Φυτών και ζώων κατάλογος – Γιώργος Βέης, Βράχια, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2020, σελ. 80

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ*

Έργα ανθρώπινα, «όλο αυθάδεια κι υπερηφάνεια φούσκα», μοιάζουν «ατιμώρητα». Όμως «η καρδιά/ η οργή του αδικημένου» είναι παρούσες και χτυπούν σ’ έναν ιδιότυπο κορυδαλλό, ο οποίος δεν αντιστοιχεί στο συγκρότημα των κεντρικών ελληνικών φυλακών στην Αθήνα αλλά στο ομώνυμο πουλί. Το «Προαύλισμα» του Γιώργου Βέη, εισαγωγικό ποίημα στην ποιητική του συλλογή Βράχια, δεν λαμβάνει χώρα στο προαύλιο των φυλακών αλλά στη μεγάλη αυλή της φύσης, όπου συντρίβονται «τα έργα των τρελών ανθρώπων». Εξαρχής με το προλογικό του ποίημα ο Βέης υποδεικνύει τον κατεξοχήν λυτρωτικό του χώρο, τη φύση· εκεί όπου βρίσκει ανακούφιση η ανθρώπινη ύπαρξη.

Το φυσικό περιβάλλον, είτε ο χώρος εκτείνεται οριζοντίως από τόπο σε τόπο, είτε καθέτως από τα ύψη των σύννεφων μέχρι τα βάθη του Άδη, είτε από τη διάσταση του ύπνου και των ονείρων ως την αφυπνισμένη πραγματικότητα, συνιστά τον κοινό παρονομαστή της λύτρωσης. Όπου, λοιπόν, βαραίνουν τον ποιητή «τα χαλάσματα του κόσμου», με «ένα καλαθάκι/ αερόστατο» αίρεται και τα υπερβαίνει, συναντώντας «στη μέση του προσιτού ουρανού» τα σύννεφα. Κι αν πλησιάσει για τον ποιητικό ήρωα η στιγμή της συνάντησης με τον Χάρο και χρειαστεί «να κατέβει κι αυτός στο/ μη με λησμόνει», η κατάβαση δεν οδηγεί μόνο στην πιθανή λήθη και στην ανάγκη του εξορκισμού της («μη με λησμόνει»), αλλά συναντά, στο πλαίσιο των βεϊκών πολυσημιών, το φυτό μη με λησμόνει, στον γνωστό τού φυσικού περιβάλλοντος λυτρωτικό ρόλο.

Οι διαδρομές του Βέη προετοιμάζονται συστηματικά. Για την κατάβαση στον Άδη ο ποιητής μεταχειρίζεται μια σειρά από προσημάνσεις, όπως τις αναφορές στην πείνα, το περίστροφο, τους επιταφίους, τους θρόμβους, τα εγκαύματα (ποίημα «Προοπτική»). Αντίστοιχα, για την περιδιάβαση από την ονειρική διάσταση στην αφυπνισμένη πραγματικότητα ο ποιητής χρησιμοποιεί εμφαντικά την αντίθεση μεταξύ των δύο καταστάσεων. Τα ερείπια και το χάος της πραγματικότητας αντιπαραβάλλονται στο λυτρωτικό όνειρο, με την ανακουφιστική λειτουργία να ενεργοποιείται και πάλι χάρη στα στοιχεία της φύσης, τις κατάφορτες, χρυσαφένιες πορτοκαλιές και το «βελούδο των αγρών» (ποίημα «Η πάλη»). Οι οπτικές εικόνες με τα χρώματα της φύσης από τη μια, αλλά και οι ακουστικές με τη «μουσική του κόσμου», όπως αυτή εκπέμπεται διά της συνομιλίας με τον αετό και τον πελεκάνο στο επιλογικό παράθεμα από το συνθετικό ποίημα Φοινικιά του Κωστή Παλαμά, επιβεβαιώνουν εκ νέου τη φιλοσοφία του Βέη.

