«Λοξές Ματιές», μία νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ


H νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη, «Λοξές Ματιές», σηματοδοτεί μια παρέκκλιση από το μέχρι τώρα έργο του.

Όχι θεματικά, διότι συνεχίζει να τρέφει τις ίδιες πολιτικο-κοινωνικές ευαισθησίες όπως και στις προηγούμενες του συλλογές, αλλά σίγουρα, από άποψης προσεγγίσεως και ποιητικής. Εκεί όπου ο ποιητικός λόγος του πρώιμου Τρωαδίτη αντιμετωπίζει άμεσα, κατάμουτρα, κατακούτελα, τα ερείσματά του, ο πλέον ώριμος Τρωαδίτης γίνεται πιο έμμεσος, πιο υπαινικτικός, πιο πολυσήμαντος. Ανασκοπεί τον κόσμο του όχι μόνο με την πρώτη, αλλά και με τη λοξή ματιά, εκείνη της ύστερης όρασης αλλά και του γνωστικού.

Η αλλαγή του ρυθμού, συνειδητή. Ο στρατευμένος στίχος του Τρωαδίτη, παραδοσιακά χειμαρρώδης, μοιάζει με το βηματισμό του πορεύοντος αγωνιστή. Σ’ αυτή την συλλογή, το βήμα επιβραδύνεται, αντιστρέφεται. Ο ποιητής ανατρέπει την έννοια της πορείας, στρέφοντάς την προς τα ένδον. Είναι πολύ εύκολο να αντικατοπτρίζει κανείς αντιδραστικά και μόνο την επιφάνεια. Χρειάζονται όμως τρομερές δυνάμεις αυτοαντίληψης, ενδοσκόπησης και πνευματικής διορατικότητας ώστε να διεισδύσει κανείς στην ουσία των πραγμάτων – να τα αφομοιώσει στην λεκτική του χοάνη και έπειτα να διαχωρίσει τα συστατικά του στοιχεία, για να τα ανασυναρμολογήσει με το δικό του ποιητικό λόγο. Ο προσεγμένος ποιητής Τρωαδίτης, αυτό κάνει.

Κύριο παράδειγμα αυτής της λεπτολογικής γραφής βρίσκεται στο πώς η ένταση κλιμακώνεται στο πρώτο ποίημα της συλλογής, «Εδώ στις Νότιες Εσχατιές» όπου με λίγες ελαφριές κινήσεις της πένας, προσθέτοντας το στοιχείο του κρυφού, του φευγαλέου, του κεντρόφυγου, ανατρέπει τη λεκτική και λογική αρμονία της Αντιποδικής μας ύπαρξης:

«Εδώ στις νότιες

εσχατιές

οι άνεμοι κρυφακούν

τις ανάσες μας

εδώ στις απέραντες

εκτάσεις

του λείου

το καλοκαίρι

παίζει κρυφτούλι

με τα σύννεφα

εδώ στις μονότονες

ιαχές του γκρίζου

η τρέλα μας

ανέρχεται
σε ανώτατο στάδιο».

Η Εσχατιά από τη φύση της δεν αφήνει περιθώριο για περαιτέρω πορεία. Σε μία στάσιμη κοινωνία που αδυνατεί να υπερβεί τον εαυτό της, όλοι κρυφακούν, όλοι παίζουν κρυφτούλι και οι ιαχές αποχρωματίζονται.

Σε μία τέτοια κοινωνία, που για τον κάθε αγωνιστή είναι τόπος εκτοπισμού αλλά και δράσης, όπου «εμείς πασχίζουμε να μονιάσουμε με τις νέες τοπολογίες», όπως υποστηρίζει στο ποίημα: «Το Παρελθόν είναι ένα ύφασμα», η ιστορική μνήμη, δηλαδή το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας με μία κίνηση του ψαλιδιού της Ατρόπου, κόβεται και γίνεται αμετάκλητη. Το άτεγκτο και το δογματικό στη ζωή των ανθρώπων, θρυψαλιάζεται και περνά στην αφάνεια.

Μια παρόμοια λήθη περιγράφεται στο ποίημα: «Αφομοίωση», όπου με πρωτότυπο τρόπο, οι παραιτούμενοι από το αγώνα για κοινωνική χειραφέτηση και δικαιοσύνη, παρομοιάζονται με Έλληνες μετανάστες που αφομοιώνονται και αποδέχονται τις αρχές της άρχουσας τάξης:

«Το τυχαίο γεμίζει

τα κενά των σπιτιών

ο ήλιος έχει παραδοθεί

σαν παλιός μετανάστης

με κλαριά αφομοίωσης

στα χέρια

κι οι κουβέντες ξεραίνονται

πάντα στα χείλη».

Κύριο μέλημα του αγωνιστή Τρωαδίτη είναι να εγείρει από το λήθαργό τους, όλους εκείνους τους αγωνιστές που κάποτε μάχονταν για ένα καλύτερο αύριο και τώρα πλέον εφησυχάζουν, συμβιβασμένοι με τα δεδομένα των καιρών.

Στο τρομερό ποίημα, «Δεν υπάρχει φως στα μάτια», αφιερωμένο στον αγωνιζόμενο λαό της Συρίας, οι συνέπειες αυτού του εφησυχασμού φαντάζουν τρομακτικές και επώδυνες:

«ποιους νεκρούς ν’ αναστήσεις
»και σε ποια ιδέα να μυηθείς

ποια μορφή να τραγουδήσεις

και ποια φωνή να βγάλεις

σε εκτάσεις αλλόφρονες

που το λιοπύρι στέγνωσε

που τα δάκρυα και οι βρύσες

γίνονται ηφαίστεια

που τα νάματα της ζήσης

στοιχειώνονται».

