Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Δίοδος διαφυγής»

α’ ποιητική συλλογή -Η μοναξιά του χρόνου-
β’ ποιητική συλλογή -Με μια κόκκινη ανάταση-

——

Διαβάζοντας την τρίτη ποιητική συλλογή «Δίοδος διαφυγής» του Δημήτρη Τρωαδίτη (Δ.Τ.), δύο λέξεις ήρθαν στο μυαλό μου, αποστασιοποίηση και αποδοχή.

Η ποιητική συλλογή «Δίοδος διαφυγής» του Δ.Τ. έχει κύρια θεματική συνιστώσα της την πραγματικότητα. Απαλλαγμένος ο ποιητής από περιττά συναισθήματα και σκέψεις, απαλλαγμένος από ψευδαισθήσεις αντικρίζει την αλήθεια κατάματα και στηρίζει την πραγματικότητα. Ο ποιητής δεν προσπαθεί να επιβάλλει τη βούλησή του. Ο λόγος του καθόλου φλύαρος, λιτός, απλός και κατανοητός, απαλλαγμένος από διδακτισμό και καταγγελτισμό εισβάλει στις ζωές μας και ο ποιητής απόλυτα συνειδητοποιημένος για όσα συμβαίνουν γύρω του και εμφανώς αποστασιοποιημένος, γράφει :

Το φως πνίγεται στη σαπίλα και το κρατητήριο./Οι σκέψεις καυτός αγέρας/στο θειάφι της απομόνωσης./Οδοφράγματα στις ψυχές μας…

Δηλώνοντας την αιτία και το αποτέλεσμα, την ολοκληρωτική απουσία πνεύματος από τις ανθρώπινες τάσεις και δράσεις, εκφωνεί την μοναδική ίσως λύση στα προβλήματα ολόκληρης της ανθρωπότητας,

Ήρθε η ώρα της ανατροπής –/με μια εκρηκτική αναθέρμανση ανθρωπιάς –

Και με την ανθρωπιά εννοεί φυσικά τη συμπόνια, τη συμμετοχή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο πάθος, στο δράμα, κάθε ανθρώπου. Το γεγονός ότι η «απαίτηση» της ανθρωπιάς έχει γίνει κοινός τόπος σήμερα, έχει ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει πως η οικουμενική ψυχή αισθάνεται βαθύτερα την ταλαιπωρία του ανθρώπου και αναζητεί διέξοδο.

Και συνεχίζει :

Όσα δάση από ψεγάδια/κι αν περάσω/ένας θα είναι ο σκοπός μου,/ένα μικρό φως/τόσο μικρό και παντοδύναμο/όσο ένα κομμάτι αγάπη./Γιατί η αγάπη κι η ευαισθησία/δεν υπόκεινται σ’ εμπορικούς νόμους.

Και ο σκοπός του είναι να μας θυμίσει, την ξεχασμένη δύναμη, την αγάπη. Γιατί η αγάπη και η ανθρωπιά είναι η ευνοϊκή διάθεση και η άδολη προσφορά. Η αγάπη είναι η μόνη δύναμη, η πραγματική δύναμη από όπου αντλείς απεριόριστη ενέργεια.

Κατανοώντας ο ποιητής πως η αγάπη είναι αλήθεια και φως, διεκδικεί το μερίδιό του στην ύπαρξη και προτάσσει την αγάπη σαν στάση ζωής, ενώ δηλώνει πασπαλισμένος αστρόσκονη

Διψώ για πετάγματα/Στις φωλιές των άστρων,

Και μιας και η προσοχή όλων είναι στραμμένη στην ανάγκη για εξουσία, μας ξεκαθαρίζει πως αυτή είναι η βασική αιτία εμφάνισης πολλών ψυχολογικών δυσκολιών και παθολογιών…

Η εξουσία/Έχει άσχημα καμώματα/Σε λειώνει σε βρώμικα κράσπεδα/Σε θυσιάζει σε βωμούς αμφιβολίας/Σε κάνει να οικτίρεσαι /Σε κρύβει από τον εαυτό σου…

Ο ποιητής μας προτρέπει ν’ αντιληφθούμε πως η εξουσία μηδενίζει το παιχνίδι και την ικανότητα της ανταλλαγής. Ο απογυμνωμένος από την φωτιά νους των ανθρώπων δεν είναι πλέον σε θέση να δημιουργήσει, εκτός εάν στρέψει το πρόσωπό του προς… τον έρωτα και την ομορφιά… πολλαπλασιάζοντας την.

Είναι ώρα να ξαναβρώ την πίστη μου στον έρωτα/Να μη στροβιλίζομαι σε ποταπούς διαδρόμους…

Εν κατακλείδι, η ποίηση του Τρωαδίτη, μας γεμίζει εικόνες αληθινές, που πολλές φορές αποφεύγουμε να τις δούμε ή γιατί επιθυμούμε να ζούμε μέσα από ψευδαισθήσεις είτε γιατί εθελοτυφλούμε. Η ποίηση του Τρωαδίτη είναι ανοιχτή στον ουρανό, στη γη, στ’ άστρα. Είναι ανοιχτή να βρει την αγάπη, να χτυπήσει τον πόνο στη ρίζα του, να δώσει σε όλα τα ανήσυχα πνεύματα την δική τους / δίοδο διαφυγής / όπως αρμόζει στον καθένα.

Δημήτρη Τρωαδίτη, γνωρίζω πως σε λίγες ημέρες επιστρέφεις στην Αυστραλία, σε χαιρετώ λοιπόν, μέσα από τους δικούς σου στίχους, και με το χέρι στη καρδιά σου λέω απλά, χάρηκα που σε γνώρισα.

Καθετί το τελευταίο έχει μια δόση μελαγχολίας
όπως οι τελευταίες ελπίδες που στερεύουν,
ο τελευταίος ασπασμός μιας αγάπης
Ίσως και να χαθώ απρόσμενα
έτσι όπως απρόσμενα βρέθηκα
σ’ αυτούς τους δρόμους.

Λουκία Πλυτά, 13-2-2018

Δημήτρης Γκιούλος, …κι αυτό, είναι περισσότερο από κάτι

Γνώρισα τον Δημήτρη Τρωαδίτη μέσω της εξαιρετικής δουλειά που κάνει στο blog tokoskino, όπου χωρίς υπερβολή, θα βρει κανείς τις πιο αξιοπρόσεκτες φωνές της εποχής μας.

Λέω φωνές και όχι πένες γιατί ο Τρωαδίτης του Κόσκινου δεν τρέφει καμία συμπάθεια στην στείρα τεχνική, τους καθεστωτικούς χειροκροτητές και τις επιτροπές που βραβεύουν μοναχά τους ακίνδυνους. Άλλωστε για να δανειστώ λόγια του ίδιου “γράφουμε ποίηση για να ξορκίσουμε τους εφιάλτες μας” και από το κόσκινό του, τέτοια ποίηση περνάει.

Εδώ θα πρέπει να κάνω μια μικρή παύση και να σχολιάσω την άρνηση του ποιητή Τρωαδίτη να συμμετάσχει στην εκδήλωση για τους απόδημους ποιητές, που διοργάνωνε η εργασιακή γαλέρα του Ιανού.

Σήμερα λοιπόν, έχω την τιμή να μιλήσω συνολικά και για τον ποιητή Τρωαδίτη που εν τέλει, δεν είναι και τόσο διαφορετικός από τον αναγνώστη ποίησης και ουχί κριτικό Τρωαδίτη.

Ξέρετε, όταν σκέφτεσαι πώς πρέπει να παρουσιάσεις κάποιον, λόγω και της ευκολίας που δίνει η εποχή, σίγουρα ψάχνεις στο ίντερνετ να δεις τι έχει γραφτεί γι’ αυτόν. Κάπου λοιπόν, ανάμεσα στα πολλά που έχουν γραφτεί, διάβασα πως η ποίηση του Τρωαδίτη δεν είναι πολιτική, πράγμα που με εξέπληξε απίστευτα.

Θα ξεκινήσω λοιπόν από αυτό. Η ποίηση του Τρωαδίτη είναι πολιτική. Αυτός είναι ο βασικός πυλώνας της και ως πυλώνα χαρακτηρίζω αυτή την ανάγκη που σε κάνει να μην μπορείς παρά να αποτυπώσεις σε λέξεις στο χαρτί, όλα αυτά που νιώθεις, αυτό το λειψό.

‘Εχοντας διαβάσει λοιπόν συνολικά και συμπυκνωμένα αρκετά, πολύ από το έργο του, μπορώ να έχω αυτή την βεβαιότητα, αυτό και μόνο το φανάρι οδηγό μου.

Ξαναλέω λοιπόν, η ποίηση του Τρωαδίτη είναι πολιτική.

Ο ίδιος ο Τρωαδίτης είναι πολιτικό ον και δεν το κρύβει ούτε στα ποιήματά του, ούτε και στις άλλες του γύρω από τη λογοτεχνία δραστηριότητες.

Απλή, κατανοητή γραφή, λιτή, σε στίχο ελεύθερο, χωρίς υπερβολές και περιττές σάλτσες, με το ρυθμό της καρδιάς του εν αναμονή επαναστάτη να δίνει το ρυθμό στα ποιήματα του Τρωαδίτη, που με τη σειρά τους πατάνε σε διάφορα δίπολα – μικρότερους πυλώνες.

-Το πραγματικό και το ονειρικό. Δυο καταστάσεις, άλλοτε ξέχωρες και άλλοτε μπλεγμένες μεταξύ τους όπως και στην αληθινή ζωή.

Το άστυ και η φύση. Μια μάχη σαν και κείνες που μαίνονται μέσα μας και που κανείς δεν κήρυξε μας υπάρχουν εκεί από την αρχή της Ιστορίας.

– Το τότε και το τώρα. Κι ύστερα. Το τώρα και το μετά.

– Η ήττα της επανάστασης. “Χάθηκε ο εμφύλιος”, μονολογεί ο ποιητής μα δεν μιλάει για κείνον που συνέβη στη χώρα μας, αλλά για κείνον που μέσα μας έγινε. Την εσωτερική μάχη, την παραίτηση από τα ιδανικά και τους συμβιβασμούς που φέρνει ο χρόνος. Μα, χεράκι χεράκι με την ήττα να που φτάνει “η κόκκινη ανάταση”. Το κόκκινο και το μαύρο που κυριαρχούν στους στίχους του Τρωαδίτη. Η προοπτική της άλλης κοινωνίας, η επανάσταση που μπορεί να ξεκινήσει από τους δρόμους, από μέσα μας, από τα κρεβάτια μας ή από μια ματαιωμένη αυγή. Οι δυνατότητες άπειρες, άρα και οι πιθανότητες ζωντανές.

