Hlín Leifsdóttir, Άδεια ύπαρξης / A license to exist

Μετάφραση: Χαρίτα Μήνη

Κάθε μέρα τα πρόσωπα στο δρόμο γίνονται πιο λίγα. 
Ένα ένα εξαφανίζονται. Κάποια χάνονται μέσα στα σπίτια τους, άλλα πίσω από μια μάσκα, μέχρι που λίγα μόνο απομένουν.
Πλάι στον δρόμο υπάρχει ένα εγκαταλελειμμένο περίπτερο. Οι παλιές εφημερίδες βρίσκονται ακόμα στα ράφια. Ξαπλωμένος μπροστά απ’ το περίπτερο είναι ο γερο-Δημήτρης, αυτός με το καμένο πρόσωπο. Καθώς σιγοπίνει το κρασί του, φωνάζει στους μασκοφορεμένους ανθρώπους που τρέχουν μακριά ο ένας απ’ τον άλλο: «Δεν είμαι ο μόνος που έχασε το πρόσωπό του, ε;» Γελάει. Οι άνθρωποι απομακρύνονται βιαστικά.
Ένας αστυνομικός σταματάει μπροστά του και ρωτάει: «Πού είναι η μάσκα σου;»
«Τι;»
«Πρέπει να καλύψεις το πρόσωπό σου, όπως όλος ο κόσμος.»
«Ποιο πρόσωπο; Στραβός εείσαι; Η μύτη μου κάηκε, τ’ αυτιά μου, τα χείλια μου… Δεν έμειναν και πολλά, δεν βλέπεις;»
«Έτσι κι αλλιώς», λέει ο αστυνομικός, «πρέπει να καλύψεις το πρόσωπό σου, όπως όλος ο κόσμος. Έχεις άδεια για την παρουσία σου εδώ;»
«Τι;»
«Αφού είσαι έξω, πρέπει να δω την άδειά σου.»
«Εδώ μένω. Εδώ έξω είναι το σπίτι μου.»
«Ακόμα κι έτσι, πρέπει να δω την άδειά σου.»
Ο Δημήτρης γελάει.
Ο αστυνομικός συνεχίζει σαν ρομπότ: «Χρειάζεσαι άδεια για όλες τις εξωτερικές μικροδουλειές, όπως το να πας στο σουπερμάρκετ ή στο φαρμακείο. Αρκεί να κατεβάσεις από το Ίντερνετ ένα έγγραφο. Έχε υπόψιν πως μόνο ένα άτομο ανά οικογένεια μπορεί να βγει έξω.»

«Οικογένεια;» Ο Δημήτρης πίνει μεγάλες γουλιές κρασί. Οι αναμνήσεις πλημμυρίζουν το μυαλό του. Θυμάται τη στιγμή που αγκάλιασε τη μικρή του κόρη για τελευταία φορά. Τότε αποφάσισε ν’ αφήσει τον εαυτό του πίσω, εκεί στο διάδρομο, ώστε να μη χρειαστεί να την εγκαταλείψει ποτέ.
«Φύγε από ’δώ, μέθυσε, προτού καλέσω την αστυνομία!» φώναξε η γυναίκα του. «Ξέρεις ότι έχουμε βγάλει περιοριστικά μέτρα εναντίον σου!»
Αγκάλιασε την κόρη του για τελευταία φορά, αφήνοντας τα χέρια του τυλιγμένα γύρω της, έτσι ώστε να μην χρειαστεί να φύγει από το σπίτι με άδεια χέρια.
«Οικογένεια μου λες, ε;»