Το στοιχείο του ξένου τόπου (σε εκτάσεις αλλόφρονες) εντείνει την ανησυχία του ποιητή. Δεν υπάρχει πλέον οικείος τόπος όπου θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί όπως θα ήθελε. Δεν είναι πλέον σε θέση να διαλέξει το πεδίο μάχης. Ο προβληματισμός του οδηγεί φαινομενικά σε αδιέξοδο.
Μ’ αυτή την αδιέξοδο ασχολούνται τα δύο τελευταία ποιήματα της συλλογής που περιέχουν εντονότατα, την αγωνία του ποιητή. Στο ποίημα «Υάκινθοι και Μικροί Ήλιοι», ο ποιητής, με αξιοζήλευτη δεξιοτεχνία, δημιουργεί το οξύμωρο ενός υακίνθου που ξεφεύγοντας από την πορεία του, πάει να ψηλώσει σ’ απροσμέτρητους θριάμβους:

«… υάκινθοι και μικροί ήλιοι
υψικάμινοι χρέους

υψώνονται στις ψυχές μας

αλαβάστρινα αγάλματα ευθύνης».

Είναι στ’ αλήθεια η αυταπάτη του, η ιδιαίτερη του οντοπαθολογία που του δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ψηλώσει πέραν του φυσικού, ή εστιάζεται η ειρωνεία στο γεγονός ότι ο υάκινθος είναι εφήμερος και εποχιακός; Ο αγώνας λοιπόν είναι σισύφειος και κυκλικός. Τα συστατικά στοιχεία της ύπαρξης αλλά και της συντριβής του κρύβονται εντός του ζωοφόρου βολβού. Γνωρίζουμε όμως από τη μυθολογία ότι ούτε ο θεός Απόλλων, ο θεός του Ηλίου, αξίζει να σημειωθεί, αδυνατούσε αναστήσει τον Υάκινθο, τον οποίον ο ίδιος απώλεσε. Ποια οι τύχη των μικρών Ηλίων κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του;

Αλαβάστρινα λοιπόν τα αγάλματα της ευθύνης μας. Αστραφτερά, άσπιλα, πετρωμένα αλλά και εύθραυστα.

Ας σταθούμε για λίγο στο ύστατο ποίημα, ο τελευταίος σταθμός ενός συνειρμικού κειμένου. Εδώ, κάνουμε το γύρω και επιστρέφει ο παλαιός ο ποιητής, μεταλλαγμένος αλλά αναγνωρίσιμος, για να μας δώσει ένα Μαγιακοβσκικό τέλος, παραινετικό, ένα εμβατήριο που σίγουρα θα εγείρει τους καθεύδοντες:

«Να ξαναγεννηθούμε απ’ το χώμα

Να προσπεράσουμε τις μοιραίες συναντήσεις

Να διαλύσουμε ψεύτικες ευχές και διλήμματα

Nα εκμυστηρευτούμε τα μυστικά μας

Ν’ αρχίσουμε τις μεγάλες ανατροπές

Να αποτινάξουμε το ταραγμένο φόντο των ημερών».


Να ξαναγεννηθούμε λοιπόν από το χώμα, σαν τον υάκινθο,

Να δώσουμε τον αγώνα μας, να γίνουμε νέοι άνθρωποι, με τον τελευταίο στίχο του ποιήματος να συντροφεύει τον Μαγιακόβσκυ που είπε: «Να σπάσουμε τον νεφρίτη του παρελθόντος» εκείνου που ο ποιητής Τρωαδίτης, θρηνεί.

Αυτό λοιπόν είναι το καθήκον μας; Ο αναγνώστης δικαίως δύναται να τρέφει κάποιους ενδοιασμούς. Αλλού, στο ποίημα: «Το τίμημα είναι πολυσχιδές», θα γράψει:


«Η αντίσταση πρόδωσε

τον εαυτό της

η απομίμησή της

εξακολουθεί να κάνει τα ίδια λάθη.»

Κοιτάμε λοξά τον ποιητή, ή δεν τον κοιτάμε; Η δική του λοιπόν, είναι μία ποίηση που αν και δεν έχασε τίποτε από το πάθος των πρώιμών του χρόνων, ξέρει πια να διεισδύει. Η λοξή του ματιά, όπως θα πει στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής, εντοπίζει:

«…αρώματα φυτών

που ξεστρατίζουν

ρωγμές σε φόντο καταχνιάς

μέσα τους κουρνιάζουν

ερπετά

πτηνά

όνειρα

αχτίδες σεληνόφωτος»…

Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα ερπετά αλλάζουν το δέρμα, αλλά όχι την ιδιότητά τους, τα πτηνά ίπτανται, υπερβαίνοντας τα χθόνια, όπως και τα όνειρα τα οποία δεν έχουν ύπαρξη εκτός της συνείδησης του καθενός, ενώ οι αχτίδες σεληνόφωτος, ούτε καν της σελήνης είναι, αντικατοπτρίζοντας έναν διαφωτισμό που προέρχεται από αλλού. Αυτά όμως αποτελούν τα συστατικά στοιχεία της ελευθερίας.

Στις «Λοξές Ματιές» λοιπόν, ο ποιητικός λόγος του Δημήτρη Τρωαδίτη, αρθρώνεται με πολυσχιδή τρόπο – αυτοαναιρείται, υπαινίσσεται, αντιτίθεται στις εύκολες ερμηνείες και τελικά, κατασπαράζει τον ίδιον τον εαυτόν του.

*Από εδώ: https://neoskosmos.com/el/218651/lokses-maties-mia-nea-poiitiki-syllogi-tou-dimitri-troaditi/

Παρουσίαση της συλλογής «Λοξές Ματιές» στη Νάουσα Ημαθίας στις 10/2/2019

Ο Bernard Shaw έγραψε στο «Ένα ποίημα τη μέρα»:
«Ναι! προσπαθώ να γράφω ένα ποίημα κάθε μέρα,
Ελπίζοντας ότι θα σε βοηθήσει στην πορεία σου»

Δεν γνωρίζω αν ο Δημήτρης Τρωαδίτης γράφει ένα ποίημα την ημέρα, αλλά διαβάζοντας την ποίησή του, σίγουρα η μέρα μας, η πορεία μας, γίνεται καλύτερη.