Αρκεί φυσικά “να διατηρήσουμε αναμμένη τη μικρή σταγόνα της βροχής”.

Ο Τρωαδίτης φέρει την αγωνία του μετανάστη, του επαναστάτη που άφησε στη μέση έναν ταξικό πόλεμο και μετακόμισε στην άλλη άκρη του κόσμου. Κουβαλάει τα χρόνια που πέρασαν, τις ευκαιρίες που χάθηκαν και πια δεν θα ξαναρθούν. Μα δεν είναι δα κανένας ποιητής, καμίας ήττας. Κουβαλά και φέρει τη μακρά μαρξιστική λογοτεχνική παράδοση και θεωρία, μα ξέρει πως κάθε όνειρο “ως άθροισμα των προηγούμενων ονείρων μας” και κάθε στιγμή “ως άθροισμα των προηγούμενων στιγμών μας”, μπαίνει σε μια παλάντζα και όσο εύκολα έρχεται η ήττα, τόσο εύκολα μπορεί να έρθει και η νίκη.

Τα ποιήματα του Τρωαδίτη, αποτελέσματα των εσωτερικών συγκρούσεων του ποιητή, μοιάζουν άλλοτε ανταποκρίσεις από τον μαινόμενο ταξικό πόλεμο της καθημερινότητάς μας και άλλοτε με χειροποίητα μανιφέστα, φτιαγμένα από τα πιο όμορφα υλικά, που μας καλούν σε εξέγερση.

Στα θραύσματα αυτής της σύγκρουσης, δεν ξέρω αν θα βρει κανείς κάποια απάντηση. Άλλωστε, καθώς λένε, αυτή δεν είναι η δουλειά του ποιητή.

Δουλειά του είναι να μην σταματά να διαφυλάσσει την υγρασία των ματιών μας. Αυτό κάνει ο τροβαδούρος-προφήτης του παρόντος μας, Τρωαδίτης.

Κι αυτό, είναι περισσότερο από κάτι.

*Από τις Εκδόσεις “Κουρσάλ” κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλ- Πανάτσα “Αντάρτικο 2”.

Θα γίνει μνήμη ή θα γίνει κράτος*

Φώτο: Αλεξάνδρα Δήμου

έτσι αποξενωθήκαμε από τον πόνο
—αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση…—
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο

(Βύρων Λεοντάρης, Έτσι που τραύλιζα, περιοδικό Σημειώσεις, 1992)

Λίγες μέρες πριν, αποκάλυψα σε έναν φίλο πως ετοιμαζόμασταν για τη σημερινή εκδήλωση. Με κοίταξε με ύφος μπλαζέ. «Τι νόημα έχει μια εκδήλωση για την ποίηση σήμερα; Η ποίηση έχει εδώ και καιρό πεθάνει!» μου είπε. Δεν απάντησα. Σκέφτηκα μόνο για λίγο: η ποίηση έχει όντως πεθάνει ή μήπως ήταν πάντα νεκρή; Ως προς το πρώτο ερώτημα, τα στοιχεία θα απαντούσαν μάλλον καταφατικά. Τις τελευταίες δεκαετίες οι αναγνώστες της ποίησης έχουν μειωθεί δραματικά ενώ οι πωλήσεις ποιητικών βιβλίων στην αγορά (παρά τον εκδοτικό πληθωρισμό) έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Η ποίηση όμως δεν ξεβράζεται μόνο εκτός αγοράς αλλά και από τα σαλόνια της επίσημης λογοτεχνικής νομενκλατούρας. Τα τελευταία 20 χρόνια, από το 1997 και μετά, τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας έχουν απονείμει το νόμπελ λογοτεχνίας μόνο σε έναν ποιητή, και αυτό στον συμπατριώτη τους Τούμας Τράνστρεμερ. Μήπως λοιπόν η ποίηση εξαφανίστηκε οριστικά;

Έχω την αίσθηση πως εξωθήθηκε σε εξαφάνιση. Επιτρέψτε μου ένα παράδειγμα. Πρόσφατα, σε νεανική – σατιρική εκπομπή μεγάλης τηλεθέασης προβάλλεται βίντεο στο οποίο ο αντιπρόεδρος της βουλής απαγγέλει ποίησή του. Οι παρουσιαστές κατακλύζουν το βίντεο με καταιγισμούς αυθόρμητου γέλιου και περιπαικτικών σχολίων που όλα συντείνουν στην άποψη πως τόσο το περιεχόμενο της ποίησης όσο και το ύφος του ποιητή είναι σαχλά. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με την ποιότητα του εν λόγω ποιήματος αλλά με την κοινή διαπίστωση πως στις μέρες μας κάθε δημόσια απαγγελία ποιημάτων θεωρείται γελοία, αφού, σύμφωνα με την επικρατούσα αισθητική ηθική, η ποίηση είναι μια αυστηρώς προσωπική υπόθεση και άρα πρέπει κανείς να την διαβάζει …από μέσα του. Στον κόσμο της κοινωνίας του θεάματος, που εδώ και τουλάχιστον πέντε δεκαετίες έχει επικρατήσει, η ποίηση, εξ αιτίας της ιδιάζουσας μορφής της, έμεινε εν πολλοίς έξω από την μετατροπή της σε προϊόν μαζικής κατανάλωσης —αν και πολλοί ποιητές θα το επιθυμούσαν διακαώς— και το τίμημα που πλήρωσε ήταν η παράδοση των ποιητών στην δημόσια χλεύη. Ο ποιητής αποφεύγει το γιουχάρισμα μόνο όταν κρατάει την ποίηση αυστηρά για τον εαυτό του, όταν διατηρεί το ποίημά του νεκρό στο χαρτί, όταν η ποίηση δεν δονεί το στόμα. Η μόνη μορφή «ποίησης» που γίνεται αποδεκτή είναι η αλλόκοτη περσόνα ενός σαλτιμπάγκου που, προσποιούμενος τον ποιητή, απαγγέλει «ποίηση»· όχι όμως ποίηση σαν αυτή που γράφουν οι ποιητές αλλά μια ποίηση γεμάτη από τα κλισέ και τις ανόητες τυπολογίες που η κοινή αντίληψη αποδίδει στην ποίηση. Η θεωρία πως η ποίηση είναι μια διαστροφή ορισμένων «μη κανονικών» επιβεβαιώνεται από τους ίδιους τους «ποιητές», δηλαδή τους διασκεδαστές που τους προσποιούνται.

Τι συμβαίνει λοιπόν με την ποίηση σήμερα; Έχουν περάσει αισίως επτά δεκαετίες από τη μνημειώδη ρήση του Αντόρνο, «Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση» και η μεταπολεμική βαρβαρότητα είθε να δικαιώσει κάπως περίεργα αυτή τη φράση. Η ποίηση, που απέτυχε κάποτε να αποτρέψει τα κρεματόρια, σταδιακά εξορίστηκε από την μεταπολεμική κοινωνία της αφθονίας και του θεάματος, επειδή ούτε εκεί μπορούσε να βρει τον τόπο της. Για να επιστρέψουν σήμερα, ξανά, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε μια Ευρώπη χωρίς ποιητές. Απέτυχε, λοιπόν, η ποίηση; Αναμφισβήτητα ναι· μόνο που αυτή της η αποτυχία να προσαρμοστεί στο παρόν ήταν και η μοναδική της δυνατότητα να σώσει την ψυχή της· χωρίς να παραδοθεί στην μετα-ποίηση των διαφημιστικών σποτ, της καθημερινής αποχαυνωτικής αυτο-βελτίωσης και των μεταμοντέρνας κακογουστίας· χωρίς να γίνει ένα ακόμα αντικαταθλιπτικό χαπάκι σε φύλλο καθημερινού ημερολογίου. Εντάξει, θα πεις, η ποίηση «ανήκει στο μέλλον», γράφεται για τους πόθους «αυτών που περιμένουν την άνοιξη». Κι όμως, αν η ποίηση ανήκε στο μέλλον, θα είχε ίσως κάποτε καταφέρει να ενωθεί με την πραγματικότητα, να δικαιωθεί ιστορικά, να γίνει πράξη. Κι όμως ούτε αυτό κατάφερε. Παρέμεινε απελπιστικά ξένη με κάθε πραγματικότητα που επιβλήθηκε στο όνομα της. Ο Μαγιακόσφκι αυτοκτόνησε και αυτή η χειρονομία δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά ως μια αυτοκτονία της ίδιας της ποίησης. Γιατί η ποίηση, όσο φουτουριστική και επαναστατική και αν δείχνει, ανήκει πάντα στο παρελθόν· στη μνήμη ενός (ου)τόπου που ακόμα και αν έχει την λαμπερή ταμπέλα του μέλλοντος δεν είναι τίποτα παραπέρα από ένα μεταμφιεσμένο παρελθόν, εκεί που «ο τάφος ονειρεύεται το λίκνο». Βλέπεις, οι ποιητές ακόμα και όταν μιλούν για το μέλλον, μιλάνε κατά βάθος «για τα γηρατειά του μέλλοντος».

Η ποίηση δεν έρχεται από το μέλλον ούτε τρέφεται από το παρόν, ακριβέστερα μιλάει πάντα για μια (πανταχού παρούσα) απουσία, μια πρωταρχική έλλειψη που είναι η πηγή, η αδιόρατη μούσα κάθε ποιητικής αγωνίας. Εξ ου και οι μομφές που δέχεται διαχρονικά η ποίηση από τους ζηλωτές του καινούργιου και τους εμφατικά ακτιβιστές της ζωή, αφού όπως συχνά την κατηγορούν «εξιδανικεύει το παρελθόν, μη μπορώντας να προσαρμοστεί στο παρόν». Όμως αυτή η κατηγόρια, δεν είναι τίποτα άλλο από την επιβεβαίωση πως η ποίηση αρνείται να πεθάνει· αρνείται να αφήσει το πεπρωμένο της σε άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες ξένες προς στους σκοπούς της· αρνείται να γίνει τσιτάτο του μέλλοντος ή σύνθημα ενός παρόντος ξένου. Γιατί ο σκοπός της ποίησης είναι ακριβώς αυτή η απουσία σκοπιμότητας — σκοπιμότητας που ενέχουν πάντα οι ενέργειες των ανθρώπων σε χρόνο ενεστώτα. Και αυτόν τον ενεστώτα, τον ταυτόχρονα παρόντα και ταυτόχρονα μελλοντικό, είναι που αρνείται η ποίηση, για να διαφυλάξει την ζωντανή μνήμη ενός παρελθόντος, όχι με τον νεκρό τρόπο της ιστορίας (αυτό που έγινε), αλλά με τον ζωντανό τρόπο της ποιητικής δυνατότης (αυτό που μπορούσε να γίνει), για να τον παραδώσει ανέπαφο στις γενιές που έρχονται.

