιητών στην εποχή μας είναι η υπερπαραγωγή «ποίησης»· μιας, δήθεν, βέβαια ποίησης, σχεδόν βιομηχανικά παραγόμενης σε μανιακούς ρυθμούς για να καλύψει τις μπότοξ ανησυχίες μιας διαβρωμένης, ημι-μορφωμένης και αυτοαναφορικής μικροαστικότητας. Μέσα όμως στους ίδιους διαύλους, εκεί ανάμεσα στα ξερά αγριόχορτα, ζει και η χλωρή, ζωντανή ποίηση. Πόσο δύσκολο είναι άραγε να την εντοπίσεις; Και πόσο δυσκολότερο είναι να ασκηθείς σε αυτήν; Σε μια εποχή υπερ-προβολής μιας εγωπαθούς, αυτάρεσκης και τυφλής υποκειμενικότητας, πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για την χαμένη κοινότητα, τον υπερβατολογικό όρο δηλαδή, την αναλλοίωτη προϋπόθεση, για κάθε τέχνη; Σε μια εποχή φαμφάρας και τυμπανοκρουσίας πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για το απλό, μικρό και ουσιώδες;

«Χρειάζεται τόλμη / Για ν’ αγαπήσεις / Και την ύστατη / Σταγόνα δάκρυ» γράφει ο Δημήτρης Τρωαδίτης.

Η ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη στέκεται στο αντίποδα της ποιητικής δημιουργίας της εποχής μας. Λιτή και ουσιώδης, χωρίς ηλεκτρικούς ενισχυτές, ανόητους βερμπαλισμούς και φιλολογικά φτιασιδώματα, με γλώσσα καθημερινή, μας θυμίζει πως η τέχνη δεν είναι ζήτημα των ειδικών της, αλλά αυτών που έχουν κάτι να πουν. Αυτών που νιώθουν αυτήν την έλλειψη και δονούνται από μια ασυμβίβαστη θέληση να την εκφράσουν.

Θα γράψει στο «Η μοναξιά του χρόνου»:

«οι νεκροί στις κοιλάδες δεν ξεχνιούνται […] τα κατάλευκα πρόσωπα / δεν φεύγουν εύκολα από τη μνήμη»

Η ποίηση για τον Τρωαδίτη είναι μια καταβύθιση στο παρελθόν, από την «Ωδή στο ανικανοποίητο» θα μπορούσαμε να αποκόψουμε και έναν σύντομο ορισμό της:

«να κάνεις επισκέψεις / σε μισοφωτισμένα υπόγεια / όπου οι πρόγονοι επανέρχονται»

Το παρελθόν, η μνήμη για τον ποιητή είναι το μόνο υλικό αλλά και ταυτόχρονα το αβάσταχτο βάρος του. Θα γράψει στις «Απόπειρες Ονείρων»

«κάθε απόπειρα σκέψεις / περιέχει όλες τις απόπειρες μαζί / κάθε κίνηση στο άπειρο / περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί / κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου»

Ο ποιητής είναι ένας νοσταλγός και που δεν συμβιβάζεται με την υπάρχουσα βαρβαρότητα, ένας νοσταλγός που αν τύχει και είναι ταυτόχρονα κοινωνός ενός οράματος για έναν κόσμο πιο ζεστό, μετατρέπεται σε πρόσωπο σχεδόν τραγικό. Θα γράψει στο «Η μοναξιά του χρόνου»

«Όσοι ήταν χτες επαναστάτες / σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι»

Και στην «Ωδή στο ανικανοποίητο» ο τόνος θα γίνει ακόμα πιο σπαρακτικός αλλά και ταυτόχρονα επικριτικός. Θα πει:

«πασχίζεις να επιστρέψεις στις μνήμες των παιδικών σου χρόνων / το μάνα εξ ουρανού δεν ήρθε και οι ιεροτελεστίες εφιάλτες // όσοι αγωνιούν να πιάσουν ακίνδυνες χίμαιρες / όσοι επιδίδονται στο κυνήγι χρωματιστών αλεπούδων / είναι ήδη γεροντότεροι απ’ το χθες της ύπαρξή μου»

Ο ποιητής δεν θα χαριστεί στην εποχή μας, στον α-νοήτο τρόπο ζωής της και στην περιφέρουσα αγωνία για την απουσία νοήματος. Διαβάζω δυο αποσπάσματα από τις «Απόπειρες Ονείρων»

«φοράς ατάραχος τ’ όνομά σου / περιφέροντάς το με ευτελή κοσμήματα / κειμήλιο σε φωτιές που τρεμοκαίνε / ασήμαντο στολίδι προς εξαφάνιση // κι ας διατείνονται οι μετεωρολόγοι / ότι χρειάζεται τόλμη ν’ αγαπήσεις ακόμα / και την ύστατη σταγόνα δάκρυ»

«στις καταποντισμένες αυτές στιγμές / κάθε ευχή μοιάζει επαναστατικό μανιφέστο / κάθε αύρα ανοίγει το δρόμο… / άλλωστε δεν πεθαίνει κανείς από ασάφεια / αλλά από κρύο και μοναξιά»

Στο «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ο τόνος, που χρωματίζει την εποχή μας, θα γίνει ακόμα πιο σκοτεινός:

«ο ήλιος δεν ανέτειλε / ο τελευταίος υπάλληλος αναχώρησε / κι ήμουν αυτό που / έκλεισα την πόρτα πίσω του / για τελευταία φορά»

Μέσα σε αυτό το ζοφερό παρόν, υπάρχει άραγε κάποιο μέλλον άξιο του ονόματος του, υπάρχει κάποιο καθήκον για εμάς στο παρόν; Υπάρχει, θα απαντήσει ο Τρωαδίτης, μόνο που το καθήκον αυτό χρειάζεται θάρρος για να το ακολουθήσεις καθώς βρίσκεται στον αντίποδα του πάνδημου πραγματισμού. Θα πει, πάλι στο «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης»:

«το μεγάλο στοίχημα / είναι να διατηρήσουμε / αναμμένη τη μικρή / σταγόνα της βροχής»

Και για το μέλλον; Υπάρχει κάτι που να προδικάζει αυτό το ζοφερό παρόν; Ο Τρωαδίτης, χωρίς περιστροφές, μας προειδοποιεί πως είμαστε αναγκασμένοι να ζήσουμε στο εδώ και τώρα, αφού, όπως γράφει στο «Απόπειρες Ονείρων»:

«όλα συνεχίζονται… / όλα μυρίζουν θειάφι και σπέρμα / εκκωφαντική απομόνωση η ζωή του καθενός / ανοιχτός κάδος με απόλυτη ησυχία // ούτε θρόισμα φύλλου / ούτε ισορροπίες / ούτε λεπτοδείκτες / μόνο γεννήσεις στα σκοτάδια / στους πίσω δρόμους με τους ξεγελασμένους εραστές των φαντασμάτων»

Άραγε ποιο θα είναι το μέλλον της ποίησης; Με όσα ήδη είπαμε, η ερώτηση μοιάζει αντιφατική. Αφού η ποίηση δεν ανήκει στο μέλλον πώς μπορούμε να μιλάμε για «μέλλον της ποίησης»; Αναμφισβήτητα αυτό που έχει παρόν και μέλλον είναι αυτή η πρωτογωνική ανθρώπινη δραστηριότητα, η πρώτη γλώσσα της ανθρωπότητας, όπως μας βεβαιώνουν οι ανθρωπολόγοι, η ποίηση. Και αφού ανακουφιστήκαμε με τη διαπίστωση πως η ποίηση θα συνεχίζει αναγκαστικά να γράφεται, αφού είμαστε αναγκασμένοι να ζήσουμε, ας αναρωτηθούμε (χωρίς απαραίτητα να απαντήσουμε): τι ποίηση έχει νόημα να γράψουμε;

Όταν το παρόν μας αρνείται τη λύτρωση η σκέψη γίνεται όργανο της απελπισίας. Και αυτή η απελπισία, που διατηρεί ζωντανή η ποίηση του παρόντος, είναι, όσο αντιφατικό και αν ακούγεται, το μόνο δοχείο της μελλοντικής ελπίδας. Το τωρινό καθήκον της ποίησης είναι η υποχρέωση να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα, η υποχρέωση να μην συμβιβαστεί ποτέ με το παρόν, η ανάγκη να εκφράσει την ανειρήνευτη αγωνία των ανθρώπινων πόθων. Γιατί στις μέρες μας, η ποίηση είναι οιονεί εξέγερση, άρνηση του παρόντος, και μόνο μια τέτοια ποίηση έχει νόημα. Γιατί μόνο μια τέτοια ποίηση, που δεν έχει τίποτα για να ανταλλάξει με το τώρα, είναι μια ποίηση που δεν μπορεί να ηττηθεί.

Και ας μην γελιόμαστε, επειδή η ποίηση αρνείται να ηττηθεί, προσπαθούν να την σκοτώσουν, να την αποβάλλουν κοινωνικά, να την λοιδορήσουν. Στην εποχή μας, ο μοναδικός «ποιητής» που γίνεται κοινωνικά αποδεκτός είναι η καρικατούρα του «ποιητή Φαμφάρα»· για να επιβεβαιωθεί, έτσι, η κοινωνική προκατάληψη της ποιητικής γελοιογραφίας και να τελειώσουν, οι προπαγανδιστές τους λαμπρού μέλλοντος, με την τελευταία ενοχλητική αντιπολίτευση.

Μέσα σε αυτή την εικόνα η ποίηση αναγκαστικά επιστρέφει στη σκιά της. Γίνεται ερμητική και δυσπρόσιτη — προσιτή μόνο για αυτούς που δεν μπορούν να ζήσουν αλλιώς. Κι έτσι, μοιραία, αφού δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, γίνεται ξανά δοχείο αεροστεγές, ικανό να διαφυλάξει τον πύρινα της ανθρώπινης ευαισθησίας από τη γενικευμένη άνοδο της βαρβαρότητας.

«Τι έχει να μας δώσει σήμερα η ποίηση; Τι έχει να μας πει για το μέλλον;» με είχε ρωτήσει αφοπλιστικά —πριν λίγες μέρες, όπως σας είπα πριν— ο φίλος μου. ΤΙΠΟΤΑ, ήταν η απάντησή μου, ή με έναν στοίχο του Τράνστρεμερ «Έχω πτυχίο από το πανεπιστήμιο της λήθης και τα χέρια μου είναι τόσο άδεια όσο και το πουκάμισο που στεγνώνει στο σχοινί»

Σωτήρης Λυκουργιώτης

*η φράση του τίτλου είναι του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου

Η ποίηση είναι ένα σημείωμα σε ένα μπουκάλι που πλέει στον ωκεανό του παρόντος. Για αυτό και μένει απροσάρμοστη σε μια εποχή που τόσο εμφατικά μιλά για το μέλλον.

Δημήτρης Τρωαδίτης: Από την «ποίηση της ήττας» στην «εξέγερση των αισθήσεων»

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Η ποιητική συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση» (εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2016) είναι η δεύτερη του ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη και εκδόθηκε λίγο μετά την πρώτη («Η μοναξιά του χρόνου», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016). Και σ’ αυτή τη συλλογή που αποτελείται από 25 ποιήματα, όπως και στην προηγούμενη, κύρια θεματική συνιστώσα της είναι το ανικανοποίητο, η υπαρξιακή αγωνία και ασφυξία του σύγχρονου ανθρώπου, ως απότοκο των ψυχο-συναισθηματικών αδιεξόδων που προκύπτουν από μια μη αυθεντική, μεταπρατική, (fake) ζωή, η οποία ενώ γίνεται όλο και πιο επίπλαστη και τεχνητή, αγωνίζεται να μιμηθεί την αληθινή. Έρμαιο αυτής της κίβδηλης κατάστασης νιώθει ο ποιητής ο οποίος πασχίζει (μάταια;) να βρει κάποιο ζωντανό ψήγμα αλήθειας, εξομολογούμενος: «δες με που ξεστρατίζω / με μια αλήτικη διάθεση / να διασπάσω τις αδάμαστες / κορνίζες των καιρών / να τους δώσω υπόσταση / στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου // δες με που βρίζω ασύστολα / βωμούς και θεούς / απαστράπτουσες προσωπικότητες / σιντεφένια πλαστικά / είδωλα των θεαμάτων / της πεντάρας […]» («Δες με», σ. 18). Αυτή μάλιστα η φτηνή απομίμηση της ζωής έχει λάβει τέτοιες ανεξέλεγκτες διαστάσεις, σε σημείο που να παραχαράσσει την ίδια τη φύση, όπως διαπιστώνει κυνικά: «Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά / σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας / απέδρασε από τις αρτηρίες μας / μετοίκησε σε άλλα καταγώγια / έγινε στρώμα καπνού // έχει όμως προοπτική αναγέννησης / από τις στάχτες της / μ’ εμπορικές ρήτρες / ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση» («Ξεμάκρυνε η φύση», σ. 20). Η βεβήλωση αυτή αγγίζει επίσης ό,τι πιο ιερό και όσιο έχει απομείνει στον άνθρωπο: την ίδια την ποίηση, παραποιώντας την. Εξού και αγανακτισμένος εξανίσταται: «δες με που πασχίζω μια / καθοριστική κλοτσιά να δώσω / στ’ αγάλματα και τις ρύμες / που καμώνονται την ποίηση // δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου / σε παράταξη μάχης / στ’ αλώνια του χρόνου / με την κραυγή // στον αγύριστο / μεσίτες της ζωής μας» («Δες με», σσ.18-19).

Αυτό που διαφοροποιεί όμως την παρούσα από την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Τρωαδίτη είναι η συνειδητότερη μετατόπισή του από το γενικότερο και πιο αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο και απτό. Ήτοι, στα αίτια και αιτιατά των κακώς κειμένων αυτής της ρομποτοποιημένης, απάνθρωπης κατάστασης, βάζοντας τους τύπους επί των ήλων. Εδώ ο ποιητής δεν περιορίζεται ούτε αρκείται στην εκτόνωση μέσω του καταγγελτικού λόγου, αλλά πάει ένα βήμα πάρα πέρα. Ανιχνεύει – πάντα με τα μέσα και τους άτυπους κανόνες της ποίησης – του «τις πταίει», αν και τι μπορεί (και πρέπει) να γίνει προκειμένου να αλλάξει η κατάσταση. Αυτό δεν το κάνει αυθόρμητα και τυχαία αλλά συνειδητά και μεθοδικά. Κατ’ αρχήν, ως συνέχεια και συνέπεια των προαναφερθέντων (περί «υπαρξιακής ασφυξίας» κτλ), προβάλλει, παρωδώντας, τα αποτελέσματα της περιώνυμης «νέας τάξης πραγμάτων» (που αποκαλεί «νέα ακαταστασία πραγμάτων») η οποία έχει επιφέρει τη «νέα φτώχεια [κι] εκμετάλλευση» εξαιτίας των ηγετών «του βροντερού τίποτα» που υπήρξαν οι πρωτεργάτες του «νέου τύπου ανθρώπου». Γι’ αυτά τα αποτελέσματα όμως ο ποιητής δεν μέμφεται μόνο τους υπαίτιους (ανίκανους και/ή καιροσκόπους) «ηγέτες» αυτής της κατάστασης, αλλά περισσότερο το ανώνυμο πόπολο που έπεσε θύμα στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, καθώς και της δικής τους αφροσύνης εξαιτίας της «ατέλειωτης κραιπάλης». Εξού και η ειρωνική προτροπή του προς αυτούς: «προσκυνήστε, ω! πιστοί!… // μείνετε γονυπετείς σε ένδειξη σεβασμού / προς τους νέους ηγέτες του βροντερού τίποτα // υποκλιθείτε μπροστά στο μεγαλείο των αναβαπτισμένων αγαλμάτων / στον θρίαμβο του νέου τύπου ανθρώπου [που] είναι έτοιμος να πλέξει ξανά / τη φανέλα του στρατιώτη / για τη δόξα των νέων πατρίδων / των αγορών και των στατιστικών» («Προσκυνήστε, ω! πιστοί!…» σσ. 30-31).

