Μιχάλης Κατσαρός, από το “Κορέκτ – Φόβος ποιητή”

17

Δεν ομιλώ για τον ποιητή
που γράφει το νέο ποίμα
“Φόβος ποιητή”
αλλά έτσι για κάποιο
κάποιο φανταστικό.
Έναν όπου με ακολουθούσε
ένα σαιξπήριο Φου
όπου αυτός ο ποιητής του
Ρτούσε
Διάβαζε
Ερμήνευε
και όχι.
Έγραφε και φοβόταν
μήπως δεν είναι ποίηση.
Ήθελε να εξηγεί
Ήθελε στην κενωνία
την άτιμη
ν’ άρεσε
το ύφος του ο πόνος του
οι συμβουλές του
κι έλεγε:
“Άτιμη κενωνία
τον ποιητή σου!”
Και καθώς τις νύχτες πετούσε
με τα ποιητικά φτερά
όπου αυτός γεννούσε
σε διανυκτερεύοντα μπαρ
φιλολογικά σαλόνια
σαν Κλαίρη Μπουθ
μεθούσε πονούσε
και έλεγε
“Στον ποιητή”
κι άφηνε της νύχτας τ’ αμάξι.

Νύκτα
και Νύχτα
δεν τα ξεχώριζε
“στον ποητή ξημερώνει”
κι όλο πονούσε
κι όλο φοβότανε
αν
τα κατάφερνε.

Τώρα θα συλλογιέται
τι να γράφει ο ποιητής
αφού εγύ χρόνια του λείπω.

*“Κορέκτ – Φόβος ποιητή”, εκδ. Μανδραγόρας, 1996.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s