Επειδή η ποίησή του είναι έντονη και βαθιά. Επειδή διαβάζοντάς την βρίσκεις μέσα στα νοήματα και στις λέξεις του ποιητή αυτό που θέλεις να εκφράσεις, αλλά δεν έχεις την δεξιότητα να το εκφράσεις.

Ανακαλύπτεις ιδέες, ανασύρεις αναμνήσεις. Με τον τρόπο αυτό, ποιητής και αναγνώστης γίνονται κοινωνοί συναισθημάτων και προβληματισμών.

Όταν πρωτοδιάβασα ποιήματα του Τρωαδίτη, παρατήρησα ότι, παρόλο, που είναι ένας κοινωνικός και υπαρξιακός ποιητής, δεν εκφράζεται με ωμότητα στα επώδυνα θέματα με τα οποία καταπιάνεται.

Αντιθέτως, έχει αναπτύξει την δική του ποιητική φωνή ευαισθησίας και σαφήνειας. Εξωτερικεύει με ακρίβεια σκέψεις και συναισθήματα. Και τα ποιήματά του περιέχουν πολλαπλές εικόνες με περιγραφές που ρέουν μεστές νοημάτων.

Ο λόγος του είναι καταγγελτικός, αλλά συγχρόνως αξιοποιεί τις λεκτικές του ικανότητες, σύμφωνα με την προσωπική του αντίληψη, για να δημιουργήσει ένα πυκνογραμμένο ποίημα.

Η ποιητική του συλλογή «Λοξές Ματιές» αποτελείται από 38 ποιήματα που δεν έχουν ομοιόμορφη δομή στίχων και στροφών. Ωστόσο, αποτελούν μια νοηματική ολότητα. Υπάρχουν κάποια σύντομα ποιήματα τεσσάρων στίχων που εναλλάσσονται με μακροσκελή ποιήματα πολλών στροφών.

Ο ποιητής δεν χρησιμοποιεί ομοιοκαταληξία στα ποιήματά του. Γράφει σε ελεύθερο στίχο. Παρόλα αυτά, η ποίησή του περιέχει ρυθμό. Oι λέξεις απλώνονται και χαράζονται στο ποίημα το μορφοποιημένο επάνω στο χαρτί. Η εναλλαγή των λέξεων, η αρχή και το τέλος από στίχο σε στίχο προσδίδει νόημα όταν διαβάζεις το ποίημα, αλλά και μελωδικότητα όταν απαγγέλεις προφορικά τους στίχους.

Ένα ιδιαίτερο ποίημα της συλλογής είναι ένα Χαϊκού τεσσάρων στροφών. Δεν ακολουθεί την παραδοσιακή μορφή της γιαπωνέζικης ποιητικής φόρμας της μια στροφής και των 17 συλλαβών. Οι δυο πρώτες στροφές αιρετικά και ελεύθερα έχουν τη δομή 5-5-5, ενώ, οι δυο τελευταίες στροφές ακολουθούν την παραδοσιακή μορφή χαϊκού των 5-7-5 συλλαβών.

Γράφει, λοιπόν, ο ποιητής:

ευρηματικές
σκιάσεις φωτός
στο υπερπέραν

χαράζεις αδρά
τους φωταγωγούς
του κορμιού σου

ανεπαίσθητες
πάνω σου κρεμάμενες
ηλιαχτίδες

τόσες ηδονές
εκρυγνήνται μέσα σου
αναρίθμητες

Όσον αφορά τις θεματικές έννοιες, η συλλογή περιστρέφεται γύρω από τις υπαρξιακές αγωνίες. Ο σύγχρονος άνθρωπος αναλογίζεται το παρελθόν του αλλά και τις συνέπειες της ιστορίας, των περασμένων γεγονότων στη δική του ζωή και στη ζωή των συνανθρώπων του. Επιπλέον, περιγράφει τον αμείλικτο αγώνα της καθημερινότητας και τις δυνατότητες βελτίωσης του μέλλοντος.

Ο ποιητής στοχάζεται και διαπιστώνει τις δυσκολίες της ζωής:

«Λοξές ματιές
στα κιτρινισμένα δάχτυλα
φοβισμένες
αινιγματικές
σαν λυχναράκι του λαδιού
που αργοσβήνει…»

Με παραστατικό λόγο καταγράφει το επίπονο παρόν και διερευνά τις προοπτικές της μελλοντικής ζωής:

«Οι κερασιές των ονείρων μας
δεν άνθισαν φέτος…
κάποια πουλιά είπαν θα έρθουν
μα δεν φαίνεται σημάδι τους…
παρ’ όλα αυτά
η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.»

Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ποίηση του Τρωαδίτη διαπνέεται από απαισιοδοξία; Όχι! Δεν είναι απαισιόδοξη ποίηση.

Πρόκειται για μια λεπτομερή και ευρυφασματική περιγραφή της πραγματικότητας που διαπνέεται από στοχασμό. Η ποίησή του στοχεύει στην αφύπνιση του αναγνώστη. Με ευαισθησία κάνει τις αναφορές του στην δραματικότητα της ζωής.

Εάν ο ποιητής μας φέρνει αντιμέτωπους με την καθημερινότητά μας, την οποία συνειδητά ή ασυνείδητα αποφεύγουμε να αναλογιστούμε, αυτό σημαίνει ότι καταφέρνει να μας αγγίξει, ότι καταφέρνει να μας κάνει συμμέτοχους της αφύπνισης που αισιοδοξεί ότι θα βελτιώσει την πορεία του κόσμου, γιατί όπως προαναφέρθηκε η «ελπίδα πεθαίνει τελευταία».

