Βίκυ Λιούκα, Αμφιταλάντευση μεταξύ πραγματικότητας και άρνησης

Μήτρες κυοφορούν τα εγκαίνια της (ν)τροπής
Μωρά ζεσταίνουν τα κλιτσιά τους στις λάσπες βυζαίνοντας τις σταγόνες της βροχής
Η μπανιέρα χαράχτηκε στα χρώματα του χάρτη (το ξεραμένο κόκκινο χωρίζει τη ζωή από τη ζωή των γύρω μας)
Οι τύχες του κόσμου χορεύουν με παραδοσιακά φουρό
Τα τσιμπλιασμένα μάτια του σκύλου θυμίζουν το ζητιάνο των παραμυθιών (μια άγνωστη μέρα σε άγνωστο τόπο έφυγε κρατώντας στο βλέμμα του την ελπίδα για λίγο ψωμί κι ένα χάδι)
Στις ρίζες των μαλλιών μας χάσκουν σα νεογέννητα κουτάβια οι ιδέες (από ένα παρελθόν που δεν ζήσαμε μα θυμόμαστε με κάθε λεπτομέρεια)
Ανάμεσα στα απολεσθέντα βρέθηκαν μια ασημένια αλυσιδίτσα, ένα μπλοκ με μουτζούρες από μολύβι και το σπασμένο χαμόγελο μιας χελώνας
Στα μάτια σκιαγραφείται η ρότα της ζωής
Έξω από τα βιβλιοπωλεία –φορώντας ακριβά αρώματα και πρόχειρο πρόσωπο– ατενίζουν το μέλλον
Αιμορραγούν οι κύστες του φιλότιμου
Πλήττονται οι ανώνυμοι φαύνοι της αισιόδοξης μυρωμένης πλάνης
Παιδιά ρίχνουν τα κεφαλάκια τους πίσω στην πλάτη σαν να ψάχνουν κάπου να ακουμπήσουν τα άγουρα –με τα σκαμμένα γερασμένα πρόσωπα– όνειρά τους
Οι καλοί τρόποι δεν ταιριάζουν σε έναν κόσμο μη πραγματικό
Το βράδυ η φαντασία θα δειπνήσει με τα μελαγχολικά πόδια (δεν πρόλαβαν να βουλιάξουν τα πέλματά τους στην υγρή άμμο)
Πώς είναι να ξυπνάς και να κοιμάσαι σε μια πόλη βρώμικη και παραμελημένη;
Συμβουλές (οι): σαν ετοιμόρροπα κτήρια έτοιμα προς κατεδάφιση
Μηχανικοί άνθρωποι –με άκρα από σάρκα και οστά– σου δίνουν την αίσθηση πως θέλουν να πετάξουν από πάνω τους κάθε έγνοια (σφίγγουν τις γροθιές τους κρατώντας το βλέμμα χαμηλό: ίσως η γη τους λυπηθεί, ανοίξει το στόμα της και καταπιεί τη μορφή τους (μαζί με τις έννοιες τους)
[Το επόμενο χρώμα θα είναι το «κλουβί»]
Η σοφία έχει θρονιαστεί στα πεσμένα στήθη της γηραιάς συνήθειας
(Τελευταία φορά που εθεάθη η δικαιοσύνη φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά οράσεως)
Ένας ανυπόμονος κόσμος τρέχει να κόψει το νήμα
Αγριεμένες οι λέξεις προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στο στόμα (όσο προσπαθούν τόσο γαντζώνονται –σαν γατιά– από τα φθαρμένα ρούχα της καθημερινότητας)
Με άδειες κοιλιές στέκουμε με σαρκασμό απέναντι στο τέρας της σήψης
Οι άθλ(ι)οι των βατόμουρων
Πλέκουμε τα χέρια μας και προσευχόμαστε προς ένδειξη διαμαρτυρίας για το άγνωστο
Φέτος θα φορεθεί πολύ το αδιάφορο –πλην– νοικοκυρεμένο ύφος
Από τα καμένα πρόσωπα των ζώων στάζει το πύον της κοινωνίας, της υποταγής και της ανοχής μας στην ασθένεια της υπεροχής
Μια χούφτα αμύγδαλα ανταμείβει τα παγωμένα δάχτυλα
Οι τοίχοι της πόλης βαραίνουν από θλίψη και μονοτονία
Ο ιός της αμφιβολίας μεταλλάχθηκε σε ιό της απραξίας
Οι ανάσες των αστέγων θαμπώνουν τα τζάμια της βιτρίνας
Βουβά σχήματα παραπέμπουν σε πίνακα ελέγχου
Ιδρωμένες μασχάλες, ζεστό σπέρμα, μυοκτονίες, αποφράξεις αποχετεύσεων, υγρά, λιπαρά, στερεά κι αέρια, υποδείξεις, μια πόλη από στρας και καθόλου υγεία
Αγκαλιασμένοι οι εραστές πνίγουν στο σκοτάδι την αηδία της καθημερινότητας
Οι εκκρεμότητες θα παραμείνουν εκκρεμότητες
Αποξενωμένα κορμιά αποζητούν τρυφερότητα εξουσιάζοντας το ένα το άλλο μέχρι τελικής πτώσης
(είναι ο έρωτας η αρχή και το τέλος στη ζωή ενός ανθρώπου; Και πότε κάποιος αρχίζει ή τελειώνει τη ζωή του;)
Σπαρμένοι οι δρόμοι με κύκλους, τρίγωνα αμφισβητήσεις, κλοπές
(ανέκαθεν το αγοραστικό κοινό απέφερε κέρδος: και δυστυχία)
(Δι)εκδικείστε τη ζωή
Με θεωρίες και ευαγγέλια δανείζουμε τα φονικά μας όπλα (με τις ευλογίες και την αρωγή του ίδιου μήκους κύματος)
Στα δύο δωμάτια του διαμερίσματος αναπαύονται οι φλυαρίες των κατοίκων
Τις νύχτες καραδοκούν οι εφιάλτες των παιδικών μας χρόνων
Αμφιταλάντευση μεταξύ πραγματικότητας και άρνησης
Εκεί που τελειώνει το όραμα αρχίζει η εξουσία

