Αλέξης Τραϊανός, Τρία ποιήματα

ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΥ ΗΡΘΑ ΚΙ ΕΦΥΓΑ

Εδώ όταν ήρθα το ποίημα κατέβαινε ολοένα στην κόλαση
Από ‘να απόγευμα κοίταζα τη ζωή
Με αέρα και νύχτα
Δρόμους κι εμένα
Εδώ είπα όλα τα τριαντάφυλλα καπνίζουν
Μ’ ένα γενετήσιο μαύρο καπνό
Όταν μπαίνω σπίτι κρεμώ τον εαυτό μου στην κρεμάστρα
Κάθε απόγευμα βγάζω λίγο απ’ τον εαυτό μου
Και στον εαυτό μου το ακουμπώ
Μέρες τώρα δίχως να γράψω
Πήρα ‘ένα ξυράφι να κομματιάζω το δέρμα μου
Να λιγοστεύει λίγο λίγο το χρέος μου Καλύτερα να κοιμόμουν
Μα ξύπνησα μαζεύοντας άρρωστο φως
Μαραμένους αγγέλους
Ποιήματα άσκημα σαν την ψυχή μου
Από τις χαραμάδες του κορμιού μου άκουγα τον καιρό
Έστελνες κάτι λέξεις παλιές και ξερές
Ξερές και παλιές Τίποτα δε φυτρώνει
Μια μέρα γίνεται από μπετόν
Ξεκινά ήσυχα απ’ τις μαύρες σάρκες της νύχτας
Μια μέρα όπως για τον Μπετόβεν
Που κοίταζα να σε δω και με κοίταζες και δε φαινόμασταν
Ώσπου η μουσική να σκεπάσει κάθε θόρυβο
Με λέξεις και θρόμβους και κάτι μερικές φορές πολύ τρομερό
Που η γυναίκα με τα φίδια και τα μαύρα μαλλιά της
Τυλίγει και ξετυλίγει σαν το μαύρο κρεβάτι της
Τυλίγει και ξετυλίγει το δέρμα της
Σηκώνεται και με βρίσκει απελπιστικά θανάσιμον
Πέφτουν οι τοίχοι οι κήποι
Οι άρρωστες μέρες απ’ το κεφάλι μου
Μέσα σε βράδια που ήρθα κι έφυγα
Και πέρασα πια πίσω απ την ιστορία της ζωής μου
Με τον κόκκινο άγγελο και τον κόκκινο διάβολο
Το ερωτικό της οξύ χυμένο επάνω μου
Και τον άγριο άνεμο που φύσηξε απ’ το πρόσωπό μου
Τα τελευταία χαρτιά
Για πάντα

*

ΗΣΥΧΙΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ

Ησυχία και νύχτα
Ταξιδεύω μέσα στο σπίτι που ταξιδεύει
Είναι κάτι που ανεβαίνει όταν σ’ εγκαταλείπω χαρτί
Κάποιος που γράφει αφού σταμάτησε να γράφει πια
Ως τη νύχτα ως τη ζωή
Ώσπου χειμώνιασε
Τα χρόνια αυτά μαγκώθηκαν πάνω μου σαν ουλή
Ένα ξυράφι σ’ ένα χρατς βαθύ
Σε σας μιλώ απ’ το πηγμένο αίμα της κονσέρβας του σώματος
Γκρίζο και δίχως όνειρο
Πρέπει να ‘χα κάτι το άσκημο μέσα μου
Που επιδεινώθηκε περισσότερο σ’ αυτή τη ζωή
Μ’ όλες τις μέρες της κρεμασμένες σ’ ένα έρημο τέλος
Γιατί το τίποτα έγινε πιο πολύ
Ένα χιονισμένο μάτι πέφτει μες απ’ τον ύπνο μου
Κι αυτός που πιάνει όλο ομίχλη ο εαυτός μου
Αυτός ο εαυτός μου κι ο εαυτός μου
Δεν είναι τίποτα είπα
Σκόνταψα μόνο πάνω στο θάνατό μου
Μες στο δωμάτιο κατρακυλάει κάτι φρικτό
Ως τη νύχτα και τη ζωή
Και την απουσία εμένα από εμένα
Που πέταξα απ’ το παράθυρο
Και κάθομαι σ’ όλα τα μεταχειρισμένα ξημερώματα των ποιητών
Κουρέλι σώμα και μυαλό κουρέλι
Ένα μάτι Ένα της κούκλας πλαστικό
Ένα έγχορδο νεκρό

*

ΣΗΚΩΘΗΚΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΣΑ ΕΔΩ

Σηκώθηκα και κάθησα εδώ
Ο σκονισμένος δρόμος του κρανίου μου
Αύριο μια φωτογραφία θα είναι
Κέρινο πόδι ή επουλωμένο δόντι
Τώρα όμως γιατί η πραγματικότητα λύθηκε χίλια κομμάτια
Ένα κλειδί δε θα επαναφέρει στο κάδρο καμιά ζωή
Κι όλο μιλώ για μια ιστορία σκιάς
Σ’ αυτό το άχρηστο βλέμμα από παράθυρα και ορίζοντα
Αυτός είναι ο άχρηστος ορίζοντας
Ένα διάστημα σίδερο και σίγουρο
Παγωμένο μιλώ και πηγαίνω
Να δω το φόβο πίσω απ’ τα μαύρα μαλλιά μου
Στο σκονισμένο δρόμο
Απ’ την ανοιχτή πόρτα στο μαύρο
Που έτρεξε πάλι σ’ ένα φοβισμένο τριγμό
Και χύθηκαν κάτι χειμωνιάτικα χρόνια
Κλεισμένο μαύρο παπούτσι μαύρο παλτό
Χύθηκε η ανατριχίλα
Τι κάνεις
Που πας
Δε βλέπεις ότι τίποτα δε φεύγει
Τα χέρια μου άσπρισαν
Μέρες που ζούνε σιγά και ήσυχα σε τοίχους
Σηκώθηκα και κάθησα εδώ
Τα γόνατά μου στην καρδιά
Και την ψυχή στα δόντια

*Από τη συλλογή “Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancer Poems” (1977) – Μέρος Β’.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s