Bob Dylan, Lily, Rosemary and the Jack of Hearts / Η Λίλυ, η Ροσμαρή και ο Βαλές της Κούπας

The festival was over, the boys were all plannin’ for a fall
The cabaret was quiet except for the drillin’ in the wall
The curfew had been lifted and the gamblin’ wheel shut down
Anyone with any sense had already left town
He was standin’ in the doorway lookin’ like the Jack of Hearts

He moved across the mirrored room, “Set it up for everyone,” he said
Then everyone commenced to do what they were doin’ before he turned their heads
Then he walked up to a stranger and he asked him with a grin
“Could you kindly tell me, friend, what time the show begins?”
Then he moved into the corner, face down like the Jack of Hearts

Backstage the girls were playin’ five-card stud by the stairs
Lily had two queens, she was hopin’ for a third to match her pair
Outside the streets were fillin’ up, the window was open wide
A gentle breeze was blowin’, you could feel it from inside
Lily called another bet and drew up the Jack of Hearts

Big Jim was no one’s fool, he owned the town’s only diamond mine
He made his usual entrance lookin’ so dandy and so fine
With his bodyguards and silver cane and every hair in place
He took whatever he wanted to and he laid it all to waste
But his bodyguards and silver cane were no match for the Jack of Hearts

Rosemary combed her hair and took a carriage into town
She slipped in through the side door lookin’ like a queen without a crown
She fluttered her false eyelashes and whispered in his ear
“Sorry, darlin’, that I’m late,” but he didn’t seem to hear
He was starin’ into space over at the Jack of Hearts

“I know I’ve seen that face before,” Big Jim was thinkin’ to himself
“Maybe down in Mexico or a picture up on somebody’s shelf”
But then the crowd began to stamp their feet and the houselights did dim
And in the darkness of the room there was only Jim and him
Starin’ at the butterfly who just drew the Jack of Hearts

Lily was a princess, she was fair-skinned and precious as a child
She did whatever she had to do, she had that certain flash every time she smiled
She’d come away from a broken home, had lots of strange affairs
With men in every walk of life which took her everywhere
But she’d never met anyone quite like the Jack of Hearts

The hangin’ judge came in unnoticed and was being wined and dined
The drillin’ in the wall kept up but no one seemed to pay it any mind
It was known all around that Lily had Jim’s ring
And nothing would ever come between Lily and the king
No, nothin’ ever would except maybe the Jack of Hearts

Rosemary started drinkin’ hard and seein’ her reflection in the knife
She was tired of the attention, tired of playin’ the role of Big Jim’s wife
She had done a lot of bad things, even once tried suicide
Was lookin’ to do just one good deed before she died
She was gazin’ to the future, riding on the Jack of Hearts

Lily washed her face, took her dress off and buried it away
“Has your luck run out?” she laughed at him, “Well, I guess you must
have known it would someday
Be careful not to touch the wall, there’s a brand-new coat of paint
I’m glad to see you’re still alive, you’re lookin’ like a saint”
Down the hallway footsteps were comin’ for the Jack of Hearts

The backstage manager was pacing all around by his chair
“There’s something funny going on,” he said, “I can just feel it in the air”
He went to get the hangin’ judge, but the hangin’ judge was drunk
As the leading actor hurried by in the costume of a monk
There was no actor anywhere better than the Jack of Hearts

Lily’s arms were locked around the man that she dearly loved to touch
She forgot all about the man she couldn’t stand who hounded her so much
“I’ve missed you so,” she said to him, and he felt she was sincere
But just beyond the door he felt jealousy and fear
Just another night in the life of the Jack of Hearts

No one knew the circumstance but they say that it happened pretty quick
The door to the dressing room burst open and a cold revolver clicked
And Big Jim was standin’ there, ya couldn’t say surprised
Rosemary right beside him, steady in her eyes
She was with Big Jim but she was leanin’ to the Jack of Hearts

Two doors down the boys finally made it through the wall
And cleaned out the bank safe, it’s said that they got off with quite a haul
In the darkness by the riverbed they waited on the ground
For one more member who had business back in town
But they couldn’t go no further without the Jack of Hearts

The next day was hangin’ day, the sky was overcast and black
Big Jim lay covered up, killed by a penknife in the back
And Rosemary on the gallows, she didn’t even blink
The hangin’ judge was sober, he hadn’t had a drink
The only person on the scene missin’ was the Jack of Hearts