Η ιστορία, έγραψε πρόσφατα ο Κώστας Δεσποινιάδης ερμηνεύοντας τον Άρη Αλεξάνδου, είναι μια διαρκής πάλη ανάμεσα στους ποιητές και τους χωροφύλακες. Η φράση αυτή συμπυκνώνει τον «ιστορικό ρόλο» της ποίησης, ως μιας ενοχλητικής, αντικαθεστωτικής μειοψηφίας που επισημαίνει διαρκώς πως «κάτι πάει στραβά». Γιατί αν κάποιοι, κάποτε, οραματίστηκαν έναν κόσμο όπου η ποίηση δεν θα είχε πια λόγο ύπαρξης, αφού θα είχε υπερβαθεί από ένα κοινωνικό σχέδιο στο οποίο όλες οι αγωνίες της θα είχαν δήθεν εκπληρωθεί, όχι μόνο απέτυχαν παταγωδώς αλλά άφησαν πίσω τους μια τραυματισμένη κοινωνική έρημο χωρίς ποιητές.

Στο ερώτημα, λοιπόν, που επικρέμεται (και της σημερινής εκδήλωσης αλλά και κάθε συζήτησης για την ποίηση): τι ρόλο μπορεί να έχει η ποίηση στις μέρες μας; η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Αφενός γιατί η θεαματική εποχή μας έχει σχετικοποιήσει —σε μέγιστο βαθμό— τις έννοιες, με αποτέλεσμα η εικόνα του ποιητή να είναι αυτή του περφόρμερ τσαρλατάνου που προσποιείται καρικατουρίστικα πως «ζει την ποίηση» (ενώ, στην πραγματικότητα, ζει εγκλωβισμένος μέσα στην στολή του κλόουν) και αφετέρου γιατί η θεμελιώδης σχέση της ποίηση με το «αρνητικό» (αυτό το στοιχείο της έλλειψης που αναλύσαμε προηγούμενα) η οποία (σχέση) χαρακτηρίζει κάθε ποίηση άξια του ονόματός της, την καθιστά αυτομάτως ανοίκεια ενός κόσμου τόσο μονόπλευρα προσανατολισμένου στην «θετικότητα». Γιατί η ποίηση, όπως και κάθε αυθεντική τέχνη, συλλαμβάνει το παρόν αρνητικά. Χωρίς καμία υποχώρηση προς της εξωραϊστική, γύψινη θετικότητα, μας λέει τη μόνη αλήθεια που αξίζουν τα πράγματα — για αυτό πληρώνει το τίμημα.

Μοιραία λοιπόν πρέπει να ψάξει κανείς πολύ για να βρει την ποίηση σήμερα, καθώς ένα επιπλέον σύμπτωμα του αφανισμού των ποιητών στην εποχή μας είναι η υπερπαραγωγή «ποίησης»· μιας, δήθεν, βέβαια ποίησης, σχεδόν βιομηχανικά παραγόμενης σε μανιακούς ρυθμούς για να καλύψει τις μπότοξ ανησυχίες μιας διαβρωμένης, ημι-μορφωμένης και αυτοαναφορικής μικροαστικότητας. Μέσα όμως στους ίδιους διαύλους, εκεί ανάμεσα στα ξερά αγριόχορτα, ζει και η χλωρή, ζωντανή ποίηση. Πόσο δύσκολο είναι άραγε να την εντοπίσεις; Και πόσο δυσκολότερο είναι να ασκηθείς σε αυτήν; Σε μια εποχή υπερ-προβολής μιας εγωπαθούς, αυτάρεσκης και τυφλής υποκειμενικότητας, πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για την χαμένη κοινότητα, τον υπερβατολογικό όρο δηλαδή, την αναλλοίωτη προϋπόθεση, για κάθε τέχνη; Σε μια εποχή φαμφάρας και τυμπανοκρουσίας πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για το απλό, μικρό και ουσιώδες;

«Χρειάζεται τόλμη / Για ν’ αγαπήσεις / Και την ύστατη / Σταγόνα δάκρυ» γράφει ο Δημήτρης Τρωαδίτης.

Η ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη στέκεται στο αντίποδα της ποιητικής δημιουργίας της εποχής μας. Λιτή και ουσιώδης, χωρίς ηλεκτρικούς ενισχυτές, ανόητους βερμπαλισμούς και φιλολογικά φτιασιδώματα, με γλώσσα καθημερινή, μας θυμίζει πως η τέχνη δεν είναι ζήτημα των ειδικών της, αλλά αυτών που έχουν κάτι να πουν. Αυτών που νιώθουν αυτήν την έλλειψη και δονούνται από μια ασυμβίβαστη θέληση να την εκφράσουν.

Θα γράψει στο «Η μοναξιά του χρόνου»:

«οι νεκροί στις κοιλάδες δεν ξεχνιούνται […] τα κατάλευκα πρόσωπα / δεν φεύγουν εύκολα από τη μνήμη»

Η ποίηση για τον Τρωαδίτη είναι μια καταβύθιση στο παρελθόν, από την «Ωδή στο ανικανοποίητο» θα μπορούσαμε να αποκόψουμε και έναν σύντομο ορισμό της:

«να κάνεις επισκέψεις / σε μισοφωτισμένα υπόγεια / όπου οι πρόγονοι επανέρχονται»

Το παρελθόν, η μνήμη για τον ποιητή είναι το μόνο υλικό αλλά και ταυτόχρονα το αβάσταχτο βάρος του. Θα γράψει στις «Απόπειρες Ονείρων»

«κάθε απόπειρα σκέψεις / περιέχει όλες τις απόπειρες μαζί / κάθε κίνηση στο άπειρο / περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί / κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου»

Ο ποιητής είναι ένας νοσταλγός και που δεν συμβιβάζεται με την υπάρχουσα βαρβαρότητα, ένας νοσταλγός που αν τύχει και είναι ταυτόχρονα κοινωνός ενός οράματος για έναν κόσμο πιο ζεστό, μετατρέπεται σε πρόσωπο σχεδόν τραγικό. Θα γράψει στο «Η μοναξιά του χρόνου»

«Όσοι ήταν χτες επαναστάτες / σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι»

Και στην «Ωδή στο ανικανοποίητο» ο τόνος θα γίνει ακόμα πιο σπαρακτικός αλλά και ταυτόχρονα επικριτικός. Θα πει:

«πασχίζεις να επιστρέψεις στις μνήμες των παιδικών σου χρόνων / το μάνα εξ ουρανού δεν ήρθε και οι ιεροτελεστίες εφιάλτες // όσοι αγωνιούν να πιάσουν ακίνδυνες χίμαιρες / όσοι επιδίδονται στο κυνήγι χρωματιστών αλεπούδων / είναι ήδη γεροντότεροι απ’ το χθες της ύπαρξή μου»

Ο ποιητής δεν θα χαριστεί στην εποχή μας, στον α-νοήτο τρόπο ζωής της και στην περιφέρουσα αγωνία για την απουσία νοήματος. Διαβάζω δυο αποσπάσματα από τις «Απόπειρες Ονείρων»

«φοράς ατάραχος τ’ όνομά σου / περιφέροντάς το με ευτελή κοσμήματα / κειμήλιο σε φωτιές που τρεμοκαίνε / ασήμαντο στολίδι προς εξαφάνιση // κι ας διατείνονται οι μετεωρολόγοι / ότι χρειάζεται τόλμη ν’ αγαπήσεις ακόμα / και την ύστατη σταγόνα δάκρυ»

«στις καταποντισμένες αυτές στιγμές / κάθε ευχή μοιάζει επαναστατικό μανιφέστο / κάθε αύρα ανοίγει το δρόμο… / άλλωστε δεν πεθαίνει κανείς από ασάφεια / αλλά από κρύο και μοναξιά»

Στο «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ο τόνος, που χρωματίζει την εποχή μας, θα γίνει ακόμα πιο σκοτεινός:

«ο ήλιος δεν ανέτειλε / ο τελευταίος υπάλληλος αναχώρησε / κι ήμουν αυτό που / έκλεισα την πόρτα πίσω του / για τελευταία φορά»

Μέσα σε αυτό το ζοφερό παρόν, υπάρχει άραγε κάποιο μέλλον άξιο του ονόματος του, υπάρχει κάποιο καθήκον για εμάς στο παρόν; Υπάρχει, θα απαντήσει ο Τρωαδίτης, μόνο που το καθήκον αυτό χρειάζεται θάρρος για να το ακολουθήσεις καθώς βρίσκεται στον αντίποδα του πάνδημου πραγματισμού. Θα πει, πάλι στο «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης»:

«το μεγάλο στοίχημα / είναι να διατηρήσουμε / αναμμένη τη μικρή / σταγόνα της βροχής»

Και για το μέλλον; Υπάρχει κάτι που να προδικάζει αυτό το ζοφερό παρόν; Ο Τρωαδίτης, χωρίς περιστροφές, μας προειδοποιεί πως είμαστε αναγκασμένοι να ζήσουμε στο εδώ και τώρα, αφού, όπως γράφει στο «Απόπειρες Ονείρων»:

«όλα συνεχίζονται… / όλα μυρίζουν θειάφι και σπέρμα / εκκωφαντική απομόνωση η ζωή του καθενός / ανοιχτός κάδος με απόλυτη ησυχία // ούτε θρόισμα φύλλου / ούτε ισορροπίες / ούτε λεπτοδείκτες / μόνο γεννήσεις στα σκοτάδια / στους πίσω δρόμους με τους ξεγελασμένους εραστές των φαντασμάτων»

Άραγε ποιο θα είναι το μέλλον της ποίησης; Με όσα ήδη είπαμε, η ερώτηση μοιάζει αντιφατική. Αφού η ποίηση δεν ανήκει στο μέλλον πώς μπορούμε να μιλάμε για «μέλλον της ποίησης»; Αναμφισβήτητα αυτό που έχει παρόν και μέλλον είναι αυτή η πρωτογωνική ανθρώπινη δραστηριότητα, η πρώτη γλώσσα της ανθρωπότητας, όπως μας βεβαιώνουν οι ανθρωπολόγοι, η ποίηση. Και αφού ανακουφιστήκαμε με τη διαπίστωση πως η ποίηση θα συνεχίζει αναγκαστικά να γράφεται, αφού είμαστε αναγκασμένοι να ζήσουμε, ας αναρωτηθούμε (χωρίς απαραίτητα να απαντήσουμε): τι ποίηση έχει νόημα να γράψουμε;

Όταν το παρόν μας αρνείται τη λύτρωση η σκέψη γίνεται όργανο της απελπισίας. Και αυτή η απελπισία, που διατηρεί ζωντανή η ποίηση του παρόντος, είναι, όσο αντιφατικό και αν ακούγεται, το μόνο δοχείο της μελλοντικής ελπίδας. Το τωρινό καθήκον της ποίησης είναι η υποχρέωση να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα, η υποχρέωση να μην συμβιβαστεί ποτέ με το παρόν, η ανάγκη να εκφράσει την ανειρήνευτη αγωνία των ανθρώπινων πόθων. Γιατί στις μέρες μας, η ποίηση είναι οιονεί εξέγερση, άρνηση του παρόντος, και μόνο μια τέτοια ποίηση έχει νόημα. Γιατί μόνο μια τέτοια ποίηση, που δεν έχει τίποτα για να ανταλλάξει με το τώρα, είναι μια ποίηση που δεν μπορεί να ηττηθεί.

