Σταύρος Βαβούρης, Τα δύσκολα

Α’

Δύσκολα, δύσκολα τα ποιήματα
όπως οι δύσκολοι έρωτες’
αλλά εύκολα πολλές φορές ραγίζουν
Αρχίζουν, όπως οι έρωτες, χαρίεντα
κάπου όπως προς τη μέση
κάπου προς το τέλος
σε κάποιο στίχο -τέλος πάντων- κάποια λέξη
κάνουν ένα “κρακ”’
Ακούς κάτι σα τρίξιμο
και κει που λές πως τα’ γραψες
βρίσκεσαι με τις χούφτες σου γεμάτες
θρύψαλα κομμάτια:
στίχους νεκρούς –
που βλέπεις – πρέπει να τους θάψεις
Ή να τους κάψεις, τέλος πάντων
ό,τι είναι βολικότερο
Μην τους φυλάξεις
Καραδοκούν στα χρόνια που ‘ρχονται
οι ερευνητές κι οι λόγιοι
Των ρεζιλιώνε σου ρεζίλι να σε κάνουν
χίλιες φορές να σε ξεκάνουν
και τότ’ ακόμα
που θα σ’ έχουνε ξεκάνει οριστικά.

Β’

Το άλφα και το ωμέγα.
Δύσκολο το Αλφάβητο
για να το τελειώσεις.
Εύκολα -ούτε λόγος- ώς το γιώτα
αλλά περίπου κει στο Χι
σαν κάτι υποψιάζεσαι
μια υπόνοια τρομερή
σαν αγκάθι πυρωμένο στο μυαλό σου
σ’ εξαναγκάζει Χι και Χι και Χι
να επιβραδύνεις το ρυθμό σου
μ’ ακόμα συντηρείσαι
κρατιέσαι με τα δόντια
στις χί-λιες τόσες πιθανότητες του “άγνωστου Χι”
όπως περνάει αστραπιαία από τη σκέψη σου
το “πείραμα της τύχης”
μ’ όλα τα “δυνατά” ή “αδύνατά” του “ενδεχόμενα”.

Όλα τα ενδεχόμενα ψελλίζεις
όλα τους δεν ενδέχεται
αιφνίδια να προκύψουν;

Άλλωστε στο Ψι, θα “ψάξω” λες
θα επαναλάβω απ’ άπειρον
το πείραμα της τύχης
Υπάρχουν και τα “βέβαια” ενδεχόμενα

Ο αναζητών ευρήσεται
(το λένε κι οι γραφές).

Αλλά στο Ωμέγα; Αφήνεσαι
Κάτι πας να πεις: είν’ άδικο, ανεξήγητο,
αλλά, ό,τι και να πεις
Το Ωμέγα είναι το τέλος
ό,τι κι αν επινοήσεις
Τ’ Ωμέγα πια σαρώνει τα ενδεχόμενα
Έχεις τελειώσει πια το αλφάβητο
Σ’ έχουνε τελειώσει’
Τίποτα δεν υπάρχει ύστερα απ’ τ’ Ωμέγα

Γ΄

Μού λεγες “άσε” ανέκαθεν
“να φύγει αυτός ο κόρακας
αυτός ο δύσκολος χειμώνας,
και πια την άνοιξη οπωσδήποτε
Άσε, πια το καλοκαίρι που…”
Και πόσα-πόσα καλοκαίρια δεν περάσαν έτσι!
Πόσες άνοιξες δύστροπες!
Σπάζανε στο χέρι μου οι μέρες τους
σα κούφια καρύδια.

Έτσι και φέτος, να:
άλλο ένα καλοκαίρι δύσκολο καμίνι
κόλαση σωστή
κι αύριο μεθαύριο
ακόμα ένα άρρωστο φθινόπωρο
αρθριτικό και δύσκαμπτο
θα φτάσει ώς τον Οκτώβρη σούρνοντας
κι έπειτα; βέβαια πάλι θα μου πεις
άσε να περάσει κι ο δύσκολος ερχόμενος χειμώνας.
Φτάνει ωστόσο πια – του κερατά ώς εδώ.
Έτσι δύσκολος ανέκαθεν μού το ‘παιζες
και μάλλον έτσι πρόκειται πάντοτε να το παίζεις.
Πρέπει να σ’ τον κόψω πια το βήχα και σ’ τον κόβω.
θα σε γκρεμίσω κάτω από τις σκάλες
Αν κάνεις ότι σκάζεις μύτη τον Νοέμβρη.

Δ’

Και τώρα πώς να στο φωνάξω;
Όσα είχα να σου πω
ψιθυριστά τα λένε μοναχά.
αν όχι μόνο με τα μάτια. (1)
Όπως η απόσταση κι ο χρόνος
που άφησες -επί τούτου-
ν’ ανοίξουν μεταξύ τους
βάραθρο αγεφύρωτο.
Έτσι από τη μια μεριά του Εγώ
Εσύ στην άλλη, απέναντι
στίγμα που ξεθωριάζει
που από τη μια στιγμή στην άλλη
το σβήνει γομολάστιχα η ομίχλη
και να γκαρίξω ακόμα
θάναι δυνατό ν’ ακούσεις
κι έν’ αόριστο απόηχο μιας λέξης
απ’ όσα θα ‘χα να φωνάξω και να πω;

Δύσκολος ο λόγος
Δύσκολη η κραυγή.
Ο χρόνος; Δύσκολος’
Δύσκολος ο έρωτας
Δύσκολα τα ποιήματα
Δύσκολοι όλοι κι όλα σας
Δύσκολη η ζωή
Εύκολος; Ο θάνατος
Κι αυτός καμιά φορά μονάχα.

(1) Σημ. Δ’ “με τα μάτια” (στ. 4ος) από το “Λόγο της Σιωπής” του Ζ. Παπαντωνίου.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s