The cabaret was empty now, a sign said, “Closed for repair”
Lily had already taken all of the dye out of her hair
She was thinkin’ ’bout her father, who she very rarely saw
Thinkin’ ’bout Rosemary and thinkin’ about the law
But most of all she was thinkin’ ’bout the Jack of Hearts

Η Λίλυ, η Ροσμαρή και ο Βαλές της Κούπας

Το φεστιβάλ τελείωσε, και τα παιδιά
σχεδιάζουν τη ληστεία
Το καμπαρέ ήταν ήσυχο
εκτός από ένα τρύπημα στον τοίχο
Αν και είχε αρθεί η απαγόρευση κυκλοφορίας
η ρόδα της ρουλέτας ακόμα δεν γύριζε
Όποιος είχε στοιχειώδη λογική
άφησε πίσω του την πόλη
Αυτός στέκονταν στην πόρτα
κοιτάζοντας σαν νάταν
ο Βαλές της Κούπας

Περπάτησε στην αίθουσα με τους καθρέπτες,
”Έτοιμοι για το σχέδιο” είπε σ’ όλους
Τότε όλοι τους άρχισαν να κάνουν ότι έκαναν
πριν να γυρίσουν τα κεφάλια τους
Τότε αυτός πήγε σ’ ένα ξένο
και τον ρώτησε μ’ ένα χαμόγελο
”Μπορείς σε παρακαλώ να μου πεις, φίλε,
τι ώρα αρχίζει η παράσταση;”
Μετά στάθηκε στη γωνία,
με το πρόσωπο σκυμμένο, σαν
τον Βαλέ της Κούπας

Στα παρασκήνια πλάι στις σκάλες
τα κορίτσια παίζουν το πόκερ με τα πέντε χαρτιά
Η Λίλυ κρατούσε δυο Βασιλισσες
και έλπιζε για μια τρίτη για να τις ταιριάξει
Έξω οι δρόμοι γέμισαν από κόσμο
και τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα
Μια ελαφριά αύρα φυσούσε,
την ένιωθες μες στην αίθουσα
Η Λίλυ ζήτησε κι άλλο χαρτί και τράβηξε
τον Βαλέ της Κούπας

Ο μεγάλος Τζιμ δεν ήταν καθόλου βλάκας,
του ανήκε το αδαμαντωρυχείο της πόλης
Έκανε τη συνήθη του είσοδο τόσο φίνα και έξοχα
Παίρνει ό.τι γουστάρει
και τ’ αφήνει μετά όταν ήταν άχρηστο
Αλλά οι σωματοφύλακές του
και τ’ ασημένιο του μπαστούνι
δεν πιάνουν χαρτωσιά μπρος
στον Βαλέ της Κούπας

Η Ροσμαρή χτένισε τα μαλλιά της
και πήρε μια άμαξα για την πόλη
Γλίστρησε απ’ την πλαϊνή πόρτα
σαν μια Βασίλισσα χωρίς την κορώνα της
Φτερούγησε τις ψεύτικες βλεφαρίδες της
και ψιθύρισε στο αυτί του
”Συγγνώμη αγάπη μου, που καθυστέρησα”,
αλλά αυτός δεν φάνηκε να την ακούει
Κοιτούσε μακριά στην απόσταση
που τον χωρίζει από
τον Βαλέ της Κούπας

”Ξέρω ότι είδα αυτό το πρόσωπο πριν”,
ο μεγάλος Τζιμ σκεφτόταν
”Ίσως κάτω στο Μεξικό ή σε μια φωτογραφία
σ’ ένα ράφι κάποιου”
Αλλά μετά το πλήθος
άρχισε να χτυπά τα πόδια του
και τα φώτα χαμήλωσαν πολύ
Και μες στο σκοτάδι της αίθουσας
βρίσκονταν μόνο ο Τζιμ κι αυτός
Κοιτώντας την πεταλούδα που ζωγράφισε
ο Βαλές της Κούπας

Η Λίλυ ήταν μια πριγκίπισσα,
είχε ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα
ανεκτίμητη σαν του παιδιού
Έκανε ότι έπρεπε να κάνει,
είχε μια ιδιαίτερη λάμψη όταν χαμογελούσε
Ήρθε από μακριά από ένα διαλυμένο σπιτικό,
είχε πολλές παράξενες σχέσεις
Με άνδρες από όλα τα μονοπάτια της ζωής
όπου την οδηγούν τα βήματά της
Αλλά ποτέ στη ζωή της
δεν συνάντησε κανένα σαν
τον Βαλέ της Κούπας