Και ας μην γελιόμαστε, επειδή η ποίηση αρνείται να ηττηθεί, προσπαθούν να την σκοτώσουν, να την αποβάλλουν κοινωνικά, να την λοιδορήσουν. Στην εποχή μας, ο μοναδικός «ποιητής» που γίνεται κοινωνικά αποδεκτός είναι η καρικατούρα του «ποιητή Φαμφάρα»· για να επιβεβαιωθεί, έτσι, η κοινωνική προκατάληψη της ποιητικής γελοιογραφίας και να τελειώσουν, οι προπαγανδιστές τους λαμπρού μέλλοντος, με την τελευταία ενοχλητική αντιπολίτευση.

Μέσα σε αυτή την εικόνα η ποίηση αναγκαστικά επιστρέφει στη σκιά της. Γίνεται ερμητική και δυσπρόσιτη — προσιτή μόνο για αυτούς που δεν μπορούν να ζήσουν αλλιώς. Κι έτσι, μοιραία, αφού δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, γίνεται ξανά δοχείο αεροστεγές, ικανό να διαφυλάξει τον πύρινα της ανθρώπινης ευαισθησίας από τη γενικευμένη άνοδο της βαρβαρότητας.

«Τι έχει να μας δώσει σήμερα η ποίηση; Τι έχει να μας πει για το μέλλον;» με είχε ρωτήσει αφοπλιστικά —πριν λίγες μέρες, όπως σας είπα πριν— ο φίλος μου. ΤΙΠΟΤΑ, ήταν η απάντησή μου, ή με έναν στοίχο του Τράνστρεμερ «Έχω πτυχίο από το πανεπιστήμιο της λήθης και τα χέρια μου είναι τόσο άδεια όσο και το πουκάμισο που στεγνώνει στο σχοινί»

Σωτήρης Λυκουργιώτης

*η φράση του τίτλου είναι του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου

Η ποίηση είναι ένα σημείωμα σε ένα μπουκάλι που πλέει στον ωκεανό του παρόντος. Για αυτό και μένει απροσάρμοστη σε μια εποχή που τόσο εμφατικά μιλά για το μέλλον.

Δημήτρης Τρωαδίτης: Από την «ποίηση της ήττας» στην «εξέγερση των αισθήσεων»

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Η ποιητική συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση» (εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2016) είναι η δεύτερη του ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη και εκδόθηκε λίγο μετά την πρώτη («Η μοναξιά του χρόνου», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016). Και σ’ αυτή τη συλλογή που αποτελείται από 25 ποιήματα, όπως και στην προηγούμενη, κύρια θεματική συνιστώσα της είναι το ανικανοποίητο, η υπαρξιακή αγωνία και ασφυξία του σύγχρονου ανθρώπου, ως απότοκο των ψυχο-συναισθηματικών αδιεξόδων που προκύπτουν από μια μη αυθεντική, μεταπρατική, (fake) ζωή, η οποία ενώ γίνεται όλο και πιο επίπλαστη και τεχνητή, αγωνίζεται να μιμηθεί την αληθινή. Έρμαιο αυτής της κίβδηλης κατάστασης νιώθει ο ποιητής ο οποίος πασχίζει (μάταια;) να βρει κάποιο ζωντανό ψήγμα αλήθειας, εξομολογούμενος: «δες με που ξεστρατίζω / με μια αλήτικη διάθεση / να διασπάσω τις αδάμαστες / κορνίζες των καιρών / να τους δώσω υπόσταση / στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου // δες με που βρίζω ασύστολα / βωμούς και θεούς / απαστράπτουσες προσωπικότητες / σιντεφένια πλαστικά / είδωλα των θεαμάτων / της πεντάρας […]» («Δες με», σ. 18). Αυτή μάλιστα η φτηνή απομίμηση της ζωής έχει λάβει τέτοιες ανεξέλεγκτες διαστάσεις, σε σημείο που να παραχαράσσει την ίδια τη φύση, όπως διαπιστώνει κυνικά: «Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά / σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας / απέδρασε από τις αρτηρίες μας / μετοίκησε σε άλλα καταγώγια / έγινε στρώμα καπνού // έχει όμως προοπτική αναγέννησης / από τις στάχτες της / μ’ εμπορικές ρήτρες / ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση» («Ξεμάκρυνε η φύση», σ. 20). Η βεβήλωση αυτή αγγίζει επίσης ό,τι πιο ιερό και όσιο έχει απομείνει στον άνθρωπο: την ίδια την ποίηση, παραποιώντας την. Εξού και αγανακτισμένος εξανίσταται: «δες με που πασχίζω μια / καθοριστική κλοτσιά να δώσω / στ’ αγάλματα και τις ρύμες / που καμώνονται την ποίηση // δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου / σε παράταξη μάχης / στ’ αλώνια του χρόνου / με την κραυγή // στον αγύριστο / μεσίτες της ζωής μας» («Δες με», σσ.18-19).

Αυτό που διαφοροποιεί όμως την παρούσα από την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Τρωαδίτη είναι η συνειδητότερη μετατόπισή του από το γενικότερο και πιο αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο και απτό. Ήτοι, στα αίτια και αιτιατά των κακώς κειμένων αυτής της ρομποτοποιημένης, απάνθρωπης κατάστασης, βάζοντας τους τύπους επί των ήλων. Εδώ ο ποιητής δεν περιορίζεται ούτε αρκείται στην εκτόνωση μέσω του καταγγελτικού λόγου, αλλά πάει ένα βήμα πάρα πέρα. Ανιχνεύει – πάντα με τα μέσα και τους άτυπους κανόνες της ποίησης – του «τις πταίει», αν και τι μπορεί (και πρέπει) να γίνει προκειμένου να αλλάξει η κατάσταση. Αυτό δεν το κάνει αυθόρμητα και τυχαία αλλά συνειδητά και μεθοδικά. Κατ’ αρχήν, ως συνέχεια και συνέπεια των προαναφερθέντων (περί «υπαρξιακής ασφυξίας» κτλ), προβάλλει, παρωδώντας, τα αποτελέσματα της περιώνυμης «νέας τάξης πραγμάτων» (που αποκαλεί «νέα ακαταστασία πραγμάτων») η οποία έχει επιφέρει τη «νέα φτώχεια [κι] εκμετάλλευση» εξαιτίας των ηγετών «του βροντερού τίποτα» που υπήρξαν οι πρωτεργάτες του «νέου τύπου ανθρώπου». Γι’ αυτά τα αποτελέσματα όμως ο ποιητής δεν μέμφεται μόνο τους υπαίτιους (ανίκανους και/ή καιροσκόπους) «ηγέτες» αυτής της κατάστασης, αλλά περισσότερο το ανώνυμο πόπολο που έπεσε θύμα στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, καθώς και της δικής τους αφροσύνης εξαιτίας της «ατέλειωτης κραιπάλης». Εξού και η ειρωνική προτροπή του προς αυτούς: «προσκυνήστε, ω! πιστοί!… // μείνετε γονυπετείς σε ένδειξη σεβασμού / προς τους νέους ηγέτες του βροντερού τίποτα // υποκλιθείτε μπροστά στο μεγαλείο των αναβαπτισμένων αγαλμάτων / στον θρίαμβο του νέου τύπου ανθρώπου [που] είναι έτοιμος να πλέξει ξανά / τη φανέλα του στρατιώτη / για τη δόξα των νέων πατρίδων / των αγορών και των στατιστικών» («Προσκυνήστε, ω! πιστοί!…» σσ. 30-31).

