«Μεταμοντέρνες αυταπάτες» του Θεοχάρη Παπαδόπουλου

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος κάνει την πρώτη του δημοσίευση το 1993 και κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Τα Παράταιρα» το 1997. Οι «Μεταμοντέρνες αυταπάτες», από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, είναι η ένατη ποιητική συλλογή του. Περιλαμβάνει 31 ποιήματα μικρής έκτασης, τα οποία κατανέμονται σε τρεις ενότητες τιτλοφορημένες: «Έμπνευση», «Σήψη», «Παρακμή». 

Στην πρώτη ενότητα, με τίτλο «Έμπνευση», στο ομότιτλο, εναρκτήριο της συλλογής, ποίημα, ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος εκθέτει σε πρώτο πρόσωπο στοιχεία της ποιητικής του ταυτότητας, δηλώνοντας τη σχέση του με την τέχνη του. 

Την έμπνευσή μου 
δεν τη θέλω εύκολη 
ρηχή και ανούσια 
ρομαντικά να με θωπεύει. 
Τη θέλω άγρια και απρόσιτη. 
Να της γυρεύω ένα φιλί 
και να περνώ χίλιες φωτιές 
μήπως και το κερδίσω. 
Να της ζητώ να υποταχτεί 
κι αυτή να κάνει αντάρτικο. 

Ένα ποίημα ποιητικής, λοιπόν, ανοίγει την ενότητα και τη συλλογή, στο οποίο γίνεται αντιληπτή μια δυναμική σχέση· ο ποιητής αντιμετωπίζει την τέχνη του με ερωτικό, σχεδόν, δέος. Μια οξύμωρη, αμφίθυμη και δύσκολη σχέση, με όρους εξουσίας και υποταγής, όπου ο ποιητής υποτάσσεται στην έμπνευση προσπαθώντας να την κερδίσει, ζητώντας της να υποταχτεί αλλά και να αντισταθεί ταυτόχρονα, «να κάνει αντάρτικο». Διαφαίνεται από την πρώτη στιγμή η μάταιη αναζήτηση για μια έμπνευσημούσα, σύμφωνα με το πρότυπο των ρομαντικών ποιητών, παντοδύναμη και ανεξέλεγκτη, αναζήτηση που αποδεικνύεται όμως ατελέσφορη, όπως διαπιστώνει ο ίδιος ο ποιητής στο τελευταίο ποίημα της ενότητας, με τίτλο «Χωρίς έμπνευση»: 

[…] Στερεύει η σκέψη
όταν δεν την προκαλείς 
Σκοτώνεται η έμπνευση 
μπροστά από την οθόνη. 

Φαινομενικά μόνο η έμπνευση που επικαλείται το ποιητικό εγώ μοιάζει με αυτή των ρομαντικών. Εδώ, δεν έρχεται ως αποκάλυψη, δεν έχει μεταφυσικό χαρακτήρα, αλλά εκκινεί από την ίδια την απατηλή πραγματικότητα, από την εμποδισμένη σχέση με τον άλλο και, κατ’ επέκταση, με τον εαυτό, που γίνεται ένας ξένος. 

Αλληλένδετη η σχέση του εαυτού με τον άλλο, καθώς η απουσία του άλλου ακυρώνει την δυνατότητα επίγνωσης του εαυτού. Σε όλη τη συλλογή, η αγωνία για την ταυτότητα, που ματαιώνεται ή παραμένει σε εκκρεμότητα, συνδιαλέγεται με την επιθυμία για επικοινωνία με τον άλλο αλλά και με την αναζήτηση της αλήθειας, του πραγματικού «προσώπου» του ποιητικού υποκειμένου – του «προσώπου» που εμπεριέχει την έννοια της ηθικής επαγρύπνησης στη σχέση με τον πλησίον, την υπέρβαση της ατομικότητας και την αποδοχή του συνανθρώπου, το συν-υπάρχειν και το συν-ανήκειν. Στην ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου, οι «δύσκολοι καιροί» θολώνουν την αλήθεια του προσώπου και το ποιητικό εγώ, μοναχικό, είτε μπροστά στην οθόνη είτε μπροστά στον καθρέφτη, μάταια προσπαθεί να αναγνωρίσει την εικόνα του: 

Είναι κάποιες φορές 
που φυσάω τη σκόνη 
μα αντί να φύγει 
μου γεμίζει το πρόσωπο. 
Τσούζουν τα μάτια μου 
με πιάνει βήχας 
και φεύγω νικημένος. 