Μετά τη διαπίστωση-απολογισμό-διάγνωση της κατάστασης και του ποιος και τι φταίει, ο ποιητής προτείνει ως ανάχωμα προς την «πορεία προς το θάνατο», και πιθανή συνταγή θεραπείας του «κακού», την «εκρηκτική σκέψη / έμμονη και φλογερή / πυρωμένη / στο αμόνη της ταξικής πάλης» που θα επιφέρει «μια θεσπέσια χαραυγή / των απόκληρων με την κόκκινη ανάταση / της ψυχής / που δεν θα επιτρέψει / στα προοίμια της αδικίας / να γίνουν τόμοι αναλγησίας» («Με μια κόκκινη ανάταση», σ. 25). Εδώ βέβαια, οι ιδεολογικο-πολιτικοί συνειρμοί και υπαινιγμοί του ποιητή είναι σαφείς – πολύ περισσότερο όταν ο τίτλος του παραπάνω ποιήματος επιλέγεται ως αντιπροσωπευτικός της συλλογής. Ωστόσο, κάθε άλλο παρά για ιδεολογικο-πολιτικό μανιφέστο πρόκειται. Για τον απλούστατο λόγο ότι σε δυο άλλα του ποιήματα ο Τρωαδίτης μπορεί να μην αναιρεί ή αποκηρύσσει τον πυρήνα των ιδεολογικο-πολιτικών καταβολών και «πιστεύω» του, σίγουρα όμως αποστασιοποιείται εμφανώς από την ιδέα ότι αυτά μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και τη μοίρα του. Εύγλωττο δείγμα αυτής της στάσης του είναι το καίριο ποίημα «Ο εμφύλιος έχει πια κριθεί», στο οποίο ομολογείται απερίφραστα από τον πρώτο κιόλας στίχο η «ήττα» και συνεπώς το περιττό του αγώνα («προσωπικού και συλλογικού) καθώς ο τελευταίος οριστικά και αμετάκλητα «έχει πια κριθεί»: «Πασχίζεις να καταργήσεις όσα δεν καταργούνται / συμπράττεις ακόμα και με τον εχθρό σου / για να πετύχεις έστω μιαν αναπνοή // […] προσπαθείς να διαβείς την τάφρο / που σε χωρίζει από τη ζωή / αλλά τα μονοπάτια καίγονται / και μένεις μετέωρος / με αισθήματα τρεμάμενα / επιφάνειες που τρεκλίζουν / και συνθήματα που δεν απηχούν / ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…» (σ. 22). Προφανώς πρόκειται για μια διφυή σημειολογία του «εμφυλίου», καθώς ο τελευταίος από τη μια παραπέμπει σαφώς στο ιστορικό γεγονός του Ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949), με την ήττα της Αριστεράς, ενώ από την άλλη υπανίσσεται τον προσωπικό «εμφύλιο» του ποιητή (με τις αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και τα συναισθήματά του ως απόρροια του πρώτου γεγονότος), με αποτέλεσμα να νιώθει ορφανός και «μετέωρος με αισθήματα τρεμάμενα». Σημειωτέον ότι δεν είναι καθόλου περίεργο ούτε ξαφνιάζει το γεγονός ότι το στοιχείο του «μετεωρισμού» κυριαρχεί όχι μόνο σ’ αυτή τη συλλογή, αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής δημιουργίας του Τρωαδίτη. Ωστόσο, μολονότι ο τελευταίος δεν έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, δεν έχει λιποτακτήσει και παραδοθεί, αλλά συνεχίζει τον αγώνα, καθώς «Πασχίζεις να…» (σ. 22), εντούτοις δεν έχει αυταπάτες. Αντιθέτως, είναι αρκετά ρεαλιστής για να συνειδητοποιεί την ουτοπία του ιδεολογικο-πολιτικού αγώνα, αφού «ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…».

Η στάση αυτή του ποιητή επαυξάνεται κατηγορηματικά και με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο αυτοεξομολογητικό του ποίημα «Προς λαθρόβιο αγκιτάτορα» (αντίβαρο του ποιήματος «Με μια κόκκινη ανάταση»), το οποίο, με γενναιότητα και χωρίς παρωπίδες, αντικατοπτρίζει την τωρινή ρεαλιστική κατάσταση, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Εξού και ο ανυπόκριτος μονόλογός του προς εαυτόν – τον οποίο και παραθέτω αυτούσιο λόγω της βαρύτητάς του: «Κλείνεις τις ιδέες σου στα εκμαγεία της σοφίας / όπως κλείνεις τα χειμωνιάτικα ρούχα / στα μπαούλα με μπόλικη ναφθαλίνη // τις βγάζεις μόνο όταν θυμάσαι / τις ένδοξές σου αγκιτάτσιες / τις παλιοκαιρίστικες / όταν ρητόρευες στις πλατείες / και στα πλακόστρωτα της ανάγκης // επιδιώκεις να ζήσεις μ’ αυτές / ως άλλοθι για τις αποτυχημένες / επαναστατικές σου απόπειρες // αλλά έτσι όπως έχεις στερέψει / και την τελευταία σταγόνα / προλεταριακού καύσιμου / περιφέρεσαι ολομόναχος / στις σύγχρονες εξεγέρσεις / για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα // το τραγούδι σου βράχνιασε πλέον / παρ’ όλα τα μαγικά σου τσιτάτα / και όντας σφόδρα αφελής / πασχίζεις να / ανθοφορήσουν / οι ιδεολογικές σου εμμονές» (σ. 28).

Έτσι, ενώ από τη μια ο ποιητής δεν φαίνεται πρόθυμος να εγκαταλείψει τα πολιτικά του πιστεύω, αποσκιρτώντας/αποστατώντας από την ιδεολογία που τον γαλούχησε επί χρόνια (βλ. «Με μια κόκκινη ανάταση»), από την άλλη συνειδητοποιεί ξεκάθαρα ότι πρόκειται για σκέτη αυταπάτη. Κι αυτό διότι οι ιδεολογικές «εμμονές» του, καθότι «σφόδρα αφελής», δεν είναι παρά «για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα» (ή «για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», όπως λέει ο Σεφέρης στο ποίημά του «Ελένη»). Πρόκειται, ομολογουμένως, για ένα ειλικρινά συγκλονιστικό ξεστήθιασμα, σπανιότατο στην ελληνοαυστραλιανή ποίηση, και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν.

Παρ’ όλα αυτά, ή εξαιτίας αυτών, η συγκεκριμένη συλλογή, αλλά και η ποίηση του Τρωαδίτη γενικότερα, δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της αποκαλούμενης «ποίησης της ήττας». Όχι μόνο επειδή ο ποιητής γεννήθηκε πολύ μετά την περίοδο της Κατοχής–Αντίστασης–Εμφυλίου και ήττας της Αριστεράς – άρα δεν έχει προσωπικά βιώματα όπως άλλοι ποιητές (Μανόλης Αναγνωστάκης, Τίτος Πατρίκιος κτλ) – αλλά κι επειδή μόνο ευκαιριακά και όχι συχνά ασχολείται με ιδεολογικο-πολιτικά ζητήματα. Αλλά κι όποτε συμβαίνει αυτό, το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο δεν βρίσκεται στο επίκεντρο (στα ουσιώδη) αλλά λειτουργεί κυρίως παραπληρωματικά (ως επουσιώδες). Περισσότερο για την τιμή των όπλων, ή για να «αντισταθεί στο ξεθώριασμα / των ιδεών των άδειων από λέξεις» («Στο ξεθώριασμα», σ. 33).

Τούτων δοθέντων, η οιαδήποτε άμεση ή έμμεση «ήττα» στην ποίηση του Τρωαδίτη δεν έχει ιδεολογικο-πολιτική αφετηρία αλλά πρωτίστως υπαρξιακή αφού, ουσιαστικά, από εκεί απορρέει ο όλος προβληματισμός και η κοσμοθεωρία του για το ανικανοποίητο της ζωής και την υπαρξιακή ασφυξία. Γι’ αυτό άλλωστε και στην ενδελεχή εξέτασή μου της πρώτης ποιητικής συλλογής του, επεσήμανα τα εξής: «η θεματική ταυτότητα του ποιητικού σύμπαντος του Τρωαδίτη περιστρέφεται γύρω από κάποιες πάγιες “έμμονες ιδέες” που εκδηλώνονται ως απόηχοι προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων του μακρινού παρελθόντος. […] Θεματικά δε εστιάζονται στην υπαρξιακή αγωνία, τα αδιέξοδα της ζωής και τη ματαιότητά της, την παρακμή, τον ξεπεσμό και, τέλος, τον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου. Διαδικασία που οδηγεί, ενίοτε, σ’ ένα είδος φιλοσοφικού μηδενισμού». Εξού και η ιστορικο-ιδεολογικο-πολιτική «ήττα» εδώ δεν είναι η αιτία αλλά το επακόλουθο/αποτέλεσμα της υπαρξιακής ήττας του ανθρώπου γενικότερα. Απόδειξη ότι, στην πρώτη του συλλογή, ο ποιητής μόνο ακροθιγώς και υπανικτικά θίγει το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο, ενώ στη δεύτερη συλλογή του ξανοίγεται περισσότερο, μιλώντας ξεκάθαρα για τη σχέση του με την Αριστερά και την «ήττα» της. Η ουσία πάντως παραμένει ίδια.

Στην προηγούμενη συλλογή του Τρωαδίτη είχα παρατηρήσει ότι «ως αντιστάθμισμα σ’ όλο αυτό το νοσηρό, πεσιμιστικό κλίμα, αντιπαρατίθεται ο παραμυθητικός, λυτρωτικός ρόλος του (ποιητικού) λόγου». Στη δεύτερη συλλογή του, ως αντίβαρο και αντίδοτο στην «ήττα» αντιπαραβάλλεται κυρίως η αντίσταση μέσω του έρωτα, ή η επανάσταση μέσω της «εξέγερσης των αισθήσεων», κατά τις επιταγές του Παρισινού Μάη («κάντε έρωτα, όχι πόλεμο»): «Θα κάνω τις κινήσεις του σώματος / σοφότερες από το μυαλό / […] θα κρατήσω την εσωτερική μας φωτιά / μόνο δική μας / την ώρα που το κορμί μας στριφογυρίζει / αλλάζοντας χρωματισμούς και στάσεις / στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας» («Στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας», σ. 38). Το ερωτικό κρεσέντο κορυφώνεται στο εκτενέστερο και γνησιότερο ερωτικό ποίημα «Το φως του κεριού» όπου ο ποιητής, αντιστεκόμενος στους «επικείμενους θανάτους» που τον περιτριγυρίζουν, αντιτάσσει το μαγικό ελιξήριο του έρωτα, προτρέποντας: «έλα να λευτερώσουμε τις ψυχές μας / να σπάσουμε τις αλυσίδες που μας έχουν / δέσμιους σε πασάλους ηθικών, / να γδυθούμε απέναντι σε φώτα λυτρωτικά, / κάτω απ’ τα φύλλα του φθινοπώρου / πριν μας προλάβουν οι καταιγίδες… // σε βλέπω πέρα απ’ τα σύνορα / σε κόσμους χωρίς κραυγές απόγνωσης / αγγίζοντας τις νεφέλες της νύχτας, / υψώνοντας σφιχτά τα χέρια μας στις αρμονίες, / αγκαλιασμένοι ν’ αντιστεκόμαστε / στις δίνες που θα φτάνουν…» (σ. 43-44).

Εν κατακλείδι: Η ποίηση του Τρωαδίτη δεν αυτοαναιρείται ούτε είναι αντιφατική, όπως εύλογα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από την παραπάνω εξέταση. Αντιθέτως, είναι πολυσυλλεκτική και πολυπρισματική – ακόμη κι όταν κυριαρχούν ορισμένα σταθερά μοτίβα. Η όποια αντίθεση και αντίφαση αποσκοπούν στη δημιουργική σύνθεση μέσω του σχήματος «θέση-αντίθεση-σύνθεση» Άλλωστε, όπως παρατηρούσα στην προηγούμενη κριτική μου, «η ποίηση του Τρωαδίτη δεν προσφέρεται για κατηγοριοποίηση [αφού] κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τον διφορούμενο χαρακτήρα της και θα ερχόταν σε αναντιστοιχία με την όλη υφή της». Τέλος, και με τη δεύτερη ποιητική συλλογή του ο Τρωαδίτης εδραιώνει πλέον τη θέση του στον ποιητικό χώρο, αποδεικνύοντας ότι ξέρει να ανανεώνεται, να προβληματίζεται και προβληματίζει, αλλά και να συναρπάζει ποικιλοτρόπως τον σοβαρό, απαιτητικό αναγνώστη. Με τις δύο δημοσιευμένες συλλογές του που έχουμε εξετάσει έως σήμερα, διαπιστώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι έχει όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα που θα τον ανεβάζουν όλο και ψηλότερα, ως ποιητή αξιώσεων, στο corpus της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας – και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν…

*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται: «Τα Αμαρτύρητα: Σχέδιο Βιογραφίας του Βασίλη Βασιλικού» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Dimitris Troaditis, Tightrope Walking /Ακροβασíες

Book Review

by Dr. Edward Reilly

Dimitris Troaditis,
Tightrope Walking /Ακροβασíες,
tr. D. Kalimniou, Owl Publishing, Brighton Vic., 2017.
ISBN: 978-0-9805321-9-7

One of the pleasures of a literary friendship is to exchange poems. It serves as a means of dialogue, which all too often cannot take place given separations in time and distance, and neither letters nor social media quite fill that space a completed poem can occupy. Some time ago I sent out a chapbook of mine to friends, and marvelous to say, I received this volume in exchange.

As readers of Neos Kosmos would know, Dimitris Troaditis is something of a phenomenon. Born 1959 in Greece, he started writing poetry with serious intent almost 30 years ago and soon afterwards arrived in Australia, and has not stopped since. Two recent collections of his verse have been published in Athens, and he maintains a bilingual website To Koskino. He’s political, outspoken and quite tough, though sometimes his politics can irritate me, as I am still a rather conservative Adelaidean Catholic. Even so, one respects the strength and beauty of each poet, regardless of their background, for poetry is our common ground. Then, as I am a βάρβαρος, having no Greek, with but a little Latin from school, I will only comment on some of the poems as they appear in translation.

The first thing to strike me is the set of dark images and references used to convey the swirl of sentiment, for example, the use of ‘grave’, ‘old drawings’, ‘stones’, ‘wretched prayers’ in the title poem ‘Tightrope Walking’, then more words emphasizing the acrobat’s dilemma, ‘taut’, ‘bonds’, ‘calamity’ and so on, leading to the reader being prepared to consider the gravity of the real situation we face, ‘whether immortality / can release us / from the bonds of causality’. Suddenly the poem is not about a particular acrobat, but about ourselves, whether we can achieve that ‘perfect / multi-levelled footstep’ needed to avoid ‘calamity’. Is he referring to death, oblivion, to being ‘buried alive’? If so, in what? The poem leaves me nervous, wondering what’s next in store.