*Από εδώ: http://vickyliouka.blogspot.com/2021/01/blog-post.html

9 responses to “Βίκυ Λιούκα, Αμφιταλάντευση μεταξύ πραγματικότητας και άρνησης

  1. Όταν ο κριτικός ρεαλισμός με τον συμβολισμό συνευρίσκονται, σημειώνεται η έκρηξη που, μόλις εδιάβασα. Κάθε εικόνα του ποιήματος είναι ένα κέντημα ζωγραφικό μηνύματος γρονθοκοπικού ενώ ταυτόχρονα γδέρνει την ψυχή ώσπου να νοτίσει.
    Εδώ η δημιουργός ασύνειδα διδάσκει ποιήσεως τέχνη δυσεξήγητη.
    Σε κάθε καρφί, κάθε πλίνθο, κάθε σπιθαμή του οικοδομήματός σας στεκόμουν συνταραγμένος, διαβάζοντας ξανά και ξανά, έως ότου κάποια στιγμή σηκώθηκα, απότομα, όρθιος, φωνάζοντας:

    .

    Τώρα, νηφάλιος πια απαγγέλλω : .

    Βίκυ Λιούκα

  2. Όταν ο κριτικός ρεαλισμός με τον συμβολισμό συνευρίσκονται, σημειώνεται η έκρηξη που, μόλις εδιάβασα. Κάθε εικόνα του ποιήματος είναι ένα κέντημα ζωγραφικό μηνύματος γρονθοκοπικού ενώ ταυτόχρονα γδέρνει την ψυχή ώσπου να νοτίσει.
    Εδώ η δημιουργός ασύνειδα διδάσκει ποιήσεως τέχνη δυσεξήγητη.
    Σε κάθε καρφί, κάθε πλίνθο, κάθε σπιθαμή του οικοδομήματός σας στεκόμουν συνταραγμένος, διαβάζοντας ξανά και ξανά, έως ότου κάποια στιγμή σηκώθηκα, απότομα, όρθιος, φωνάζοντας :