«Λυπάμαι αλλά θα πρέπει να σου βάλω πρόστιμο 150 ευρώ», λέει ο αστυνομικός.
«Τι πράγμα; ΕΣΥ μου ζητάς λεφτά ΕΜΕΝΑ;»
«Ναι, ναι. Γιατί είσαι εδώ χωρίς άδεια.»
«Α, χρειάζεσαι χαρτιά. Χαρτιά, ε; Θα σου δείξω μερικά κωλόχαρτα!»
Ο Δημήτρης αρχίζει να σκίζει τις παλιές εφημερίδες από τα ράφια του εγκαταλελειμμένου περιπτέρου. Τις πετάει στον νεαρό μία μία.
«Χαρτιά, είπες. Ορίστε τα χαρτιά σου, παλιοκάθαρμα! Είναι αρκετά για σένα; Άδεια για να είμαι έξω, λες. Οικογένεια, ε; Οικογένεια! Οικογένεια είπε το κάθαρμα!»
Ο Δημήτρης συνεχίζει να σκίζει τις εφημερίδες από τα ράφια.
Ο νεαρός ρίχνει μια γρήγορη ματιά γύρω του προτού το βάλει στα πόδια, καθώς ένας καταιγισμός εφημερίδων εκσφενδονίζεται προς το μέρος του.

Τα περιστέρια σπεύδουν προς τον σωρό των σκισμένων εφημερίδων.
«Λυπάμαι αλλά δεν υπάρχει τίποτα φαγώσιμο σ’ αυτά τα σκουπίδια, φιλαράκια», λέει ο Δημήτρης. «Αλλά ευτυχώς αυτό το κάθαρμα έφυγε –κάτι είναι κι αυτό, ε;»

A license to exist

Each day the faces on the street become fewer. One by one they vanish. Some disappear into their houses, others behind a mask, until only a few remain. 
The doves are still waiting by the glass door outside their friend’s bakery. Every day they return, not knowing that no one will open the door for the next few months. As the days pass the doves become fewer. There is no food on the ground anymore. The bird corpses lie scattered in the streets.
By the street there is an abandoned newspaper kiosk. The old papers still sit on the shelves. Lying in front of the kiosk is old Dimitri, the one with the burnt face. As he sips his vodka, he yells at the masked people who seem to be running away from each other.
“So, I am not the only one who lost my face, eh?” Dimitri laughs.
The people hurry away from him.
A young policeman stops in front of him asking: “Where is your mask?”
“What?”
“You have to cover your face like everyone else.”
“What face? Are you blind? My nose burned off, my ears, my lips…There isn’t much left is there?”
“Nevertheless,” says the police, “you still have to cover your face like everyone else. Do you have a license to be here?”
“What?”
“I need to see your permission for being outside.”
“I live here. The outside is my home.”
“Even so, I still need to see your license.” 
Dimitri laughs. 
The policeman carries on robotically: “You need a license for all minor errands such as trips to the grocery store or to the pharmacy. It’s enough to download a document. Keep in mind that only one per family can go outside per day.”
“Family?” As Dimitri takes big sips of vodka, memories flood his mind. As he is leaving his house for the last time, his tiny daughter runs towards the front door, grabbing his leg.
“Daddy, please don’t leave, please.”
He looks into the mirror, and decides to leave himself behind, right there in the hall, so that he never has to abandon his child. He smiles at the man in the mirror, thinking that he will be a much better father. He will always be young, always be healthy, always be there for her. His face will always remain the same.
“No, my love, I will never leave you.”
“Get out of here, you drunkard, before I call the police!” his wife yells from inside the living room. “You know that we have a restraining order on you!”
He goes down on his knees and hugs the girl one last time, leaving his hands wrapped around her so that he wouldn’t have to leave the house empty-handed.

“Family you say, eh?”
“Well, I am sorry, but I am going to have to fine you 150 euros,” the policeman says.
“What? Are YOU asking ME for money?”
“Yes. Because you are here without a license.”
“Oh, you need papers. Papers, eh? I’ll show you some bloody papers!”
Dimitri begins to tear down the old papers from the shelves of the abandoned kiosk. One by one he throws them at the policeman.
“Papers, you say. Here are your papers you bloody bastard! Are these good enough for you? License to be outside, you say. Family, eh? Family! Family he said, the bastard!”
Dimitri continues to tear the papers from the shelves.
The policeman takes quick look around him before running away from the flood of papers hurled his way. 
The doves hurry towards the pile of torn newspapers.
“I am sorry but there is no food in this garbage, my friends,” Dimitri says. “But it’s a good thing that bastard is gone, right?”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s