Λεωνίδας Καζάσης, Ιδιοτύπως

Ο Λέανδρος και ο Λέων, δύο φίλοι που καιρό είχαν να ανταμώσουν, βρέθηκαν στο σπίτι του Λέοντος, ένα σπίτι με έπιπλα παλαιά, χρώματος καφετί, με τοίχους βαμμένους, έτσι, ώστε να συνάδουν με την παλαιότητα των επίπλων, και όλα μαζί να εκπέμπουν μία τελετουργική μυστηριακή αύρα. Οι δύο φίλοι είχαν πολλά να πουν, και πολλά να ιδούν ο ένας στον άλλον. Ο Λέανδρος, αν και γυναίκα, ήταν αγόρι, έφηβος, άχνουδος με μάτια ξανθού μελιού, κοντά, καστανά ανοικτά μαλλιά, με μία σχολαστική ευγένεια αισιόδοξη. Τα μάτια του έδειχναν χαρούμενα, αλλά, πίσω από την αυλαία, περίμεναν η αγωνία, ο φόβος ότι θα μπορούσε να τον παρασύρει το πάθος μιας τρελής φυγής, που έζωνε τα στήθη του.

Ήξερε, πως μπορούσε να χαθεί μέσα στο δελεαστικό ξέφωτο του ιδιωματισμού του, γι’ αυτό ήθελε να τον ελέγχει, ο Λέανδρος, που ήταν ευεπίφορος στο καινό.

Αυτά είχε διακρίνει στον Λέανδρο, ο άλλος δια την κοινωνίαν παράταιρος, ο Λέων, γι’ αυτό τον πλησίασε την πρώτη φορά που τον είδε αλλά, και ο Λέανδρος κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο, και ανταπεκρίθη εις το κάλεσμα του Λέοντος. Ο Λέων, εφάνταζε αγριωπός, με γένι, μάτια γαλάζια, που δραπέτευαν κάθε λεπτό, την εκζήτηση αναζητώντας, μακριά από κόπους μάταιους, καθημερινότητες οδυνηρές, λάτρης του ήδεος αμετάπειστος. Ο Λέανδρος, αναγνωρίζοντας, τον Λέοντα, φοβήθηκε πως ο Λέων θα επέτεινε την επιρρέπειά του, και απεμακρύνθη από αυτόν, χωρίς να τον ξεχάσει.

Και να τώρα που μετά από προκλήσεις – προσκλήσεις του Λέοντος, βρίσκονται απέναντι ο ένας από τον άλλον, συζητώντας, πίνοντας μαυροδάφνη και βλέποντας τον Θερμαϊκό από ένα δώμα του σπιτιού του Λέοντος. Είναι Μαϊου μεσάνυχτα περασμένα, και οι δύο φίλοι, αφοσιωμένοι ο ένας στον λόγο του άλλου, αδημονούν να χορτάσουν την μακρόχρονη απουσία μορφής, βλεμμάτων, ήχων, κινήσεων. Και ενώ εγγίζει τα όρια της μέθης, η χαρά της παρουσίας και της μέθεξης των δύο στο αντάμωμά τους, και αφού λόγω ευδίας Μαγιάτικης και οίνου ζέσης, είχαν βγάλει τα υποκάμισα, ο Λέανδρος ένα λευκό, και ένα βυσσινί ο Λέων, ημίγυμνοι, φορώντας σκούρα παντελόνια, συνομιλούσαν ζωηρά εως ότου, μία βοερή σιγή κοιταγμάτων, που αντάλλαζαν ο ένας με τον άλλον, κάνει την εμφάνισή της με εντυπώσεις ανείπωτες.

Ο Λέων, κοιτούσε τον ημίγυμνο Λέανδρο, στο σφιχτό, λείο, άτριχο κορμί του. Τον κοιτούσε αμίλητα, επίμονα! τα μάτια του χίλιες λέξεις, άγγιζαν το κορμί του φίλου του, που προσπαθούσε με τα μάτια, να εμπεδώσει, να εγκολπωθεί, να αφομοιώσει με την δική του παρουσία την αδρή, το τριχωτό του στέρνο το ατίθασο. Ο Λέανδρος, εισέπραττε το νόημα των κοιταγμάτων του Λέοντος· μια φωταψία των ματιών του, που ακόμη, και το ολόγιομο φεγγάρι θα εζήλευε, ήταν η απόκριση στα βουβά κελεύσματα του φίλου του.

Η συνεύρεση βλεμμάτων διαρκούσε κι όταν από το ραδιόφωνο, σιγανά, ακούσθηκαν με την φωνή του εκ Κρήτης βάρδου, οι στίχοι του Καρυωτάκη: «Δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι λες, κι αν φούντωσαν τα στήθη, κι αν δακρύζεις, που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα, δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι ας κλαις». Τότε, τα κοιτάγματα κορυφώθηκαν, μετουσιώθηκαν σε δάκρυ στα μάτια του Λέοντος, και σε άγγιγμα του αντίχειρος του Λέανδρου, στο δάκρυ του αγριωπού φυγάδος. Αυτό το άκουσμα θύμιζε στον Λέοντα όλο το φευγιό της ζωής του, της ζητούμενης μοναξιάς. Το πρωινό τους βρήκε καθισμένους στο ανάκλιντρο, γερμένους τον έναν στον ώμο του άλλου. Ο Λέων άνοιξε τα μάτια του, και ψαύοντας του Λέανδρου τα χείλη, που μισοκοιμισμένος εμειδία, ψιθύρισε: «και για τους πλάνητες υπάρχει απάγκιο, σκέψου το».

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s