    – Η σοφία έχει θρονιαστεί στα πεσμένα στήθη της γηραιάς συνήθειας
    (Τελευταία φορά που εθεάθη η δικαιοσύνη φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά οράσεως)
    Ένας ανυπόμονος κόσμος τρέχει να κόψει το νήμα
    Αγριεμένες οι λέξεις προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στο στόμα (όσο προσπαθούν τόσο γαντζώνονται –σαν γατιά– από τα φθαρμένα ρούχα της καθημερινότητας)
    Με άδειες κοιλιές στέκουμε με σαρκασμό απέναντι στο τέρας της σήψης
    Οι άθλ(ι)οι των βατόμουρων
    Πλέκουμε τα χέρια μας και προσευχόμαστε προς ένδειξη διαμαρτυρίας για το άγνωστο
    Φέτος θα φορεθεί πολύ το αδιάφορο –πλην– νοικοκυρεμένο ύφος
    Από τα καμένα πρόσωπα των ζώων στάζει το πύον της κοινωνίας, της υποταγής και της ανοχής μας στην ασθένεια της υπεροχής
    Μια χούφτα αμύγδαλα ανταμείβει τα παγωμένα δάχτυλα
    Οι τοίχοι της πόλης βαραίνουν από θλίψη και μονοτονία
    Ο ιός της αμφιβολίας μεταλλάχθηκε σε ιό της απραξίας
    Οι ανάσες των αστέγων θαμπώνουν τα τζάμια της βιτρίνας
    Βουβά σχήματα παραπέμπουν σε πίνακα ελέγχου – .

    Βίκυ Λιούκα

    Τώρα, νηφάλιος απαγγέλλω :

    – Αποξενωμένα κορμιά αποζητούν τρυφερότητα εξουσιάζοντας το ένα το άλλο μέχρι τελικής πτώσης,
    τα φονικά τους όπλα με θεωρίες και ευαγγέλια δανείζοντας – .

    Βίκυ Λιούκα

  3. Μη μπορώντας, να αντιπαρέλθω της κρίσεως ( εις την οποίαν με ενεβάλλατε ) :

    – Αγριεμένες οι λέξεις προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στο στόμα (όσο προσπαθούν τόσο γαντζώνονται –σαν γατιά– από τα φθαρμένα ρούχα της καθημερινότητας) –

    Βίκη Λιούκα

  4. Σας είπα, με τρελάνατε !! Μα είναι υπέροχη χαρακιά, ανεξίτηλη!! Γρόνθος – συντριβή – της ανθρώπινης συνείδησης εγρήγορση :

    – Μήτρες κυοφορούν τα εγκαίνια της ντροπής – !!!!!!!!!!!

    Βίκυ Λιούκα

  5. Το ποίημα αυτό, γδέρνοντας – γρονθοκοπώντας – κλαίγοντας, απεγνωσμένα το χέρι του το ματωμένο , στην Οικουμενικότητα, απλώνει, πράγμα που, η ανθρωπότητα με πείσμα αρνείται, να πράξει.

  6. Στέκουμε σιωπηλοί απέναντι στο τείχος της ερμαφρόδιτης φιλοσοφίας του «όλου», με απάθεια αλωνίζουμε στον τρόμο μην έχοντας ιδέα για την περιφορά του σαρκίου μας στο ανένταχτο «είναι» του απολωλού ακροβάτη με το τεράστιο στόμα και την αγκάθινη γροθιά.

