Χρίστος Κασσιανής, Οι δικές μου ημέρες (απόσπασμα)

Φώτο: Henri Cartier Bresson

Οι δικές μου ημέρες ξενύχτησαν στα σινεμά και στις πλατείες.
Κάρπισαν σε άγονες εποχές, αθόρυβες, λυπημένες,
Συλλογισμένες πάνω από βιώματα, βιβλία και μνήμες.
Το ανάστημά τους παραμορφώνονταν στο βάθος του καθρέφτη.
Σαν το κερί που πάει να σβήσει κι απ’ το πουθενά ανάβει.
Ξενύχτησαν ακόμη στο φτερούγισμα του έρωτα.
Ακοίμητες στον έρωτα της ψυχής τους.
Είναι απόμακρες στις πρώτες εντυπώσεις, στα πρώτα ψέματα.
Στα τελευταία ωστόσο, διαθέτουν αχίλλεια πτέρνα.
Συνομιλούν με ποιήτριες και ποιητές, με συγγραφείς
στο χορό της μουσικής

Τραβήξανε βόρεια, βαδίσανε σε καλντερίμια κάστρων,
στην παραλία, σε χειμώνες του Νοέμβρη.
Προτιμούσανε το τραίνο της φυγής,
Αυτό το ακοίμητο σιδερένιο άλογο
Τις παράλληλες ράγες σαν τις παράλληλες τροχιές μας.
Βαγόνια ,κουπέ, άγνωστες και άγνωστοι,
φόβοι, ανίες και προσδοκίες.

Τραβήξανε νότια.
Συνάντησαν το κοινότυπο μυστήριο όσων τραβήξανε λάθος
μες στην αγωνία τους.
Κοιμήθηκαν σε δροσερά σεντόνια δίπλα σε αγαπημένα κορμιά.
Μετά, χάνονταν τα δωμάτια στις ξέρες και ξυπνούσε ο ίλιγγος.
Έστεκαν μέσα στη βροχή περιμένοντας την άφιξη
του παντοτινά χαμένου που εμφανίζονταν ματαιόδοξο
στις πρώτες ώρες της ημέρας.

Οι δικές μου ημέρες έσκιζαν τα δίχτυα που έριχναν.
Μάτωναν στα δίχτυα που πιάνονταν και δεν ξέφευγαν ποτέ.
Συλλάβιζαν ευχές αγωνίας, φορούσαν φθαρμένα μαντήλια στο μαύρο λαιμό τους.
Μετά το καλοκαίρι άρχιζαν τον χορό του φθινοπώρου
πατώντας σε στοίβες φύλλα, βαριές απ’το λαχάνιασμα
με πρόσωπο χλωμό, ανίατα νικημένες.
ξεδιψούσαν σε στερεμένες πηγές,
έσπαγαν τον καθρέφτη τους και απομονώνονταν.
Δεν φοβήθηκαν το μαχαίρι παρά το χέρι που το κρατούσε.

Έχουν κυρτό λαιμό, στραβά πόδια, λευκά χείλη, στήθος ανοικτό.
Βαστούν στα άδεια χέρια τους φλόγα ήλιου,
αυγή μεθυσμένη, κύμα υψωμένο.
Τί άλλο να προσφέρουν; Πού αλλού να ξεπέσουν;
Έχουν νύχια φαγωμένα και δάχτυλα ξεφλουδισμένα
από τον καπνό των τσιγάρων

Θυμίζουν χαμίνια του δρόμου, μαυροντυμένους νεαρούς
που περιμένουν καπνίζοντας τον επόμενο θάνατό τους
σε μια απατηλή συνάντηση,
κάποιο βροχερό και παγωμένο χειμωνιάτικο βράδυ.
Στο μέτωπό τους μαζεύονται σύννεφα βαριά και μαύρα.
Συλλογίζονται συνέχεια όνειρα καμένα.
Ανεβάζουν πυρετό στο καταμεσήμερο και στα φιλήσυχα βράδια των πολλών
που πιστεύουν πως έχουν νικήσει.
Τα φιλιά τους έχουν γεύση ζεστού ψωμιού που δεν χορταίνουν
τ’ ακόρεστο του έρωτα, της φιλίας και της συντροφίας
Θυμίζουν ερειπωμένα δώματα ψηλών πολυκατοικιών.

Οι δικές μου ημέρες στρώνουν να κοιμηθούν σε βυθούς της αβύσσου.
Είναι ακατανόητες στους πιο πολλούς, είναι κραυγές επίθεσης στ’ αυτιά τους.
Τα νεύρα τους δεν φαίνονται μήτε οι ποταμίσιες φλέβες τους.
Μαζεύουν άχρηστα αντικείμενα όπως παλιοί δίσκοι, παλιά βιβλία, χρησιμοποιημένα έπιπλα και ποτήρια, παλιές εφημερίδες.
Σκονισμένες μνήμες.
Κοιμούνται επάνω σε μακρινά ταξίδια πο υδεν έκαναν ποτέ.
Σηκώνουν το τηλέφωνο όπως σηκώνουν τις λεπτές φωνές του χωρισμού.
Λατρεύουνε τις αστραπές.
Τους αρέσει να βαδίζουν στη βροχή,
Αποχαιρετούν τα κορμιά.
Δεν γνώρισαν νιότη.

27/5/2003

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s