Και δεν είναι τυχαία η επιλογή αυτής της καθημερινής φράσης. Εσκεμμένα, ο Τρωαδίτης επιλέγει μια πολυχρησιμοποιημένη φράση για να υποδείξει το αυτονόητο: ότι υπάρχει ελπίδα. Αλλά, συγχρόνως θέλει να δείξει ότι δεν είναι ένας ποιητής απόμακρος, που απλά παρατηρεί και καταγράφει τις εντυπώσεις του σε ποιήματα. Αντιθέτως, μας υπενθυμίζει ότι και ο ίδιος έχει βιώσει τις δυσκολίες της ζωής. Γνωρίζει την αδικία και την μετανάστευση σαν απόδημος Έλληνας της Αυστραλίας. Περιγράφει παραστατικά το δράμα της προσφυγιάς:

«ψυχές ξεριζώνονται»

Καταγγέλλει τον πόλεμο κι αναρωτιέται:

«ποιους νεκρούς ν’ αναστήσεις
Και σε ποια ιδέα να μυηθείς»

Για τον Τρωαδίτη, το πολιτικό σύστημα αποτελεί πεδίο σαρκασμού και υποδεικνύει τα δεινά που επιφέρει:

«οι έξωθεν φύλαρχοι
Υπερθεματίζουν
Την αφομοίωση»
μας αναφέρει.

Ωστόσο, η ποίησή του είναι ένα κάλεσμα για αγώνα και βελτίωση, γιατί: «ο χρόνος (είναι) γρήγορος επουλωτής πληγών»

Θεωρεί ότι είναι καθήκον του μαχόμενου ποιητή, αλλά καθήκον δικό μας, των αναγνωστών της ποίησής του
«Να αποτινάξουμε το ταραγμένο φόντο των ημερών».

Για το λόγο αυτό χρησιμοποιεί την ποίηση
«σαν ένα ανοικτό βιβλίο»
που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε και να αφυπνιστούμε, ώστε:
«να δούμε
την ώρα που
τα πράγματα εκεί έξω βρίσκουν λύση
για να λάμψουν».

Όσο για το θέμα της αγάπης;
Αυτό δεν φανερώνεται με κοινότυπες φράσεις, παρά αποδίδεται με μεταφορές και αλληγορίες:
«ριγούμε και εξαγνιζόμαστε
Στις άκρες της αύρας»

Αλλά, η απόδοση της αγάπης ενυπάρχει και στην αγάπη του ποιητή για τον άνθρωπο, και φανερώνεται στην καλοδουλεμένη ποιητική συλλογή «Λοξές Ματιές» με πλάγιο τρόπο.

Είναι το χρέος απέναντι στον άνθρωπο και σύμφωνα με τον Δημήτρη Τρωαδίτη:
«…είναι σαν την καρδιά μας
Που λαχταρά στο πρώτο
Σκίρτημα αγάπης»

Θα μπορούσα να συνεχίζω να μιλώ και να αναλύω εκτενώς την ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη,
Μα, γνωρίζω ότι θα προτιμούσατε να ακούσετε τον ίδιο τον ποιητή να μας μιλά για την ποίησή του και τους απόδημους ποιητές και ποιήτριες της Αυστραλίας.

*Το κείμενο αυτό γράφτηκε και εκφωνήθηκε από την αγαπητή φίλη και ποιήτρια Λίνα Βαταντζή.

Δημήτρης Τρωαδίτης – Λοξές Ματιές, Στοχαστής 2018 – (γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία)

Βαγγέλης Αλεξόπουλος

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με αρχές της δεκαετίας του ’80 συμμετείχε σε ομάδα θεάτρου σκιών και μουσικό συγκρότημα. Με την ποίηση ασχολείται από τα γυμνασιακά του χρόνια. Από το 1992 ζει μόνιμα στην Μελβούρνη. Εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες, κυρίως της ομογένειας. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά τόσο στην Ελλάδα όσο και Αυστραλία, στα Ελληνικά και στα Αγγλικά. Οργανώνει ποιητικές εκδηλώσεις στην Μελβούρνη, ενώ ασχολείται με την ποιητική μετάφραση.
Έχει, επίσης, κάνει μεταφράσεις πολλών άρθρων πολιτικού και ιστορικού περιεχομένου. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης “Το Κόσκινο” στη διεύθυνση http://tokoskino.me

Πριν από τις Λοξές Ματιές Εκδόσεις Στοχαστής 2018, έχουν προηγηθεί οι ποιητικές συλλογές: «Η οργή, το όνειρο και η ζωή», 1997, «Με μια κόκκινη ανάταση» Εκδόσεις Στοχαστής 2016, «Η μοναξιά του χρόνου» Εκδόσεις Οδός Πανός 2016, «Ωδή στο ανικανοποίητο» Εκδόσεις Παλινωδίαι 2017, «Ακροβασίες», Owl Publishing, 2017και «Δίοδος διαφυγής» Εκδόσεις Κύμα 2018.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στην ελληνική ποίηση μας έδειξε ότι έχει κατακτήσει τη δική του μονοσήμαντη και αυτόφωτη ποιητική φωνή. Αυτό το τονίζω γιατί είναι μία από τις συνιστώσες που κάνουν την ποίηση να διαρκεί στο χρόνο. Η ιδιαίτερη φωνή του κάθε ποιητή. Το «στυλ», είναι σημαντικό. Να διαβάζουμε δηλαδή ποιήματα και να αναγνωρίζουμε τον συγγραφέα πριν διαβάσουμε το όνομά του στο βιβλίο. Ειδικά αν τα ποιήματα αυτά τα έχει γράψει κάποιος άλλος τότε μιλάμε για σπουδαία ποίηση καθώς ο δημιουργός έχει αφήσει το στίγμα του επηρεάζοντας άλλους δημιουργούς. Κάπως έτσι δημιουργούνται οι ποιητικές σχολές.