Η σχέση που οραματίζεται ο ποιητής δεν είναι επιφανειακή· είναι βαθιά εσωτερική, η δε εσωτερίκευση και η ουσιαστική της βίωση αποτελούν προϊόν συνειδητοποίησης. Ο Βέης αφουγκράζεται τις αναπνοές της φύσης. Όπου οι «νεοσύλλεκτοι της βάρδιας» νομίζουν ότι «δεν κουνιέται φύλλο», ο ποιητής ψυχανεμίζεται κάθε «θύελλα κι αντάρα». Το βάθος της γνωριμίας επικυρώνεται από την εξομολογητική διαπίστωση «λες και με ξέρουν από παλιά/ όλα αυτά τα δέντρα τα φυτά ο αέρας». Τους δεσμούς ενισχύει η σοφία με την οποία είναι ποτισμένη η χλωρίδα του Βέη, συνιστώντας μάρτυρα των βιωμάτων ολόκληρων γενεών, φορέα παρελθόντος μα συνάμα και εγγυητή του μέλλοντος: «εδώ βλέπουμε το χθες να επιστρέφει ανανεωμένο/ σαν ένας έφηβος». Ο αγρός ταυτίζεται με τον άνθρωπο για το σθένος και την καρτερία του, καθώς διδάσκει «ισότητα, γαλήνη και μουσική», απ’ όπου κι ο τίτλος «Απάνεμο» του ποιήματος. Η κυρίαρχη πραότητα, η γαλήνη που εξασφαλίζει το φυσικό περιβάλλον, αποτελεί τη λύση στο «Αίνιγμα» της χρωματιστής μπίλιας, του μικρού γυαλιού που, όντας ο κόσμος, το καταπίνει το κοτσύφι της αυλής, ενσωματώνοντας εντός του το σύμπαν. Η σχέση είναι τόσο εθιστική, ώστε η διαρκής επιστροφή (ποίημα «Επάνοδος») είναι αναπόφευκτη: «Δεν ήταν μυστικό/ σε περίμεναν με υπομονή/ από το περασμένο καλοκαίρι/ ήξεραν άλλωστε τα πάντα για σένα/ οι βράχοι της παραλίας, οι γλάροι,/ οι ψαραετοί/ […]». Με τον τρόπο αυτό τα βράχια –τίτλος της συλλογής– καθίστανται τα ίδια μορφή εξάρτησης, σε μια σχέση όχι πια θανατηφόρα αλλά ζωική, η οποία συναντά την προγονική φιγούρα του Γιάννη Ρίτσου στο κυκλάμινο που φυτρώνει στου βράχου τη σχισμάδα («Κουβέντα μ’ ένα λουλούδι»).

Η πνοή την οποία περικλείουν τα προσωποποιημένα βράχια συνιστά ένδειξη της ζωικής ορμής της φύσης. Η ίδια ορμή εμποδίζει τον θάνατο, εξωθώντας σε μεταμορφώσεις προς νέους τύπους ύπαρξης. Το κρασοπούλι στην προηγούμενή του ζωή ήταν ρυάκι. Για την ξινομηλιά που αποκόπτεται από τις υπόλοιπες κι αγνοείται εξαφανισμένη, διανοίγονται δύο προοπτικές: «επιστροφή στην Αρκαδία/ ή/ της μεταμόρφωσης το αίνιγμα;». Είναι πιθανή, συνεπώς, η μεταμόρφωση του δέντρου σε μια διαφορετική ύπαρξη, με τη μεταμορφωτική τούτη δύναμη να διατηρεί τον κόσμο σε κίνηση και στη ζωή. Η έτερη πάλι προοπτική της επιστροφής στην Αρκαδία υποδηλώνει όχι απλώς την επαναφορά στο αγνό και ακμαίο φυσικό περιβάλλον αλλά συνιστά αναμφίβολα κι ένα σχόλιο ποιητικής, καθώς η επιστροφή στη φύση επισυμβαίνει με υφολογική αμεσότητα. Το σχόλιο καθίσταται αυτοαναφορικό για την ποίηση του ίδιου του Βέη.

Οι συνειρμοί του ποιητή, συνεπώς, διασυνδέουν τη φύση με τη γλώσσα και με την τέχνη της ποίησης. Το τοπίο «είναι πλέον το βιβλίο σου/ η ανανέωση των συνειρμών». Γι’ αυτό και το ανοιγμένο φτερό του πουλιού αποδίδεται ως περισπωμένη («του φτερού η απαραίτητη περισπωμένη»). Το λιβάδι πάλι, περικλείοντας τις «συλλαβές των μυστικών μας», παραλληλίζεται με «Αναγνωστικό Δημοτικού», συνδεόμενο όχι μόνο με τα ανθρώπινα εσώψυχα, τις αναμνήσεις και την παιδική αγνότητα, μα και με την εκρηκτική γλώσσα: «Χιροσίμα η γλώσσα μας». Επιπλέον, η δοκιμαζόμενη και διαρκώς αποδεικνυόμενη ανθεκτική γλώσσα κατορθώνει να υπάρχει όσο η νεραντζιά παραμένει άθραυστη, ενώ οι «συλλαβές από τσιμέντο και σίδερο» τού αστικού τοπίου με τις πολυκατοικίες, ενδέχεται με τον πρώτο σεισμό να σκορπίσουν σε κομμάτια.

