Σταύρος Βαβούρης, Η αλληγορία της πικροδάφνης

Οι πικροδάφνες προχωρούν σε δυο ατέλειωτες σειρές·
απʼ το σημείο που ξεκινάς
έως το σημείο για όπου προορίζεσαι
ανηφορίζουν έξαλλες μαζί σου
και μπορεί κανείς, πολύ δικαίως να υποθέσει
πως ξεφυτρώνουν μέσα από τη θάλασσα
κι ότι εξακολουθούν νʼ ανθίζουν μέσα στον αέρα·
γιατί,
γιατί ανασαίνεις την πικρή τους ευωδιά χωρίς ανάπαυλα
δίχως να παρεμβάλλονται άλλα αρώματα
νʼ ανακινεί αισθήματα και πρόσωπα πικρά
που τέλειωσαν το ρόλο τους στις μέρες σου
που εν τούτοις στάζουν το φαρμάκι τους
πάντοτε στις ρίζες της ζωής σου·
πικρές κινήσεις, αλυσίδες χωρισμών,
άρνηση, προδοσίες,
απʼ το σημείο που ξεκινάς
έως ότου, εκεί, που σταματάς για τις καθημερινές σου ασχολίες.
Και στο γυρισμό τα ίδια φυσικά·
γιατί και πώς νʼ αλλάξουν;

Αλλʼ αυτά, στο τέλος μοιάζουν λόγια –τα πες τα ξανάπες–
μοιάζουν φωνές, που απόμειναν
παράξενα αλληγορικά τραγούδια μες στον άνεμο
που μʼ όποιον τρόπο κι αν ειπώθηκαν
που κι αν τα ξεχωρίσαμε
καμιά φορά μεσʼ απʼ τη λύσσα του νοτιά
δεν καταλάβαμε ποτέ
τʼ ήταν αυτό που θέλησαν να πουν
γιατί ειπώθηκαν άραγε με τόση αλληγορία
για τι ʼχαν τέλος πάντων, προσπαθήσει να μας πείσουν.

Προτιμότερο κανένας να σωπαίνει.
Έρχεται καιρός που αντιλαμβάνεσαι
πως είσαι βασιλιάς εξόριστος σε μια περιοχή
που ʼχουνε στύψει οι χρυσοθήρες
μετά η επιδημία κι ο σεισμός.
Μιλάς και χρειάζεσαι πολίτες να σʼ ακούσουν.
Δεν σε χρειάζεται κανείς.
Βγαίνεις το βράδυ στο μπαλκόνι με την αίσθηση
πως θα σʼ εξακοντίσουνε ως τʼ άστρα οι επευφημίες του πλήθους.
Στους δρόμους, το πολύ, περαστικοί αδιάφοροι.
Στο δέρμα σου βουίζει και σαρκάζει
η Σιωπή.

Κι έτσι είναι που απαυδήζεις τέλος απʼ τα ποιήματα και τα όνειρα.
Γυρεύεις τότε να ʼβρεις τη Ζωή.
Τη βρίσκεις. Νοσταλγείς μετά, τα ποιήματα ξανά.
Στρέφεις και βλέπεις:
πως δεν υπάρχει δρόμος γυρισμού
πως δεν υπάρχουν ξέχωρα ζωή και ποιήματα.
Πως όλα είναι όνειρα, ζωή και ποιήματα
μια αξεχώριστη έννοια
μια αξεχώριστη θολή βοή.

Είναι προτιμότερο λοιπόν κανένας να σωπαίνει;
Κάποτε οι παραβολές κι οι αλληγορίες τελειώνουν
και για όλους, φτάνει η ώρα του Σταυρού.
Τότε, με τη λόγχη στο πλευρό
τι ποιήματα μπορείς να κάνεις;

Σκατά·
κάθομαι τώρα και μιλώ για πικροδάφνες
απʼ το σημείο που ξεκινήσαμε
ίσαμε δω που φτάσαμε
ίσαμε δω απʼ όπου τώρα προσπαθώ να εξηγηθώ
στύλος καμένος απʼ τʼ αγιάζι και τη λάβρα των καιρών
τίγρης, με χαίνουσα πληγή στο στήθος όλο,
πάνθηρ δραπέτης από τσίρκο
που χρόνια ανέχτηκε να τον χειροκροτούν
γιατί μπορούσε κι έκανε παράσταση τη λύσσα του
κάθομαι και μιλώ κι αλληγορώ,
ενώ τόσο εύκολα κι απλά μπορώ να πω:
οι πικροδάφνες είμαι εγώ.

*Από την ενότητα «Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε» (1956), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής, 1998.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s