Χρίστος Κασσιανής, Το λυκόδοντο μιας διαφυγής

Ο γερο-λύκος είχε σχεδιάσει την απόδραση. Συνεννοήθηκε με τον λύκο της κόρης του να διαφύγουν – με μια διαδρομή που χρόνια είχε οργανώσει στο μυαλό του- το ζευγάρι και τα λυκάκια του.
-«Κι εσύ;» τον ρώτησε ο νεότερος αρσενικός λύκος.
-«Θα σας βρω εκεί που είπαμε. Είναι μια υποχρέωση δική μου που απομένει». Η λυκοοικογένεια έφυγε κι ο γερο-λύκος ξεκίνησε.
Στον ουρανό κοίταξε το γεράκι που πετούσε από το πρωί κι είχανε αλλάξει βλέμματα, όταν είδε κι αυτός μια λάμψη και μετά από λίγο μια απότομη δρασκελιά καπνού να σηκώνεται πιο μακριά στο δάσος, σ’ αυτό το πυκνό δάσος που σ’ όλη του τη ζωή έζησε, με τη λύκαινα και τα παιδιά τους. Η λύκαινα είχε πεθάνει ένα μήνα πριν και σήμερα η μέρα έφερνε το μήνυμα των καιρών.
-«Ξεκίνησε» σκέφτηκε ο γερόλυκος κι ο ήλιος πύρωνε εκείνο το πρωϊνό.
Πρώτα συνάντησε τον λαγό, που έμεινε ακίνητος, με τρίχα τεντωμένη.
-«Έλα μαζί μου» του έγνευσε ο λύκος. Πιο κάτω βρήκαν την αλεπού που κάρφωσε τα μάτια της πάνω του. «Έλα μαζί μας» της είπε. Τα σκιουράκια είχαν συγκεντρωθεί ανήσυχα σ’ ένα μικρό ξέφωτο. «Ελάτε μαζί μας» τα προσκάλεσε ο γερο-λύκος.
Τραβούσανε προς το ρυάκι που πιο κάτω συναντούσε το μικρό ποτάμι. Άρχισε να μυρίζει ο καπνός, η ζέστη μεγάλωνε. Κοντά στην όχθη βρήκανε τη χελώνα, παλιά του φίλη, και τα μικρά ελάφια μαζί της.
-«Θα πάμε όλο το ρυάκι ως το ποτάμι» της ένευσε εκείνος κι η χελώνα απάντησε: «Το ίδιο σκεφτήκαμε, τραβάτε σεις, πάρτε και τα ελαφάκια μαζί σας, σας ακολουθώ με το βάδισμά μου»
-«Όχι παλιά μου φίλη» ακούστηκε η αρκούδα. Πήρε την χελώνα στα χέρια της, της χαμογέλασε, ενώ στο βλέμμα της μια πελώρια ευγένεια απλώνονταν. «Όλοι μαζί, καλή μου φίλη».
Όπως άρχισε να πέφτει τέφρα, αποχαιρέτησαν τα δέντρα, τ’ άνθια, τα θαμνιά. Το γεράκι βρέθηκε από πάνω τους, πετούσε σε μικρούς κύκλους.
Ο γερο-λύκος είχε χαράξει τη διαδρομή στο μυαλό του από χρόνια. Τότε που συνάντησε τον άνθρωπο περιπατητή των βουνών Αυγέρη, που χάρασσε κι ο ίδιος μονοπάτια με αγάπη για τη φύση.
Όταν συναντήθηκαν τότε, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους κι ο λύκος πήγε κοντά του. Έκτοτε, μιλήσανε αρκετά, στην κοινή γλώσσα του αλληλοσεβασμού και της φιλίας. Κατάστρωσαν μαζί στις κοινές τους περιπλανήσεις, το σχέδιο διαφυγής με τις εναλλακτικές του διαδρομές για τα τυχόν απρόβλεπτα εμπόδια.
Το γεράκι κάνει μια βουτιά και χάνεται μέσα στα δέντρα που οι φλόγες πλησίαζαν. Το ξαναβλέπουν να πετάει και να ’ρχεται προς αυτά. Αφήνει στο έδαφος ένα ζωντανό μικρό σκαντζόχοιρο. Τα κοιτάζει κι ο γερο-λύκος είναι να βγάλει ένα λυγμό. Συνεχίζουν την πορεία τους και φτάνουν στο μικρό ποτάμι. Κοιτάζουν πίσω τους και βλέπουν.
Φλόγες, δέντρα, άνθια, θαμνιά, τα σύννεφα κάπνας που κρύβουν τον ήλιο όλα γίνανε ένα, μια ενότητα καταστροφικής ενέργειας.
Ο γερο-λύκος, η χελώνα κι η αρκούδα που την κουβάλησε στη ράχη της, κοιτάζονται. «Όχι, ακόμα δεν έχουμε σωθεί». Στο βάθος παρατηρούνε να πλησιάζει ένα ανθρώπινο μεταλλικό πουλί. Στη θέα του αποφασίζουν να συνεχίσουν, μέχρι τη θάλασσα, εκεί που γέρνει το βουνό.
Είναι το ίδιο σημείο, που είχαν ορίσει την τελική τους συνάντηση ο γερο-λύκος με την οικογένειά του. Στο σημείο αυτό ειδικά, σχηματίζονται απότομα βράχια κι η βλάστηση αγγίζει τη θάλασσα.
Το γεράκι πετάει ψηλά στον ουρανό. Τραβάει για το πέρα ψηλό βουνό. Το περιμένει η γερακίνα του κι οι αητοί.

7-10 Αυγούστου 2021

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s