Μετά τη διαπίστωση-απολογισμό-διάγνωση της κατάστασης και του ποιος και τι φταίει, ο ποιητής προτείνει ως ανάχωμα προς την «πορεία προς το θάνατο», και πιθανή συνταγή θεραπείας του «κακού», την «εκρηκτική σκέψη / έμμονη και φλογερή / πυρωμένη / στο αμόνη της ταξικής πάλης» που θα επιφέρει «μια θεσπέσια χαραυγή / των απόκληρων με την κόκκινη ανάταση / της ψυχής / που δεν θα επιτρέψει / στα προοίμια της αδικίας / να γίνουν τόμοι αναλγησίας» («Με μια κόκκινη ανάταση», σ. 25). Εδώ βέβαια, οι ιδεολογικο-πολιτικοί συνειρμοί και υπαινιγμοί του ποιητή είναι σαφείς – πολύ περισσότερο όταν ο τίτλος του παραπάνω ποιήματος επιλέγεται ως αντιπροσωπευτικός της συλλογής. Ωστόσο, κάθε άλλο παρά για ιδεολογικο-πολιτικό μανιφέστο πρόκειται. Για τον απλούστατο λόγο ότι σε δυο άλλα του ποιήματα ο Τρωαδίτης μπορεί να μην αναιρεί ή αποκηρύσσει τον πυρήνα των ιδεολογικο-πολιτικών καταβολών και «πιστεύω» του, σίγουρα όμως αποστασιοποιείται εμφανώς από την ιδέα ότι αυτά μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και τη μοίρα του. Εύγλωττο δείγμα αυτής της στάσης του είναι το καίριο ποίημα «Ο εμφύλιος έχει πια κριθεί», στο οποίο ομολογείται απερίφραστα από τον πρώτο κιόλας στίχο η «ήττα» και συνεπώς το περιττό του αγώνα («προσωπικού και συλλογικού) καθώς ο τελευταίος οριστικά και αμετάκλητα «έχει πια κριθεί»: «Πασχίζεις να καταργήσεις όσα δεν καταργούνται / συμπράττεις ακόμα και με τον εχθρό σου / για να πετύχεις έστω μιαν αναπνοή // […] προσπαθείς να διαβείς την τάφρο / που σε χωρίζει από τη ζωή / αλλά τα μονοπάτια καίγονται / και μένεις μετέωρος / με αισθήματα τρεμάμενα / επιφάνειες που τρεκλίζουν / και συνθήματα που δεν απηχούν / ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…» (σ. 22). Προφανώς πρόκειται για μια διφυή σημειολογία του «εμφυλίου», καθώς ο τελευταίος από τη μια παραπέμπει σαφώς στο ιστορικό γεγονός του Ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949), με την ήττα της Αριστεράς, ενώ από την άλλη υπανίσσεται τον προσωπικό «εμφύλιο» του ποιητή (με τις αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και τα συναισθήματά του ως απόρροια του πρώτου γεγονότος), με αποτέλεσμα να νιώθει ορφανός και «μετέωρος με αισθήματα τρεμάμενα». Σημειωτέον ότι δεν είναι καθόλου περίεργο ούτε ξαφνιάζει το γεγονός ότι το στοιχείο του «μετεωρισμού» κυριαρχεί όχι μόνο σ’ αυτή τη συλλογή, αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής δημιουργίας του Τρωαδίτη. Ωστόσο, μολονότι ο τελευταίος δεν έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, δεν έχει λιποτακτήσει και παραδοθεί, αλλά συνεχίζει τον αγώνα, καθώς «Πασχίζεις να…» (σ. 22), εντούτοις δεν έχει αυταπάτες. Αντιθέτως, είναι αρκετά ρεαλιστής για να συνειδητοποιεί την ουτοπία του ιδεολογικο-πολιτικού αγώνα, αφού «ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…».

Η στάση αυτή του ποιητή επαυξάνεται κατηγορηματικά και με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο αυτοεξομολογητικό του ποίημα «Προς λαθρόβιο αγκιτάτορα» (αντίβαρο του ποιήματος «Με μια κόκκινη ανάταση»), το οποίο, με γενναιότητα και χωρίς παρωπίδες, αντικατοπτρίζει την τωρινή ρεαλιστική κατάσταση, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Εξού και ο ανυπόκριτος μονόλογός του προς εαυτόν – τον οποίο και παραθέτω αυτούσιο λόγω της βαρύτητάς του: «Κλείνεις τις ιδέες σου στα εκμαγεία της σοφίας / όπως κλείνεις τα χειμωνιάτικα ρούχα / στα μπαούλα με μπόλικη ναφθαλίνη // τις βγάζεις μόνο όταν θυμάσαι / τις ένδοξές σου αγκιτάτσιες / τις παλιοκαιρίστικες / όταν ρητόρευες στις πλατείες / και στα πλακόστρωτα της ανάγκης // επιδιώκεις να ζήσεις μ’ αυτές / ως άλλοθι για τις αποτυχημένες / επαναστατικές σου απόπειρες // αλλά έτσι όπως έχεις στερέψει / και την τελευταία σταγόνα / προλεταριακού καύσιμου / περιφέρεσαι ολομόναχος / στις σύγχρονες εξεγέρσεις / για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα // το τραγούδι σου βράχνιασε πλέον / παρ’ όλα τα μαγικά σου τσιτάτα / και όντας σφόδρα αφελής / πασχίζεις να / ανθοφορήσουν / οι ιδεολογικές σου εμμονές» (σ. 28).

Έτσι, ενώ από τη μια ο ποιητής δεν φαίνεται πρόθυμος να εγκαταλείψει τα πολιτικά του πιστεύω, αποσκιρτώντας/αποστατώντας από την ιδεολογία που τον γαλούχησε επί χρόνια (βλ. «Με μια κόκκινη ανάταση»), από την άλλη συνειδητοποιεί ξεκάθαρα ότι πρόκειται για σκέτη αυταπάτη. Κι αυτό διότι οι ιδεολογικές «εμμονές» του, καθότι «σφόδρα αφελής», δεν είναι παρά «για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα» (ή «για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», όπως λέει ο Σεφέρης στο ποίημά του «Ελένη»). Πρόκειται, ομολογουμένως, για ένα ειλικρινά συγκλονιστικό ξεστήθιασμα, σπανιότατο στην ελληνοαυστραλιανή ποίηση, και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν.

Παρ’ όλα αυτά, ή εξαιτίας αυτών, η συγκεκριμένη συλλογή, αλλά και η ποίηση του Τρωαδίτη γενικότερα, δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της αποκαλούμενης «ποίησης της ήττας». Όχι μόνο επειδή ο ποιητής γεννήθηκε πολύ μετά την περίοδο της Κατοχής–Αντίστασης–Εμφυλίου και ήττας της Αριστεράς – άρα δεν έχει προσωπικά βιώματα όπως άλλοι ποιητές (Μανόλης Αναγνωστάκης, Τίτος Πατρίκιος κτλ) – αλλά κι επειδή μόνο ευκαιριακά και όχι συχνά ασχολείται με ιδεολογικο-πολιτικά ζητήματα. Αλλά κι όποτε συμβαίνει αυτό, το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο δεν βρίσκεται στο επίκεντρο (στα ουσιώδη) αλλά λειτουργεί κυρίως παραπληρωματικά (ως επουσιώδες). Περισσότερο για την τιμή των όπλων, ή για να «αντισταθεί στο ξεθώριασμα / των ιδεών των άδειων από λέξεις» («Στο ξεθώριασμα», σ. 33).

Τούτων δοθέντων, η οιαδήποτε άμεση ή έμμεση «ήττα» στην ποίηση του Τρωαδίτη δεν έχει ιδεολογικο-πολιτική αφετηρία αλλά πρωτίστως υπαρξιακή αφού, ουσιαστικά, από εκεί απορρέει ο όλος προβληματισμός και η κοσμοθεωρία του για το ανικανοποίητο της ζωής και την υπαρξιακή ασφυξία. Γι’ αυτό άλλωστε και στην ενδελεχή εξέτασή μου της πρώτης ποιητικής συλλογής του, επεσήμανα τα εξής: «η θεματική ταυτότητα του ποιητικού σύμπαντος του Τρωαδίτη περιστρέφεται γύρω από κάποιες πάγιες “έμμονες ιδέες” που εκδηλώνονται ως απόηχοι προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων του μακρινού παρελθόντος. […] Θεματικά δε εστιάζονται στην υπαρξιακή αγωνία, τα αδιέξοδα της ζωής και τη ματαιότητά της, την παρακμή, τον ξεπεσμό και, τέλος, τον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου. Διαδικασία που οδηγεί, ενίοτε, σ’ ένα είδος φιλοσοφικού μηδενισμού». Εξού και η ιστορικο-ιδεολογικο-πολιτική «ήττα» εδώ δεν είναι η αιτία αλλά το επακόλουθο/αποτέλεσμα της υπαρξιακής ήττας του ανθρώπου γενικότερα. Απόδειξη ότι, στην πρώτη του συλλογή, ο ποιητής μόνο ακροθιγώς και υπανικτικά θίγει το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο, ενώ στη δεύτερη συλλογή του ξανοίγεται περισσότερο, μιλώντας ξεκάθαρα για τη σχέση του με την Αριστερά και την «ήττα» της. Η ουσία πάντως παραμένει ίδια.

Στην προηγούμενη συλλογή του Τρωαδίτη είχα παρατηρήσει ότι «ως αντιστάθμισμα σ’ όλο αυτό το νοσηρό, πεσιμιστικό κλίμα, αντιπαρατίθεται ο παραμυθητικός, λυτρωτικός ρόλος του (ποιητικού) λόγου». Στη δεύτερη συλλογή του, ως αντίβαρο και αντίδοτο στην «ήττα» αντιπαραβάλλεται κυρίως η αντίσταση μέσω του έρωτα, ή η επανάσταση μέσω της «εξέγερσης των αισθήσεων», κατά τις επιταγές του Παρισινού Μάη («κάντε έρωτα, όχι πόλεμο»): «Θα κάνω τις κινήσεις του σώματος / σοφότερες από το μυαλό / […] θα κρατήσω την εσωτερική μας φωτιά / μόνο δική μας / την ώρα που το κορμί μας στριφογυρίζει / αλλάζοντας χρωματισμούς και στάσεις / στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας» («Στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας», σ. 38). Το ερωτικό κρεσέντο κορυφώνεται στο εκτενέστερο και γνησιότερο ερωτικό ποίημα «Το φως του κεριού» όπου ο ποιητής, αντιστεκόμενος στους «επικείμενους θανάτους» που τον περιτριγυρίζουν, αντιτάσσει το μαγικό ελιξήριο του έρωτα, προτρέποντας: «έλα να λευτερώσουμε τις ψυχές μας / να σπάσουμε τις αλυσίδες που μας έχουν / δέσμιους σε πασάλους ηθικών, / να γδυθούμε απέναντι σε φώτα λυτρωτικά, / κάτω απ’ τα φύλλα του φθινοπώρου / πριν μας προλάβουν οι καταιγίδες… // σε βλέπω πέρα απ’ τα σύνορα / σε κόσμους χωρίς κραυγές απόγνωσης / αγγίζοντας τις νεφέλες της νύχτας, / υψώνοντας σφιχτά τα χέρια μας στις αρμονίες, / αγκαλιασμένοι ν’ αντιστεκόμαστε / στις δίνες που θα φτάνουν…» (σ. 43-44).