In the sonnet, ‘My Secrets’, I encountered fantastic confession. The speaker becomes divine, almost maniacal, as he reveals his intent to ‘engrave’, ‘stamp’ and ‘draw’ himself on his lover’s body, but not out of the light like a Zeus to Danae, claiming however that he would ‘only travel on the feathers of nightingales’. Then a remembered line from the English poet, Keats, led me to refer to this image, one I have never seen or heard, only to read of the tragic tale of Philomela, and remember a line from T. S. Eliot, that supreme symbolist. The second part then presents a series of water metaphors, ‘tears’, ‘mists’, ‘rains and hurricanes’, and as I am now reading the speaker as Tereus addressing his sister, all these images reflecting on a deep ‘grief’.

Perhaps I was reading too much into that poem, but if my student reading and years of classroom teaching are any guide, it is becoming clear that Troaditis is not just writing contemporary trifles, but continuously is digging deep into the remembered veins of Hellenic literature. He gathers strength from that, and from his own political analysis of his life and surrounding circumstances, as demonstrated in poems such as ‘Terror Australia’ and ‘Of the Community’. And, as his translator, Dean Kalimniou, points out in the introduction, Troaditis’ words ‘drench the page with the force of a torrent’, almost to the point of the reader being overwhelmed. Such a clearly articulated force is rare in Australian letters.

Tightrope Walking /Ακροβασιες is a strong collection, and a suitable companion to others in this series of poetry chapbooks, alongside those by Dimitris Tsaloumas, Zeny Giles et al.

[Dr. Reilly is the founding editor of the literary journal, Azuria, published annually in Geelong]

***

Κριτική βιβλίου

Dr. EDWARD REILLY*

Δημήτρης Τρωαδίτης, Tightrope Walking /Ακροβασíες, μετ. D. Kalimniou, Owl Publishing, Brighton Vic., 2017. ISBN: 978-0-9805321-9-7

Μία από τις απολαύσεις μιας λογοτεχνικής φιλίας είναι η ανταλλαγή ποιημάτων. Χρησιμεύει ως ένα μέσο διαλόγου, που, όμως, πολύ συχνά δεν μπορεί να πάρει μορφή λόγω διαχωρισμών εξαιτίας χρόνου και απόστασης, και ούτε οι επιστολές ούτε και τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να γεμίσουν τον χώρο που ένα ολοκληρωμένο ποίημα μπορεί να καταλάβει. Πριν από λίγο καιρό έστειλα ένα chapbook μου σε φίλους και βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να πω ότι μου ανταποδόθηκε.

Καθώς οι αναγνώστες του «Νέου Κόσμου» θα γνωρίζουν, ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι κάτι σαν ένα φαινόμενο. Γεννήθηκε το 1959 στην Ελλάδα, άρχισε να γράφει ποίηση με σοβαρές προθέσεις σχεδόν 30 χρόνια πριν φτάσει στην Αυστραλία, και δεν έχει σταματήσει από τότε. Δύο πρόσφατες συλλογές του κυκλοφόρησαν στην Αθήνα, ενώ διατηρεί και τη δίγλωσση ιστοσελίδα ΤοKoskino. Είναι πολιτικοποιημένος, ειλικρινής και αρκετά μαχητικός, αν και μερικές φορές οι πολιτικές του απόψεις μπορούν να με ερεθίσουν, μιας και ακόμα είμαι μάλλον ένας συντηρητικός καθολικός από την Αδελαΐδα. Ακόμα κι έτσι όμως, ο ένας σέβεται τη δύναμη και την ομορφιά του κάθε ποιητή, ανεξάρτητα από την προέλευσή του, γιατί η ποίηση είναι το κοινό μας έδαφος.
Στη συνέχεια, καθώς είμαι βάρβαρος (σ.σ. ελληνικά στο αγγλικό κείμενο), μην γνωρίζοντας Ελληνικά, παρά μόνο λίγα Λατινικά από το σχολείο, θα αναφερθώ μόνο σε μερικά από τα ποιήματα που δημοσιεύονται σε μετάφραση.

Το πρώτο πράγμα που με κλονίζει είναι το σύνολο των σκοτεινών εικόνων και αναφορών που χρησιμοποιούνται για να μεταφέρουν τη δίνη του συναισθήματος, για παράδειγμα, η χρήση των «τάφων», των «παλαιών ζωγραφιών», των «πετρών» και των «μίζερων προσευχών» στο ποίημα με τίτλο «Ακροβασίες». Ευθύς αμέσως περισσότερες λέξεις έρχονται να τονίσουν το δίλημμα του ακροβάτη, «τεντωμένο», «δεσμά», «συμφορά» και ούτω καθεξής, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να είναι έτοιμος να εξετάσει τη σοβαρότητα της πραγματικής κατάστασης που αντικρίζουμε, «αν η αθανασία / μπορεί να μας απελευθερώσει / από τα δεσμά της νομοτέλειας». Ξαφνικά το ποίημα δεν αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο ακροβάτη, αλλά στους εαυτούς μας, ανεξάρτητα από το εάν μπορούμε να επιτύχουμε αυτό το «απερίσκεπτα τέλειο / πολυεπίπεδο βήμα…» που απαιτείται για να αποφευχθεί η «συμφορά». Αναφέρεται στον θάνατο, στη λήθη, όταν «θάβεται ζωντανός»; Αν ναι, σε τι; Το ποίημα με αφήνει νευρικό, αναρωτιέμαι τι ακολουθεί.

Στο εν είδει ηχηρού σονέτου «Τα μυστικά μου», συνάντησα μια φανταστική ομολογία. Ο ομιλητής γίνεται μάντης, σχεδόν μανιώδης, καθώς αποκαλύπτει την πρόθεσή του να «χαράξει» μια «αποτύπωση» και μια «ζωγραφιά» του εαυτού του στο κορμί της αγαπημένης του, αλλά όχι από το φως, όπως ο Δίας με τη Δανάη, υποστηρίζοντας όμως ότι «μόνο θα ταξιδεύω πάνω σε φτερά αηδονιών». Στη συνέχεια, καθώς ενθυμούμαι έναν στίχο του Άγγλου ποιητή Keats, οδηγούμαι στο να αναφερθώ σε αυτή την εικόνα, που όμοιά της δεν έχω δει ή ακούσει, μόνο για να διαβάσω την τραγική ιστορία της Φιλομήλας και να θυμηθώ έναν στίχο του Τ. Σ. Έλιοτ, του μεγάλου αυτού συμβολιστή. Το δεύτερο μέρος στη συνέχεια, παρουσιάζει μια σειρά από μεταφορές σχετικές με νερό, «δάκρυα», «αντάρες», «βροχές και τυφώνες», και καθώς τώρα διαβάζω τον ομιλητή ως άλλον Τηρέα να απευθύνεται στην αδελφή του, όλες αυτές οι εικόνες αντανακλούν σε μια βαθιά «θλίψη».
Ίσως έμεινα αρκετά πάρα πολύ στο ποίημα αυτό, αλλά αν ένας μαθητής μου το διάβαζε και τα τόσα χρόνια διδασκαλίας στην τάξη αποτελούν κάποιον οδηγό, καθίσταται σαφές ότι ο Τρωαδίτης δεν γράφει μόνο για σύγχρονα μικροπράγματα, αλλά σκάβει συνεχώς βαθιά μέσα στις αθάνατες φλέβες της Ελληνικής λογοτεχνίας. Αντλεί δύναμη από αυτή, καθώς και από τη δική του πολιτική ανάλυση για τη ζωή και τις συνθήκες γύρω του, όπως αποδεικνύεται από ποιήματα όπως «Terror Australis» και «Της Κοινότητας».

Και όπως ο μεταφραστής του, Dean Kalimniou, επισημαίνει στην εισαγωγή, ο λόγος του Τρωαδίτη «μουσκεύει τη σελίδα με τη δύναμη ενός χειμάρρου», σχεδόν στο σημείο που ο αναγνώστης μένει συγκλονισμένος. Σαφώς μια τέτοια ευκρινής δύναμη είναι σπάνια στα αυστραλιανά Γράμματα.

Η συλλογή Tightrope Walking /Ακροβασίες είναι μια δυνατή συλλογή και κατάλληλο μέρος συντροφιά των άλλων ποιητών που συμπεριλαμβάνονται στη σειρά αυτή των chapbooks ποίησης, συμπεριλαμβανομένων των Δημήτρη Tσαλουμά, Zeny Giles και άλλων.

*Ο Dr Edward Reilly είναι ιδρυτής και εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Azuria, που κυκλοφορεί μια φορά το χρόνο στο Geelong.

Η ποίηση για μένα είναι μια σχέση δούναι και λαβείν, όχι όμως με εμπορικές ρήτρες – Συνέντευξη του Δημήτρη Τρωαδίτη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης (Αθήνα 1959), στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με αρχές της δεκαετίας του ’80 συμμετείχε σε ομάδα θεάτρου σκιών και μουσικό συγκρότημα. Με την ποίηση ασχολείται από τα γυμνασιακά του χρόνια. Από το 1992 ζει μόνιμα στην Μελβούρνη. Εργάζεται ως διορθωτής εφημερίδας. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά σε Ελλάδα και Αυστραλία, στα Ελληνικά και Αγγλικά. 



Ερ. Ποιοι ποιητές σας επηρέασαν;

Απ. Αρχικά με είχαν επηρεάσει, κυρίως, οι Γιάννης Ρίτσος και Τάσος Λειβαδίτης, αν και είχα αρχίσει να διαβάζω και άλλους/ες. Όταν άρχισα να εργάζομαι σε βιβλιοπωλεία και εκδοτικούς, μου δόθηκε η ευκαιρία να έρθω σε επαφή με περισσότερους ποιητές τόσο Έλληνες όσο και ξένους (φυσικά, σε μετάφραση). Στη δεκαετία του 1980 και του 1990 το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε τόσο στους λεγόμενους μπιτ και σουρεαλιστές ή υπερρεαλιστές ποιητές, οτιδήποτε βέβαια κυκλοφορούσε από αυτούς τότε στον ελλαδικό χώρο, όσο και σε Έλληνες, όπως Αναγνωστάκη, Αλεξάνδρου, Λεοντάρη και άλλους. Επίσης, διάβασα αρκετή λογοτεχνία, ελληνική και ξένη και κάποιες επιρροές προήλθαν και από εκεί. Ωστόσο, οι επιρροές μου προέρχονται από ένα ευρύ φάσμα ποιητών και γραφών.



Ερ. Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στην συγγραφή;

Απ. Ασχολούμαι με το γράψιμο από τα γυμνασιακά μου χρόνια. Το πρώτο ποίημα, σε ομοιοκαταληξία, το έγραψα το 1975, επηρεασμένος έντονα από τα γεγονότα της Κύπρου το 1974. Έως το 1978 είχα γράψει έναν αριθμό ποιημάτων, που όμως δεν ήταν σε ομοιοκαταληξία, μιας και εντρυφώντας στο έργο των γνωστών ποιητών, κυρίως της Αριστεράς, είδα και αποφάσισα ότι η έμμετρη ποίηση δεν με ενδιέφερε και αποφάσισα να γράφω στον ελεύθερο στίχο. Από τα πρωτόλεια ποιήματα αυτής της περιόδου, δεν έχω κρατήσει κανένα, όμως στίχοι τους εισχώρησαν σε ποιήματα που έγραψα τη δεκαετία του 1980, ποιήματα βέβαια τα οποία, λόγω των διαβασμάτων μου, των ιδεολογικών μου και άλλων θεωρήσεων κ.λπ. είναι κατά πολύ διαφορετικά από τα πρώτα.



Ερ. Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η ποιητική σας συλλογή με τον τίτλο «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδόσεις Στοχαστής;

Απ. Δύο μήνες πριν εκδοθεί το «Με μια κόκκινη ανάταση», είχε εκδοθεί μια άλλη συλλογή μου «Η μοναξιά του χρόνου» από τις εκδόσεις Οδός Πανός. Το 2016, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι θα έπρεπε πλέον να βγω προς τα έξω και, μάλιστα, μετά από κάποια χρόνια διαδικτυακής παρουσίας κυρίως μέσω της ιστοσελίδας μου «Το Κόσκινο» (στο http://tokoskino.me), άρχισα να έχω κάποιες διερευνητικές επαφές με εκδοτικούς από την Ελλάδα. Στον Στοχαστή κατέληξα μετά από πρόταση γνωστού μου ποιητή ο οποίος είχε ήδη εκδώσει εκεί. Έστειλα κάποιες ποιητικές συλλογές για να τις δουν και να μου πουν σχετικά. Τους άρεσε η γραφή μου, ενώ είδα ότι έκαναν αρκετά καλή δουλειά και είχαμε άριστη συνεργασία και έτσι αποφασίσαμε να προχωρήσουμε και το αποτέλεσμα είναι η συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση». Την ίδια εποχή που συζητούσα με τον Στοχαστή επήλθε και η συμφωνία με τις εκδόσεις Οδός Πανός για την έκδοση της συλλογής «Η μοναξιά του χρόνου». Παρ’ ότι είμαι εκτός Ελλάδας 25 χρόνια και στις καθημερινές μου συναλλαγές χρησιμοποιώ και την Αγγλική γλώσσα, η μητρική μου γλώσσα φυσικά παραμένει η Ελληνική. Έτσι, η συντριπτική πλειοψηφία των ποιημάτων μου είναι γραμμένη στην Ελληνική και έτσι αισθάνθηκα την ανάγκη να απευθυνθώ στο ελληνόφωνο κοινό, αλλά βέβαια και κατόπιν έντονων προτροπών άλλων ποιητών και ανθρώπων που ασχολούνται γενικά με τη λογοτεχνία και οι οποίοι πιστεύουν στην ποίησή μου. Μερικά ποιήματά μου είναι μεταφρασμένα ήδη στην αγγλική και ευελπιστώ ότι θα υπάρξει μια αγγλική έκδοση στο άμεσο μέλλον.