Ο Ίταλο Καλβίνο είχε γράψει το 1984 μια σειρά διαλέξεων τις οποίες σκόπευε να δώσει στο Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, δεν πρόλαβε γιατί στο μεταξύ εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο. Ωστόσο οι διαλέξεις αυτές συγκεντρώθηκαν και εκδόθηκαν με τον τίτλο Τα Αμερικανικά Μαθήματα.

Εκεί περιγράφει τα κριτήρια που πρέπει να πληροί ένα έργο τέχνης.
Τα κριτήρια αυτά είναι: η Ελαφρότητα, η Ταχύτητα, η Ακρίβεια, η Οπτικότητα και η Πολλαπλότητα.
Τα στοιχεία αυτά είναι αναγνωρίσιμα με σαφήνεια στην ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη.

Σημαντικό στοιχείο στη ποίηση του Τρωαδίτη είναι το γεγονός ότι οι ποιητικές του συλλογές συνομιλούν μεταξύ τους όπως και τα επιμέρους ποιήματα συνομιλούν στην κάθε συλλογή.

Και άρωμα Γκίνσμπεργκ θα ανιχνεύσουμε στην ποίησή του και πινελιές από τον Μιχάλη Κατσαρό. Ο Τρωαδίτης έχει διαβάσει πολλή ποίηση, έχει μελετήσει τις ποιητικές σχολές και μέσα από την ιστοσελίδα του Το Κόσκινο τις έχει παρουσιάσει σε όσους ξέρουν να αναζητούν. Εκεί θα ανακαλύψουμε μια μεγάλη βάση δεδομένων ποιητών και ποιημάτων, όχι μόνο Ελλήνων αλλά και αγγλόφωνων και ισπανόφωνων ποιητών σε Ελληνικές μεταφράσεις αλλά και στο πρωτότυπο.

Έτσι έχει δημιουργήσει το στέρεο υπόβαθρο για να αποτυπώσει τη δική του ποιητική άποψη. Και φυσικά δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να εξελιχθεί ένας ποιητής.

Είχα γράψει στο παρελθόν για την ποίηση του Τρωαδίτη και συνεχίζω να το διαπιστώνω και σε αυτή τη συλλογή ότι τρεις είναι οι κύριοι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή του.

Βεβαίως και είναι πρωτίστως ένας κοινωνικός ποιητής, ταυτόχρονα όμως είναι και τα υπαρξιακά ζητήματα παρόντα στην ποίησή του όπως και η ίδια η ποιητική τέχνη που τον απασχολούν.

Ο ποιητής κάνει τέχνη για να διαχειριστεί τη θνητότητα, να νικήσει τον θάνατο..

«Και πάντα η γη θα σκίζεται κάτω από τα πόδια του ποιητή» γράφει.

Καμία σχέση δεν έχει ο Τρωαδίτης με τους λεγόμενους ποιητές της κρίσης. Ο δημιουργός γνώριζε την κρίση, πριν αυτή γίνει παγκόσμια και την είχε προαναγγείλει. Η αδικία, η εκμετάλλευση ο πόλεμος η προσφυγιά προϋπήρχε της ελληνικής κρίσης απλά οι Έλληνες δε το γνώριζαν. Η έκφραση «μακριά από εμάς κι όπου θέλει ας είναι», αποτελεί ένα από τα mόto του Σύγχρονου Ελληνικού πολιτισμού μετά τη μεταπολίτευση.

Σημειώνει:

Οι πρόγονοί μου αμαξηλάτες
σε παρόδους σκοτεινές
σε ουρανούς χωρίς φώτα
αφήνοντας παραλλαγμένες
ανάσες τα πρωινά
πυροβολώντας άστοχα.

Και διαπιστώνει πως «η αντίσταση πρόδωσε τον εαυτό της»

Και είναι «ένα κερί που τείνει να αντισταθεί»

Πως «το ζητούμενο δεν είναι να ξεγελάσουμε την πείνα μας.»

Υπάρχει ρυθμός, υπάρχει μελωδία στα ποιήματα του Τρωαδίτη. Τα τριάντα οκτώ (38) ποιήματα της συλλογής αποτελούν συνιστώσες μιας ολοκληρωμένης σύνθεσης.

Το μόνο που δεν περιλαμβάνει η ποίηση του Τρωαδίτη είναι οι αγάπες και τα λουλούδια.

Τα ποιήματα του Τρωαδίτη, συνομιλούν σε τραπέζια στρογγυλά χωρίς κεφαλές και υπονοούμενα. Σε τραπέζια που δε σερβίρουν μόσχο σιτευτό αλλά φακές και κόκκινο κρασί.

Ο ποιητής διαπιστώνει τα προβλήματα, δεν τα κοιτά όμως άπραγος και απογοητευμένος. Αντίθετα μας καλεί να πράξουμε, να συνεργαστούμε και να συμβάλλουμε με την τέχνη μας, με την εργασία μας, με την αγάπη μας προς το συνάνθρωπο.

Επαναλαμβάνω τους στίχους του:

«Όμως εμείς οι τυφλοί ζωγράφοι δε θα κρεμάσουμε τις παλέτες μας δε θα παραδώσουμε τα χρώματά μας.»

«Και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφήσουμε το άσπρο να εξορίσει τα άλλα χρώματα.»

Γιατί;

«Μα γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.»

Αθήνα, 22 Ιανουαρίου 2019

Ζωή θραυσματική

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη //

Δημήτρης Τρωαδίτης «Η μοναξιά του χρόνου», εκδ. Οδός Πανός

Παρακολουθώντας την ποιητική πορεία του Δημήτρη Τρωαδίτη, επανέρχομαι στην «Μοναξιά του χρόνου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδό Πανός. Ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν κατοικεί στην Ελλάδα, αλλά στην μακρινή Αυστραλία. Παρακολουθεί όμως την εξέλιξη της λογοτεχνίας και κυρίως της ποίησης στην Ελλάδα, ερχόμενος σε επαφή, μέσω του Blog του (τo Koskino), αλλά και γενικότερα, με Έλληνες ομότεχνους και αναγνώστες.