Εν κατακλείδι: Η ποίηση του Τρωαδίτη δεν αυτοαναιρείται ούτε είναι αντιφατική, όπως εύλογα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από την παραπάνω εξέταση. Αντιθέτως, είναι πολυσυλλεκτική και πολυπρισματική – ακόμη κι όταν κυριαρχούν ορισμένα σταθερά μοτίβα. Η όποια αντίθεση και αντίφαση αποσκοπούν στη δημιουργική σύνθεση μέσω του σχήματος «θέση-αντίθεση-σύνθεση» Άλλωστε, όπως παρατηρούσα στην προηγούμενη κριτική μου, «η ποίηση του Τρωαδίτη δεν προσφέρεται για κατηγοριοποίηση [αφού] κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τον διφορούμενο χαρακτήρα της και θα ερχόταν σε αναντιστοιχία με την όλη υφή της». Τέλος, και με τη δεύτερη ποιητική συλλογή του ο Τρωαδίτης εδραιώνει πλέον τη θέση του στον ποιητικό χώρο, αποδεικνύοντας ότι ξέρει να ανανεώνεται, να προβληματίζεται και προβληματίζει, αλλά και να συναρπάζει ποικιλοτρόπως τον σοβαρό, απαιτητικό αναγνώστη. Με τις δύο δημοσιευμένες συλλογές του που έχουμε εξετάσει έως σήμερα, διαπιστώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι έχει όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα που θα τον ανεβάζουν όλο και ψηλότερα, ως ποιητή αξιώσεων, στο corpus της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας – και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν…

*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται: «Τα Αμαρτύρητα: Σχέδιο Βιογραφίας του Βασίλη Βασιλικού» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Dimitris Troaditis, Tightrope Walking /Ακροβασíες

Book Review

by Dr. Edward Reilly

Dimitris Troaditis,
Tightrope Walking /Ακροβασíες,
tr. D. Kalimniou, Owl Publishing, Brighton Vic., 2017.
ISBN: 978-0-9805321-9-7

One of the pleasures of a literary friendship is to exchange poems. It serves as a means of dialogue, which all too often cannot take place given separations in time and distance, and neither letters nor social media quite fill that space a completed poem can occupy. Some time ago I sent out a chapbook of mine to friends, and marvelous to say, I received this volume in exchange.

As readers of Neos Kosmos would know, Dimitris Troaditis is something of a phenomenon. Born 1959 in Greece, he started writing poetry with serious intent almost 30 years ago and soon afterwards arrived in Australia, and has not stopped since. Two recent collections of his verse have been published in Athens, and he maintains a bilingual website To Koskino. He’s political, outspoken and quite tough, though sometimes his politics can irritate me, as I am still a rather conservative Adelaidean Catholic. Even so, one respects the strength and beauty of each poet, regardless of their background, for poetry is our common ground. Then, as I am a βάρβαρος, having no Greek, with but a little Latin from school, I will only comment on some of the poems as they appear in translation.

The first thing to strike me is the set of dark images and references used to convey the swirl of sentiment, for example, the use of ‘grave’, ‘old drawings’, ‘stones’, ‘wretched prayers’ in the title poem ‘Tightrope Walking’, then more words emphasizing the acrobat’s dilemma, ‘taut’, ‘bonds’, ‘calamity’ and so on, leading to the reader being prepared to consider the gravity of the real situation we face, ‘whether immortality / can release us / from the bonds of causality’. Suddenly the poem is not about a particular acrobat, but about ourselves, whether we can achieve that ‘perfect / multi-levelled footstep’ needed to avoid ‘calamity’. Is he referring to death, oblivion, to being ‘buried alive’? If so, in what? The poem leaves me nervous, wondering what’s next in store.

In the sonnet, ‘My Secrets’, I encountered fantastic confession. The speaker becomes divine, almost maniacal, as he reveals his intent to ‘engrave’, ‘stamp’ and ‘draw’ himself on his lover’s body, but not out of the light like a Zeus to Danae, claiming however that he would ‘only travel on the feathers of nightingales’. Then a remembered line from the English poet, Keats, led me to refer to this image, one I have never seen or heard, only to read of the tragic tale of Philomela, and remember a line from T. S. Eliot, that supreme symbolist. The second part then presents a series of water metaphors, ‘tears’, ‘mists’, ‘rains and hurricanes’, and as I am now reading the speaker as Tereus addressing his sister, all these images reflecting on a deep ‘grief’.

Perhaps I was reading too much into that poem, but if my student reading and years of classroom teaching are any guide, it is becoming clear that Troaditis is not just writing contemporary trifles, but continuously is digging deep into the remembered veins of Hellenic literature. He gathers strength from that, and from his own political analysis of his life and surrounding circumstances, as demonstrated in poems such as ‘Terror Australia’ and ‘Of the Community’. And, as his translator, Dean Kalimniou, points out in the introduction, Troaditis’ words ‘drench the page with the force of a torrent’, almost to the point of the reader being overwhelmed. Such a clearly articulated force is rare in Australian letters.

Tightrope Walking /Ακροβασιες is a strong collection, and a suitable companion to others in this series of poetry chapbooks, alongside those by Dimitris Tsaloumas, Zeny Giles et al.

[Dr. Reilly is the founding editor of the literary journal, Azuria, published annually in Geelong]

***

Κριτική βιβλίου

Dr. EDWARD REILLY*

Δημήτρης Τρωαδίτης, Tightrope Walking /Ακροβασíες, μετ. D. Kalimniou, Owl Publishing, Brighton Vic., 2017. ISBN: 978-0-9805321-9-7

Μία από τις απολαύσεις μιας λογοτεχνικής φιλίας είναι η ανταλλαγή ποιημάτων. Χρησιμεύει ως ένα μέσο διαλόγου, που, όμως, πολύ συχνά δεν μπορεί να πάρει μορφή λόγω διαχωρισμών εξαιτίας χρόνου και απόστασης, και ούτε οι επιστολές ούτε και τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να γεμίσουν τον χώρο που ένα ολοκληρωμένο ποίημα μπορεί να καταλάβει. Πριν από λίγο καιρό έστειλα ένα chapbook μου σε φίλους και βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να πω ότι μου ανταποδόθηκε.

Καθώς οι αναγνώστες του «Νέου Κόσμου» θα γνωρίζουν, ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι κάτι σαν ένα φαινόμενο. Γεννήθηκε το 1959 στην Ελλάδα, άρχισε να γράφει ποίηση με σοβαρές προθέσεις σχεδόν 30 χρόνια πριν φτάσει στην Αυστραλία, και δεν έχει σταματήσει από τότε. Δύο πρόσφατες συλλογές του κυκλοφόρησαν στην Αθήνα, ενώ διατηρεί και τη δίγλωσση ιστοσελίδα ΤοKoskino. Είναι πολιτικοποιημένος, ειλικρινής και αρκετά μαχητικός, αν και μερικές φορές οι πολιτικές του απόψεις μπορούν να με ερεθίσουν, μιας και ακόμα είμαι μάλλον ένας συντηρητικός καθολικός από την Αδελαΐδα. Ακόμα κι έτσι όμως, ο ένας σέβεται τη δύναμη και την ομορφιά του κάθε ποιητή, ανεξάρτητα από την προέλευσή του, γιατί η ποίηση είναι το κοινό μας έδαφος.
Στη συνέχεια, καθώς είμαι βάρβαρος (σ.σ. ελληνικά στο αγγλικό κείμενο), μην γνωρίζοντας Ελληνικά, παρά μόνο λίγα Λατινικά από το σχολείο, θα αναφερθώ μόνο σε μερικά από τα ποιήματα που δημοσιεύονται σε μετάφραση.

Το πρώτο πράγμα που με κλονίζει είναι το σύνολο των σκοτεινών εικόνων και αναφορών που χρησιμοποιούνται για να μεταφέρουν τη δίνη του συναισθήματος, για παράδειγμα, η χρήση των «τάφων», των «παλαιών ζωγραφιών», των «πετρών» και των «μίζερων προσευχών» στο ποίημα με τίτλο «Ακροβασίες». Ευθύς αμέσως περισσότερες λέξεις έρχονται να τονίσουν το δίλημμα του ακροβάτη, «τεντωμένο», «δεσμά», «συμφορά» και ούτω καθεξής, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να είναι έτοιμος να εξετάσει τη σοβαρότητα της πραγματικής κατάστασης που αντικρίζουμε, «αν η αθανασία / μπορεί να μας απελευθερώσει / από τα δεσμά της νομοτέλειας». Ξαφνικά το ποίημα δεν αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο ακροβάτη, αλλά στους εαυτούς μας, ανεξάρτητα από το εάν μπορούμε να επιτύχουμε αυτό το «απερίσκεπτα τέλειο / πολυεπίπεδο βήμα…» που απαιτείται για να αποφευχθεί η «συμφορά». Αναφέρεται στον θάνατο, στη λήθη, όταν «θάβεται ζωντανός»; Αν ναι, σε τι; Το ποίημα με αφήνει νευρικό, αναρωτιέμαι τι ακολουθεί.

Στο εν είδει ηχηρού σονέτου «Τα μυστικά μου», συνάντησα μια φανταστική ομολογία. Ο ομιλητής γίνεται μάντης, σχεδόν μανιώδης, καθώς αποκαλύπτει την πρόθεσή του να «χαράξει» μια «αποτύπωση» και μια «ζωγραφιά» του εαυτού του στο κορμί της αγαπημένης του, αλλά όχι από το φως, όπως ο Δίας με τη Δανάη, υποστηρίζοντας όμως ότι «μόνο θα ταξιδεύω πάνω σε φτερά αηδονιών». Στη συνέχεια, καθώς ενθυμούμαι έναν στίχο του Άγγλου ποιητή Keats, οδηγούμαι στο να αναφερθώ σε αυτή την εικόνα, που όμοιά της δεν έχω δει ή ακούσει, μόνο για να διαβάσω την τραγική ιστορία της Φιλομήλας και να θυμηθώ έναν στίχο του Τ. Σ. Έλιοτ, του μεγάλου αυτού συμβολιστή. Το δεύτερο μέρος στη συνέχεια, παρουσιάζει μια σειρά από μεταφορές σχετικές με νερό, «δάκρυα», «αντάρες», «βροχές και τυφώνες», και καθώς τώρα διαβάζω τον ομιλητή ως άλλον Τηρέα να απευθύνεται στην αδελφή του, όλες αυτές οι εικόνες αντανακλούν σε μια βαθιά «θλίψη».
Ίσως έμεινα αρκετά πάρα πολύ στο ποίημα αυτό, αλλά αν ένας μαθητής μου το διάβαζε και τα τόσα χρόνια διδασκαλίας στην τάξη αποτελούν κάποιον οδηγό, καθίσταται σαφές ότι ο Τρωαδίτης δεν γράφει μόνο για σύγχρονα μικροπράγματα, αλλά σκάβει συνεχώς βαθιά μέσα στις αθάνατες φλέβες της Ελληνικής λογοτεχνίας. Αντλεί δύναμη από αυτή, καθώς και από τη δική του πολιτική ανάλυση για τη ζωή και τις συνθήκες γύρω του, όπως αποδεικνύεται από ποιήματα όπως «Terror Australis» και «Της Κοινότητας».