Ερ. Γράφετε «Οι τόποι μου/μετέωροι μέσα/στην ολική κατάρρευση του χρόνου». Μήπως η απόσταση που ζείτε, στην Αυστραλία, σας βοηθά να βλέπετε την πατρίδα με διαφορετική ματιά από εμάς που ζούμε καθημερινά εδώ;

Απ. Δεν θα ήθελα να θεωρηθώ πατριώτης με την κλασική έννοια του όρου. Επέλεξα συνειδητά να φύγω από την Ελλάδα για λόγους που είχαν και εξακολουθούν να έχουν άμεση σχέση τόσο με τις πολιτικο-ιδεολογικές μου θεωρήσεις και προσεγγίσεις όσο και με την προσωπική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν την εποχή που αποφάσισα να φύγω. Επίσης, μια σχέση στην Αυστραλία έπαιξε και αυτή τον καταλυτικό της ρόλο. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπώ τον τόπο στον οποίο γεννήθηκα και έζησα τριάντα χρόνια της ζωής μου και δεν ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν. Ενημερώνομαι σε σχεδόν καθημερινή βάση για τα ελλαδικά τεκταινόμενα, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και ακόμα λογοτεχνικά, ποιητικά, καλλιτεχνικά, και λόγω επαγγέλματος, αλλά και επειδή θα αισθανόμουν πολύ έξω από τα νερά μου αν δεν το έκανα. Αν και συμπάσχω και στεναχωρούμαι αφάνταστα, η ενασχόλησή μου αυτή γίνεται με διαφορετικό μάτι – λόγω απόστασης, είναι αλήθεια. Άλλωστε, δεν μπορεί να γίνει με την ίδια ματιά που βλέπουν τη χώρα τους αυτοί που ζουν και κινούνται καθημερινά μέσα στα όριά της. Ωστόσο, το ποίημα «Οι τόποι μου» από το οποίο προέρχεται ο συγκεκριμένος στίχος δεν είναι μόνο μια ματιά στο τι γίνεται στην Ελλάδα. Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή το δράμα των προσφύγων και θα ήθελα να πληροφορήσω εδώ τόσο εσάς όσο και τους αναγνώστες σας, ότι το ίδιο δράμα το περνούν και πρόσφυγες που επιχειρούν να περάσουν στην Αυστραλία αλλά συλλαμβάνονται στα θαλάσσια ύδατά της και στέλνονται σε κέντρα κράτησης σε απομονωμένα νησιά του Ειρηνικού. Οπότε, οι «μετέωροι τόποι» και η «ολική κατάρρευση του χρόνου» είναι κάτι το διεθνές, το οικουμενικό και υπό αυτό το πρίσμα το προσεγγίζω εδώ. Το συγκεκριμένο ποίημα έχει μεταφραστεί στα αγγλικά και έχει διαβαστεί εδώ σε αντίστοιχες εκδηλώσεις – και αρκετά σημειολογικά, θα έλεγα, στο Μεταναστευτικό Μουσείο (Immigration Museum). Αλλά, βέβαια, για να επανέλθω στην ουσία της ερώτησής σας, τόσο η απόσταση όσο και επειδή είμαι απαλλαγμένος από κάθε συναισθηματικό ή άλλο φορτίο στα περί της Ελλάδας και της καθημερινότητάς της, με κάνουν να βλέπω πιο νηφάλια και πιο ψύχραιμα τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα του σήμερα.



Ερ. Γράφετε «Οι μέρες της ευτυχίας πέρασαν/κόλλησαν σαν λάδι σε γρανάζια». Από την ευμάρεια στην φτώχεια. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα;

Απ. Οι στίχοι αυτοί που προέρχονται από το ποίημα «Προσκυνήστε, ω! πιστοί!…», είναι ενδεικτικοί του πώς αντιμετώπισα τις απαρχές αυτού του αποκαλείται κρίση και μαστίζει την Ελλάδα τα τελευταία επτά σχεδόν χρόνια. Όποιος ενδιατρίψει στα ενδότερα του ποιήματος, θα δει ότι θεωρώ την λεγόμενη κρίση ως δομική λειτουργία του συστήματος εκμετάλλευσης, ως συστατικό του στοιχείο. Θεωρώ την επιβαλλόμενη φτώχεια όχι μόνο απόπειρα επιβολής της εκμετάλλευσης, αλλά και αποφασιστικό βήμα προς μια απανθρωποποιημένη κοινωνία που θα σκύβει το κεφάλι γιατί αλλιώς δεν θα μπορεί να επιζεί. Καυτηριάζω σίγουρα και τον νεοπλουτίστικο τρόπο ζωής μερικών και όλη αυτή την επιτηδευμένη, καρυκευμένη και ψευδή ιδεολογία που την συνόδευε. Και φυσικά υπάρχει ελπίδα. Είναι ο καθημερινός μας, ανυποχώρητος αγώνας, είναι η προσπάθειά μας να μείνουμε αξιοπρεπείς, η αγωνία μας να πειραματιστούμε σε νέες αντιλήψεις και τρόπους ζωής, πιο απλής, πιο ανθρώπινης, που να εναγκαλίζονται τις πραγματικές ανάγκες και όχι αυτές που επιχειρούν κάποιοι να επιβάλλουν προς ίδιον όφελος.



Ερ. Στην εποχή μας με τα τόσα προβλήματα μπορεί ακόμη η ποίηση να μας βοηθήσει να ανεβούμε λίγο ψηλότερα;

Απ. Πιστεύω, ναι. Η ποίηση δεν είναι μόνο το γράψιμο, είναι ακόμα και η ανάγνωσή της, η μελέτη της, η μετάφρασή της, ακόμα το να προτείνουμε μια ποιητική συλλογή που αγαπήσαμε στους φίλους μας, στους συγγενείς μας, η συμμετοχή σε μια ανάγνωση ποίησης, στην παρουσίαση μιας συλλογής… Όλα αυτά, αν γίνονται με γνώμονα τόσο την δική μας πνευματική καλλιέργεια όσο και σε σύνδεση με το άμεσο περιβάλλον μας και τις διεργασίες που συντελούνται σε αυτό, αν μας δημιουργεί τριβές με όλο το μεράκι που βγαίνει, πιστεύω ότι ίσως μπορεί να μη λύσει εξ ολοκλήρου τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, ωστόσο θα μας δώσει ένα ακόμα κίνητρο για απόπειρα περαιτέρω ανύψωσής μας. Αυτό θα γίνει μέσω της έρευνας, της μελέτης και της τριβής μας με τους ποιητές, τις ποιήτριες και όλων όσων αγωνιούν οι ίδιοι και θέλουν να βγάλουν προς τα έξω.



Ερ. Έχετε διαγράψει μια πορεία στην ποίηση αλλά και από το διαδίκτυο όπου έχετε το δικό σας μπλογκ. Πώς τα συνδυάσατε αυτά τα δυο;

Απ. Με την «ιδιότητα» πρώτα απ’ όλα του ακροατή της ποίησης, ναι, έχω διαγράψει μια πορεία στην ποίηση. Η ποίηση για μένα είναι μια σχέση δούναι και λαβείν, όχι όμως με εμπορικές ρήτρες. Ξεκίνησα μεν το μπλογκ/ιστοσελίδα, πρώτον, από ένα προσωπικό καπρίτσιο της στιγμής, αλλά και επειδή είχα πάρα πολλά πράγματα από διαφορετικούς ανθρώπους να δώσω προς τα έξω που αλλιώς δεν θα είχαν την τύχη αυτή. Και, βέβαια, για να δημοσιεύσω τα δικά μου ποιήματα. Με τον καιρό «Το Κόσκινο» εξελίχθηκε σε αυτό που είναι τώρα. Ασχολούμαι με αυτό, ενημερώνοντάς το κάθε βράδυ. Αφιερώνω σε αυτό, μία ώρα της καθημερινής μου ζωής.



Ερ. Ποιες άλλες δραστηριότητες έχετε; 

Απ. Είμαι οργανωτής μηνιαίων ποιητικών εκδηλώσεων στην πόλη που διαμένω. Οι ποιητές που διαβάζουν στις εκδηλώσεις αυτές προσπαθώ να προέρχονται από διαφορετικά εθνοτικά και πολιτισμικά υπόβαθρα, αν και η πλειοψηφία είναι Αυστραλοί αγγλοσαξονικής καταγωγής. Ωστόσο, προσπαθώ να προωθώ πάντα, στο βαθμό που μπορώ, ποίηση σε μετάφραση, κι αυτό γιατί η εδώ κοινωνία είναι κυρίως μεταναστευτική και πολυ-πολιτισμική και υπάρχουν αρκετές φωνές εκεί έξω που δεν ακούγονται. Και αυτό γιατί μπορεί η αυστραλιανή κοινωνία να είναι πολυεθνική και πολυπολιτισμική, όμως η αγγλοσαξονική κουλτούρα και σκέψη εν πολλοίς κυριαρχούν. Συμμετέχω, επίσης, στην παραγωγή και παρουσίαση ραδιοφωνικών εκπομπών σε εβδομαδιαία βάση, ενώ η ενασχόληση με την ιστοσελίδα μου γίνεται, όπως είπα πριν, σε καθημερινή βάση. Κάποιες φορές ασχολούμαι και με την ποιητική μετάφραση.



Ερ. Πόσα χρόνια ζείτε στην Αυστραλία; Με τι ασχολείστε και σε ποια περιοχή κατοικείτε;

Απ. Στην Αυστραλία βρίσκομαι από το 1992 και από το 1995 έως σήμερα εργάζομαι ως διορθωτής στην ομογενειακή εφημερίδα «Νέος Κόσμος». Έχω σπουδάσει Δημοσιογραφία και διαμένω στη Μελβούρνη.



Ερ. Ποια είναι η πνευματική κίνηση στην πόλη που ζείτε;
Απ. Αν μιλήσουμε από πλευράς ποίησης, υπάρχει μεγάλος αριθμός ποιητών και ποιητριών, που εκπροσωπούν όλες τις φόρμες και σχεδόν όλες τις τεχνοτροπίες. Οι «σκηνές» είναι αρκετές, γίνονται αρκετές αναγνώσεις, κυρίως σε μηνιαία αλλά και εβδομαδιαία βάση, σε κάποιες περιπτώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις. Υπάρχει ένα ειδικευμένο βιβλιοπωλείο ποίησης στη Μελβούρνη, το Collected Works, όπου κάποιος θα βρει μόνο ποίηση. Εκεί γίνονται τακτικά παρουσιάσεις κ.λπ. Υπάρχει ακόμα και το Melbourne Poets Union, σύνδεσμος δηλαδή που τα μέλη του είναι μόνο ποιητές. Γίνονται ακόμα διαγωνισμοί, εκδόσεις και άλλα. Σε γενικές γραμμές, η Μελβούρνη είναι μια πάρα πολύ ζωντανή πόλη για πολλά πράγματα που αφορούν τις τέχνες και τον πολιτισμό γενικώς. Άλλωστε, να μην ξεχνάμε ότι είναι μια από τις τρεις πόλεις του κόσμου που έχουν χαρακτηριστεί Πρωτεύουσες Λογοτεχνίας.



Ερ. Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν θα μπορούσε το Ίντερνετ να αποτελέσει μία διέξοδο ή μια κατάθεση ψυχής για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση;

Απ. Σίγουρα είναι μια πολλαπλή διέξοδος η χρήση της τεχνολογίας σήμερα και το επικροτώ. Αλλά, αν και εγώ ο ίδιος άνθρωπος της τεχνολογίας, δεν εναντιώνομαι στον παραδοσιακό τρόπο δημοσίευσης (εξ ου και οι δικές μου συλλογές). Πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει ένας συνδυασμός και των δύο τρόπων, ηλεκτρονική ποίηση και ποίηση σε χαρτί, παραδοσιακά. Έχει αποδειχθεί ότι ενδείκνυται. Δεινοί μπλόγκερς προτιμούν να εκδίδουν συλλογές σε χαρτί.



Ερ. Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;

Απ. Αν μιλάτε για τους Έλληνες ποιητές, θα πρότεινα να ξαναδιαβάσουμε προγενέστερους συγκεκριμένους ποιητές. Κυρίως, όμως, θα πρότεινα να διαβάσουμε τους περισσότερους από τους σημερινούς ποιητές. Δεν θα ήθελα να πω ονόματα, αλλά τελευταία κυκλοφόρησαν κάποιες δίγλωσσες Ανθολογίες από αγγλόφωνους εκδοτικούς οίκους, όπου παρουσιάζονται ποιητές του σήμερα οι οποίοι ηλικιακά βρίσκονται στην τρίτη και τέταρτη δεκαετία της ζωής τους και κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη μια παρουσία. Μια από αυτές τις Ανθολογίες είναι και η «Austerity Measures – The New Greek Poetry» που κυκλοφόρησε πέρυσι από τον Penguin, με κύρια ευθύνη και επιμέλεια της Karen van Dyck. 



Ερ. Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;

Απ. Διαβάζω ποιητικές συλλογές, αλλά όμως και άλλα βιβλία. Διαβάζω καθημερινά, κυρίως στα τραμ και τα τρένα, αλλά και στο σπίτι. Οι ποιητικές συλλογές που έχω δίπλα μου για να διαβάσω άμεσα δεν είναι ελληνικές, είναι αυστραλιανές, στην αγγλική γλώσσα. Είναι του Ian McBryde (γνωστού ποιητή και μουσικού εδώ) με τίτλο «We the Mapless» και του Lionel G. Fogarty (Αυστραλού ιθαγενή ποιητή και αγωνιστή) με τίτλο «Mogwie-Idan – Stories of the Land». Ίσως μεταφράσω κάποια από τα ποιήματά τους. Επίσης, πολύ πρόσφατα διάβασα ποιητικές συλλογές κυρίως Κυπρίων ποιητών, ερχόμενος για πρώτη φορά σε επαφή με αυτούς (Γ. Καλοζώης, Μ. Παπαδόπουλος, Γ. Χριστοδουλίδης, Λ. Γαλάζης, Α. Καϊμακλιώτη) και άλλων.



Ερ. Ένα αγαπημένο ποίημα;

Απ. Είναι πάρα πολλά τα αγαπημένα μου ποιήματα, αλλά εδώ διαλέγω το ποίημα του Άρη Αλεξάνδρου «Το μαχαίρι» (από το βιβλίο «Άρης Αλεξάνδρου Ποιήματα (1941-19740)» εκδ. Ύψιλον 1991):
Το μαχαίρι. Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι/ έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο./ Στο μεταξύ/ όσο δουλεύεις στον τροχό/ πρόσεχε μην παρασυρθείς/ μην ξιπαστείς/ απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων./ Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.


*Αναδημοσίευση από το http://maxitisartas.gr/single_page.php?catid=&id=4760

Ξορκίζοντας φόβους – Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδ. Στοχαστής

Γράφει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος*

Στις μέρες μας, εκδίδονται αρκετά ποιητικά βιβλία, τα οποία μιλάνε για σύγκρουση με το κατεστημένο, στηλιτεύουν την σύγχρονη κοινωνία και ζητούν την αλλαγή της, ενώ αρκετά από αυτά αναφέρονται σε επαναστατικές ανατροπές. Όμως, οι περισσότεροι ποιητές, στην προσπάθειά τους να γράψουν ένα είδος επαναστατικής ποίησης, ξεχνούν την ποιητικότητα και καταλήγουν να γράφουν επαναστατικά μανιφέστα, που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ενδιαφέρον για τις ιδέες, που προωθούν, όμως, δεν είναι ποίηση. Υπάρχουν και λίγες ποιητικές συλλογές, που καταφέρνουν, χρησιμοποιώντας ανατρεπτικό στίχο να γράψουν ποίηση, δίχως να χάσουν την ποιητικότητά τους.

Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη: «Με μια κόκκινη ανάταση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής» και διαπιστώσαμε, ότι είναι ποίηση.

Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, εξάλλου ο ποιητής απορρίπτει την παραδοσιακή ρίμα χαρακτηρίζοντας τους ποιητές, που την χρησιμοποιούν αποκλειστικά «δίποδα κολεόπτερα», όμως, παρά την απουσία ρίμας και μέτρου, υπάρχει ένας εσωτερικός ρυθμός, που διατηρεί μια μουσικότητα σε κάθε ποίημα, έτσι, που να διαβάζεται αβίαστα χωρίς να κουράζει και αυτό είναι μεγάλη αρετή στη σύγχρονη ποίηση.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης στην ποιητική του συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση» γράφει απλά, λιτά και κατανοητά. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Η ποίησή του γίνεται κραυγή διαμαρτυρίας, αγανάκτησης και οργής. Μια ποίηση, που δεν φιλοδοξεί τίποτα άλλο, από το να γίνει σύνθημα στα χείλη του κάθε καταπιεσμένου της σύγχρονης κοινωνίας.