Ο δικαστής της κρεμάλας μπήκε
χωρίς κανείς να προσέχει
και γευμάτισε και ήπιε κρασί
Το τρύπημα στον τοίχο συνέχισε
αλλά κανείς δεν έδινε σημασία
Όλοι τους γνώριζαν ότι η Λίλυ
φορά το δαχτυλίδι του μεγάλου Τζιμ
Και τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να μπει
ανάμεσα σ’ αυτήν και στον βασιλιά
Όχι τίποτα ποτέ εκτός ίσως από
τον Βαλέ της Κούπας

Η Ροσμαρή άρχισε να πίνει πολύ
κι είδε την αντανάκλασή της στο μαχαίρι
Είχε κουραστεί να την προσέχουν, είχε κουραστεί
να παίζει το ρόλο της γυναίκας του μεγάλου Τζιμ
Είχε κάνει στη ζωή της πολλά κακά πράγματα,
μια φορά προσπάθησε ακόμα και ν’ αυτοκτονήσει
Ήθελε να κάνει ένα καλό πράγμα πριν πεθάνει
Ατένιζε το μέλλον, να καλπάζει
στον Βαλέ της Κούπας

Η Λίλυ έπλυνε το πρόσωπό της,
έβγαλε το φόρεμά της και το έκρυψε
”Σ’ άφησε η τύχη σου” του γέλασε,
”Καλά, φαντάζομαι έπρεπε να το γνώριζες
ότι θα γινόταν κι αυτό κάποια μέρα
Πρόσεχε μην αγγίξεις τον τοίχο,
έχει βαφτεί πρόσφατα
Χαίρομαι που είσαι ακόμα ζωντανός,
μοιάζεις σαν άγιος”
Κάτω στο διάδρομο ακούστηκαν
βήματα που έρχονταν για
τον Βαλέ της Κούπας

Ο διευθυντής στα παρασκήνια βημάτιζε
γύρω από την καρέκλα του
”Κάτι πάει στραβά” είπε,
”Μπορώ να το αισθανθώ στον αέρα”
Πήγε να βρει τον δικαστή της κρεμάλας,
αλλά ο δικαστής είχε μεθύσει
Και καθώς ο πρωταγωνιστής βιαζόταν
φορώντας το φόρεμα καλόγερου
Δεν υπάρχει πουθενά
καλύτερος ηθοποιός από
τον Βαλέ της Κούπας

Τα χέρια της Λίλυ αγκάλιασαν σφιχτά τον άνδρα
που τόσο πολύ αγαπούσε
να αγκαλιάζει το σώμα του
Ξέχασε όλους τους άνδρες που δεν τους άντεχε
και που την στοίχειωναν τόσο
”Σε πεθύμησα πολύ” του είπε,
και αισθάνθηκε ότι του ‘λεγε την αλήθεια
Αλλά έξω απ’ την πόρτα
αυτός μύρισε τη ζήλια και το φόβο
Ήταν ακόμα μια νύχτα στη ζωή
του Βαλέ της Κούπας

Κανείς δεν έμαθε πως έγιναν τα πράγματα
άλλα λένε ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα
Η πόρτα που οδηγούσε στα καμαρίνια έσκασε
και ένα κρύο κλικ ενός ρεβόλβερ ακούστηκε
Και ο μεγάλος Τζιμ στεκόταν εκεί,
δεν μπορουσε να πεις ότι είχε εκπλαγεί
Η Ροσμαρή πλάι του, με σταθερό βλέμμα
Ήταν από τη μεριά του μεγάλου Τζιμ
αλλά έγερνε προς τη μεριά
του Βαλέ της Κούπας

Δυο πόρτες παρακάτω τα παιδιά τελικά
κατόρθωσαν να ανοίξουν τον τοίχο
Και καθάρισαν το χρηματοκιβώτιο της τράπεζας,
ειπώθηκε ότι ήταν καλή ψαριά
Στο σκοτάδι της όχθης του ποταμιού
περίμεναν καθισμένοι στη γη
Ακόμα έναν δικό τους της συμμορίας
που είχε δουλειές πίσω στην πόλη
Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσαν
να πάνε πουθενά χωρίς
τον Βαλέ της Κούπας