Άλλη μια μάταια προσπάθεια 
να μη μου φαίνεται θολό 
το πρόσωπο που βλέπω 
στον καθρέφτη. 

(«Η σκόνη») 

Η έννοια της ηθικής και κοινωνικής εγρήγορσης διατρέχει και την επόμενη ενότητα της συλλογής, με τίτλο «Σήψη», από το πρώτο ποίημα ([…] Γι’ αυτό / όσο τουλάχιστον θα ζεις / πρόσεχε / μήπως σε βρούνε ξαπλωμένο.) έως το τελευταίο ([…] – Όχι άλλον Αϊλάν! / Και μένει μέσα μου ο θρήνος / που κάθε βράδυ με ξυπνά / και μου ζητάει να παλέψω.) Οι άλλοι, εχθρικοί ή φιλικοί, θύτες και θύματα, εμφανίζονται πλέον στο ποιητικό σκηνικό και κατατρύχουν την ποιητική συνείδηση: χιλιάδες μάτια με τρυπούν σαν με κοιτάνε («Δεκέμβρης»). 

Το ίδιο το σκηνικό, μάλιστα, αλλάζει, καθώς μαζί με τα πρόσωπα κάνουν την εμφάνισή τους και οι ετεροτοπίες της μεταμοντέρνας συνθήκης, πραγματικοί ή νοητοί χώροι ή θύλακες του έτερου, μέσα στους οποίους προσεγγίζεται το άλλο: η αρένα της Παμπλόνα, η τηλεόραση και το βίντεο, πολυτελή ξενοδοχεία και εστιατόρια, οι υπολογιστές, το εργοστάσιο, η διαφήμιση μιας γιγαντοαφίσας, το μετρό, μια ζωγραφισμένη παραλία, η Μεσόγειος. Χώροι που δημιουργούν ή καταγγέλλουν τις ψευδαισθήσεις, αποκαλύπτοντας και στις δύο περιπτώσεις το απατηλή γοητεία της πραγματικότητας, ενός σημαίνοντος χωρίς σημαινόμενο, χωρίς περιεχόμενο: 

Τεράστια διαφήμιση 
το βλέμμα μαγνητίζει. 
Σαστίζει ο νους 
μπερδεύεται 
κι άλογες σκέψεις κάνει. 

Φυσά ο λίβας δυνατά 
μεμιάς την κουρελιάζει 
κι αποκαλύπτεται στο νου 
απαίσια, κούφια κι άδεια. 

(«Διαφήμιση») 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ως προς τη θεματική του κενού και της ματαίωσης και το προτελευταίο ποίημα της δεύτερης ενότητας, με τον τίτλο «Διαδρομές», στον απόηχο του Ουράνη και του Καρυωτάκη. Η παραδοσιακή και αυστηρή δομή του, με ρυθμό και ομοιοκαταληξία, αποκαλύπτει μια πικρή ειρωνεία, σχεδόν βουβή, για το ματαιωμένο ταξίδι, για μια ποίηση ματαιωμένη, που καταλήγει κενή από λέξεις, μια ζωγραφιά στο χαρτί. Το ποιητικό εγώ, στη διαδρομή του με το μετρό μέσα στην πόλη, φαίνεται να αντικρίζει μια αφίσα που απεικονίζει κάποια ειδυλλιακή παραλία, στην οποία ξέρει ότι δεν θα πάει ποτέ. Έτσι, στο εσωτερικό της ποιητικής ετεροτοπίας του παραδοσιακού στίχου, εγκιβωτίζονται και άλλοι θύλακες του έτερου: η πόλη, μέσα στην πόλη το μετρό, μέσα στο μετρό η αφίσα με την παραλία. Και τελικά, από αυτό το μεταμοντέρνο σονέτο προκύπτει μια ποίηση-αυταπάτη ή ουτοπία, καθώς τα χαρτιά του ποιητή γίνονται ψεύτικα καραβάκια που αρμενίζουν στα θολωμένα νερά της ουτοπικής, χάρτινης παραλίας: 

[…] Μεταμοντέρνες αυταπάτες να γυρεύεις 
σε κοινωνία που γεμίζει με αχινούς. 

Μια παραλία ζωγραφίζεις στα χαρτιά σου 
στα θολωμένα κύματά της κολυμπάς 
σαν καραβάκια τα χαρτιά σου θ’ αρμενίζουν 
εκεί που νόμιζες πως κάποτε θα πας. 

