Για την ποιητική συλλογή του Αλέκου Λούντζη «Οι επόμενοι εμείς» (εκδ. Στιγμός)

Του Βασίλη Λαμπρόπουλου*

Συζητώντας την ελληνική ποίηση του 21ου αιώνα προσπαθώ πάντα να μην την προσεγγίσω καθ’ εαυτή αλλά να την τοποθετήσω σε ένα διεθνές πλαίσιο κι ένα πεδίο όπου συναντιέται με άλλες τέχνες. Θα προτείνω λοιπόν μια ερμηνευτική προσέγγιση που αντιμετωπίζει το Οι Επόμενοι Εμείς σαν ποιητική καντάτα. Γράφοντας πριν από πέντε χρόνια για τις τεχνοτροπίες της ποιητικής γενιάς του 2000 παρατήρησα πως συχνά τα βιβλία της αποτελούν όχι συλλογές αυτοτελών ποιημάτων αλλά ολόκληρες πολυφωνικές συνθέσεις που θυμίζουν το φιλόδοξο μουσικό είδος της καντάτας. Είχα αναφέρει ως παραδείγματα βιβλία όπως τα εξής: Βασίλη Αμανατίδη: μ-otherpoem (2014), Φοίβης Γιαννίση: Τέττιξ (2012), Θάνου Γώγου: Γλασκώβη (2104), Κατερίνας Ηλιοπούλου: Μια φορά κάθε τοπίο και ολότελα (2015), Λένιας Ζαφειροπούλου: Paternoster Square (2012), Κωνσταντίνας Κορρυβάντη: Μυθογονία (2015), Μιχάλης Παπαντωνόπουλου: Βόλια (2015), Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου: Είναι (2015), Σταμάτη Πολενάκη: Βερολίνο (2010), Γιώργου Πρεβεδουράκη: Κλέφτικο (2013), Θοδωρή Ρακόπουλου: Η συνωμοσία της πυρίτιδας (2014), Γιάννη Στίγκα: Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (2014) και Θωμά Τσαλαπάτη: Άλμπα (2015).

Όπως είναι γνωστό, η καντάτα, θρησκευτική ή κοσμική, είναι συνήθως γραμμένη για σολίστ, χορωδία και ορχήστρα σε πολλά μέρη. Δεν είναι τόσο μεγάλη, τόσο αφηγηματική και τόσο δραματική όσο το ορατόριο. Είναι πιο στατική και παρατακτική. Έχει ενδιαφέρον ότι γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση την εποχή του Μοντερνισμού, από τον πρώιμο (Mahler, Schönberg) ως τον ύστερο Μοντερνισμό (Nono, Stockhausen, Maxwell Davies). Υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής ανάμεσα στους Γερμανο-Αυστριακούς και τους Ρώσους συνθέτες. Από τις πιο γνωστές ελληνικές καντάτες είναι οι Κατά Σαδδουκαίων του Θεοδωράκη, Καντάτα ελευθερίας του Λεοντή, Μπολιβάρ του Μαμαγκάκη, Καντάτα για τη Μακρόνησο του Μικρούτσικου, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας του Ξαρχάκου και Αμοργός του Χατζιδάκι, όλες βασισμένες σε ποίηση διάσημων συγγραφέων.

Ιδιαίτερα σημαντικός στην καντάτα είναι ο ρόλος της χορωδίας καθώς συχνά αποτελεί μια ενδιαφέρουσα απόπειρα να συγκροτήσει ένα σύγχρονο χορό. Το ζήτημα του χορού απασχόλησε επίσης το Μοντερνιστικό θέατρο σε πολύ διαφορετικά έργα, όπως Μάζα και άνθρωπος (Τόλλερ), Τα μέτρα (Μπρεχτ), Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα (Ο’Νηλ), Φονικό στην εκκλησιά (Έλιοτ), Καποδίστριας (Καζαντζάκη). Τα έργα αυτά περιλαμβάνουν χορικά στα οποία άτομα με κοινά ενδιαφέροντα εκφράζουν συλλογικές ανησυχίες και ελπίδες. Η βιωσιμότητα του χορού ως σκηνικού μέσου ταυτίζεται με τη βιωσιμότητα μιας σύγχρονης κοινωνικο-πολιτικής κοινότητας. Πώς συγκροτείται, νομιμοποιείται και αυτονομείται μια τέτοια κοινότητα; Αν ο αρχαίος χορός εξέφραζε τους πολίτες της πόλης, ποιους μπορεί να εκφράσει ένας σύγχρονος χορός;