Το θέμα του χρόνου επανέρχεται ως μοτίβο μέσα στην ποίησή του. Ο χρόνος πάντα σε συνάρτηση με τη μνήμη ή την «ανατολή της σκέψης» και τις «βαθιές οδύνες »που συχνά αυτά συνεπάγονται. Θυμίζω τους σοφούς του στίχους: «Οι λυγμοί είναι αρχέγονοι /το ίδιο και οι απελπισίες/όλα είναι αρχέγονα/οι αρρώστιες /τα χρέη/και τα δανεικά/ο εαυτός μου ίσως…/και έτσι δεν μπορεί να βουβαθεί /με σκόρπιες λέξεις/» (4.σελ.14) και στην επόμενη σελίδα: «Οι πόλεμοι δεν κηρύσσονται/σιγοβράζουν μέσα μας/οι ήρωες δεν εμφανίζονται /υπάρχουν ως αναμνήσεις/». Ποιήματα με διαύγεια που συνταιριάζουν λέξεις «αστόλιστες» πετυχαίνοντας την σωστή ενέργεια του στίχου. Ποιήματα με επαναστατικό παλμό που ψηλαφούν τους δύσκολους καιρούς με σύνεση: «[…] οι καιροί πιο γκρίζοι /όσοι ήταν χθες επαναστάτες /σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι /».

Ο ποιητής αγαπά το κόκκινο, το χρώμα της φλόγας, της επανάστασης, της ορμής: Γράφει χαρακτηριστικά: «Τo κόκκινο δεν πληγώνει/συνταιριάζει με τόσα πράγματα/τη φύση και την ανατολή/τη δύση και τον αγώνα/την ανθρωπότητα που αντιστέκεται/κάνει παρέα με το μαύρο/της θλίψης και της οργής/κάνοντας τα σκοτάδια να λάμπουν /ευνοεί ακατανόμαστες πράξεις/εξεγέρσεις στα σάπια βάθρα/και γκρεμίσματα θρόνων/». Ο Τρωαδίτης πιστεύει ότι αν γκρεμιστούν οι θρόνοι, αν το τραγούδι ηχήσει ανοίγοντας ρωγμές στον ήλιο, αν χαθούν οι ψευδαισθήσεις που βρίθουν κυνισμό, αν έρθουμε σε ρήξη με τους θεσμούς, αν απελευθερωθούμε από τους μύθους, ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, ουσιαστικότερος, λειτουργικότερος. Οι στίχοι ασκούν κριτική κυρίως όμως αφυπνίζουν τη συνείδηση, «τσιγκλάνε», διαταράσσουν την απάθεια και την παραίτηση.

Ο πόνος ως έννοια και ως διάσταση δεν τον αφήνουν ασυγκίνητο. Επισημαίνει ότι: «δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο/ενώ πονάς αφόρητα/» Επίσης διαβάζουμε: «Η γνώση απορρέει από τον υπέρτατο πόνο». Και ο πόνος σε ό,τι αφορά την ανθρωπότητα είναι σύμφυτος με την αρρώστια, τον ξενιτεμό, τον αφανισμό, τις πριονισμένες ελπίδες, την μοναξιά. Όλα τα αλέθει ο Χρόνος, όλα τα αντέχει η Ιστορία και τα επανεμφανίζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα επιτείνοντας στην αιώνια μοναξιά του ανθρώπου όπως αυτή σφραγίζει ανελέητα τους αιώνες.

Στην ενότητα με τίτλο «δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ο ποιητής δίνει εικόνες σήψης, παρακμής, αλλοίωσης, αλλοτρίωσης, χωρίς τάση ωραιοποίησης, αλλά με την τακτική τη κυνικής καταγραφής. Η ζωής αδρανεί επικίνδυνα, ξεφτίζει, χάνει την αξία της, το ζητούμενο είναι η επιστροφή στην αξιοπρέπεια και την υπόληψη. Στη στιγμή Πέμπτη διαβάζουμε: «πότε ακίνητοι/πότε τρεμάμενοι/σε μέρη που λέγονται/ χώροι εργασίας/κραυγές αργόσυρτες /φωνές τσαλαπατημένες/ έρμαια άνωθεν αποφάσεων/σε προκρούστεια κρεβάτια/» Αναρωτιέται πότε επιτέλους ο άνθρωπος θα ανασηκωθεί από τον ανοιχτό του τάφο. Όλα αυτά τα γράφει στο «εμείς», στο α’ πληθυντικό, βάζει μέσα και τον εαυτό του, να έχει περιέλθει στη δίνη μιας ανεξέλεγκτης κατάστασης. Όλα τα θέματα τον αφορούν και ταυτόχρονα τον στιγματίζουν. Είναι «μια μικρή σπίθα ανταρσίας» οι στίχοι του Τρωαδίτη, που σφυγγομετρούν «τη νύχτα της θύελλας», την αγρύπνια ,τη σάρκα και το αίμα του ανθρώπου, τη σάρκα και το αίμα της μοίρας του.

Στην τελευταία ενότητα, στις «απόπειρες ονείρων», τι να ονειρευτεί κανείς! Υπάρχει άνθρωπος να χαϊδέψει τα ψηλά βουνά σε εποχές που όλα είναι επίπεδα και λεία; H ζωή του καθενός μυρίζει θειάφι και σπέρμα και είναι κάδος ανοιχτός με ησυχία απόλυτη. Γκρίζα όλα, ασάφεια, καταποντισμένες στιγμές, διαλυμένες ζωές, φοβισμένες αναπνοές, διαρκής αιώρηση μέσα σε ανεπαίσθητα θραύσματα χρόνου, σκέψεις κουρασμένες, υπονομευμένο βλέμμα.