Στην τρίτη ενότητα, που τιτλοφορείται «Παρακμή», η θεματική του κενού και της απάτης του σημαίνοντος επιμένει, όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Προσοχή στο κενό», με σκηνικό πάλι τον χώρο του μετρό (κι όλο βλέπω γύρω μου ανθρώπους που έπεσαν / κι όλο βλέπω γύρω μου κενούς ανθρώπους). Όμως, εμπλουτίζεται με έντονα στοιχεία θεατρικότητας, τα οποία φανερώνουν τόσο την ανάγκη να αποκατασταθεί η επικοινωνία με τον αναγνώστη, μέσα από μια ποιητική επιτέλεση, όσο και την αναζήτηση της ταυτότητας που χάνεται μέσα στους πολλαπλούς ρόλους που υποδύεται το ποιητικό εγώ. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Ο ρόλος», στο οποίο ακούγεται και ο ήχος ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης: 

Έπαιξες τον ρόλο σου καλά 
Τον έζησες 
τον έντυσες με πάθος. 
Πλήθος σε θαύμασε. 
Το χειροκρότημα θερμό 
τράνταξε το σανίδι. 
Και συ σκυφτός αποχωρείς 
να βρεις καινούριο ρόλο 
με νέο πρόσωπο να βγεις 
μη και ξεχάσεις το δικό σου.

Εξίσου ενδεικτικό μιας ποιητικής επιτέλεσης είναι και το πρώτο ποίημα της ενότητας, με τίτλο «Ασυμφωνία», στο οποίο παρακολουθούμε μια χορογραφία με δύο χορευτές ή μια παράσταση με δύο πρόσωπα, εκείνον και εκείνη, για μια ακυρωμένη συνάντηση, για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα: 

[…] Εκείνος γέλασε πρόστυχα 
Εκείνη έκλαψε βουβά. 
Εκείνος έκανε ένα βήμα μπροστά. 
Εκείνη πισωπάτησε. 
Εκείνος άπλωσε το χέρι του. 
Εκείνη του γύρισε την πλάτη. 
Εκείνος φώναξε. 
Εκείνη έφυγε. 
Έξω απ’ την πόρτα ο Έρωτας 
γελάει πνιχτά. 

Η θεατρικότητα, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, αποκαλύπτει την ανάγκη της επικοινωνίας του ποιητικού εγώ αλλά και του ίδιου του ποιητή με τον αναγνώστη, στον παρόντα χρόνο της κάθε ανάγνωσης του κάθε αναγνώστη. Ο ίδιος ο ποιητής, ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, με τα συγκεκριμένα στοιχεία ταυτότητας και χωρίς τα πολλαπλά προσωπεία του ποιητικού εγώ, οδηγείται σταδιακά, στις Μεταμοντέρνες αυταπάτες, από την επιτέλεση στη δράση. Προτρέπει τον αναγνώστη σε μια «ηθική της ανάγνωσης», όπου το κείμενο ενδιαφέρει περισσότερο όχι γι’ αυτό που λέει αλλά γι’ αυτό που κάνει. Το κείμενο συναντιέται με τη ζωή και ο κάθε αναγνώστης ξεχωριστά καλείται να ανταποκριθεί σε αυτό, παίρνοντας θέση απέναντι στα ηθικά διλήμματα και ερωτήματα που θέτει το κάθε έργο. 

Κλείνουμε αυτή την παρουσίαση με στίχους από το προτελευταίο ποίημα της συλλογής, με τίτλο «Παύλος Φύσσας», όπου η απεύθυνση στον αναγνώστη και η πρόσκληση για κοινωνική και ηθική επαγρύπνηση γίνονται πλέον με άμεσο τρόπο και καλούν σε δράση: 

[…] Θέλω να πω πολλά 
κι η οργή μ’ εμποδίζει 
Μερικές φορές 
η ποίηση γίνεται δράση. 

Γιατί εκείνος που σκότωσε 
θα ξανασκοτώσει 
έναν ακόμα Παύλο Φύσσα 
που θα μπορούσε να είναι το παιδί σου 
που θα μπορούσε να είναι ο αδερφός σου 
που θα μπορούσε να είσαι εσύ 
εσύ, που με ακούς αυτή την ώρα

Λίλυ Αλεξιάδου 
ΕΔΙΠ Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2021/11/blog-post_24.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s