    Βίκυ Λιούκα

  7. – Διασταυρώνουν τις ματιές τους αποφεύγοντας συστηματικά ο ένας τον άλλο –

    – Με το λοστό της ηθικής σπας τη βιτρίνα της μιζέριας και της δήθεν ανιδιοτέλειας
    Στο μακρινό μέλλον ο κύκλος της ζωής θα παρατείνεται (κι ο άνθρωπος ανήμπορος στο αναπηρικό του καρότσι θα αναζητά το λόγο που δεν θυμάται τα παιδικά του χρόνια)
    Στο απόκεντρο της συμφοράς μοιράζουν φαγητό – για μεταξεταστέους – σε συσκευασία δώρου
    Μια φωνή από το σήμερα μας εγκαταλείπει
    Στο εναλλακτικό παρόν ο άνθρωπος θα συντομεύει τον χρόνο επιβίωσής του
    Ακόμη σε τρομοκρατεί η θέα του ανέφικτου
    Το κοινό πανηγυρίζει τη νίκη του σημειώνοντας στο ημερολόγιο την έναρξη της αβέβαιης πορείας του: κανείς δε θα θυμάται για ποιο λόγο – το κοινό – εγκαταλείφθηκε από την οντότητα της σκέψης και την ανάγνωση του προορισμού του
    Ακόμη επιμένεις να αρνείσαι το χάος σαν τη μόνη αλήθεια
    Η μνήμη πάει κι έρχεται: σαν σκύλος που ψάχνει το αφεντικό του
    Με το λοστό της ηθικής σπας τη βιτρίνα της επικυρωμένης φιλανθρωπίας και της διαφημισμένης τύχης
    Αναστάτωση προκάλεσε η αποκάλυψη πως ουσιαστικός προορισμός δεν υπάρχει
    Στα πρακτικά της σύντομης ζωής μας θα καταγραφεί το αυταπόδεικτο ως έννοια μιας γλώσσας νεκρής
    Στέκεις μπροστά στον καθρέφτη, ισιώνεις το καπέλο σου, και απαθανατίζεις τη στιγμή με το κλείσιμο του ματιού: χρόνος φιλάρεσκος τυλιγμένος γύρω από το λαιμό σου –

    – Πίσω από τον πάγκο στέκουν ασάλευτα δυο μάτια προϊστορικά έτοιμα να αρπάξουν τη στιγμή που η γη σείεται στο πέρασμα του βασιλιά θανάτου

    Η απρόσμενη καταιγίδα βούλιαξε το δικαίωμα του φρύνου στο άλγος των πελμάτων του

    Ήρθαμε ως επισκέπτες: θα φύγουμε ως αρρωστημένη ύλη, εφάμιλλη των αγώνων προσδοκίας (αδιαμαρτύρητα: όπως ζήσαμε)

    Ήρθαμε ως χειραγωγοί του ψύχους, ως οικοδεσπότες της πανωλεθρίας και του μίσους

    Φύλαξε μια ιστορία για το τέλος για να σωθείς από το πλήγμα της έννομης ζωής

    Ήρθαμε ως κόκκινες τραμπάλες

    Ζυγίζουμε τις ορέξεις, τις προθέσεις και τα θύματα των επιλογών μας

    Οι αλεπούδες βάφτηκαν πορτοκαλί ως ένδειξη θαυμασμού στη δύση του ήλιου / Οι αλεπούδες γνωρίζουν τη σημασία της ζωής: φορώντας τα μαύρα γάντια τους διστακτικές και υπέροχες γλείφουν την αστραπή του χρόνου

    Οι τεχνίτες της συμπόνοιας σημάδεψαν τη γη με πέτρες και αίμα

    Αφύλαχτα τα σύνορα και οι παραμεθόριοι της ανυπότακτης μοίρας –

    – Η εξουσία σαπίζει την ψυχή μας (όπως η τερηδόνα το εσωτερικό των δοντιών μας)

    Τρίφτηκαν τα μάτια μας στο παρκέ της γνώσης

    Το κοσμικό φως ξόδεψε την ενέργειά του στο δώμα της ατομικότητας

    Περιοχή: άκυρη

    Όπλα μας η τρέλα, η ελευθερία, η ποίηση

    Δυνάμωσε τον (σ)τοίχο / στρίψε (στην) ευθεία

    Φυλακίσαμε τη φωτιά σε γυάλινο μπουκάλι

    Ο μουγγός επικοινωνεί δουλεύοντας τα μάτια (ο κωφός τα χείλη, ο τυφλός τα χέρια)

    Αμείλικτοι οι δεσμοί αίματος οδηγούν το θύμα στην αυτοχειρία

    Το τρυπημένο (καινούριο) σου σώμα στάζει άπειρο και ήλιο

    Με συρμάτινα νύχια σκάβουμε τους ωκεανούς των μαξιλαριών

    Η άγνοια ελλοχεύει στον πυρήνα της γης –

    – Με ένα ξυράφι κόβεις το λαιμό του ουρανού (σταγόνες από διάφανα όνειρα ρέουν προς τη μαύρη κοιλιά της γης μεταμορφώνοντάς την σε αιώνιο συνοδοιπόρο)