Σε αρκετά σημεία, ο ποιητής γίνεται ειρωνικός, ειδικότερα, όταν αναφέρεται σε εκπρόσωπους της αστικής τάξης, όπως, οι κυρίες των τιμών: «που επιδεικνύουν τα αστραφτερά δόντια τους / γιατί δεν έχουν τι άλλο να κάνουν». Ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν διστάζει να χτυπήσει και το κρατικοδίαιτο εκδοτομιντιακό κατεστημένο, που διαφημίζει ορισμένα ευπώλητα βιβλία θεσπίζοντας βραβεία του συρμού: «Μυθιστορήματα ανάγκης / επί παραγγελία / υποψήφια για βραβεία αοριστίας». Όσον αφορά το γιατί γράφουμε ποίηση, ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι κατηγορηματικός: «Όταν γράφουμε ποίηση / το κάνουμε για να ξορκίσουμε / τους πρότερους εφιάλτες μας.»

Σε κάποια ποιήματα της συλλογής «Με μια κόκκινη ανάταση» συναντάμε αρκετά απαισιόδοξες διαπιστώσεις, όπως, ότι «ο εμφύλιος έχει πια κριθεί», ή ότι «ξεμάκρυνε η φύση», ενώ σε άλλο ποίημα αναφέρεται ο ταχυδρόμος, που φέρνει: «μόνο τραπεζικά χρεόγραφα/ λογαριασμούς / αλληλογραφία», που ο ποιητής χαρακτηρίζει: «ασήμαντη χαρτική ύλη / ανίκανη ν’ ανατινάξει / την επαναστατική του φαντασία» και πιο κάτω συναντάμε τις ερημιές που, «κυριαρχούν παντού». Που καταλήγουμε, λοιπόν; Σε μια διαπίστωση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει; Σε μια κραυγή, που απευθύνεται σε ώτα μη ακουόντων; Ο Δημήτρης Τρωαδίτης, δεν απελπίζεται. «Το σύμπαν είναι άναρχο / κι εμείς επαναστάτες» θα γράψει, φέρνοντάς μας μπροστά στην διαλεκτική μαρξιστική φιλοσοφία, ενώ σε άλλο ποίημα θα αναφέρει ότι μια «κόκκινη ανάταση… δεν θα επιτρέψει / στα προοίμια της αδικίας / να γίνουν τόμοι αναλγησίας» και αλλού θα προτρέψει: «να τραβήξουμε απότομα / το δηλητηριασμένο στιλέτο / που μας χτυπά πισώπλατα.»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Με μια κόκκινη ανάταση» είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή, που έρχεται να κοιτάξει στα μάτια τον αναγνώστη και να αγγίξει την καρδιά του. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει: «Η μόνη αληθινή κίνηση / είναι αυτή των ματιών / όταν αντικαθιστούν / το άγγιγμα της παλάμης.»

* Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα βουλγάρικα, στα αγγλικά, στα αλβανικά και στα πακιστανικά. Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό http://www.vakxikon.gr. Διαχειρίζεται τα blogs: http://www.poihtikostayrodromi.blogspot.gr http://www.theoharispapadopoulos.blogspot.com

**Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύεται από εδώ: http://fractalart.gr/me-mia-kokkini-anatasi/

Η Ανάσταση με μια Κόκκινη Ανάταση του Δημήτρη Τρωαδίτη

Αν δεν ήταν αδιαφορία σίγουρα θα ήταν υποτιμητικό στη συνείδησή μου να αδιαφορήσω στη φιλική διάθεση, αλλά και ιδιαίτερα στην επίσκεψη που μου έκανε ο ποιητής και γνωστός δημοσιογράφος Δημήτρης Τρωαδίτης δέκα μέρες νωρίτερα να μου δωρίσει με θερμή αφιέρωση μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Με μια κόκκινη ανάταση». ‘Ενα από τα ποιήματά του έτυχε να ακούσω από συνέντευξη στο 3ZZZ στην εκπομπή του Δρ. Χρήστου Φίφη. Αφάνταστα δυνατά μου προκάλεσε ενδιαφέρον και του τηλεφώνησα.

Όλα τ’ άλλα ήταν εύκολα.

Απασφαλίζοντας τη θύρα εισόδου στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη χρειάζεται πυκνή σκέψη στις επιμέρους αναγνώσεις όπως, ανθρωπογνωσία, συναισθηματικό «πολυμερισμό», ιδεαλισμό, ευαισθησία, αισιοδοξία, υπαρξιακά, οργή, αμοραλισμό, αμφιβολία, ηθική, συμβιβασμό, κρίση, αδράνεια, απαξίωση κ.τ.λ.

Στο ποίημα «Οι τόποι μου» σ.7-11 και στους ορισμένους στοίχους γράφει:
σε αποπνικτικές ατμόσφαιρες/ σε φωτιές που θεριεύουν/ βλέμματα κατακερματισμένα/ σε κοινούς κατατρεγμούς/ και ακρωτηριασμούς σωμάτων/ μορφές μα βαθουλωμένα μάτια/ από την πείνα/ και τις αγρύπνιες/ πολιτείες που γκρεμίστηκαν/ εκ των έσω/ και έμειναν πένθιμες/ διαλύονται εξοστρακίζονται/ καρμανιόλες σε πλήρη ανάπτυξη/ ……

Η παραστατική και ποιητική δεξιότητα διατρέχοντας τον κίνδυνο παρεξηγημένης εκτίμησης αποφεύγει την αισθητική καλαισθησία μεταμόρφωσης, παρουσιάζοντας σε πιθανή εμπειρική ανάλυση το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο ρυθμικός πνευματικός βηματισμός αφαιρεί δυναμικά την ρεμβώδη (ονειροπόληση) παρουσία σε ακραία μορφή αντικειμενισμού ώστε, μετριάζοντας το μέγεθος της αλήθειας να γίνει αρεστός. Αυθόρμητος και ως ένα βαθμό αναχαίτιστος στην οργιλότητα, καταγράφει αυτά που νιώθει για την σύνδεση του αναγνώστη στην αμεσότητα της κρίσης.

Στο «Κατά μέτωπο» ποίημα σ.12-16 γράφει:
τα βρώμικα λιμάνια ποικίλων ψυχοτρόπων/ οι θλιβερές χοάνες ψυχών εν αφθονία/ οι τόποι οι αλλόφρονες/ όταν αλλοτινοί σύντροφοι ολόγυμνοι/ μπροστά σε ξετσίπωτες ντιρεκτίβες/ κεντρικών επιτροπών νταβατζήδων/ σαν δημοσιογράφος με υπονοούμενα/ σαν την κακιά μητριά/ μεθυσμένοι από ανύπαρκτη έξη/ μπάτσοι επί σκοπώ/ οδοκαθαριστές επί ματαίω/ που στοιχειώνουν τις πόλεις/ ταξιαρχίες μίσους/ προσποιούμενες τις υπέρτατες αρετές/ παραστάσεις εξορίας/ των κακών πνευμάτων/…..

Λάβρος καταγγελτικός κρανιοσκόπος που σπάζοντας το κέλυφος της οστρακοειδούς θηριωδίας αποφεύγει και σ’ αυτό το ποίημα τις «περιτομές» εξευμενισμού ή τοτεμισμού, βεβαιώνοντας ότι δεν είναι διαβάτης συνηθισμένης καθημερινότητας και εναντιώνεται στο σύστημα των αρνητικών εικόνων και ψευδαισθήσεων.

Στη σχετική ανεπάρκεια συνείδησης του περίγυρου, του προξενεί συγκεκριμένη συναισθηματική φόρτιση, με αποτέλεσμα από τα συντρίμμια του παρδαλόκοσμου να αδειάζει στο φως με λογοτεχνικές μεταφορές την συνισταμένη επιδίωξη δικαίου.

Ισορροπώντας τις έντονες εικόνες κρίσης με την ελευθερία λόγου, θυμίζει Μοντεσκιέ στην ομιλία του περί δικαιωμάτων του πολίτου το 1789 στην γαλλική επανάσταση.

Στο συγκεκριμένο ποίημα ο ποιητής απόλυτα και βαθμιαία, έρχεται σε αντίθεση με την εξάρτηση των ιδιοτήτων αντινομίας λογικής στις δομές των ομάδων, «group structures» οι συνέπειες των οποίων θέτουν κατά την κρίση του ποιητού σε πλήρη κοινωνική περιθωριοποίηση.

Στο έρεβος της αποκτήνωσης ή και «αποβλάκωσης» ο ποιητής δια της προσωπικής παρουσίας ή ενόρασης είναι μάρτυρας ενός άκρατου αμοραλισμού «άρνηση της κάθε ηθικής» που χωρίς γραμματικό «θεοδόλιχο» συντεταγμένων γραμματικών παρατηρήσεων με έμφαση σημειώνει την ψυχική νοσηρότητα ή χειμέρια νάρκη του κοινωνικού συνόλου.

«Με μια κόκκινη ανάταση» σ.25.
Αυτή η μακρά πορεία/ προς το θάνατο/ πρέπει ν’ ανακοπεί/ τα μαβιά κατάμαυρα σημάδια της σκοτοδίνης/ πρέπει ν’ αλλάξου χρώμα// αυτή η απαρασάλευτη οδύνη/ πάνω απ’ τις στέγες/ των καρδιών μας/ πρέπει να μεταλλαχτεί/ σε εκρηκτική σκέψη/ έμμονη και φλογερή/ πυρωμένη/ ΣΤΟ ΑΜΟΝΙ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ/ αναμενόμενη σαν ανατολή/ καυτή σαν το δάκρυ/ στο μάγουλό μας/ μετά το μεροκάματο/ του τρόμου// αυτή η άγρια πορεία/ προς το θάνατο/ πρέπει να ανακοπεί/ με μια θεσπέσια χαραυγή/ των απόκληρων με την κόκκινη ΑΝΑΤΑΣΗ/ της ψυχής/ που δεν θα επιτρέψει/ στα προοίμια της αδικίας/ να γίνουν τόμοι αναλγησίας.

Αντιτάσσοντας την πραγματοκρατία «ρεαλιστική κατάθεση» στην προτεινόμενη χειρολαβή ζωής της σύγχρονης συγκυρίας, ο ποιητής Δημήτρης Τρωαδίτης κοινωνός γνώσεων πολιτικής κοινωνιολογίας, σφυρηλατεί στην ταξική πάλη πληρέστερα απ’ οτιδήποτε άλλο λόγο που δεν γνωρίζει όρια ερμήνευσης το οικουμενικό ισοδύναμο ανάμεσα στην κατανόηση αμάθειας και αδιαφορίας στην ανάσταση της ουμανιστικής σημαίας στο έργο του με μια Κόκκινη Ανάταση. Όπως και ο Αριστοτέλης είχε πει:
Ο άνθρωπος με την δράση του και την καθοδήγηση της λογικής του, δίνει ζωή στις δυνατότητες εκείνες που είναι χαρακτηριστικές για τον άνθρωπο. «Ηθικά Νικομάχεια 1098α, 8».

Αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι η ανατάραξη των ψυχικών διαθέσεων του αναγνώστη σε ρεαλιστική συμμετοχή με το ασυμβίβαστο πνεύμα απέναντι στα ομαδικά ή γενικότερα κοινωνικά πάθη σαν ρυθμιστής κοινωνικής ηθικής για όλους.

Ο Μαρξ έγραφε στο «Κεφάλαιο»:
Για να μάθει κανείς τι είναι ωφέλιμο για το σκύλο πρέπει να μελετήσει την φύση του σκύλου.

Ο ποιητής συνεχίζοντας μια πορεία στο υπόλοιπό του έργο του, με περιφρόνηση στα στολίδια ύφους λογοτεχνικής ακροβασίας ή ακριβέστερα ενοράσεις πτήσεων είναι σε ετοιμότητα στην θέση κωπηλάτη αναμένοντας ως γνωστών το παράγγελμα «επί τας κώπας και εν όψει» διότι η πυροστιές του Τρωαδίτη δεν περιμένουν φωτιά για να ζεστάνουν τον λογισμό του και πάλι.

Διονύσης Παρασκευάτος
Μελβούρνη

3+1 Ποιητικές συλλογές

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

Ντίνα Γεωργαντοπούλου «Απροσποίητα», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 58

Είναι σημαντικό η ποίηση να βρίσκεται δίπλα στην ανθρώπινη ψυχή για να γίνεται αόρατος ο καιρός! Απροσποίητα η Ντίνα Γεωργαντοπούλου καταθέτει τις λέξεις τις που «θυμούνται να νιώσουν» οι ίδιες και θυμούνται να συνδεθούν με τον σύγχρονο αναγνώστη σε τόνους ειλικρινείς και συνάμα αισθαντικούς. «Καμιά σιωπή δεν θα ‘ναι άηχη/ καμιά σκιά δεν θα τρομάζει το παρόν.  Κυρίως σε πρώτο πρόσωπο καταφεύγει σε μια διαρκή εξομολόγηση σκέψεων, ιδεών και συναισθημάτων χωρίς όμως να τείνει προς το μελό, ή να πέφτει στην παγίδα της υπερβολής.«Σήμερα, σε πρώτο πρόσωπο αποφασίζω να παραμείνω/ γυναίκα των επιθέτων/ ντροπαλή, μελαγχολική και αβέβαιη».
Μικρές πινελιές ζεστασιάς και προσμονής που φανερώνουν πόσο η ποιήτρια αγαπά τη μαγεία. Μάλιστα γράφει χαρακτηριστικά: «Πάντα ήταν ζητούμενο να μοσχοβολούν/ οι αμίλητες αισθήσεις»
Μια γυναίκα που γράφει για το μέσα της τοπίο, για το βλέμμα της που οι άλλοι δεν θα μπορούσαν αλλιώς να ξεκλειδώσουν. Γράφει για τις σκοτεινές, μύχιες πλευρές της. Αγαπά, θυμάται, φοβάται, ονειρεύεται εξαγνίζεται. Αλλά έχει τον τρόπο της να τα διαχειρίζεται όλα αυτά μέσω της γραφής. Και πάντα θυμάται πως «υπάρχουν χρώματα που φτιάχνονται κάθε στιγμή» και έτσι πορεύεται. Τελευταίοι στίχοι του βιβλίου: «Σε παρακαλώ, μή με αναλύεις, χωράω ολόκληρη σε ένα φιλί, που δεν στριμώχνει την ψυχή.
Εξαιρετικό το ποίημα με τίτλο «Λάνσελοτ μού λείπεις».
 