Προσεγγίζω το Οι Επόμενοι Εμείς σαν μια ποιητική καντάτα για σολίστ και χορωδία η οποία προσφέρεται θαυμάσια για απαγγελία και μελοποίηση.

Προσεγγίζω το Οι Επόμενοι Εμείς σαν μια ποιητική καντάτα για σολίστ και χορωδία η οποία προσφέρεται θαυμάσια για απαγγελία και μελοποίηση. Θα μπορούσε να παρασταθεί σκηνικά με τα επί μέρους κείμενά του να ανατίθενται σε διαφορετικούς σολίστ και χορωδιακά σύνολα. Χαρακτηρίζεται από μια έντονη μοντερνιστική θεατρική απαγγελτικότητα που είναι φανερή στην οργάνωση του έργου, τη δόμηση των κομματιών, τη ρυθμική αγωγή και τη θεματική άρθρωση: για να το πούμε απλά, το έργο στέκεται αντιμέτωπο με το κοινό του. Συνιστά ένα δρώμενο του συλλογικού (κοινότητα), του πολιτικού (αυτονομία), του τραγικού (αντινομία) και του ποιητικού (τέχνη).

Από μία άποψη η βασική ιδέα δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη όσο κι αν είναι σημαντική: κάθε παρόν μετεωρίζεται ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον ως ένα Εμείς που είναι υπόλογο και στα δύο. Η πρωτοτυπία της σύνθεσης είναι πως εδώ το Εμείς είναι αβέβαιο, αστάθμητο, αταύτιστο. Πρόκειται για ένα Εμείς ηλικιακό, κοινωνικό, ταξικό, τοπικό; Δεν καθορίζεται και παραμένει φευγαλέο. Πολλοί και διάφοροι το διεκδικούν αλλά και το αμφισβητούν. Πέρα από τις παραδοσιακές δυσκολίες του τι θέλουμε να κάνουμε και σε ποιους προγόνους και απογόνους το οφείλουμε, το βιβλίο θέτει το πρότερο ερώτημα του ποιοι είμαστε Εμείς – συγκεκριμένα, τι μας συγκροτεί και μας κάνει υπόλογους. Από τη γενιά του Σολωμού ως το τέλος του 20ου αιώνα όταν ο Έλληνας ποιητής έλεγε «εμείς» ήταν σε όλους φανερό σε ποιους αναφερόταν και τι του έδινε το δικαίωμα να μιλήσει για λογαριασμό τους. Όταν όμως η ποιητική γενιά του 2000 λέει «εμείς» δεν είναι καθόλου σίγουρο τι εννοεί διότι η συγκρότηση μιας τέτοιας συλλογικότητας δεν είναι πλέον θέμα ταυτότητας, και άρα ο χαρακτήρας της δεν εξυπακούεται. Το μεταπολιτευτικό, μεταμοντέρνο, μεταποικιακό, ελληνικό «εμείς» από δικαίωμα έγινε διακύβευμα.

Το μεταπολιτευτικό, μεταμοντέρνο, μεταποικιακό, ελληνικό «εμείς» από δικαίωμα έγινε διακύβευμα.

