Wallace Stevens, Δύο ποιήματα

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΔΕΚΑ Η ΩΡΑ

Τα σπίτια στοίχειωσαν
Με άσπρα νυχτικά.
Κανένα δεν είν’ άσπρο
Μήτε κόκκινο με πράσινες ρίγες
Μήτε πράσινο με κίτρινες ρίγες
Μήτε κίτρινο με θαλασσιές ρίγες.
Κανένα δεν σαστίζει
Με δαντελένιες κάλτσες
και ζώνες υφαντές.
Οι άνθρωποι δεν πρόκειται να ονειρευτούν
πιθήκους και πανσέδες.
Μονάχα εδώ κι εκεί κάποιος γεροναύτης
που κοιμάται μεθυσμένος με τις μπότες του
πιάνει τίγρεις
με κόκκινο καιρό.

*Μετάφραση: Γιάννης Σταθάτος.

LEBENSWEISHEIT SPIELEREI

Ολοένα και πιο αδύναμο το ηλιόφως πέφτει
Το απόγευμα. Οι περήφανοι και οι δυνατοί
Έχουν αποχωρήσει.

Εκείνοι που απόμειναν είναι οι ανεκπλήρωτοι
Οι εν τέλει άνθρωποι,
Εγκάτοικοι μιας μειούμενης σφαίρας.

Η ένδειά τους είναι μια ένδεια
Μια έναστρη ωχρότητα επικρεμάμενη απ’ τις κλωστές.

Κομμάτι κομμάτι, η φτώχεια
Του φθινοπωρινού χώρου μετατρέπεται
Σε βλέμμα, σε δυο λόγια αρθρωμένα.

Κάθε πρόσωπο μας συγκινεί εξ ολοκλήρου
Με αυτό που είναι και όπως είναι,
Στο ληγμένο μεγαλείο του αφανισμού.

*Μετάφραση: Πέτρος Γκολίτσης.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s