Και όπως ο μεταφραστής του, Dean Kalimniou, επισημαίνει στην εισαγωγή, ο λόγος του Τρωαδίτη «μουσκεύει τη σελίδα με τη δύναμη ενός χειμάρρου», σχεδόν στο σημείο που ο αναγνώστης μένει συγκλονισμένος. Σαφώς μια τέτοια ευκρινής δύναμη είναι σπάνια στα αυστραλιανά Γράμματα.

Η συλλογή Tightrope Walking /Ακροβασίες είναι μια δυνατή συλλογή και κατάλληλο μέρος συντροφιά των άλλων ποιητών που συμπεριλαμβάνονται στη σειρά αυτή των chapbooks ποίησης, συμπεριλαμβανομένων των Δημήτρη Tσαλουμά, Zeny Giles και άλλων.

*Ο Dr Edward Reilly είναι ιδρυτής και εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Azuria, που κυκλοφορεί μια φορά το χρόνο στο Geelong.

Η ποίηση για μένα είναι μια σχέση δούναι και λαβείν, όχι όμως με εμπορικές ρήτρες – Συνέντευξη του Δημήτρη Τρωαδίτη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης (Αθήνα 1959), στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με αρχές της δεκαετίας του ’80 συμμετείχε σε ομάδα θεάτρου σκιών και μουσικό συγκρότημα. Με την ποίηση ασχολείται από τα γυμνασιακά του χρόνια. Από το 1992 ζει μόνιμα στην Μελβούρνη. Εργάζεται ως διορθωτής εφημερίδας. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά σε Ελλάδα και Αυστραλία, στα Ελληνικά και Αγγλικά. 



Ερ. Ποιοι ποιητές σας επηρέασαν;

Απ. Αρχικά με είχαν επηρεάσει, κυρίως, οι Γιάννης Ρίτσος και Τάσος Λειβαδίτης, αν και είχα αρχίσει να διαβάζω και άλλους/ες. Όταν άρχισα να εργάζομαι σε βιβλιοπωλεία και εκδοτικούς, μου δόθηκε η ευκαιρία να έρθω σε επαφή με περισσότερους ποιητές τόσο Έλληνες όσο και ξένους (φυσικά, σε μετάφραση). Στη δεκαετία του 1980 και του 1990 το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε τόσο στους λεγόμενους μπιτ και σουρεαλιστές ή υπερρεαλιστές ποιητές, οτιδήποτε βέβαια κυκλοφορούσε από αυτούς τότε στον ελλαδικό χώρο, όσο και σε Έλληνες, όπως Αναγνωστάκη, Αλεξάνδρου, Λεοντάρη και άλλους. Επίσης, διάβασα αρκετή λογοτεχνία, ελληνική και ξένη και κάποιες επιρροές προήλθαν και από εκεί. Ωστόσο, οι επιρροές μου προέρχονται από ένα ευρύ φάσμα ποιητών και γραφών.



Ερ. Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στην συγγραφή;

Απ. Ασχολούμαι με το γράψιμο από τα γυμνασιακά μου χρόνια. Το πρώτο ποίημα, σε ομοιοκαταληξία, το έγραψα το 1975, επηρεασμένος έντονα από τα γεγονότα της Κύπρου το 1974. Έως το 1978 είχα γράψει έναν αριθμό ποιημάτων, που όμως δεν ήταν σε ομοιοκαταληξία, μιας και εντρυφώντας στο έργο των γνωστών ποιητών, κυρίως της Αριστεράς, είδα και αποφάσισα ότι η έμμετρη ποίηση δεν με ενδιέφερε και αποφάσισα να γράφω στον ελεύθερο στίχο. Από τα πρωτόλεια ποιήματα αυτής της περιόδου, δεν έχω κρατήσει κανένα, όμως στίχοι τους εισχώρησαν σε ποιήματα που έγραψα τη δεκαετία του 1980, ποιήματα βέβαια τα οποία, λόγω των διαβασμάτων μου, των ιδεολογικών μου και άλλων θεωρήσεων κ.λπ. είναι κατά πολύ διαφορετικά από τα πρώτα.



Ερ. Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η ποιητική σας συλλογή με τον τίτλο «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδόσεις Στοχαστής;

Απ. Δύο μήνες πριν εκδοθεί το «Με μια κόκκινη ανάταση», είχε εκδοθεί μια άλλη συλλογή μου «Η μοναξιά του χρόνου» από τις εκδόσεις Οδός Πανός. Το 2016, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι θα έπρεπε πλέον να βγω προς τα έξω και, μάλιστα, μετά από κάποια χρόνια διαδικτυακής παρουσίας κυρίως μέσω της ιστοσελίδας μου «Το Κόσκινο» (στο http://tokoskino.me), άρχισα να έχω κάποιες διερευνητικές επαφές με εκδοτικούς από την Ελλάδα. Στον Στοχαστή κατέληξα μετά από πρόταση γνωστού μου ποιητή ο οποίος είχε ήδη εκδώσει εκεί. Έστειλα κάποιες ποιητικές συλλογές για να τις δουν και να μου πουν σχετικά. Τους άρεσε η γραφή μου, ενώ είδα ότι έκαναν αρκετά καλή δουλειά και είχαμε άριστη συνεργασία και έτσι αποφασίσαμε να προχωρήσουμε και το αποτέλεσμα είναι η συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση». Την ίδια εποχή που συζητούσα με τον Στοχαστή επήλθε και η συμφωνία με τις εκδόσεις Οδός Πανός για την έκδοση της συλλογής «Η μοναξιά του χρόνου». Παρ’ ότι είμαι εκτός Ελλάδας 25 χρόνια και στις καθημερινές μου συναλλαγές χρησιμοποιώ και την Αγγλική γλώσσα, η μητρική μου γλώσσα φυσικά παραμένει η Ελληνική. Έτσι, η συντριπτική πλειοψηφία των ποιημάτων μου είναι γραμμένη στην Ελληνική και έτσι αισθάνθηκα την ανάγκη να απευθυνθώ στο ελληνόφωνο κοινό, αλλά βέβαια και κατόπιν έντονων προτροπών άλλων ποιητών και ανθρώπων που ασχολούνται γενικά με τη λογοτεχνία και οι οποίοι πιστεύουν στην ποίησή μου. Μερικά ποιήματά μου είναι μεταφρασμένα ήδη στην αγγλική και ευελπιστώ ότι θα υπάρξει μια αγγλική έκδοση στο άμεσο μέλλον.



Ερ. Γράφετε «Οι τόποι μου/μετέωροι μέσα/στην ολική κατάρρευση του χρόνου». Μήπως η απόσταση που ζείτε, στην Αυστραλία, σας βοηθά να βλέπετε την πατρίδα με διαφορετική ματιά από εμάς που ζούμε καθημερινά εδώ;

Απ. Δεν θα ήθελα να θεωρηθώ πατριώτης με την κλασική έννοια του όρου. Επέλεξα συνειδητά να φύγω από την Ελλάδα για λόγους που είχαν και εξακολουθούν να έχουν άμεση σχέση τόσο με τις πολιτικο-ιδεολογικές μου θεωρήσεις και προσεγγίσεις όσο και με την προσωπική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν την εποχή που αποφάσισα να φύγω. Επίσης, μια σχέση στην Αυστραλία έπαιξε και αυτή τον καταλυτικό της ρόλο. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπώ τον τόπο στον οποίο γεννήθηκα και έζησα τριάντα χρόνια της ζωής μου και δεν ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν. Ενημερώνομαι σε σχεδόν καθημερινή βάση για τα ελλαδικά τεκταινόμενα, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και ακόμα λογοτεχνικά, ποιητικά, καλλιτεχνικά, και λόγω επαγγέλματος, αλλά και επειδή θα αισθανόμουν πολύ έξω από τα νερά μου αν δεν το έκανα. Αν και συμπάσχω και στεναχωρούμαι αφάνταστα, η ενασχόλησή μου αυτή γίνεται με διαφορετικό μάτι – λόγω απόστασης, είναι αλήθεια. Άλλωστε, δεν μπορεί να γίνει με την ίδια ματιά που βλέπουν τη χώρα τους αυτοί που ζουν και κινούνται καθημερινά μέσα στα όριά της. Ωστόσο, το ποίημα «Οι τόποι μου» από το οποίο προέρχεται ο συγκεκριμένος στίχος δεν είναι μόνο μια ματιά στο τι γίνεται στην Ελλάδα. Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή το δράμα των προσφύγων και θα ήθελα να πληροφορήσω εδώ τόσο εσάς όσο και τους αναγνώστες σας, ότι το ίδιο δράμα το περνούν και πρόσφυγες που επιχειρούν να περάσουν στην Αυστραλία αλλά συλλαμβάνονται στα θαλάσσια ύδατά της και στέλνονται σε κέντρα κράτησης σε απομονωμένα νησιά του Ειρηνικού. Οπότε, οι «μετέωροι τόποι» και η «ολική κατάρρευση του χρόνου» είναι κάτι το διεθνές, το οικουμενικό και υπό αυτό το πρίσμα το προσεγγίζω εδώ. Το συγκεκριμένο ποίημα έχει μεταφραστεί στα αγγλικά και έχει διαβαστεί εδώ σε αντίστοιχες εκδηλώσεις – και αρκετά σημειολογικά, θα έλεγα, στο Μεταναστευτικό Μουσείο (Immigration Museum). Αλλά, βέβαια, για να επανέλθω στην ουσία της ερώτησής σας, τόσο η απόσταση όσο και επειδή είμαι απαλλαγμένος από κάθε συναισθηματικό ή άλλο φορτίο στα περί της Ελλάδας και της καθημερινότητάς της, με κάνουν να βλέπω πιο νηφάλια και πιο ψύχραιμα τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα του σήμερα.



Ερ. Γράφετε «Οι μέρες της ευτυχίας πέρασαν/κόλλησαν σαν λάδι σε γρανάζια». Από την ευμάρεια στην φτώχεια. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα;

Απ. Οι στίχοι αυτοί που προέρχονται από το ποίημα «Προσκυνήστε, ω! πιστοί!…», είναι ενδεικτικοί του πώς αντιμετώπισα τις απαρχές αυτού του αποκαλείται κρίση και μαστίζει την Ελλάδα τα τελευταία επτά σχεδόν χρόνια. Όποιος ενδιατρίψει στα ενδότερα του ποιήματος, θα δει ότι θεωρώ την λεγόμενη κρίση ως δομική λειτουργία του συστήματος εκμετάλλευσης, ως συστατικό του στοιχείο. Θεωρώ την επιβαλλόμενη φτώχεια όχι μόνο απόπειρα επιβολής της εκμετάλλευσης, αλλά και αποφασιστικό βήμα προς μια απανθρωποποιημένη κοινωνία που θα σκύβει το κεφάλι γιατί αλλιώς δεν θα μπορεί να επιζεί. Καυτηριάζω σίγουρα και τον νεοπλουτίστικο τρόπο ζωής μερικών και όλη αυτή την επιτηδευμένη, καρυκευμένη και ψευδή ιδεολογία που την συνόδευε. Και φυσικά υπάρχει ελπίδα. Είναι ο καθημερινός μας, ανυποχώρητος αγώνας, είναι η προσπάθειά μας να μείνουμε αξιοπρεπείς, η αγωνία μας να πειραματιστούμε σε νέες αντιλήψεις και τρόπους ζωής, πιο απλής, πιο ανθρώπινης, που να εναγκαλίζονται τις πραγματικές ανάγκες και όχι αυτές που επιχειρούν κάποιοι να επιβάλλουν προς ίδιον όφελος.



