Βασίλης Βασιλειάδης, Naive ποίηση

Μήν μέ αφήνεις νά ξεχαστώ
θύμιζε μου πώς έχω τήν ελευθερία νά φύγω
κι εγώ θά μείνω
μέ θέληση ελεύθερη
νά αναζητάω νά πιάσω τό χέρι σου
νά αγγίξω τά δάχτυλα σου
ας μήν αφήσει ό ένας τόν άλλον νά ξεχάσει
νά ζεί
τίς μαγικές μερικές φορές
πού
τό σχεδόν τίποτα
είναι
πολύ αρκετό,
μήν ξεχαστείς
άσε με νά σού θυμίζω
πώς γιά νά μπορείς νά ζείς σάν πολίτης τού κόσμου
πρέπει νά μπορείς καί νά θελεις
νά ταξιδεύεις
έξω καί πέρα από τόν κόσμο,
μήν ξεχαστούμε
πώς σχεδόν τίποτα δέν μένει ανεξέλεγκτο
σχεδόν τίποτα δέν είναι ελεύθερο,
νά μήν ξεχάσουμε
νά θυμόμαστε
πάντα
πώς μία ελάχιστη αταξία
καί όλα μπορούν νά πάνε τόσο στραβά γιά τίς ευταξίες καί τίς τακτοποιήσεις
πού ένας ολάκερος καινούργιος κόσμος
μπορεί να γεννηθεί
γιά μάς
καί γιά τόν κόσμο.

[Τό εκκλησιαστικό άσμα ονομάζει τό άγιο πνεύμα τού δόγματος του “γλυκειά δροσιά” (Dulce refrigerium) γιατί κρυώνει τήν φωτιά τής απαίτησης καί κυρίως τήν φωτιά τής αμφισβήτησης πρός τό δόγμα καί τίς μαλακίες του. Eγώ αποφεύγω τίς γλυκιές δροσιές, αγαπώ τήν άγρια ομορφιά τού άνεμου πού χτυπάει στό πρόσωπο τό πείσμα τής απαίτησης μου, κάνοντας με περισσότερο απαιτητικό, γιά ζωή πού νάχει μέσα της ζωή.

*Σέ κάποιο ανοιξιάτικο καφέ τής Πράγας 1985.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s