Νίκη Κωνσταντοπούλου «Εγώ, απέναντι», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 40

Συνήθως οι νέοι ποιητές καταπιάνονται με τον έρωτα ή με τα προσωπικά τους βιώματα. Αυτά θεωρούν ως πιο πρόσφορα υλικά για να τα κάνουν αντικείμενο στην ποίησή τους! Όμως είναι δύσκολο τελικά να γράφεις για τον έρωτα, ή τουλάχιστον δεν είναι εύκολο να εισάγεις το νέο αναφορικά με ένα τέτοιο θέμα ,αν κρίνεις ότι άπειρα πράγματα έχουν ειπωθεί. Όσο για τα προσωπικά βιώματα, αν τα βάλεις χωρίς επεξεργασία μέσα στους στίχους σου, κινδυνεύεις να γίνεις μελό, κάτι που σίγουρα δεν είναι ζητούμενο στην ποίηση.
Ευτυχώς η Νίκη Κωνσταντοπούλου δεν γαντζώνεται από το θέμα του έρωτα. Μιλάει για θέματα υπαρξιακά κυρίως, για το ανικανοποίητο της ψυχής, για το νόημα που έχει να υπάρχει στη ζωή μας μια κάποια αισθητική. Στίχοι απλοί, άμεσοι, σταθεροί, νηφάλιοι, που δεν έχουν ως στόχο τους τον εύκολο εντυπωσιασμό. Τα αισθήματα της ματαίωσης, της ματαιότητας, της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας διασχίζουν τα ποιήματα με τρόπο τέτοιο που θα τον «ζήλευε κι ο διάολος», για να δανειστώ στίχους της ποιήτριας. Βρίσκεται σε καλό δρόμο με την έννοια ότι έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις που διαθέτουν συνοχή και αλήθεια, έχουν κάτι να πουν, χωρίς να καταχρώνται τις μοντέρνες υπερβολές, ή τα ναρκισσιστικά γλωσσικά πυροτεχνήματα προκειμένου να γίνουν αρεστά. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: το Βουνό, η Αιτία, το Βιογραφικό, Μάσκες.
 
Με μάσκες ήρθαμε 
Με μάσκες φεύγουμε
Κάποιοι στο ενδιάμεσο  μάς τις τράβηξαν
Κι έτσι μπορούμε να δούμε κάτι απ’ τον εαυτό μας.
 
[σελ.31]
 
 

Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδ. Στοχαστής, σελ. 50

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη. Το 2016 εξέδωσε στην Ελλάδα δύο βιβλία ποίησης. Τη μοναξιά του χρόνου  από τις εκδόσεις Οδός Πανός και το βιβλίο Με μια κόκκινη ανάταση από τις εκδόσεις Στοχαστής. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης «Το Κόσκινο». Η ποίησή του υπαρξιακή και κυρίως κοινωνική. Το βλέμμα του στραμμένο στον άνθρωπο, τις αγωνίες, τις ιδέες και κυρίως, στους αγώνες του. Ο Τρωαδίτης καταγγέλλει το σαθρό σύστημα, την απόγνωση του κόσμου, τους παρωχημένους ηθικούς κώδικες, το μετέωρο εγώ του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Στο ποίημα Οι τόποι μου γράφει : […] «XII  οι τόποι μου /ρευστοί σαν το φως/των κεριών/σε ανταύγειες/σε αβέβαια τραγούδια/»Τίποτα δεν περνάει απαρατήρητο απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω του. Ο ποιητής βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, το οποίο φιλτράρει με τον τρόπο του και μιλά γι’ αυτό στους στίχους του. Τον ενδιαφέρει η πορεία που έχει πάρει ο κόσμος, τον ενδιαφέρει η ίδια η ζωή και πώς αυτή κυλάει στην ουσία. Με «αλήτικη διάθεση» ξεστρατίζει «να διασπάσει τις αδάμαστες/κορνίζες των καιρών/να τους δώσει υπόσταση/στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου»(Δες με, σελ. 19). Με τρεμάμενα αισθήματα στέλνει «στον αγύριστο» τους «μεσίτες της ζωής μας.» Ο εμφύλιος, η αιώνια ταξική πάλη, τα τραγούδια που βράχνιασαν, η κοινωνική ευαισθησία, το ανελέητο παιχνίδι ανάμεσα σε αλήθειες και ψέματα, οι ηγέτες του βροντερού τίποτα, το ξεθώριασμα των ιδεών, οι ιδεολογίες που αποδεικνύονται φενάκη αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της θεματικής προσέγγισης μέσα στο ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Τρωαδίτη. Με παλμό ,υψώνει φωνή, τίθεται υπέρ του κριτικού ελέγχου, της ανατροπής, της επανάστασης. Γράφει: «Δες με που βρίζω ασύστολα/βωμούς και θεούς/απαστράπτουσες προσωπικότητες/σιντεφένια πλαστικά/είδωλα των θεαμάτων/της πεντάρας/που προκαλούν /ημίγυμνα/τις μνήμες μας/δες με που πασχίζω μια/καθοριστική κλοτσιά να δώσω/στ’ αγάλματα και τις ρύμες/που  καμώνονται την ποίηση/δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου/σε παράταξη μάχης/στ’ αλώνια του χρόνου/με την κραυγή» (σελ.18-19). Διάθεση να μπει φωτιά στο όποιο κατεστημένο, εξέγερση των αισθήσεων, ψυχή πάλλουσα, διακαής πόθος για ατέρμονη αντίσταση σε ό,τι καταπατά την ανθρώπινη ελευθερία ( «[…]αγκαλιασμένοι να αντιστεκόμαστε στις δίνες που θα φτάνουν » (Το φως του κεριού)]. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: H σιωπή, Αγώνας, Όταν γράφουμε ποίηση, Το σύμπαν είναι άναρχο.
Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρό το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
 
όταν γράφουμε ποίηση
τ’ αποκαμωμένα βήματά μας 
σεργιανούν στο άπειρο
 
[…]
 
όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
 
όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.
 
 

Νεκταρία Μενδρινού «Κοχύλια από χρόνο», εκδ. Κέδρος, 2014, σελ. 120

Koχύλια από χρόνο  η δεύτερη ποιητική  συλλογή της Νεκταρίας Μενδρινού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Απαλά σαν χάδι νοσταλγικά ποιήματα που φλερτάρουν με την θλίψη, αλλά, ευτυχώς όχι με την κατάθλιψη. Στίχος απλός, άμεσος, άλλοτε «αφηγηματικός», άλλοτε «εξομολογητικός». Εσωτερικός ρυθμός, νότες χαμηλόφωνες. Αν αυτός ο στίχος ήταν εποχή, θα ήταν το Φθινόπωρο. Αν ήταν χρώμα, θα ήταν σίγουρα κάποιο γήινο χρώμα. (Μη γελιέσαι, δεν υπάρχουν /φυσιολογικές ζωές/μετρημένες λύπες/υπάρχουν μόνο/και μυστικά /του ενός…/). Η θεματική της ποιήτριας είναι διαχρονική, οι στίχοι εύθραυστοι, που διαδηλώνουν πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ψυχή, καθώς και «πόσο φαύλος κύκλος» είναι αυτή, ειδικά όταν η αλήθεια μπλέκεται συνεχώς με το ψέμα.
Η μνήμη(« […]μήτε να ζήσω/μπορώ/μήτε να ξεχάσω», Οβολός, σελ.99), τα γηρατειά, η ματαίωση, η Φύση, ο χρόνος ([…] ο χρόνος/δεν έχει  ακόμα/αρχίσει να μετρά/έχει μασκαρευτεί/και αυτός/σε αιωνιότητα…/[…], Απόκριες, σελ.67», ο έρωτας ([…] τα βράδια /σαν άλλη Πηνελόπη, σβήνω/σειρά σειρά/το ημερολόγιο καταστρώματος/δεν βρήκα ακόμη/προορισμό να με προσμένεις […] Προορισμοί, σελ. 70-71),το Όνειρο, η μοναξιά ([…] καμιά αιωνιότητα/που να χωρά/στα ανθρώπινα,/καμιά αλήθεια/παντοτινή/καμιά ηχώ /δυνατότερη/από την  μοναξιά σου…[…], Όνειρα, σελ.60)   και η απώλεια είναι κυρίως τα θέματα που την απασχολούν. Ξεχωρίζουν για την οικονομία και την αλήθεια τους του τα ποιήματα: Όσο, Μυθολογίες, Απογοητευμένο, Κρυφτό, Ευκαιρίες, Σαν.

*Αναδημοσίευση από το fractalart στο http://fractalart.gr/3-syn-1-poiitikes-sylloges/