Αναρωτιέται λοιπόν ο Λούντζης και πειραματίζεται με διάφορους ποιητικούς τρόπους. Η προβληματική του συγκλίνει με ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου στοχασμού που διερευνά τι σημαίνει κοινότητα και «συλλογική υπόθεση». Π.χ. οι κοινοτιστές που κατάγονται από τον Καθολικισμό (Alasdair MacIntyre) εμβαθύνουν στις ηθικές αρχές που νοηματοδοτούν μια θρησκευτική σύναξη. Οι λαϊκιστές (Ernesto Laclau) αναζητούν πολιτικά ερείσματα στο λαϊκό που απηχεί ευρέα κοινωνικά στρώματα. Οι αποδομιστές (Jean-Luc Nancy) θεωρούν πως η κοινότητα βρίσκεται υπό μεσσιανική υπόσχεση και εξέλιξη. Οι θεωρητικοί του φύλου (Judith Butler) εστιάζουν στη συνάθροιση των σωμάτων που με την παρουσία τους αθροίζουν εμπειρίες αποκλεισμού. Oι θεωρητικοί των κοινών (Garrett Hardin) στοχάζονται την οικολογία των πηγών και των αγαθών, και τα διλήμματα της χρήσης τους. Οι αναρχικοί (Η αόρατη επιτροπή) απευθύνονται «στους φίλους» τους που «εγκαταλείπουν, συνεχίζουν και οργανώνονται» για να οικοδομήσουν ένα επαναστατικό κίνημα. Αυτές και άλλες συναφείς θεωρίες συμφωνούν πως η μεταπολεμική κοινότητα δεν υπαγορεύεται και δεν διέπεται από φυσικές/οργανικές αρχές, και επομένως θα πρέπει να επινοήσει και να επεξεργαστεί τις δικές της. Πράγμα που κάνει ο Λούντζης σε αυτή την καντάτα με έναν συναρπαστικά και ανυποχώρητα ποιητικό τρόπο.

Η σύνθεσή του δεν έχει ιστορικό, γεωγραφικό ή άλλο συγκεκριμένο στίγμα. Δεν μπορούμε να πούμε πότε και πού εξελίσσεται. Έχει όμως διαρκώς διαπλεκόμενες ομαδοποιήσεις ανθρώπων που προσπαθούν, χάνουν, ελπίζουν, αυταπατώνται, αναπολούν, καταναλώνουν, επιτίθενται – πάντα ίδιοι & διαφορετικοί, ταυτόχρονα εκείνοι κι εμείς. Όπως η γενιά του Κάλβου, του Καμπά, του Καρυωτάκη και του Καρούζου, έτσι και η γενιά που πρωταγωνιστεί σε αυτή τη σύνθεση φτάνει στα ποιητικά και πολιτικά της όρια, κι αναρωτιέται ακατάπαυστα τι άλλο της μένει να πει και να κάνει. Αναρωτιέται ταυτόχρονα ποιοι είναι οι δικοί της, ποιους προσκαλεί και ποιους ξεβράζει, και πώς η ίδια η γενιά ως κοινότητα μεταμορφώνεται διαρκώς σε αυτές τις διαδικασίες. Η δυναμική του έργου είναι τέτοια που, αν ήμουν ποιητής, θα έμπαινα στον πειρασμό να συμμετάσχω στην αναθεώρηση του συλλογικού και να την εκθέσω σε καινούργιες δυνατότητες προσθέτοντας δικά μου ποιητικά κομμάτια. Και μια τέτοια συμμετοχή θα με έφερνε στο πιο δύσκολο ερώτημα, το οποίο ο Λούντζης πολιορκεί ξανά και ξανά: Αν θέλουμε να μη μείνουν όλα στη θέση τους και «τα οχυρωματικά έργα ενός κόσμου / να γίνουν αμπέλια στον επόμενο» (77) ποιοι «εμείς» και με ποιά κριτήρια θα αποφασίσουν τι είναι «οχυρό» και τι «αμπέλι»;

H ίδια η αιχμηρή και δυστοπική ποιητική του αντιστέκεται στον εύκολο πειρασμό με αποτέλεσμα, αντί να κάνει Κάφκα και παραβολές (Μεταμόρφωση, Δίκη, Πύργος), να κάνει Μπένγιαμιν και αλληγορίες, κάτι πολύ πιο στοχαστικό και αυστηρό.