Ο άνθρωπος όπως μας τον δίνει ο ποιητής χτυπημένος από όσα του συμβαίνουν παραπαίει σε μια ζωή χωρίς πραγματική υπόσταση, σε μια ζωή θραυσματική, που δεν του ανήκει.

απόπειρα τρίτη

έτσι έγκλειστοι
σε ηλεκτρονικές κάμαρες
αποκολλούνται τα κομμάτια μας
μένουμε με τα υπολείμματα
του εαυτού μας
η ψυχή μας έρμαιο
σε σχήματα και απομιμήσεις
με τ’ άντερα έξω
σε κοινή θέα
εκτεθειμένα στα βρόχια
της καθημερινότητας
δεμένοι χειροπόδαρα
από αόρατους σπάγκους
κάποιος τραβά το χαλί
κάτω από τα πόδια μας

*Από εδώ: http://fractalart.gr/i-monaxia-tou-xronou/

Με γραφές κόκκινες σε μαύρο φόντο – Δημήτρης Τρωαδίτης «Δίοδος Διαφυγής», Εκδόσεις Κύμα

Γράφει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος*

Πριν από λίγο καιρό είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε το πιο πρόσφατο βιβλίο του Δημήτρη Τρωαδίτη με τίτλο: «Δίοδος διαφυγής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κύμα».

Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή και καθώς έχουμε διαβάσει και τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές του, εκ των οποίων έχουμε αναφερθεί στην τρίτη σε προηγούμενο άρθρο, διαπιστώσαμε ότι ο Δημήτρης Τρωαδίτης βελτιώνει ακόμα περισσότερο την ποίησή του. Θα λέγαμε, ότι γίνεται ποιοτικά και ποιητικά ανατρεπτικός, καθώς, καταφέρνει να τιθασεύσει την οργή του για την κοινωνική αδικία και να την οδηγήσει σε ποιητικά μονοπάτια, χωρίς να την αποκρύψει από τον αναγνώστη.

Η σύγχρονη κοινωνία στηρίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ο Δημήτρης Τρωαδίτης με την ποίησή του ανοίγει μια «Δίοδο διαφυγής» από «τα χορταριασμένα διάσελα της σκέψης», από «το γλοιώδες υγρό / που λέγεται πραγματικότητα» και «σε πεθαίνει». Η «Δίοδος διαφυγής» είναι η διαλεκτική του ποιητή ενάντια στην «καταραμένη διαλεκτική του κατεστημένου».

Πως αντιμετωπίζεται η κοινωνική εκμετάλλευση σύμφωνα με τον ποιητή; Με καθημερινές εξεγέρσεις. Με «γραφές κόκκινες σε μαύρο φόντο». Με τραγούδια, που εκτελούνται «με τονισμούς εξέγερσης». Το σπάσιμο των στερεοτύπων, οι καθημερινές μικρές ανατροπές, φέρνουν την «ώρα της ανατροπής», όπου ο ποιητής προσβλέπει «στην ανάσταση των άστρων.»

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Δίοδος διαφυγής» χωρίζεται σε τρία μέρη, που έχουν τίτλους: «Εξεγέρσεις», «Ηλιοβασιλέματα» και «Δίοδος διαφυγής». Και τα τρία μέρη περιλαμβάνουν ποιήματα ολιγόστιχα, που παρά την οικονομία των στίχων τους, είναι τόσο συναισθηματικά φορτισμένα, έτσι ώστε ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι διάβασε έναν χείμαρρο οργής, αγανάκτησης, αλλά και ελπίδας για έναν καλύτερο κόσμο. Έτσι, ο ποιητής μπορεί να κοινωνήσει στον αναγνώστη όσα ξεχειλίζουν μέσα του, χωρίς να τον κουράσει. Στα θετικά στοιχεία της συλλογής, είναι και το ότι ο στίχος του Δημήτρη Τρωαδίτη είναι απλός, λιτός και κατανοητός.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Δίοδος διαφυγής» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ποιητικό έργο και μπορεί να αποτελέσει μια καλή αντιμετώπιση «ενάντια στο ρεύμα» των καιρών.

*Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα βουλγάρικα, στα αγγλικά, στα αλβανικά και στα πακιστανικά. Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό http://www.vakxikon.gr. Διαχειρίζεται τα blog: http://www.poihtikostayrodromi.blogspot.gr, http://www.theoharispapadopoulos.blogspot.com

**Από εδώ: http://fractalart.gr/diodos-diafygis/

Σαλέρο, Εξάρχεια, Σάββατο, 27 Γενάρη 2018

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Τρωαδίτη “Δίοδος διαφυγής” από τις Εκδόσεις Κύμα. Παρουσίαση Μηνάς Βιντιάδης και ανάγνωση ποιημάτων και παρεμβάσεις από Γιώργο Δάγλα, Άκανθο, Βασίλη Βασιλειάδη, Γιώργο Κεντρωτή, Θεόδωρο Μπασιάκο, Αλεξάνδρα Δήμου, Στρατή Φάβρο, Κώστα Λουκόπουλο, Βαγγέλη Αλεξόπουλο και άλλους.

Dimitris Troaditis, Tight-rope walking / Ακροβασία

By Dean Kalimniou

Ακροβασία, renderable in English as “tight-rope walking,” literally signifies walking on tiptoes. In his recently released poetry collection of same name, poet Dimitris Troaditis takes the reader upon a journey through a world poised precariously upon a knife-edge, one in which one steps through unguided, at their peril.