Οι τολμηρές πτήσεις του ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b1

ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Ο παρθενικός ποιητικός τόμος του Δημήτρη Τρωαδίτη με τίτλο «Η μοναξιά του χρόνου» που κυκλοφόρησε τον περασμένο Οκτώβρη (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016, σελίδες 68), σύμφωνα με τα “Περιεχόμενα” συστεγάζει τις εξής τρεις συλλογές: «Η μοναξιά του χρόνου» (15 ποιήματα), «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» (13 ποιήματα) και «Απόπειρες ονείρων» (22 ποιήματα). Τα ποιήματα της συλλογής δεν τιτλοφορούνται αλλά αριθμούνται, επειδή ο ποιητής αποφεύγει συνειδητά οιονδήποτε θεματικό προσδιορισμό και/ή ταυτοποίηση. Εξού και στην πρώτη συλλογή η ταυτότητα εκάστου ποιήματος καθορίζεται από το 1 έως το 15. Στη δεύτερη συλλογή υπάρχει μια ελαφρά παραλλαγή: το κάθε ποίημα ορίζεται ως «στιγμή πρώτη» κτλ., ενώ στην τρίτη συλλογή τα ποιήματα προσδιορίζονται ως «απόπειρα πρώτη» κ.ο.κ. Η τακτική αυτή (αποφυγής συγκεκριμένου τίτλου) οφείλεται στο γεγονός ότι η ποίηση του Τρωαδίτη δεν προσφέρεται για κατηγοριοποίηση σε καλούπια/στεγανά, με ταμπελίτσες (τίτλους) που να την (προ)καθορίζουν. Γιατί κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τον διφορούμενο χαρακτήρα της και θα ερχόταν σε αναντιστοιχία με την όλη ανοιχτή υφή της. Γι’ αυτό και η μόνη παραχώρηση που κάνει είναι να εξειδικεύει τους τίτλους με τις προσθήκες «στιγμή» (στη 2η συλλογή) και «απόπειρα» (στην 3η συλλογή). Το σημαντικότερο: Όπως δηλώνει κατηγορηματικά στο επιγραμματικό ποίημα «απόπειρα ενδέκατη», η όποια φαινομενική ταυτότητα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση και φενάκη («φοράς ατάραχος / τ’ όνομά σου / περιφέροντάς το / με ευτελή κοσμήματα / κειμήλιο σε φωτιές / που τρεμοκαίνε / ασήμαντο στολίδι / προς εξαφάνιση / κι ας διατείνονται οι μετεωρολόγοι / ότι χρειάζεται τόλμη / ν’ αγαπήσεις ακόμα / και την ύστατη / σταγόνα δάκρυ», σ. 57). Έπειτα, τα απρόσωπα, άψυχα νούμερα των τίτλων του ταυτίζονται ιδανικά με την μηχανοποιημένη, απάνθρωπη ύπαρξη που επιχειρεί να απεικονίσει.
Τα ποιήματα, άλλωστε, του Τρωαδίτη δεν αντανακλούν ολοκληρωμένες φιλοσοφικές, ηθικές, αισθητικές ή άλλες θέσεις, αλλά αυθόρμητες, «στιγμιαίες απόπειρες» να συλλάβει και αποθανατίσει, εν είδει ενσταντανέ, το άφατο μυστήριο και θαύμα της ύπαρξης. Κι αυτό μέσα από κάποια αντιπροσωπευτικά θραύσματα και ψήγματα του ποιητικού λόγου, που όμως εμπεριέχουν συμπυκνωμένο το όλον (καθότι «εν το παν»), όπως διακηρρύσσει το ποίημα «απόπειρα πρώτη» («κάθε απόπειρα σκέψης / περιέχει όλες τις σκέψεις μαζί / κάθε κίνηση στο άπειρο / περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί», σ. 47). Απ’ αυτή την άποψη, ο θεματικός προσδιορισμός της εν λόγω ποίησης δεν είναι πάντα εύκολη διαδικασία – πολύ περισσότερο όταν η εξιχνίαση της ανθρώπινης ταυτότητας παραμένει μια πολύπλοκη διαδικασία, όπως εύγλωττα συνοψίζει το ποίημα «απόπειρα δέκατη έβδομη» («η οντότητά σου / ενδότερα αρχαίου ναού / μυστικό ρυάκι / σε σκοτεινές πεδιάδες / με καταβόθρες πικρές / αλάτι και χάλκινη σκουριά / αγάπη σε ακάνθινες αψίδες / των πεπιεσμένων στιγμών / της ζωής σου», σ. 63).
Η θεματική ταυτότητα του ποιητικού σύμπαντος του Τρωαδίτη περιστρέφεται γύρω από κάποιες πάγιες «έμμονες ιδέες» που εκδηλώνονται ως απόηχοι προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων του μακρινού παρελθόντος («ήχοι απ’ τα μακρινά νιάτα / σπασμένες φτερούγες / ξεστρατισμένων γλάρων / έμμονες ιδέες / σφηνωμένες στο μυαλό / ζαρωμένες / στην αφηρημάδα τους» [«απόπειρα ένατη»], σ. 55). Θεματικά δε εστιάζονται στην υπαρξιακή αγωνία, τα αδιέξοδα της ζωής και τη ματαιότητά της, την παρακμή, τον ξεπεσμό και, τέλος, στον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου. Διαδικασία που οδηγεί, ενίοτε, σ’ ένα είδος φιλοσοφικού μηδενισμού. Αντιστοίχως, και ως αντιστάθμισμα σ’ όλο αυτό το νοσηρό, πεσιμιστικό κλίμα, αντιπαρατίθεται ο παραμυθητικός, λυτρωτικός ρόλος του (ποιητικού) λόγου.
Η γενικευμένη απαισιοδοξία για το αναπόδραστο της ανθρώπινης κατάστασης (μοίρας) διέπει, με διάφορες παραλλαγές, όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Ενδεικτικό λόγου χάρη είναι το ποίημα «1» στην πρώτη συλλογή («τα κουπιά σπασμένα / γδαρμένα τα παλαμάρια / κωπηλατούμε στ’ άβαθα ποτάμια […] σκύβουμε πάνω από οστά / λέπια και πτερύγια […] αποκοιμόμαστε / και κανείς δεν μας σκέφτεται / μέσα σε θροΐσματα / πριν το μεγάλο χιόνι / σκεπάσει τα μαλλιά μας…», σ. 12). Από τη δεύτερη συλλογή, δειγματοληπτικά και μόνο αναφέρουμε το ποίημα «στιγμή δέκατη» όπου διατυπώνεται επιγραμματικά το πεπερασμένο του ανθρωπίνου βίου και η ματαιότητά του (με απόηχους από το γνωστό βιβλικό «άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού»). Εδώ υπογραμμίζεται το αναπότρεπτο της μοιραίας ήττας του ανθρώπου («φεύγουμε σαν το όνειρο / ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός / απ’ τη χαραμάδα του χρόνου / αποχωρώντας απ’ τη σκηνή / με φωνή αλαργινή / και δειλές φλόγες», σ. 40) – εικόνα που επίσης θυμίζει το σαιξπηρικό «όλος ο κόσμος μια σκηνή». Αξιο μνείας είναι, ακόμη, το ποίημα «στιγμή δωδέκατη», στο οποίο εκφράζεται εμμονικά όχι μόνο το αδιέξοδο της ζωής αλλά, κυρίως, οι ψευδαισθήσεις του ανθρώπου («να πιαστούμε από αλήτες / συννεφιασμένους / πασχίζουμε / που τα παίζουν όλα για όλα / με άδεια μπουκάλια βλέμματα στον ουρανό / να κατεβάσει το όποιο μάννα») ιδίως όταν η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη, με αποτέλεσμα όλα να είναι οριστικά και αμετάκλητα χαμένα («να διαβούμε σε ρυάκια / με βάρκα βομβαρδισμένη / αίμα ξερό και χαλασμένο», σ. 42). Πιο οδυνηρό όμως για τον ποιητή – πέρα απ’ την ανημπόρια του ανθρώπου να υπερβεί τη μοίρα, τη μοναξιά και τη μηδαμινότητά του σ’ ένα κατά τα άλλα αφιλόξενο, αν όχι εχθρικό, σύμπαν – είναι το γεγονός ότι έχει απόλυτη επίγνωση αυτής της απέλπιδας κατάστασης («η σιγανή φωνή μας / τιτίβισμα σπουργιτιού / που δεν ήρθε με χέρια / ολόλευκα κλαίει τη νύχτα / πίσω από καθρέφτες» [«στιγμή δέκατη τρίτη»], σ. 43). Τη δυστυχία αυτή επιχειρεί απεγνωσμένα να αντισταθμίσει, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας ευτελούς διασκέδασης, όταν ο άνθρωπος «συνωστίζεται / σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας / για μια στιγμή υπόληψης» (ό.π.) – αντίδραση που όμως επιδεινώνει τον εξευτελιστικό ξεπεσμό του.
Απ’ τις βασικότερες αιτίες της κακοδαιμονίας του ανθρώπου (του ανικανοποίητου, της άνευ νοήματος ζωής του, καθώς και της γενικότερης παρακμής του) ο ποιητής θεωρεί την αλματώδη τεχνολογική εξέλιξη. Διότι η τελευταία έχει αλλοιώσει και φαλκιδεύσει την ιερότητα και αυθεντικότητα της ύπαρξης, εκφυλίζοντάς την με τις άφρονες και ανισόρροπες επιλογές του, όπως καταδεικνύει το ποίημα «απόπειρα έβδομη» («ούτε ισορροπίες / στους λεπτοδείκτες / μόνο γεννήσεις / στα σκοτάδια / στους πίσω δρόμους», σ. 53). Έτσι οι άνθρωποι, αντί για γνήσιοι εραστές της ζωής, οδηγούνται στην «εκκωφαντική απομόνωση» και καταντούν, μοιραία, «ξεγελασμένοι εραστές των φαντασμάτων» (ό.π.). Αποτέλεσμα: αντί η θεαματική επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος να είναι προς όφελος του ανθρώπου, αποβαίνει τελικά εις βάρος του, λειτουργώντας ως μπούμερανγκ, καθώς τον εκτοπίζει στο περιθώριο της ύπαρξης. Το πιο εύγλωττο δείγμα αυτού του εκφυλισμού είναι η διαδεδομένη ρομποτοποίησή του η οποία λαβαίνει επιδημικές διαστάσεις, κυρίως στους απάνθρωπους χώρους εργασίας. Εκεί η ανθρώπινη υπόσταση δοκιμάζεται ανελέητα, καθώς ο άνθρωπος δεν αποτελεί παρά ένα ακόμα γρανάζι, ένα εξάρτημα στην όλο και πιο μαζικοποιημένη βιομηχανική παραγωγή και δη σε «προκρούστεια κρεβάτια». Εξού και η εξουδετέρωση οποιασδήποτε «υπόληψής» του, όπως τόσο δηκτικά και παραστατικά αντικατοπτρίζει το ποίημα «στιγμή πέμπτη» («πότε ακίνητοι / πότε τρεμάμενοι / σε μέρη που λέγονται / χώροι εργασίας / κραυγές αργόσυρτες / φωνές ταλαιπωρημένες / έρμαια άνωθεν αποφάσεων / σε προκρούστεια κρεβάτια», σ. 35). Διόλου περίεργο λοιπόν που ο εκ-πολιτισμός του ανθρώπου, μέσω της τεχνολογίας, αντί να τον εξανθρωπίζει, τον καταδυναστεύει μεταμορφώνοντάς τον σε ζωντανό νεκρό – πράγμα που κάνει τον ποιητή να εξανίσταται με το ρητορικό ερώτημα [στο ποίημα «στιγμή έκτη»]: «πότε θα ανασηκωθούμε / από τον ανοιχτό μας τάφο / που έχει τη μορφή / σελιλόιντ ακρόασης» (σ. 36). Έτσι, το μόνο που απομένει στον άνθρωπο είναι να αυτοοικτίρεται, συνειδητοποιώντας την αξιοθρήνητη κατάστασή του – η οποία επιβεβαιώνει την προφητική ρήση του Φρόιντ ότι, τελικά, η καταστροφή του ανθρώπου θα είναι ο πολιτισμός που ο ίδιος εξέθρεψε.
Όλα τα παραπάνω, με επίκεντρο τον άκρατο πεσιμισμό, ως απόρροια της υπαρξιακής αγωνίας και των παρεπόμενων «δραμάτων» (τού «γιατί ζει / κι άλλα δράματα» [«απόπειρα δέκατη τρίτη»], σ. 59) επόμενο είναι να οδηγούν αναπόδραστα σε κάποιους μικρής κλίμακας, πλην έκδηλους απόηχους της μεταπολεμικής μας «ποίησης της ήττας» (όπως αντικατοπτρίζουν οι στίχοι του ποίηματος «9»: («οι καιροί πιο γκρίζοι / όσοι ήσαν χθες επαναστάτες / σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι», σ. 19). Η ήττα, ωστόσο, σημασιολογικά, παραπέμπει κυρίως στην υπαρξιακή και λιγότερο στην πολιτική εκδοχή της, όπως καταφάσκει το ποίημα «απόπειρα όγδοη» («τρέχεις χαμένος / σαν σκυλί / σε διόδους διαφυγής / να αποτρέψεις / τα μαρμαρωμένα δάση / όπου ο χρόνος / ακινητοποιείται / βαδίζεις πλέον / στα μονοπάτια της ήττας», σ. 54).
Ως συνέπεια της υπαρξιακής παθογένειας και ήττας, αναδύεται, ενίοτε, αλλά ευδιάκριτα, μια παράλληλη μηδενιστική διάθεση η οποία ενσαρκώνεται, κορυφούμενη, σε ποιήματα όπως π.χ. το «9» («το κρανίο ξεθάβεται στο τσιμέντο / καθένας αγαπάει πιο πολύ τον εαυτό του // τα χέρια σπασμένα εμπόδια στην πόρτα / κρατητήρια κάπου με μάτια πληγές / ωχρά φεγγάρια στην αγάπη που πεθαίνει //άδεια όλα / μίσος απροσμέτρητο / οι καιροί πιο γκρίζοι», σ. 19). Συνακόλουθα, αυτή η μηδενιστική προοπτική, στάση και πορεία του ποιητή, αφού διανύσει πρώτα τα ενδιάμεσα στάδια της παρακμής του ανθρώπου (που αποτυπώνονται κυριολεκτικά στο ποίημα «απόπειρα πέμπτη» («δεν υπάρχουν ψηλά βουνά / εδώ στην περιοχή μας / όλα είναι επίπεδα / λεία») ολοκληρώνεται σηματοδοτώντας τον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου – ως τελικό προορισμό κι έκβαση – καθώς απουσιάζει το ζήδωρο στοιχείο της αγάπης που συνέχει την καθαυτή πεμπτουσία της ζωής («και ψυχορραγούν / ανυπεράσπιστα / δεν υπάρχει άνθρωπος / να τα χαϊδέψει / για να επιβιώσουν» [«απόπειρα πέμπτη»], ό.π., σ. 51).
Αντίβαρο σ’ όλη την προηγηθείσα εσχατολογική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, που θυμίζει επικείμενη συντέλεια, ο ποιητής αντιπαραβάλλει την θαυματουργική ιδιότητα του λόγου και δη του ποιητικού ως μοναδικό όπλο αντίδρασης και αντίστασης. Εξαρχής ο ποιητής, στη συλλογή του, δεν παραλείπει να εξάρει το λυτρωτικό ρόλο της (ποιητικής) γλώσσας ως μόνης σανίδας σωτηρίας, όπως παρατηρεί στο ποίημα «15» («λόγια που φτεροκοπούν / σωσίβιο στη γλώσσα») όσον αφορά την «αίσθηση ασυνέχειας» («στις ατέλειες του κόσμου» και «στο άπειρο του χάους», καθώς (η ποιητική γλώσσα) είναι το μόνο μέσον με το οποίο οι λέξεις «συνθέτουν μεστές ιστορίες / παρηγορώντας κι αγκαλιάζοντας» (σ. 26). Δεν συμβάλλουν όμως μόνο σ’ αυτό. Πέρα απ’ την παραμυθία που προσφέρουν, διορθώνουν επίσης τις «ατέλειες του κόσμου» με τα «υλικά παραμυθιών» που γητεύουν τις αισθήσεις, διαιωνίζοντας τις ιστορίες και περιπέτειες της ανθρωπότητας στο αέναο («ήρωες οι ψυχές / των μαγικών πλασμάτων / με σκιρτήματα πλανεύουν τις αισθήσεις / ελευθερώνουν αιχμαλωτίζοντας / πάθη σε καταιγίδες / μοιάζουν με ύμνους / αφηγήσεις άξονες ιστοριών / περνάνε και πληθαίνουν / από γενιά σε γενιά / όπως οι θητείες στο αέναο…», σ. 26-7).
Η μαγική ιδιότητα του (ποιητικού) λόγου αντανακλάται και στο ποίημα «11» όπου ο ποιητής, στο ρόλο τού υποβολέα, επιδίδεται σε μια σειρά προσταγών προς τον εαυτό του: 
«Τους τραχείς αιώνες / να απαλύνεις // τ’ αφρούρητα όνειρα / να εξαργυρώσεις / με αγάπες / στη δύσβατη ζωή // τα γυμνά πόδια / των ρακένδυτων / να ντύσεις / με ρόδινες φλόγες / σε ήλιο ελεύθερο // ο πύρινος χορός / να συνεχιστεί // η ιριδίζουσα αυγή / ν’ αντιστέκεται στην πέτρινη / πηγή του λόγου» (σ. 21). Η υλοποίηση των παραπάνω προσταγών θα ήταν ανθρωπίνως αδύνατη χωρίς τη διαμεσολάβηση της παντοδύναμης «πηγής του λόγου» ο οποίος, ούτως ή άλλως, ενέχει μεταφυσικές διαστάσεις, όπως άλλωστε επιβεβαιώνει κατηγορηματικά και η ευαγγελική ρήση: «Εν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον θεόν, και θεός ην ο λόγος» (Ιωάν. 1,1). Αυτή η καταφυγή – ή σωστότερα η απαντοχή – στην ποίηση ως μόνης διεξόδου, παρηγοριάς και ανακούφισης, είναι επιτακτική διότι υποστασιοποιεί την ταυτότητα του υποκειμένου («Το άγραφο κρυπτογραφεί / τ’ όνομά σου» [ποίημα «9»], σ. 19). Κι εδώ έχουμε έναν έμμεσο πλην σαφή υπαινιγμό στις μαγικές όσο και απόκρυφες, παραμυθητικές ιδιότητες της ποιητικής γραφής – έστω κι αν πρόκειται για εφήμερη παρηγοριά/ανακούφιση, όχι μόνο επειδή στη ζωή τίποτα δεν είναι μόνιμο και διαρκές αλλά κι επειδή ο άνθρωπος «στο φως πλέει / με δάχτυλα από κερί» (ό.π.).
Ένα άλλο καταλυτικό πλεονέκτημα που προσφέρει η ποίηση στον μειονεκτούντα αδύναμο άνθρωπο, είναι το γεγονός ότι μέσω της ποιητικής αλχημείας καθίσταται εφικτός ο φιλοσοφικός προβληματισμός, αναφορικά με το όλο μυστήριο (τη μαγεία αλλά και το άχθος) της ύπαρξης, που οδηγεί στην αυτογνωσία και, τέλος, στο συμβιβασμό με τα όποια δεινά της. Εξού και στο ποίημα «4» διαπιστώνουμε ότι ο ποιητής δεν καταφεύγει στον αποφθεγματικό λόγο προκειμένου να προβεί σε μια κοινότοπη διαπίστωση, αλλά σε μια χρήσιμη άσκηση αυτογνωσίας. Η τελευταία δεν αποτελεί παιγνιώδες ευφυολόγημα, αλλά ουσιώδες στήριγμα επιβίωσης, με την υπέρβαση των απαριθμούμενων αντιξοοτήτων («Οι λυγμοί», «οι απελπισίες», «οι αρρώστιες», «τα χρέη», «τα δανεικά» [ποίημα «4»], σ. 14) αφού όλα αυτά «είναι αρχέγονα», που σημαίνει σύμφυτα της ανθρώπινης ύπαρξης ή «του εαυτού μου», όπως παρατηρεί. Είναι δηλαδή ένα modus vivendi που του επιτρέπει να συμβιβαστεί και συμπορευθεί με τις αντιξοότητες της ζωής. Αυτός ο συμβιβασμός συντελείται μέσω της αυτοπαρωδίας του ποιητικού λόγου, δια του προσφιλούς τεχνάσματος των αντιθέσεων-αντιφάσεων, όπως καταφάσκει το καταληκτικό δίστιχο: «κι έτσι δεν μπορεί να βουβαθεί [σημ.: ο «εαυτός» του] / με σκόρπιες λέξεις» (ό.π., σ. 14) – υπαινισσόμενος ότι οι όποιες αντιξοότητες αποτελούν ευκαιρία προβληματισμού, γνώσης και αυτογνωσίας.
Τέλος, το παράδοξο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι, μολονότι η δυστυχία της ύπαρξης (με τις «πριονισμένες ελπίδες / για όποιο θαύμα» και «την πλήρη επιβολή της ξηρασίας» [ποίημα «14»], σ. 24-5) απορρέει κυρίως από τον «πόνο», ως απότοκο ανίατων ασθενειών («γιατί κανείς γιατρός / δεν θεραπεύει ανίατες ασθένειες / μόνο άδηλες ψευδαισθήσεις / που βρίθουν κυνισμό», ό.π.), η μόνη σημαντική αποζημίωση για την κατάρα του «υπέρτατου πόνου» είναι η πολύτιμη «γνώση [που] απορρέει / από τον υπέρτατο πόνο» (ό.π.). Το ακόμη παραδοξότερο όμως είναι ότι, εδώ, ο πόνος λειτουργεί ως ένα είδος ομοιοπαθητικής, αφού κι όταν ακόμη «δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο / ενώ πονάς αφόρητα», τουλάχιστον μπορείς να επιδίδεσαι στην «εξύμνηση της απώλειας δέους» (ό.π.), αντιστρέφοντας και μεταμορφώνοντας έτσι την οδύνη σε ηδονή. Τουτέστιν, ο τρώσας και ιάσεται.
Από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ποίησης του Τρωαδίτη θεωρώ το αυτοαναφορικό της στοιχείο – δηλαδή τη θεματική ενασχόλησή του με τους προβληματισμούς γύρω από τη ίδια την ποιητική τέχνη και τις παραμέτρους της. Καθόλου τυχαίο, άλλωστε, που από το πρώτο κιόλας εισαγωγικό του ποίημα «1» γίνεται σαφής υπαινιγμός στην ποιητική διαδικασία, με αναφορά στη «λάσπη της δημιουργίας» («Οι νεκροί στις κοιλάδες / δεν ξεχνιούνται / ούτε η λάσπη της δημιουργίας / που πέφτει στο κενό», σ. 11). Μολονότι εκ πρώτης όψεως δίνεται η εντύπωση ενός αντιφατικού σχήματος (εξαιτίας της τεχνικής των αντιθέσεων που αρέσκεται να χρησιμοποιεί ευρέως ο ποιητής), τελικά δεν υπάρχει αυτοαναίρεση όσον αφορά τη χρησιμότητα της ποίησης, όταν αναφέρεται στη «λάσπη της δημιουργίας / που πέφτει στο κενό»). Τουναντίον, τονίζεται και αιτιολογείται γιατί «η λάσπη της δημιουργίας» δεν μπορεί να ξεπέσει στη λήθη ή την αχρηστία, όπως επιβεβαιώνει η καταληκτική στροφή («Τα τραγούδια της αναμονής / δεν είναι ανώφελα / καθώς το λάδι / στη μηχανή του κόσμου / δρασκελάει τους αιώνες / ως άλλη καλπάζουσα αγωνία / να αναδυθεί η ανατολή της σκέψης», ό.π.). Έτσι, εδώ έχουμε την αντιπαραβολή αίτιου-αιτιατού που αποσαφηνίζει το τελικό αποτέλεσμα, αφού η «ανατολή της σκέψης» προϋποθέτει τη «λάσπη της δημιουργίας».
Ωστόσο, το καλύτερο και αντιπροσωπευτικότερο δείγμα τής εν λόγω αυτοαναφορικότητας εντοπίζεται στο ποίημα «7», καθώς εκφράζει ανάγλυφα τον πυρήνα των προβληματισμών του ποιητή. Συγκεκριμένα, την αγωνία, το άγχος και άχθος των δυσκολιών της ποίησης («Να ψάχνεις τις λέξεις / να τις ταιριάξεις στον αφρό / του σκοταδιού τεράστιο φορτίο», σ. 17) αλλά και την άφατη ανταμοιβή που προσφέρει στο δημιουργό της («το σπρώχνεις μπροστά σου / κι αντί για τους τροχούς / ακούς ν’ αναστενάζουν τα πουλιά», ό.π.). Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι κάποιος θα σταθεί τυχερός να τρυγήσει απειροελάχιστα, έστω, ψήγματα στίχων, παρά τις όποιες αντιξοότητες του εγχειρήματος («οι στίχοι ψαρεύονται / κι ας μας βρίζουν τα ρυάκια», ό.π.) δηλαδή «μια λεξούλα» («άλλοτε είμαστε τυχεροί / άλλοτε αγκομαχάμε / να αλιεύσουμε μια τόση δα λεξούλα», ό.π.). Προφανώς ο ποιητής έχει απόλυτη επίγνωση των δυσχερειών της τέχνης του, η συνειδητότητα των οποίων όμως δεν τον αποθαρρύνει απ’ το να συνεχίσει την προσπάθεια, προκειμένου να γευθεί τη σαγήνη της ποίησης – που είναι, άλλωστε, και η μόνη του αποζημίωση. Πράγμα που διαπιστώνεται αλάνθαστα και στο ποίημα «απόπειρα πρώτη» όταν διατείνεται: «κάθε απόπειρα σκέψης / […] κάθε κίνηση στο άπειρο / […] κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου» (σ. 47).
Εν κατακλείδι: Η ποίηση του Τρωαδίτη έρχεται να επιβεβαιώσει τη ρήση του Φερνάντο Πεσσόα ότι «η λογοτεχνία είναι μια απόδειξη ότι η πραγματικότητα δεν αρκεί» – άποψη που αντανακλάται ανάγλυφα στο στίχο «η πραγματικότητα είναι άλλη» ([«απόπειρα δέκατη πέμπτη»], σ. 61). Αυτή την οπτική της «άλλης πραγματικότητας» (της συνήθως σκληρής και ανυπόφορης, πλην μυστηριώδους και μαγικής) μας προσφέρει ως τίμιο δώρο ο Τρωαδίτης μ’ αυτή τη σεμνή αλλά καθ’ όλα επιβλητική (και τυπογραφικά καλαίσθητη) πρώτη ποιητική συλλογή του. Μέσα από έναν άψογα φροντισμένο και καλοδουλεμένο ελεύθερο στίχο (καθόλου εύκολη υπόθεση, ομολογώ) επιχειρεί τη συμπαντική ενατένιση όσο και (ανα)σύνθεση ενός παράλογου, κατακερματισμένου (εσωτερικού κι εξωτερικού) κόσμου, καθώς αιωρείται «μέσα σε ανεπαίσθητα / θραύσματα χρόνου» ([απόπειρα δέκατη έκτη»], σ. 62). Η σύλληψη και αποτύπωση αυτού του «άλλου» οράματος του κόσμου, διεξάγεται μέσω μιας αντίστοιχης βασανιστικής θραυσματικής γραφής («ο ήλιος βασανιστικός / η γραφή θραυσματική» ([απόπειρα εικοστή δεύτερη»], σ. 68).
Ο Τρωαδίτης – ευτυχώς – δεν ανήκει στη συνομοταξία των εύκολων, αβασάνιστων ποιητών «εκ του προχείρου». Ούτε βέβαια και απευθύνεται σε αμύητους και άσχετους αναγνώστες, αλλά σε λίγους κι εκλεκτούς. Γνωρίζοντας, προφανώς, τη ρήση του μεγάλου Μπόρχες ότι «οι επαρκείς αναγνώστες είναι τόσο σπάνιο είδος όσο και οι μαύροι κύκνοι…», δεν φοβάται να ανήκει σ’ αυτή τη συνομοταξία των δυσνόητων, «κρυπτικών» ποιητών που χρησιμοποιούν μια «συνωμοτική γλώσσα», για να μεταχειριστώ την ορολογία του Δημήτρη Στεφανάκη. Γιατί, όπως παρατηρεί ο τελευταίος σ’ ένα πρόσφατο έξοχο βιβλίο του, «Ο ποιητής θυμίζει κάποιον που θέλει να περάσει το ποτάμι και δεν φροντίζει να πατήσει από πέτρα σε πέτρα αλλά επιχειρεί με μία και μόνη δρασκελιά να φτάσει στην αντίπερα όχθη. [Εξού και] Ο τρόπος που η μοντέρνα ποίηση συνδέει απομακρυσμένες μεταξύ τους έννοιες μας γοητεύει κι άλλο τόσο μας δυσκολεύει» («Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή», εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 2016, σ. 112).
Εδώ ακριβώς όμως έγκειται και η πρωτοτυπία και γοητεία της ποίησης του Τρωαδίτη: στο ότι δεν έχει πέσει θύμα στις Σειρήνες της ευκολογραφίας/προχειρογραφίας, όπως τόσοι και τόσοι δήθεν ποιητές και λογοτέχνες. Γιατί το πρόβλημα, σε τελική ανάλυση, δεν είναι τόσο οι ποιητές όσο – κυρίως – οι αναγνώστες, όπως πειστικά επεξηγεί ο Στεφανάκης: «Ο αντιληπτικός κώδικας των αναγνωστών […] ακολουθεί τα μικρά ασφαλή βήματα της λογικής μεθόδου. Αδυνατεί να παρακολουθήσει τις τολμηρές πτήσεις της ποιητικής σκέψης. […] Είναι φορές που νιώθεις πως έχεις να κάνεις με παράνομους, οι οποίοι συνομιλούν ερήμην μας. Η διαταραγμένη σχέση μας με την ποίηση προκαλεί αμηχανία και όχι άδικα. Όσο θα επιζητούμε να κατακτήσουμε τα πάντα με τη σιδηρόφρακτη λογική μας, θα παραμένουμε δύσπιστοι και απρόθυμοι σε ό,τι υπερβαίνει την αντιληπτική μας ικανότητα. Θα είμαστε εχθρικοί με τη δημιουργία που αρνείται να πάει με τα νερά μας…» (ό.π., σ. 112-13).
Όπως διατείνεται ο μεγάλος Ινδός φιλόσοφος και πνευματικός γκουρού Osho, «μόνο το ψεύτικο και το αβέβαιο δημιουργούνατι γρήγορα, όπως στην αλυσίδα συναρμολόγησης. Ενώ για κάτι αληθινό χρειάζεται χρόνος». Ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι ένας σεμνός, χαμηλών τόνων άνθρωπος και ποιητής που απεχθάνεται την αυτοπροβολή, αν και ασχολείται επί δεκαετίες, αθόρυβα, με την ποίηση. Γι’ αυτό και το έργο του δεν είναι κίβδηλο προϊόν απομίμησης, αλλά γνήσιο και αυθεντικό, με ένα ευδιάκριτα προσωπικό στίγμα. Πρόκειται για έναν εμφανώς ψαγμένο δημιουργό, τον οποίο η ποιητική τέχνη τον έχει προβληματίσει και παιδέψει πολύ. Τα αποτελέσματα είναι απτά στην υπό εξέταση συλλογή. Με την τελευταία ο Τρωαδίτης – αν δεν απατώμαι – έρχεται, έστω και κάπως καθυστερημένα, να εγγράψει σοβαρές υποθήκες για το μέλλον. Αν μη τι άλλο, η περίπτωσή του αξίζει οπωσδήποτε να προσεχτεί ευρύτερα.