Ο Λούντζης δεν έχει απάντηση, και γι’ αυτό δοκιμάζει διαφορετικά είδη τόνου – πολεμικό, σαρκαστικό, συναισθηματικό, ειρωνικό κλπ. Γράφει μια ποικιλία από χορικά όπου πολίτες του σημερινού κόσμου δοκιμάζουν διαφορετικές προσεγγίσεις στο αίτημα της εξέγερσης, από ωδή σε σάτιρα και από επίγραμμα σε τραγωδία. Στην προσπάθειά του να αποφύγει τον εγκλεισμό σε μια μεταφυσική, και διαφεύγοντας από σύμπτωμα σε σημείο, διατρέχει τον κίνδυνο να καταφύγει σε σύμβολα – τόπους, μύθους, λόγους, αβύσσους, παραδείσους κλπ. Όμως η ίδια η αιχμηρή και δυστοπική ποιητική του αντιστέκεται στον εύκολο πειρασμό με αποτέλεσμα, αντί να κάνει Κάφκα και παραβολές (Μεταμόρφωση, Δίκη, Πύργος), να κάνει Μπένγιαμιν και αλληγορίες, κάτι πολύ πιο στοχαστικό και αυστηρό. Η αλληγορία συνδέεται κατά κανόνα με το μπαρόκ. Δεν είναι ούτε κλασικός μύθος ούτε ρομαντική μεταφορά ούτε μοντερνιστικό σύμβολο παρά μια έκκεντρη αφήγηση που υφέρπει και υπαινίσσεται. Ενδιέφερε ιδιαίτερα τον Βάλτερ Μπένγιαμιν επειδή καλλιεργήθηκε στην μπαρόκ θεατρικότητα και εικονογραφήθηκε με την κρίση της αυλικής εξουσίας τον 17ο αιώνα.

lountzis 01
Ο Αλέκος Λούντζης γεννήθηκε το 1978. Σπούδασε νομικά, επικοινωνία και κοινωνική ανθρωπολογία. Εργάζεται στο Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Ενηλίκων και κείμενα του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Κοντέινερ», «Λεύγα», «Ποιητική» κ.ά. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή του ηλεκτρονικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης» για τη συλλογή του Προπαγάνδα: Κάποια γράμματα για κάποια πράγματα (Γαβριηλίδης 2015).

Ο Λούντζης χρησιμοποιεί την αλληγορία για να μιλήσει για το Εμείς μετά το Δεκέμβρη του 2008, όταν άρχισαν να προκύπτουν στην Ελλάδα εναλλακτικές συλλογικότητες που δεν είναι του λαού, του έθνους και της πίστης αλλά της κατάληψης, του queer και του στρατοπέδου προσφύγων. Το ερώτημα είναι – αυτές οι νέες συλλογικότητες ποιους έχουν προηγούμενους και επόμενους; Για να το πω πιο απλά, πώς ακούν το τραγούδι «Ας κρατήσουν οι χοροί» όσοι το καταλαβαίνουν σαν πρόσκληση σε αποκλεισμό κι όχι σε πανηγύρι; Τέτοια ερωτήματα επιχειρεί να αντιμετωπίσει ο Λούντζης με τις αλληγορίες του καθώς πειραματίζεται με κρατούσες και εναλλακτικές συλλογικότητες. Συζητώντας το ποίημα «Εξάγγελος» πριν από δυό χρόνια στο περιοδικό Χάρτης είχα προτείνει πως οι ομιλητές του μπορούν να αποτελούν ένα τραγικό χορό Θηβαίων πολιτών. Γενικεύοντας σήμερα θα έλεγα πως το Εμείς της όλης σύνθεσης αποτελούν πολίτες που δεν ζουν σε μια αρχαία τραγωδία με ύβρη και κάθαρση αλλά σε ένα μπαρόκ Trauerspiel χωρίς Απόλλωνα και Τειρεσία – πως είναι, ας πούμε, υπήκοοι του βασιλιά Ληρ που παρακολουθούν τον αγώνα για τη διαδοχή του και λογαριάζουν να κινητοποιηθούν.