    Πε(ρπα)τάς στο άπειρο
    Μα δε σε φοβίζει η γύμνια των ποδιών σου (ξυπόλητος τους έμαθες τους δρόμους)

    Τρυπάς την άκρη των δακτύλων σου κι αντί για αίμα στάζουν εικόνες (παρελθοντικές μορφές, μελλοντικές αυπνίες) –

    Βίκυ Λιούκα

    κ. Λιούκα

    Χωρίς να θέλω, να μειώσω κανέναν και καμία από τους ποιητάς και τις ποιήτριες που, από τις γραμμές του περιοδικού – Το Koskino – , παρατηρώ, την γραφή τους διαβάζοντας ( και, που, αρκετών η γραφή με έχει συγκινήσει έως συγκλονίσει ), αφήνοντας κατά μέρος την προσεγμένη ( κατά το δυνατόν ), γλώσσα της κριτικής, κάτι που δεν συνηθίζω να κάνω ( καθ’ ότι στρυφνός, ενίοτε εριστικός, όταν οι φιλοσοφικοί – ηθικοί – ιδεολογικοί – αισθητικοί προσανατολισμοί μου θιχθούν ) , σας λέγω, ότι, είσθε – ΠΟΙΗΤΡΙΑ – , με γράμματα κεφαλαία !
    Το, – ΠΟΙΗΤΡΙΑ – , με γράμματα κεφαλαία, αν και δεν σας γνωρίζω, προϋποθέτει το, – ΑΝΘΡΩΠΟΣ – , με γράμματα κεφαλαία !
    Πως εκτονώνετε αυτόν τον αδάμαστο εσωτερικό πλούτο, ο οποίος αποκαλύπτεται μέσα από την ποιητική γραφή – ματιά σας, η οποία, όσο χαρισματική και αν είναι, υπολείπεται ως εκτονώτρια αυτού του χείμαρρου του εσωτερισμού σας ;
    Ασφαλώς, ο πλούτος αυτός δεν μπορεί να χωρέσει, ικανοποιούμενος, στην στενή – κοντόθωρη – ευτελή – σαθρή – ανθρώπινη πραγματικότητα.

    Λεωνίδας Καζάσης

  8. Διορθώνοντας, την αντίφαση που άφησα . Οι άνθρωποι υπήρξαν πριν τον εκμεταλλευτικό πολιτισμό. Μετά, πολύ σπάνια τους συναντάς ανάμεσα στους υπανθρώπους.

    κ. Λιούκα

    Χωρίς να θέλω, να μειώσω κανέναν και καμία από τους ποιητάς και τις ποιήτριες που, από τις γραμμές του περιοδικού – Το Koskino – , παρατηρώ, την γραφή τους διαβάζοντας ( και, που, αρκετών η γραφή με έχει συγκινήσει έως συγκλονίσει ), αφήνοντας κατά μέρος την προσεγμένη ( κατά το δυνατόν ), γλώσσα της κριτικής, κάτι που δεν συνηθίζω να κάνω ( καθ’ ότι στρυφνός, ενίοτε εριστικός, όταν οι φιλοσοφικοί – ηθικοί – ιδεολογικοί – αισθητικοί προσανατολισμοί μου θιχθούν ) , σας λέγω, ότι, είσθε – ΠΟΙΗΤΡΙΑ – , με γράμματα κεφαλαία !
    Το, – ΠΟΙΗΤΡΙΑ – , με γράμματα κεφαλαία, αν και δεν σας γνωρίζω, προϋποθέτει το, – ΑΝΘΡΩΠΟΣ – , με γράμματα κεφαλαία !
    Πως εκτονώνετε αυτόν τον αδάμαστο εσωτερικό πλούτο, ο οποίος αποκαλύπτεται μέσα από την ποιητική γραφή – ματιά σας, η οποία, όσο χαρισματική και αν είναι, υπολείπεται ως εκτονώτρια αυτού του χείμαρρου του εσωτερισμού σας ;
    Ασφαλώς, ο πλούτος αυτός δεν μπορεί να χωρέσει, ικανοποιούμενος, στην στενή – κοντόθωρη – ευτελή – σαθρή – υπανθρώπινη πραγματικότητα.

    Λεωνίδας Καζάσης

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s