Την άλλη μέρα ήταν η μέρα της κρεμάλας,
ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και μαύρος
Ο μεγάλος Τζιμ ήταν σκεπασμένος,153
μαχαιρωμένος από ένα σουγιά στην πλάτη του
Και η Ροσμαρή στο ικρίωμα,
ούτε καν τρεμοπαίζουν τα μάτια της
Ο δικαστής της κρεμάλας ήταν νηφάλιος,
δεν είχε πιει τίποτα
Ο μόνος που έλειπε από το σκηνικό ήταν
ο Βαλές της Κούπας

Το καμπαρέ ήταν άδειο τώρα, μια ταμπέλα
έγραφε ”Κλειστόν λόγω ανακαίνισης”
Η Λίλυ είχε ήδη ξεβάψει τα μαλλιά της
Σκεφτόταν τον πατέρα της, που σπάνια τον έβλεπε
Σκεφτόταν την Ροσμαρή και το νόμο
Αλλά πιο πολύ από όλους κι όλα σκεφτόταν
τον Βαλέ της Κούπας

*Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

2 responses to “Bob Dylan, Lily, Rosemary and the Jack of Hearts / Η Λίλυ, η Ροσμαρή και ο Βαλές της Κούπας

  1. There have been two screenplays written based on the song: one by John Kaye and commissioned by Dylan, and another written by James Byron. Neither screenplay ever became a film.

    Dylan played the song live only once on May 25, 1976, according to his official website in Salt Lake City.

    The song has a long list of characters.

    The main character in the song is “The Jack of Hearts”, who has recently come into town as a leader of a gang of bank robbers. (“The boys finally made it through the wall and cleaned out the bank safe… but they couldn’t go further without the Jack of Hearts.”)

    The major women in the song are Lily and Rosemary. Both are referred to in royal terms (“like a queen without a crown” and “Lily was a princess”) though not royalty. Rosemary is Big Jim’s long-suffering wife, who ultimately is executed for his murder. Lily is a dancer who is Big Jim’s mistress (wearing a ring symbolizing this) and also a former lover of the Jack of Hearts.

    Big Jim is the wealthiest person in town: “he owned the town’s only diamond mine” (i.e. he is the “King” of Diamonds). He is married to Rosemary and has a longstanding affair with Lily. He is killed at the song’s climax, though Dylan leaves it ambiguous who does the deed. The lyrics describe Big Jim as a greedy man who destroys all he touches, which contrasts with his well-groomed appearance.

    The Hanging Judge; is a patron of the bar where the plot plays out. The character is referred to as a drunk and is intoxicated for the bulk of the song. However, he is sober the next day when he oversees Rosemary being executed for Big Jim’s death.

    The song also contains a number of references to playing cards
    – the Jack of Hearts himself, the fact that Big Jim owns the town’s “only diamond mine”, the description of Rosemary looking “like a queen” and Big Jim like a “king”, and in the third verse, Lily is playing a game of poker with the other girls in the cabaret.


    The song takes place in a cabaret in an unnamed town where most of the residents “with any sense” have already left. The town’s bank is being targeted by a gang of thieves led by an enigmatic figure called “The Jack of Hearts”.
    The Jack of Hearts appears inside the cabaret right before the show. Big Jim and his wife Rosemary are in attendance at the show, though they arrive separately and it is apparent that Big Jim intends to use the night to pursue his affair with Lily.
    After her performance, Lily meets the Jack of Hearts in her dressing room with romantic intentions, but Big Jim makes his way to the dressing room as well, followed by Rosemary who has been driven to despair by her years of mistreatment at the hands of Big Jim.
    Big Jim is going to shoot the Jack of Hearts but is killed by a penknife in the back wielded by Rosemary (her “one good deed before she dies”).
    “The next day,” Rosemary is executed, a hanging oversaw by “the hanging judge”, another figure in town who is in attendance at the cabaret the night before.

    The fate of the Jack of Hearts is left ambiguous and is described solely as ‘missing’, as Rosemary is on the gallows, his gang across the river with the safe from the bank, and Lily contemplating the events of her life.


    According to Tim Riley of National Public Radio, “‘Lily, Rosemary and the Jack of Hearts’ is an intricately evasive allegory about ‘romantic facades’ that hide ‘criminal motives, and the way one character’s business triggers a series of recriminations from people he doesn’t even know.”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s