Θα δώσω ένα παράδειγμα λουντζικής αλληγορίας όχι από το βιβλίο που γιορτάζουμε απόψε[1] αλλά από το κείμενο «Γεώτρηση» με το οποίο εγκαινιάστηκε πριν από ένα χρόνο η Εξέγερση, μια σειρά 50 πρωτότυπων κειμένων που παράγγειλα από ποιητές της γενιάς του 2000 για λογαριασμό της Έδρας Κ.Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. Προσέξτε πώς εδώ το Εμείς διαρρέει και διαχέεται σε αναζήτηση νερού.

lountzis ex«Την ώρα που η συνέλευση πολυκατοικίας, η τελευταία νόμιμη συνέλευση, επιχειρεί να καταλήξει σ’ έναν «έντιμο συμβιβασμό» για τα κοινόχρηστα, ο αόρατος διαχειριστής κλείνει οριστικά τον γενικό του νερού. H επόμενη εξέγερση θα γίνει για το νερό.

Η λειψυδρία είναι παράξενα εξισωτική συνθήκη, λειτουργεί μεταφορικά αλλά σκληραίνει απότομα ως κυριολεξία. Το συλλογικό υποκείμενο συγκροτείται ενόσω αποψιλώνεται. Οι όροι της σύγκρουσης εξαρτώνται απ’ τους διαθέσιμους ορούς και τη διανομή τους σε τάξεις, φύλα, κράτη ή διαμερίσματα της ίδιας οικοδομής. Σε κάθε επόμενη στροφή, το μέσα και το έξω θα μοιάζουν όλο και περισσότερο σχετικές έννοιες αντί στεγανά· αυτή τη φορά όλες οι ουμανιστικές έννοιες είναι απέναντι στο κυρίαρχο υπόδειγμα.

H ερχόμενη εξέγερση θα είναι στοιχειώδης στα ζητούμενα, ρευστή στη γεωγραφία και στην ανθρωπολογία της. Οι μεγάλες διακρίσεις θα στέκουν λιγότερο σύνθετες και διαμεσολαβημένες: διψασμένοι κι ανυποψίαστοι. Κι αυτοί, όμως, όταν αφυδατωθούν θα μπουν στο νόημα. Η εξέγερση που κοχλάζει μοιάζει με γεώτρηση σ’ έναν κόσμο που δεν προδίδει πλέον προσδοκίες αλλά τα ίδια του τα θεμέλια, τα τελευταία κοινά».

Συνοψίζοντας θα έλεγα πως το βιβλίο του Λούντζη περιέχει μια νέο-μπαρόκ σύνθεση όπου πολιτικές αλληγορίες φτιάχνουν μια ποιητική καντάτα για μια, δύο και πολλές φωνές οι οποίες στοχάζονται με διαφορετικούς τρόπους πώς θα μπορούσε να συγκληθεί και να συγκροτηθεί μια κοινότητα (ένα Εμείς) σε μια εποχή ανυδρίας, αποσύνθεσης και αριστερής μελαγχολίας. Θεωρώ ότι πρόκειται για μείζον λογοτεχνικό έργο το οποίο εκβάλλει προς πολλές κατευθύνσεις και μας παρακινεί να ριψοκινδυνεύσουμε μαζί του.

*Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι ομότιμος Καθηγητής Κλασικής και Συγκριτικής Φιλολογίας στην Νεοελληνική Έδρα Κ.Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν.

**Το κείμενο γράφτηκε και εκφωνήθηκε στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στις 14 Οκτωβρίου 2021 στην Αθήνα.

***Σχετικός σύνδεσμος: https://bookpress.gr/kritikes/poiisi/14308-lountzis-alekos-stigmos-oi-epomenoi-emeis-labropoulos

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s