Undoubtedly, the world of the text is a dystopian one, a world in crisis. We “discover the world through graves” (Tight-rope walking), this being a cosmos where: “troubles, pains, generous receptions, constitute incidents in our lives,” (The Uprooting), and where “murder [is] completed when the red of the sky become mauve and then black.” (As Blood), imagery reminiscent of a bloody and bruised Stendhalian charnel house. Poised upon the ends of our toes, we walk “with chains….naked before slaughters/ at the dance of lies,” (Cohabitation).

The poet’s blasted landscape of “polluted atmospheres,” (Faith), where “counterfeit unforeseen” dominate “rhythms and symbols” (As Blood), appears to be inimical to life itself. It is for this reason that the first poem of the collection “Tight-rope Walking” commences as a perilous journey and ends up as a manifesto: “Whoever doesn’t adhere to this poetry/ is buried alive/ by regimes of calamity/ in white posthumous circles/ with stones erected in the soul/ giving up the spirit in an unequal battle.”

Here then, in the “poetry of our bodies,” the interrelation of human beings, as defined by the poet, lies salvation. As a prophet of the chthonic and the urban, his are words of grit and gravel. Truths here are not to be discovered, but rather, to be constructed: “I want to construct a truth in my heart,” he proclaims in “As Blood”, “one I’ve been seeking for years now, in moments when I resignedly accompany my embrace.” There is no pacifism here. Even embraces are given and guided, rather than merely received,

Should we be deemed worthy to be initiated into the poet’s mysteries, he will “engrave [his] secrets on ..our body and all those revealed to [him] by the sun [he] will stamp, and all those revealed to [him] by the birds [he] will draw,” (My Secrets). The inference is that the poet’s insights are nothing miraculous. There are no novel revelations or original patterns of thought. Instead, his mysteries lie in the correct re-articulation of the cosmos, in all its proper constituent parts. Once this is achieved, a glimpse of a Lennonesque paradise is offered, where there is: “no more grief in the valley of thought/ no more souls in the feeble frost on sunrise.”

The main body of the poems were written prior to the poet’s arrival in Australia from Greece in 1992. Having borne witness to seminal political changes in Greece, the early poems are strident, self-assured and replete with revolutionary fervour. The poet’s confidence, seems to ebb away by the times we arrive at the poem “The Uprooting.” Here, any sense of a linear progression is arrested and in its place, a multitude of unanswerable questions are posed. Our perseverance may be imperishable, to paraphrase the poem, but what exactly is the product of such an endeavour? The former fervour of the early part of the poetic narrative, viewed in this disillusioned light, almost assumes the form of a cautionary fable. It is the “flame of a fancy which is extinguished after each awakening.”
Thus, in the next poem, “Terra Australis,” the poet, having left one reality for another, can only rail at is artificiality and especially that of those like him, who are caught between two ersatz cultures, the ontopathological issues of both not having been resolved, in a lament that is almost a fear at the failure of poetry itself: “So what is left of their own?/ A pruned apathetic language/ a fragmentary movement in infinity/ which also tends towards extinction?”

Where words defy or betray us, the old revolutionary, forged in the fires of of the Heimat’s political upheavals will, Mayakovsky-like, “break” the false reality on the “anvil of assimilation.” “And who is the one that will revolt, setting fire to the fast food of culture?” he asks. The problem is, we are also no longer certain that the poet considers himself to the the man for the job. Everything seems to new, too raw, too disconcertingly familiar, and the secret crypt that absorbs his kin, too painful and labyrinthine to traverse.

Nonetheless, the prophet, as a victim of the derailment of his own spatial and ideological journey, realises that there is no going back. Reality must be reconciled in the land in which he lives, not in an ambiguous state between the old and the new, for despite any official rhetoric about pluralism, in “On the Community” he observes that: “The flashes of our star/ are not dually voiced.” In such a condition, recourse to tried and tested customs or insights from the old culture are not only cacophonous (“the untuned instruments. Of paleontological orchestras”), but positively fatal as well: “The return to holy landscapes…like being hung from a belfry/ as a harbinger of doom.”

By the time we get to the final poem of the narrative, “Wandering,” what we are treated to is a recapitulation of where we have come thus far with the poet. His trials have taken their toll: “Something [has] broke[n] on the payment of our inner existence…/ it cut us in two:/ a slivered moon and a pale truth.” While the annihilation of the self is usually a condition precedent in many creeds for enlightenment, in this dualistic, shattered, sundered form, is the poet no longer able to guide us?

Or does he perceiving that we no longer need him, as he can no longer offer us any meaningful sense of direction? “What truth can we hide/ and which ship shall be board/… when the tremors of this night/ do not allow us to experience/ the joy of life’s overflowing glass?” Either the poet is admitting defeat or ultimately shifting responsibility for social renovation and the hope of a rosy dawn upon the reader. From our journey together, what we do know is that any further voyage in this direction will be anything but painless, for we called upon, albeit grudgingly to defer pleasure, for the greater good.

Citing Yiannis Ritsos and Tasos Leivaditis as his great influences, the poet’s own style is unique, bearing no relation to either. His words drench the page with the force of a torrent. Expresses, images swirl and eddy around each other, often incongruously, threatening to sweep away the reader upon their contrapuntal tides. In so doing, the poet is artfully conveying to us, the bewildering force of modern urban life itself, at assails us with all its “rains and hurricanes” (My secrets), its contradictions, its injustices and iniquities. Indeed, he comes to personify that which he wishes to reform.

The poems that comprise this singular narrative, which are presented in the original Greek and in an English form rendered by me, a unique privilege, ultimately accept that the existential problems they seek to address cannot be solved by one person alone, nor should one expect a solution to emanate from any self-appointed guru. Instead, the poet, in keeping with his social philosophy, fully admits that it is only through the communal struggle of his readers that the requisite capacity can be achieved. In producing poetry of such force, refreshing candour and immense sensitivity, the poet’s approach to the fundamental questions of modern society are truly unique within Greek-Australian poetry.