Ο έντονα μεταφορικός λόγος του Βέη απομακρύνεται από το «τσιμέντο» και το «σίδερο» του θρυμματισμένου άστεως, επιμένοντας στα οράματα. Το σκαμμένο από τα γηρατειά πρόσωπο προβάλλεται ως «μια τάφρος από πείσμα και οράματα», ενώ οι ουλές του εκτείνονται ως το «πανωχείλι της καρτερίας», με τα οράματα και την καρτερία να τονίζουν την επιμονή της αντοχής. Ακόμη εμφαντικότερες καθίστανται οι μεταφορές εντασσόμενες σε αναλογίες. Το αναρριχώμενο φυτό γλυσίνα, που κατακαλύπτει τα δέντρα και τα απειλεί με ασφυξία, παραλληλίζεται με παλίμψηστο, κάτω από την επιφάνεια του οποίου είναι σκαλισμένα άλλα γραφόμενα. Σ’ αυτό το παλίμψηστο διαβάζει κανείς το παρελθόν, το μέλλον των βρύων αλλά και «του πλανήτη την τρελή τροχιά/ όταν θα πέσει πάλι πάνω του κομήτης». Οι εικόνες του Βέη οπτικοποιούν παραστατικά ακόμη και τα μελλούμενα, αλλά και έννοιες αφηρημένες, όπως τον χρόνο: «Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη».

Η οικονομία στην ποίηση του Βέη υπηρετείται συχνά από τη λειτουργία του τίτλου στα ποιήματά του ως ταυτόχρονα του πρώτου τους στίχου: «ΟΙ ΤΣΙΧΛΕΣ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ// ασίγαστοι μάρτυρες δομής είναι», και μάλιστα όχι μόνο του φυσικού περιβάλλοντος αλλά εντέλει κι αυτού του ποιήματος. Η ίδια οικονομία υπηρετείται από στίχους αποφθεγματικούς, όπως «η απεραντοσύνη συνιστά οικειότητα», των οποίων η στοχαστικότητα άλλοτε εκφέρεται ευθέως ως διαπιστωτική («επιστρέφουμε πάντα στις πληγές που μας άνοιξαν,/ όχι για να τις καθαρίσουμε/ αλλά για να τις κάνουμε ακόμα βαθύτερες»), κι άλλοτε, μέσα από το υποτιθέμενό της δίλημμα, διατυπώνει πλαγίως τη θέση της. Έτσι, καθώς επικυρώνονται τελικά και τα δύο σκέλη του διλήμματος, απογειώνεται η προαναφερθείσα οικονομία: «Η σταθερή επέτειος του σώματος/ υπόμνηση ή ανακύκληση στιγμών;»· η αποκωδικοποίηση των προθέσεων του ποιητή διαπιστώνει πως ισχύουν αμφότερα τα μέλη της ερώτησης.

Μια ιδιαίτερη πτυχή στη συλλογή του Βέη συνιστούν οι διακριτές της ενότητες που απαρτίζονται από ποιήματα αναφερόμενα σε παραδοσιακές φορεσιές ή σε τόπους, και μάλιστα συχνά αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Το Καρλόβασι ή τα Κουμέικα της Σάμου απηχούν οικογενειακές αναμνήσεις και καθιστούν τον τόπο συνδετικό κρίκο με το παρελθόν, ενώ οι αρχαιολογικοί χώροι, όπως το Ηραίον Σάμου ή η Αρχαία Θήρα, προσδίδουν στους δεσμούς ακόμη μεγαλύτερο χρονικό βάθος, φιλοξενώντας νέα ζωή μέσα στα χαλάσματα: «μαζί με τους υποψιασμένους γλάρους/ ένα φτερό τώρα πετάει γύρω του/ το έχουν πει ψυχή». Παράλληλα, ρούχα και κοσμήματα σε παραδοσιακές ενδυμασίες, όπως το «επίχρυσο νυφικό γιορντάνι λαιμού» ή το «κιουστέκι από γιορτινή φορεσιά καραγκούνας», προσδιοριζόμενα με ρητές αναφορές από τον τόπο και τον χρόνο στον οποίο εντάσσονται, λειτουργούν ως «παιδιά της μνήμης ηχηρά», συνδέονται με όνειρα και καθίστανται φορείς γνησιότητας και συναισθημάτων.

Αντιστεκόμενος στη λήθη ο Βέης, και προκρίνοντας το «άπειρο της σοφίας» σώμα, συντάσσει τους διαδοχικούς του «καταλόγους» από ενδυμασίες και τόπους, κυρίως όμως από τη χλωρίδα και την πανίδα τους, με συκομουριές, έλατα, νεραντζιές, σημύδες, πορτοκαλιές ή με κίσσες, γλάρους, μέλισσες, σκίουρους και κάστορες. Έτσι ο ποιητής επανασυστήνει τον σύγχρονο άνθρωπο με το φυσικό περιβάλλον, από το οποίο εκείνος έχει αποξενωθεί. Η γνωριμία επαναπραγματοποιείται με έναν τρόπο που, αν κι απέχει από τις ηρωικές καταγραφές των ομηρικών επών με τις αντίστοιχες καταλογογραφήσεις «νηών», αναδεικνύει ωστόσο τις κινητήριες δυνάμεις στη φιλοσοφική θεώρηση του Βέη, με μία ισορροπημένη λυρική αποτύπωση η οποία αποφεύγει την εκζήτηση και προβάλλει με ανθισμένη απλότητα το θαύμα του φυσικού βίου.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Περιοδικό “Πόρφυρας”, Νο 175-176, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2021.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s