Ερ. Στην εποχή μας με τα τόσα προβλήματα μπορεί ακόμη η ποίηση να μας βοηθήσει να ανεβούμε λίγο ψηλότερα;

Απ. Πιστεύω, ναι. Η ποίηση δεν είναι μόνο το γράψιμο, είναι ακόμα και η ανάγνωσή της, η μελέτη της, η μετάφρασή της, ακόμα το να προτείνουμε μια ποιητική συλλογή που αγαπήσαμε στους φίλους μας, στους συγγενείς μας, η συμμετοχή σε μια ανάγνωση ποίησης, στην παρουσίαση μιας συλλογής… Όλα αυτά, αν γίνονται με γνώμονα τόσο την δική μας πνευματική καλλιέργεια όσο και σε σύνδεση με το άμεσο περιβάλλον μας και τις διεργασίες που συντελούνται σε αυτό, αν μας δημιουργεί τριβές με όλο το μεράκι που βγαίνει, πιστεύω ότι ίσως μπορεί να μη λύσει εξ ολοκλήρου τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, ωστόσο θα μας δώσει ένα ακόμα κίνητρο για απόπειρα περαιτέρω ανύψωσής μας. Αυτό θα γίνει μέσω της έρευνας, της μελέτης και της τριβής μας με τους ποιητές, τις ποιήτριες και όλων όσων αγωνιούν οι ίδιοι και θέλουν να βγάλουν προς τα έξω.



Ερ. Έχετε διαγράψει μια πορεία στην ποίηση αλλά και από το διαδίκτυο όπου έχετε το δικό σας μπλογκ. Πώς τα συνδυάσατε αυτά τα δυο;

Απ. Με την «ιδιότητα» πρώτα απ’ όλα του ακροατή της ποίησης, ναι, έχω διαγράψει μια πορεία στην ποίηση. Η ποίηση για μένα είναι μια σχέση δούναι και λαβείν, όχι όμως με εμπορικές ρήτρες. Ξεκίνησα μεν το μπλογκ/ιστοσελίδα, πρώτον, από ένα προσωπικό καπρίτσιο της στιγμής, αλλά και επειδή είχα πάρα πολλά πράγματα από διαφορετικούς ανθρώπους να δώσω προς τα έξω που αλλιώς δεν θα είχαν την τύχη αυτή. Και, βέβαια, για να δημοσιεύσω τα δικά μου ποιήματα. Με τον καιρό «Το Κόσκινο» εξελίχθηκε σε αυτό που είναι τώρα. Ασχολούμαι με αυτό, ενημερώνοντάς το κάθε βράδυ. Αφιερώνω σε αυτό, μία ώρα της καθημερινής μου ζωής.



Ερ. Ποιες άλλες δραστηριότητες έχετε; 

Απ. Είμαι οργανωτής μηνιαίων ποιητικών εκδηλώσεων στην πόλη που διαμένω. Οι ποιητές που διαβάζουν στις εκδηλώσεις αυτές προσπαθώ να προέρχονται από διαφορετικά εθνοτικά και πολιτισμικά υπόβαθρα, αν και η πλειοψηφία είναι Αυστραλοί αγγλοσαξονικής καταγωγής. Ωστόσο, προσπαθώ να προωθώ πάντα, στο βαθμό που μπορώ, ποίηση σε μετάφραση, κι αυτό γιατί η εδώ κοινωνία είναι κυρίως μεταναστευτική και πολυ-πολιτισμική και υπάρχουν αρκετές φωνές εκεί έξω που δεν ακούγονται. Και αυτό γιατί μπορεί η αυστραλιανή κοινωνία να είναι πολυεθνική και πολυπολιτισμική, όμως η αγγλοσαξονική κουλτούρα και σκέψη εν πολλοίς κυριαρχούν. Συμμετέχω, επίσης, στην παραγωγή και παρουσίαση ραδιοφωνικών εκπομπών σε εβδομαδιαία βάση, ενώ η ενασχόληση με την ιστοσελίδα μου γίνεται, όπως είπα πριν, σε καθημερινή βάση. Κάποιες φορές ασχολούμαι και με την ποιητική μετάφραση.



Ερ. Πόσα χρόνια ζείτε στην Αυστραλία; Με τι ασχολείστε και σε ποια περιοχή κατοικείτε;

Απ. Στην Αυστραλία βρίσκομαι από το 1992 και από το 1995 έως σήμερα εργάζομαι ως διορθωτής στην ομογενειακή εφημερίδα «Νέος Κόσμος». Έχω σπουδάσει Δημοσιογραφία και διαμένω στη Μελβούρνη.



Ερ. Ποια είναι η πνευματική κίνηση στην πόλη που ζείτε;
Απ. Αν μιλήσουμε από πλευράς ποίησης, υπάρχει μεγάλος αριθμός ποιητών και ποιητριών, που εκπροσωπούν όλες τις φόρμες και σχεδόν όλες τις τεχνοτροπίες. Οι «σκηνές» είναι αρκετές, γίνονται αρκετές αναγνώσεις, κυρίως σε μηνιαία αλλά και εβδομαδιαία βάση, σε κάποιες περιπτώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις. Υπάρχει ένα ειδικευμένο βιβλιοπωλείο ποίησης στη Μελβούρνη, το Collected Works, όπου κάποιος θα βρει μόνο ποίηση. Εκεί γίνονται τακτικά παρουσιάσεις κ.λπ. Υπάρχει ακόμα και το Melbourne Poets Union, σύνδεσμος δηλαδή που τα μέλη του είναι μόνο ποιητές. Γίνονται ακόμα διαγωνισμοί, εκδόσεις και άλλα. Σε γενικές γραμμές, η Μελβούρνη είναι μια πάρα πολύ ζωντανή πόλη για πολλά πράγματα που αφορούν τις τέχνες και τον πολιτισμό γενικώς. Άλλωστε, να μην ξεχνάμε ότι είναι μια από τις τρεις πόλεις του κόσμου που έχουν χαρακτηριστεί Πρωτεύουσες Λογοτεχνίας.



Ερ. Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν θα μπορούσε το Ίντερνετ να αποτελέσει μία διέξοδο ή μια κατάθεση ψυχής για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση;

Απ. Σίγουρα είναι μια πολλαπλή διέξοδος η χρήση της τεχνολογίας σήμερα και το επικροτώ. Αλλά, αν και εγώ ο ίδιος άνθρωπος της τεχνολογίας, δεν εναντιώνομαι στον παραδοσιακό τρόπο δημοσίευσης (εξ ου και οι δικές μου συλλογές). Πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει ένας συνδυασμός και των δύο τρόπων, ηλεκτρονική ποίηση και ποίηση σε χαρτί, παραδοσιακά. Έχει αποδειχθεί ότι ενδείκνυται. Δεινοί μπλόγκερς προτιμούν να εκδίδουν συλλογές σε χαρτί.



Ερ. Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;

Απ. Αν μιλάτε για τους Έλληνες ποιητές, θα πρότεινα να ξαναδιαβάσουμε προγενέστερους συγκεκριμένους ποιητές. Κυρίως, όμως, θα πρότεινα να διαβάσουμε τους περισσότερους από τους σημερινούς ποιητές. Δεν θα ήθελα να πω ονόματα, αλλά τελευταία κυκλοφόρησαν κάποιες δίγλωσσες Ανθολογίες από αγγλόφωνους εκδοτικούς οίκους, όπου παρουσιάζονται ποιητές του σήμερα οι οποίοι ηλικιακά βρίσκονται στην τρίτη και τέταρτη δεκαετία της ζωής τους και κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη μια παρουσία. Μια από αυτές τις Ανθολογίες είναι και η «Austerity Measures – The New Greek Poetry» που κυκλοφόρησε πέρυσι από τον Penguin, με κύρια ευθύνη και επιμέλεια της Karen van Dyck. 



Ερ. Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;

Απ. Διαβάζω ποιητικές συλλογές, αλλά όμως και άλλα βιβλία. Διαβάζω καθημερινά, κυρίως στα τραμ και τα τρένα, αλλά και στο σπίτι. Οι ποιητικές συλλογές που έχω δίπλα μου για να διαβάσω άμεσα δεν είναι ελληνικές, είναι αυστραλιανές, στην αγγλική γλώσσα. Είναι του Ian McBryde (γνωστού ποιητή και μουσικού εδώ) με τίτλο «We the Mapless» και του Lionel G. Fogarty (Αυστραλού ιθαγενή ποιητή και αγωνιστή) με τίτλο «Mogwie-Idan – Stories of the Land». Ίσως μεταφράσω κάποια από τα ποιήματά τους. Επίσης, πολύ πρόσφατα διάβασα ποιητικές συλλογές κυρίως Κυπρίων ποιητών, ερχόμενος για πρώτη φορά σε επαφή με αυτούς (Γ. Καλοζώης, Μ. Παπαδόπουλος, Γ. Χριστοδουλίδης, Λ. Γαλάζης, Α. Καϊμακλιώτη) και άλλων.



Ερ. Ένα αγαπημένο ποίημα;

Απ. Είναι πάρα πολλά τα αγαπημένα μου ποιήματα, αλλά εδώ διαλέγω το ποίημα του Άρη Αλεξάνδρου «Το μαχαίρι» (από το βιβλίο «Άρης Αλεξάνδρου Ποιήματα (1941-19740)» εκδ. Ύψιλον 1991):
Το μαχαίρι. Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι/ έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο./ Στο μεταξύ/ όσο δουλεύεις στον τροχό/ πρόσεχε μην παρασυρθείς/ μην ξιπαστείς/ απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων./ Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.


*Αναδημοσίευση από το http://maxitisartas.gr/single_page.php?catid=&id=4760