(Σημ.: Θερμές ευχαριστίες στον ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη που μου χάρισε την ποιητική συλλογή του «Η μοναξιά του χρόνου» με μια θερμή αφιέρωση και, βέβαια, για την προτροπή μου να την εκδώσει. Καλοτάξιδη!)
Ο Δρ. Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται: «Τα Αμαρτύρητα: Σχέδιο Βιογραφίας του Βασίλη Βασιλικού» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

“Η μοναξιά του χρόνου” του Δημήτρη Τρωαδίτη

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b1

Τον ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Εκείνο που γνώριζα μέχρι σήμερα για τον δημοσιογράφο και ποιητή, μόνιμο κάτοικο Μελβούρνης από το 1992 είναι η αγάπη του για την ποίηση η οποία εκφράζεται μέσα από το blog http://tokoskino.me το οποίο έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται και που αποτελεί ελεύθερο βήμα για κάθε δημιουργό που θέλει να δημοσιοποιήσει το έργο του.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γράφει ποίηση εδώ και μερικές δεκαετίες, η οποία κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, κυρίως στις σελίδες του blog του.

Δεν γνωρίζω τους λόγους που καθυστέρησε να προχωρήσει στην έντυπη έκδοση των ποιημάτων του, ωστόσο αυτό έγινε τον Οκτώβριο του 2016 μέσα από τις εκδόσεις Οδός Πανός του ποιητή Γιώργου Χρονά.

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής: Η μοναξιά του χρόνου. Η συλλογή αποτελείται από τρία διακριτά κεφάλαια με τίτλους: «Η μοναξιά του χρόνου», «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» και «Απόπειρες ονείρων».

Το κάθε επιμέρους κεφάλαιο είναι αυτόνομο και θα μπορούσε να αποτελεί από μόνο του μια αυτοτελή ποιητική συλλογή. Τα τρία κεφάλαια συγκλίνουν και περιστρέφονται γύρω από τρεις βασικούς άξονες.

Βέβαια το να σχολιάζει ένας ποιητής το έργο κάποιου άλλου ποιητή είναι δύσκολο έργο, παρόμοιο με τη συγγραφή του ίδιου του ποιήματος και θα δανειστώ τους στίχους από τη σελίδα 17 του βιβλίου για να το περιγράψω:

Να ψάχνεις τις λέξεις
να τις ταιριάξεις στον αφρό
του σκοταδιού τεράστιο φορτίο

Οι τρεις λοιπόν βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή του είναι οι εξής: ι) η κοινωνική επανάσταση η οποία ξεκινάει από το ίδιο το μεμονωμένο άτομο, ιι) η υπαρξιακή αγωνία και ιιι) η ίδια η ποίηση.

Ο πρώτος άξονας είναι πολιτικός, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, είναι η αγωνία για την πορεία της κοινωνίας, των αξιών που συνεχώς φθίνουν, των συνεχώς και περισσότερων ανθρώπων που αποκλείονται και οδηγούνται στο περιθώριο, της μαυροκόκκινης επανάστασης που όλο πλησιάζει αλλά τελικά δεν έρχεται.

Οι άνεμοι μας οδηγούν
τα κουπιά σπασμένα
γδαρμένα τα παλαμάρια
κωπηλατούμε στ’ άβαθα ποτάμια
(σελίδα 2)

η κάθε ευχή μοιάζει
επαναστατικό μανιφέστο
(σελίδα 58)

Όμως ο ποιητής παρά τις ματαιώσεις, τις ιστορικές απογοητεύσεις από την κατάληξη των επαναστάσεων που έχουν ήδη συντελεστεί παραμένει αισιόδοξος και συνεχίζει να προτρέπει μέσα από τους στίχους του στην συνέχιση του αγώνα.

το πολύ βαθύ κόκκινο
με τρελαίνει
γιατί είναι το χρώμα
της ανάτασης
φέρνει στο σχεδόν μαύρο
το χρώμα της ανάδυσης
(σελίδα 60)

μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
(σελίδα 38)

Ο ποιητής δεν θα το βάλει κάτω δεν θα παραιτηθεί αλλά θα συνεχίσει μέσα από τους στίχους του να εμπνέει και να παρακινεί όλους εμάς για την αλλαγή του κόσμου.

Ο δεύτερος άξονας κινείται γύρω από τα αρχέγονα ερωτήματα της ύπαρξης και του σκοπού της ζωής. Ερωτήματα που άλλοτε αναδιατυπώνει και άλλοτε «ερμηνεύει». Πρόκειται για μια πραγματεία της ανθρώπινης φύσης.

Οι λυγμοί είναι αρχέγονοι
το ίδιο κι οι απελπισίες
(σελίδα 4)

Φεύγουμε σαν το όνειρο
ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός
απ’ τη χαραμάδα του χρόνου
αποχωρώντας απ’ τη σκηνή
(σελίδα 40)

Τέλος, ένας καλός ποιητής δεν θα μπορούσε να παραλείψει την ίδια την ποίηση. Αυτός είναι άλλωστε και ο τρίτος άξονας της συλλογής.

οι στίχοι ψαρεύονται
κι ας μας βρίζουν τα ρυάκια
(σελίδα 17)

Δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο
ενώ πονάς αφόρητα
(σελίδα 25)

Η ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη είναι διαυγής, στοχευόμενη άλλοτε στην επούλωση των πληγών και άλλοτε στο ξύσιμο των πληγών. Η λήθη και ο συμβιβασμός δεν περιλαμβάνονται στο «ρεπερτόριό» του. Η κοσμοθεωρία του είναι σαφής. Τα ποιήματά του διαθέτουν ρυθμό και στερεή δομή.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα σχετικά με την ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη και την πρώτη αυτή ποιητική συλλογή του, είναι ότι σε αντίθεση με την πλειοψηφία των πρώτων ποιητικών συλλογών που διαβάζουμε από πολλούς ποιητές, δεν αναγνωρίζουμε εύκολα το παλιό αίμα, τις επιρροές δηλαδή του ποιητή από τους προγενέστερους. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ακόμα περισσότερο την βαθιά ωριμότητα της ποίησής του.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2017/01/blog-post_20.html